Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 8 εγγραφές  [0-8]

  Κείμ.αναζήτησης : % | Βιβλ.αναφορά : Χούμνου, Π.Δ. (Πολ. Λ.)

  • ανεμπαίζω,
    Πωρικ. Z 42, Χούμνου, Π.Δ. (Πολ. Λ.) σ. 60 [στ. 40]· ’νεμπαίζω, Ριμ. κόρ. (Pern.) 759, Τριβ., Ρε (Irmsch.) 345, Αιτωλ., Μύθ. (Legr.) 2812, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 2812 (έκδ. ενώμπαιζε· διορθώσ.)· αναμπαίζω, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 75 (έκδ. αναπαίζουσι· διορθώσ.), Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 8317, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 1592, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Β΄ [489, 657, 870], Γ΄ [1237], Δ΄ [13, 1030, 1033]· αόρ. ανέμπαιξα, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 291r· υποτ. αορ. ενεμπαίξει, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 259v.
    Από την προθ. ανά και το εμπαίζω. Η λ. και στα Κείμ. αγ. Δημ. (Λαούρδ.) σ. ιδ. 7 και σήμ., (ΙΛ, λ. ανεμπαίζω). Πβ. και Lampe, Lex., λ. ανέμπαικτος.
    α) Εμπαίζω, κοροϊδεύω, περιγελώ: από της σης οκνίας έφυγαν οι εχθροί μου| και τώρα μ’ αναμπαίζουσι που ’σαν δούλοι δικοί μου Κορων., Μπούας 75· Καθώς θωρώ αναμπαίζεις με, Δορίντα, ή ελωλάθης Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [657]· ουδέ να αναμπαίζεται και να καταφρονιέται Ιστ. Βλαχ. 1592· ... να τους γελούν και να τους ανεμπαίζουν Πωρικ. Z 42· β) εξαπατώ: και δεν ήτανε τα λόγια του αληθινά, μόνε τους τα έστειλε διά να τους αναμπαίξει Χρον. σουλτ. 8317· ... τη γυναίκα του Αδάμ με δόλον τσ’ ερμηνεύει (ενν. ο διάβολος) (παραλ. 2 στ.): «Φάγε και δώσ’ και του Αδάμ...» (παραλ. 2 στ.)· και απλώνει, πιάνει τον καρπόν και σύντομα ανεμπαίχθη Χούμνου, Π.Δ. σ. 60 [στ. 40]. —Συνών.: κομπώνω. Πβ. απεργώνω. Πβ. επίσης και αναμπαιστικός.
       
  • απόδετος,
    επίθ., Χούμνου, Π.Δ. (Πολ. Λ.) σελ. 60.
    Από το στερ. ά‑ και το ’ποδένω. Η λ. και σημ. ιδιωμ. (ΙΛ).
    Ξυπόλυτος (Η σημασ. και σημ., ΙΛ): απόδετοι, ολόγδυμνοι, έξω της Παραδείσου Χούμνου, Π.Δ. (Πολ. Λ.) σελ. 60.
       
  • απορώ (I),
    Κομν., Διδασκ. Δ 308, Σπαν. P 251, 267, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 540, Γλυκά, Στ. 257, 389, Γλυκά, Αναγ. 3, Προδρ. I 108, Μανασσ., Χρον. 1357, 1427, 2983, 5260, Καλλίμ. 345, Ελλην. νόμ. 55311, Διγ. Gr. VH 167, Ακ. Σπαν. 35222, Χρον. Μορ. H 8527, 8535, 8558, 8669, Χρον. Μορ. P 158, 2301, Πτωχολ. N 65, Φλώρ. 1242, 1335, Απολλών. (Wagn.) 698, Λίβ. Sc. 2813, Λίβ. N 2989, Αχιλλ. N 921, Ιμπ. 857, 886, Notizb. 85, Δούκ. 7915, 42912, Σφρ., Χρον. μ. 307, 7626, Χούμνου, Π.Δ. (Πολ. Λ.) [46], Κυπρ. ερωτ. 225, Έκθ. χρον. 149, 4714, 541, Ιμπ. (Legr.) 791, Συναξ. γυν. 332, 624, Ψευδο-Σφρ., 2044, Τριβ., Ρε 16, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 444, Βίος γέρ. V 60, Αχέλ. 681, 871, 2311, Παλαμήδ., Βοηβ. 151, Ιστ. Βλαχ. 898, 1186, 2190, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [170], Διακρούσ. 818, 9511, 9725, 988.
