Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- όπου (I),
- επίρρ., Σπαν. A 318, 482, Ασσίζ. 45628, Διγ. Z 1808, Βέλθ. 359, Χρον. Μορ. H 110, 4746, Λίβ. Esc. 1156, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 928, κ.π.α.· άπου, Βουστρ. 442· απού, Ασσίζ. 14613, 1541, Μαχ. 8017, 36231, Βουστρ. 414, 493, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 107, 123, Κυπρ. ερωτ. 447, 537, Πανώρ. Γ΄ 440, Ε΄ 76, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Αφ. 26, Α΄ 386, Β΄ 311, Πιστ. βοσκ. IV 5, 338, Βοσκοπ. 86, Θυσ.2 1129, Στάθ. (Martini) Β΄ 38, Ροδολ. (Αποσκ.) Ε΄ 558, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. Α΄ 107, κ.π.α.· όπο, Συναξ. γυν. 943· οπό, Ασσίζ. 14031, Συναξ. γυν. 726· οπού, Σπαν. A 229, Ασσίζ. 3113, 543, Διγ. Z 181, 2639, Βέλθ. 266, Χρον. Μορ. H 430, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 271, 393, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 955, 986, Φλώρ. 1676, Λίβ. Sc. 2522, Λίβ. Esc. 3769, 3771-2, Ιμπ. 851, Μαχ. 8013, 1124, Απόκοπ.2 81, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 106, 107, Πανώρ. Γ΄ 551, 579, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 334, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 14, 889, 1302, 1782, Θυσ.2 599, 622, κ.π.α.· ουπού, Ασσίζ. 22225· πο, Εκατόλ. M 18· που, Ασσίζ. 31513, Διγ. Z 257, Χρον. Μορ. H 815, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 404, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 437, 524, Κυπρ. ερωτ. 10112, 1106, Πανώρ. Β΄ 437, 455, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) χορ. Α΄ 627, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 922, Β΄ 1676, Δ΄ 1236, κ.π.α.
Το αρχ. επίρρ. όπου. Ο τ. απού και σήμ. ιδιωμ. (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ε΄ 187, Σακ., Κυπρ. Β΄ 466, Μηνάς, Ιδιώμ. Καρπάθου 82, Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ. 74). Οι τ. όπο και οπό από αρχικούς τ. όπου και οπού (κατά το σχ. οπού έτρεχε g οπὄτρεχε g οπό τρέχει). Ο τ. οπού στο Βλάχ. και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ.). Για τον τ. ουπού πβ. τ. ούπου σήμ. στον Πόντο (Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ.). Ο τ. πο < που αναλογ. προς το σχηματ. των τ. όπο και οπό. Ο τ. που στο Somav. και σήμ. (Για την ετυμ. του βλ. Ανδρ., Λεξ., λ. που, όπου και παλαιότ. ετυμ., και Bakker, Pronomen· πβ. και Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 198-215). Η λ. και σήμ.
Α´ Επίρρ. 1) Τοπ. αναφορ. αοριστολ. α) σε όποιο μέρος, οπουδήποτε: Διγ. Z 695, Πανώρ. Β΄ 161, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 127· (ενν. θέλω) να στρατεύω μετ’ εσάς όπου και αν υπάμεν Αχιλλ. (Smith) O 159· β) φρ. όπου κ(α)ι αν είναι = «όπου να ’ναι», από στιγμή σε στιγμή: όπου και αν είναι φθάνουν οι ειδικοί Μπερτόλδος 64· Να ’ρθει εδεπά τση μήνυσα κι όπου κι αν εί προβαίνει (ενν. η Ερωφίλη)| τ’ άξο να δει το χάρισμαν απού την ανιμένει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 229. 2) Τοπ. αναφορ. οριστικό α) στο μέρος που: Αλλήλως μέσα εμπαίνουσιν (ενν. ο Αδάμ και η Εύα), κάμνουν την κατοικιάν τως,| ώστε να τσ’ εύρει ο θάνατος, απὄναι η παροικιά τως Χούμνου, Κοσμογ. 152· και μένα ας ακλουθήξει| εκεί απού σε γυρί μικρό περίσσια, (παραλ. 1 στ.) βρίσκεται σφαλισμένο| τ’ άγριον θεριόν ετούτο Πιστ. βοσκ. I 1, 14· Έτσι λοιπόν ο αρχιερεύς και ο κλήρος πάμεν όλοι| στον Άγιον Γεώργιον, και ήτον ημέρα σχόλη,| οπού εδεκεί πολλά θρονιά ήσαν ετοιμασμένα Λίμπον. Επίλ. 49· στο σημείο όπου: Αλλά διά την εξέλευσιν του Κυρίου εις Γαλιλαίαν πολύς είναι ο λόγος περί το πλιας, οπού ο Ιωάννης βάνει και σημασίαν χρόνου, λέγοντας «τῃ επαύριον» Πηγά, Χρυσοπ. 51· β) (προκ. για κατάσταση): αυτού όπου τα κατήφερες και συ να συνηθίσεις Γλυκά, Στ. 307. 3) Σε θέση εμπρόθ. προσδιορ. τόπου α) στον οποίο: Στον τόπον που εγεννήθηκε χρεωστεί περισσοτέρα| αγάπη να ’χει άνθρωπος παρά προς τον πατέρα Λίμπον. 52· (προκ. για κατάσταση): πολλά με κατεδίκαζες στην παιδωμή οπού ’μου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 999· β) από τον οποίο: εβάλθησαν κι εφεύγαν (ενν. οι Ρωμαίοι)| την στράταν όπου ήλθασιν απέκει εκ την Βλαχίαν Χρον. Μορ. H 9023. 4) Σε θέση εμπρόθ. προσδιορ. χρόνου α) κατά τον οποίο: άχρι την ημέραν απού επέθανεν Ασσίζ. 46327· Στους χίλιους εξακόσιους οκτώ και εβδομήντα| που οι Αθηναίοι τα είδασι και εις μνήμη εγράψασίν τα Λίμπον. 338· οπού ’παιρνα αναγάλλιαση όλη την ώρα κείνη| οπού ετραγούδιε (ενν. ο τραγουστής) κι ήλεγε τσ’ αγάπης την οδύνη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 872· β) (προκ. να δηλωθεί χρον. αφετηρία) από τότε που: Τρεις μήνες επεράσασι, τέσσερις πορπατούσι οπού| όσοι σ’ εγνωρίζασι, κλαίσι να σε θωρούσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 804· λίγο ’ναι απού ’ρθε ο λογισμός ετούτος εις το νου μου Πανώρ. Ε΄ 121. 5) (Σε θέση εμπρόθ. προσδιορ. αιτίας) εξαιτίας του οποίου: Τι ήτον οπού ήργησες, αφέντη μου, το τόσον; Αχιλλ. (Smith) O 594· η αφορμή απού έκλεψα τα καρτσά ήτον τούτη Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 116. 6) (Σε θέση εμπρόθ. προσδιορ. αναφοράς) για τον οποίο: Αυτός (ενν. ο Έρωτας) μας έσμιξε τα δυο με το γλυκύ του βλέμμα| και με το τόξο που ρωτάς μας έσφαξεν το πνέμα Φαλιέρ., Ενύπν.2 44. 7) (Σε θέση εμπρόθ. προσδιορ. οργάνου) με τον οποίο: Το γκόλφι της εκκλησίας το μεγάλο οπού ελειτούργουνα … να το δώσετε του γκαστάλδου Σεβήρ., Διαθ. 19192· να περιγράψω τσ’ αρετές οπού ήτον στολισμένος Λίμπον. 98. 8) (Τοπ. ερωτ. σε πλάγια ερώτηση) πού: ας ερευνήσομεν, όπου την κόρην έχει Διγ. (Trapp) Gr. 2817. 9) (Τροπ.-αναφορ., με το τροπ. επίρρ. σαν) όπως: σαν οπού πολλές φορές αυτείνοι οι περισσάροι| κομπώνουνται και πιάνουνται στο δίκτυ σαν το ψάρι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 603. Β´ Αντων. αναφορ. άκλ. 1) α) Ο οποίος (Βλ. Sophocl., στη λ. σημασ. 4 και Bakker, Pronomen 87-95): Όχι οι αθρώποι μοναχά, πὄχου ομιλιά και γνώση,| τρέχουν εις τούτο το δεντρό τσ’ αγάπης, για να τρώσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1271· ούδε να ’σαι διακονιάρης| εκ τα σπίτια ωσάν το φράρη,| όπο υπάγει από τας πόρτας| και γυρεύει τας κουλούρας Συναξ. γυν. 943· Τα γεράκια πὄβλεπες εισίν άρπαγες άνδρες Διγ. A 755· β) (μετά από συσχετική δεικτ. αντων.): εκείνην, οπού αγάπησε, με προθυμιά ξετρέχει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 622· γ) (σε κλητ. προσφών.): Έρωτ’, απού μ’ εδόξεψες και σκλάβο σου έκαμές με Πανώρ. Β΄ 443, δ) (πλεοναστικά): μηδέν αφήσετε τον Τούρκον να ριζώσει| εις την Κωνσταντινούπολιν, ότ’ είναι φόβος μέγας,| το οποίον που ξεύρετε και ουδέν το αναφέρω Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 643· ε) (ως β΄ όρος σύγκρισης) από τον οποίο (Βλ. και σημασ. Β΄ 5): να τους πουλήσω εξαίρετον κοράσιον, ωραιωμένον,| οπού καμιά ουκ εφάνηκεν ευμορφοτέρα εις κόσμον Φλώρ. 928· Σάλο-Φεράντε δ’ έπειτα, που κάλλιον δεν ηυρίσκε,| εις όλον το στρατόπεδον εξουσιαστήν αφήκε Κορων., Μπούας 55· ϛ) (με επόμ. το να, βλ. να III Ζ΄)· ζ) πράγμα που: Εθέλησες τον έρωτα, εσύ, να τονε φύγεις,| που δεν ετόλμησεν τινάς εις τον παρόντα κόσμον Διγ. Z 207· ουδέν είναι καλλιότεροι εις άπασα στρατείαν| παρά τους Φράγκους του Μορέως, όπου το εξεύρει ο κόσμος Χρον. Μορ. H 8931. 2) α) Αυτός που: είπε γαρ οπού το επούλει,| ο πραγματευτής εκείνος Πτωχολ. α 471· ο καιρός κάθε κουρφό είν’ απού φανερώνει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 476· ενθυμίζω οπού τ’ ακούουν Πτωχολ. α 498· β) (βραχυλογ., έπειτα από επιφωνηματική λ.): Χαρά, οπού βάλ’ εις εκκλησιά κι έχει πτωχού να δώσει Απόκοπ.2 216. 3) Όποιος: Οπὄχει χρήματα πολλά και φρόνησιν ουκ έχει,| ουκ ημπορεί να οικονομεί τα πράγματ’ εις τιμήν του Σπαν. A 219· Π’ αφήνει σπίτια πτωχικά κι αρχοντικά γυρεύει,| ο διάβολος στον κώλο του κουκκιά τού μαγερεύει Γαδ. διήγ. (Pochert) 160c. 4) Τέτοιος που: τότε να δεις τον άγουρον, οπού δεν έχει ο κόσμος Διγ. Z 1896. 5) Ως β΄ όρος σύγκρισης, με την πρόθ. παρά α) όσος (Πβ. σημασ. Β΄ 1ε): θε να μου χαρίσει| πλια παρ’ απ’ αποκότησεν η γλώσσα να ζητήσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 346· διδεί περίτου παρά που εμπορεί Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 100· β) (προκ. για κατάσταση ) ό,τι: δεν τους φέρνει ούτε και εις την προτέραν τιμήν, αλλά χειρότερα παρά οπού ήσαν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 349v· γ) (βραχυλογ.): να τον συμβουλέψει το καλλιότερον οπού ηξεύρει Ασσίζ. 22015. 6) (Σε πλάγια ερώτηση) ποιος: Οπού το γνώθει η μοίρα μου μαζί με την Ποθούλα| και θέλομεν ιδεί εκ τους δυο πὄχει διπλήν καρδούλα Φαλιέρ., Ιστ.2 558· ξεύρω γαρ στο μέσον| των αρίστων γαρ Ελλήνων| όπου μέλλει χολωθήναι| όπερ έστιν μέγας πάντων Ερμον. Η 269. Γ´ Σύνδ. 1) Χρον. α) όταν: Ντορίντα μου (παραλ. 4 στ.), τότες εδική μου| δεν ήσουν, οπού μπόρου| ζήσην πολλά γλυκιάν να σου χαρίσω; Πιστ. βοσκ. IV 8, 180· Παιγνίδια αγάπα (ενν. η κόρη) και χορούς διά να παίζει πάντα,| θρονί εκράτει και γυαλί εις το κλουβί οπού ’τον Διγ. A 256· β) με το επίρρ. εκεί β1) τη στιγμή που, ενώ, καθώς: εκεί οπού στρέφετο ο Καπλάν με τσ’ άλλους,| εκείνους τσι πασάδες τσι μεγάλους,| πάγει ομπροστά ευθύς το παλληκάρι Λεηλ. Παροικ. 575· Εμαζωχτήκασι πολλές γυναίκες κι εθωρούσα| τους αντρειωμένους και τους δυο εκεί που πολεμούσα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1822· β2) μόλις: εκεί οπού εκοίταζεν γυναίκα, εδαιμονίζονταν Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 28v· γ) (με τα επιρρ. έπειτα, ύστερα) αφού: Ο αγνώριστος καβαλιέρης, έπειτα όπου αναποδογύρισε όλην την διάταξιν του εχθρού, επέρασε εις το στράτευμα του βασιλέως της Λεχίας Καλόανδρ. (Δανέζης) 72 (44v)· εσύντυχεν ο Κύριος προς τον Μωσέ, ύστερα απού απέθαναν τα δυο παιδιά του Ααρών Πεντ. Λευιτ. XVI 1· δ) (με τα επιρρ. ευθύς, παρευθύς) μόλις: όλον το μερονύκτιον πάντες αναπαυθήκαν,| κι ευθύς που εξημέρωσε εις τ’ άρματα σεβήκαν Κορων., Μπούας 20· Τότ’ ο ρήγας τού μήνυσε (ενν. του Μερκούριου) και εις τον Φράντζα διέβη,| και παρευθύς όπ’ έσωσε στην κάμαράν του σέβη Κορων., Μπούας 64· ε) με το μόρ. έως, το επίρρ. όσον ή το σύνδ. ώστε ε1) εωσότου, μέχρις ότου: Εγώ θέλω να ομώσετε πως να τους κρατήσετε έως οπού να στραφώ Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 133· σκαμνιτσαούσην έστειλε (ενν. ο βεζίρης) μαζί με τον ολάκη,| διά να πιάσουν το σκαμνί, όσο που να κινήσει| αφέντης ο Αλέξανδρος στον θρόνον να καθίσει Ιστ. Βλαχ. 783· Προσέχετέ το (ενν. το βρέφος) τῃ νυκτί και την ημέραν μάλλον,| ώστ’ απού να το φέρητε της ηλικιάς μεγάλον Ιμπ. (Legr.) 62· (πλεοναστικά με το έως ότου): απ’ εκείνην την ημέραν οπού απέθανεν ο Σολομών και έως ότου οπού εχάλασε ο ναός, ήσαν τετρακόσιοι ένδεκα χρόνοι και έξι μήνες και ένδεκα ημέρες Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 216v. ε2) όσο, ενόσω: τα τέκνα ουδέν ημπορούν να χωρίσουν το μερτικόν τους απέ το μερτικόν του πατρός τους έως όπου ο πατήρ τους ζει Ασσίζ. 38317· να με έχει ευλογητικήν του γυναίκα όσον οπού να ζει και να είναι εις τον κόσμον Διγ. Άνδρ. 36915· Δεν ξεύρεις πως η φύση μας θνητήν επήρε κρίση| και ουκ έναι πλιο μπορούμενον για ’δώ να την αφήσει| και ώστε που ζούμε μετά μας τον θάνατον βαστούμε Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 37· ϛ) (με το κάθε ως χρον. σύνδ., βλ. κάθε 3). 2) Χρον.-υποθ. α) αν, όταν: μη βουληθείς, ω αμιρά, να έβγεις κρυφώς απ’ ώδε,| και όπου σε καταφθάσομεν, άλλον Συρίαν ου βλέπεις Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 349· β) (με το τροπ. επίρρ. ωσάν): ωσάν όπου εις τέτοιον άνθρωπος λιβάδιν κατουνέψει| και ζήσει εις τέτοιας χάριτας ζωής του τας ημέρας,| και χρήζει τον παράδεισον, λοιπόν ουκ έν’ στρατιώτης Λίβ. (Lamb.) N 199. 3) (Χρον.-αιτ.) αφού: πώς μπορεί άλλο δεντρόν, άλλοι βλαστοί κι άλλα άθη| μέσα της πλιο να ριζωθούν, που το κλειδίν εχάθη; Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1422. 4) Αιτ. α) επειδή, γιατί: όταν ο Λωτ έμεινεν έτσι με τες δύο του θυγατέρες, ήτον πολλά λυπημένος και δεν ήξευρε τι να κάμει, οπού δεν είχεν τόπον Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 131v· Δεν εγροίκησα, μόν’ τη δική μου ζάλη,| οπὀπλακώθη το παιδί, το κανακάρικό μου Σκλάβ. 74· Ελέγουντον και Διγενής, όχι που τ’ όνομά του| να λέγουντον τέτοιας λογής γή το ’πιτήδευμά του,| μα επειδή εκ δύο φυλές και γένη γεννημένος,| εκ Χριστιανών και Αγαρηνών ήτονε κυημένος Διγ. O 1239· β) (με προηγ. το επίρρ. ως + ουσ. ή επίθ.): Όρισέν την ότι: «Εκδύσου»,| και εκδύθη η κόρη,| ουκ εντράπηκεν καν όλως,| ως παρθένος τάχα οπού ήτον Πτωχολ. (Κεχ.) P 232· έχω και χείλη κόκκινα και ομμάτια πλουμισμένα,| και πρέπουν με οι κάλτσες μου, ως πέρδικα οπού είμαι Πουλολ. (Τσαβαρή)2 190· γ) (με το τροπ. επίρρ. ωσάν, σαν): Είχεν αγάπην στον λαόν και εις τον Θεόν φόβον,| ωσάν που ήξευρεν καλά πως θε να δώσει λόγον Διγ. O 10· με αφοβιά επήγαινε σαν που ’τον παλληκάρι Διγ. O 1428· δ) αφού: Πώς να μη σε καταλάβω| πως φουρνάρη γιος υπάρχεις,| που, αντίς να μου χαρίσεις| δώρα και χωριά και άλλα (παραλ. 8 στ.), συ με έκαμες ταΐνι,| έν’ αφράτο παξιμάδι Πτωχολ. B 370· Πώς να κάμω, πώς να διάξω| και ποια στράτα έχω να πιάσω,| που ’μου καλομαθημένος,| ο φαλλίδος ο καημένος … Φαλλίδ. (Παναγ.) 258· ε) (βραχυλογ.) γι’ αυτό το λόγο: το παιδί μου| δεν είν’ τόσον πολλά μικρόν, …,| να μην της κάνει ό,τι πει και ό,τι και ορίσει,| οπού παρακαλώ τον Θεόν πολλούς χρόνους να ζήσει Ευγέν. 210· ϛ) έκφρ. έσοντας όπου = εξαιτίας του ότι, επειδή: όταν δέρνονται οι δύο και αποκάμουν και αποσταθούν από τον δαρμόν, όταν έλθει άλλος τρίτος απάνω εις αυτούς, γίνεται πρώτος, έσοντας οπού τους ευρίσκει και τους δύο αποκαμωμένους από τον δαρμόν Ιστ. πατρ. 10714. 5) Αποτελεσματικός α) ώστε: είχεν (ενν. το άλογο) την σέλαν την χρυσήν, οπὄλαμπεν ο τόπος Διγ. A 2233· τραγουδεί (ενν. η σερένα) ίτσου γλυκιά, οπού πολομά ν’ αποκοιμηθούν οι λας Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 108· Ανίσως, ω κυρά μου, κι όμορφη ’σαι| τόσον, οπού τινάς δε να μπορήσει| τα κάλλη σου ποτέ να τα μετρήσει Κυπρ. ερωτ. 8712· επήρεν απάνω του (ενν. ο Ψιχίδης) να βλεπίσει τον κοντοστάβλην εις μόδον όπου να μεν πάγει Μαχ. 37638· β) (πλεοναστικά με το επίρρ. όσον και τους συνδ. ότι, ώστε): τόσον τον εστίλβωσαν τες πέτρες οι τεχνίτες, όσον οπού εφαίνετον πως είναι εκ μακρόθεν ότι έχει μάλαγμα (ενν. το οσπίτιον) Διγ. Άνδρ. 39832· ωσάν ήπεσε (ενν. η θυγατέρα του), στένεται και δίδει τση ξυλιές, ότι οπού την εφήκε μισαποθαμένη Κατά ζουράρη 76· τοσούτον δε εστίλβωσαν τους λίθους οι τεχνίται,| ώστε οπού εφαίνουντο πορφύρα τε και βύσσον Διγ. A 3949. 6) (Εναντιωματικός) ενώ, αν και, μολονότι (Για τη σημασ. βλ. Αλεξίου Στ. [Ερωτόκρ. σ. 419]): εσύ μιλείς κομπώματα τη σημερνήν ημέρα,| που ο κύρης σου την μαρτυριάν εβάσταν εις τη χέρα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 880· Μετά τρομάρας δε πολλής εις την Μουρτάρα πήγαν| κι εκ τον θυμόν του Μερκουρίου, που δεν ελπίζαν, φύγαν Κορων., Μπούας 43· έκφρ. μ’ όλον οπού, βλ. μετά Α΄ 19β. 7) Ειδικός α) ότι: τούτο το ξύλον ήτονε εκείνο το δένδρον οπού είπαμεν οπού ο Λέρικος το έβγαλεν από το στόμα του Αδάμ Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 172r· β) (με προηγ. τις εκφρ. έ-με, έν-τηνε, κ.τ.ό., καθώς και το επιφ. έδε): Έν-τηνε που τη φέρνουσι Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ΄ 81· Έδε που με λυπάσαι! Φαλιέρ., Ιστ.2 71· Έδε νιος οπού ’ναι ετούτος Φαλλίδ. (Παναγ.) 90· γ) (σε επεξήγηση) ότι δηλαδή: τούτα τα ξηλώματα, που ο κύρης σου αμποδίζει| και το Ρωτόκριτο ’πεψε στα ξένα να γυρίζει,| κάτεχε πως τελειώνουσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 161· δ) έκφρ. έξω οπού = εκτός του ότι: αν συνέβη κανένα κακόν ενάντιο, πρέπει ότι αυτός να πληρώνει με την παίδεψίν του, έξω οπού χάνει και την τιμήν του και πλέον κυβέρνηση δεν του δίδουν Σουμμ., Ρεμπελ. 161. 8) (Μτβ., σε διήγηση) και: Οπού εις ολίγον καιρόν όλος ο λαός οπού ήτον αποκατωθιό της εξουσίας του … Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 13629· απού ’ρχουμου στον Αβραάμ να πω να το κατέχει| πως είν’ στην ύστερη αναπνιάν και γλυτωμό δεν έχει Θυσ.2 1071. 9) (Τελικός) για (να): είχασιν δε και μετ’ αυτούς, οπού να τους δουλεύει,| καμήλαν την κυμπόραχην και μακροσφονδυλάτην Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 83· η μάννα τους όταν ήτονε σιμά οπού να τα γεννήσει Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 135v. Δ´ Μόρ. 1) Επιφωνηματικό α) (μετά από ουσ. ή επίθ.): ω λωλός οπού είσαι Μπερτολδίνος 144· ώφου κακόν οπού ’καμε, ώφου αδικιά που εγίνη! Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 702· β) (μετά από ποσοτικό επίρρ.): Του πόθου ο Σίλβιος είν’ εχθρός; Ω πόσον που γελάσαι Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [723]. 2) (Ευχετικό, σε ευχή ή κατάρα) μακάρι: Και που ’δα να μετάνωνε, να μου ’λεγε: «Έλα, να τη,| την κοπελιά οπού εύρηκες, αφέντη κυνηγάρη» Ευγέν. 856· γιαύτος περίσσα σ’ αγαπώ, απού να ’χεις την ευκή μου Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 266· Αφήτε μ’ οπού να ’μουνε σήμερ’ απόθαμένη Θυσ.2 311.
