Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- ενάμαρτος,
- επίθ.,
Η λ. σε Γλωσσάρ. (L‑S). Βλ. και Lampe, Lex.
Αμαρτωλός: Καλώς ουν ο Φυσιολόγος έλεξεν περί του χαραδριού: «Ει ουν ακάθαρτός εστιν κατά τον νόμον, είπει τις: πώς φέρεται εις πρόσωπον του Κυρίου;» Γνώτω ότι την ενάμαρτον και ακάθαρτον φύσιν ανέλαβε Φυσιολ. (Kaim.) 14b31.
ζωοποιώ,- Διγ. (Trapp) Gr. 792, Φυσιολ. (Offerm.) G 403, Φυσιολ. (Kaim.) 22α18, Φυσιολ. B 710, 15, Θρ. Θεοτ. 21, 28, Διακρούσ., Πένθος 44· ζωποιώ, Πεντ. Γέν. VI 19, 20, VII 3, XII 12, XIX 19, XLVII 25, L 20, Έξ 118, XXII 17, Aρ. XXXI 15, Δευτ. XX 16· ζωπώ.
Η λ. στον Αριστoτέλη.
I. Ενεργ. Α´ Μτβ. α) Δίνω ζωή: Ο φυσιολόγος έλεξεν περί του πέρδικος ότι αλλότρια ωά θάλπει και ζωοποιεί Φυσιολ. (Zur.) XI4· εις πνεύμα το άγιον, ζωοποιούν τα πάντα Διγ. (Trapp) Gr. 792· Και λαβών ο βασιλεύς εν ταις ιδίαις χερσίν το του υιού αυτού αίμα και ποτίσας τον λαόν εζωοποίησεν εκ του θανάτου την εαυτού χώραν Διάλ. Ευθυμ. 125206α· απέστειλέ με ο Θεός ομπροστά σας να βάλω εσάς απομονάρι εις την ηγή και να ζωποίσω εσάς εις γλυτωμό μεγάλο Πεντ. Γέν. XLV 7· β) ανασταίνω: ο φοίνικας έχει την εξουσίαν του αποκτείναι εαυτόν και του ζωοποιήσαι Φυσιολ. (Legr.) 779· τους νεκρωθέντας τῃ αμαρτίᾳ διά του τιμίου αυτού αίματος εζωοποίησε (ενν. ο Κύριος) Φυσιολ. (Kaim.) 16b17· τούτον (ενν. τον Λάζαρον) εζωοποίησας, συ (ενν. Χριστέ) δε πώς αποθνήσκεις; Θρ. Θεοτ. 28· γ) αφήνω να ζήσει κάπ., κρατώ κάπ. στη ζωή: εφουβήθηκαν οι μαμμήδες τον Θεόν και δεν έκαμαν χαθώς εσύντυχεν προς αυτές ο βασιλεύς της Αίγυφτος και εζωπούσαν τα παιδιά Πεντ. Έξ. I 17· παν υιός οπού γεννάται εις τον ποταμό να τον ρίξετε και παν θυγατέρα να ζωποίσετε Πεντ. Έξ. I 22. Β´ (Αμτβ.) ανασταίνομαι, αναζωογονούμαι: Ότι το όρνεον διά τριών ημερών εζωοποίησε και ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός πώς ουκ ηδύνατο εγείραι αυτόν εκ νεκρών; Φυσιολ. (Zur.) XIII 219. II. (Μέσ.) παίρνω ζωή: ούτω ζωοποιούται (ενν. ο ερωδιανός) Φυσιολ. (Zur.) XXXVIII 27· (μεταφ.): Ούτω και τα άπιστα έθνη ... ανέβλεψαν και ζωοποιήθησαν Φυσιολ. 339. Φρ. ζωποιώ σπορά = (προκ. για γυναίκα) φέρνω στη ζωή, γεννώ: σύρε να ποτίσομε τον πατέρα μας κρασί και να πλαγιάσομε μετά αυτόν και να ζωποίσομε από τον πατέρα μας σπορά Πεντ. Γέν. XIX 32.
κατεβαίνω,- Ασσίζ. 1269, 37126, 3839, Διγ. (Trapp) Esc. 536 (κριτ. υπ.), 954, 1514, Χρον. Μορ. P 4079, Φλώρ. 1481, Λίβ. N 2027, 2195, 2652, Χρον. Τόκκων 2122, 2394, Παρασπ., Βάρν. C 230, 409, Μαχ. 2525, 63623, 65833, Πορτολ. A 22626, Πεντ. Γέν. XI 5, XLII 38, Έξ. II 5, XIX 24, XX 28, Πανώρ. Γ΄ 182, 571, Ε΄ 289, Ερωφ. Δ΄ 550, Ε΄ 567, Διγ. Άνδρ. 31929, 37721, 22, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 595, 1125, Γ΄ 1289, Σουμμ., Παστ. φίδ. Υπόθ. [17-8], Β΄ [766], Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 213, Δ΄ 568, Τζάνε, Κρ. πόλ. 2006, 21013, 2256, 23830, 4213· καταβαίνω, Λόγ. παρηγ. O 501, Προδρ. I 168, III 100, Διγ. Z 2161, Χρησμ. I 90, X 26, Πεντ. Γέν. XV 11, XXIV 45, Έξ. XIX 21, Τζάνε, Κρ. πόλ. 24529, Εγκ. αγ. Δημ. 10661· κατεβαίννω, Μαχ. 14032, 2465, κ.α.· κατηβαίνω, Σπανός (Eideneier) A 224, Πόλ. Τρωάδ. (Πολ. Λ.) 37, Αχιλλ. L 383, 1177 Παρασπ., Βάρν. C 290, Ch. pop. 502, Διήγ. Αλ. G 283, Διγ. O 423, 1359.
Το αρχ. καταβαίνω. Για τον τ. κατηβαίνω βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 33. Η λ. και σήμ.
Α´ Αμτβ. 1) Έρχομαι από τα υψηλότερα στα χαμηλότερα: εκατέβηκα από το όρος Πεντ. Δευτ. IX 15· (προκ. για το Χριστό ή και για άγγελο) έρχομαι στη γη (από τον ουρανό): Επειδή ο Θεός ηθέλησεν τον άνθρωπον να τιμήσει| εξ ουρανού εκατέβηκεν να πέσει εις αύτην την φύσιν Συναξ. γυν. 124· Κατέβη γαρ εις την μήτραν Μαρίας, όπως σώσει το πεπλανημένον γένος των ανθρώπων Φυσιολ. (Kaim.) 7α18· εκατέβην ο Κύριος ιπί το όρος Σινά Πεντ. Έξ. XIX 20· υιός Θεού να κατεβεί ο φοβερός να κρίνει Ρίμ. θαν. 77· εκ τους ουρανούς άγγελος εκατέβη Αχιλλ. L 818.· φρ. (1) κατεβαίνω στον Άδη, στη γη = πεθαίνω: Ανείναι κι είναι απαρθινά, σήμερο κατεβαίνω| στον Άδη μ’ ένα θάνατο περίσσα πρικαμένο Πανώρ. Ε΄ 289· Κρείττον ημείς συζώντανοι στην γην να κατεβούμε Αλεξ. 2811· (2) εκατέβη κάτω η ώρα μου = ήρθε η κρίσιμη στιγμή: άφησ’ με, σε παρακαλώ, κυρ Χάροντα, αν ορίσεις (παραλ. 4 στ.). Να ’τονε μπορεζάμενο αυτείνο έκαμνά το,| μα δεν μπορώ, διατ’ η ώρα σου όλη εκατέβη κάτω Αλφ. 1150. 2) Πέφτω: να κατέβει απάνου τους το χαλάζι και να απεθάνουν Πεντ. Έξ. IX 19. 3) α) (Με σύστ. αντικ.) έρχομαι: καταβημό εκατεβήκαμε εις την αρχή να αγοράσομε φαγί Πεντ. Γέν. XLIII 20· β) έρχομαι από το βορρά προς το νότο: «Καράβιν, πόθεν έρχεσαι και πόθεν κατεβαίνεις;» Ανακάλ. 8· γ) έρχομαι από τα μεσόγεια στα παράλια: οι τρεις -των εις την θάλασσαν αντάμα κατεβήκαν Γαδ. διήγ. 137· δ) έρχομαι από το πέλαγος στη στεριά: Κοιτάζουν από τα βουνιά κι άρμενα κατεβαίναν Τζάνε, Κρ. πόλ. 18221· όταν καταβαίνεις από το πέλαγος, δείκνει σε ώσπερ νησί (ενν. η Ποντοηράκλεια) Πορτολ. B 2729· ε) πηγαίνω προς τα ανατολικά (Για τη σημασ. βλ. Dawkins [Μαχ. Β΄, σ. 249]): ήλθαν πολλοί πραματευτάδες όπου είχαν πραματείαν να πέψουν ... εκατέβησαν εις την ανατολήν Μαχ. 58026· να κατεβεί εις το Αρμενάκιν και νά ’ρτει εις την Σελευκίαν Μαχ. 988. 