    Το αρχ. απορέω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) Βρίσκομαι σε αμηχανία η σύγχυση (Πβ. L‑S στη λ. II): ο λογισμός μου απορεί δεν ημπορώ να γράψω Διακρούσ. 9511· Η δε απόρει τα πολλά, ουκ είχεν τί ποιήσει Απολλών. 698. 2) (Με αντικ. η χωρίς αντικ. η με εμπρόθ. προσδ.) παραξενεύομαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ): πώς υπομένεις απορώ ταύτην την αδικίαν Γλυκά, Στ. 257· τόσα ’μορφα κινούσασιν ότ’ άνθρωπος απόριεν Παλαμήδ., Βοηβ. 151· απορώ και εξίσταμαι Ακ. Σπαν. 35222. καλάν όπ’ έκαμεν πολλά τα απορούσιν Ιστ. Βλαχ. 2190· Θαυμάζει την υπόθεσιν, πολλά απορεί το πράγμα Φλώρ. 1242· Ευρέθησαν κι οι δυο γυμνοί και εις τον άλλο εθώρει. Αδάμ το εξενίζετον, η Εύα το ηπόρει Χούμνου, Π.Δ. (Πολ. Λ.) [46]· θαυμάζουν, φρίττουν, απορούν πλέον εις το εγκόλπιν Ιμπ. 857. 3) Ανησυχώ, στενοχωριέμαι (Πβ. L‑S στη λ. ΙΙΙ): Ημέρας έκαμαν πολλάς όπου το πολεμούσαν | και τίποτας δεν έκαμναν και όλοι απορούσαν Διακρούσ. 818· μα την αλήθειαν, απορώ και ο πόνος της ψυχής μου πετά με εις Αδην Λίβ. Sc. 2813 (βλ. και αγκουσευω, αποκουντουρίζω 2, βαραίνω). 4) Αναρωτιέμαι, διερωτώμαι: από το κάστρον ιδόντες ημάς και απορήσαντες τι άρα και ένι … απέστειλαν ένα των αρχόντων Σφρ., Χρον. μ. 307. 5) Βρίσκομαι σε αδυναμία να …, αδυνατώ να …: μα την αλήθειαν, απορώ να σε τα καταλέξω Λίβ. N 2989· φράσαι δη όλως απορώ κινήματα της κόρης Διγ. Gr. VII 167. 6) α) (Ενεργ. και μέσ.) στερούμαι (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II): εσύ αποστέλνεις στον Μορέαν μπάιλον και ρογατούρους | και τυραννίζουν τους φτωχούς, τους πλούσιους αδικούσιν το διάφορον τους πολεμούν κι ο τόπος απορείται Χρον. Μορ. H 8558. και βιάζονται το διάφορον το εδικόν τους πάντα κι ο τόπος πάντα | απορεί, χάνεται, κιντυνεύει Χρον. Μορ. H 8527· εκ πάντων ουν απορηθείς ο Δαρδανίδης γέρων Μανασσ., Χρον. 1357· β) δυστυχώ (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. IV): εάν ο υιός μου λάβει γυναίκα με τον ορισμόν μου και απορεί καγώ ο πατήρ εύπορος υπάρχω, υπόκειμαι του τρέφειν τους παίδας του υιού μου Ελλην. νόμ. 55311· απορήσας τοίνυν ούτως και όπως ζήσειν ουκ είχεν Βίος γέρ. V 60. 7) Η μτχ. ηπορημένος, απορημένος = α) αμήχανος, που δεν ξέρει τι να κάμει: ο δε Ρουμπέρτος έμεινεν ωσάν απορημένος, ότι άλογα ουκ ηύρηκεν να επάρει μετά κείνον Χρον. Μορ. P 2301· β) φτωχές (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. IV πβ. και ΙΛ, λ. άπορος 1): ας έλαβες ομοίαν σου καπήλου θυγατέραν, | κουτσοπαρδάλαν τίποτε, γυμνήν, ηπορημένην Προδρ. I 108· γ) δυστυχισμένος (Πβ. ΙΛ, λ. άπορος 6α): εν σκοτεινοίς εκάθισε γυμνόν, ηπορημένον Γλυκά, Στ. 389 (βλ. και απολλύω μτχ., άπορος I 2).