όταν,- σύνδ., Χρον. Μορ. P 3456, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 222, 378, 437, Περί ξεν. A 187, Περί ξεν. V 30, Αχιλλ. L 515, Διήγ. Αλ. G 26724, 26821, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 135, Λίμπον. 19, Τζάνε, Κατάν. Αφ. 16, 316· άνδα, Εβρ. ελεγ. 172· άντα, Ασσίζ. 162, Χρον. Τόκκων 2688, Μαχ. 2433, 9438, 3526, 3547, 43228, 51227, Κανον. διατ. 394· αντά, Ασσίζ. 11028, Κυπρ. ερωτ. 431, 612, 7544, 814, 9537, κ.α.· άνταν, Μαχ. 1023, 1032, 2615, 4426, 10014, 1907, 2629, 40014, 6068, Βουστρ. 426, 449, 461, 471, 509, 537, 542, Κανον. διατ. 380, κ.α.· αντάν, Μαχ. 2144, 5506, Κυπρ. ερωτ. 2414, 495, 506, 528, 10515, κ.α.· ’νταν, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 2657 όνδες, Εβρ. ελεγ. 160· όντα, Ασσίζ. 4029, 5210, 3054, 33322, 45321, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 676, Σαχλ. N 308, Σαχλ., Αφήγ. 121, 844, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2271, Φαλιέρ., Λόγ. 294, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 321, Μαχ. 45815, 58632, 65436, Θησ. (Foll.) I 34, 68, Γαδ. διήγ. (Pochert) 30e, 294f, Διήγ. Αλ. V 56, Απόκοπ.2 386, Αγν., Ποιήμ. Γ΄ 15, Ριμ. Απολλων. 22, Σκλάβ. 251, Πένθ. θαν.2 535, Βεντράμ., Γυν. 56, 174, Δεφ., Λόγ. 452, Πεντ. Δευτ. VI 7, Κυπρ. ερωτ. 51, 795, 1074, Πανώρ. Α΄ 157, 362, Γ΄ 415, 594, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 447, Β΄ 300, Γ΄ 113, Δ΄ 751, Ε΄ 169, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Α΄ 101, Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ΄ 56, Πιστ. βοσκ. V 6, 57, Βοσκοπ.2 326, Θυσ.2 134, 340, Στάθ. (Martini) Α΄ 2, 97, Ροδολ. (Αποσκ.) Ε΄ 626, Διήγ. ωραιότ. 956, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 362, κ.α.· οντά, Αλεξ. 2682, Συναξ. γυν. 971, Ροδολ. (Αποσκ.) Ε΄ 578, Τζάνε, Κρ. πόλ. 27516· όνταν, Κομν., Διδασκ. Δ 56, Προδρ. (Eideneier) III 60 χφ Ρ κριτ. υπ., 70 χφ Ρ κριτ. υπ., Ασσίζ. 2207, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 484, Χρον. Μορ. P 348, Σαχλ., Αφήγ. 704, Φαλιέρ., Ιστ.2 15, Μαχ. 1433, 20418, 42016, 59225, Ch. pop. 229, Βουστρ. 534, Γαδ. διήγ. (Pochert) 90Β, Πεντ. Λευιτ. XXVI 44, Δευτ. IV 46, Κυπρ. ερωτ. 10524, Πανώρ. Β΄ 357, Γ΄ 99, Θυσ.2 388, κ.α.· οντάν, Προδρ. (Eideneier) III 60 χφ Ρ κριτ. υπ., 70 χφ Ρ κριτ. υπ.· όντας, Θρ. Κύπρ. M 625, Πανώρ. Β΄ 12, 32, Δ΄ 382, Φαλλίδ. 35, 52, Θυσ.2 346, 826, 829, Στάθ. (Martini) Α΄ 121, Β΄ 80, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 302, Ε΄ 53, 334, κ.α.· όντε, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1711, Σαχλ., Αφήγ. 448, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1601, Φαλιέρ., Ιστ.2 633, Καραβ. 4965, Απόκοπ.2 104, Πανώρ. Α΄ 376, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 240, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 118, 153, Β΄ 648, Γ΄ 1389, Δ΄ 962, Ε΄ 381, Θυσ.2 828, Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 393, Β΄ 59, Ε΄ 605, Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 535, Τζάνε, Κρ. πόλ. 57215, κ.α.· οντέ, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ' 664· όντεν, Σαχλ. N 396, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 823, Φαλιέρ., Ιστ.2 245, Ch. pop. 118, Ριμ. κόρ. 584, Πεντ. Γέν. XXV 6, Δευτ. XXXI 27, Πανώρ. Α΄ 163, Δ΄ 1, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 340, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 857, Δ΄ 1013, Λεηλ. Παροικ. 621, κ.α.· οντέν, Τσιρίγ., Επιστ. 1694, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 6612, 769, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 707· όνυενε, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. δ΄ μετά στ. 78· όντες, Πανώρ. Γ· 181, Δ΄ 311, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1810, Β΄ 332, Στάθ. (Martini) Α΄ 240, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 280· ότα, Σπαν. (Ζώρ.) V 90, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2620· ότεν, Βουστρ. 469.
Ο αρχ. σύνδ. όταν. Ο τ. άντα σε έγγρ. του 17. αι. (Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 26, 1983, 442) και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ., Pern., Ét. littér. gr. II 383, Σακ., Κυπρ. Β΄ 454)· για τον τ. βλ. και Χριστοδούλου, Γλωσσ. πραγμ. Κύπρ. 104. Ο τ. αντά σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Ο τ. άνταν και σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. Β΄ 454, Pern., Ét. littér. gr. II 383)· για τον τ. βλ. και Χριστοδούλου, Γλωσσ. πραγμ. Κύπρ. 104. Ο τ. αντάν και σήμ. στην Κύπρο (Λουκά, Γλωσσάρ. 47). Ο τ. όντα στο Κατσαΐτ., Θυ. Δ΄ 98 και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.)· για τον τ. βλ. και Χριστοδούλου, Γλωσσ. πραγμ. Κύπρ. 104. Ο τ. όνταν στο Somav. (στη λ.), σε έγγρ. του 17. αι. (Βισβίζ., ΕΚΕΙΕΔ 12, 1965, 7831) και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., Σακ., Κυπρ. Β΄ 454, Λουκά, Γλωσσάρ. 47, Pern., Ét. littér. gr. II 383)· για τον τ. βλ. και Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 505, Psich., Qu. tr. ΙΑ΄, 115. Ο τ. οντάν στο Meursius και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Ο τ. όντας στο Κατσαΐτ., Ιφ. Πρόλ. 31, Β΄ 559, Γ΄ 470, Κλ. Α΄ 551 και σήμ. ιδιωμ. (Λουκά, Γλωσσάρ. 347, λ. όνταν, Παπαδ. Α., Λεξ., Pern., Ét. littér. gr. II 383, Πασπ., Γλωσσ. 265, Κουκ., Αθ. 49, 1939, 103)· για τον τ. βλ. και Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 505. Ο τ. όντε και σήμ. ιδιωμ. (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ΄ 176, Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ., Παπαδ. Α., Λεξ.). Ο τ. όντες και σήμ. ιδιωμ. (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ΄ 176, Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ., Παπαδ. Α., Λεξ., Λουκά, Γλωσσάρ. 47)· για τον τ. βλ. και Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 505. Ο τ. ότα και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ., όπου και άλλοι τ. της λ. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Η λ. και σήμ.
Α´ (Με υποτ.) 1) (Με υποτ. αορ. προκ. για πράξη προσδοκώμενη) α) όταν: υμείς δε, όταν έλθει ο Ατάπακας …, μη ομολογήσετέ με Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 8· ν’ αργήσει να ’ρτει ο χάρος εις αυτόν σου| κι αντά γεράσεις να ’σαι δίχα βάρη Κυπρ. ερωτ. 10448· β) μόλις, τη στιγμή που: Μοναύτα ο ρήγας όρισεν όλους τους καβαλλάρηδες να είναι δηγημένοι, αντάν τους τάξου, να μπου εις τα κάτεργα να παν διά τους εχθρούς τους Μαχ. 10220· επήρεν (ενν. ο Αποστολές) και τους δύο Τζιτζιλιάνους και επαρήγγειλέν τους πως, άντα να τους ορίσειν, να τον σκοτώσου τον τζαμπερλάνο Βουστρ. 416. 2) α) (Με υποτ. ενεστ. ή αορ. προκ. για πράξη αορίστως επαναλαμβανόμενη) κάθε φορά που, όσο χρόνο: Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 341· Κακά γνωρίζει την καρδιάν κανένας,| αντάν το πρόσωπον τινός βιγλίζει Κυπρ. ερωτ. 492· Όνταν την ευγιένειά σου να βιγλίσω| χάννεται ο λογισμός μου Κυπρ. ερωτ. 9115· β) (εδώ με προηγ. την αντων. πάσα ή το σύνδ. κάθα· βλ. και κάθε 3): Κάτεχε, Αλεξάντρα μου, και πάσα όντας λογιάσω| την ευτηνιά τω γυναικώ, μὄρχεται να κτικιάσω Στάθ. (Martini) Α΄ 69· κάθα όντας με δούσι (ενν. οι φίλοι), φεύγου Φαλλίδ. (Παναγ.) 114. 3) Για εισαγωγή παρομοίωσης με προηγ. τα γιον, σαν (Πβ. και L‑S, λ. όταν II 1): Πάθος δεν έν’ σ’ εκείνους που ποθούσιν,| γιον αντάν δουν και λείψει τους το θάρρος| κι αντάν την πεθυμιάν τους πιντωθούσιν Κυπρ. ερωτ. 532· ως άγνωστη εκομπώθηκα κι επιάστηκα στο βρόχι,| σαν όντε στένει ο κυνηγός και την ελπίδα τὄχει| να ’βρει πουλίν ακάτεχο κι άγνωστο να γελάσει,| κι όντε πετά και κιλαδεί, με πλάνος να το πιάσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 952. 4) (Σε ιδιάζ. χρ.) τότε, στην περίπτωση που: οι ανθρώποι οπού παν της θαλάσσου, εάν γίνεται ότι έχουν καμιά δυσκεψίαν με τους ναύτες τους … το δίκαιον ορίζει ότι άντα να κριθούν με την αυλήν της θαλάσσου Ασσίζ. 29418. Β´ (Με οριστ.) 1) (Με οριστ., για να εκφραστεί ένα πραγματικό γεγονός προτερόχρονο, σύγχρονο ή υστερόχρονο με εκείνο της προσδιοριζόμενης πρότασης) όταν: να φερθούν οι λοστοί σου εις τα κρικέλλια, και να είναι οι λοστοί ιπί τα δύο πλάγια του θεσιαστηριού όνταν σηκώνουν αυτό Πεντ. Έξ. XXVII 7· Ω! καλορίζικοι καιροί αλλότες που ’σαν κείνοι,| όντα προυκιό τση κορασάς ήταν η προκοσύνη Πανώρ. Ε΄ 246· όντας απέθανε ο πατέρας του, ό,τι του ηύρε, το έπαιξε στα χαρτία Σουμμ., Ρεμπελ. 171· ταχυτέρου, όντε ξημερώνει, άμε ομπροστάς του βασιλέως Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 425· όλ’ η αρμάτα ν’ ακλουθά, όντα θα πολεμήσει Τζάνε, Κρ. πόλ. 4178. 2) (Με το σχήμα ήθελα + απαρέμφ. ή υποτ. για να εκφραστεί κάτι το δυνατό ή ενδεχόμενο στο παρελθόν): Όντε γυρέψειν ήθελα να πάρω την τιμή σου| η γης ας ήθελε σκιστεί ζιμιό να με ρουφήξει Πανώρ. Β΄ 325· λιγοθυμνιές μού δίδουσι και πόνοι του θανάτου,| οντά ’θελα συλλογισθεί το τέλος του πραγμάτου.| Τι ’γίνης, το παιδάκι μου, η φρόνιμή μου κόρη Μαρκάδ. 380· εγνώριζε πάσα χριστιανός το πατριαρχείον, όταν ήθελεν ιδεί τον σταυρόν Ιστ. πατρ. 17815. 3) α) (Για να δηλωθεί επανάληψη) κάθε φορά που, όσες φορές: Ώχου, τ’ αδέρφια όνδες μαζώνονδαι, Θε μου, χαρά οπού ’ναι Εβρ. ελεγ. 162· πρίκα δεν είναι πάλι,| σαν όντε δυο χωρίζουνται πὄχου φιλιά μεγάλη Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 258· (εδώ με οριστ. αορ. και το να πλεοναστικά): όντα νἄππεσεν ο ρήγας να κοιμηθεί, αγγάλιζεν το αυτόν αποκάμισον και εκοιμάτον Μαχ. 11419· άντα νάρταν τα ξύλα της Βενετίας, της Γενούβας, της Φλουρέντζας, της Πίζας, της Καταλωνίας, και ούλης της Δύσης, εύρισκαν τας σπετζίας Μαχ. 8026· άντα να χωρίστησαν ο υιός ή κόρη να αρμαστείν, επλέρωννεν πασαείς το μερτικόν του Μαχ. 836· β) (εδώ με προηγ. την αντων. πάσα ή το σύνδ. κάθα· βλ. και κάθε 3): Πάσα όντας είναι αρχιμενιά, τέσσερις λίτρες παίρνεις| και φαίνεταί μου αληθινά και το πετσί μου γδέρνεις Στάθ. (Martini) Α΄ 179· άλλα πολλά εκάνασι (ενν. οι Ρωμιοί) κάθα όταν είχαν έβγει Τζάνε, Κρ. πόλ. 5323· όποιος τιμά την αγία Κυριακή, τον Κύριον τιμά, ωσάν και τση Παναγίας Θεοτόκου να τιμά, κάθα όντεν είναι και σκολάξει την εορτήν της, τιμά την Θεοτόκον Αποκ. Θεοτ. II 146. 4) (Σε διηγήσεις για να δηλωθεί κ. το αιφνίδιο και απροσδόκητο) και τότε, τότε όμως (Βλ. και Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 282, ΙΙΖ΄): δεν ξεύρει πού να δώσει (ενν. η Αρετούσα)| και κλαίγοντας παρακαλεί, κοιμώντας, να γλυτώσει,| όντες θωρεί πως ήλαψε στου ποταμού την πλάτη| μια λαμπυρότατη φωτιά κι άθρωπος την εκράτει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 65· θέλου να μπούνε σ’ ορδινιά (ενν. οι αφεντόπουλοι), γιατί άλλοι δεν ελείπα,| όντε γροικούν από μακρά σα βούκινο κι εκτύπα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 582. ΄Εκφρ. Απάνω όταν, όνταν, όντε, όντεν, βλ. επάνω (I) Β΄.
παρίππιν- το, Sprachlehre 108· παρίππι, Sprachlehre 108, Σοφιαν., Γραμμ. 44· ?υπαρίππιν, Χρον. Μορ. H 1729.
[Από το μτγν. ουσ. πάριππος και την κατάλ. ‑ιν. Ο τ. παρίππι στο Βλάχ. και σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex., λ. παρίππιον, Παπαγ., Δημ. ελλην. 6). Ο τ. υπαρίππιν (ή υππαρίππιν) πιθ. με παρετυμ. επίδρ. της πρόθ. υπό (πβ. Χρον. Μορ. (Schmitt) P 620, καθώς και Δραγ., Αθ. 23, 1911, 81, Παπαγ., Δημ. ελλην. 6) ή του ουσ. ιππάρι(ν) (οπότε ορθότ. γρ. ιππαρίππιν). Η λ. τον 9. αι. (Lampe, Lex., λ. παρίππι(ο)ν) και σε έγγρ. του 11. (Act. Lavr. I 4428, 4831, Act. Ivir. II 4181, Βραν. Ε., Βυζ. έγγρ. Πάτμου Α′ 139, 25, 334, 565, 643) και του 14. αι. (Act. Doch. 4934).]
Άλογο κατώτερης αξίας από τα πολεμικά για τη μεταφορά εφοδίων και οπλισμού: Τα άλογα τά έχουσιν όλα είναι παρίππια,| ενός φαρίου μας φορά να ρίξει δεκαπέντε Χρον. Μορ. P 4729· (σε παροιμ.· βλ. Παναγιωτάκης [Φαλλίδ. σ. 274]): Εποστάθη το παρίππι| κι εδιαβήκασιν οι κτύποι Φαλλίδ. (Παναγ.) 214· (μειωτ. προκ. για άλογο): Σαρακηνοί έχουσιν φαρία τά διώχνουν τους αέρας, (παραλ. 4 στ.) και τον Αφράτην ποταμόν ουκ ημπορούν περάσαι| και εσύ με το παρίππιν σου θέλεις να τον περάσεις; Αρμούρ. (Αλεξ. Στ.) 40.
παρωρώ·- παρωρώ — παρωρίζω.
[Από το επίρρ. πάρωρα. Η λ. παρωρώ και παρωρίζω και σήμ. στο κρητ. ιδίωμα (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Γ́ 253, λ. παρωρίζω, Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ., λ. παρωρίζω και παρωρώ).]
Α´ Αμτβ. 1) Καθυστερώ, αργώ: και ανισώς και παρωρήσω,| γλήγορα να μη γυρίσω,| με βρισίες να μου λέσι| και τ’ αμμάτια μου να κλαίσι Φαλλίδ. (Παναγ.) 284. 2) α) Χρονοτριβώ, χασομερώ: Μην παρωρούμε, αφέντη μου, να ζεις, μα μέσα ας μπούμε Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. γ́ 115· β) αργώ μιλώντας πολλή ώρα: αρχόμεθα πάλιν κηρύγματος, αλλά δεν θέλω να παρωρήσομεν περισσά, διά να μη λείψομεν και εις το δείπνον Πηγά, Χρυσοπ. 214 (10). 3) (Τριτοπρόσ. με υποκ. τη λ. ώρα) βραδιάζει: θωρώ κι η ώρα παρωρεί, μη στέκω ν’ ανιμένω Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 268. Β́ (Μτβ.) καθυστερώ κάπ. μιλώντας πολλή ώρα: Μηδέ εις το δείπνον (ενν. της παραβολής) θέλω σας παρωρήσει πολλά, θέλω σας ειπεί με ολίγα λόγια, πως είναι δείπνος η βασιλεία των ουρανών Πηγά, Χρυσοπ. 391 (32).
πατίρω,- Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 268, Φαλλίδ. (Παναγ.) 132, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 6013, 12912, 15835, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 397, Λεηλ. Παροικ. 404.
[Από το βενετ. patir - ιταλ. patire. Τ. παρτίρω, παρτέρνω και πατέρνω σήμ. στο κρητ. ιδίωμα (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ́ 200, λ. παρτέρνω, 204, λ. πατέρνω, Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ., λ. παρτίρω, Ξανθιν., Λεξ. δυτικοκρ. ιδιώμ., λ. πατέρνω· πβ. Χατζιδ., Αθ. 23, 1911, 498). Η λ. στο Somav. (πατήρω), σε έγγρ. του 17. (Βαρζελιώτη, Θησαυρ. 30, 2000, 331) και του 18. αι. (Κουρσάρ. 2042, Τουρτόγλου, ΕΚΕΙΕΔ 22, 1977, 12) και σήμ. ιδιωμ. (Πασπ., Γλωσσ., Pern., Ét. linguist. B́, 500, Κόμης, Κυθηρ. Λεξ., Κασιμάτης, Βενετ. γλωσσ. στοιχ. Κυθήρ., Ζώη, Λεξ. Ζακ., Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ.).]
Α´ (Μτβ.) παθαίνω, υφίσταμαι κ. επιζήμιο, δυσάρεστο: η Μαρία Λιτινοπούλα ... ντουπιτάροντας μήπως και ο καβαλάρης έρθει να τη πειράξει για να πληρώνει τσι εντριτίες των λεγομένων αμπελίων, για τούτο, για να μη πατίρει εκείνο το βάσανο, ... δίδει ... του κυρ Κωνσταντή Καλοσυνά και των κλερονόμων του αιωνίως τα λεγόμενα ερημάμπελα Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 7304. B́ Αμτβ. α) παθαίνω κακό, βλάπτομαι σωματικά: μία βάρκα είδαμεν κι η θάλασσα την παίρνει| και πάλι μεταγύρισε στον άμμο την εφέρνει.| Λέμεν: «παιδιά ας πάγουσι άνδρες να την γλυτώσου ...» (παραλ. 1 στ.). Αμή τινάς δεν ήθελεν να πάγει να την σύρει| καλλιά η βάρκα να χαθεί παρ’ άλλος να πατίρει Διήγ. ωραιότ. 376· β) υποφέρω, βασανίζομαι: αυτείνη την χρονιάν λίγον κριθάρι γίνη (παραλ. 1 στ.) και όλοι επατίραμεν μην έχοντες κριθάρι| και πασαείς επήγαιναν εις τα νησά να πάρει Διήγ. ωραιότ. 947.