4) Αποχωρώ (από το θρόνο): Η δε Παλαιολογίνα κατέβη της βασιλείας βασιλεύσασα έτος α΄ και μήνας γ΄ Πανάρ. 6616. 5) Αναχωρώ (από «επίσημο» οίκημα), φεύγω: τον καρτερούσασι πως είχε να κατέβει| απ’ το παλάτι του καδή Λίμπον. 369· εμπαίνναν και εκατεβαίνναν εις την αυλήν του ρηγός ... να μπορήσου να του(ς) σάσουν Μαχ. 5221. 6) α) Προχωρώ, φτάνω (έως): έχει έναν τείχον με πύργους πολλούς και κατεβαίνει ως την θάλασσα Πορτολ. A 19831· ωσάν περάσεις την ξέρην, κατέβαινε απάνω εις τον μύλον ολίγον και τότε κατέβαινε απάνω εις το νησίν Πορτολ. A 1511, 2· (προκ. για διήγηση): Χρήση είναι να ξηγηθούμεν την αφορμήν του καλού Κοντεφρέ ντε Πολίου, διά να κατεβούμεν να ξηγηθούμεν τους ρηγάδες τους Λατίνους όπου εστέφθησαν εις την Ιερουσαλήμ Μαχ. 1625· β) προχωρώ ξεπέφτοντας: το πταίσμα του Αδάμ ... εκατέβαινεν από κακόν εις χειρότερον Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 403. 7) Ρέω, τρέχω (προκ. για ποταμό): Ώσπερ να βρέχει ο ουρανός, ποτάμια να κατέβουν Παρασπ., Βάρν. C 270· προς το ποταμό οπού κατεβαίνει από το όρος Πεντ. Δευτ. IX 21· (προκ. για δάκρυα): τα δάκρυα ... (παραλ. 2 στ.) σα ριγουλάκι λαμπιρόν εδέτσι εκατεβαίνα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄1074· παρευθύς τα δάκρυα της κατέβαινον της κόρης Αχιλλ. N 1266· από φλόγα πικρασμού τα δάκρυά σου ας κατέβουν Λόγ. παρηγ. L 484· πώς ήρχισαν τα ομμάτια μου να κατεβαίνου ως βρύσες Ντελλαπ., Ερωτήμ. 14. 8) Είμαι έτοιμος για μάχη, εξορμώ: απάνω στον Αλέξανδρον να κατεβεί στους κάμπους Ιστ. Βλαχ. 960· με τα φουσσάτα τως κι οι δυο στον κάμπο κατεβαίνου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1604· επήρε ... εκατόν στρατιώτας και εκατέβη εις τον Ευφράτην Διγ. Άνδρ. 3641· είναι και ότοιμος να κατεβεί και εις τον πόλεμον μετά του Μαχ. 19633. 9) α) Προέρχομαι: καλόν, κακό, ως κι αν είναι,| μονάχανε από κείνο (ενν. τον ουρανό) κατεβαίνει Πιστ. βοσκ. IV 5, 206· ήθελεν να κάψει το κακόν απόθεν εκατέβαινεν Ασσίζ. 43618· β) κατάγομαι: από πού κατεβαίνουσι και είν’ τα συγγενικά μου Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 218· πες μου αν οχ το αίμα σου ετούτος κατεβαίνει Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [660]· από γενιάν ψηλή να κατεβαίνει| και όλες τις χάρες να ’χει στο κορμί της| της γης και τ’ ουρανού Πιστ. βοσκ. II 5, 31. 10) Περιέρχομαι, ανήκω σε κάπ. (από κληρονομιά, συγγένεια): ουδέ πρέπει να έχει τό να της κατεβαίνει από συγγένειαν Ασσίζ. 12014· να πουλήσουσιν και να αμαχέψουν διά να φάσιν εκείνον τό κατέβην των παιδίων του από της μητρός αυτών Ασσίζ. 13127· να γένουν δίκαιοι κλερονόμοι να λάβουν τά μέλλει να τους κατεβούν Ασσίζ. 37824· φρ. (1) κατεβαίνω εις θέλημα, εις τον λόγον κάπ. = είμαι σύμφωνος με τη θέληση κάπ.: να κατεβεί εις θέλημα, παιδία μου, του Φερδερίγου Λίβ. Esc. 2970· ο λάλος ... να σε λέγει: « ... από πολλής σε εφύλαγα, αν κατέβεις εις τον λόγον μου» Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 123· (2) κατεβαίνω κάτω = υποδουλώνομαι: ο ξένος ός μεσοθιό σου να ανέβει επάνου σου, απάνου απάνου, και εσύ να κατέβεις κάτου κάτου Πεντ. Δευτ. XXVIII 43. Β´ (Μτβ.) προχωρώ σε κλίση βουνού, κατήφορο, πορεία ποταμού: ανέβην, εκατέβηκεν τον ποταμόν εκείνον Βέλθ. 1139· εσέβην εις τα σύνορα, τα βουνά κατεβαίνει Παλαμήδ., Βοηβ. 997· το παραπόταμον του Αλφέως ολόρθα εκατεβαίναν Χρον. Μορ. H 5029· ωσότου το κατήφορον εκείνο να κατέβει Λόγ. παρηγ. L 389. Η μτχ. παρκ. καταβασμένος ως επίθ. (προκ. για ποταμό) = πλημμυρισμένος ή ορμητικός: Αλλ’ ο Θεός ηθέλησεν το ριζικόν του δούκα| και ηύραν και τον ποταμόν μέγαν καταβασμένον·| έρρουσαν να περάσουσιν, επνίγησαν εξ αύτους Χρον. Τόκκων 438.
λαμβάνω,- Κομν., Διδασκ. Δ 334, Σπαν. P 65, Γλυκά, Στ. 299, Προδρ. II Η 19i, III 296 κριτ. υπ., 400ii, Καλλίμ. 1931, Ελλην. νόμ. 57317, Ασσίζ. 95, 15730, 18714, 24222, 25422, 2612, 28911, 32710, 34528, 36828, 43615, Διγ. Z 719, 3047, 3528, 4202, Διγ. (Trapp) Gr. 2596, 3038, 3125, Βέλθ. 840, Πόλ. Τρωάδ. 178, Πρέσβ. ιππ. 119, Ερμον. Β 303, Η 333, X 239, Chron. br. (Loen.) 150, Βίος Αλ. 2311, 3472, Απολλών. (Wagn.) 668, Αχιλλ. O 720, 735, Φυσιολ. (Zur.) XLV 12, XLVΙΙI7, Φυσιολ. (Kaim.) 24α22, Θρ. Κων/π. Βαρβ. 16, Δούκ. 15319, Σφρ., Χρον. μ. 12221, 22, Θρ. Θεοτ. 53, Ιστ. πατρ. 19217, Παϊσ., Ιστ. Σινά 28, 557, Διγ. O 389, Τζάνε, Κρ. πόλ. 55913 κ.π.α.· λαβαίνω, Μανολ., Επιστ. 173, Σουμμ., Ρεμπελ. 158, 173-4, Ερωτόκρ. Α΄ 430, Ευρετ. Ερωτοκρ. 769214, Ευγέν. 698, Ζήν. Β΄ 345, Μαρκάδ. 649, κ.α.· γ΄ πληθ. υποτ. αορ. λαβού· λαβάνω, Ασσίζ. 2803, 2972, 44110, Π. Ν. Διαθ. (Λαμπάκης) φ. 253v, στ. 4· μτχ. παρκ. λαβαιμένες Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 81.
Το αρχ. λαμβάνω. Ο τ. λαβαίνω [<αόρ. του λαμβάνω) στο Somav. και σήμ. Για το σχηματ. βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 293-5. Ο τ. λαβάνω, καθώς και τ. λαβαίννω και λαβάννω σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 626-7). Για το γ΄ πληθ. υποτ. αορ. λαβού βλ. Κριαράς, ΕΜΑ 1, 1939, 33-4 και Αλεξ. Στ. [Ερωτόκρ. σ. 427-8]. Για πιθ. εξήγηση του σχηματ. της μτχ. βλ. Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Β′ 490. Λ. λαμβαίνα σε έγγρ. του 17. αι. (Βλ. Πεντόγαλο, Παρνασσ. 16, 1974, 42).