       
  • αυξάνω,
    Σταφ., Ιατροσ. 7202, Σπαν. A 482, Κρασοπ. 55, Καλλίμ. 796, Ασσίζ. 31313, Ελλην. νόμ. 5452, Διγ. (Trapp) Gr. 3260, Διγ. Z 805, 2191, Χρον. Μορ. H 4141, Χρον. Μορ. P 2471, Πτωχολ. N 577, Φλώρ. 687, Λίβ. Esc. 3127, Φυσιολ. (Legr.) 418, Φυσιολ. 35326, Θησ. Ζ΄ [908], Μάρκ., Βουλκ. 34529, Χούμνου, Π.Δ. (Πολ. Λ.) [14], Κορων., Μπούας 15, 51, 61, 113, 123, Πένθ. θαν.2 533, Σοφιαν., Παιδαγ. 101, 105, 113, 119, Βίος γέρ. V 594, Ιστ. πατρ. 18813, Αλφ. 144, Τζάνε, Κρ. πόλ. 45423, κ.π.α.· αξαίνω, Χρον. Μορ. P 2440, Αλεξ. 233· αυξαίνω, Χρον. Μορ. H 3729, 7119, 8779, Χρον. Μορ. P 8561, Λίβ. Esc. 3635, Θησ. Δ΄ [805], Ε΄ [673], Αλεξ. 1605, Πικατ. 438, Ψευδο-Σφρ. 2122, Διγ. Άνδρ. 35314, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [534], [1093], Β΄ [55], Γ΄ [534], Δ΄ [1270], κ.π.α.· αυξάνω, Διγ. Z 1256 (αόρ. αυξυνθείς), Ερμον. X 136 (αόρ. αυξυνθεί), Χρον. Μορ. P 3143 (αόρ. αυξύνθη), Αχιλλ. O 41 (αόρ. αυξύνθηκε), Αχιλλ. N 72 (αόρ. ηυξύνθη), Χρον. Τόκκων 3107 (αόρ. αύξυνθη), Θησ. IB΄ [647] (αόρ. αυξύνθη), Έκθ. χρον. 4915 (αόρ. αυξυνθέντος), 6220, 634, Κορων., Μπούας 8, Σουμμ., Ρεμπελ. 158, Διγ. Άνδρ. 34114, 34732.
    Το αρχ. αυξάνω. Ο τ. α(υ)ξαίνω από τον αόρ. α(ύ)ξησα κατά το σχήμα ωλίσθησα-ολισθαίνω, εσίγησα-σιγαίνω (Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 296). Ο τ. αυξύνω πιθ. από το μτγν. αόρ. ηυξύνθην (L‑S, λ. αυξύνω), που ίσως από επίδρ. ρ. σε ‑ύνω. Πβ. όμως ΙΛ, λ. αυξάνω, τυπολ., όπου σημερ. τ. ορθογραφείται αξήνω (με η). Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) Ενεργ. μτβ. α) (με αφηρημένα ουσ.) κάνω (κ.) πιο μεγάλο, πληθαίνω (Η σημασ., αρχ., L‑S στη λ. II· βλ. και ΙΛ στη λ. 1): ο καιρός, όποιος τα άλλα πάντα αφανίζει, εις το γήρας δίδει και αυξάνει περισσότερον την προκοπήν Σοφιαν., Παιδαγ. 105· το ’να αυξαίνει τον καημόν και τ’ άλλο την πληγήν μου Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [1270]· βλ. και αβγατίζω Α1, ανατρέφω Α1α· β) μεγαλώνω προσθέτοντας: όρισεν και ηύξησάν τον| άλλον έν αφράτον πάλιν Βίος γέρ. V 594· γ) γ1) (προκ. για τόπο, χώρα) επεκτείνω (Βλ. L‑S, λ. αυξύνω): ο Σάχ Ισμαήλ κυριεύει και αυξάνει τα όρια της ηγεμονίας αυτού Έκθ. χρον. 634· γ2) μεγαλώνω και ενισχύω (Βλ. την αρχ. χρ., L‑S στη λ. I2): να έχει έννοιαν και σκοπόν τον τόπον να αυξαίνει Χρον. Μορ. P 8561· βλ. και ανανεώ‑ώνω Α1, ανασταίνω 6, ανατρέφω Α2, αρματώνω Α1γ, δυναμώνω· δ) (προκ. για πρόσωπο) καθιστώ ισχυρό, προβάλλω, μεγαλύνω (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. 