περνώ,- Ασσίζ. 4554, Διγ. (Trapp) Gr. 3053, Διγ. A 2783, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1263, Βέλθ. 1064, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 442, Χρον. Μορ. H 322, Χρον. Μορ. P 59, Φλώρ. 32, Απολλών. (Κεχ.) 384, Λίβ. P 1904, Λίβ. Sc. 1851, Λίβ. Esc. 3005, Λίβ. N 2577, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 373, Αχιλλ. L 21, Φαλιέρ., Ιστ.2 374, Byz. Kleinchron. Á 50938, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 95, Αλεξ.2 145, Απόκοπ.2 98, Κορων., Μπούας 12, Γεωργηλ., Θαν. 409, Πεντ. Γέν. XXXII 23, Πορτολ. A 516, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 468, Αχέλ. 259, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 59, Ιστ. πατρ. 9510, Πτωχολ. (Κεχ.) P 63, Κυπρ. ερωτ. 8630, Πανώρ. Ά 131, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 149, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Ά 182, Κατζ. Ά 150, Βοσκοπ.2 305, Παλαμήδ., Βοηβ. 59, Ιστ. Βλαχ. 1092, Σουμμ., Ρεμπελ. 160, Διγ. Άνδρ. 31611, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 103, Στάθ. (Martini) Ά 187, Διαθ. 17. αι. 3314, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 167339, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [428], Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 423, Φορτουν. (Vinc.) Ά 179, Ροδινός (Βαλ.) 218, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 72, Διγ. O 782, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2327, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. ζ́ 13, Hagia Sophia ω 5164, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Γ́ 6911, κ.π.α.· απερνώ, Σπαν. (Ζώρ.) V 602, Διγ. Z 2384, Διγ. A 2425, Χρον. Μορ. H 409, Χρον. Μορ. P 46, Θρ. Κων/π. B 58, Θησ. (Foll.) Ι 19, Θησ. Β́ [252], Ch. pop. 469, Αλεξ.2 542, Κορων., Μπούας 51, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 67r, Πεντ. Γέν. XL 47, Πορτολ. A 3212, Αχέλ. 1686, Χρον. σουλτ. 2626, Παϊσ., Ιστ. Σινά 363, Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 12310, Δωρ. Μον. XXXVI, Παλαμήδ., Βοηβ. 799, Ιστ. Βλαχ. 75, Σουμμ., Ρεμπελ. 190, Διγ. Άνδρ. 40038, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Στεφ.-Παπατρ.) 13324, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 90102, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [58], Ροδινός (Βαλ.) 84, Πτωχολ. B 126, Διγ. O 2815, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Μάρκ. ιϚ́ 1, κ.π.α.· απερώ, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Υπόθ. ΙΓ́· επερώ, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1068· περώ, Ασσίζ. 31230, Βίος Αλ. 4812, Ιστ. Ηπείρ. XVIII5, XL4, Δούκ. 358, 6515, 8922, 11117 κ.π.α., Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΙΆ [474], Νομοκ. 38517· αόρ. επήρασε, Διήγ. ωραιότ. 931· μτχ. ενεστ. (άκλ.) περνών, Παρασπ., Βάρν. C 316· μτχ. απεραζόμενος, Τριβ., Ρε 14· περαζόμενος, Χούμνου, Κοσμογ. [1687], Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 524, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 183, 383, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 19, Έ 1357, Φορτουν. (Vinc.) Ά 349, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 37126· μτχ. αορ. (άκλ.) απεράσοντας, Πορτολ. B 1120, Χρον. σουλτ. 6211· περάσαντα, Ιστ. πατρ. 10515· περάσοντα, Ιστ. πατρ. 1409· περάσοντας, Κορων., Μπούας 6, Εκλογής χειρόγρ. 24522, Χρον. σουλτ. 3411, 30, 5231, 625, 11831-32, 11910, 1263, 13921, Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 10938, 1131, Δωρ. Μον. XVIII, Διαθ. 17. αι. 357, 224, 1140, 194, Διήγ. πανωφ. 56, 57, 59· μτχ. παρκ. απερασμένος, Θησ. Πρόλ. (Κακλ.) 23, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 354v, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΚΒ́ [135], Χρον. σουλτ. 14019, Σουμμ., Ρεμπελ. 176, 184, 192, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 65r, Σουμμ., Παστ. φίδ. Υπόθ. 4, Ά [260], Έ [708], Ροδινός (Βαλ.) 91, 142, 146, 161, 216, 229, Διακρούσ. 1189, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πέτρ. Καθ. Επ. Ά δ́ 3, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά 4616· περασμένος, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 12, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 324, Μαχ. 23, Θησ. Δ́ [416], Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2191, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 356, Αχέλ. 19, Χρον. σουλτ. 1047, Πανώρ. Ά 255, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 396, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Ά 21, Φαλλίδ. (Παναγ.) 158, Παλαμήδ., Βοηβ. Εισαγ. 11, Ιστ. Βλαχ. 56, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 539, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 1127, Διαθ. 17. αι. 46, Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 406, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [375], Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 422, Φορτουν. (Vinc.) Ά 12, Λεηλ. Παροικ. 513, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 3641, Τζάνε, Φιλον. 58314, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Κορ. Ά ζ́ 36, κ.α.
Από τον αόρ. του αρχ. περάω (Χατζιδ., ΜΝΕ Ά 292). Ο τ. απερνώ στο Βλάχ., σε έγγρ. του 18. αι. (Σερεμέτης, Ηπειρωτική Εστία 19, 1970, 292, 432 434, 435) και σήμ. ιδιωμ. (Μπόγκα, Γλωσσ. Ηπείρου Β́ 9, Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ., στη λ.), όπως και τ. απερνάω (Χυτήρης, Κερκυρ. γλωσσάρ.). Ο τ. περώ και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., Κωστ., Λεξ. τσακων., λ. περνώ, όπου και τ. περού και απερού). Διάφ. τ. σήμ. ιδιωμ. (Μπόγκα, Γλωσσ. Ηπείρου Ά 53, λ. απιρνάου, Πασχαλούδης, Τερπν. Νιγριτ., λ. απιρνάου ‑ώ, Χριστοδούλου, Κουζιαν., λ. πιρνώ/απιρνώ). Η υποτ. αορ. επεράσω σε έγγρ. του 18. αι. (Σερεμέτης, Ηπειρωτική Εστία 19, 1970, 292, 299). Η μτχ. περαζόμενος (για το σχηματ. βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Ά, 13, 17) σε έγγρ. του 16. αι. (Μανούσ., Κρ. Χρ. 22, 1970, 295)· μτχ. περαζούμενος στο Somav. λ. απερασμένος και σήμ. ιδιωμ. (Ψάλτ., Θρακικά 35, 82). Η μτχ. περάσοντα το 14. αι. (Χρυσόβ. του 1364, 85) και σήμ. ως επίρρ. στο τσακών. ιδίωμα (Κωστ., Λεξ. τσακων.)· μτχ. περάσοττα σήμ. ιδιωμ. (Μηνάς, Πρακτ. Β′ Κυπρ. Σ 3, 256). Η μτχ. περάσοντας σε έγγρ. του 17. αι. (Παπαδάκη, Θησαυρ. 19, 1982, 145), το 18. αι (Στεφανόπ., Βιβλ. Στεφανοπ. 75, 76, 99) και σήμ. ιδιωμ. (Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ.). Η μτχ. απερασμένος στο Βλάχ., σε έγγρ. του 18. αι. (Σερεμέτης, Ηπειρωτική Εστία 19, 1970, 37, 433, 434, 435) και σήμ. ιδιωμ. (Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ.· πβ. και Μιχαλαριά-Βογιατζή, Λεξ. Σύμης, λ. απερασμένες). Η μτχ. περασμένος στο Βλάχ. και σήμ. H λ. τον 8-9. αι. (TLG· για πιθ. παλαιότ. μνείες βλ. αυτ. και Jannaris, Hist. Gramm. 272) στο Βλάχ. και σήμ.
I. Ενεργ. Ά Μτβ. 1) α) Διαβαίνω, διασχίζω ένα μέρος (και πηγαίνω σε άλλο): Και πάραυθα εσέβησαν εις την Τρανσυλβανίαν,| κι έτσι την επεράσασιν κι ήβγασιν στην Ουγγρίαν Παλαμήδ., Βοηβ. 1080· με την βοήθειαν του Θεού, την τρίτην την ημέραν| επέρασεν (ενν. ο Σερμπάνος) τα σύνορα κι ευρέθη από πέραν Ιστ. Βλαχ. 162· Αφού δε αποστάθηκαν (ενν. ο Μερκούριος και οι συντρόφοι του) εκ τον κομμόν που ’ποίκαν| την γέφυραν απέρασαν και εις την χώραν μπήκαν Κορων., Μπούας 62· (προκ. για θάλασσα ή ποτάμι): Και να περάσομεν ομού την θάλασσαν τήν βλέπεις,| να πάμε στην Ανατολήν, εις τον καλόν τον τόπον Συναξ. γαδ. (Βασιλ.) 82· Είναι δε το γένος τούτο των Τατάρων μαθημένοι να περνούσι με τα άλογά τως καβαλάροι τα μεγάλα ποτάμια κολυμβώντες Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 423· β) διέρχομαι, περνώ από ένα μέρος/σημείο: Εγώ πολλές χώρες και κάστρη είδα και επέρασα, και είδα γραφές πολλές και ανέγνωσα εις ετούτον τον κόσμον Διγ. Άνδρ. 33633· και μικράν θύραν επεράς την κεφαλήν κυρτῴαν Παϊσ., Ιστ. Σινά 1068. 2) Διαπερνώ (με αιχμηρό όργανο), διατρυπώ κάπ. ή κ.: Και ηβλέποντας ο Σαούλ ότι οι εχθροί εσίμωναν να τον πιάσουν, βάνει το κοντάρι του και ακουμπάγει το εις ένα δένδρον και το ξίφος το βάνει εις την κοιλίαν του και αμπώνει το και απέρασέ τον έως την ράχην Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 192r· ένας άνθρωπος των αρμάτων ... είδεν τον υιόν του Τακκά ... και με το σπαθίν επέρασέν τον απέ την μίαν μερίαν ως την άλλην και απόθανεν Μαχ. 6629· (σε μεταφ.): και την καρδίαν μου δεινή επέρασε ρομφαία Θρ. Θεοτ. 64· (μεταφ., προκ. για το κρύο): Και όταν είναι ψύχρα μεγάλη, μη δουλεύεις πολλά, διατί το κρύος ευρίσκει τότε τους πόρους ανοικτούς, όταν είσαι ιδρωμένος, και σε περνά ευκολότατα Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 176. 3) Οδηγώ/μεταφέρω κάπ. κάπου· (συν. στην απέναντι όχθη/ακτή): Βάρκες ορθώθησαν λοιπόν δώδεκα για να πιάσουν/ την νύκτα την ερχόμενη τσ’ ανθρώπους να περάσουν Αχέλ. 889· Ο δε Σελήμ ... έδραμεν ευθύς κάτω εις το ποτάμι, και έβαλε τους τουφεξήδες μέσα εις κάποιες μικρές βάρκες και τους επέρνα εις την πέραν μεράν του ποταμού Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 423· το πλοίον διεσκόρπισεν, επνίγησαν οι πάντες,| μόνον ο Απολλώνιος μέσα εις μικρόν σανίδιν| το κύμαν τον επέρασεν της Τρίπολης τα μέρη Απολλών. 139. 4) α) Μετακινώ κάπ./κ. σε σχέση με (μέσα από, πάνω από κ.τ.ό.) κ. άλλο· (σε μαγικές πράξεις): περούσι τα παιδία των από στόμα λύκου, τάχα διά να ζήσουν Νομοκ. 38518· Μη ευρεθεί εις εσέν απερνάει τον υιό του και τη θεγατέρα του εις την ιστιά, μαντεύγει μαντειές ... Πεντ. Δευτ. XVIII 10· β) (εδώ) σουρώνω: έπαρε νερόν από περιστερών, τούτο το χόρτον, οπού το λέγουν φράγκικα μπέρμπενα, από πήγανον, από χελιδόνιον, τριαντάφυλλα και από αλόην και τούτζια πρεπαράτα από πάσα ένα μισήν δράγμα, κοπάνισε και πέρασέ τα από ψιλόν μανδήλιον και φύλαξέ τα εις μίαν αγαστέρα υαλίνην Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 229. 5) (Χρον.) διανύω, διάγω ένα χρον. διάστημα (κατά ορισμένο τρόπο): και δίχως πρίκες κι όχθρητες, δίχως ζηλειές και φθόνους| περνούσι (ενν. οι γιαθρώποι) τσ’ εβδομάδες τως, τσι μήνες και τσι χρόνους Πανώρ. Πρόλ. 60· Και έτσι με φόβον και τρόμον απεράσαμεν την ημέραν εκείνην και την νύκταν ως νεκροί εις την όψην και μισαπεθαμένοι Ιερόθ. Αββ. 333· Εις τον ποέτα βρίσκομε τον κωμικόν γραμμένο| κι έτσι από τον Τερέντσιο καλά ξεδηγημένο,| πως γιατί αγάπα ο Πάμφιλος την όμορφη Γλυτσέρε| με δίχως ύπν’ ολότελα le notti απέρνα intiere Κατζ. Δ́ 118. 6) (Με αντικ. τη λ. ζωή ) διάγω, ζω: οπού είμαι νέος, ας περάσω καλήν ζωήν, και δεν θέλει λείψει καιρός, διά να δοξάσομεν και τον Θεόν Ροδινός (Βαλ.) 67· Και ως έβλεπε (ενν. ο κύρης Ανδρόνικος) την ασθένειαν αυτού οπού αυξάνει, εδιελογίζετο τι να κάμει και πού να υπάγει και εις τι τόπον να περάσει την ζωήν του ότι το είχεν ως μεγάλην εντροπήν να φαίνεται εις τον λαόν του μετ’ αυτού του ασθενήματος Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 19. 7) Βιώνω, υφίσταμαι κ., υποφέρω μια (συν. δυσάρεστη) εμπειρία: Τῳ αυτῴ χρόνῳ απέθανεν ο Χριστόδουλος ο βαφτισμένος ... και αυτός ήτον Εβραίος και εις την νεότητά του αγάπησεν την πίστιν και εγίνην χριστιανός και πολλά κακά επέρασεν από τους φθονερούς Ιουδαίους Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 23v· πολλές πρίκες και βάσανα έχεις περασμένα Μανολ., Επιστ. 1739· Λοιπόν οι δόλιοι Κρητικοί κίνδυνον επεράσαν| μέγαν από τες λουμπαρδιές, αλλ’ ουκ εδειλιάσαν Διακρούσ. 1087. 8) Υπερβαίνω ένα όριο, ξεπερνώ· (χρον.): να ζήσει (ενν. ο άρχοντας) χρόνους εκατόν και να τους απεράσει| με πλούτον και με έπαινον στον κόσμον να γηράσει Αιτωλ., Ρίμ. Μ. Καντ. 65· Δεν έναι (ενν. ο μισσέρ Γιαννούτσος) κύρης μου, σα λες, μ’ αλλότες είχε πράσσει| εις τα ταξιδια, και έρχοντας μια φούστα ν’ αγοράσει (παραλ. 2 στ.). Και μετά κείνη τοτεσά μ’ αγόρασε κι εμένα,| και ακόμη χρόνους δυόμισι δεν είχα περασμένα Φορτουν. (Vinc.) Β́ 206· (ποσ.): απερνώντες τα όσα εξόδευσαν (ενν. οι Γαλατιανοί), έχουν την άδειαν να τα μαζώξουν από την μέσην τους, διά να έβγουν από το χρέος Επιστ. Μωάμ. 6725· (τοπ.): όταν έγινεν ο κατακλυσμός οπού ήλθε το νερόν δεν απέρασε την κορυφήν αυτεινού του βουνού (ενν. του βουνού Τερέστρο), καλά και τινές λέγουν ότι το νερόν απέρασεν πάσα βουνόν ένδεκα πήχες Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 70v. 9) Παραβαίνω κ.: δεν ημπορώ να περάσω τον ορισμό του Κύριου να κάμω καλό γή κακό από τη καρδιά μου Πεντ. Αρ. XXIV 13· Ότι να ευρεθεί μεσοθιό σου ... ανήρ γή γεναίκα ος να κάμει το κακό εις τα μάτια του Κύριου του Θεού σου να απεράσει τη διαθήκη του. Και έφυγεν και εδούλεψεν είδωλα άλλα και επροσκύνησεν αυτά Πεντ. Δευτ. XVII 2. 10) Παρακάμπτω, αποφεύγω κ.: εις το νησόπουλον ... έχει ξέρην εις την μερέαν της τραμουντάνας και εβγαίνει εις το πέλαγος μισόν μίλι. Και απεράσοντας την ξέρην και έμπεις μέσα το κανάλιν και την στερέα· ’ράξε όπου θέλεις ότι έχει φούντος όσον θέλεις Πορτολ. B 1120· (κ. δυσάρεστο): παρακαλώ ... να γράψει η αδελφότης υμών του εκλαμπροτάτου αυθεντός βαΐλου των Ενετών οπού ευρίσκεται εις την Βασιλεύουσαν ... να γένει επίμων να πάρει έκδοσιν από τον οικουμενικον πατριάρχην ... να μετατεθούμεν εις την Ζάκυνθον, διά να περάσομεν τους κινδύνους της στράτας του Κωνσταντίνου Βελλερ., Επιστ. 5543. 11) α) Aντιπαρέρχομαι κ., αδιαφορώ για κ.: Αλλά αλίμονον εις εσάς τους Φαρισαίους, ότι αποδεκατίζετε το δυόσμον και το πήγανον και κάθε λάχανον, και περνάτε την κρίσιν και την αγάπην του Θεού· Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Λουκ. ιά 42· α) προσπερνώ, παραλείπω κ.: Ημπόρουν διά την φυλακήν να γράψω ακόμη και άλλα| αμή σχολάζω, αφήνω τα, διαβαίνω και περνώ τα,| διά να ’ρθω εις την υπόθεσιν και των φυλακατόρων Σαχλ., Αφήγ. 485. 12) α) Αντιμετωπίζω κ. ή κάπ. (επιτυχώς): Κι αυτός (ενν. ο δεσπότης Άρτας), ως ήτον φρόνιμος, καλά εδιορθώθη·| τους Φράγκους γαρ ερόγεψεν, τον πρίγκιπα Γουλιάμον| και τον αφέντην Αθηνών και τους Ευριπιώτας·| με αυτούς εβοηθήθηκεν κι επέρασεν την μάχην Χρον. Μορ. P 3084· β) κάνω κάπ. να συμμορφωθεί με τις επιθυμίες μου, «καταφέρνω κάπ.»: Μα δίχως να το πεις εσύ και να το δικιμάσεις,| να θες με τα διατάματα μόνο να με περάσεις| εδώ με χάνεις και γοργό πάγω να βρω τον Άδη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 860· Εδάρτε συμβουλεύω σας όλες καλές κυράδες,| αμέτε και μαυλίζετε ύπανδρες και χηράδες,| γελάτε τες ανέγλυτες και τες νοικοκυράδες (παραλ. 2 στ.) τους άνδρες με τα λόγια σας όλους να τους πλανάτε.| Έχετε κι αγαπητικούς, μηδέν αδημονάτε,| κι οπού ’γαπούν και φλέγουνται, με λόγια τους περνάτε Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 651. 13) α) Δίνω, μεταβιβάζω κ. (σε κάπ.): Ανήρ ότι να απεθάνει και υιός δεν είναι αυτουνού … να απεράσετε τη κλερονομιά του εις τη θυγατέρα του Πεντ. Αρ. XXVII 8· Ένι καταστημένον με την ασσίζαν των Ιεροσολύμων ότι η αφεντία των πραγμάτων των χαμένων ουδέν πρέπει κανείς να των περάσει εις κανένα έτερον κορμίν, ότι εις όποιον τόπον οπού ο κύρης ημπορεί να εύρει το πράγμαν του κινητόν τό είχεν χάσει, εντέχεται να το αναλάβει διά όρκου τόν να ποιήσει Ασσίζ. 42323· β) προσφέρω, αφιερώνω κ.: να απεράσεις παν άνοιγμα μήτρας του Κύριου Πεντ. Έξ. XIII 12. 14) Θεωρώ, αντιμετωπίζω κάπ. ως ...: Παρακαλώ σας βασιλείς, αυθέντες και ρηγάδες,| ... σοφοί και διδασκάλοι,| μη με κατηγορήσετε εις τἄγραψα και είπα·| περάσετέ με ως άγνωστον ομάδιν με τον νουν μου,| και ψέξετε τον λογισμόν εμού δε και την γλώσσαν Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 568. 15) Διηγούμαι, εξιστορώ: η υπόθεση ετούτη, την οποίαν εδιηγήθηκα με πάσαν αληθοσύνην και δεν έγραψα ένα πράγμα διά άλλον, μόνον πιστά τα επέρασα, μήτε περισσότερο μήτε ολιγότερο Σουμμ., Ρεμπελ. 193. 16) Δηλώνω, φανερώνω: είπεν (ενν. η Παρθένος) «ηγαλλίασεν» και δεν είπεν ευφράνθη, ή εχάρη. Είναι κάποια διαφορά ανάμεσα εις αυτά τα ρήματα, διότι το εχάρη φέρνει κάποιαν χαράν εις την ψυχήν, αμή δεν περνά τον τρόπον και την διάθεσιν εκείνου οπού χαίρεται Ροδινός (Βαλ.) 93. Β́ Αμτβ. 1) Μεταβαίνω, μετακινούμαι, πηγαίνω α1) σε κάπ. άλλο μέρος: Πλην όταν απεσώσαμεν εις τον αιγιαλόν ετούτον,| επαίρει (ενν. ο Βερδερίχος) το καμήλιν μου, πεζεύει με απ’ εκείνο| και με την κόρην μόνος του περνά εις γην Αιγύπτου Λίβ. Sc. 1734· άφησε (ενν. ο Ευστάθιος ο Πλακίδας) την αυθεντίαν οπού είχεν και έφυγεν να απεράσει εις άλλον τόπον Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 390r· ο βάρβαρος εμάνισε και εις ολίγον καιρόν έρχεται πολεμώντας την Ανατολήν και κουρσεύοντας πολλούς τόπους. Επέρασε δε και εις την Θεσσαλονίκην Εγκ. αγ. Δημ. 109162· (στην απέναντι ακτή/ όχθη): Είχε δε μεγάλην αδημονίαν ο μισσέρ Ρομπέρτος και λύπην, πως δεν έβρισκε βάρκαν να περάσει εις τον Μορέαν Δωρ. Μον. XXIV· Και λέγω προς τον Λίβιστρον: «Εύξου με να περάσω,| και όταν με ίδεις επέρασα, στέκομαι εις την στερέαν,| τότε και συ την θάλασσαν άφοβα να την έμπεις,| και να έλθεις όπου με θεωρείς, δίχα τινός ανάγκης» Λίβ. Sc. 1864, 1865· Τούτη η ταραχή όχι μόνον εσύγχισε πολλά τους Τούρκους οπού ήσαν περασμένοι από το ποτάμι, αλλά πολλῴ μάλλον εκείνους, οπού ήσαν ακόμη εκείθεν του ποταμού διά να περάσουσιν Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 422· α2) (σε κάπ.): Τότε στον αρχιστράτηγον βουλήθη (ενν. τινάς σπαχής) να περάσει Αχέλ. 1200· Η δε, «Ω τρισκατάρατε γέρον», ανταπεκρίθη (ενν. η Μαξιμώ) | «και διά ένα κόπους μοι και τῳ λαῴ παρέσχες,| προς ον μόνη περάσασα, Θεῴ τε καυχωμένη,| άρω αυτού την κεφαλήν και προς υμάς εκφέρω;» Διγ. Z 3469· β) (μεταφ.) σε κάπ. άλλη κατάσταση: στανικώς μου μέλλομαι σε γάμον ν’ απεράσω Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [914]· και ν’ απεράσει (ενν. ο βοσκός) εις μιαν στιγμήν από τον θάνατόν του,| εις μιαν γλυκύτατην ζωήν, με τον ευτυχισμόν του; Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [1460]. 2) Διέρχομαι από ένα μέρος/σημείο: Και περνώντας ο Ιησούς απεκεί, είδεν άνθρωπον οπού εκάθετον εις το κουμμέρκι και τον έλεγαν Ματθαίον Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. θ́ 9· εκέντησεν ο Αχιλλεύς τον άσπρον τον φουδούλον,| χαμογελών επέρασεν εμπρός από την κόρην Αχιλλ. L 836. 3) Εκτείνομαι, φτάνω ως ...: Και έχει (ενν. η Πόλις) πόρτο μεγάλο και καλό. Και έχει κόρφον και περνά πέρα εις τον Γαλατά και έναι μίλι ήμισυ Πορτολ. A 23013. 4) Εισέρχομαι, μπαίνω: ... προβαίνει η Πετρονέλα (παραλ. 1 στ.) και με το γέλιο λέγει μου: «Πέρασε η αφεντιά σου,| κι η μάνα μου λιγοψυχά να ’χει την εμιλιά σου» Φορτουν. Ά 260. 5) (Δια)περνώ: εβάναν του (ενν. του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού) εις το κεφάλι ένα στεφάνι με αγκάθια, τα οποία αγκάθια απερνούσαν εις το κεφάλι του Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 326v· (σε μεταφ.): Αμή όταν θέλει (ενν. ο πόθος) να χωθεί κι εις την καρδιάν να φτάσει| τότες το στήθος σου του κλεις, για να μην απεράσει Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [1166]. 6) Αναχωρώ, αποχωρώ· φεύγω: Αυτού λέγει το δίκαιον περί εκείνων των εγγυτάδων οπού ουδέν έχου να ποιήσουν ως εγγυτάδες, ού αν επέρασαν απέ το ρηγάτον Ασσίζ. 31225· αν δεν αφήσει (ενν. ο Φαραώς) να απεράσει το πλήθος των υιών Ισραήλ, όλα τα νερά της Αιγύπτου θέλω τα κάμει να γένουν αίμα Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 158v. 7) (Χρον.) παρέρχομαι, αποτελώ παρελθόν: Οϊμένα, αποκοιμήθηκα κι επέρασεν η ώρα! Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 1079· Και δεν επέρασεν ένας μήνας και επάρθη η Θεσσαλονίκη υπό των Τουρκών Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 23· απέρασε το κολατσό κι ακόμη δεν εφάνη (ενν. η θυγατέρα μου) Πανώρ. Β́ 51· (συχνά μτχ. χρον. άκλ.): Και απεράσοντας πολλοί χρόνοι, εκατέβη ο Υιός και Λόγος του Θεού, ο Ιησούς Χριστός, Θεός και άνθρωπος Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 12326· Περάσαντα δη μερικός καιρός εσυνάχθησαν πολλοί αρχιερείς, μητροπολίται και επίσκοποι, και έγινε σύνοδος μεγάλη Ιστ. πατρ. 10515· και πάλιν παρευθύς … περάσοντας μίαν ώραν εσήκωσεν πάλιν ωσάν άλλο νέφος πλέον μεγαλύτερον από το πρώτον Διήγ. πανωφ. 56· Περάσοντα δε ολίγος καιρός ηβουλήθη (ενν. ο Ιωακείμ) δευτέραν φοράν να υπάγει εις τον Πούγδανον Ιστ. πατρ. 1409. 8) Παύω, σταματώ, καταλαγιάζω: ωσάν περάσουν οι βροχές, πάλι καλοσυνεύγει Πανώρ. Β́ 256· (εδώ προκ. για υποχώρηση της στάθμης υδάτων): Και εσφαλίστηκαν οι βρύσες της άβυσσος και καταρράχτες του ουρανού και εποκόπην η βροχή από τους ορανούς. Και εστράφηκαν τα νερά αποπάνου την ηγή ... και επέρασαν τα νερά Πεντ. Γέν. VIII 3· (μεταφ.): ο πόνος να περάσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 620· ... οι έγνοιες επεράσασι για την καημένη Κρήτη Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 18314· (με γεν. ή αιτ. προσωπ. αντων.): Το ξύλον οπού αρμένιζε κι εφάνιστή σου εχάθη| σημάδι είν’ Αρετούσα μου, πως σου περνούν τα πάθη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 160· Θωρώ κι ο νους σου στο κακό κι εις τό σε βλάφτει ’ράσσει| κι ο λογισμός οπού ’βαλες δε θε να σου περάσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 458· και εδιάβην ώρα περισσήν ώστε να τον περάσει| ο θρηνισμός, ο πικραμός όν είχεν εκ καρδίας Βέλθ. 399. 9) Ζω α) διαβιώνω (με ορισμένο τρόπο): Άλλοι να έχουν το φλουρί σεντούκια γεμισμένα,| και άλλοι να περνούν πτωχά και στενοχωρημένα Τζαμπλάκ. (Λαμπ.) 80· Ο δε καλός νεότερος και Διγενής Ακρίτης,| απέρνα μεν χαιράμενος ομού μετά της κόρης Διγ. A 2299· να μαθαίνομε πώς περνά η πανιερότη σου Μανολ., Επιστ. 17336· απέρνα ο νεούτσικος με τούτα και με κείνα,| με κόπους, με αναστεναγμούς και με περίσσιους πόνους Τριβ., Ρε 110· β) αντεπεξέρχομαι σε κ., τα βγάζω πέρα· επιβιώνω: Κι απήτις πέσου τα τειχιά, θα δω τι θα γενούσι (ενν. οι χριστιανοί),| πώς έχου να περάσουνε, πού θε να φυλαχτούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 16517· ηξεύρω να περνώ, και όταν έχω και όταν δεν έχω Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Φιλ. δ́ 12 σημ.· Το λοιπόν κάνοντας τόσες μπονάτσες, και μην ημπορώντας οι μύλοι μας να αλέσουν επέσαμεν εις μεγάλη πείνα, και επερνούμαν με μαγέρεμα μόνον και με ό,τι άλλο ηθέλαμεν εμπορεί, όσον οπού ο Θεός ηθέλησεν και ήκαμεν άνεμον, και αλέσαμεν και εχορτάσαμεν και το ψωμί Διήγ. πανωφ. 59. 10) (Σε γ́ πρόσ., για γεγονότα, υποθέσεις κ.τ.ό.) κυλώ, εκτυλίσσομαι, συμβαίνω: Πατριαρχεύοντος δε αυτού, του κυρού Μαξίμου του λογίου, όλα τα της εκκλησίας επερνούσαν ειρηνικά και ασκανδάλιστα Ιστ. πατρ. 11616· εις τον τρόπον ετούτον απέρασε η υπόθεση ετούτη, την οποίαν εδιηγήθηκα με πάσαν αληθοσύνην Σουμμ., Ρεμπελ. 193· Το πράγμα πώς επέρασε κάμε με ν’ αγροικήσω,| και την αλήθειαν ξέσκεπην κι ίσια να την γνωρίσω Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ [167]. 11) Έχω ισχύ, λαμβάνομαι υπόψη· γίνομαι (απο)δεκτός: Ο λόγος σου να απερνά εις όλους τους μπασιάδες,| να σκύφτουν να σε προσκυνούν όλοι οι βοϊβοντάδες Αιτωλ., Ρίμ. Α. Καντ. 87· Τότε ωσάν είδε ο Αλή πασάς ότι δεν απέρασε η βουλή του ... έγραψε χαρτί και έστειλε κρυφά του βασιλέως Παλαιολόγου μέσα εις την Πόλη Χρον. σουλτ. 881· (εδώ προκ. για τη λήψη απόφασης από τη βενετική γερουσία, βλ. και πάρτη 2β): Εσουμπλικάρησα διά την Ζάκυνθον. Ούτως απέρασεν η πάρτε μου εις τας τρεις του Αυγούστου Σεβήρ., Τελ. Σημειωμ. 12311. 12) Επικρατώ, υπερισχύω: Και μέρες περαζόμενες ήλθε να δοκιμάσει| το άλογό του καθαείς, το ποιος για να περάσει Αλεξ.2 332· (εδώ) υπερέχω (σε κ.): όταν δε εγένηκεν δώδεκα χρόνων κείνος (ενν. Βασίλειος ο Ακρίτης),| ως ήλιος απέλαμπεν εις όλα τα παιδία,| απέρνα εις την δύναμιν ώσπερ ανδρειωμένος Διγ. A 1398. 13) Παραβαίνω (κ.): δεν απέρασα από τις παραγγειλιές σου Πεντ. Δευτ. XXVI 13. 14) α) Θεωρούμαι ως ..., έχω συγκεκριμένη φήμη: Ακούσατε του Μωυσή του προφητικοτάτου,| που ’πέρνα διά φρόνιμος εν μέσῳ των Εβραίων Κρασοπ. (Eideneier) I 89· β) θεωρούμαι κ. που δεν είμαι: Τα ήθη μου τα θηλυκά με δαύτην (ενν. την φορεσία) να σκεπάσω,| εις τους βοσκούς ανάμεσα, βοσκός για ν’ απεράσω.| Για να ’κλουθώ και να θωρώ με την ανάπαυσίν μου,| τον Σίλβιον μου τον όμορφον, την ακριβήν ψυχήν μου Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ 162. 15) Υφίσταμαι, υπάρχω: επέρνα καλή αγάπη αναμέσον τους Σουμμ., Ρεμπελ. 175. 16) Μεταβιβάζομαι: εκείνος (ενν. ο Ιησούς), ότι μένει εις τον αιώνα, έχει την ιεροσύνην οπού δεν περνάει· διά τούτο και δύναται να σώζει εις το παντελές εκείνους οπού πλησιάζουσι διά μέσου αυτουνού εις τον Θεόν, έστοντας να ζει πάντοτε εις το να παρακαλεί διά λόγου τους Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Εβρ. ζ́ 24. II. Μέσ. Ά (Μτβ.) υπερβαίνω κάπ. χρον. όριο: Δεν είμαι γέρος ... (παραλ. 1 στ.) Ακόμη τη σαρανταρά δεν είμαι περασμένος,| μα απού την πρίκα έτσι ψαρός είμαι καταστεμένος Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 365. Β́ Αμτβ. 1) Μεταβαίνω στην απέναντι ακτή/ όχθη, διαπεραιώνομαι: και ούτως εμέτρησε (ενν. ο Τουμούτμπεης) τον καιρόν και την ώραν, από τες βίγλες μαθών, οπόταν είναι περασμένοι σχεδόν οι μισοί Τούρκοι εις το ποτάμι, να είναι και αυτός φθασμένος εις τον τόπον, και ευρίσκοντάς τους μοναχούς, χωριστά από τους άλλους, να πέσει απάνω τους να τους κόψει Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 422. 2) (Χρον.) παρέρχομαι, αποτελώ παρελθόν: να μη νυχτώσει ο καιρός και περασθεί το βράδυ Ιστ. Βλαχ. 2141· Τέσσερεις χρόνοι κάτεχε πως είναι απερασμένοι| απού στα φύλλα τση καρδιάς σ’ έχω ζωγραφισμένη Πανώρ. Β́ 285. Φρ. 1) Απερνά (απάνου μου) πνοά ζήλειας = (προκ. για συζυγική πίστη) καταλαμβάνομαι από καχυποψία: ανήρ ... να απεράσει απάνου του πνοά ζήλειας και να ζηλέψει την γεναίκα του ... Πεντ. Αρ. V 14· γή άντρας ος να απεράσει πνοά ζήλειας και να ζουλέψει την γεναίκα του Πεντ. Αρ. V 30. 2) Απερνάγει ο λογισμός μου = ξεχνιέμαι, ξεφεύγω (από την παρούσα πραγματικότητα): Και τούτα άπερ έκαμα και είπα της υμετέρας αγάπης, δεν τα έκαμα διά καύχησιν ή έπαινον, ... αλλ’ έστοντας να ευρίσκομαι εις φυλακήν ... μη έχων τι ποιήσαι εκαθεζόμην και έγραφα τούτα διά να απερνάγει ο λογισμός μου Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 390v. 3) Απερνώ κάπ. εις τα κάστρα = υποδουλώνω κάπ.: και τον λαό απέρασεν (ενν. ο Ιωσεφ) αυτόν εις τα κάστρα από άκρα σύνορο της Αίγυφτος και ως την άκρα του Πεντ. Γέν. XLVII 21. 4) Απερνώ κ. ’λαφρά/κ. μου απερνά ’λαφρά = δεν υφίσταμαι σοβαρές συνέπειες για μια πράξη μου: Ετούτο δε εσκόπησεν (ενν. ο αφέντης Καρυταίνου) στον λογισμόν του ετότε·| ότι, αν λείψει του πρίγκιπος ‒ διατό ήτον τάχα θείος του ‒ | να έχει την συμπάθειον του, ’λαφρά να το απεράσει Χρον. Μορ. H 3239· Ετούτο δε εσκόπησε (ενν. ο αφέντης Καρυταίνου) τότες στον λογισμόν του·| ότι, αν λείψει του πρίγκιπος ‒ διότι ήταν θείος του ‒ | να έχει την συμπάθειον, ’λαφρά να του απεράσει Χρον. Μορ. P 3239. 5) α) Απερνώ ξουράφι ιπί το κεφάλι μου = κόβω τα μαλλιά μου, κουρεύομαι: ανήρ γή γεναίκα ότι να χωρίσει να τάξει τάγμα χωρισμένο να χωρίσει του Κύριου ... όλες τις ημέρες τάγμα του χωρισμάτου ξουράφι να μην απεράσει ιπί το κεφάλι του Πεντ. Αρ. VI 5· β) απερνώ ξουράφι ιπί όλη τη σάρκα μου = ξυρίζω όλο το σώμα μου: Και έτσι να κάμεις αυτωνών να τους καθερίσεις· ράντισε απάνου τους νερά ράντισμα και να απεράσουν ξουράφι ιπί όλη τη σάρκα τους και να σκαμματίσουν τα ρούχα τους και να καθερίσουν Πεντ. Αρ. VIII 7. 6) Απερνώ σοφάρ (βουκίνισμα) = σαλπίζω: και να απεράσεις σοφάρ βουκίνισμα εις τον μήνα τον έφτατο εις τη δέκατη του μηνού, εις την ημέρα των συμπαθημάτων να απεράσετε σοφάρ εις όλη την ηγή σας Πεντ. Λευιτ. XXV 9. 7) (Α)περνώ στον Άδη(ν)/την στράταν της ζωής/από τούτην την ζωήν/από (απού) την ζωήν ετούτη(ν)/του κόσμου = πεθαίνω: Κι ο ’πίσκοπος αρρώστησε ετότες την Τετράδη,| μια μέρα μόνον έζησε κι επέρασε στον Άδη Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 22218· ... της άθλιας της ζωής απέρασε (ενν. ο Αρκύτας) την στράταν Θησ. ΙΆ [98]· με θεϊκόν στόμα εθέσπισαν (ενν. οι πνευματοφόροι πατέρες) και επαράδωκαν τες λειτουργίες, ευχές και ψαλμωδίες και τα χρονικά μνημόσυνα, να γινίσκουνται διά εκείνους οπού περνούν από τούτην την ζωήν Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 424· ΡΟΔΟΛΙΝΟΣ: Πώς τούτο; τάχατες δε ζει πλιον ο δικός τση κύρης;| ΤΣΙΜΟΣΚΟΣ: Επέρασε απού την ζωήν ετούτη ο κακομοίρης Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 374· Εις τέτοια πάθη θες εμπεί και τότες να γεράσεις,| χρειά ’ναι το τέλος σου να ’ρθει, του κόσμου να περάσεις Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 320. 8) Αφήνω κ. να περάσει = δεν δίνω σημασία σε κ.· αντιπαρέρχομαι κ.: μα κείνος οπού δεν πονεί αφήνει να περάσει| το σφάλμα κι ουδέ βούλεται να το καταδικάσει· | παινά το κι ομορφίζει το … Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 137· ... άφησ’ τα αυτάνα, α μ’ αγαπάς, φίλε μου να περάσου·| θωρώ τη φρονιμάδα σου, γροικώ την πονηριά σου·| κατέχω τούτα, οπού μου λες κι οπού μ’ αναθιβάνεις| κι άφησ’ τα να περάσουσι, γιατί τον κόπο χάνεις Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 64. 9) Κ. περνά από κάπ./από λόγου κάπ. = η έκβαση μιας υπόθεσης εξαρτάται από κάπ.: ΘΟΔΩΡΟΣ: Αφέντη Λούρα, η δουλειά τούτη περνά από σένα...| ΛΟΥΡΑΣ: Ανέν περνά από λόγου μου, τάξε τα καμωμένα Φορτουν. (Vinc.) Έ 191, 192. 10) Περνώ την αναγκαίαν χρείαν της ζωής μου = εξασφαλίζω τα απαραίτητα για την επιβίωσή μου: μήτε γεωργούσι (ενν. οι Άραβες), μήτε σπείρουσιν αλλά ... ή άγρια ζώα της ερήμου κυνηγούσι και τρέφονται από τα κρέατα τούτων ή παραφυλάττουσι τους δρόμους φονεύοντες τους οδοιπόρους, και με τούτο περνούσι την αναγκαίαν χρείαν της ζωής τως Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 109. 11) Περνώ άνεμο = (προκ. για το Θεό) στέλνω, εξαπολύω άνεμο: Και εθυμήθην ο Θεός τον Νοαχ και όλο το αγρίμι και όλο το χτήνο ος μετά κείνον εις το κιβωτό, κι επέρασεν ο Θεός άνεμο ιπί την ηγή και εκατάπρυαναν τα νερά Πεντ. Γέν. VIII 1. 12) Περνώ από μιαν ορμίδα, βλ. ορμίδα φρ. 13) Περνώ κάπ. από σπαθί/σπαθίου/σπαθιού, βλ. από 17 Φρ. 14) Περνώ εναντία κ. = αντιστέκομαι, πηγαίνω κόντρα σε κ.: έστοντας να αρπάσθει το καράβι και να μην δύνεται να περάσει εναντία τον άνεμον, έστοντας να αφήσομεν το καράβι εις τον άνεμον, εφερόμεσθαν Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πράξ. κζ́ 15. 15) Περνώ εξεφάντωσιν, βλ. ξεφαντωσις ‑ση Φρ. 1. 16) Περνώ το θάνατο = θανατώνομαι, πεθαίνω: Ήτονε ο νόμος Σαλαμό και όποιο καταλύσου| κρασί καλό και όμορφο αυτόνο να ποτίσου,| για να τους παίρνει το κρασί το φόβο, να μην τρομάσσου,| και μετ’ αυτό το θάνατο άφοβα να περάσου Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 3561. 17) Περνώ τη φούρκα = απαγχονίζομαι: το effe μόνο εξώφευγες, καημένε, να διαβάσεις,| γιατί της φούρκας ήτονε, μην πα να την περάσεις Στάθ. (Martini) Β́ 154. 18) Περνώ στα χέρια κάπ. = περιέρχομαι στην εξουσία κάπ.: αυτοί δεν επεράσασι στα χέρια των εχθρών τους Διακρούσ. 9522. 19) Τα περνώ καλά = ζω ευτυχισμένα: μόνε να δώσει ο Θεός να ζήσεις, να γεράσεις,| χρόνους πολλούς στον θρόνο σου καλά να τα περάσεις Ιστ. Βλαχ. 1232. Η μτχ. περαζόμενος ως επίθ. = 1) α) Που έχει παρέλθει χρονικά, παλιός: να μη χρωστεί ο άνωθεν Μιχελής να πλερώσει τίβοτας για τα λεγόμενα καταλύματα τσι χρονές τσι περαζόμενες Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 25520· και κλαίει (ενν. η γυναίκα) περαζόμενα βάσανα και θυμάται Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 17825· β) που έζησε στο παρελθόν: κι αυτός ο τόπος (ενν. η Τρανσυλιβανία) δεν ήτον ποτέ του βασιλέως,| μόνον εις την υποταγήν ήτον, όχι αλλέως,| του Τούρκου και τον όριζεν κι επαίρναν ’που την Πόλη| φλάμπορ’ οι περαζόμενοι οι αυθεντάδες όλοι Παλαμήδ., Βοηβ. 690. 2) Στην έκφρ. (εις/σε/με) (η)μέρες περαζόμενες = μετά από λίγο καιρό: Εις μέρες περαζόμενες μαλώνουν δυο Εβραίοι Χούμνου, Κοσμογ. 2105· Σε μέρες περαζόμενες εδιάβη ο Κανδάλης Αλεξ.2 2201· Με μέρες περαζόμενες πήγε (ενν. ο λύκος) να τον γυρεύει| εκεί οπού εσύντυχαν, τον σκύλον να τον εύρει Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 3413· Ημέρες περαζόμενες, Φίλιππον πιάνουν πόνοι·| μαντάτα του ηφέρασι, απίστησε Μοθώνη Αλεξ.2 395· ... μέρες περαζόμενες ήλθε να δοκιμάσει| το άλογό του καθαείς, το ποιος για να περάσει Αλεξ.2 331. Η μτχ. παρκ. (α)περασμένος ως επίθ.= 1) α) Που ανήκει ή αναφέρεται στο παρελθόν, που έχει παρέλθει χρονικά, παλιός: ηξεύρουν (ενν. οι άγγελοι) τα πράγματα τα απερασμένα και τα παρόντα και τα μέλλοντα Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 27v· Αγκαλιαστή τηνε (ενν. την Αρετούσα) κρατούν ο κύρης με τη μάνα,| την ώρα που τα χείλη της ετούτα ανεθιβάνα·| μ’ αγάπη τη γλυκοφιλού, με σπλάχνος την ευχούνται,| την περασμένην όργητα πλιο δεν τηνε θυμούνται Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ 1282· Δι’ αυτό εγώ ο πολυπαθής, τέκνον μου ηγαπημένον,| τά έμαθα με πολλή πικριά εις καιρόν απερασμένον,| να σε διδάξω βούλομαι ... Δεφ., Λόγ. 12· Ω κόποι περασμένοι μου, πώς είστε πληρωμένοι| μ’ αντίμεψη πολλά ακριβή!... Ιντ. κρ. θεάτρ. Γ́ 71· εκφρ. τες απερασμένες ημέρες = τις προάλλες, προ ημερών: τες απερασμένες ημέρες ήλθεν εις το παλάτιον ένας γέροντας άνθρωπος Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 11936· περασμένος από τον καιρόν του = ηλικιωμένος, προχωρημένης ηλικίας (βλ. και Somav.): Και δεν είχαν (ενν. ο Ζαχαρίας και η Ελισάβετ) παιδίον, διατί η Ελισάβετ ήτον στείρα· και οι δύο τους ήταν περασμένοι από τον καιρόν τους Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Λουκ. ά 7· β) (αμέσως) προηγούμενος: Εγώ Ντιάνα Κορναροπούλα ... ήκαμα το τεσταμέντο μου με το χέρι εσένα του Γιακουμή Κουρτεζά, νοταρίου, την πρώτην του Φλεβαρίου του περασμένου Διαθ. 17. αι. 88· Τούτη ήτον η ξεφάντωση, τούτο το περιβόλι,| οπού μ’ εκάλεσες προχτές, την περασμένη σκόλη; Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 798· έκφρ. τον (α)περασμένο(ν) χρόνο(ν)/την απερασμένη χρονιάν = πέρυσι: εμέναν μου έχει τον απερασμένον χρόνον οχτώ δουκάτα, και κάνω λογαριασμόν να μην χάσω τίποτες Μπερτολδίνος 162· Και τις μας το ’θελεν ειπεί τον περασμένο χρόνο,| όντε μ’ αποκαμάρωνεν ο κύρης με τη μάνα| κι όντε με σπλαχνικά φιλιά ’ς τσ’ αγκάλες τως μ’ εβάνα ... Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 592· με το να ασθενήσει (ενν. ο Θανάσης Καπούτζος) βαρέως την απερασμένη χρονιάν Έγγρ. μον. Φιλοσ. 114· γ) που έζησε στο παρελθόν: του Τιβερίου καίσαρος του απερασμένου Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 330v· ο οποίος (ενν. ο Θεός) εις τες απερασμένες γενεές άφησεν όλα τα έθνη να περιπατούν τες στράτες τους Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πράξ. ιδ́ 16. 2) Που έχει υπερβεί ένα χρον. όριο: Και ως είδεν ο κόντες το γράμμα της συμφωνίας, και τον καιρόν απερασμένον, και την απόφασιν των κριτάδων, εσιώπησεν Δωρ. Μον. XXIV· έκφρ. καιρόν τον περασμένο = για πολύ καιρό, επί μακρό χρονικό διάστημα: τες ελεεινές και ταπεινές ψυχές των πονεμένω| απού στον Άδη κρίνουνται καιρό τον περασμένο,| απού δεν έχουσι τινά για να τους ελυπάται| η ελεημοσύνη σου, Χριστέ, μόνο να τσι σπλαχνάται Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 863. 3) (Ως γραμμ. όρος) παρελθοντικός: «Μεγαλύνει». Δεν λέγει (ενν. η Παρθένος) εις μέλλοντα χρόνον μεγαλυνώ. Μηδέ εις χρόνον περασμένο εμεγάλυνε, αμή εις ενεστώτα, τουτέστι, τώρα. Αυτήν την ώρα μεγαλύνει Ροδινός (Βαλ.) 67. Ο πληθ. αρσ. της μτχ. παρκ. ως ουσ. = οι άνθρωποι που έζησαν στο παρελθόν: Εδιάβησαν οι παλαιοί χρόνοι των περασμένω| απού προυκιό κιανείς βοσκός δεν είχε γνωρισμένο Πανώρ. Έ 239. Ο πληθ. ουδ. της μτχ. παρκ. ως ουσ. = τα συμβάντα του παρελθόντος: Διού θέλω να εξηγηθώ, την ιστορίαν να αρχίσω,| να παύσω θέλω παντελώς τα περασμένα οπίσω Θησ. Πρόλ. (Κακλ.) 134· «Γιε μου, ας πάψουσιν όλα τα περασμένα,| γή εγώ ’σφαλα γή εσύ ’σφαλες, ας είν’ συμπαθημένα| ...» Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ 1391.
πιαζεντίνος,- επίθ.
Από το βενετ. επίθ. piasentín (βλ. Boerio, λ. formàgio) - ιταλ. piacentino. Λ. πιαζεντί σήμ. ιδιωμ. (Ζώη, Λεξ. Ζακ.2 Β′).
Που προέρχεται από την Πλακεντία (Piacenza) της Ιταλίας (Για το πράγμα βλ. και Παναγιωτάκης [Φαλλίδ. σ. 246 και σημ. 2], Παπαδάκης, Κρητολ. 7, 1978, 57, Κουκ., ΕΕΚΣ 3, 1940, 59): Το τυρί το πιαζεντίνο,| απού το καλό, το φίνο,| που το ’φέρνα οι μαγέροι| εις το στρογγυλό ταλιέρι Φαλλίδ. (Παναγ.) 41.
πλέα (I),- επίρρ., Σταφ., Ιατροσ. 15412, Φλώρ. 896, Σαχλ., Αφήγ. 465, Χρον. Τόκκων 1445, Φαλιέρ., Θρ. (Bakk.-v. Gem.) 313, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 245, Θησ. Γ́ [328], Ριμ. κόρ. 765, Σκλέντζα, Ποιήμ. 153, Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 21, Βεντράμ., Γυν. 118, 238, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 82r, 115v, Πορτολ. A 82, Αχέλ. 238, 1352, Πηγά, Χρυσοπ. 153 (13), 303 (3), 305 (1), Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 393, Πανώρ. Γ́ 142, 358, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 596, Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ́ 37, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 218, 8514, Σταυριν. 1116, Ιστ. Βλαχ. 96, 540, 682, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 3818, 4410, Λίμπον. 40, Προσκυν. Κουτλ. 390 14833, Ροδινός (Βαλ.) 136, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 51, κ.π.α.· πια, Κυπρ. ερωτ. 718 (ή ως επίθ.), 8710, 10013 (ή ως επίθ.), 10219, 1082, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) 655, 9034· πιλιά, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [173]· πλεά (/πλεα), Σαχλ., Αφήγ. 642, Αχιλλ. L 212, Γεωργηλ., Θαν. 98, Βυζ. Ιλιάδ. 373, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 12326, Σταυριν. 397, Διαθ. 17. αι. 9195· πλεία (ή γρ. πλία), Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) ΕΝ 169, Ε 353, ΑΕ 380 κ.α., Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 65, Παλαμήδ., Βοηβ. 296, Σταυριν. 1158, Θρ. Μιχ. 154· πλια, Φαλιέρ., Ιστ.2 147, 698, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 271, Φαλιέρ., Ενύπν.2 24, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 146, 147, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 5163, 5164, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 353, Πεντ. Γέν. IX 11, Πανώρ. Ά 121 δις, Β́ 7, Γ́ 150, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 248, 341, Β́ 68, Γ́ 188, Έ 41, Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ́ 39, Φαλλίδ. (Παναγ.) 171, Βοσκοπ.2 352, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 229, Β́ 365, 688, Γ́ 1210 τρις, Έ 36, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 114, 169, 274, 361, 650, 711, Στάθ. (Martini) Β́ 291, Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 28 δις, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [512], Έ [1357], Λίμπον. 259, Φορτουν. (Vinc.) Β́ 358, Γ́ 442, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 50, Β́ 36, Διγ. O 2244, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 26010, κ.π.α.· πλιαν, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 2130· πλιας, Πιστ. βοσκ. ΙΙΙ 4, 60.
Από πληθ. πλέα (του πλέον)· βλ. και Ανδρ., Λεξ., λ. πλια. Ο τ. πια και σήμ. Ο τ. πλεα σήμ. ιδιωμ. (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ.2 Δ́ 540). Ο τ. πλεία στο Somav. (λ. πλεια) και σήμ. ιδιωμ. (Κωστ., Λεξ. τσακων., λ. πλέα). Ο τ. πλια στο Βλάχ. (πλεια, λ. πλέα) και σήμ. ιδιωμ. (Ξανθιν., Λεξ. δυτικοκρ. ιδιώμ., (μ)πλια, όπου και τ. μπλια, Δημητρίου, Λεξ. Σάμ., Πασχαλούδης, Τερπν. Νιγριτ., κ.α.) και κοιν. λαϊκ. (Κριαρ., Λεξ., λ. πια, βλ. και Μπαμπιν., Λεξ., πια). Η λ. στον Κατσαΐτ., Ιφ. Ά 198, Β́ 294, στο Βλάχ. και σήμ. ιδιωμ. (Μπόγκα, Γλωσσ. Ηπείρου Β́ 91, Κωστ., Λεξ. τσακων., Κόμης, Κυθηρ. Λεξ.).
1) α) Περισσότερο, πιο πολύ: σ’ έκαμεν (ενν. ο Θεός) εις όλους βασιλέα,| και χρεωστείς απ’ ολουνούς να τον φοβάσαι πλέα Ιστ. Βλαχ. 1386· Μοιάζ’ η Αρετούσα τ’ άρρωστου οπού πολλά τον κρίνει| κάηλα βαρά κι όλο διψά, πάντα ζητά να πίνει| κι όσο του δίδουν το νερό, πλια καίγεται και βράζει| και πλια πληθαίνει η δίψα του και πλια τονε πειράζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 3, 4· με τση τιμής περιντυμένη (ενν. η Περηφανειά)| τ’ όνομα, πορπατεί και βασανίζει| πλια από θανατικό την οικουμένη Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 508· Χωρίς γαρ φρόνησιν η δύναμις πλέα βλάβει παρ’ ωφελεί Βασιλ. Κεφάλ. Παραιν. 112· να λευτερωθώ τέλεια ’πό κείνον| απού μ’ έκαψεν πια παρά κανέναν Κυπρ. ερωτ. 1411· β) παραπάνω, επιπλέον: όλα τα άρμενα από δεκατεσσάρων οργίων και απάνω, θέλει να έναι το φίλον των μακρύν ωσάν το αντενάλι και πλεία δύο ποδάρια Καραβ. 50211· γ) (εδώ προκ. για χρον. διάστημα· πβ. 3α): πέμπ’ ευθύς μαντάτα (ενν. ο Μιχάλης) (παραλ. 1 στ.) της ώρας που ’δούν την γραφήν να μην καρτερούν πλεία,| μόνον για να κινήσουσιν γοργά σ’ αυτόν να φτάσουν Παλαμήδ., Βοηβ. 932. 2) α) (Για το σχηματ. του συγκρ. βαθμού επιθ., μτχ. επιθ., επιρρ. ή (με το άρθρο) του υπερθ. βαθμού) πιο, περισσότερο: πια ’φκολον έν’ η θάλασσα να πήξει| παρά ’πού μέναν το λαμπρόν να λείψει Κυπρ. ερωτ. 357· Δεν βολεί, λέγει, να ευρεθεί πράγμα πλέα γλυκύ, πλέα θείον και πλια σεμνόν από την πατρίδα Ροδινός (Βαλ.) 159· βρέθησαν πάντες οι φονεμένοι| δύο χιλιάδες μετρητοί κι οι πλέα προκομμένοι Αχέλ. 717· Πια γλήγορα στη γη να ζήσει ψάρι| κι ο Έρωτας να χάσει το δοξάρι| κι η νύκτα δίχως άστρα και δροσούλα| παρά ν’ αφήσω τέτοια βοσκοπούλα Βοσκοπ.2 293· Χωρίς δε του βαπτίσματος, αν ήτον ο πλέα ευσεβής, δεν ημπορεί να λάβει της μακαρίας εκείνης ελπίδος τα αγαθά Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 5322· (ακολουθούμενο από τον αδύνατο τ. της προσωπ. αντων.): μαθών πως ο άνω ειρημένος παιδαγωγός είναι από όλους ο πλέα του ηγαπημένος, τον κράζει ξεχωριστά και λέγει του ... Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 4736· β) (με το συγκρ. βαθμό επιθ., επιρρ.· συν. με το άρθρο ως υπερθ.): Ποιος άλλος έχει ωσάν εσέ στρατιώτες αντρειωμένους (παραλ. 1 στ.); Ο πλια μικρότερος σ’ αυτούς ’ξάζει τον πλια μεγάλο,| ’ξάζει τον πλια καλύτερον απ’ το φουσσάτο τ’ άλλο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 1455, 1456· με τον πλέα ευκολότερον μόδον τον κάνομεν πάλι τον υιόν σου να επιστρέψει απού την διδασκαλίαν εκεινού του πλάνου Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 8517· ημείς οι παραβάται των θείων εντολών είμεστεν οι πλέα δυστυχέστεροι και ταλαίπωροι άνθρωποι του κόσμου Δαμασκ. Στουδ., Διάλ. 452· τα πλούτη εις τους νέους πλια γρηγορύτερα είναι υπηρέτης των ηδονών παρά της αρετής Πηγά, Χρυσοπ. 305 (1)· γ) (με ουσ.· εδώ ισοδυναμεί με το «καλύτερος», «ικανότερος», «μεγαλύτερος», βλ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β́ 231· βλ. και πλέα (II), πλέον (II) 1β): Θέλεις να δεις στον ζαριστήν έναν καλόν σημάδιν; Οπὄναι πλέα μάστορας, έναιν και πλεά ρημάδιν Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 169. 3) α) Πια, στο εξής, από εδώ κι εμπρός: τρέχαν και πιλαλούσι,| και πλέα δεν ακαρτερούν σ’ εμάς ν’ αντισταθούσι Αλεξ.2 1650· στην Πόλιν έδραμαν, στον μέγα βασιλέα,| διά να ’χουσι το σκέπος του, να μην φοβούνται πλέα Κορων., Μπούας 6· να μη κραχτεί πλια το όνομά σου Αβράμ και να είναι το όνομά σου Αβραάμ, ότι πατέρα μάζωμα εθνών έδωκά σε Πεντ. Γέν. XVII 5· (με τον αδύνατο τ. της προσωπ. αντων. ενδεχομ. για έμφαση ή/και δήλωση προσωπικής συμμετοχής): η Κορίσκη πονηρή, δεν με θωρεί πιλιά της| τόσ’ αχαμνόν κι αδύναμον αγαφτικόν κοντά της Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [1286]· Πόθε σκληρέ, άπον’ έρωτα, κι είντα ανιμένω πλια μου,| λειψός εκ την αγάπη μου, γδυμνός εκ τη φιλιά μου; Ροδολ. (Αποσκ.) Έ 525· (κυρίως για να υποδηλώσει κ. οριστικό και τελεσίδικο): Ήπρεπέ σου πρωτύτερα αυτά δα να λογιάζεις,| μα τώρα δεν είν’ πλια καιρός αυτά να λογαριάζεις Αλφ. 1126· β) επιτέλους: Τριπλόν πάθος σε τούτα που διαβάζω| αν έχω θάρρος θέλω να παθιάσω·| και αν έν’ και πια να βγω ’χ τα πάθη ολπίζω,| όμως πλάσιν για σεν δεν απολπίζω Κυπρ. ερωτ. 707· Πιάσ’ την κακόμοιρε δειλέ, τι ακαρτερείς πιλιά σου,| λογιάζεις νά ’ρθει μοναχή, νά μπει στην αγκαλιά σου; Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [173]. 4) Πρωτύτερα, πιο μπροστά: εκείνο που δεν ήξευρα μηδ’ άκουσά το πλέα,| πως είναι του Θρασύμαχου παιδί του βασιλέα,| μου ’πε, το ποιο πρωτύτερας αν ήθελα γροικήσει,| τόσα περίσσα και πολλά δεν ήθελα μανίσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 347. Εκφρ. 1) Το πλέα = το περισσότερο, το πολύ πολύ: Τα εξάρτια ενός καταρτίου οργίες δεκάξι ήμισυ, το πλέα έως δεκαπτά Καραβ. 49910. 2) α) Πλια (...) παρ’ άλλη/ο (πβ. πλέα (ΙΙ), Έκφρ. 1) = περισσότερο από κάθε άλλη/ο ή πιο ... (= συγκρ.) από κάθε άλλη/ο: τούτο με παρηγορά στον κόσμο πλια παρ’ άλλο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ 180· σ’ αγαπά εσένα πλια παρ’ άλλη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 930· έδειξε τούτη η φορεσά όμορφη πλια παρ’ άλλη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 510· β) πλια παρά φοράν άλλη / πλια παρά ποτέ = περισσότερο από κάθε άλλη φορά: απόψε πλια παρά φοράν άλλη είχε με σηκώσει| το πρικαμένον όνειρο που είδα πριν ξημερώσει Ροδολ. (Αποσκ.) Ά 535· τώρα πλια παρά ποτέ λέγω και τω δυονώ σας,| τούτους τσι δυο να πάρετε, στην ψη μου, για καλλιό σας Πανώρ. Δ́ 75. 3) α) Όσο (πλια) ... πλια τόσο/((ε)τόσο(ν)) πλια ή πλέο(ν) = όσο (περισσότερο) ... τόσο περισσότερο: όσο τση φεύγει τση φωτιάς πλια τόσο τση σιμώνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 487· Όσο πλια λες κι είναι βαρύ ετούτο το μαντάτο,| ετόσο πλια τα λογικά μού βάνεις άνω κάτω| κι ετόσο πλια αυτή η καρδιά με ξεκινά και θέλει| να μάθω τι ’ναι το βαρύ κακόν οπού μας μέλλει Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 149‑51· απ’ άθρωπο σταλαρισμό μηδεποσώς δεν έχει,| αμ’ όσο πλια ’μποδίζεται, πλια θυμωμένος τρέχει Πανώρ. Γ́ 404· όσο πλια το νικημένο αξίζει,| τόσον ο νικητής πλέο τιμάται Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. γ́ [89]· β) όσο ... τόσο και πλια = όσο ... τόσο και περισσότερο: όσο και δυναμώνουσι, τόσο και πλια δριμώνου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 1795· γ) όσο πλια ... τόσο και πλιότερα = όσο περισσότερο ... τόσο και περισσότερο: όσο πλια η Μοίρα στα ψηλά τον άθρωπο καθίζει,| τόσο και πλιότερα πονεί, όντε τονε γκρεμνίζει Ερωτόκρ. Δ́ 609. — Βλ. και πλέα (II), πλέον (I), (II), πλέος.
πληθαίνω,- Διδ. Σολ. Ρ 110, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 129, Λίβ. Esc. 3635, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 238, Φαλιέρ., Θρ. (Bakk.-v. Gem.) 108, Θησ. Γ́ [805], Χούμνου, Κοσμογ. 615, 1148, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1276, 4698, Πικατ. 438, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 18v, 36v, 82v, Πεντ. Γέν. VII 17, Έξ. I 12, XXXVI 5, Αρ. XXVI 54, Δευτ. I 10, Βυζ. Ιλιάδ. 892, Πηγά, Χρυσοπ. 71 (12), Πανώρ. Ά 174, Γ́ 326, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 133, Β́ 92, Γ́ 289, Κατζ. Έ 47, Πιστ. βοσκ. II 1, 68, Ιστ. Βλαχ. 18, 2198, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 5032, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 58, Β́ 306, Έ 30, Στάθ. (Martini) Πρόλ. 17, Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 283, Διήγ. πανωφ. 56, Διήγ. ωραιότ. 425, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [117], Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 515, Ιντ. β́ 110, Ροδινός (Βαλ.) 103, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 189, Διακρούσ. 834, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1654, 28518, 44820, κ.π.α.· αόρ. (ε)πλήθυνα, Χρον. Μορ. H 3473, 3748, Χρον. Μορ. P 3473, 3748, Μαχ. 814, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 530, Απόκοπ.2 151, 284, Κορων., Μπούας 127, Απόκοπ. Επίλ. I 551, Σουμμ., Ρεμπελ. 157, 166, Χριστ. διδασκ. 71, Λεηλ. Παροικ. 616· πληνθαίνω, Πιστ. βοσκ. V 7, 63· μτχ. παρκ. πληθυσμένος, Αλεξ.2 1929· πλησεμένος, Σκλέντζα, Ποιήμ. 1129.
Από τον αόρ. του πληθύνω (Για το σχηματ. βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Ά 295). Για τη μτχ. παρκ. πλησεμένος πβ. μτχ. πληθεμένος στο Βλάχ., καθώς και σημερ. ιδιωμ. πλησιαίνω (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ.2 Δ́ 542, Ξανθιν., Λεξ. δυτικοκρ. ιδιώμ.). Η λ. στο Βλάχ., σε έγγρ. του 18. αι. (Τσελίκας, Θησαυρ. 11, 1974, 166), στον Κατσαΐτ., Ιφ. Αφ. 68, Δ́ 661 και σήμ.
I. Ενεργ. Ά Μτβ. 1) α) Αυξάνω (σε αριθμό ή ποσότητα), πολλαπλασιάζω: Αν έχεις φίλους, κράτει τους και πάντα πλήθαινέ τους,| ότι αν σε λείψει τίποτες και χάσεις το εδικόν σου,| και σώζουσιν οι φίλοι σου εξ όσο οπού σε λείπει Σπαν. (Ζώρ.) V 312· Τούτα τα λόγια στους γονιούς τα δάκρυα επληθύνα| και πλια δριμιά και πλια πρικιά εκλάψαν μετά κείνα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 1701· να πληθαίνου οι ουρανοί το πράμα και το βιον τως Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ 1486· (με σύστ. αντικ. επιτ.· για το πράγμα βλ. Ανδρ., Αθ. 47, 1937, 191-2): Προς τη γεναίκα είπεν (ενν. ο Κύριος ο Θεός): «πληθυμό να πληθύνω τις πείραξές σου και το γάστρι σου ...» Πεντ. Γέν. III 16· β) παρέχω πολλούς απογόνους σε κάπ., αυξάνω τον πληθυσμό: είπεν (ενν. ο Θεός) προς εμέν (ενν. τον Ιαακώβ): «ιδού εγώ καρπύνω σε και να σε πληθύνω ... και να δώσω την ηγή ετούτη της σποράς σου ...» Πεντ. Γέν. XLVIII 4· αυτείνοι (ενν. ο Παν κι ο Ηρακλής), οπού πληθαίνουσι πάντα τους το κουράδι,| θέλουν βοηθήσει κι εκεινών, που τους λατρεύου ομάδι Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [1101]· γ) αυξάνω σε ένταση, μεγαλώνω, δυναμώνω: τη δύναμή του (ενν. του Ρωτόκριτου) επλήθαινε τσ’ αφέντρας του η αγάπη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 1290· Τόσον κι αυτή (ενν. η φωτιά) την λάβραν της αυξαίνει και πληθαίνει,| κι έτσι το γληγορότερον σε στάκτη κατανταίνει Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [55]· οι τζιτζίροι την φωνήν στα δένδρη επληθαίναν,| βουνά, λαγκάδια, ουρανόν και γην εξεκουφαίναν Αχέλ. 1090· Η Δέσποινα θωρώντας τους το θρήνο να πληθαίνου,| να λακταρίζου, να πονού, να πέφτου ν’ αποθαίνου,| παρηγοριά, παρηγοριά στους μαθητάδες όλους Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 4130· δ) (προκ. για θάλασσα, ποταμό) φουσκώνω: το κακό ουκ έπαυσε ...| και κτύπους και αστραπόβροντα όλην την μέρα κάνει| και τόσον οπού σήκωνε την θάλασσα πληθαίνει| και λέγαμεν: «κατακλυσμός, Χριστέ μου, να μην γένει» Διήγ. ωραιότ. 423· (σε μεταφ.): Στο περιγιάλι του Έρεβου, στης Λήθης το ποτάμι,| όπου φυσούν οι ακάθαρτοι ανέμοι, θέλεις δράμει·| εκεί, με κλάημα θλιβερό, να στέκεις να πληθαίνεις| παντοτινά τους ποταμούς και πλια να τους θολαίνεις Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 369. 2) Δίνω επιπλέον, προσθέτω: Ο πλούσιος να μη πληθύνει και ο φτωχός να μη ολιγοστέψει από το μισό ’ξάγο, να δώσει το χώρισμα του Κύριου να συμπαθήσει ιπί τις ψυχές σας Πεντ. Έξ. XXX 15· Εγώ δεν ήθελα ποτέ πίκρ’ άλλη να σου δώσω,| μήτε στην παίδα σου καμιάν παίδ’ άλλην να πληθύνω Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [1125]. 3) (Μεταφ.) βοηθώ στην προκοπή κάπ.· ευνοώ, ευλογώ: να ζεις ειρηνικά, να σε αγαπώσι πάντες,| να έχεις χάριν εκ Θεού πάντα να σε πληθαίνει Διδ. Σολ. Ρ 138. Β́ Αμτβ. 1) α) Αυξάνομαι σε αριθμό ή ποσότητα: οι Τούρκοι επληθαίνασι κι οι Φράγκοι ελιγαίνα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 4554· να πληθύνουν οι μέρες σας και οι μέρες των παιδιών σας ιπί την ηγή Πεντ. Δευτ. XI 21· επληθύνασι ... αι αμαρτίαι Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 402· είπασιν πολλά κι επλήθυναν οι λόγοι Χρον. Μορ. P 7566· πληθαίνει η φρόνεση κι η γνώση στο κορμί του Ροδολ. (Αποσκ.) Β́ 27· β) αποκτώ πολλούς απογόνους, πολλαπλασιάζομαι: ευλόγησεν ο Θεός το Νόαχ και τα παιδιά του και είπεν αυτωνών: «καρπύνετε και πληθύνετε και γεμώσετε την ηγή» Πεντ. Γέν. IX 1· εις τον ερχόμενον καιρόν γεννούνται αρνιά σαν γάλα,| κι ευξάνα και πληθύνασι πλιότερα παρά τ’ άλλα Χούμνου, Κοσμογ. 1488· γ) (προκ. για ζωντανούς οργανισμούς) αυξάνομαι σε μέγεθος, μεγαλώνω, αναπτύσσομαι: ωσάν από μικρόν αβγό πουλί μικρόν εβγαίνει,| τρεμουλιασμένο κι άφαντο και με καιρό πληθαίνει,| κάνει κορμί, κάνει φτερά, κάθ’ ώρα μεγαλώνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 308· Για σένα (ενν. Έρωτα) πάσα φύτρο πρασινίζει,| πάσα δεντρό πληθαίνει και ξαπλώνει,| κι αθούς και ’πωρικά μασε χαρίζει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 610· δ) αυξάνομαι σε ένταση, μεγαλώνω, δυναμώνω· εντείνομαι: Καθώς πληθαίνει μια φωτιά, όντε κιανείς τση βάλει| κλαδιά και ξύλα πλιότερα ... (παραλ. 2 στ.), τέτοιας λογής επλήθυνε και πλια μεγάλη εγίνη| η μάνητα του βασιλιού Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 89, 93· πληθαίνει η δίψα του Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 4· καθημερνώς επλήθαινεν η όχθρητα κι η μάχη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 855· ο πόθος τως επλήθυνε, κι αμέτρητος εγίνη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 378· άρχισε να πληθαίνει ο αέρας και να φουσκώνει την θάλασσαν Καλόανδρ. (Δανέζης) 59 (31v)· Ο πόλεμος επλήθαινε με ταραχή μεγάλη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 1103· ε) (προκ. για εξουσία) επεκτείνομαι, ενισχύομαι: ο βασιλέας της Κωνσταντίνου Πόλης| ερρίζωσεν εις τον Μορέαν κι επλήθυνε η αφεντία του Χρον. Μορ. H 6275· στ) (προκ. για οδό) μακραίνω: ότι να πληθύνει από εσέν η στράτα, ... ότι να μακρύνει από εσέν ο τόπος ος να διαλέξει ο Κύριος ο Θεός σου να βάλει το όνομά του εκεί Πεντ. Δευτ. XIV 24· ζ) (προκ. για θάλασσα, ποταμό) φουσκώνω: πληθύνει θέλει η θάλασσα τον κόσμον να σκεπάσει Ρίμ. θαν. 144· Ώσπερ είς μέγας ποταμός όσον στα κάτω τρέχει| και άλλα παραπόταμα εδώ κι εκείθεν έχει,| τόσον μεγάλος, φοβερός γίνεται και πληθαίνει| και με την βιαν περσότερην και όχλον κατεβαίνει Αχέλ. 351· έχει ... τοιαύτην φύσιν τούτο το ποτάμι, όλον τον χειμώνα να στέκεται εις τον τόπον του, το δε καλοκαίρι ... να αρχίζει να πληθαίνει και να αναβαίνει Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 262. 2) (Μεταφ.) προκόβω, προοδεύω (σε κ.): Εθώρου κι εμεγάλωνες ωσά δεντρού κλωνάρι| κι επλήθαινες στες αρετές, στη γνώση και στη χάρη Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 380· να ζεις ειρηνικώς, να σε αγαπούν οι πάντες,| να σε έχει χάριτα ο Θεός και πάντα να πληθαίνεις Σπαν. (Ζώρ.) V 257. 3) Συνεχίζω (να κάνω κ.) πιο έντονα, εντείνω (κάπ. δραστηριότητα): αυτός ο άθεος (ενν. ο Σάρβαρος) εποδέκτηκεν τα δώρα τως (ενν. των Ρωμαίων) ... λέγοντας πως τα παίρνει ωσάν πράγματα εδικά του ... και εις ολίγον να τον ανιμένουσι να τα πάρει όλα και να κόψει ολωνών τα κεφάλια τως, διότις η δύναμίς του είναι πολλή και μεγάλη. Και δεν το αφήνει ως εδώ, μα πληθαίνει ο ασεβής και λέγει τως να μη θαρρούσι εις τον Θεόν τως, οδιατί δεν είναι ουδεμία βοήθεια δυνατή να τους εβγάλει απού τα χέρια του Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 400· Κιαμιά φορά με φρόνεψη την Αρετούσα εθώρει (ενν. ο Ρωτόκριτος),| για να γνωρίσει είντα καρδιά κι όρεξην έχει η κόρη (παραλ. 2 στ.). Την πρώτη εστράφη απολιγού, τη δεύτερη πληθαίνει,| την τρίτη παίρνει αποκοτιά, πλια παραμπρός εμπαίνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 2113. 4) Γεμίζω, είμαι γεμάτος (από κ.): ήλεγα πως δεν φκαιραίνει| το σακούλι, μα πληθαίνει·| μα σαν εγύρισε ο τροχός,| εφαλίρισα ο φτωχός Φαλλίδ. (Παναγ.) 68· απής ετούτοι οι θαυμαστοί ερώες αφεντέψα| τον τόπον μας ...,| πάντα ... απ’ ευτυχιές πληθαίνει,| κι εισέ τιμές και χάριτες κι εις αφεντιές εμπαίνει Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 71. II. (Μέσ.) αυξάνομαι, πολλαπλασιάζομαι: να πληθυνθεί το σπέρμα μου ως άμμος της θαλάσσου Χούμνου, Κοσμογ. 720. Φρ. 1) Πληθαίνει τ’ όνομα/η τιμή (κάπ.) = αποκτώ μεγαλύτερο κύρος, σεβασμό, δόξα (πβ. φρ. αυξάνω το όνομα, την τιμήν, λ. αυξάνω Εκφρ.): Τώρα λογούμαι βασιλιός, τώρα μπορά καυχούμαι| πως τέτοιον άξιο νησί στα χέρια μας κρατούμε.| Τώρα πληθαίνει τ’ όνομα Τομάνο Μαουμέτη,| να με τρομάσσου οι χριστιανοί, να λέσινε «μεντέτι»! Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 5781· Υιέ μου, αν τύχεις πούπετε και ιδείς καλλιότερόν σου,| δος του προτίμησιν πολλήν, δος του τιμήν μεγάλην·| και ούτω ανεβαίνει ο έπαινος, πληθαίνει και η τιμή σου Σπαν. (Ζώρ.) V 166. 2) Πληθαίνουν τα ρόδα (μου) = κοκκινίζω (στο πρόσωπο) (από αιδημοσύνη, συστολή): λέγω τση: «Κερά, κρασί δεν πίνω, (παραλ. 1 στ.) α δε θεληματέψει η ομορφιά σου| να ’ναι με το φιλί το κάλεσμά σου».| Ως ήκουσ’ είντα τση ’πα, άφτει και σβήνει·| ωσάν το σφακολούλουδον εγίνη·| τα ρόδα τση επληθύνασι κι εφάνη| ωσάν εις το σκοτίδι πυροφάνι Βοσκοπ.2 207. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = 1) Γεμάτος (Για τη σημασ. βλ. και Τσοπ., Ελλην. 32, 1980, 157): πάλι τους ερώτησε (ενν. ο Αλέξανδρος τους Δραχμάνες): «Ζωή ’ναι πληθυσμένοι| εκείνοι π’ αποθάνασι κι είναι στη γη βαλμένοι;» Αλεξ.2 1929. 2) Πολυπληθής, άφθονος: Έχετε, είπεν (ενν. ο Ιησούς), τα πτωχά πολλά και πλησεμένα,| αμέ ουκ έστι δυνατόν να ’χετε πάντα εμένα Σκλέντζα, Ποιήμ. 1129. — Βλ. και πληθύνω.
πλήθιος,- επίθ., Χρον. Μορ. P 5594, Διήγ. Αλ. V 56, Συναξ. γυν. 644, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 85v, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1024, Διήγ. Αλ. Σεμίρ. M 17, Ιστ. Βλαχ. 1460, Σουμμ., Ρεμπελ. 158, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 92· πλήσιος, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1634, Αγν., Ποιήμ. Β́ 20, Ιμπ. (Legr.) 343, Δεφ., Λόγ. 317, Ιντ. κρ. θεάτρ. Β́ 44, Γ́ 2, Δ́ 172, Πιστ. βοσκ. I 1, 320, III 3, 131, Βοσκοπ.2 133, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [772], Β́ [478], Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 76, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1359, 3049, Τζάνε, Φιλον. 58727, Προσοψάς, Δράμα γενν. Τυφλού 87, 140, Κονταράτος, Στίχ. πολιτ. 268, 404, Βεστάρχης, Στίχ. πολιτ. Ελεάζ. 496, κ.α.· πλησίος, Αχέλ. 2015, Σουμμ., Ρεμπελ. 157· πλήσος, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 15, 786, 5261, Βεντράμ., Φιλ. 99, Δεφ., Σωσ. 50, Αχέλ. 569, Πανώρ. Πρόλ. 25, Ά 7, Β́ 108, Γ́ 497, Δ́ 103, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Αφ. 30, Πρόλ. 29, Β́ 136, Γ́ 264, Έ 30, Φαλλίδ. (Παναγ.) 106, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 2259, 2317, Στάθ. (Martini) Ά 60, Γ́ 17, Ροδολ. (Αποσκ.) Αφ. 17, Ά 146, Γ́ 382, Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 139, Ά 312, Δ́ 10, Έ 126, Ιντ. β́ 172, Λεηλ. Παροικ. 330, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1612, 30724, 36913, κ.π.α.
Από το ουσ. πλήθος και την κατάλ. ‑ιος (βλ. ΛΚΝ, στη λ.· για διαφορ. ετυμ. βλ. Γεωργακ., BZ 38, 1938, 99-100, 103, Χατζιδ., Αθ. 29, 1917, 215 και Ανδρ., Λεξ., στη λ.). Ο τ. πλήσιος πιθ. με επίδρ. του επιθ. πλούσιος (βλ. Γεωργακ., BZ 38, 103· για διαφορ. προέλ. βλ. Ανδρ., Λεξ., λ. πλήσιος)· απ. στο Du Cange, στη λ., στον Κατσαΐτ., Ιφ. Αφ. 48, Πρόλ. 66 και σήμ. ιδιωμ. (Ξανθιν., Λεξ. δυτικοκρ. ιδιώμ., Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ., στη λ.). Ο τ. πλήσος στο Βλάχ. και σήμ. ιδιωμ. (Πασπ., Γλωσσ., λ. πλείσα, Πασπ., Γλωσσ., λ. πλείσα). Η λ. στο Du Cange, στον Κατσαΐτ., Κλ. Β́ 695, Γ́ 44 και σήμ. λαϊκ. (Κριαρ., Λεξ.) και λογοτ. (ΛΚΝ).
1) α) (Προκ. για ποσότητα, αριθμό) πάρα πολύς, άφθονος, αναρίθμητος: εάν το φλέγμα έναι πλήθιον εις κανέναν άνθρωπον, ... κράζεται φλεγματώδης Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 19r· δουκάτα ’χω αμέτρητα, φουσσάτα έχω πλήθια Αλεξ.2 693· Φαγιά ’χανε (ενν. οι σολντάτοι) πλησιότατα οπού επερισσεύγα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 4423· Εκεί καλά μαλώνασι, μα οι Τούρκοι ήτον πλήσοι,| κι όλοι οι χριστιανοί κι αν ήρθασι, δε θέλα τσι γυρίσει Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 20217· β) πολύ μεγάλος: θόρυβος πλήσος γίνετον και ταραχή μεγάλη Αχέλ. 392· με μιαν ασχόλαστον σπουδήν, με πλήσιαν προθυμίαν,| έμαθε την ιταλικήν γλώσσαν με ευκολίαν Λίμπον. 145· εβάλθηκα το πέλαγος το πλήσο| μ’ έτσι μικρό κι ανήμπορο καράβι ν’ αρμενίσω Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Αφ. 57. 2) Περισσότερος, μεγαλύτερος: Μη στοχαστείς τα μερτικά να είνιαι όλα ίσα,| αμέ όποιος λείπεται αρετή δώσ’ του την μοίρα πλήσα Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 278. 3) (Προκ. για πρόσωπο) εξαιρετικός, σπουδαίος: Ήτον (ενν. η Παρθένος Μαρία) στη νήστεια πρόθυμη, στο παρακάλιο πλήσα,| κι εις την ελεημοσύνη τση, στην εσπλαχνιά, περίσσα Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 4336.
πλούτος (II)- το, Σπαν. B 140, Σπαν. O 97, Διδ. Σολ. Ρ 10, Διγ. Z 2522, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 461, 1570, Χρον. Μορ. H 3011, 4142, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 250, Αχιλλ. (Smith) N 323, Τζαμπλάκ. (Λαμπ.) 95, Αλφ. 14113, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 137, Διήγ. Βελ. χ 102, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 692, Παρασπ., Βάρν. C 214, Μαχ. 55226, Θησ. Δ́ [813], Ch. pop. 654, Νεκρ. βασιλ. 73, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 610, 792, Ιμπ. (Legr.) 20, Διήγ. Αλ. G 27435, Περί γέρ. (Δαν.) 27, Πεντ. Γέν. XII 5, XIII 6, Δευτ. VIII 17, Αχέλ. 529, Χρον. σουλτ. 5813, Παϊσ., Ιστ. Σινά 2194, Πανώρ. Δ́ 80, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.), Πρόλ. 45, Γ́ 215, Δ́ 323, Φαλλίδ. (Παναγ.) 43, Παλαμήδ., Βοηβ. 393, Μπερτόλδος 58, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 71, Β́ 2408, Έ 995, Ροδολ. (Αποσκ.) Β́ 94, Διήγ. ωραιότ. 729, Φορτουν. (Vinc.), Γ́ 380, Δ́ 357, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 358, Διακρούσ. 1123, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 54121, 56726, κ.π.α.
Το μτγν. ουσ. πλούτος το. Η λ. και σήμ. λαϊκ. (Κριαρ., Λεξ.).
1) α) (Μεγάλη) περιουσία: έκαμε (ενν. ο Ψαμμήτιχος) πλούτος περισσό, βίος, πολύ λογάρι Βεντράμ., Φιλ. 131· Ήκουσες πώς οι βασιλείς εχάσαν βασιλείας, (παραλ. 1 στ.) χώρες και κάστρη περισσά, μεγάλας αφεντίας,| πλούτη, λογάρι’ αρίφνητα, μεγάλες επαρχίας Ντελλαπ., Ερωτήμ. 625· (μεταφ.): Γυναίκα εξανέντροπην τινάν ουδέν φοβείται (παραλ. 2 στ.) μόνον κακά λογιάζεται, ξυπνή κι όντα κοιμάται.| Κι αν έναι και πτωχή γυνή και να ’χει πονηρία,| της φαίνεται το πλούτος της έχει το στη μανία Βεντράμ., Γυν. 58· β) αγαθά μεγάλης αξίας· β1) υλικά αντικείμενα με μεγάλη οικονομική αξία (τιμαλφή, χρήματα κ.τ.ό.): Μα πάντα πλούτη και χαρές να ’ναι στ’ αρχοντικό σας| κι όλες του κόσμου τες τιμές να ’χει το πρόσωπό σας Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1369· έστειλε (ενν. ο βιζίρης) κι εξεκλείδωσε τες πόρτες (ενν. της χώρας), για να μπουνε| κι έτρεχε όλος ο λαός, τα πλούτη για να βρούνε Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 55916· β2) (μεταφ.) πολύτιμες πνευματικές ιδιότητες: κι είναι το πνέμα λεύτερο, προβλέπει και κατέχει (παραλ. 1 στ.) εκείνον οπού ογλήγορα έχει άθρωπος να πάθει (παραλ. 1 στ.) κι έτσι γιατί είν’ αθάνατο, του εδόθη η χάρη τούτη| κι είναι μεγάλο χάρισμα απάνω εις τ’ άλλα πλούτη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 120. 2) Μεγάλη ποσότητα, αφθονία: ελπίζει να της χωρισθεί να ορμαστεί άλλην, ή διά κάλλος ευμορφότερον, ή διά πλούτος προικός Ελλην. νόμ. 53019. 3) Ευημερία, ευμάρεια: Μα ποιος να πέσει σε φτωχειά, στα πλούτη μαθημένος,| και να μην έχει βάσανα πάσα καιρό ο καημένος; Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 313· άλλοι το πλούτος πεθυμού και τη φτωχειά μισούσι,| κι άλλοι ξετρέχου το κακό, σπουδάζου να το βρούσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 207· (σε προσωποπ.): αφόν εσίμωσε (ενν. ο Παλαμών), για να σεβεί την θύραν,| ήβρε το Πλούτος πὄστεκε την θύραν να φυλάγει Θησ. Ζ́ [702].
ποθέν,- επίρρ., Προδρ. (Eideneier) II 98, Χρον. Μορ. H 1289, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 379 κριτ. υπ., Χρον. Τόκκων 2915, 3618, Παϊσ., Ιστ. Σινά 904· ποθέ, Σκλέντζα, Ποιήμ. 149, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 1599, 78213· ποθενά, Λούκαρ., Διάλογ. 22919· ποθές, Άσμα σεισμ. 19, Σκλάβ. 67, Τριβ., Ρε 153, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 439, Πανώρ.2 Β́ 72, 250, Κατζ. Β́ 6, Έ 48, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 71413, Πιστ. βοσκ. II 2, 73, IV 3, 180, Φαλλίδ. (Παναγ.) 190, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 3917, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 1851, Δ́ 475, Έ 1388, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 239, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) Πρόλ. 38, Στάθ. (Martini) Γ́ 247, 289, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 63v, 73v, Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 151, Φορτουν. (Vinc.) Ά 196, Γ́ 570, Ιντ. δ́ 161, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 22422, 41013, 5174, κ.α.· πουθέν, Χρον. Μορ. P 2820.
Το αρχ. επίρρ. ποθέν (L‑S, λ. πόθεν). Ο τ. ποθενά (για την προέλ. του οποίου πβ. Ανδρ., Λεξ., λ. πουθενά, ΛΚΝ, λ. πουθενά και Γεωργακ., B-NJ 14, 1938, 82-3) και σήμ. στο κρητ. ιδίωμα (Ξανθιν., Λεξ. δυτικοκρ. ιδιώμ.). Ο τ. ποθές κατά τα επιρρ. σε ‑ς, όπως χθες, ποτές, τότες, κλπ.· απ. σε έγγρ. του 17. αι. (Καζανάκη, Θησαυρ. 11, 1974, 272, 274) και σήμ. ιδιωμ. (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ.2 Δ́ 547, Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ., Κόμης, Κυθηρ. Λεξ.). Ο τ. πουθέν με επίδρ. του επιρρ. που· απ. και σήμ. στο ποντ. ιδίωμα, όπου και άλλοι τ. (Andr., Lex., στη λ., Παπαδ. Α., Λεξ.).
1) α) Από κάπου: δεν άφηνεν κανέναν να είναι πόρνος, ομοίως και καμία πόρνα, διότι τόμου να ακούουνταν ποθές ψιλός λόγος, αυτός πάραυτα να τον κράξει, να τον μαλώσει, να τον φοβερίξει Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 49v· πτωχοί εύρισκον ποθές πολύ φαγί και έτρωγαν υπέρμετρα Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 178· β) από οπουδήποτε: αν τύχει κι αν ελθεί εκεί καμιάν γυναίκα,| ας είναι ως θέλει και ποθέν, όλες να την δεχθείτε Θησ. (Foll.) I 12· γ) (με άρν.) από πουθενά: εκ την στένεψιν την πολλήν που είδαν εκείνοι οι απέσω,| ότι ποθέν ουκ ημπορούν να έχουσι βοήθειαν,| έπεσαν εις συμβίβασιν κι εδώκασιν το κάστρον Χρον. Μορ. H 2820· τον είχεν παραγγείλει ότι «να προσέχεσαι άσπρα ποθές να μην πάρεις». Και αυτός έγινεν παρήκουος και έχασεν το κεφάλιν του Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 53v. 2) α) Κάπου, σε κάποιο σημείο: πιάστε με (ενν. εμέ, την Θεοτόκον), την άτυχον, ποθέν και κάτσετέ με,| να βγει η ψυχή και μετ’ αυτόν (ενν. το Χριστό) σήμερον θάψετέ με Φαλιέρ., Θρ. (Bakk.-v. Gem.) 267· εάν ίσως και ήφαγεν θηρίον το παιδίον μου, αλλά τα κόκαλά του δεν τα θέλει έχει φαγωμένα, μα θέλουν είσται εκεί ποθές εις ερημίαν ... Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 444· Εσύ ηύρες ποθές θησαυρόν Αγαπ., Καλοκ. 341· (προκ. για βιβλίο ή σημειώσεις): κάνω κόντο καταπώς ποθές τα ’χω γραμμένα| πως μου χρωστείς αληθινά τορνέσα ακόμη εμένα Στάθ. (Martini) Ά 203· (προκ. για μέρος του σώματος): Όστις πέσει από υψηλόν τόπον και πονεί ποθές Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 241· β) οπουδήποτε: Συχνιά επεριδιαβάζασι, κάθ’ ώρα εξεφαντώνα,| ώρες σε δάση, σε βουνιά, κι ώρες ’ς γιαλού λιμνιώνα,| μα πλια συχνιά παρά ποθές στην Ίδα εκατοικούσα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 633· γ) (με άρν.) πουθενά, σε κανένα τόπο, σε κανένα σημείο: άλλον δεν έχομεν ποθέν στον κόσμον, στην πατρίδα,| μόνον εσέν, παιδάκι μου, ν’ αφήσομεν μερίδα Ιμπ. (Legr.) 151· έτσι σ’ εκείνον τον καιρόν όλοι θε να χαθούσι| και τόπον να μην έχουσι ποθές να φυλαχθούσι Τζάνε, Κατάν. 130· να σου δώσω λυγερή με παινεμένα κάλλη,| που σαν αυτή δε βρίσκεται ποθές στον κόσμον άλλη Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. β́ 128· Ετούτος ο τραγουδιστής, νένα, πολλά κατέχει| και, σα λογιάζω, εις φρόνεψη ταίρι ποθές δεν έχει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 868· (προκ. για βιβλίο): εγύρεψαν όλην την Γραφήν και δεν ευρήκασιν οι δασκάλοι τωνε γραμμένον ποθές να λέγει πως η Βηρσαβεέ, η μάννα του Σολομώντος, τον εστεφάνωσε Σκορδύλης, Λόγ. Θεοτ. 42824· δ) (προκ. για πρόσωπο, γενικ. αποδέκτη κληρονομιάς· με άρν.) σε κανένα: η ... κερά Μαρκεζίνα να μη μπορεί να το τεστάρει (ενν. το λεγόμενο πράμα και προυκίον) ποθέ, μα ν’ απομένει στην άνωθέν τση θυγατέρα Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 10312.
ποτήριον- το, Ασσίζ. 4329, 2415, 4925 δις, Ιερακοσ. 46522‑23, Ερμον. Υ 335, Χρον. Μορ. P 7760, Τζαμπλάκ. (Λαμπ.) 22, Φυσιολ. 3439, Γεωργηλ., Θαν. 341, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 398r, Αρσ., Κόπ. διατρ. [662], Πηγά, Χρυσοπ. 106 (46) (πολλάκις), Παϊσ., Ιστ. Σινά 684· ποτήρι, Σταφ., Ιατροσ. 16453, Διγ. A 4519, Τζαμπλάκ. (Λαμπ.) 16, Πεντ. Γέν. XL 13, Μαλαξός, Νομοκ. 188, Αρσ., Κόπ. διατρ. [696], Φαλλίδ. (Παναγ.) 55, 247, Ιστ. Βλαχ. 1659, 1672, 2122, Στάθ. (Martini) Γ́ 431, Φορτουν. (Vinc.) Ά 107, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Αποκάλ. Ιω. ιέ 7· ποτήριν, Προδρ. (Eideneier) ΙΙ 57-1 χφ H κριτ. υπ., Ιατροσ. 23158, Ερωτοπ. 338, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 423, 4, 8821, 9216, Πηγά, Χρυσοπ. 145 (54)· ποτήριο, Πηγά, Χρυσοπ. 106 (46), Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2969· ποτήρι(ον), Διήγ. Αλ. G 27214, 28834, Διγ. O 2402, Hagia Sophia φ1 50223, ψ 61425, f 59715, ν 55932.
[Το αρχ. ουσ. ποτήριον. Ο τ. ποτήριν στο ποντ. ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. ποτήριν). Ο τ. ποτήρι στο Meursius και σήμ.]
1) Δοχείο ή κύπελλο (χωρίς λαβή) που το χρησιμοποιούμε για να πίνουμε νερό ή άλλα ποτά: Ορνεοσ. αγρ. 5296, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2908· φρ. σηκώνω το ποτήρι = κάνω πρόποση: κείνοι οι χοντρότατοι σηκώνουν το ποτήρι,| και διά όνομ’ αυτουνών γίνονται σαν οι χοίροι Ιστ. Βλαχ. 2127. 2) (Συνεκδ.) το περιεχόμενο ενός ποτηριού: Μοιράζουσιν (ενν. οι Άραβες) και άλευρον από μισόν ποτήρι| (διακονίαν καθενός) από το παραθύρι Παϊσ., Ιστ. Σινά 1307· Δυο πέρπυρα ποτέ σωστά του διπλοκακομοίρη| δε μου ’δωκε ποτέ του εμέ, να πιω ένα ποτήρι| κρασί, κι εδά ξετρούμισεν ωσάν παιδί στην κούνια Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 350· (μεταφ.) προκ. για αφηρημένη έννοια (δηλωτικό της έννοιας): όσοι γεννώνται γεύονται ποτήριον του θανάτου Χρον. Μορ. P 7758· εκείνο είναι ποτήριο πάθους και βάπτισμα θανάτου, αλλά πάθους σωτηρίου και θανάτου ζωοποιού Πηγά, Χρυσοπ. 106 (46)· ας συγχωρήσει ο Θεός και πάλε ανταμωθούμεν| θαρρώ καθολικής χαράς ποτήριον να πιούμεν Κυπρ. ερωτ. 13312. 3) Το Ποτήριο της Θείας Ευχαριστίας: Εάν γίνεται ότι είς άνθρωπος κοσμικός, ού μία γυναίκα ιδεί ότι αγοράζει παρά κάτινος ανθρώπου, ού από καμμίας γυναίκας κανένα πράγμαν της εκκλησίας αφιερολογημένον, ού μονής, ώσπερ Ποτήριον, ού σταυρόν, μαντήλια ... ο νόμος ορίζει και η ασσίζα ότι όλον πρωτύτερα εντέχεται τα τοιαύτα πράγματα να στραφούν εις την αγίαν εκκλησίαν Ασσίζ. 29126· είτι άλλον δύνασαι κάμε στας εκκλησίας,| καλά φαιλονοστίχαρα διά τας λειτουργίας,| δίσκους χρυσούς και αργυρούς και ιερά Ποτήρια Ιστ. Βλαχ. 1659· έτσι χύνει (ενν. ο ιερεύς) εις το Ποτήριον αίμα και ύδωρ, ώσπερ έρρευσεν και από την πλευράν του Χριστού Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 398r. 4) Αγγείο ή πίθος που προορίζεται για οστά νεκρού: εις χρυσόν ένα ποτήρι,| ώσπου και εγώ να υπάγω| εκεί κάτω εις τον άδην,| τα οστά μου εκεί τότε| να τα βάλετε ομάδι Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΚΓ́ [97]. Έκφρ. πικρότατον ποτήρι = μεγάλη πικρία, δοκιμασία (πβ. πίνω Φρ. 3): Οϊμέ, Νίκανδρε, τούτο ’ναι στενότατο γιοφύρι,| τούτο ’ναι οϊμένανε, πικρότατον ποτήρι Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [794]. Φρ. Στρέφω το ποτήριον (πβ. φρ. απελθέτω (ή παρελθέτω) απ’ εμού το ποτήριον τούτο (από την ΚΔ) σήμ., ΛΚΝ, στη λ., Μπαμπιν., Λεξ., λ. ποτήρι) = απαλλάσσω από δοκιμασίες: Τρίτο εξαναγιάγειρε (ενν. ο Ιησούς) στην προσευκήν του πάλι,| να στρέψει το ποτήριο το Θιον επαρακάλει Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2969.
πρικύς,- επίθ., Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 828, 2391, Αγν., Ποιήμ. Á 65, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 65r, Πανώρ.2 Á 12, Γ́ 494, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Á 80, Γ́ 167, Δ́ 568, Έ 598, Κατζ. Á 110, Ιντ. κρ. θεάτρ. Á 110, Πιστ. βοσκ. V 2, 40, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Á 620, Γ́ 942, Δ́ 734, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 121, 182, 832, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 646, Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 239, Έ 186, 584, Χορ. Β́ 4, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [65], Δ́ [1477], Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. β́ 169, δ́ 159, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 5411, κ.π.α.
Από τον τ. πρικός του επιθ. πικρός με μετάθεση συμφώνου και μεταπλ. κατά τα σε ‑ύς, από επίδρ. του γλυκύς (Χατζιδ., Αθ. 1, 1889, 491, Αναγνωστ., Αθ. 38, 1926, 165· πβ. Kretschmer, Glotta 13, 1924, 258). Τ. πρικ́είο (αρσ.) από πρικύς, πρικεία (Χατζιδ., ΜΝΕ 2, 12, Τσοπ., Συμβολές Β́ 677) σε ιδιώμ. της Κάτω Ιταλίας (Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ. Δ́ 298). Η λ. στο Βλάχ., στον Κατσαΐτ. (Ιφ. Δ́ 1) και σήμ. στο κρητ. ιδίωμα (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ.2 Δ́ 232, Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ. 896).
1) Πικρός, δυσάρεστος στη γεύση: τινάς … αλείφει το ποτήρι του τριγύρου εις τσ’ άκρες μέλι| και μέσα βάνει άλλα ζουμιά πρικιά Ροδολ. (Αποσκ.) Αφ. 59· Με την κιτριάν η λεμονιά συχνιά συμπεθεριάζει| και με τη σφάκα την πρικιά γλυκιά μηλιά ταιριάζει Πανώρ.2 Γ́ 110· (σε μεταφ.): Κι εύκαιρ’ εις κείνους π’ αγαπούν, κι ο πόθος πώς βασταίνει| ρίζαν γλυκιά, μα ’πωρικόν πρικύ, τ’ οποίο μαραίνει Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [66]. 2) (Μεταφ.) που προκαλεί θλίψη, στεναχώρια, ψυχική οδύνη· θλιβερός, λυπηρός, δυσάρεστος: Μα τον Πανάρετο θωρώ κι έρχεται σα θλιμμένο| και το μαντάτο το πρικύ θε να ’χει μαθημένο Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 46· ανιμένω το πρικύ μαντάτο να μου πούσι Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 506· ω θύμηση πρικιά και ασβολωμένη Πιστ. βοσκ. Ι 4, 108· (προκ. για λόγια): Μην το ξυπνήσεις το παιδί με τα πρικιά σου λόγια,| μα κάμε σιδερή καρδιά κι άφησ’ τα μοιρολόγια Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 443· Πρικιάν αθιβολή άρχισες, μα τέλειωσε να ζήσεις,| κι ό,τι είδασι τ’ αμμάτια σου, τίβοτας μην αφήσεις Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 53· (επιτ., προκ. για δήλ. έντονης λύπης, πόνου, θλίψης κλπ.): δάκρυα πολλά να χύσου| το μοιρολόι το πρικύ όποιοι σασε γροικήσου Πανώρ.2 Β́ 502· Άλλο δεν επροξένιζαν σ’ εσένα παρά μόνον,| πέσμα θανάτου ασήκωτο, με τον πρικύ σου πόνον Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [996]· έκφρ. κλάηματα/δάκρυα πρικιά (πβ. έκφρ. πικρά δάκρυα, βλ. ά. πικρός 3β και μαύρα δάκρυα, βλ. ά. μαύρος Έκφρ. γ́): μαύρ’ άρμενα να βάλουσι (ενν. οι ποδότες), τιμόνι να μην πιάσου,| κι αντίς τραγούδια, κλάηματα πρικιά να μη σκολάσου Ροδολ. (Αποσκ.) Ά 554· Στέκει ο Γιάννης, θρήνεται στου Ιησού το πλάγι,| δάκρυα πρικιά, φαρμακερά ως το ποτάμι πάγει Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 3915. 3) (Μεταφ.) που προκαλεί πόνο, βάσανα, ταλαιπωρίες α) (επιτ.) οδυνηρός, επώδυνος, βασανιστικός: Το θάνατο και τη σκλαβιά τόσα πρικιά δεν κράζω| σαν έν’ πρικύ το βάσανο που τώρα δοκιμάζω Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 104· β) (προκ. για θάνατο) φρικτός, σκληρός, άσχημος: μ’ αφήτε να σιμώσει (ενν. ο βασιλέας) πρικύ να τονε κάμομε το θάνατο να γνώσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 598· ανισώς και θέλουσι να στρέψουσιν οπίσω| την Έλεναν, ειδές αλλιώς ...| θάνατον ολωνών τωνε πρικύ θέλομε δώσει Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. γ́ 124· γ) ολέθριος, καταστροφικός: Ώφου κακή απόφαση, πρικιά κι ασβολωμένη,| που πήραν οι αμαρτωλοί οι κακομοιριασμένοι! Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 5030· κρίση πρικιά να κάμει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Γ́ 1172· κανίσκια μας εδώκασι πρικιά, φαρμακεμένα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 620. 4) α) Πικρός, δυσμενής, κακός· καταραμένος: Ώφου, πρικιά μου μοίρα,| ’ς είντ’ έρθα; Να με κάμου ακριβή σου,| ασύστατο κοπέλι,| γεις σκύλος κι ένα λάφι... Πιστ. βοσκ. ΙΙ 2, 118· πρικιά του μοίρα ασβολωμένη (παραλ. 1 στ.) ... τσ’ ερωτιάς σκλάβος να γένει; Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 747· Ωφού, πρικύ μου ριζικό κι αντίδική μου μοίρα,| πόσα γοργό μ’ εκάμετε νύφη γιαμιά και χήρα Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 485· β) άπονος, απεχθής: Ω θάνατε πρικύτατε οπού τους υιούς σκοτώνεις,| και τα κοράσια τα έμορφα εσύ τα θανατώνεις Ch. pop. 475· Πένα ας είν’ το σίδερο που λειώνει τη ζωή σου,| ... το αίμα το πρικύ σου| είναι μελάνι: μετ’ αυτά γράφω το ριζικό σου Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 172. 5) Που έχει περάσει/περνάει βάσανα, ταλαιπωρίες συμφορές· βασανισμένος, δυστυχισμένος θλιμμένος, πονεμένος: Τάχα βασταίνεις το, ψυχή, κι εσύ, πρικιά καρδιά μου,| να ιδείς να τα ξεσκίσουσι, ομπρός σου να τα τρώσι; (ενν. τα παιδιά σου) Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 1130· μα πρίχου ν’ αποθάνει,| σα λιόντας εμουγκίστηκε και τα πρικιά του χείλη| δυο τρεις φορές ανοίξασι να πούσιν «Ερωφίλη» Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 161. Το ουδ. (εν.) ως ουσ. = δυσάρεστη κατάσταση, δυστυχία: Εποδιάβη το γλυκύ| κι ήρθε τώρα το πρικύ,| και τη σφάκα (έκδ. σάρκα από τυπογρ. λ.) δοκιμάζω| και τη μοίρα μου ατιμάζω Φαλλίδ. (Παναγ.) 239. — Βλ. και πικρός.
πριχού,- επίρρ., Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 250, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 594, Σαχλ., Αφήγ. 797, Φαλιέρ., Ιστ.2 240, 688, Φαλιέρ., Θρ. (Bakk.-v. Gem.) 53, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 869, Χούμνου, Κοσμογ. 2527, Γεωργηλ., Θαν. 481, Αγν., Ποιήμ. Ά 85, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 396, Πικατ. (Bakk.-v. Gem.) 24, Βεντράμ., Φιλ. 196, Μαλαξός, Νομοκ. 130, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 869, Θρ. Κύπρ. M 506, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 407, Κυπρ. ερωτ. 776, 907, Πανώρ.2 Πρόλ. 78, Β́ 342, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 355, Πιστ. βοσκ. III 3, 126, Κανον. διατ. Α 1480, 1481 δις, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 728, Έ 643, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) Πρόλ. 63, Ροδολ. (Αποσκ.) Β́ 106, 496, Μπερτόλδος 16, Μπερτολδίνος 102, Ροδινός (Βαλ.) 71, 123, Λεηλ. Παροικ. 380, Διγ. O 1801, Βεστάρχης, Στίχ. πολιτ. Ελεάζ. 1492, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 17312, 21219, κ.α.· πίρχου, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 25514, 78513· πρίχου, Νεκρ. βασιλ. 118, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1183, 2208, Αχέλ. 2125, Πανώρ.2 Πρόλ. Απόλλ. 98, Ά 236, Β́ 100, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Αφ. 14, Β́ 94, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Β́ 24, Ιντ. κρ. θεάτρ. Ά 184, δ́ 67, Φαλλίδ. (Παναγ.) 279, Βοσκοπ.2 314, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 5822, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 670, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 235, 555, Στάθ. (Martini) Πρόλ. 13, Β́ 273, Ροδολ. (Αποσκ.) Πρόλ. Μελλ. 95 δις, Έ 403, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [939], Έ [1213], Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 552, Έ 4, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 399, Λεηλ. Παροικ. 221, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 17523, 26021, 3182, 5335 δις, κ.α.· πριχούν, Θρ. Κύπρ. M 428, Κυπρ. ερωτ. 10826.
Αβέβ. ετυμ. Kατά Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 152 σημ., από το αρχ. πρι(ν) ή (>*πριjή>*πριjού, κατά το προτού). Κατά Κοραή, Άτ. Β́ 311, Δ́ 417, πιθ. από το αρχ. πριν ού ή από το πριν αναλογ. με τα επιρρ. σε ‑χού (>πρινχού >πριγχού >πριχού). Κατά Φιλ., Γλωσσογν. Ά 184 και Jannaris, Hist. Gramm. 1789, από συμφ. του πριν με το λατ. prius. Βλ. όμως και Pern., Ét. linguist. II 395. Ο τ. πίρχου, με αντιμετάθ. των ι και ρ, στο ποντ. ιδίωμα, όπου και ο τ. πριχούν (Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ.). Ο τ. πρίχου, με αναβιβ. τόνου (Χατζιδ., ΜΝΕ Β́, 152), σήμ. ιδιωμ. (Ξανθιν., Λεξ. δυτικοκρ. ιδιώμ., Μηνάς, Λεξ. ιδιωμ. Καρπάθου, στη λ.). Η λ. στο Meursius και σήμ. ιδιωμ.
Ά (Επίρρ.) προτού, πριν: είδη (ενν. επιρρήματος) μεν δύο· πρωτότυπον, πριν· παράγωγον, πριχού Σοφιαν., Γραμμ. 80. Β́ (Ως σύνδ.· εισάγει δευτερεύουσες χρον. προτάσεις) προτού, νωρίτερα: και πράγμα τι οπού νοείς και χρήζοντ’ από σένα,| εμπρόδραμε και δος τους το, πριχού σε το ζητήσουν Σπαν. (Μαυρ.) P 367· ειδέ αποθάνει πρίχου πανδρευθεί το θηλυκόν (ενν. παιδίν), να παγαίνει (ενν. το οσπίτι) εις τον αδελφόν μου τον Ιωάννην Διαθ. Ακοτ. 147· Ωγούι που εις ώρα κρίσεως δε βρίσκεται σωσμένος,| πριχού αποθάνει, τσι αμαρτιές να ’ναι μετανιωμένος Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 4969· Με φρόνεψη πορεύγεται, με γνώσην ορδινιάζει,| πριχού ’ρθουσι τα πράγματα προβλέπει και λογιάζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Έ 1506· (σε παροιμ. φρ.): όποιος εγέλα το ταχύ, κλαίγει πριχού βραδιάσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 4· (με επόμ. το σύνδ. να πλεοναστικά· βλ. και Επιτομή, ά. να (Ι) IIIϚ́β): Σήμερον εσηκώθηκε (ενν. η Πανώρια) πρίχου να ξημερώσει| κι εις το κυνήγι εδιάβηκε δίχως κιανείς να γνώσει Πανώρ.2 Β́ 50· Πριχού να γένει, λέγει, το χάος, πριχού να γένει η άβυσσος, εγώ ήμουν εις την θείαν ιδέαν του Θεού Ροδινός (Βαλ.) 55 δις. Γ́ (Ως πρόθ.) πρωτύτερα, νωρίτερα: μη βιαστείς να κάμεις Πάσχα πρίχου της σταυρώσεως και συ Πηγά, Χρυσοπ. 100 (24)· επήγα το ταχύ σύναυγα, πρίχου τ’ άστρο,| με την μητέρα του Χριστού ήβγαμεν αφ’ το κάστρο Βεστάρχης, Στίχ. πολιτ. Ανάστ. 131. — Βλ. και πριν.
πρώτα,- επίρρ., Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 4128, Χρον. Μορ. H 293, 549, 1230, κ.α., Χρον. Μορ. P 703, 4249, Φλώρ. 1003, Λίβ. διασκευή α 782, Φαλιέρ., Ιστ.2 726, 737, Λίβ. Va 2631, Θησ. Γ́ [332], Θησ. (Foll.) I 88, Θησ. Πρόλ. (Κακλ.) 52, 158, 159, Καραβ. 50016, 18, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 21, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1155, Κορων., Μπούας 99, 108, Πεντ. Γέν. XXXIII 2, Δευτ. IX 18, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 396, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 268, 4723, 10826, Χρον. σουλτ. 9726, Μορεζ., Κλίνη φ. 11v, Κυπρ. ερωτ. 1911, 13, 9123, 1542, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 413, Βοσκοπ.2 340, Παλαμήδ., Βοηβ. 747, Μανολ., Επιστ. 1734, Σεβήρ.-Μανολ., Επιστ. 1718, Σταυριν. 49, Ιστ. Βλαχ. 119, 591, 1746, Διγ. Άνδρ. 40528, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 71, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 34v, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [1153], Έ [340], [796], Φορτουν. (Vinc.) Ά 412, Διακρούσ. (Κακλ.) 195, 363, 587, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 40318, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. ιζ́ 10, Ιω. ί 40, κ.π.α.· πρώταν, Ροδινός (Βαλ.) 189· πρώτας, Φαλιέρ., Ιστ.2 357, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1864, 2105, 2823, Αχέλ. 2502, Μορεζ., Κλίνη φ. 5r, Πανώρ.2 Αφ. 30, Ά 369, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Αφ. 72, Β́ 362, 394, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 13513, 1496, 3298 δις, Πιστ. βοσκ. I 2, 192, II 5, 181, III 6, 77, Φαλλίδ. (Παναγ.) 59, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 6534, 8522, 14917, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 820, 1621, Γ́ 436, Στάθ. (Martini) Ιντ. β́ 16, Διαθ. 17. αι. 114, Ροδολ. (Αποσκ.), Πρόλ. Μέλλ. 98, Ά 351, Β́ 457, Αποκ. Θεοτ. I 56, Φορτουν. (Vinc.) Ά 51, 374, Ιντ. ά 11, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 324, Γ́ 115, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 13521, 17419, 30219, Τζάνε, Φιλον. 58317, Τζάνε, Κατάν. 19.
Το αρχ. επίρρ. πρώτα. Ο τ. πρώτας (με ανάπτυξη τελικού ‑ς αναλογ. με τα επιρρ. σε ‑ς· βλ. και Bakker, Cret. St. 1, 1988, 19, Κοντοσόπ., Γλωσσογεωγρ. κρητ. 52-54) στο Somav., σε έγγρ. του 17. αι. (Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 12, 1965, 110) και σήμ. στο κρητ. ιδίωμα (Ξανθιν., Λεξ. δυτικοκρ. ιδιώμ.). Η λ. και σήμ.
1) Αρχικά, πρώτα πρώτα (συχν. με επόμ. τα: δεύτερον (ή) και τρίτον, τις λ. απέκει, έπειτα, ύστερα κλπ.): Διγ. (Trapp) Gr. 2278, Χρον. Μορ. H 231, Αρσ., Κόπ. διατρ. [880]· Πρώτας εντύσου κι ύστερα θέλομε συντυχαίνει Φαλιέρ., Ιστ.2 69· Εις τρία τον ελέχομε τον Ιησού, Πιλάτο:| πρώτας το έθνος μας λαλεί, ογιά να το χαλάσει, (παράλ. 1 στ.) Δεύτερο και τον Καίσαρη δεν τον αναγυρίζει, (παράλ. 1 στ.) Τρίτο, και ατός του γίνεται αυτόνος βασιλιός μας Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 3260. 2) Προηγουμένως, πριν, παλαιότερα: άρχισαν πάλε και εδυνάτωναν οι σεισμοί· ... είπαν πως να εσήκωσεν πάλι, επειδή είδον την θάλασσα οπού επλήθυνε, και το ταχύ εθαυματούργησε η χάρις του αγίου ... και είδαμεν την θάλασσα και εμέρωσε και έγινεν ωσάν πρώτα Διήγ. πανωφ. 60· Ο δε βασιλεύς Μαξέντιος ήλθε μετά παρρησίας μεγάλης να πολεμήσει τον μέγαν Κωνσταντίνον, λέγοντα ότι θέλει νικήσει αυτόν ως και πρώτα Χρον. 308· να φύγουσι τον πόλεμο, την παίδεψη την πλήσα| που πρώτας δεν ηξεύρασι, μα τότες τη γνωρίσα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 21016· (εδώ) από πριν, από παλιά: Τα γαρ φουσσάτα, ερωτική, και οι αγούροι του πατρός σου,| ου μη τολμήσουσιν, θαρρώ, σταθήναι έμπροσθέν μου,| διότι και πρώτα ξέρουν με και θέλουν με προσέχειν Αχιλλ. (Smith) N 1009. 3) (Σε σύγκριση, με επόμ. κυρίως το σύνδ. παρά· βλ. και Επιτομή παρά IIÁ4β) α) πρωτύτερα, πιο μπροστά: πρώτας ήρθες παρά με Ανέκδ. ιντ. κρητ. θεάτρ. Ά 36· (εδώ με την πρόθ. από): ήρθα πρώτας| ’π’ άλλοι βοσκοί ’δεπά, για να μη δούσι| ποια ’μαι Πιστ. βοσκ. IV 2, 221· (εδώ με το πριν πλεοναστικά): το φως εκείνο το μοναχόν, οπού ήτονε πρώτα πριν παρά να βάλει τούτον τον ήλιον, δηλοί τον μόνον Θεόν τον αληθινόν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 51r· β) καλύτερα, προτιμότερο: πρώτα να λάβω θάνατον κι εσείς όλοι μετ’ έμου,| παρά να διάβω απεδώ με τα φουσσάτα όπου έχω Χρον. Μορ. H 8396· πρώτα να λάβει θάνατον, παρά να σε αφιορκήσει Χρον. Μορ. H 1251· πρώτα ν’ απόθαναν και να τους ακληρήσαν,| παρά να τους εβγάλασιν εκ τα συνήθεια που έχουν Χρον. Μορ. H 7904. Εκφρ. 1) Πρώτα (και) αρχή(ς), βλ. Επιτομή αρχή Β́ 1 εκφρ. (2). 2) Πρώτας από όλα = πάνω απ’ όλα, κατ’ αρχήν: Λοιπόν, παρακαλώ σε πρώτας από όλα να δεχθείς μέσα εις την ψυχήν την πίστιν, και ευθύς να λάβεις το θείον βάπτισμα Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 5325. 3) Τα πρώτα, βλ. πρώτος II Γ’ Eκφρ. 4α. — Βλ. και πρώτις, πρώτον.
πτωχός,- επίθ. και ουσ., Σπαν. O 132, Διδ. Σολ. Ρ 94, Προδρ. (Eideneier) I 257, Καλλίμ. 2192, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 173, Οψαρ. 36248, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 263, 481, Απολλών. (Κεχ.) 140, Λίβ. διασκευή α 1091, Φαλιέρ., Ιστ.2 467, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 92, Διήγ. Βελ. χ 226, Λίβ. Va 876, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 186, Χειλά, Χρον. 351, Μαχ. 2087, 4607, Σφρ., Χρον. (Maisano) 11412, Σκλέντζα, Ποιήμ. 1126, Γεωργηλ., Θαν. 22, Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 8, Χρονογρ. (Λαμψ.) 244, Συναξ. γυν. 29, Απόκοπ.2 216, Άνθ. χαρ. 29623, Ρίμ. θαν. 97, Πτωχολ. α 292, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 11512, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 377, Καβαλίστας 50, Χρησμ. (Brokkaar) N 1, Μορεζ., Κλίνη 137v, Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 14338, Ιστ. Βλαχ. 91, 2547 (= Γέν. Ρωμ. 137), Διακρούσ. (Κακλ.) 719, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 13316, Μπερτόλδος 39, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Β́ 5834, κ.π.α.· επτωχός, Χρον. Τόκκων 3294, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 34v, 102r, 149v, Νούκ., Μύθ. (Παράσογλου) 15, Προσκυν. Ιβ. 845 285, Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ (Βασιλ.) 14339, Παλαμήδ., Βοηβ. 809, 1077, Σταυριν. 51, 56, Ιστ. Βλαχ. 427, 573, Μπερτολδίνος 115 δις, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 31r, 35v, 38r, Πτωχολ. A 329, κ.α.· φθωχός, Βεντράμ., Γυν. 75· φτωχός, Χρον. Μορ. H 5004, Χρον. Μορ. P 4522, 8557, Πεντ. Λευιτ. XXVII 8, Δευτ. XXVI 5, Καβαλίστας 64, Κυπρ. ερωτ. 13218, Πανώρ.2 Αφ. 55, Β́ 91, Γ́ 549, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 308, Έ 450, Φαλλίδ. (Παναγ.) 46, 70, 109, Βοσκοπ.2 354, 427, Μανολ., Επιστ. 17326, Σεβήρ.-Μανολ., Επιστ. 17125, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 195, Β́ 2309, Έ 720, Στάθ. (Martini) Β́ 248, Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 468, Λίμπον. 158, Φορτουν. (Vinc.) Β́ 181, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 200, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 18027, 21010, 4097, Τζάνε, Κατάν. 450, κ.α.
Το αρχ. επίθ. πτωχός. Τ. εφτωχός στο ποντ. ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. φτωχός). Για τον τ. φθωχός πβ. Καραγιάννη, Διγενής 158. Ο τ. φτωχός στο Βλάχ. και σήμ. Η λ. και σήμ. (λόγ., κυρίως στην αρχαϊστική έκφρ. πτωχός τω πνεύματι).
1) Που στερείται τα αναγκαία για τη ζωή υλικά αγαθά, άπορος: Σπαν. O 69, Διδ. Σολ. Ρ 33, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 174, Διγ. Άνδρ. 36411· ο Μαρκιανός ήτονε επτωχός στρατιώτης και η Πουλχερία τον έκαμεν βασιλέα Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 310r· ήτον (ενν. ο Ταξιάρχης) των επτωχών ιατρός Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 43r· (σε παροιμ. χρ., βλ. Ερωτόκρ., Παροιμ. 781· πβ. Βενιζέλος, Παροιμίαι 335): Φτωχή φτωχόν αγάπησε και πόνο δεν εγροίκα,| μα φτωχικά επεράσασι, τον πόθον εχαρήκα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 725· έκφρ. πτωχός υπερήφανος (πβ. Septuaginta, Sir. 25.2, TLG) = ψωροπερήφανος: ήτον πάνυ στενός, αλλά και πτωχός υπερήφανος Χειλά, Χρον. 355· (μεταφ.): από τιμές πολλά γδυμνοί, φτωχοί και ’ρημασμένοι Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 30. 2) (Για να εκφραστεί συν. συμπάθεια σε κάπ. ή κ.) κακόμοιρος, ταλαίπωρος, καημένος: άμποτε να ’βλεπα ο πτωχός και ας ήμουν δαιμονιάρης Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 938· ο μούστος ολοζώντανος πηδά και κυματίζει,| το δε ελάδιν το πτωχόν κείτετ’ αποθαμένον Κρασοπ. (Eideneier) AO 73· Βοσκοί φτωχοί, σκολάσετε το κλάημα και το θρήνο Πανώρ.2 Δ́ 151· (σε προσφών., για δήλ. συμπάθειας ή ειρωνείας/περιφρόνησης): επαίρνεις την (ενν. την αθερίναν) και τρώγεις την ολώμην,| ως έμαθες στο σπίτιν σου, πτωχή, εις το πατρικόν σου Πουλολ. (Τσαβαρή)2 349· Δε δύνομαι να σε θωρώ, φτωχέ, καλά το λέγεις,| γιατί σ’ οργίζομαι πολλά Πανώρ.2 Β́ 393· και σε, πτωχέ, τυχαίνει| να κλαίγεις όντα άλλοι| γελούν Πιστ. βοσκ. III 6, 343. 3) α) Αδύναμος, ανήμπορος: ουδένα δεν απέφυγεν το φλογερόν δοξάρι (παραλ. 1 στ.). Κι αν φύγει, φθάνει τον (ενν. ο Έρως) ταχύ με τα πτερά οπὄχει (παραλ. 1 στ.), τοξεύει τον εις την καρδιάν και ρίπτει τον στον άδην·| και αν γενεί φιλάνθρωπος ...,| δεσμεύει και δουλώνει τον, πτωχόν τον κατασταίνει Διγ. Z 185· β) ισχνός, αδύνατος: ηβλέπει ο Φαραώ ένα όνειρον πως επτά βόδια παχία έβγαιναν από τον ποταμόν ... και το ομοίως άλλα επτά εβγήκαν και ήσαν πολλά επτωχά Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 148v. Το ουδ. πληθ. του επιθ. ως ουσ. = (προκ. να δηλωθεί συμπάθεια) οι φτωχοί άνθρωποι: φαγιά εδίδαν ορφανών και τα φτωχά ταγίζαν Δεφ., Σωσ. 17· Γενού οικτίρμων στα πτωχά· πεινούσι και διψούσι| κι ελεημοσύνην σε ζητούν Αλφ. 155.
ραβδίον- Διγ. Z 1617, 3047, 3525, Διγ. Άνδρ. 34416, 3496, 12, 35919, 3802, 3, 21, 3812, 39221, 41121, Hagia Sophia f 59010· ραβδί, Αιν. άσμ. 51, 131, Διγ. Z 1402, 1610, Χρον. Μορ. H 3862, 3863, Χρον. Μορ. P 3862, 3863, 7537, Θησ. Ή [518], Θ́ [357], Αλεξ.2 324, 676, 755, 1821, 2716, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 190v, Πεντ. Γέν. XXX 38, 39, XXXII 11, Έξ. IV 2, 17, 20, IX 23, X 13, XII 11, Αρ. XXIV 17, Πανώρ.2 Β́ 40, Γ́ 317, Δ́ 98, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Β́ 15, 20, Φαλλίδ. (Παναγ.) 290, Σταυριν. 1182, Ιστ. Βλαχ. 824, 1291, Διγ. Άνδρ. 34410, 38011, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 153, Στάθ. (Martini) Γ́ 252, Λεηλ. Παροικ. 591, Διγ. O 1474, 2450, 2479, 2507, 2508, 2509, κ.α.· ραβδίν, Προδρ. (Eideneier) I 165, I 176, IV 190, Ασσίζ. 2135, 21424, 2158, 46514, 4673, 10, Διγ. (Trapp) Gr. 707, 1061, Διγ. Z 1396, 2044, 2859, 2934, 2997, 3009, 3022, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 433, 693, 698, 700, 765, 1171, 1542, Λίβ. διασκευή α 1174, Χρον. Τόκκων 1593, 2142, Μαχ. 485, 22827, Αρμούρ. (Αλεξ. Στ.) 94, 101, Χούμνου, Κοσμογ. 2179, 2180, 2350, 2389, 2497, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 475, Θρ. Κύπρ. M 432, Διγ. Άνδρ. 34512‑13, 35814, Hagia Sophia ω 5253, κ.α.· ραβδί(ο)(ν), Hist. imp. 89, Διγ. Z 1607, 1611, 1620, 1622, Σπανός (Eideneier) Α 313, Σαχλ., Αφήγ. 226, 238, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 3414, Πικατ. (Bakk.-v. Gem.) 163, Πιστ. βοσκ. I 1, 316, Διγ. Άνδρ. 3495, 7.
Η λ. στον Αριστοτέλη. Ο τ. ραβδί στο Meursius (γρ. ραυδή) και σήμ. Ο τ. ραβδίν σήμ. στο ποντ. ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. ραβδί(ν)). Ο τ. ραβδίο και σήμ. λόγ.
1) (Γενικ.) μακρύ και λεπτό κομμάτι ξύλου (ή άλλου υλικού), βέργα: ραβδί να ’βάστας στο χέρι σου, όλους τους κοράκους να διώχνεις Σπανός (Eideneier) Α 399· Άλειψον ένα ραβδί ή άλλο πράγμα ... με ξούγκι τράγου ..., βάλε το εις ένα τόπον να συναχθούν εις αυτό όλοι οι ψύλλοι Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 249. 2) α) Κλαδί, κλωνάρι δέντρου: επήρεν ... ο Ιαακοβ ραβδί του λίβνε χλωρό και λεπτοκαρυά και καστανιά, και εξεφλούδισεν εις αυτά ξεφλουδίσματα άσπρα Πεντ. Γέν. XXX 37· (εδώ μεταφ. προκ. για το Χριστό· για τη σημασ. βλ. Lampe, Lex., λ. ράβδος σημασ. B): Βλαστός του Δαυίδ (ενν. ο Χριστός) και ραβδίν από την ρίζαν του Ιεσσαί Χριστ. διδασκ. 71· β) κοτσάνι φρούτου: Τα ... απίδια, όταν θέλεις να τα φυλάξεις καιρόν πολύν ... πίσσωσε τους πάτους και τα ραβδία τους Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 153. 3) Ραβδί βοσκού, ποιμενική ράβδος: παν δεκάτισμα βουκόλιου και ποίμινιου, παν ος να απεράσει κατωθιό το ραβδί το δέκατο να είναι άγιο του Κύριου Πεντ. Λευιτ. XXVII 32· (μεταφ. προκ. για τη διδασκαλία του Θείου Λόγου): Η ... διδασκαλία του Θείου Λόγου λέγεται ραβδί οπού βαστάται από τους βοσκούς Χριστ. διδασκ. 394. 4) α) Το ραβδί που κρατούν μάγοι, μάγισσες κτλ., μαγικό ραβδί: Σύντροφε, ταύτα (ενν. τα θεριά) δαίμονες είναι, καθώς θωρούμε,| και να τα βλάψομε ποσώς μ’ άρματα δε μπορούμε| και ’γγίξε τως με το ραβδί, πάραυτας να ψοφήσου Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Β́ 97· β) το θαυματουργό ραβδί του Μωυσή/του Ααρών (για τη σημασία βλ. Lampe, Lex., λ. ράβδος σημασ. Ac, B): εσύ (ενν. Μοσε) ύψωσε το ραβδί σου και κλίνε το χέρι σου ιπί τη θάλασσα και σκίσε την, και να έρτουν τα παιδιά Ισραελ μεσωθιό θάλασσα εις την ξέρη Πεντ. Έξ. XIV 16· έριξεν ο Ααρον το ραβδί του ομπροστά στο Φαρο και ομπροστά στους σκλάβους του, και ήτον για φίδι Πεντ. Έξ. VII 10. 5) Ραβδί που κρατούν οι άρχοντες ως σύμβολο εξουσίας: Την βέργαν γαρ και το ραβδί, τό εκράτει (ενν. ο πρίγκιπας) εις το χέριν,| ως το έχουσιν οι αρχηγοί κι οι αφέντες γαρ του κόσμου,| του έδωκεν (ενν. του μισσέρ Λινάρδου) Χρον. Μορ. H 7537· πάντα άσπρην φορεσίαν εφόριεν (ενν. ο βασιλεύς) και μανδήλι ξανθό εκεφαλοδένετον και εις το χέριν του εβάστα κόκκινο ραβδί Hagia Sophia v 5499. 6) (Ως οδοιπορικό βοήθημα) μπαστούνι, στήριγμα: είδοσαν (ενν. οι άρχοντες) Βελισάριον τυφλόν διακονιάρην| μετά καυχίν, μετά ραβδίν, όν έτρεμον οι πάντες Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 799· (εδώ μεταφ.): Υγιέ, το φως τσ’ ημέρας μου κι ήλιε των αμματιώ μου,| και τση ζωής μου δύναμις, ραβδί τω γερατιώ μου Ροδολ. (Αποσκ.) Έ 402. 7) α) (Ως μέσο τιμωρίας, σωφρονισμού) βίτσα: σὂστειλα ραβδί ως διά να σε δέρνουν,| μ’ αυτείνο να σε δέρνουσι και να σε μαστιγώνουν Αλεξ.2 683· β) (συνεκδ.) τιμωρία: παίδευε τα τέκνα σου, ραβδίν μηδέν εβλέπουν Σπαν. O 106· οργίσθην ο Θεός το γένος των Ρωμαίων,| του Ισμαήλ εσήκωσεν και ενεπτέρωσέν το,| και ένι του Θεού ραβδίν διά να μας παιδεύει Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 820· Έρωτα, πρέπει να σε λε τω σκληροκάρδω χάρο,| των κορασίδω διαταό, ραβδί των πεισματάρω Πανώρ.2 Έ 190. 8) (Συνεκδ.) χτύπημα, τίναγμα με ραβδί των κλαδιών ενός δέντρου, για να πέσουν οι καρποί του, ράβδισμα: η καριά αγαπά το ραβδί εκ φύσεως και, όσον την ραβδίσεις δυνατά τον ένα χρόνον, τόσον καρπίζει καλύτερα τον ερχόμενον και, αν την μαζώξεις με το χέρι, κάμνει τον άλλον χρόνον ολιγότερα Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 155. 9) α) Είδος όπλου των βυζαντινών, ρόπαλο (για το πράγμα βλ. Πολ. Λ., Πριν Άλ.2 21 σημ. 18, Καλονάρος [Διγ. A σ. 92-93 σημ., 173 σημ.], Ξυγγόπουλος, Ελλην. 12, 1952, 374 σημ. 1): σπαθίν διαζωσάμενος λαμβάνει το κοντάριν,| εβάσταξε και το ραβδίν εις το ραβδοβαστάκιν Διγ. (Trapp) Gr. 119· επήρα το ραβδίον μου εις το χέριν και εσυναπάντησα το θηρίον και έδωκά του μίαν απάνω εις την κεφαλήν του και ετσακίσθησαν τα κόκκαλά του Διγ. Άνδρ. 37628· έκφρ. ραβδί κασσιδολίτσιν (βλ. ά.) = ραβδί με μεταλλική επένδυση στην άκρη: Σουδάλης ο Σαρακηνός ... (παραλ. 2 στ.) εβάστα ... εις την χέραν του ραβδίν κασσιδολίτσιν Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 931· β) (εδώ προκ. για αγώνισμα με ραβδιά, ραβδομαχία· για το πράγμα βλ. Κουκ., ΕΕΒΣ ΙΓ́, 1937, 117-8): πολλά παιγνίδια όρθωσαν να γένουν και παλαίστρες (παραλ. 37 στ.) επαίξαν με ραβδί, κι απ’ όλους που επαίξαν,| ο Πώλος έδειξεν αξία, γιατί ’χε γαρ νικήσει Θησ. ΙΆ [641]· το ραβδίν επαίξαμεν και κονταροκτυπούμεν· |και τα φαρία να πηδούν, να παίζουν το κοντάριν Λίβ. Va 676.
ράσο- το, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 686, Πένθ. θαν.2 328, Φαλλίδ. (Παναγ.) 143, 274, Σεβήρ., Σημειώμ. 4γ, Σεβήρ., Τελ. Σημειωμ. 2γ, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 285, Β́ 279, 316, 319, 388, Αποκ. Θεοτ. I 191· ράσο(ν), Πουλολ. (Τσαβαρή)2 570, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 504, Ιμπ. 581, 741, Θησ. I [798], Απόκοπ.2 145, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 655‑6, Μορεζ., Κλίνη φ. 105v, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 1108 ξγ́ 8, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 90, Σεβήρ., Σημειώμ. 96, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 364α, 365· ράσον, Προδρ. (Eideneier)2 Β́ 26-12 κριτ. υπ., Δ́ 472, 472‑1 κριτ. υπ., Απολλών. (Κεχ.) 159, 171, Βυζ. Ιλιάδ. 615, Σεβήρ., Σημειώμ. 17, Σεβήρ., Τελ. Σημειωμ. 34ε.
Από το λατ. επίθ. rassus <rasus (βλ. Κριαρ., Λεξ., λ. ράσο, Kahane, Sprache 385, Τριαντ., Άπ. 1 493 και OLD, λ. rassus)· βλ. και επίθ. ράσος (Lampe, Lex., LBG). Ο τ. ράσον στο Du Cange και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. ράσο(ν), Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. ράσο(ν) κ.α.). Η λ. τον 5. αι. (TLG) και σήμ. κοιν. με τη σημασ. 3 και ιδιωμ. με τη σημασ. 2 (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. ράσο(ν), Ευαγγελίδης Δ., Λαογρ. Δ́ 1912-13, 14517).
1) Επεξεργασμένο χοντρό ύφασμα, κομμάτι υφάσματος (συν. μάλλινο ή τρίχινο που έχει αποξεστεί και λειανθεί)· πιθ. τσόχα: κηρόπισσον λειώσας μετά ελαίου περίχριε την γαστέραν και φασκίασον αυτό (ενν. το παιδίν) με το ράσον Ιατροσόφ. (Oikonomu) 532· Η δε ενδυμασία (ενν. εις την έρημον) εστίν από παλαιά ράσα τρίχινα και γούνες, όλα πεπαλαιωμένα ..., διά να κατατρύχει την ταλαίπωρον ετούτην σάρκα Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 762. 2) Το ένδυμα ή πανωφόρι (συν. φτωχικό) από χοντρό ύφασμα (τσόχα): Μπλιο ζαμπέτια δε μυρίζω,| μα βρομώ όλος και σκανίζω,| εγδυμνός και ξεσκισμένος| κι εις τα ράσα τυλιμένος,| πλήσες κόνιδες γεμάτος Φαλλίδ. (Παναγ.) 105· (μεταφ.) κατάσταση στην οποία βρίσκομαι σε φρ. όπως: εγδύνομαι τα ράσα της αμαρτίας (πβ. Επιτομή, λ. εκδύω II2): μας ήγδυσε (ενν. η Δέσποινα) τα παλαιά ράσα της αμαρτίας και ήντυσέ μας την χιονοφεγγόφωτον στολήν του αγίου βαπτίσματος Μορεζ., Κλίνη φ. 154r. 3) Το απλό ποδήρες ένδυμα των μοναχών: απάνω εις το τζιμπούνιον ωσάν απανωφόριν,| φορεί (ενν. ο Πάρις) ρασίτικον καμπάν, ήτον των καλογέρων (παραλ. 1 στ.). Τινές οπού τον έβλεπαν τον Πάρι με το ράσον,| ενόμιζον καλόγερος μετά της φορεσίας,| εκ τους πτωχούς εφαίνετον μικρός δυστυχισμένος Βυζ. Ιλιάδ. 609· (συνεκδ.) το ιερατικό και το μοναχικό σχήμα ιδίως στις φρ. βάζω / φορώ / ενδύομαι (το/τα) ράσο/‑α (πβ. Επιτομή, λ. ενδύω I1β): επήγες και εκουρεύτηκες, ...| αλλά την γνώμην έχεις την, ... (παραλ. 1 στ.) και ουδέ τα ράσα εντρέπεσαι, κατηραμένε κόραξ Πουλολ. (Τσαβαρή)2 573· αφού θήσουσι λόγον (ενν. αι παρθένοι γυναίκες) ότι εις γάμον να μην σέβουσιν ..., και υπάσι εις μοναστήριον και φορέσουσι ράσα ... Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 1109 ξγ́ 40· εντύνομαι τα ράσα μου, κουρεύομ’ απατή μου, (παραλ. 1 στ.) και δείχνω μεγαλόσχημη και μοιάζω σαν ’γουμένη Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 299· Ετούτοι είναι οπού εβάλασι το αγγελικό σκήμα, ήγου| το ράσο, να γενούνε ιερείς ό καλογέροι Αποκ. Θεοτ. I 187.
ράχη- η, Ασσίζ. 45123, Σπανός (Eideneier) A 421, Χρον. Μορ. H 1781, Χρον. Μορ. P 1781, 5333, 5402, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 178, 237, 312, 558, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 997, Κορων., Μπούας 64, 100, Ζήνου, Βατραχ. 418, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 192r, Πορτολ. A 3019, 18813, Άσμα Μάλτ. 62, Αχέλ. 1453, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1141, Χρον. σουλτ. 4120, Hagia Sophia ω 51425, Πανώρ.2 Δ́ 98, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 108, Πιστ. βοσκ. IV 2, 182, Φαλλίδ. (Παναγ.) 294, Ιστ. Βλαχ. 327, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 1065, Στάθ. (Martini) Β́ 127, Γ́ 252, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 130 δις.
Το μτγν. ουσ. ράχη (TLG). Η λ. και σήμ.
1) α) Το πίσω μέρος του ανθρώπινου σώματος από τον αυχένα ως τη μέση, η πλάτη: Περί ελμίνθων, ήτοι σκωλήκων ... Μυελόν ελάφου άλειψον την ράχην και την κοιλίαν Σταφ., Ιατροσ. 242· φρ. (1) γυρίζω την ράχην, βλ. ά. γυρίζω IΆ6γ· (2) δείχνω την ράχην, βλ. ά. δείχνω IΆ3· β) (συνεκδ.) το ανθρώπινο σώμα: ουκ έβαλα από κόπου σου τατίκιν εις ποδάριν,| ουκ έβαλα εις την ράχην μου μεταξωτόν ιμάτιν Προδρ. (Eideneier)2 Ά 50. 2) (Προκ. για ζώο) το πάνω μέρος του σώματος από το λαιμό μέχρι την ουρά: Γάδαρος εις την ράχην του εντύθηκε τομάρι| λεονταρίου κι ήθελε να ’χει και κείνος χάρη,| τα ζώα όπου τα ευρεί τάχα να φοβερίζει Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1121. 3) Βουνοκορφή· κορυφογραμμή: Κι ιδών ετούτο οι Ρωμαίοι ετέθησαν εις κρότος,| φεύγοντα γαρ ανέβησαν μέχρι εις την ράχη απάνω Χρον. Μορ. H 5402· αν έρχεσαι από το πέλαγος, θέλεις ιδεί μία ράχη και λέγουν την Καρήνα της Μονόπολις Πορτολ. A 3275· (η αιτιατ. ως επίρρ.): θωρείς βουνόν ψηλόν από την χώραν και την μερέαν του λεβάντε· είναι βουνά ψηλά ότι άλλα βουνά ψηλά από κείνα ουδέν είναι ... και η μερέα του λεβάντε υπάγει όλο ράχη και χύνουν όλα εις τον λεβάντε Πορτολ. A 3015. 4) Ανηφορική πλευρά βουνού, πλαγιά: Η Βόνιτσα έναι χώρα και κάθεται απάνω εις μία ράχη και έναι ’μπιτάδα και πόρτο καλό Πορτολ. A 20513.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- επίρρ., Σπαν. A 318, 482, Ασσίζ. 45628, Διγ. Z 1808, Βέλθ. 359, Χρον. Μορ. H 110, 4746, Λίβ. Esc. 1156, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 928, κ.π.α.· άπου, Βουστρ. 442· απού, Ασσίζ. 14613, 1541, Μαχ. 8017, 36231, Βουστρ. 414, 493, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 107, 123, Κυπρ. ερωτ. 447, 537, Πανώρ. Γ΄ 440, Ε΄ 76, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Αφ. 26, Α΄ 386, Β΄ 311, Πιστ. βοσκ. IV 5, 338, Βοσκοπ. 86, Θυσ.2 1129, Στάθ. (Martini) Β΄ 38, Ροδολ. (Αποσκ.) Ε΄ 558, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. Α΄ 107, κ.π.α.· όπο, Συναξ. γυν. 943· οπό, Ασσίζ. 14031, Συναξ. γυν. 726· οπού, Σπαν. A 229, Ασσίζ. 3113, 543, Διγ. Z 181, 2639, Βέλθ. 266, Χρον. Μορ. H 430, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 271, 393, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 955, 986, Φλώρ. 1676, Λίβ. Sc. 2522, Λίβ. Esc. 3769, 3771-2, Ιμπ. 851, Μαχ. 8013, 1124, Απόκοπ.2 81, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 106, 107, Πανώρ. Γ΄ 551, 579, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 334, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 14, 889, 1302, 1782, Θυσ.2 599, 622, κ.π.α.· ουπού, Ασσίζ. 22225· πο, Εκατόλ. M 18· που, Ασσίζ. 31513, Διγ. Z 257, Χρον. Μορ. H 815, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 404, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 437, 524, Κυπρ. ερωτ. 10112, 1106, Πανώρ. Β΄ 437, 455, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) χορ. Α΄ 627, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 922, Β΄ 1676, Δ΄ 1236, κ.π.α.