I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) Παίρνω, παίρνω στα χέρια μου, πιάνω, βαστώ· κουβαλώ: Αχιλλ. N 661, Βέλθ. 1190· σταυρόν και ευαγγέλιον λαβόντες … οι ιερείς … τούτοις προσήλθον Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 26· (προκ. για το Χριστό): ηυδόκησεν ο υιός τον Υψίστου θελήματι εδικόν του … να λάβει αάρκα ανθρωπίνην Διγ. Άνδρ. 33711. 2) α) Αρπάζω, πιάνω, παίρνω με βία: Βίος Αλ. 4388, Διγ. Z 718· ουδέ πλούσιος ποτέ λαμβάνει δίκαιον άλλου Ελλην. νόμ. 5153· β) (προκ. για κυνήγι) πιάνω, συλλαμβάνω: η πέρδιξ με την τέχνην της τον κυνηγόν κομπώνει,| εκείνος φενακίζεται, θαρρεί αυτήν να λάβει Φυσιολ. (Legr.) 696. 3) Παίρνω κάπ. μαζί μου, οδηγώ, συνοδεύω, φέρω, (Για τη σημασ. βλ. Tabachovitz, Études sur le grec 57-8): λαβών τον γυναικάδελφόν του (παραλ. 1 στ.) … εξήλθε κυνηγήσαι Διγ. Z 1381· έλαβε (ενν. ο πατριάρχης) μερικούς κληρικούς … και υπήγε την Βλαχίαν Ιστ. πατρ. 15010· την κυράν σου έλαβεν (ενν. ο πατέρας σου) μέσα εις το καράβιν Απολλών. 445· έλαβαν αυτόν ψάλλοντα … και εις τον … θρόνον τον πατριαρχικόν ανέβασαν Κώδ. Χρονογρ. 574· (προκ. για το Χάρο): να γλυκοφιλούμεθα πριν …| … λάβει μας ο θάνατος και φάγει μας το χώμα Ερωτοπ. 259· Ογάι εις εκείνον πὄμεινε …| μ’ ελπίδα για να βοηθηθεί αφού τον λάβει ο Χάρος Πένθ. θαν.2 34. 4) α) Παίρνω, δέχομαι κ., παραλαμβάνω κ.: Βίος Αλ. 3844, Σεβήρ.-Μανολ., Επιστ. 171, Ασσίζ. 27922-3· (με αντικ. αφηρημένο ουσ.): λαμβάνει χάριν εκ θεού Κομν., Διδασκ. Δ 164· παρακαλώ να λάβω την σοφίαν Συναξ. γυν. 2· έλαβα … την ευχήν του (ενν. του πατέρα) Διγ. Άνδρ. 40723· ελευθερούται … η ψυχή από τας χείρας του διαβόλου και λαμβάνει ζωήν την αιώνιον Ιστ. πατρ. 12315· β) (με υποκ. τη λ. γη) σκεπάζω: Ο άδης νυν καταπονεί, τούτον (ενν. το Διγενή) η γη λαμβάνει Διγ. Z 4663. 5) Κυριεύω, καταλαμβάνω, κατακτώ, υποτάσσω: Συνάψαντες … πόλεμον … έλαβε … το φοβερόν και ονομαστόν Κάιρος Έκθ. χρον. 6617· εσέβησαν, εσκότωσαν, ελάβασιν το κάστρον Ριμ. Βελ. 375· έλαβεν (ενν. ο Διγενής) όλας τας άκρας και έγινεν εις όλον τον κόσμον περίφημος Διγ. Άνδρ. 3981· (προκ. για πάθος ή συναίσθημα): Διγ. Z 3662, Διγ. (Trapp) Gr. 3627, Παϊσ., Ιστ. Σινά 397, Αχιλλ. L 171· (προκ. για ασθένεια· εδώ προκ. για μορφή υπερπλασίας): Πριν ή ουν αυξήσει (ενν. το είδος … όμοιον νεύρῳ λευκῴ) και λάβει πάντα τον λαιμόν του κυνός, απόκοψον Κυνοσ. 59023. 6) Συλλαμβάνω, αιχμαλωτίζω: Αχιλλ. N 515, Βίος Αλ. 1756, Κώδ. Χρονογρ. 49. 7) Γίνομαι κύριος, αναλαμβάνω (εξουσία, βασιλεία, κ.λ.π.): Χρον. Μορ. P 1268, Σπαν. A 325, Έκθ. χρον. 5023· (προκ. για μητροπολιτικό θρόνο): Έλαβεν ο κυρ Δανιήλ τας Σέρρας Συναδ., Χρον. 41. 8) Υφίσταμαι κ., αντιμετωπίζω, παθαίνω κ.: Ροδινός (Βαλ.) 177, Κορων., Μπούας 139, Ασσίζ. 29713, Αχιλλ. L 418. 9) Αισθάνομαι, νιώθω: Μεγάλον πόνον έλαβεν απέσω στην καρδία Αχέλ. 1120· Όταν φλεγμαίνει ο λαιμός του ιέρακος, οδύνην λαμβάνει εσθίων Ιερακοσ. 43910-11· ποία καρδία να είναι τόσον λίθινη και να μην λάβει πίκραν διά την συμφοράν εκείνην; Μ. Χρονογρ. 348. 10) Αφαιρώ κ.· κατακρατώ κ.: Εκείνη (ενν. η δέσποινα) … ελεήσασα την γυναίκα … απεχαρίσατο ταύτην αυτό (ενν. το οσπίτιον) μηδέν από πράγματος αυτή λαβούσα τι Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 233· (μεταφ.) αγχόνη την ζωήν σου ελάμβανε Δούκ. 19931· Κρείττον αν ην μοι του στείλαι τον δήμιον και λαβείν την κεφαλήν μου απ’ εμού Δούκ. 38124. 11) (Προκ. για αποτέλεσμα αριθμτ.) εξάγω: Τρία μαζία έχων, χρυσάφιν, άργυρον και χαλκόν, θέλω εκ τούτων λαβείν λίτρ(ας) ρ΄ Rechenb. (Vog.) 61. 12) Αναλαμβάνω την ευθύνη για κάπ. ή κ.: Περί των ανδρογύνων οπού χωρίζουνται και έχουν τέκνα, τις να τα λάβει και να τα τρέφει Ασσίζ. 1248· ώσπερ εποίκεν (ενν. είς άνθρωπος) το κακόν μόνος του και μόνος του και να το λάβει Ασσίζ. 5014. 13) Κερδίζω: την νίκην οι πιστοί έλαβον Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 430· Εκ των πολέμων των πολλών και της δοκιμασίας| πάλιν έχω αποδοχήν και τούτον ίνα λάβω Διγ. Z 321. 14) Κληρονομώ: Ασσίζ. 1417. 15) α) Παίρνω (εισόδημα), καρπώνομαι: Ιστ. πολιτ. 3510· β) παίρνω φόρο ή δασμό· εισπράττω: Απέ το κωνάριν (έκδ. κονάριν· διορθώσ.) τό εβγάνουν έξω της χώρας κελεύει το δίκαιον να λάβουν το τέταρτον Ασσίζ. 24417· το δικαίωμαν του κρασιού το φέρνουν απέ τη Ναζαρέτ, το δίκαιον κελεύει να λάβουν … ιβ΄ αδράμια τέλος Ασσίζ. 24110· επέμφθην …| προς … Φίλιππον …| λαβέσθαι φόρους παρ’ αυτού Βίος Αλ. 2964· (μεταφ.) εξολοθρευτήκανε και επήγανε όλοι κακώς-κακού … και έλαβον επταπλασίως την πρέπουσάν τους πλερωμήν Σουμμ., Ρεμπελ. 192. 16) α) Αποδέχομαι: Ασσίζ. 35810· β) (με τις προθ. εις και επί) ερμηνεύω κ. ως …· θεωρώ, εκλαμβάνω κάπ. ή κ. ως …: εις πρόσωπον δε του Αδάμ και της Εύας λαμβάνονται ο ελέφας και η γυνή αυτού Φυσιολ. (Zur.) III 118· Λαμβάνεται … ο πελεκάν εις τον Κύριον Φυσιολ. (Zur.) VIII 412· Λαμβάνεται … η θάλασσα επί τον κόσμον και οι δύται επί τον χορόν των προφητών Φυσιολ. (Offerm.) G 1485. 17) Δέχομαι κ. ως σύμβολο· συμβολίζω: ο … φοίνιξ πρόσωπον του σωτήρος ημών λαμβάνει Φυσιολ. (Kaim.) 25α22. 18) Συλλαμβάνω, μένω έγκυος: Παϊσ., Ιστ. Σινά 208. 19) Τελώ: Περί τους γονείς τους λαβόντας δεύτερον γάμον Ελλην. νόμ. 5716· όπως … λάβει το μνημόσυνον ο πάπας εν τῃ Μεγάλῃ Εκκλησίᾳ Δούκ. 3154· μετά θανάτον της θυγατρός μου έλαβον (ενν. ο ρηθείς δείνα) δεύτερον συνοικέσιον Ελλην. νόμ. 57518. 20) Διενεργώ, πραγματοποιώ: πολλούς ελέγχους ο άγιος έλαβε βασιλεύς … ίνα πιάσει αυτόν Σφρ., Χρον. μ. 122. 21) Χρησιμοποιώ: Πρόθεσις έναι μέρος λόγου άκλιτον όπου λαμβάνεται πάντοτε στες αρχές ολωνών των μερών του λόγου Σοφιαν., Γραμμ. 248· τούτο το ξύλο έλαβε ογιά να ταξιδέψει Τζάνε, Κρ. πόλ. 3721. 