2): τους χαμηλούς κι ολάτυχους στους ουρανούς αυξαίνει Θησ. Δ΄ [805ε) δυναμώνω, καθιστώ περισσότερο έντονο: Τόσον κι αυτή την λαύραν της αυξαίνει και πληθαίνει Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [55]· Είτα πάλιν αυξήσας γε επί πολύ τον θρήνον Διγ. (Trapp) Gr. 3260· βλ. και ανθώ Β2· ς) επιτείνω: την χάρην και την ηδονήν εις το λουτρόν αυξάνει Καλλίμ. 796· ζ) (προκ. για δουλειά) δίνω ώθηση, πρόοδο, διευρύνω (Βλ. και ΙΛ στη λ. 2): να αυξαίνει τες δουλείες του Χρον. Μορ. H 8779· η) παρατείνω (την προθεσμία): παρακαλεί τον εκείνον οπού του έδωκεν το αμάχι του να του αύξησει το τάρμε ιε΄ ημέρες Ασσίζ. 31313. Bλ. και ανασέρνω 2. εκφρ. αυξάνω, αυξάνομαι το όνομα, την τιμήν = προσδίνω μεγαλύτερη αίγλη, δόξα, σεβασμό στο πρόσωπό (μου): Σπαν. A 482, Χρον. Μορ. H 4141, Χρον. Μορ. P 2471, Θησ. Ζ΄ [908], Κορων., Μπούας 15, 51, 61, 113, 123. 2) Αμτβ. α) (ενεργ. και μέσ.) αυξάνομαι σε όγκο, μέγεθος, έκταση (Βλ. L‑S στη λ. III και II1· η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): ο νέος ώσπερ το δενδρόν αύξυνε το κορμί του (ανακόλουθο) Κορων., ΜπούαςΕκεί ηυρίσκονταν δενδρά, εις ώρας εξ αυξαίνουν,| σαν επατούσαν οι επτά αρχίζαν να λιγαίνουν Αλεξ. 1605· ηυξύνθη δε το κράτος του Αχιλλ. N 72· βλ. και ακρομεγαλώνω, αναβλαστάνω, αναγιώνω Β, ανατρέφω Β, ανδρειούμαι 1, ανδρειώνω Β2, αναλικιώνομαι· β) (ενεργ.) δυναμώνω (Πβ. L‑S στη λ. III): η ψυχή και ο νους αυξάνει με τους συμμέτρους κόπους Σοφιαν., Παιδαγ. 113· βλ. και ανδρειούμαι 2, ανθίζω Α2, δυνατεύω· γ) (μέσ.) επεκτείνομαι: Αφόντου γάρ εκέρδισεν ο πρίγκιπας Γουλιάμος| το κάστρον της Μονοβασίας, αυξύνθη η αφεντία του Χρον. Μορ. P 3143· δ) (ενεργ. και μέσ.) επιτείνομαι σε ένταση, σε συχνότητα, παίρνω μεγαλύτερες διαστάσεις (Πβ. ΙΛ στη λ. 1): οι στεναγμοί της αύξαιναν, επλήθαιναν, επήγαιναν εις πλέον Λίβ. Esc. 3635· περισσότερον αυξάνει η επιθυμιά τους Πένθ. θαν.2 533· ο πόλεμος ηυξάνετο και επλήθυνεν η μάχη Φλώρ. 687· βλ. και ανάπτω Β2γ, αναρριπίζω 1, ανεβαίνω 10α, αυξώ· ε) (ενεργ.) (προκ. για το ήθος) προάγομαι, εξελίσσομαι, ολοκληρώνομαι (Πβ. L‑S Κων/νίδη στη λ. II1): διά να αυξάνουν τα ήθη των νέων ορθά και καλά Σοφιαν., Παιδαγ. 101. ς) (μέσ.) πολλαπλασιάζομαι (Η σημασ. μτγν., Δημητράκ. στη λ. 3): αυξάνεσθε, πληθύνεσθε, νά ‘σθε χαριτωμένοι Χούμνου, Π.Δ. (Πολ. Λ.) [14]· πλατύνεσαι και αυξάνεσαι εις πλούτος και εις τέκνα Αλφ. 144· βλ. και ανδρειώνω Β3, αντρυνίσκω· ζ) (ενεργ.) (προκ. για διάδοση) μεγαλοποιώ: Του βασιλέως γάρ τον λαόν σφόδρα τον επαινούσαν| κι αυξαίνουσι κι ελέγασι διά το ένα πεντακόσια Χρον. Μορ. H 3729.
