Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- μα (II),
- σύνδ. Κομν., Διδασκ. Δ 43, Χρον. Μορ. P 4178, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 340, Φαλιέρ., Ιστ.2 13, 41, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 11, 29, Μαχ. 5208, Ριμ. κόρ. 765, Καραβ. 4971, Γεωργηλ., Θαν. 208, 332, Γαδ. διήγ. 222, 384, Αλεξ. 636, 990, Κορων., Μπούας 18, 68, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 642, Πανώρ. Α΄ 213, 288, Β΄ 113, Ερωφ. Αφ. 31, Α΄ 205, 517, Β΄ 201, Βοσκοπ.2 305, Ιστ. Βλαχ. 358, 2208, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 4, 170, Β' 116, Στάθ. (Martini) Ιντ. α΄ 3, Β΄ 186, Ροδολ. Α΄ [365], Β΄ [69], Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [66, 856], Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 353, Δ΄ 53, Ζήν. Α΄ 317, Β΄ 57, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1989, 25813, κ.π.α.
Το ιταλ. ma (Ανδρ., Λεξ.). Κατά Ψάλτ., Αθ. 28, 1916, ΛΑ 44-6 από το σύνδ. αμή με επίδρ. του ιταλ. ma. Η λ. στο Meursius και σήμ.
1) α) (Μετά αρνητική πρότ.) αλλά: Ελέγαν του (ενν. του καβαλάρη) να παντρευτεί, δεν ήθελε ποτέ του,| μα τη ζωή της μοναξάς αγάπα κι ήρεσέ του Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 602 κριτ. υπ.· Μέσα σ’ αυτήν (ενν. την βάρκαν) εμπήκασι, όχι για να ψαρέψουν,| μα πέρα στην Ανατολήν διά να ταξιδέψουν Γαδ. διήγ. 140· Φαλ.: Οϊμέ και πε μου τίποτες· τό θέλω εγώ δε γνώθεις;| Μοίρα: Δεν έν’ καιρός, μα γνώθω το Φαλιέρ., Ιστ.2 68· β) (μετά καταφατική πρότ.) όμως, μολαταύτα, ωστόσο: Όλοι οι αθρώποι σφαίνουσι, μα ο φρόνιμος σα σφάλει| το σφάλμα με τη γνώση ντου θωρεί να σιάσει πάλι Ερωφ. Β΄ 37· ήτονε δεκοκτώ χρονώ, μα ’χε γερόντου γνώση Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 79· Γέροντας είναι και αυτός, μα θύμησην καλή έχει Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [769]· Τ’ άκρη μου μοιάζει να ’ναι κρύα, μ’ άφτουν τα σωθικά μου Φαλιέρ., Ιστ.2 73· αποχαιρέτησές με| και σπλαχνικά στο πρόσωπο σα μάννα φίλησές με.| Μα να ’ρθω τάσσω σου κι εγώ στον Άδη μετά σένα Ερωφ. Ε΄ 591· γ) (μετά καταφατική πρότ.· ο σύνδ. με το όχι και ουσ.) όχι όμως: το πήραν και αυτό, …| το ξώπυργον, αν ξεύρετε, μα όχι το καστέλλι Διακρούσ. 1043· το μυστήριόν της το υπερθαύμαστον εις την θάλασσαν, μα όχι εις άλλην παρά εις την Ερυθράν Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 429. 2) (Προσθετικός, επιτατικός· ο σύνδ. συχν. με το και) αλλά και, αλλά επιπλέον, αλλά επιπροσθέτως: Δεν σώνει που μας έσυρνε εκεί στην ερημίαν,| μα λε να πολεμήσομεν του Πώρου βασιλείαν Αλεξ. 1744· όχι μόνον έφυγε (ενν. ο γάδαρος), μα κι εκοπάνισέ μας Γαδ. διήγ. 529· όχι μόνον η μνήμη σου έμεινε στον αιώνα,| μα στέφος άφθαρτον φορείς στον άκρον Ελικώνα Λίμπον. 