22) α) Τρώω: Οπόταν δε εστιαθείς, λάβεις και Παναγίαν| … πίεις και πρεσβείαν Παϊσ., Ιστ. Σινά 963· β) (προκ. για τη Θεία Κοινωνία): κοινωνώ, μεταλαμβάνω: ετελεύτην αξηγόρευτος και χωρίς να λάβει τον πλάστην του εις τον θάνατόν τον Ασσίζ. 44010· σώμα λαμβάνω μυστικόν, τίμιον αίμα πίνω Σκλέντζα, Ποιήμ. 612. 23) Φορώ: Διγ. (Trapp) Gr. 1348 κριτ. υπ. 24) Καταχωρώ· συμπεριλαμβάνω: εγράφως γαρ τα έλαβον εις το ριτζίστρο απέσω| τα όσα εκερδίσασιν Χρον. Μορ. P 2077. B´ Αμτβ. 1) Αναλαμβάνω: είς εδικός μου σκλάβος έχει κακόν εις τον αφεδρώναν του και είς ιατρός λαμβάνει να τον γιάνει Ασσίζ. 18417. 2) α) Πληρώνομαι, ανταμείβομαι: να ’ρθεί η μέρα εκείνη, οπού έχει να ανασταθεί και το κορμί, τη Δευτέρα Παρουσία, να λάβει καθώς ήκαμε Αποκ. Θεοτ. II 111· β) τιμωρούμαι: οι άνδρες σ’ όσα σφάλλουν| αι γυναίκες τους λαμβάνουν Αιτωλ., Βοηβ. 281. 3) Δέχομαι χτυπήματα (πβ. και φρ. κρούω και λαμβάνω): Ούτως έναι συνήθεια εις όλους τους πολέμους,| οπού τριμώνει να σεβεί και οπού κρούει λαβαίνει Χρον. Τόκκων 2564. 4) Παίρνω φωτιά, καίγομαι (Για τη σημασ. βλ. Αλεξίου Στ. [Ερωτόκρ. σ. 427] και Ξανθουδίδη [Ερωτόκρ. σ. 438 και 592], καθώς και Αθ. 26, 1914, ΛΑ 154): Ουρανέ, ρίξε φωτιά, ο κόσμος ν’ αναλάβει| κι όλοι ας λαβού κι όλοι ας καγού κι η Αρετή μη λάβει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1724· οπόταν έλθει ο Βασιλεύς …| αυτοί να βάλοσι φωτιά και μόνος του να λάβει| να τόνε κάψουν … συζώντανον Βίος Δημ. Μοσχ. 316. 5) α) Τραυματίζομαι, πληγώνομαι (Για τη σημασ. βλ. Ξανθ., [Ερωτόκρ. σ. 438 και 592] ): ο κυρ Μουρίκης έλαβε στον πόλεμον την ώραν.| Τόσα λαβώθη δυνατά και απόθανε Κορων., Μπούας 6· Καλλίμαχε, τις επολέμησέ σε;| Αν από ξίφους έλαβες και πού το λάβωμάν σου; Καλλίμ. 1390· β) παθαίνω κακό· χάνω τη ζωή μου, πεθαίνω: Κάλλιον να λάβει ετούτος| παρά να ζει, ν’ απολεσθεί το γένος των Εβραίων Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 184· (μεταφ.) διατί έπεσες αυτού (ενν. στον βυθόν) …| χρείά ’ναι με την ’πομονήν να γλύσεις να μη λάβεις Δεφ., Λόγ. 560. 6) Συλλαμβάνω, μένω έγκυος: Αυτή (ενν. η νυμφίτσα) από του άρρενος εκ στόματος λαμβάνει| και γινόμενη έγκυος εκ τοις ωσί γεννά Φυσιολ. (Legr.) 446. 7) Περιλαμβάνω, περιέχω· αναφέρω, μαρτυρώ: ηθέλησε (ενν. ο Ηλιού) του ανελθείν στην Κορυφήν απάνου,| εκώλυσέ τον άγγελος, ως αι Γραφαί λαμβάνουν Παϊσ., Ιστ. Σινά 130. ΙI. Μέσ. (με ενεργ. σημασ.) 1) Παίρνω κάπ. μαζί μου, συνοδεύω (Πβ. Α΄ μτβ. 2): Ούς (ενν. τους αγούρους) παρευθύς λαβόμενοι (ενν. οι αδελφοί της κόρης) εις τον γαμβρόν απήλθον κατονειδίζοντες αυτόν Διγ. (Trapp) Gr. 470. 2) Συνάπτω: Μη προσδοκάτε παρ’ εμού λαβέσθαι συμμαχίαν Βίος Αλ.2 1925. Εκφρ. 1) Το δος και λάβε = αμοιβαία χτυπήματα· μάχη (Για το πράγμα βλ. Κουκ., ΒΒΠ Γ΄ 130· πβ. και ά. δίδω φρ. δίδω και παίρνω και δίδω και λαμάνω): από της μάχης της πολλής …| … κι από το δος και λάβε| οι κάμποι φόβον είχασιν Διγ. (Trapp) Esc. 34. 2) α) Το κρούειν και (το) λαμβάνειν, βλ. κρούω Έκφρ. α· β) το κρούειν και μη λαμβάνειν, βλ. κρούω Έκφρ. β. Φρ. 1) α) Κρούω και λαμβάνω = προσπαθώ, πασχίζω (Για τη σημασ. βλ. Τσολάκη [Γλυκά, Στ. σ. 31]): Όσα και αν λέγεις ο πονών και κρούεις και λαμβάνεις| πάντα δοκούσιν όνειρος εις άθλιβον καρδίαν Γλυκά, Στ. 252· β) δίδω και λαμβάνω αγωνίζομαι, πασχίζω, πολεμώ Προδρ. II G 85. 2) α) Λαμβάνω (προς γάμον)= παντρεύομαι : της αδελφής μου θυγατέραν λαμβάνειν ου δύναμαι προς γάμον Ελλην. νόμ. 56617· Ελλην. νόμ. 56621· β) λαμβάνω άνδρα ή εις άνδρα (Πβ. ά. επαίρνω 2ε φρ.)= παίρνω για σύζυγο, παντρεύομαι: ουκ έστι σύνηθες ότι να δίδοσιν αι γυναίκες χρήματα τους μέλλοντας λαβείν άνδρας Σφρ., Χρον. μ. 8215-6· εις άνδρα τον Αλέξανδρον ως ευτυχής λαμβάνει (ενν. η Ρωξάνη) Βίος Αλ.2 4091· γ) λαμβάνω γυναίκα = νυμφεύομα.ι (πβ. και ά. γυνή φρ. 3 και 4): εχώρισεν (ενν. ο Χατζηκάμαρης) αυτήν νομίμως και έλαβεν άλλην γυναίκα νόμιμην Συναδ., Χρον. 42· κάλλιον λάβε σιγαλήν (ενν. γυναίκα), να θέλει την τιμήν σου Σπαν. A 547. 3) Λαμβάνω απόφασιν ή βουλήν = αποφασίζω (Πβ. και ά. βουλή· φρ. δίνω ή παίρνω βουλή): ου γαρ υπέρογκα ζητώ, δέσποτα …,| να λάβω την απόφασιν ευθύς της αθυμίας Προδρ. III 433· βούλεσαι να μισεύσεις| και την βουλήν που έλαβες ου θέλεις να χαλάσεις Ιμπ. (Lambr.) 210. 4) Λαμβάνω την βαλβίδα = φτάνω στο τέρμα, τερματίζω: αποφαινόμενον … νικητάς εκείνους, τους πρώτους οπωσδήποτε λαβόντας την βαλβίδα Γλυκά, Αναγ. 253. 5) Λαβαίνω βάρος με βρίσκει κακό, παθαίνω κακό, στενοχωριέμαι (Πβ. φρ. παίρνω βάρος· βλ. ά. βάρος Β΄ 3β): Οι Τούρκοι … το μάθανε … κι εκρατούσαν (παραλ. 1 στ.) … όλους να τους σκοτώσουν.| Μα κείνοι δεν επήγαν πλιο να λάβουν τόσα βάρη Τζάνε, Κρ. πόλ. 1595·. 6) Λαμβάνω την γέννησιν = γεννιέμαι, δημιουργούμαι, προκαλούμαι· (εδώ μεταφ.): να σε διδάξω …| … πού έλαβεν (ενν. ο φθόνος) τη γέννησιν και πόθεν εγεννήθην Ντελλαπ., Ερωτήμ. 303. 7) Λαμβάνω (την) δειλίαν = δειλιάζω, γίνομαι δειλός (Πβ. και ά. δειλία 2): Της γυναικός γαρ εκείνης έλαβον την δειλίαν και ηλευθερώθη η πόλις Καναν. 81 Α· Επεί … διά τους … βουλκολάκους διαλέγονται οι άνθρωποι … λαμβάνουσι δειλίαν άπειρον και ανίατον Μάρκ., Βουλκ. 35110. 8) Λαμβάνω δίκην ή τιμωρίαν = τιμωρούμαι: Απολλών. (Wagn.) 360· Περί εκείνου οπού ευλογάται γυναίκαν και συγγενιάζει του και περί του ιερέως οπού τους ευλόγησεν και εκείνους οπού ήσαν εις τον γάμον ποταπήν τιμωρίαν να λάβουν Ασσίζ. 11331. 9) Λαμβάνω (ή λαβαίνω) δόξαν (ή και τιμήν) = δοξάζομαι (και τιμώμαι) (Πβ. ά. δόξα 3β): Έλαβες δόξαν, άνθρωπε, επλούτησες και εχάρης Αλφ. 1421· Να χύσεις αίματα πολλά, να κάψεις …,| να λάβεις δόξαν και τιμήν Διακρούσ. 7410. 10) Λαμβάνω εις νύμφην = βλ. ά. γυνή 4· (προκ. για τον πατέρα που εκλέγει ή δέχεται νύφη): Ταύτην (ενν. την κόρην) … έλαβον εις νύμφην τῳ υιῴ μου Ελλην. νόμ. 57026. 11) Λαμβάνω εις διάνοιαν ή νουν = α) σκέπτομαι, συλλογίζομαι· «μου περνάει απ’ το μυαλό» κ.: τα προγεγονότα εις νουν λαμβάνων υπό του συνειδότος εκωλύετο Δούκ. 2294· τα δε μη δέον εξειπείν παρέτρεχον τῳ λόγῳ,| ίνα μη σκάνδαλον ο παις εις διάνοιαν λάβει Διγ. (Trapp) Gr. 2319· β) λαμβάνω υπόψη μου κ.· υπολογίζω κ.: Ο δε τύραννος μηδ’ οπωσούν εις νουν λαβών τα του δεσπότου ρήματα στρατεύει κατ’ αυτού Δούκ. 26126. 12) Λαμβάνω κάπ. εις μνηστείαν = μνηστεύομαι: έλαβον κόρην εις μνηστείαν, ήγουν έλαβον μετ' αυτής ευχήν και ασπασμόν Ελλην. νόμ. 5686. 13) Λαμβάνω (ή λαβαίνω) εις τα χέρια μου το αίμα κάπ. = βάφω τα χέρια μου με το αίμα κάπ.· σκοτώνω κάπ.: Μη τον σκοτώσομεν, ότι αμαρτία έναι να λάβομε εις τα χέρια μας το αίμαν τον αδελφού μας Ντελλαπ., Ερωτήμ. 434. 14) Λαμβάνω εν γαστρί = συλλαμβάνω, μένω έγκυος: μανδράγορον … φαγών ο άρρην (ενν. ελέφας) συγγίγνεται τῃ θηλείᾳ και ευθέως εν γαστρί λαμβάνει Φυσιολ. 3658· (μεταφ.) Διά … τον φόβον σου. Κύριε, εν γαστρί ελάβομεν … και ετέκομεν πνεύμα σωτηρίας Φυσιολ. 3537. 15) Λαμβάνω ημέραν ή καιρόν = μου καθορίζεται ημερομηνία (παρουσίασης) (βλ. ά. ημέρα 12): εκείνος τον ποίον αγκάλεσεν λαμβάνει ημέραν και έπειτα ουκ έλθει, ουδέ έστρεψεν την ημέραν του Ασσίζ. 4706· Τότες εντέχεται να λάβει η εκκλησία καιρόν πότε να γίνεται ο γάμος Ασσίζ. 11618. 16) Λαμβάνω θάνατον: βλ. ά. θάνατος 1α φρ. α1. 17) Λαμβάνω ή λαμβάνομαι καιρού (Για τη χρ. του μέσ. αντί του ενεργ. βλ. Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Β′ 18-9)= α) εκμεταλλεύομαι την περίσταση: οι Τούρκοι … καιρού λαβόντες δικαίου τους μεν αιχμαλώτιζαν τους δε απέκτεινον Σφρ., Χρον. μ. 11417· Σφρ., Χρον. μ. 1147· β) πετυχαίνω ευνοϊκές καιρικές συνθήκες: ήλθεν (ενν. ο δεσπότης κυρ Θωμάς) εν τῳ Πόρτῳ Λόγγῳ … ίν’ απ’ εκείσε καιρού λαβόμενος εις την Κέρκυραν απέλθη Σφρ., Χρον. μ. 1229. 18) α) Λαβαίνω καλήν καρδιά = προθυμοποιούμαι, δείχνω καλοσύνη (πβ. ά. καλός, έκφρ. καλή καρδιά και φρ. παίρνω καλή καρδιά = ευχαριστούμαι, βλ. ά. επαίρνω 2α φρ.): Ελάβασιν καλήν καρδιά οι ποντικοί καημένοι| εις την αγάπην και φιλιά τήν είχαν καμωμένη Κάτης 23· β) λαμβάνω καρδιά = παίρνω θάρρος, αντρειεύω (Πβ. ά. επαίρνω 2α φρ. (ε)παίρνω καρδίαν = ενθαρρύνομαι): πρώτος στον πόλεμον … σεβαίνεις (παραλ. 1 στ.). Και βλέποντας οι συντρόφοι σου λαμβάνουσι καρδίαν| κι ορμούνται ως λιοντάρια Κορων., Μπούας 140. 19) Λαμβάνω κατά νου(ν) (μου) = έχω, λαμβάνω υπόψη μου· στοχάζομαι (πβ. φρ. 13 β): Τούτο πληροφορήθητι και λάβε κατά νουν σου Βέλθ. 194· σκέψαι, λάβε κατά νου και μάθε σου την φύσιν Αλφ. καταν. 42. 20) Λαμβάνω (ή λαβαίνω) κονταρίαν = δέχομαι επίθεση : τους εύρηκεν αρδίνιαστους ’ξ εκείνην την μερίαν,| διατί δεν επιστεύσασι να λάβουν κονταρίαν| … εκ την μεριάν αυτήν, γιατί δεν επατήθη Κορων., Μπούας 77. 21) Λαμβάνω (ή λαβαίνω) (τον) κόπον: κοπιάζω: ηύρε (ενν. ο ξυλοκόπος) ξύλα περισσά …| και κόπον ουδέν έλαβε, διατ’ ήσαν συναγμένα Κορων., Μπούας 36· αγρυπνήσετε και λάβετε κόπον ολίγον Διγ. Άνδρ. 33326. 22) Λαμβάνω κόρον: βλ. ά. κόρος 1 φρ. 23) Λαμβάνω κρότον = θορυβούμαι, ταράσσομαι. Βλ. και ά. κρότος 3α. 24) Λαμβάνω (το) μαχαίρι = σκοτώνομαι, αυτοκτονώ: Ο δούκας εζουγλάθηκε κι έμεινε δίχως χέρι| και μέσα εις τον θρόνον του έλαβε το μαχαίρι Τζάνε, Κρ. πόλ. 48618· Ο ρε Κάρολας την συμφοράν ιδόντας …| … ηθέλησε μαχαίρι διά να λάβει·| … αυτοφονεύς να γένει Κορων., Μπούας 29. 25) Λαμβάνω όρκον = ορκίζομαι (Πβ. φρ. παίρνω όρκον· βλ. ά. επαίρνω 1α): εκείνος όρκον έλαβεν …| εις γην ποτέ μηδέν εβγεί Απολλών. 454. 26) Λαμβάνω (την) πείραν = δοκιμάζω, αποκτώ εμπειρία: Διγ. (Trapp) Gr. 1633, 3319, Διγ. Z 3508. 27) Λαμβάνω περας = λήγω, παίρνω τέλος: βάλλουν εις έργον την απόφασιν, εάν ουδέν γένεται κράξιμον· ει δε γένει, μένουν έως ου να λάβει πέρας το κράξιμον Ελλην. νόμ. 5648. 28) Λαμβάνω πληγήν ή πληγές = πληγώνομαι, τραυματίζομαι: ουκ έλαβον αυτός (ενν. εγώ, ο Αλέξανδρος) πληγήν εν συμπλοκῄ Δαρείου; Βίος Αλ.2 4506· (μεταφ.) εσύ αμάθητη δεν είσαι των βασάνω,| γιατί πληγές κι άλλες φορές έλαβες Ροδολ. Ε΄ [336]. 29) Λαμβάνω (ή λαβαίνω) πλήρωμαν = συμπληρώνομαι· περνώ: πλήρωμαν ελάβασιν … δύο χρόνοι Λίβ. P 1974. 30) Λαμβάνω πνοήν = αρχίζω να αναπνέω, ζωντανεύω: φυσά τον (ενν. ο λέοντας τον σκύμνον) ως τρεις φορές στο στόμα του· ευθύς πνοήν λαμβάνει Φυσιολ. (Legr.) 968. 31) Λαμβάνω συμβούλιον = συσκέπτομαι, συνεδριάζω: συμβούλιον έλαβον οι του Μοράτ, πώς και τίνι τρόπῳ … ολέσοσι τον Μουσταφάν Δούκ. 21512. 32) Λαμβάνω τέλος = α) τελειώνω· συμπληρώνομαι: Όταν δε τέλος έλαβεν ο κύκλος των εννέα| μηνών εκ της συλλήψεως, η κορη εγεννήθη Διγ. Z 59· β) θανατώνομαι: σε δύο δεντρά διά να δεθείς στη μέση να σε σκίσου (παραλ. 2 στ.) Τούτο το τέλος έλαβε οκ την πολλή ευτυχία (ενν. ο Ψαμμήτιχος) Βεντράμ., Φιλ. 209· τέλος ο άδικος κακόν να λάβει μέλλει Κορων., Μπούας 14. 33) Λαμβάνω (ή λαβαίνω) μέγα τραύμα = τραυματίζομαι βαριά· (εδώ μεταφ.) παίρνω μεγάλη στενοχώρια ή απογοήτευση: Ο … σινιόρ Μαρτολομής, αφού ’μάθε …| πως οι εχθροί πληθύνασιν, έλαβε μέγα τραύμα Κορων., Μπούας 127· διδάσκει και ημάς πολλά καλά το γράμμα,| ότι ανήρ ασύμβουλος λαμβάνει μέγα τραύμα Κορων., Μπούας 121. 34) Λαμβάνω ύπνον και με λαμβάνει ύπνος = κοιμούμαι: ηθέλησεν ως άνθρωπος να λάβει λίγον ύπνον Κορων., Μπούας 25· όταν … ο κορκόδειλος ύπνος βαθύς τον λάβει,| το στόμα του ένι ανοικτόν Φυσιολ. (Legr.) 292. 35) λαμβάνω φόβον =φοβούμαι. Ψευδο-Δωρ. 54, Ζήνου, Βατραχ. 465. 36) Λαμβάνω χαρά(ν) = χαίρομαι: ελάβανε μεγάλην χαρά το πως ήρθε βοήθειαν Χρον. σουλτ. 11724· χαράν μεγάλην έλαβε το ακούσει το μαντἀτο Χρον. Μορ. H 339. 37) Με λαμβάνει η ώρα = με προλαβαίνει ο θάνατος, έρχεται η ώρα του θανάτου μου: επιμελήσου την ψυχήν πριν να σε λάβει η ώρα Αλφ. καταν. 45. — Βλ. και λαμπαίνω και λαμπάνω.
μάνδρα- η, Λέοντ., Αίν. I 88, Φυσιολ. (Offerm.) G 1411, Φυσιολ. (Legr.) 947, Φυσιολ. 339, Χούμνου, Κοσμογ. 1364, Ροδινός (Βαλ.) 99, Συναξ. γυν. 192, Βεντράμ., Γυν. 172, 239, Παϊσ., Ιστ. Σινά 359, Χριστ. διδασκ. 415· μάντρα, Βοσκοπ.2 183, 243, 468, Πανώρ. Δ΄ 122, Πεντ. Δευτ. XXVIII 51.
Το αρχ. ουσ. μάνδρα. Ο τ. μάντρα στο Du Cange, σε έγγρ. του 1548 (Έγγρ. Σύρου A΄ 124) και σήμ.
1) α) Περίφραγμα, περίβολος: Φυσιολ. 34013· β) μαντρί, στάνη, στάβλος: πάγαινε στην μανδρα την δικη μου| και διάλεξε το κάλλιο μου ταυρί από την κοπή μου Σουμμ., Παστ. φίδ. Α [1103]· ανθρώπους αναρίθμητους και μάνδρες και κουράδια| κι αλλα περίσσια πράγματα έσυρε με τα ψάρια (ενν. ο ποταμός) Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [929]· 2) Φωλιά: αποταμιεύσει (ενν. ο μύρμηξ) τους κόκους εις την εαυτού μάνδραν Φυσιολ. 34918· συγκαλύπτει (ενν. ο λέων) αυτού τα ίχνη, ίνα μη ακολουθούντες τοις ίχνεσιν αυτού οι κυνηγοί εύροσιν αυτού την μάνδραν Φυσιολ. (Kaim.) 6α12. 3) Μοναστήρι: Πρώτον έπιασεν (ενν. ο πάπας) την μάνδραν| κι εδώ κλει τον υποδιάκον Χρησμ. (Trapp) I 105· ερχόμενος γουν γύροθεν εμβλέπεις μίαν πύρτα· της μάνδρας αύτη πέφυκε· τον δε πορτάρη ρώτα Παϊσ., Ιστ. Σινά 350. Εκφρ. 1) Μάνδρα θεία και επουράνια = παράδεισος: να είναι άξιον (ενν. το απολωλός) της θείας και επουρανίου μάνδρας Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Γριτσόπ.) 218. 2) Μάνδρα της εκκλησίας = το σύνολο των πιστών: είτ’ ένι άνθρωπος χονδρός και δεν γροικά τον κόσμον (παραλ. 1 στ.), ολίγον δε κατ’ όλιγον βάλλει τον εις την μάνδραν| της εκκλησίας του Χριστού και μένει σεσωσμένος Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 1016. 3) Μάνδρα του Χριστού = το σύνολο των πιστών: ήφερεν (ενν. ο Λέων) άλλους λύκους ψυχοφθόρους και ασεβείς και διεσπάραξαν με την παράνομον αυτού συνεργίαν την καλήν μάνδραν του Χριστού Χρονογρ. (Λαμψ.) 245.
μελανία- η, Φυσιολ. (Offerm.) G 245, 263-4, Μ 255, 274, Φυσιολ. (Zur.) XXV 13, 14-5, Φυσιολ. 34216, 19.
Το αρχ. ουσ. μελανία. Τ. μελανιά στο Somav. και σήμ.
Μαυρίλα, μελανάδα· μαύρο στίγμα: Ο Φυσιολόγος έλεξε περί αντού (ενν. του χαραδριού) ότι ολόλευκον εστίν πετεινόν, μη έχον μηδεμίαν μελανίαν Φυσιολ. (Kaim.) 12a5· (σε μεταφ. με ηθ. σημασ.): ολόλευκος γαρ εστίν ο Κύριος ημών μηδεμίαν μελανίαν έχων Φυσιολ. (Kaim.) 13a18.
μητραλοίας- ο, Φυσιολ. (Zur.) XVII 37-8· μητραλῴας, Φυσιολ. (Zur.) XVII 28 (πληθ. μητραλῴοι), Φυσιολ. (Kaim.) 27a5· μητρολοίας, Φυσιολ. (Kaim.) 26a4, 27a1· μητρολῴας, Φυσιολ. (Zur.) XVII 29 (πληθ. μητρολῴοι), Φυσιολ. (Kaim.) 26 b4 (πληθ. μητρολῴες).
Το αρχ. ουσ. μητραλοίας. Οι τ. μητραλῴας και μητρολῴας μτγν. (L‑S, Bauer, Wört., λ. μητραλῴας). Για τον τ. μητρολοίας βλ. Steph., Θησ.
μοιχεύω- Φυσιολ. (Offerm.) G 9411, Φυσιολ. (Kaim.) 78α10, 79α10, Ελλην. νόμ. 5388, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 377r, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 414, Χρον. βασιλέων 1094, 1105, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. 1 134, 154, κ.α.
Το αρχ. μοιχεύω Τ. μοιχεύγω στο Βλάχ. και σήμ. στη Χίο (Andr., Lex. στη λ.). Η λ. και σήμ.
I. Ενεργ.· μτβ. και αμτβ. 1) α) Διαπράττω μοιχεία: Ελλην. νόμ. 53810, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 415, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 175v, Τζάνε, Κατάν. 396· β) (μεταφ.): μοιχεύει πνευματικώς Ιστ. πατρ. 14417. 2) Συνουσιάζομαι· (εδώ προκ. για ζώα): ο άρρην μοιχεύει την θήλειαν (ενν. έχιδνα) Φυσιολ. (Offerm.) M 479· ο κόραξ μοιχεύει Φυσιολ. (Kaim.) 78b10. 3) Μεταφ. α) μολύνω ηθικά: αυτός ο παρανομότατος Αρσένιος, ζώντος αυτού του γνησίου αρχιερέως, έλαβε τον θρόνον αυτού … και εμοίχευε την εκκλησίαν Χριστού του Θεού Ιστ. πατρ. 14313· β) παραποιώ, αλλοιώνω, διαστρέφω: μοιχεύει (ενν. ο Φαρισαίος) με το ψεύδος την αλήθειαν Πηγά, Χρυσοπ. 291 (36)· γ) λατρεύω είδωλα: εκείνοι (ενν. οι Ιουδαίοι) … εμοίχευσαν το ξύλον και λίθον Φυσιολ. 35717. IΙ. (Μέσ. προκ. για γυναίκα) διαπράττω μοιχεία, γίνομαι μοιχαλίδα: Βακτ. αρχιερ. 170, Χρον. βασιλέων 1038, Αλεξ. 288, Καλλίμ. 2308, Μαλαξός, Νομοκ. 166.
νεοσσιά- η, Φυσιολ. (Zur.) XXXVIII 22· νοσσία, Φυσιολ. M 52, Φυσιολ. (Kaim.) 186· νοσσιά, Φυσιολ. (Legr.) 612, Φυσιολ. (Zur.) XXXVIII 25.
Το αρχ. ουσ. νεοσσιά. Ο τ. νοσσιά ήδη αρχ. (L‑S στη λ.). Διάφ. τ. της λ. και σήμ. ιδιωμ. (Βλ. Andr., Lex., λ. νοσσιά και Χατζιδ., Αθ. 29, 1917, 183).
1) Φωλιά νεοσσών: πορεύονται το άρρεν και το θήλυ και ποιούσι την νοσσιάν αυτών εις το κούφον των δένδρων Φυσιολ. B 94· Ώσπερ ο δενδροκόλαφος, ει εύροι το δένδρον σαθρόν, ποιεί την εαυτού νοσσιάν εν αυτῴ, ούτω και ο διάβολος εν τῳ ανθρώπῳ ποιεί Φυσιολ. 36719. 2) ? (Μεταφ.) πιθ. προκ. για τον αστερισμό των Διοσκούρων, γιων της Λήδας, που αντιπροσωπεύουν ο ένας την αύξουσα και ο άλλος τη φθίνουσα σελήνη: Μεγαλότατη νοσσιά, της Λήδας πάσα κάλλος,| εις το βασίλεμά ’δειχνε την εκλαμπρότητά της.| Στην πλια της μεγαλότερη κόντεψή ’χε σιμώσει Θησ. I΄ [11].
νεοσσίον- το· νοσσίον, Φυσιολ. (Kaim.) 187.
Το αρχ. ουσ. νεοσσίον. Ο τ. ήδη μτγν. (Bauer, Wört.).
Πουλάκι, νεοσσός: εάν δε αυξηθώσιν τα νοσσία και πετασθώσιν, έκαστον γένος ανίπταται προς τους ιδίους γονείς Φυσιολ. M 52.
νεοσσοποιώ,- Φυσιολ. (Offerm.) G 429, Φυσιολ. (Offerm.) M 437· νοσσιοποιώ, Φυσιολ. (Zur.) ΧΧXVIII 16, Φυσιολ. 35325· νοσσοποιώ, Φυσιολ. M 417, Φυσιολ. (Offerm.) G 428, Φυσιολ. (Zur.) XXXVIIII 14, Φυσιολ. (Kaim.) 26α10.
Το μτγν. νεοσσοποιέω. Ο τ. νοσσοποιώ ήδη μτγν.
(Προκ. για πτηνά) α) επωάζω, κλωσσώ, εκκολαπτώ νεοσσούς: ο Φυσιολόγος έλεξεν περί πέρδικος ότι αλλότρια ωά θάλπει και νοσσοποιεί· επάν δε αυξηθώσιν, ανίπτανται προς τους εαυτών γονείς και μόνην άφρονα αφίουσιν αυτήν Φυσιολ. (Offerm.) G 747· β) (εδώ προκ. για γηρασμένο πτηνό που με το «κλώσσημα» ξανανιώνει): εάν ίδωσι (ενν. οι έποπες) τους εαυτών γονείς γηράσαντας, ... θάλπουσι τούτους υπό τας πτέρυγας αυτών και νεοσσοποιούσιν αυτούς και νέοι γίνονται Φυσιολ. (Offerm.) M 436.
νεοσσός- ο· νοσσός, Φυσιολ. (Kaim.) 16α10.
Το αρχ. ουσ. νεοσσός. Για τον τ., που ήδη αρχ., βλ. L‑S στη λ. Η λ. και σήμ.
Νεογέννητο πτηνό: Φυσιολ. (Kaim.) 16α5.
νοητώς,- επίρρ., Φυσιολ. (Offerm.) G 527, Φυσιολ. (Kaim.) 34934.
Το μτγν. επίρρ. νοητώς (L‑S, λ. νοητός).
Με το νου, νοερά: και ημείς ουν νοητώς νοήσωμεν ότι, ηνίκα ο πατήρ ημών Αδάμ γυμνός ην εν τῳ παραδείσῳ, ... Φυσιολ. 3484.
νυκτικόραξ- ο, Φυσιολ. M 72, 87, Φυσιολ. (Offerm.) G 321, 2, Φυσιολ. (Zur.) 1809, Φυσιολ. 3448, 10-11, 19, Φυσιολ. (Kaim.) 17α3, 18α1,2, κ.α.· νυκτοκόρακας· νυκτοκόραξ, Φυσιολ. (Offerm.) M 331 ,2, 13, Φυσιολ. (Legr.) 216, Φυσιολ. (Zur.) 1801, Φυσιολ. (Kaim.) 18b1, 19α1, 2, 12, 19.
Η λ. στον Αριστοτέλη. Ο τ. νυκτοκόραξ στον Ησύχ. (Steph., Θησ.). Ο τ. νυκτοκόρακας και σήμ. (Ανδρ., Λεξ., λ. νυκτοκόρακας). Τ. νυχτοκόχρακας στο ποντιακό ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.).
α) Είδος ερωδιού, νυχτοκόρακας: Περί του νυκτικόρακος φασίν είναι το πετεινόν αγαπών την νύκτα υπέρ την ημέραν Φυσιολ. M 81· ο νυκτοκόραξ γαρ εστίν ακάθαρτον του νόμου,| ομοίως και ο κόρακας που κράζει την ημέραν Φυσιολ. (Legr.) 200· Ο δε γαρ νυκτοκόρακας πάντα την νύκταν κράζει,| αυτός την νύκταν αγαπά πλεόν παρά την ημέραν Φυσιολ. (Legr.) 214. β) (γενικ.) νυκτόβιο πτηνό, γλαύκα: Γλαυξ τε, ο νυκτικόραξ Λεξ. IV 132.
οικόπεδον- το, Φυσιολ. (Zur.) XXVI1, Φυσιολ. (Kaim.) 19 α2.
Το αρχ. ουσ. οικόπεδον. Η λ. και σήμ. και στον τ. οικόπεδο.
Έκταση προορισμένη για να χτιστεί σ’ αυτήν οικοδόμημα· οικόπεδο: Φησίν ο ψαλμωδός: «Εγενόμην ωσεί νυκτικόραξ εν οικοπέδῳ» Φυσιολ. 34410.
ολόλευκος,- επίθ., Φυσιολ. (Offerm.) G 244, Λίβ. P 242, Φυσιολ. (Kaim.) 1204.
Το αρχ. επίθ. ολόλευκος. Η λ. και σήμ.
1) α) Κάτασπρος, κατάλευκος: Οι κούπες, τ’ αργυρά ξιστία, γεμάτα με τον οίνον,| … τ’ ολόλευκον το γάλα Θησ. ΙΆ́ [512]· ολόλευκόν εστι (ενν. το πετεινόν χαραδριός), μη έχον όλως μελανίαν Φυσιολ. 34215· β) (προκ. για είδος περιστεριών): Εισίν γαρ πηγματισταί περιστεραί και πολύχρωμα εισίν, ο ψαρός, ο μελανοειδής ... ο ολόλευκος Φυσιολ. (Zur.) CXX (XII 17). 2) (Μεταφ. προκ. για το Χριστό) αμόλυντος, αναμάρτητος: ολόλευκος γαρ εστίν ο Κύριος ημών, μηδεμίαν μελανίαν έχων Φυσιολ. 34218. 3) Που έχει κάτασπρη, πολύ ανοιχτόχρωμη επιδερμίδα: άσπρη (έκδ. άπορη· διορθώσ.) πολλά κι ολόλευκη, ερωτική εις άκρον (ενν. η κόρη) Θησ. ΙΒ́ [534]. 4) (Προκ. για γυναικεία μορφή που απαυγάζει λευκή λάμψη· βλ. και ολοκόκκινος 2): έναι αυτή ολοκόκκινος, ολόλευκος εκείνη| και ως κρύσταλλον παρείκαζε εκείνη εκ τα νέφη Λίβ. Esc. 485.
πάνθηρ- ο, Φυσιολ. (Offerm.) G 664, 12, Φυσιολ. (Kaim.) 50α1, 4, 16· πανθήρ, Φυσιολ. (Zur.) XXVIIII 12, Φυσιολ. (Kaim.) 52b30.
Το αρχ. ουσ. πάνθηρ. Για τον τ. βλ. Steph., Θησ. Η λ. και σήμ. στον τ. πάνθηρας.
Λεοπάρδαλη: Φυσιολ. 35123.
πάνθηρος- ο, Φυσιολ. (Kaim.) 5121 κριτ. υπ.
Από το ουσ. πάνθηρ αναλογ. με ουσ. σε ‑ος. Για το σχηματ. πβ. τον ήδη μτγν. πληθ. πάνθηροι (L‑S, λ. πάνθηρ). Άσχ. το επίθ. πάνθηρος, που απ. τον 6. αι. (L‑S).
Λεοπάρδαλη: Ποικίλον ζώον γαρ εστίν …,| ωραίον τε και έμορφον ο πάνθηρος ο μέγας Φυσιολ. (Legr.) 482. — Βλ. και πάνθηρ.
παρίστημι,- Ελλην. νόμ. 5161, Αχιλλ. (Smith) N 169· προστ. αορ. παράστα.
[Το αρχ. παρίστημι. Η προστ. αορ. ήδη μτγν. (L‑S Suppl., στη λ.)· προστ. παρέστα σήμ. στο κρητ. ιδίωμα (Andr., Lex., στη λ.· βλ. και Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Γ́ 250, λ. παρέστα). Το μέσ. και σήμ. λόγ.]
I. Ενεργ. 1) Στήνω, τοποθετώ κ. (κοντά, δίπλα): Δούκ. 30930. 2) Αποδίδω κ. λεκτικά· περιγράφω: Την παρθενίαν δ’ ο δεινός, την αγνείαν ο χοίρος| και βορβορώδης βάτραχος πώς δήλην παραστήσω; Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 167· Ά δε πανθάνει παρ’ αυτής εις τον καιρόν εκείνον| αισθανομένη δύναται καρδία ζωγραφήσαι·| φωνή γαρ λόγου και γραφή ου παραστήσει φύσιν Καλλίμ. 1829· πολλούς λόγους ειπών και παραστήσας πώς το φρούριον εκτίσθη εν ταις ημέραις του Ατήν διά αναλωμάτων της Ρόδου ... Δούκ. 1455. 3) Παρουσιάζω κάπ.· (εδώ δημόσια για επισημοποίηση της ιδιότητάς του): Όπου επάρει γυναίκα εις το οσπίτιν του παρκάτω παρού ουδέν έναι εκείνος, ας την παραστήσει εις την εκκλησίαν Ελλην. νόμ. 55523. 4) (Νομ.) παρουσιάζω κάπ. στο δικαστήριο, υποβάλλω κάπ. σε κρίση δικαστηρίου· (προκ. για τη μέλλουσα κρίση): Τι να ποιήσεις, ω ψυχή, όταν φωνιάξει η σάλπιγξ| εκείνον, ..., τον ηχόν τον φοβερόν ... (παραλ. 2 στ.) και πάντας εις το έντρομον και φοβερόν εκείνον,| ... δικαστήριον τους πάντας παραστήσει,| εκάστου επιφερόμενου ων έπραξεν εν βίῳ; Ντελλαπ., Υπομν. 23· Ει ... πάντα κερδήσωμεν, ψυχήν ζημιωθώμεν,| ... ουδέν το όφελος εν εκείνῃ τῃ ώρᾳ,| όταν Θεός εξ ουρανού έλθῃ κρίναι τον κόσμον| και παραστήσῃ άπαντας αποδώσοντας λόγον Διγ. (Trapp) Gr. 815· φρ. (1) παρίστημι μάρτυρα = παρουσιάζω, επικαλούμαι κάπ. ως μάρτυρα στο δικαστήριο: Έχεις μάρτυρας παραστήσαι εις ταύτα; Πωρικ. (Winterwerb) III 51· τούτο γαρ μη άπιστον εξ υμών λογισθείη,| μάρτυρα γαρ επαινετόν υμίν γε παραστήσω Διγ. Z 1272· (2) παρίστημι τον έλεγχον = διεξάγω έρευνα, ανάκριση: συ δε ως δίκαιος κριτής, ...| παράστησον τον έλεγχον άντικρυς του ετέρου,| όπως φανεί το δίκαιον του επιζητουμένου Ελλην. νόμ. 51426. ΙΙ. Μέσ. Α´ Μτβ. 1) Στέκομαι δίπλα, κοντά σε κάπ.· (μεταφ.) είμαι ισάξιος κάπ.: Η ευμορφία του σώματος ποιεί άνθρωπον άξιον να παρίσταται βασιλέα Βασιλ. Κεφάλ. Παραιν. 121. 2) (Προκ. για τόπο) φθάνω: πρώτῃ φυλακῄ της νυκτός παρέστη τῃ Υψηλῄ Δούκ. 24320· Διαβάντες τοίνυν το στόμα του λιμένος και παραστάντες την τάφρον ... Δούκ. 1071. 3) Παρουσιάζομαι σε κάπ.: υπήρχον ... ευνουχόπουλοι, οί παρασταθέντες τῳ βασιλεί είπον ... Δούκ. 30520· ος Αλεξάνδρῳ παραστάς λέγει προς τούτον ούτος ... Βίος Αλ. 3130. 4) α) Κάνω κάπ. να αποκτήσει μια ιδιότητα, αποδίδω σε κάπ. μια συγκεκριμένη ιδιότητα: Ιδών δε ο αυτής ανήρ αυτής την ατεκνίαν| εκ βάθους της αυτού ψυχής Θεόν εξιλεούτο| και πρέσβυν παρεστήσατο μύστην του τηλικούτου| Ιάκωβον Φλώρ. 12· β) επικαλούμαι κάπ. ως: τάχατα ... έθελα εγώ τον βασιλέα| δολίως μετά μηχανής εκείνον φαρμακώσει,| άπερ κριτήν παρίσταμαι τον πάντων Βασιλέα·| ουκ οίδα γαρ το φάρμακον, τίποτε ου γινώσκω Φλώρ. 563. 5) α) Παραστέκομαι σε κάπ., στέκομαι κοντά σε κάπ. για να βοηθήσω: ύπαγε, λούσε σύντομα τον μέγαν οικονόμον,| λούσε και τον ηγούμενον, παράστα και τους δύο Προδρ. (Eideneier) IV 124· β) προσφέρω υπηρεσίες σε κάπ.: παρίσταται (ενν. ο μισθαργός) τους βασιλείς, ως δούλος παραμένει Καλλίμ. 2167. Β́ Αμτβ. 1) Στέκομαι (κοντά, δίπλα): Βίος Αλ. 3420. 2) Παρίσταμαι, παρευρίσκομαι: αυτών δε πάντων παρισταμένων παρέστη και η Στάφυλος Πωρικ. (Winterwerb) I 18· Ορίζει φέρνουν τον υιόν παρισταμένων πάντων Αχιλλ. (Smith) O 104· ρηξοί τε πάσης τάξεως κύκλῳ παρισταμένοι Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1236. 3) Παρουσιάζομαι, εμφανίζομαι: παρευθύς παρέστησα τα Χερουβείμ Αποκ. Θεοτ. I 59. 4) (Προκ. για χρόνο) φθάνω: ου παρέστηκε καιρός της θηριομαχίας Διγ. (Trapp) Gr. 1034· αλλά κατέλαβε καιρός, αλλά παρέστη χρόνος Γλυκά, Στ. 26. 5) (Προκ. για καρπό) ωριμάζω: αναβαίνει (ενν. ο εχίνος) επί τον βότρυν της αμπέλου και καταβάλλει τας ρώγας χαμαί, όταν παρασταθεί ο βότρυς Φυσιολ. (Kaim.) 47a9. 6) (Νομ.) παρουσιάζομαι στο δικαστήριο: Παρίστανται οι πενθεροί, ήτοι οι γονείς των παίδων, καν μήτηρ, καν πατήρ, έμπροσθεν του κριτού Ελλην. νόμ. 5719· Έρχεται ο συνήγορος και παρίσταται έμπροσθεν του κριτού ή και του αρχιερέως Ελλην. νόμ. 51524· ω δέσποτα, ...| ... βλέπε την επίδειξιν του σου εγκαλουμένου,| ως γαρ αδικούμενος παρίσταται εγκαλών σε,| ωσαύτως και τας άντικρυς απολογίας πάσας| τας του ετέρου μέρους εκδικών μη παροράσεις Ελλην. νόμ. 51414· (εδώ προκ. για τη μέλλουσα κρίση): εκεί παραστησόμεθα και πλούσιος και πένης| και λόγους αποδώσομεν των πεπλημμελημένων Γλυκά, Στ. 401.
πατραλοίας- o, Φυσιολ. (Zur.) XVII 37, Φυσιολ. (Kaim.) 26a2· πατραλῴας, Φυσιολ. (Zur.) XVII 111· πληθ. πατραλῴες, Φυσιολ. (Zur.) XVII 28· πληθ. πατραλῴοι, Φυσιολ. (Kaim.) 26b2· πληθ. πατραλῴες· πατρολοίας· γεν. εν. πατρολοίου, Φυσιολ. (Kaim.) 27a1· πατρολῴας· πληθ. πατρολῴαι, Φυσιολ. (Kaim.) 27a5· πατρολῴοι, Φυσιολ. (Zur.) XVII 29.
[Το αρχ. ουσ. πατραλοίας. Οι τ. πατραλῴας και πατρολῴας μτγν. Ο τ. πατρολοίας τον 4. αι. (TLG)· πβ. και μητραλοίας.]

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- επίθ.,