       
  • αυτεξούσιος,
    επίθ., Ελλην. νόμ. 52416, 52711, 5417-8, 55010, 56613, 58011, 15, Χρον. Μορ. H 7451, Αρμεν., Εξάβ. A΄ 12822, 56, 172 τρις, 7 δις, 9 δις, Δ΄ 15, 42, 17, Ε΄ 1 τίτλ., Χούμνου, Π.Δ. (Πολ. Λ.) [30], Ψευδο-Σφρ. 31639, 51210, Δεφ., Λόγ. 533, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 404, Ιστ. Βλαχ. 2587, Βακτ. αρχιερ. 135, 141, 175, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 459· εφταξούσιος, Φαλιέρ., Λόγ. 373· ’φταξούσιο το, Ερωτόκρ. Δ΄ 138.
    Το μτγν. επίθ. αυτεξούσιος. Η λ. και οι τ. της και σήμ. (ΙΛ).
    1) α) Ελεύθερος, ανεξάρτητος (Η σημασ. μτγν., L‑S και σημερ., ΙΛ στη λ. 1): Αι θυμελικαί … καλώς συνάπτονται νομίμως, ως δ’ αν βούλωνται και χωρίς βασιλικής κελεύσεως ως αυτεξούσιαι όντες, μη έχοντες επ’ αυταίς αυθεντική εξουσία Ελλην. νόμ. 5417-8· βλ. και αδούλωτος , ακαταδούλωτος α, απελεύθερος 1β, απολυτός α, αυτοδέσποτος, αυτοκέφαλος β· β) που είναι ελεύθερος από πατρική κηδεμονία (Βλ. και Δημητράκ. στη λ. 1): ο αυτεξούσιος υιός μερίζει των καρπών των πραγμάτων μετά του πατρός Ελλην. νόμ. 58011· Ο πατήρ της υπεξουσίας δύναται διαλύειν την μνηστείαν, ου μην και της αυτεξουσίας Αρμεν., Εξάβ. Δ΄ 15· Ο μέλλων αυτεξούσιον τον παίδα αυτού ποιήσαι προσίτω τῳ αρμοδίῳ δικαστῄ και λεγέτω αυτώ ότι «τόνδε ποιώ αυτεξούσιον και της εμαυτού αφίημι χειρός» Αρμεν., Εξάβ. A΄ 177. 2) Που αποφασίζει κατά τη δική του κρίση: και πάντα εσυχνοέρχετον κι εζήτα σε γάρ δίκαιον| κι εσύ ποτέ ουκ ηθέλησες κούρτην να της κρατήσεις,| μόνι αυτεξούσιος έλεγες ότι δίκαιον ουκ είχεν Χρον. Μορ. H 7451. 3) Που είναι ηθικά υπεύθυνος, που έχει συναίσθηση των πράξεών του: Μη στοχαστείς τα μερτικά να είναι όλα ίσα,| αμέ όποιος λείπεται αρετή, δώσ’ του την μοίρα πλήσα (παραλ. 2 στ.). Τούς άλλους δε εφταξούσιους άση το μερτικόν τως,| όπου γνωρίζεις και νοούν και βλέπουν το δικόν τως Φαλιέρ., Λόγ. 373. Το ουδ. του επιθ. ως ουσ. = η ελεύθερη βούληση (Η σημασ. μτγν., L‑S): τί ξάζει το ’φταξούσιο στον άνθρωπο κι η γνώση Ερωτόκρ. Δ΄ 138· της δουλοσύνης ο ζυγός … χαλνά το αυτεξούσιον οπού ’χες μας χαρίσει Ιστ. Βλαχ. 2587.
       
  • γύμνια
    η, Σπαν. (Ζώρ.) V 139· γυμνιά, Πεντ. Δευτ. XXVIII 48· εγδυμνιά, Χούμνου, Π.Δ. (Πολ. Λ.) [47].