532· Αθούσα: Μηδέ με σφίγγεις και πλαντώ, καλέ, δεν έχεις κάψα;| Φαλιέρ.: Μα κι έχω τόση και θαρρώ τα μάρμαρα ν’ ανάψα Φαλιέρ., Ιστ.2 690. 3) α) (Μεταβατικός στην αρχή πρότ.) λοιπόν: Μα την Κερά μου συντηρώ κι έρχεται προς εμένα,| κι έχει το πρόσωπο κλιτό Ερωφ. Γ΄ 61· Γύρισε, πε τση κι έρχομαι μετά χαράς· μα τώρα| εκ τα παβιόνια που ’μουνε να ’ρθω ’δεπά στη χώρα,| μου μήνυσεν ο βασιλιάς Ερωφ. Β΄ 287· Όσο σε βλέπω, κάτεχε, περίσσια πρικαμένη,| τόσο μου κάνεις την καρδιά πασίχαρη και μένει·| μα κλαίγε, και τα κλάηματα ποτέ σου μη σκολάσεις Ερωφ. Ε΄ 429· μα πε μου πούρι: Εμέρωσε τ’ άγριο θεριόν εκείνο; Φαλιέρ., Ιστ.2 65· β) (στην αρχή πρότ. για δήλ. έκπληξης, απορίας, κ.τ.λ.): Ποθούλα: … Εδώ ’σαι; Μοίρα: Μα πού ήθελες; Φαλιέρ., Ιστ.2 375· Μα τάχα δεν είν’ εντροπή, κρυφά κανείς να δώσει,| πληγές εις άλλον άνθρωπον; Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [1285]· Μα ποιος να πέσει σε φτώχειά στα πλούτη μαθημένος| και να μην έχει βάσανα …; Ερωφ. Β΄ 313· γ) (στην αρχή επιφωνηματικής πρότ.): μ’ αν ήξευρες είντά ’παθα τούτην την εβδομάδα! Φαλιέρ., Ιστ.2 110.
οπωρικός,- επίθ., Σταφ., Ιατροσ. 495, 113, Λίβ. N 3364, 3365, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1345, Περί γέρ. 35· ’πωρικός, Ασσίζ. 2411, Πωρικ. (Winterwerb) 139 τίτλος κριτ. υπ., Gesprächb. 5113, Λίβ. Esc. 3944, Περί διαίτης 4828, Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι XII 55, Θησ. ΙΑ΄ [768], Χούμνου, Κοσμογ. 2541, Αλεξ. 1567, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.) 238, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Α΄ μετά στ. 174, Πανώρ. Πρόλ. 28, Β΄ 472, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 41, Πιστ. βοσκ. 24, 52, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 179, Στάθ. (Martini) Α΄ 234, Ροδολ. (Αποσκ.) Δ΄ 46, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [427], [881-89], Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 52, Διγ. O 2422, Τζάνε, Κρ. πόλ. 23528, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 133, κ.α.· ’πωρ’κός, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 403v· υπωρικός, Λίβ. Sc. 2791.
Το μτγν. επίθ. οπωρικός. Το ουδ. ’πωρικό(ν) (για το σχηματισμό του οποίου βλ. Λορεντζ., Αθ. 16, 1904, 220) στο Βλάχ. (λ. πωρικά) και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. οπωρικόν, Φαρμακ., Γλωσσάρ. 212, λ. πωρικά, Άμ., Χιακ. Χρον. 6, 1925, 58, Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ.). Το ουδ. υπωρικόν (για την προέλ. του οποίου βλ. Καψ., ΕΕΦΣΠΘ 7, 1957, 332) στο ποντιακό ιδίωμα (τ. ιπωρ’κό, ιπουρ’κό στο Παπαδ. Α., Λεξ., λ. οπωρικόν). Η λ. στο ουδ. και σήμ. ως ουσ.
Που σχετίζεται με τα οπωρικά: Ο οπωρικός λόγος Πωρικ. (Winterwerb) 139 τίτλος κριτ. υπ. Το ουδ. ως ουσ. (η χρ. ήδη τον 5. αι., βλ. Lampe, Lex. στη λ.) = 1) α) Καρπός, φρούτο: έπεσε … χιόνι … και εκαγήκανε τα δεντρά, οπού δεν εύρισκεν τις ’πωρικό, ούτε λεμόνι ούτε νεράτζι ούτε άλλο τίποτας Byz. Kleinchron. A΄ 51242· εβαρέθη (ενν. ο Σελήμ) να τρέφεται από μόνα τα άγρια ’πωρικά των αγρίων δένδρων Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 356· πάσα δεντρό πληθαίνει και ξαπλώνει,| κι αθούς και ’πωρικά μασε χαρίζει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Χορ. α΄ 610· (γενικά): τότες, όντεν η γης με δίχως κόπο (παραλ. 1 στ.) τα ’πωρικά τση εγέννα ’ς κάθα τόπο Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Χορ. β΄ 472· β) (μεταφ.) ανθεί του πόθου το κλαδίν και το δενδρόν του πόνου,| τρυγώ εκ του πόνου τον καρπόν, οπωρικά καρδίας Λίβ. P 2511· Παιδί χαριτωμένο που μικράκι| τόσα, ’ς τσι χρόνους βρίσκεις τσ’ άγγουρούς σου| μεστό το ’πωρικό του ριζικού σου Πιστ. βοσκ. I 2, 132· ξεύρε και όποιος| παράκαιρα μαζώνει φρονιμάδα| πάντ’ έχει μεστωμένον| το ’πωρικό μαζί του της λωλάγρας Πιστ. βοσκ. IV 8, 105· (σε προσφών.): ω ’πωρικό μου αχόρταγο και της καρδιάς μου τ’ άθος Φαλιέρ., Ιστ.2 509. 2) (Ειδικά) είδος σταφυλιού (Για το πράγμα βλ. Κωστούλα [Αγαπ., Γεωπον. σ. 316], Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ.): Το κορίχι, το ’πωρικόν και άλλα σταφύλια όμοια τούτων βασταγερά, οπού δεν σαπίζουν ογλήγορα Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 162. 3) (Μεταφ.) αποτέλεσμα: Φίλος για φίλον είδαμε να πέσει ν’ αποθάνει| κι ετούτα ’ναι τα ’πωρικά οπού η αγάπη κάνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1264· Τούτα ’ν’ τσ’ αγάπης ’πωρικά, τούτα ’ν’ του πόθου οδύνη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 717.
πολλά,- επίρρ., Σπαν. A 385, Σπαν. B 401, Λόγ. παρηγ. L 229, 344, Λόγ. παρηγ. O 197, 643, Καλλίμ. 801, Ασσίζ. 8830, 23222, Διγ. (Trapp) Gr. 3434, Διγ. Z 19, 156, 172 (δις), κ.α., Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 132, 350, 762, κ.α., Βέλθ. 3, 377, 474, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 335, 3213, 4179, Ερμον. Γ 196, Η 375, Φ 4, Χρον. Μορ. H 2087, 2168, 3607, κ.α., Χρον. Μορ. P 17, 459, 2087 (δις), κ.α., Πουλολ. (Τσαβαρή)2 331, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 114, 522, 755, 910, Φλώρ. 415, 756, 1242, Σαχλ., Αφήγ. 671, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 50, 197, 276, 513, Ερωτοπ. 10, 209, 643 (δις), Απολλών. (Κεχ.) 326, Λίβ. P 8, 2696, Λίβ. Sc. 1287, Λίβ. Esc. 2687 (δις), 3164, Λίβ. (Lamb.) N 34, 219, Αχιλλ. L 99, 258, 344, Αχιλλ. (Smith) N 361, Αχιλλ. (Smith) O 254, 368, Ιμπ. 28, 576, 664, κ.α., Χρον. Τόκκων 81, 659, 2985, Διήγ. Βελ. χ 348, Μαχ. 214, 411, 1021, κ.α., Λίβ. Va 3374, Θησ. Πρόλ. 6, 109, Β́ [792], Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 673, Γεωργηλ., Θαν. 54, 542, 544, Βουστρ. (Κεχ.) 6818, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 26, 301 (δις), 3493 (δις), Πικατ. (Bakk.-v. Gem.) 13, 153, Κορων., Μπούας 22, 45, 58, 66, Πεντ., Γέν. XII 14, Έξ. IX 24, Αρ. XXXII 1, Δευτ. XXX 14, Πτωχολ. α 32, Αχέλ. 68, 133, Χρον. σουλτ. 401, 518, 5512, κ.α., Κυπρ. ερωτ. 286, 753, 9132, Πανώρ.2 Ά 30, Β́ 97, Γ́ 167, κ.α., Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 102, Γ́ 76, 323, Δ́ 44, Έ 15, Ιντ. κρ. θεάτρ. Ά 10, 141, Β́ 127, κ.α., Σταυριν. 338, 439, 730, 1145, Ιστ. Βλαχ. 525, Διγ. Άνδρ. 3132, 34216, 35623, 37430, 39625, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 213, 215, 437, Β́ 218 (δις), 285, Δ́ 1068, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 112, 141 (δις), 552, 917, Στάθ. (Martini) Γ́ 6, Λίμπον. 439, Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 435, 669, Δ́ 449, Διγ. O 713, 1853, 2668, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1461, 42418, κ.π.α.· πόλλ’, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 3, Ιμπ. (Legr.) 839, Κορων., Μπούας 28· πολλιά, Πιστ. βοσκ. ΙΙ 5, 2· υπερθ. πολλότατα, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 1377, Μπερτολδίνος 74, 130, 139.
Από τον πληθ. ουδ. του επιθ. πολύς· η χρ. ήδη αρχ. Η λ. στο Βλάχ. και σήμ. προφ., λαϊκ., ιδιωμ. (ΛΚΝ, Μπαμπιν., Λεξ., Παγκ., Ιδίωμ. Κρ.2 Δ́́, Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ., Ξανθιν., Λεξ. δυτικοκρ. ιδιώμ., Κουσαθανάς, Λεξ. Μυκόν., Λουκά, Γλωσσάρ., Παπαδ. Α., Λεξ., Σιδηροπούλου, Λεξιλ. Κοτυώρων).
α) Πολύ: Ακόμη δε μας ηύρασι τόσα πολλά τα γέρα,| να μηδέν κάνομε κι εμείς δυο αγώγια την ημέρα Πανώρ.2 Γ́ 335· αν είν’ κι όλοι ήρθαμεν επά ογιά τιμή του ρήγα,| δεν πρέπει να μανίζομεν ουδέ πολλά ουδέ λίγα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 1670· ήτον πολλά ευεργετικός, άκουσμαν μέγαν είχεν Ιμπ. 24· Ωσά γνωρίσει ο άθρωπος κι ελπίζει να κερδέσει| κείνο το πράμα π’ αγαπά κι οπού πολλά τ’ αρέσει,| ο νους παραλαφρώνεται, η ελπίδα του πληθαίνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 204· εφθάσαν οι εχθροί πολλά κοντά στην χώρα Ιστ. Βλαχ. 997· (σε υπερβατό): Ήφηκες τσ’ έγνοιες του σπιτιού και τα νοικοκεράτα,| πολλά επορπάτιες όμορφα, μα εδά άλλαξες τη στράτα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Α’ 806· (με προηγ. τα παρά (ως επίρρ., βλ. και παρά Γ́2), λίαν): Δε θέλω λείψει στά μπορώ να δω να του βουηθήσω,| γιατί ’μαι κρατημένη του παρά πολλά, να ζήσω Φορτουν. (Vinc.) Β́ 416· ως το γράμμα είδα ’γώ λίαν πολλά εχάρην Αρσ., Κόπ. διατρ. [12]· (επιτείνει το συγκριτ. βαθμό): αν θέλει ο βασιλεύς φουσσάτα να με στείλει,| άλλα πολλά πλεότερα παρού τά με εδώκεν,| ελπίδας έχω εις τον Χριστόν, ...,| τον τόπον όλον του Μορέως να τον έχω κερδίσει Χρον. Μορ. P 4626· (πλεοναστικά): Τι δε πολλά πολυλογώ, τι δε πολλά και γράφω ...; Καλλίμ. 821· (με επίθ. υπερθ. βαθμού/σημασ., βλ. Κριαρ., Πεπρ. Β′ ΔΚρ.Σ Δ́, 1969, 269): Διήγησις πανθαύμαστος, ρίμα ωραιοτάτη,| τήν έχουσιν οι φρόνιμοι πολλά ποθεινοτάτη Σταυριν. 2· θέλει έχει περισσά ετούτο το δικόν μου —| είναι και ωραιότατον πολλά το ειδωλόν μου Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 9022· συναπαντάει μου ο Πόθος,| άνδρας πολλά πανεύμορφος εις πλάσιν και εις σκήμα Λίβ. Esc. 297· (επιτ. με τα πολύς, περίσσος, περίσσα): μη φοβεθείς, Αβράμ· εγώ (ενν. εγώ ο Κύριος) σκουτάρι εσέν, το μιστάρι σου πολύ πολλά Πεντ., Γεν. XV 281· Πολληώρα, κορασίδες μου, χορεύομε, να ζήσω| και κουρασμό στα μέλη μου γροικώ πολλά περίσσο Ιντ. κρ. θεάτρ. Β́ 120· Χαρά γή πρίκα όντε κιανείς πολλά περίσσα πιάνει,| στο στήθος του αναστεναγμοί φυσούσι ωσά βυκάνη Ροδολ. (Αποσκ.) Β́ 131· (με το ως πιθ. επιτ.): ετρόμαξεν ο Ιτσχακ τρομάρα μεγάλη ως πολλά Πεντ., Γεν. XXVII 33· β1) πάρα πολύ (πβ. Κ.Δ.): είπε τους ο Ιησούς: « ... θέλουσι τον φονεύσει (ενν. τον Υιόν του ανθρώπου), και εις την τρίτην ημέραν θέλει ανασταθεί». Και ελυπήθησαν πολλά Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. ιζ́ 23· β2) υπερβολικά (πβ. περισσώς, Κ.Δ.): πολλά εδαιμονίζουμουν εις αυτούς (ενν. τους αγίους), και τους εδίωχνα έως εις τες έξω πόλες Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πράξ. κς́ 11· γ) περισσότερο, πιο (με β́ όρο σύγκρισης): παρακαλούμεν σε να εμπείς εις το κάστρον, ότι εκεί θέλεις είσταιν πολλά θαρρούμενα παρ’ αλλού Μαχ. 52632· δ) εντελώς: Πολλά γαρ ένι αδύνατον άνθρωπον εις τον κόσμον| την ειμαρμένην εκφυγείν και το της τύχης κλώσμα Βέλθ. 738· ε) με ένταση: επολέμησαν τους Κορυφούς πολλά και τίποτες δεν έκαμαν· μόνον έβαλαν φωτία και έκαψαν παλάτια, εργαστήρια και εκκλησίας Κώδ. Χρονογρ. 61· στ) δυνατά: Δεν εσαγίτεψε ποτέ ανθρώπινο ψυχάρι| ίτις γοργό κι ίτις πολλά του Πόθου το δοξάρι Φαλιέρ., Ιστ.2 630· ζ) πολύ καλά: ήτον άνθρωπος ... γραμματικός καλεμκιάρης, λογιότατος· την τούρκικην την γλώσσαν πολλά και υπέρκαλα την ήξευρεν Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 34r· η) (με το κοιμάμαι· πβ. πολυκοιμάμαι, ΑΛΝΕ· διαφορ. σημασ. στο Μπαμπιν., Υποκορ. 253-4) (εδώ) βαθιά: Μετά το φέγγος έρχομαι στον κήπον σου, κυρά μου,| ευγενική μου, εξύπνησε, πολλά μηδέν κοιμάσαι Αχιλλ. L 911· θ) (πβ. πολυπιάνω, πολυυψώνομαι, κλπ.· με άρν., βλ. Μπαμπιν., Υποκορ. 253): γερόντων ζήτησον βουλήν, ανθρώπων πειρασμένων,| των νέων δε τας συμβουλάς πολλά μηδέν τας πιάσεις,| ότι προς το θρασύτερον ο νους τους αποβλέπει Σπαν. P 195· Αλέξανδρε, μηδέν υψώνεσαι πολλά, ότι εγλήγορα θέλεις πέσει κάτου Διήγ. Αλ. G 27431· Μηδέ δειλιάς, μηδέ πολλά βαριέσαι,| ότι ο καιρός χαρίσει θε κι εσένα ν’ αγαπιέσαι Φαλιέρ., Ιστ.2 315· ι) (με το χαιρετώ) (ή ουδ. αιτιατ. πληθ.) (η χρ. και σε έγγρ. του 15.-16. αι., Μανούσ., Θησαυρ. 13, 1976, 18, 20, 26, 29): Εμείς οι ευρισκόμενοι εις την Ιερουσαλήμ πολλά χαιρετούμεν τον βασιλέα Αλέξανδρον Διήγ. Αλ. G 2654· ια) (με το ναυαγώ) άσχημα, βαριά: ειπέ τραγούδιν ...,| διά να παρηγορήσομεν τούτον τον νέον τον ξένον,| οπού ναυάγησεν πολλά μέσον διά πελάγου! Απολλών. (Κεχ.) 198. Εκφρ. 1) Πολλά πολλά = (επιτ.) πάρα πολύ (και σε έγγρ. του 15. αι., Μανούσ., Θησαυρ. 13, 1976, 20· βλ. και Χατζ., Γραμμ. κυπρ. διαλ. 152): διά ολίγον τίποτες άργυρον και χρυσίον| έχομεν τον διάβολον πολλά πολλά πλησίον Ιστ. Βλαχ. 600· Οϊμένα, κορασίδα μου, πολλά πολλά βαραίνω Ιντ. κρ. θεάτρ. Ά 137. 2) Νύκτα πολλά, βλ. ά. νύκτα Εκφρ. Φρ. πολλά όσον δύναμαι = (εδώ) όσο πιο πολύ, όσο πιο γρήγορα μπορώ: Ως το είδεν και το ήκουσεν ο βασιλεύς εκείνος| το θαύμαν τό εγένετον εις όλον τον λαόν του,| φεύγει πολλά όσον δύναται εις τον εκείνου τόπον Αχιλλ. (Smith) N 636.
ριγώ,- Ιερακοσ. 47426· εργώ, Φαλιέρ., Ιστ.2 106 κριτ. υπ.· εριγώ, Προδρ. (Eideneier)2 Δ́ 451-2 χφ Ρ κριτ. υπ., Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. Ι 833, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 15419· ριώνω, Δεφ., Λόγ. 381· μτχ. παρκ. ριγασμένος, Δευτ. Παρουσ. 163, Βίος αγ. Ιωάνν. Ελεήμ. 266.
Το αρχ. ριγώ (ριγέω/ριγόω). Ο τ. εργώ στο Somav. και σήμ. ιδιωμ. (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ.2 Γ́ 117, Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ.)· βλ. και ΑΛΝΕ. Ο τ. εριγώ και σήμ. ιδιωμ. (Τσικής, Γλωσσ. Χίου). Ο τ. ριώνω και σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex., στη λ., όπου και τ. ριγώνω και ερ’γώνω). Η μτχ. ριγασμένος και σήμ. στο ποντ. ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ.) και ριγαμένο σήμ. ιδιωμ. (Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ., λ. ριγάω). Τ. ριώ στο κυπρ. ιδίωμα (Λουκά, Γλωσσάρ., Σακ., Κυπρ. Β́ 770). Η λ. και σήμ.
1) α) Τρέμω από το κρύο, κρυώνω: λάμπουν οι τράπεζες, καθημερινόν, όρνιθες και αρνία,| ... και οι πτωχοί πεινούσιν,| και τρέμουσιν και εριγούν από το κρύο το τόσον Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. Ι 58· Επήραν το καπούτσιν σου, ερίγας την κορφήν σου (ενν. συ, καρκαρίνε),| εδέσαν τα ποδάρια σου και εστραγγούλισάν τα Πουλολ. (Τσαβαρή)2 248· β) τρέμω, έχω ρίγος (από πυρετό, αρρώστια): Όταν ριγεί ο ιέραξ υποχαλών τα πτερά αυτού, ορά λυπητικώς και ασθενώς, και απορρίπτει διεσπαρμένην και οδωδότα κόπρον Ιερακοσ. 47427. 2) Ανατριχιάζω, τρέμω από φόβο ή δυνατή συγκίνηση: Όλος επαραπάρθηκε (ενν. ο Ιωσήφ), τρομάρα του γυρίζει| και ρίγος αθανάσιμος, εργά και τουρτουρίζει Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1917.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- σύνδ. Κομν., Διδασκ. Δ 43, Χρον. Μορ. P 4178, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 340, Φαλιέρ., Ιστ.2 13, 41, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 11, 29, Μαχ. 5208, Ριμ. κόρ. 765, Καραβ. 4971, Γεωργηλ., Θαν. 208, 332, Γαδ. διήγ. 222, 384, Αλεξ. 636, 990, Κορων., Μπούας 18, 68, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 642, Πανώρ. Α΄ 213, 288, Β΄ 113, Ερωφ. Αφ. 31, Α΄ 205, 517, Β΄ 201, Βοσκοπ.2 305, Ιστ. Βλαχ. 358, 2208, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 4, 170, Β' 116, Στάθ. (Martini) Ιντ. α΄ 3, Β΄ 186, Ροδολ. Α΄ [365], Β΄ [69], Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [66, 856], Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 353, Δ΄ 53, Ζήν. Α΄ 317, Β΄ 57, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1989, 25813, κ.π.α.