    Από το επίθ. γυμνός. Ο τ. γυμνιά και στο Somav. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
    Γυμνότητα (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): Φύλλα συκής μαζώνουσιν, κρύπτουν την εγδυμνιάν τους Χούμνου, Π.Δ. (Πολ. Λ.) [47]· ος να τους απεστείλει (ενν. τους οχτρούς σου) ο Κύριος εις εσέν με πείνα και με δίψα και με γυμνιά Πεντ. Δευτ. XXVIII 48.
       
  • γυμνός,
    επίθ., Κομν., Διδασκ. Δ 298, Σπαν. P 71, Γλυκά, Αναγ. 357, Προδρ. I 54, 108, Ασσίζ. 2117, Πόλ. Τρωάδ. 783, Χρον. Μορ. H 4236, Περί ξεν. V 92, Απολλών. 675, Λίβ. Sc. 1613, Μαχ. 26613, 29038, Βέλθ. 406, 1207, Δούκ. 24330, Χούμνου, Π.Δ. (Πολ. Λ.) [45], Αλφ. (Μπουμπ.) II 7, III 15, Πένθ. θαν.2 370, 506, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 179, Ρίμ. θαν. 89, 105, Κυπρ. ερωτ. 11110, Παλαμήδ., Βοηβ. 382, 454, Ιστ. Βλαχ. 197, 1059, 1397, 1401, 2393, Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ΄ 150, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [325], Λίμπον. 77, Διακρούσ. 814, 9028, Τζάνε, Κρ. πόλ. 19713, κ.α. γδυμνός, Πανώρ. Ε΄ 236, Ερωφ. Πρόλ. Χάρ. 2, 68, Δ΄ 279, 288, Βοσκοπ. 419, Ερωτόκρ. Α΄ 1262, Β΄ 372, 1053, 2011, Δ΄ 1789, Αποκ. Θεοτ. 125, Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. δ΄ [47], Φορτουν. (Vinc.) Αφ. 40, Πρόλ. 30, Ιντ. β΄ 112, Ζήν. Πρόλ. 175, Γ΄ 171, Τζάνε, Κρ. πόλ. 13421, 30924, κ.α.· εγδυμνός, Ριμ. Απολλων. 360, Φαλλίδ. 48· εγυμνός, Πικατ. 489, Δεφ., Σωσ. 220.
    Το αρχ. επίθ. γυμνός. Η λ. και ο τ. γδυμνός και σήμ. (Δημητράκ., λ. γδυμνός και γυμνός). Για τον τ. γδυμνός βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 85, 318.
    1) Που δε φορεί (κ.) (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. 1 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): γυμνός από φορέματα, χωρίς απανωφόρι Ιστ. Βλαχ. 1059· Ευρέθησαν κι οι δυο γυμνοί και είς τον άλλο εθώρει Χούμνου, Π.Δ. (Πολ. Λ.) [45]· η αρετή, σα βλέπομε, γδυμνή στον κόσμο πηαίνει Ερωφ. Δ΄ 288· ο ρήγας ήτον γυμνός με το αποκάμισον και ήθελε να ντυθεί Μαχ. 26613· έκφρ. γυμνό κοπέλι = ο έρωτας: ποια ώρα να ’ναι κείνη| ν’ αναπαγώ; μα το γδυμνό κοπέλι δε μ’ αφήνει Ερωτόκρ. Α΄ 1262. 2) α) (Συνεκδ.) άγονος, φτωχός (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. 7): Ω Αρκαδιά κακότυχη, γυμνή κι ακληρισμένη Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [325]·   β1) (μεταφ.) στερημένος από κ. (Πβ. την αρχ. σημασ., L‑S στη λ. 4. Η σημασ. και σήμ., Πρωίας Λεξ.): επειδή και είμαι γυμνή κάλλους τέτοιων φωστήρων Λίμπον. 77· Ω μάννα, ...| πώς απομένεις από με γυμνή, τυφλή και ξένη! Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ΄ 150· από τιμές πολλά γδυμνοί, φτωχοί και ρημασμένοι Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 30· το κεφάλιν του γυμνόν, χωρίς προσκεφαλάδι Περί ξεν. V 92· γυμνή οσκιά Κυπρ. ερωτ. 11110· β2) απαλλαγμένος από (κ.) (Βλ. Lampe, Lex. στη λ. C1): γυμνός απ’ αμαρτίαν Πένθ. θαν.2 370· γ) αβοήθητος, εγκαταλελειμμένος (Η σημασ. σε παπυρ., Δημητράκ. στη λ. 3): θανατώνεται το σώμα, η ψυχή μένει γυμνή Αλφ. (Μπουμπ.) III 15. 3) α) (Προκ. για σπαθί) που είναι έξω από τη θήκη του ή το κάλυμμά του (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. 3 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 8): ο σουλτάνος έμοσεν απάνω εις τον Κόραν και εις το σπαθίν το γυμνόν Μαχ. 29038· Γδυμνά τα λαμπιρά σπαθιά ανεβοκατεβαίνα Ερωτόκρ. Δ΄ 1789· β) ακάλυπτος (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 8): εκούμπησεν την κεφαλή έτσι γδυμνή σαν ήτο Ερωτόκρ. Β΄ 2011· ένα δενδρόν ευρίσκετο σε κήπον ωριωμένον,| μα ’χε τες ρίζες του γδυμνές κι ήτον και μαδισμένον Τζάνε, Κρ. πόλ. 13421. 4) Άοπλος: Γδυμνός, με δίχως άρματα είμαι Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 185. 5) Φρ. αποσκευάζω κ. γυμνόν, βλ. αποσκευάζω 1 φρ.
       
  • γυμνώνω,
    Λόγ. παρηγ. O 51, Ερμον. Υ 247, Φλώρ. 682, 1705, Καναν. 73D, Φυσιολ. (Legr.) 439, 1066, Χούμνου, Π.Δ. (Πολ. Λ.) [51], Αλεξ. 1911, Πένθ. θαν.2 449, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 690, Ιστ. Βλαχ. 313, 1062, Διγ. O 1415, Τζάνε, Κρ. πόλ. 52613· μτχ. παρκ. εγυμνωμένος, Βεν. 33.
    Το αρχ. γυμνόω. Η λ. και στο Du Cange (λ. γυμνώννειν) και σήμ. (Δημητράκ., λ. γυμνώ).
    Α´ Ενεργ. 1) α) Αφαιρώ το ένδυμα κάπ., γδύνω (Πβ. την αρχ. σημασ., L‑S, λ. γυμνόω 1. Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. γυμνώ 1): ένας αφέντης σαν αυτόν απ’ έναν δουλευτή του| να γυμνωθεί Ιστ. Βλαχ. 1062· β) φρ. (προκ. για σπαθί) γυμνώνω το ξίφος ή το σπαθί = ανασπώ το ξίφος ή το σπαθί από τη θήκη του (Πβ. την αρχ. σημασ., L‑S, λ. γυμνόω 1. Η σημασ. και σήμ. στη λογοτ., Δημητράκ., λ. γυμνώ 1): καβαλικεύουσιν, γυμνώνουσιν τα ξίφη Φλώρ. 682· σύρνει σπαθίν, εγύμνωσεν καθάριον ως τον ήλιον Φλώρ. 1705. 2) Αφαιρώ από κάπ. κ. (Πβ. τη μτγν. σημασ., Steph., Θησ., λ. γυμνόω. Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. γυμνώ 3): όσους περάσουν απεκεί άπονα θανατώνουν,| έπειτα τους γυμνώνουσιν Διγ. O 1415. Β´ Μέσ. 1) Αφαιρώ τα ενδύματά μου, γδύνομαι (Πβ. την αρχ. σημασ., L‑S, λ. γυμνόω 1. Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. γυμνώ 1): Γυμνώσου, μην τον ντρέπεσαι να δείξεις το κορμί σου Πένθ. θαν.2 449. 2) (Μεταφ.) αποβάλλω κ. (Πβ. την αρχ. σημασ., L‑S, λ. γυμνόω 3): γυμνώσου και εσύ την ηδονήν εκείνην Φυσιολ. (Legr.) 439· γυμνώσου της παρακοής, ενδύσου αφθαρσίαν Φυσιολ. (Legr.) 1066. H μτχ. παρκ. ως επίθ. = γυμνός (Βλ. και Χατζιδ., Αθ. 36, 1924, 202): Δραχμάνες γαρ τους λέγουσι κι ήτανε γυμνωμένοι Αλεξ. 1911.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης