Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 39 εγγραφές  [0-20]

  Κείμ.αναζήτησης : % | Βιβλ.αναφορά : Τσιρίγ., Επιστ.

  • αποφοβερίζω,
    Τσιρίγ., Επιστ. 169, Ερωτόκρ. Β΄ 786 (κριτ. υπ.).
    Από την πρόθ. από και το φοβερίζω. Για την από ως α΄ συνθ. βλ. αποβάφω ετυμολ.
    Φοβερίζω (Βλ. και Dieterich, IF 24, 1909, 139): δείχνοντας με το χέρι ντου τον Κρητικόν αρχίζει | άγρια περίσσα να μιλεί και ν’ αποφοβερίζει Ερωτόκρ. Β΄ 786 (κριτ. υπ.). — Βλ. και αναπειλώ.
       
  • αρέσω,
    Σπαν. O 138, Σπαν. V Suppl. 88, Ασσίζ. 2530, 9717, 34715, 36016, 45418, Ελλην. νόμ. 55219, 5553, Διγ. Esc. 701, 1620, Διγ. Z 1623, 2993, 3258, Βέλθ. 217, Χρον. Μορ. H 363, 567,1997, Χρον. Μορ. P 281, 2836, 2988, Πτωχολ. N 696, Λίβ. Sc. 69, Λίβ. Esc. 1197, Ιμπ. 312, 589, 681, 782, Χρον. Τόκκων 1375, Απαρν. 4, Μαχ. 16015, 25426, 2628, 3645, 36813, 40618, 43828, 47421, 49213, 64827 Δούκ. 2211, Θησ. Πρόλ. [109], Β΄ [415],Γ΄[ 136], IB΄ [177], Ch. pop. 832, Διήγ. Αλ. V 37, Κυπρ. ερωτ. 9477, Έκθ. χρον. 3821, Συναξ. γυν. 13, Κορων., Μπούας 47, 72, 83, Φαλιέρ., Ιστ. V 367, 500, Φαλιέρ., Ρίμ. L 175, Πεντ. Άρ. ΧΧΙΙΙ27, Βίος γέρ. (Schick) V 772, Αχέλ. 140, Αιτωλ., Βοηβ. 43, Χρον. σουλτ. 1405, Κατζ. Α΄ 29, Ε΄ 526, Πανώρ. Α΄ 180, Β΄ 309, Γ΄ 345, Ε΄ 257, Ερωφ. Α΄ 622, Β΄ 293, 497, Πιστ. βοσκ. IV 5, 86, Παλαμήδ., Βοηβ. 263, 276, 472, 1138, Τσιρίγ., Επιστ. 168, Μανολ., Επιστ. 171, Ιστ. Βλαχ. 823, 2307, Σουμμ., Ρεμπελ. 162, 173, 187, Διγ. Άνδρ. 34918, 35119, 3618, 38525, Ερωτόκρ. Α΄ 133, 204, 1178, 1293, 1320, 2043, Β΄ 347, 574, 1600, Γ΄ 445, 711, 933, Δ΄ 29, Στάθ. Α΄ 198, Ιντ. β΄ 46, γ΄ 560, 573, Ιντ. κρ. θεάτρ. Β΄ 62, Γ΄ 25, Ροδολ. Α΄ [209, 657], Β΄ [93], Βακτ. αρχιερ. 166, 176, 182, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [849] Ε΄ [786], Φορτουν. Β΄ 403, Γ΄ 656, Ε΄ 414, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 93, Τζάνε, Κρ. πόλ. 54413· αρέζω, Διήγ. Αλ. G 27434· αρέθω (?), Νομοκριτ. 110· αρέσκω, Μανασσ., Χρον. 3231, Φλώρ. 1788, Μαχ. 15824, 20835, 29015, 3347δις, 5028, Άνθ. χαρ. Vφ1v, Κυπρ. ερωτ. 10453, 54, Κορων., Μπούας 49, 99, Παλαμήδ., Βοηβ. 1168· ’ρέσω, Μαχ. 5841, Ερωτόκρ. Ε΄ 1415· μτχ. αρεσκόμενος, Σκλέντζα, Ποιήμ. 514· αρεσκούμενος, Φορτουν. Α΄ 291· αρεσούμενος, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ 875.
    Το αρχ. αρέσκω. Η λ. και οι τ. της και σήμ. (ΙΛ). Για τη μτχ. αρεσκούμενος βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 13-4.
    1) α) (Ενεργ. και μέσ.) είμαι αρεστός, γίνομαι αρεστός (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. αρέσκω Ι3· πβ και ΙΛ στη λ. 1α): και τούτον αν το ποίσετε, ο Θεός θέλει σας έχειν χάριταν και θέλει αρέσειν της βασιλείας του και τους ανθρώπους Μαχ. 47421· ο λόγος ήρεσεν τους μαντατοφόρους Μαχ. 5841· Περι πουλήσεως δούλου, αν δεν αρεστεί έως ξ΄ ημέρας, τον στρέφει οπίσω Βακτ. αρχιερ. 176· β) είμαι της αρεσκείας (κάπ.), ικανοποιώ (κάπ.) (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. αρέσκω ΙΙ· Πβ. ΙΛ στη λ. 1α): Η αγκαλιά τον γέροντα μηδεκιαμιάς αρέσει Φορτουν. Β΄ 403· γιατ’ έναν τόπο μοναχό εις την καρδιά μας μέσα | εδιάλεξεν ο Έρωτας κι οι άλλοι δεν τ’ αρέσα Ερωτόκρ. Α΄ 1293· μια λυγερή κι αρέσει του και δούλεψην αρχίζει Ερωτόκρ. Α΄ 1178· πόσ’ αφεντόπουλοι όμορφοι ήσαν εκεί στη μέση | και μόνον ο Ρωτόκριτος της Αρετής αρέσει Ερωτόκρ. Β΄ 574. Βλ. και αποπληρώνω 2α. Η μτχ. (1) αρεσ(κ)ούμενος = που είναι της αρεσκείας κάπ. (Η σημασ. και σε έγγρ. του 17. αι.· βλ. Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 7, 1968, 26): να βρει γαμπρό αρεσκούμενον Φορτουν. Α΄ 291· (2) αρεσκόμενος = ευάρεστος, ευχάριστος: θυσία … αρεσκάμενη Σκλέντζα, Ποιήμ. 514. Βλ. και αναπαύω A1Ϛ, αναπληρώνω Α2β, απαντώ 8. 2) (Ενεργ. και μέσ.) (προσωπ. και απρόσ.) Βρίσκω κ. της αρεσκείας μου, μού κάνει ευχαρίστηση (Πβ. ΙΛ στη λ. 1β): οι πάντες ευχαρίστησαν, ηρέστηκαν τους λόγους Χρον. Τόκκων 1375· και πολλά άρεσεν του παιδίου να μείνει εκεί να αναπαυτούν Μαχ. 64827· Η ορφανή έχει εξουσίαν να ορμαστεί όπου αρεστεί δίχως τον ορισμόν του κουρατόρου Ελλην. νόμ. 55219. 3) (σε τρίτο πρόσ.) θέλω, επιθυμώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): να πάγεις όπου πεθυμάς και όπου σ’ αρέσει εσένα Στάθ. Ιντ. β΄ 46· Αρέσει μου, Πανώρια μου, να κάμεις τη βουλή μου Πανώρ. Ε΄ 257. 4) (Ενεργ. και μέσ.) (προσωπ. και απρόσ.) συγκατατίθεμαι, συμφωνώ, στέργω: να έχει απάνω της οδούς του το τρίτον της οδού, κακείνος ουδέν αρέστην, αμμέ πολεμά άδικον του ρηγός Ασσίζ. 45418· ει δε και προ των τριών χρόνων ελευθερωθεί ο πατήρ, εάν αρεσθεί ο πατήρ, μένει ο γάμος Ελλην. νόμ. 5553. Βλ. και ατσετιάζω, δίδω, μονοιάζω, συβάζομαι, συγκατεβαίνω.
       
  • αρχοντικό(ν)
    το, Γαδ. διήγ. (Wagn.) 247, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 417 δίς, Κατζ. Γ΄ 455, Δ΄ 81, Τσιρίγ., Επιστ. 168, 170, Στάθ. Α΄ 108, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1369 (έκδ. αρχοντικά· Ξανθ., BZ 18, 1909, 593, διόρθ. σε αρχοντικό), 15621, 24324, 28019, 48513, 56319, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 3626, 5415.
    Το ουδ. του επίθ. αρχοντικός ως ουσ.
    α) (Συνήθ. σε πληθ.) το σπίτι άρχοντα, πλουσίου· γενικά κάθε σπίτι (σε ένδειξη φιλοφρόνησης) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αρχοντικός Β1α): και χοιρομέρια στον καπνό γή κι εις αέρα κι άλλα | φαητά θωρούν τα μάτια μου σ’ αρχοντικά μεγάλα Στάθ. Α΄ 108· Μα πάντα πλούτη και χαρές να ’ναι στ’ αρχοντικό σας| κι όλες του κόσμου τες τιμές να ’χει το πρόσωπό σας Τζάνε, Κρ. πόλ. 1369· ήθελε να με βάλει | και τούτη σ’ εν’ αρχοντικό Κατζ. Δ΄ 81· βλ. και ανώγαιον 1, 3, αυλή, μετόχι· β) (συνεκδ.) οικογένεια (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αρχοντικός Β1β): Τον θείον της τον Καλλογιάνην και όλον του το αρχοντικόν ευχόμεθα Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 3626, Τσιρίγ., Επιστ. 168. Βλ. και φαμελιά.
       
  • βαρέλα
    η, Αρσ., Κόπ. διατρ. σ. 391, Τσιρίγ., Επιστ. 168, Ιστ. Βλαχ. 741, Στάθ. Γ΄ 395, Διήγ. πανωφ. 59.
    Το ιταλ. barella (Ανδρ., Λεξ.). Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. βαρέλλα).
    Βαρέλι μεγάλου μεγέθους (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βαρέλλα 1): πολλές φορές ανέβαζε κρασί με την βαρέλα Ιστ. Βλαχ. 741. — Βλ. και βαγένιον.
       
  • βουτσίον
    το, Κρασοπ. 17· βουτσί(ν), Κρασοπ. 22, 62, Rechenb. 821, Act. Xér. 3030, Βουστρ. 463 (κριτ. υπ.), Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 595, Σαχλ., Αφήγ. 146, 798, Τριβ., Ρε (Ζώρ.) 30, Τριβ., Ρε 352 (έκδ. βούτσια· διόρθ. Πολ. Λ., Ελλην. 14, 1955, 523, σε βουτσιά), Χρον. σουλτ. 10816, Κατζ. Α΄ 144, Ε΄ 336, Τσιρίγ., Επιστ. 168, Στάθ. Γ΄ 395, 526, Στάθ. (Θέατρο) Β΄ 126, Τζάνε, Κρ. πόλ. 16910, 21112, 21514, 21828, 28810, 29311· βουτσίν και βουτσίον, Act. Lavr. 6782, Καναν. 76D, Μαχ. 46227, Καραβ. 49211, 49420, 49910, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 672 κριτ. υπ., Έκθ. χρον. 137, Χρον. σουλτ. 8120, Ιστ. πολιτ. 1716, Τσιρίγ., Επιστ. 168 δις (έκδ. βούτζια· διορθώσ. βουτσία), κ.α.· βουττίν, Βουστρ. 463· βουττίον, Metrol. 120.
    Από το ουσ. βουτίον <βυτίον. Ο τ. βουττίον ήδη τον 6. αι. (Sophocl.). Για τον τ. βουτσίον βλ. Du Cange (λ. βούτα). Η λ. και στον Κατσαΐτ. και σήμ. (ΙΛ, λ. βουτσί).
    1) Βαρέλι για διατήρηση κυρίως κρασιού (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βουτσί 1): Οι κατεργάροι με σακκιά χώματ’ αναβαστούσι,| για να στουμπώσουν τα τειχιά κι άλλοι βουτσά κυλιούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 28810· πάντα να ’ναι τα βουτσά να πίνομε γεμάτα Στάθ. Γ΄ 526· αν είν’ και θέλετε κρασά, βουτσιά ’χω να σας δείξω Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 595. Βλ. και βαγένιον. 2) Μέτρο χωρητικότητος πλοίων (Για τη σημασ. βλ. Schilb., Byz. Metrol. σ. 122, 130. Πβ. και το γαλλ. tonneau): θέλει είσταιν τούτον το καράβιν βουτσίων επτακοσίων, το πολύν ως επτακοσίων πενήντα Καραβ. 49420· εις αυτά τα καράβια ήτονε ένα πολλά μεγάλο, έως εννιακόσω βουτσώ Χρον. σουλτ. 10816.
       
  • δεκαοκτώ,
    αριθμητ., Διγ. (Trapp) Esc. 920· δεκοκτώ, Διγ. Z 1988, Κατά ζουράρη 115, Τσιρίγ., Επιστ. 168, Φορτουν. (Vinc.) Έ́ 72· δεκοχτώ, Ερωτόκρ. Ά́ 79.
    Το μτγν. αριθμητ. δεκαοκτώ. Η λ. και σε επιγρ. (L‑S) και σήμ. Ο τ. δεκοκτώ σε επιγρ. (L‑S Κων/νίδη).
    Δεκαοχτώ.
       
  • δεκαπέντε,
    αριθμητ., Προδρ. III 66, 184, Τσιρίγ., Επιστ. 168.
    Το μτγν. αριθμητ. δεκαπέντε (L‑S, λ. δέκα). Η λ. και σήμ.
    Δεκαπέντε (Η σημασ. μτγν., L‑S, λ. δέκα και σήμ.).
       
  • διατί,
    σύνδ., Ασσίζ. 5130, 998, 15630, 18627, 36726, Διγ. A 2625, Διγ. (Trapp) Esc. 1784, Χρον. Μορ. H 3006, Χρον. Μορ. P 2992, Απολλών. 716, Λίβ. Sc. 593, 901, Λίβ. N 1195, 2406, Χρον. Τόκκων 3513, Βεν. 12, Μαχ. 28632, 43812, 55018, 61624, Θησ. (Foll.) I 87, Νεκρ. βασιλ. 3, Αγν., Ποιήμ. Δ́ 49, Σαχλ., Αφήγ. 29, 239, Κορων., Μπούας 31, 57, 76, 124, Πένθ. θαν.2 561, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 33, 44, 68,126, 285, Αιτωλ., Βοηβ. 316, Επιστ. Αδελφ. 52, Διαθ. ηγουμ. Μακαρίας 164, Σταυριν. 175, 464, Επιστ. Ηγουμ. 175, Σεβήρ., Διαθ. 190 δις, 192, Σουμμ., Ρεμπελ. 174, Βελλερ., Επιστ. 54, 62, 77, Αγαπητ., Εις αγ. Δέκα 328, Διήγ. πανωφ. 55, 57, Λίμπον. Αφ. 54, 70· 143, 258, 345, Τζάνε, Κρ. πόλ. 23227· για, Ch. pop. 301, Κατζ. Γ́ 427, Ερωτόκρ. Ά́ 430· γιατί, Μαχ. 665, 37019, Κυπρ. ερωτ. 9817, 10137, Κορων., Μπούας 83, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 33, Πεντ. Γέν.XII 18, Έξ. XXXII11, Αρ. IX 7, Αχέλ. 602, Ερωφ. Αφ. 61, Τσιρίγ., Επιστ. 168 δις, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 21, 51, 62, 96, Διγ. O 777, 1582, Τζάνε, Κρ. πόλ. 23227, Αλφ. (Mor.) III 47v (έκδ. γιτί· διορθώσ. γιατί), III12 (έκδ. γιτ· διορθώσ. γιατ’διατίς, Χρον. σουλτ. 3924, Πηγά, Χρυσοπ. 51· ογιατί, Κορων., Μπούας 9329, Πανώρ. Ά́ 89, Γ́ 295, Δ́ 278, Ερωφ. Γ́ 97, Κατζ. Δ́ 281, Τσιρίγ., Επιστ. 168 δις, 170, Μανολ., Επιστ. 173, Στάθ. Β́ 172, Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 718, Έ́ 131· οδιατί, Συναξ. γυν. 9, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 396, 399· οδιατίν Ακ. Σπαν. (Eideneier) Ά́ 345· τι, Διδ. Σολ. Ρ 9, Πένθ. θαν.2 28, 465, 519, 630, Σταυριν. 397, Έγγρ. Σύρου Ά́ 31.
    Από τη συνεκφ. της πρόθ. διά και της αντων. τι. Η χρ. αρχ. (Βλ. L‑S, λ. τις B8h). Για τον αιτ. όμως τ. βλ. Φιλ., Γλωσσογν. 2, 87 και Ανδρ., Λεξ., λ. γιατί II. Για τον τ. για βλ. Δημητράκ., λ. για 11. Ο τ. γιατί και σήμ. (Δημητράκ., λ. γιατί).
    Α´ Ερωτημ. α) (σε ευθεία ερώτηση) γιατί, για ποιο λόγο (Η χρ. αρχ. Βλ. L‑S, λ. τις B8h. Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. για 1): Πώς εφαντάσθης, και διατί ήτον τό εφαντάσθης; Λίβ. N 1195· β) ο τ. γιά με το αρν. δεν = γιατί δεν: για δε λαβαίνεις θάνατο, τι στέκεις κι ανιμένεις; Ερωτόκρ. Ά́ 430· γ) (σε πλάγια ερώτηση) γιατί, για ποιο λόγο (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. για 1): να στρέψεις τοιούτον πράγμαν ως γιον σου εδάνεισεν και να σου δείξω διατί Ασσίζ. 5130· διατ’ είμεστα να γνώθωμε και το γιατί να ’ρθούμε Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 33. Β´ (Αιτ.) επειδή (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. για 3): ετρέχασι τ’ αμμάτια μου, διατί ’μουν κουρασμένος Νεκρ. βασιλ.γιατί το μάκρος του καιρού τα πάντα παλαιώνει Πένθ. θαν.2 561· πε μου είντα θέλεις, ογιατί γροικώ τη την καρδιά σου Στάθ. Β́ 172· ο άδης κάτω κράζει με, πηγαίνω, τι φοβούμαι Αιτωλ., Βοηβ. 316. (Με το σύνδ. ως): ως γιατί γροικά η κερά μου,| τό ’χω χρειάν εις την πρικιά μου Αγν., Ποιήμ. Δ́ 49· ως διατί ουδέν έχεις τινάν εις ετούτον τον κόσμον Διγ. (Trapp) Esc. 1784.
       
  • είντα,
    αντων., Ασσίζ. 84, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1617, Μαχ. 1019, 1216, 2232, 961, 1845, 48824, 58830, 6509, Γεωργηλ., Θαν. (Wagn.) 243, 252, Βουστρ. 430, 438, 472 δις, 476, 492, 497, 532, 536, Γαδ. διήγ. 33, Ριμ. κόρ. 583, 650, Σαχλ. N 329, 351, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 325, Σαχλ., Αφήγ. 676, Πικατ. 77, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 366 (κριτ. υπ.), 429, 529, 640, Αχέλ. 462, Θρ. Κύπρ. M 461, Αλφ. 1025, 52, 1133, 1513, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 432, Κυπρ. ερωτ. 1412, 504, 7028, 825, 10911, Πανώρ. Ά́ 162, Γ́ 77, Ερωφ. Ά́ 18, Β́́ 49, 50, 364, Ιντ. β́́ 61, 63, 130, Γ́́ 59, 93, Δ΄ 23, 211, 437, Έ́ 398, 527, 552, Φαλλίδ. 75, Βοσκοπ. 50, 53, 205, 374, 375, Τσιρίγ., Επιστ. 168, Ερωτόκρ. Ά́ 192, 201, 548, 634, 711, 785, 820, 1031, 1037, 1079, 1265, 1278, 1507, 1922, Β́́ 416, 676, 694, 897, 1659, Γ́́ 26, 34, 61, 147, 152, 231, 866, 1047, Δ́́ 4, 14, 239, 413, 985, 1314, 1424, Έ́ 87, 463, 834, Θυσ.2 31, 33, 68, 116, 197, 477, 541, 597, 628, 1074, Ευγέν. 279, 296, 461, 543, 654, 869, 1091, 1195, 1273, Στάθ. (Martini) Ά́ 133, 139, 147, 211, Β́́ 35, 66, 172, 195, 280, 311, 321, Ιντ. β́́ 3, 85, Γ́́ 67, 69, 186, Ιντ. κρ. θεάτρ. Β́́ 125, Δ́́ 69, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ́́ [363], Αγαπητ., Εις αγ. Δέκα 360, Αποκ. Θεοτ. I 119, Διήγ. πανωφ. 58, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [1515], Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 12, Ά́ 93, Β́ 29, 268, Ιντ. β́́ 90, Γ́́ 44, 189, 701, Δ́́ 228, 331, 373, Έ́ 1, Ζήν. Ά́ 18, Έγγρ. Σύρου Ά́ 182, Λεηλ. Παροικ. 101, 253, 295, 484, Διγ. O 2760, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1801, 22226, 2416, 25616, 29826, 3089, 3474, 3914, 3967, 40515, 4225, 4333, 48619, 53911, 57125, 57825, κ.π.α.· είντας, Στάθ. (Martini) Ά́ 163, Ευγέν. 436· τείντα, Ασσίζ. 318, 19, 1119, 125, 1427, 1524, 202, 2112, 3916, 17, 8620, 9029, 9113, 9512, 12523, 1798, 1896, 7, 23015, 23311, 2376, 25025, Διγ. (Trapp) Esc. 517, Πτωχολ. P 177, Φλώρ. 1570, Λίβ. Esc. 1894, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 86, 155, 178, 421, 1093, 1970, Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 187, Μαχ. 16033, 25839, 37231, 47633, 52223, 5542, Βουστρ. 472, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 327, Σαχλ., Αφήγ. 259, Κυπρ. ερωτ. 91, 196, 371, 8621, 23, 9227, 11917, κ.π.α.
    Από τη φρ. τί είναι τα> τείντα> είντα (Ανδρ., Λεξ.). Ο τ. τείντα και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β́́ 821). Η λ. στο Somav. (λ. ίντα), στον Κατσαΐτ., Ιφ. Πρόλ. 29, Β́́ 534 και σήμ. σε ιδιώμ. (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Έ́, λ. είdα, Ά́ 302 σημ. 2 και Σακ., Κυπρ. Β́́ 538 560).
    1) (Ως αντικ.) (Η χρήση στον Κατσαΐτ., Ιφ. Πρόλ. 29, Β́́ 534 και σήμ. σε ιδιώμ., Σακ., Κυπρ. Β́́ 538, 560, 821): είντα δεν κάνει ο έρωτας σε μιαν καρδιά π’ ορίζει Ερωτόκρ. Ά́ 1037· να κοιμηθεί, να μη γροικά τα χείλη μου είντα λέσι Θυσ.2 628· δεν ξεύρω είντα θέλουσι Στάθ. (Martini) Ιντ. β́́ 3· Αγροίκα, κυρά ρήγισσα, είντα σου παραγγέλνω Ευγέν. 279· Είντα να κάμει ο γιατρός; Φορτουν. (Vinc.) Β́́ 29· παιδιά μου, πέτε μου είντα θέλετε Βουστρ. 536· εννοιάζετον είντα να ποίσει Μαχ. 961· Να ’ξευρα τείντα θέλεις να κερδέσεις Κυπρ. ερωτ. 8621. 2) α) (Ως κατηγ. του είμαι, γίνομαι, κλπ.): Ρωτά, ξαναρωτά τηνε είντά ’τον τ’ ονειρό τση Ερωτόκρ. Δ́́ 94· Γιαύτος λογιάσετε λοιπόν είντά ’ναι η δύναμίς μου Τζάνε, Κρ. πόλ. 57825· εδώ στον κόσμο είντά ’μαι Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 12· «Ποίοι είναι ετούτοι και είντά ’ναι το αμάρτημά ντως;» Αποκ. Θεοτ. I 119· θέλω να μου πεις είντα είναι η αφορμή και μήνυσές μου πως οι ανθρώποι της χώρας θέλουν να με σκοτώσουν Βουστρ. 532· β) (ως κατηγ. απροσ. ρ.): δεν ηξεύραν είντα εγίνετον Μαχ. 58830· είντά ’ναι κι ο τραγουδιστής τση νύχτας δεν εφάνη Ερωτόκρ. Ά́ 548· δεν ξεύρεις είντα γίνηκε ’ς τούτο το βουλισμένο σπίτι Ερωφ. Δ́́ 23· Περί του κλέπτη, τόν να πιάσουν εις την ανομίαν, τείντα να γένει Ασσίζ. 202. 3) α) (Με ουσ.) πόσο μεγάλο, τί λογής (Η σημασ. στο Somav., λ. ίντα και σήμ. στην Κρήτη, Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Έ́, λ. είντα πράμα): είντα κανίσκιν άσκημο μ’ έχεις κανισκεμένη! Ερωφ. Έ́ 398· είντα μαντάτο μου ’φερες, άγγελε, απού τον θρόνο! Θυσ.2 31· είντα τρομάρα και καημόν έχουν τα σωθικά μου! Ευγέν. 654· είντα πρόφασιν να βρω τον Άδη να μερώσω; Πικατ. 77· να το μηνύσουν του αφέντη του να παίρνει σκοπόν είντα ανθρούπους πέμπει μαντατοφόρους Μαχ. 1845· β) έκφρ. είντα λογής (Η σημασ. και σήμ. στην Κρήτη, Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Έ́, λ. είdα λοής) = πώς: Είντα λογής να τση φανεί, σα τζη το μολογήσω; Θυσ.2 116· μ’ είντα λογής λογαριασμό το μαύρ’ άσπρο να δείξει Ερωτόκρ. Ά́ 1922· είντα λογής το λέγει; Ριμ. κόρ. 583· γ) (με τις προθ. εις, από, διά, με και ουσ.): εις είντα στάτο βρίσκεται, κιανείς δεν τη γνωρίζει Ερωτόκρ. Γ́́ 34· οι φρέρηδες ελυπήθησαν πολλά πώς εις είντα μόδον να γλυτώσουν απέ τούτην (την) ταραχήν Μαχ. 1019· Σ’ είντα σκουντούφλα βρίσκεσαι, ανεμική κι αντάρα; Θυσ.2 68· ω τ’ Άδη και τση κόλασης δύναμη, μ’ είντα τρόπο| πολλές φορές κομπώνετε τ’ αμμάτια των αθρώπω Ερωφ. Ιντ. β́́ 63· του γροικά ο Πολύδωρος μ’ είντα καημό τα λέει Ερωτόκρ. Ά́ 1265· Περί των ανδρογύνων πότε εντέχεται να ορμαστούν και από τείντα καιρόν να μηδέν ορμαστούν Ασσίζ. 1524· εμόν γαρ <έργον> πέφυκεν το ερευνάν τα θεία| και πόθεν έχω την αρχήν και δια το τείντα αιτίαν Ντελλαπ., Ερωτήμ. 155. 4) (Με επίθ. και επίρρ.) πόσο (Η σημασ. και σήμ. στην Κρήτη, Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ά́ 302): είντα κακή ξημέρωσε τούτη για μέν’ η μέρα Ερωφ. Έ́ 552· είντα πολλά βαρά <’ν> τα όνειρά τση Βοσκοπ. 374· χωρίς να έχεις έννοιαν είντα να τους πλερώσεις Μαχ. 2232. 5) α) (Με την πρόθ. (ει)ς επιρρ.) πού: μα δεν κατέχω η τύχη μου ’ς είντα με θέλει φέρει Τζάνε, Κρ. πόλ. 3914· Ανίσως κι είναι αληθινόν, σήμερον σ’ είντα μένω; Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [1515]· Τότες ’κεί εστέκασιν πολλοί μέσα σ’ ένα καρτέρι| και γροίκησε το ριζικό είντα των είχε φέρει Τζάνε, Κρ. πόλ. 22226· β) (με υπονοούμενη την πρόθ. για επιρρ.) γιατί, για ποιο λόγο: Ώφου, κακό μου ριζικό, κι είντά ’θελα τα πλούτη Ερωφ. Β́́ 49· Αλίμονο, αλίμονο, είντά ’ν η βιάσ’ η τόση; Θυσ.2 477· λέγουν του: «Ω Γεώργιε!» Και είπεν τους: «Ορίσετε!» Και είπαν του: «Είντα πονείς;» Και είπεν τους: «Πιασμένος είμαι …» Μαχ. 6509· επήρεν ημέραν οδίχως να πει τείντα αγκαλεί εκείνον Ασσίζ. 9113.
       
  • επτά,
    αριθμητ.· εφτά, Ασσίζ. 34227, Βεντράμ., Γυν. 124, Πεντ. Λευϊτ. XVI 19, XXIII 18, Αρ. XXVIII 11, Τσιρίγ., Επιστ. 168· ᾽πτά, Αλεξ. 2591.
    Το αρχ. αριθμητ. επτά. Ο τ. εφτά στο Βλάχ. (λ. εφτά). Η λ. και ο τ. εφτά και σήμ. (Δημητράκ.).
    Εφτά (Η σημασ. και σήμ.).
       
  • εφέτο(ς),
    επίρρ., Ακ. Σπαν. (Eideneier) Α 161, D 706, Διακρούσ. 868, Διαθ. 17. αι. 11155· οφέτος, Τσιρίγ., Επιστ. 16816, Έγγρ. του 1619 (Ν. Ζερβογιάννη, Αμάλθ. 4, 1973, 31), Τζάνε, Κρ. πόλ. 49624· φέτο, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 1736, 273, 299.
    Το μτγν. επίρρ. εφέτος, που από έκφρ. εφ’ έτος (L‑S, λ. εφετός). Ο τ. οφέτος στο κρητικό ιδίωμα (Κοντοσόπ., Γλωσσογεωγρ. κρητ. 54). Η λ. και ο τ. φέτο και σήμ.
    Αυτή τη χρονιά, φέτος (Η σημασ. και σήμ.): ωσάν μας τα ’δειξεν εμάς εφέτος ο Θεός μας Σκλάβ. 140· ετελειώθην το όνομα αυτού μηνί τῳ εδώ πέρυσι και εφέτο Ακ. Σπαν. Α 286.
       
  • μαλιντζάδα
    η.
    Πιθ. από το ιταλ. maligia (Βλ. Χαιρέτη, Θησαυρ. 6, 1969, 180).
    Δέσμη: μα να του δώσω θέλω μια μαλιντζάδα ξυλές, για να κατέχει να ’ρχεται να την αποφοβερίζει Τσιρίγ., Επιστ. 169.
       
  • μαριόλος,
    επίθ., Κατζ. Β΄ 385, Δ΄ 196, Τσιρίγ., Επιστ. 169, Στάθ. (Martini) Β΄ 295.
    Το βενετ. mariol (ιταλ. mariuolo). Η λ. στο Βλάχ. και σήμ. στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ΄). Τ. μαρίολος στο Du Cange (λ. μαρίελος).
    1) Πονηρός, απατεώνας: Γλήγορα πε είντα το ’καμες, μαριόλο, το σπαθί μον Κατζ. Ε΄ 481. 2) Πονηρός κόλακας: ο βασιλιάς εσύ ’σαι τω μαριόλω,| σαν είμαι των παλικαριώ εγώ στον κόσμο όλο Στάθ. (Martini) Α΄ 125.
       
  • μίστατο(ν)
    το, Metrol.2 13819, Κατά ζουράρη 45, Διαθ. 17. αι. 9130, 146-7, 1052, 125.
    Από το ουσ. *ημίστατον (Βλ. Πετρόπ., ΛΑ 7, 1952, 81, Andr., Lex., λ. *ημίστατον). Η λ. σε διαθ. του 15. αι. (ΜΒ Ϛ΄ 65518, 66728), σε έγγρ. του 16. αι. (Δετοράκης, Θησαυρ. 19, 1982, 157), του 17. αι. (Γκίνης, ΕΕΒΣ 39/40, 1972/73, 213) και σήμ. σε ιδιωμ. (Andr., λ. *ημίστατον).
    Μέτρο χωρητικότητας για το κρασί και το λάδι (Για τη σημασ. βλ. Πετρόπ., ΛΑ 7, 1952, 81 καθώς και Schilb., Byz. Metrol. 141-44): το ʼφερνε (ενν. το κρασί) εις τη χώρα κι εδίδασί ντου έξι γη εφτά πέρπυρα στο μίστατο Κατά ζουράρη 46· λάδι μίστατα εφτά Τσιρίγ., Επιστ. 16820.
       
  • μοναστηράκι
    το, Προσκυν. Κουτλ. 390 14336.
    Από το ουσ. μοναστήρι και την κατάλ. ‑άκι. Η λ. και σήμ.
    Μικρό μοναστήρι: Δέσποτά μου, έγραφά σου να μου πάρεις πενήντα τάβλες ..., ογιατί θέλω να κάμω δουλειά εις το μοναστηράκι μας Τσιρίγ., Επιστ. 170. — Η λ. στον πληθ. ως τοπων.: Πορτολ. A 1328-9, 13414, 1351.
       
  • νέτος,
    επίθ.
    Το βενετ. neto ή ιταλ. netto. Η λ. σε έγγρ. του 17. αι. (Μπρούσκαρη, Θησαυρ. 19, 1982, 190, Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 7, 1968, 42 κ.α., Κωνσταντουδάκη, Θησαυρ. 12, 1975, 11627, κ.π.α.) και σήμ.
    1) α) Καθαρός· (εδώ προκ. για θάλασσα) που δεν έχει ξέρες, σκοπέλους ή άλλα εμπόδια: έχει νερά βαθέα και μην φοβάσαι και είναι νέτα Πορτολ. B 251· (σε απρόσ. έκφρ.· πβ. και ά. είμαι Β΄ 5): άλλες πούντες ουδέν έχει εκεί. Αποκεί και απάνω έναι η σπλάτζα του Φοινίκου και όπου θέλεις να ʼράξεις, είναι νέτο Πορτολ. B 2310· β) (συνεκδ. προκ. για νησιά) που έχουν γύρω τους θάλασσα χωρίς ξέρες ή άλλα εμπόδια: είναι νέτα όλα τα νησία Πορτολ. B 2418· γ) (συνεκδ. προκ. για πρόσ.) που δε συναντά ξέρες ή άλλα εμπόδια (στο ταξίδι του)· σίγουρος, ασφαλής: οπόθεν θέλεις να έμπεις, έμπα νέτος από την μιαν μερέαν και από την άλλην Πορτολ. B 2331· ειδέ και ο άνεμος είναι σκάρτζος, άμε απόξω ένα δοξόβολον να είσαι νέτος Πορτολ. B 2411. 2) Που δεν έχει ελάττωμα: να μου πάρεις πενήντα τάβλες ... και να είναι παστρικές νέτες και ξύλο κόκκινο Τσιρίγ., Επιστ. 170. 3) (Εδώ σε σχ. υπαλλαγής προκ. για δουλειά τελειωμένη και σίγουρη, για εξασφαλισμένη αμοιβή ): Αν είν’ στο ναι μ’ εμένανε, τα ρεάλια έχομέ τα,| στα χέρια μας τα πιάνομε και είν’ περίσσια νέτα Ευγέν. 438. 4) (Μεταφ.) ειλικρινής, αληθινός: και ως είδε την επιστροφήν κι ήτον καθάρια, νέτα,| Θεός ο παντοδύναμος ... είπεν Γεωργηλ., Θαν. 360.
       
  • ντελαριζέινος,
    επίθ.
    Από το ουσ. ντελαρίζι και την κατάλ. ‑έινος. Τ. ντελαριζένιος σε έγγρ. του 1645 (Κωνσταντουδάκη, Θησαυρ. 12, 1975, 63, 96).
    Που είναι κατασκευασμένος από ντελαρίζι, ξύλο λάρικας: να μου πάρεις πενήντα τάβλες ντελαριζέινες … και να είναι παστρικές, νέτες και ξύλο κόκκινο Τσιρίγ., Επιστ. 169-7014.
       
  • ντελαρίζι
    το· δελάριζι, Τσιρίγ., Επιστ. 169.
    Από τη συνεκφ. των βενετ. de larese.
    Είδος ξυλείας, ξύλο λάρικας (Για το πράγμα βλ. Κωνσταντουδάκη, Θησαυρ. 12, 1975, 62): πενήντα τάβλες ντελαριζίου ... καθάριες καλές Τσιρίγ., Επιστ. 1683-4· να είναι κόκκινο ντελαρίζι Τσιρίγ., Επιστ. 1684.
       
  • ξυλιά
    η, Τριβ., Ρε 287, Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 143, Μπερτόλδος 24· ξυλέ, Αχέλ. 1972, Τσιρίγ., Επιστ. 169· πληθ. ξυλιές, Σπανός (Eideneier) D 156, Αχιλλ. O 599.
    Από το ουσ. ξύλο και την κατάλ. ‑ιά (Ανδρ., Λεξ.). Τ. ξυλέα και ξυλεά σήμ. στο πόντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.) και στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Δ́ 480) αντίστοιχα. Η λ. στο Βλάχ. και σήμ.
    Χτύπημα με ξύλο, ξυλιά: στένεται και δίδει τσι ξυλιές ότι οπού την αφήκε μισα(πο)θαμένη Κατά ζουράρη 76· βλέπεσαι, καημένε (παραλ. 1 στ.), μηδέ σου δώσω τσι ξυλιές κείνες που σου τοκάρου| και το πετσί σου γνάψω το σα να ’τονε γαιδάρου Φορτουν. (Vinc.) Ά́ 113· εκ τες ξυλιές οπού ’παιρνεν ώστε να ξεφορτώσει| αδύνεψεν ο Γάδαρος Γαδ. διήγ. 20· (εδώ σε είδος σύστ. αντικ.): θέλει δαρθεί πολλές ξυλιές Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Λουκ. ιβ́ 47· ήθελαν της βαρήσει πλέον ξυλές Μπερτόλδος 47. Φρ. φορτώνω ξυλιές κάπ. = τον δέρνω αλύπητα: οι Μώροι να σε πάρουν| και ξυλιές να σε φορτώσουν Σπανός (Eideneier) D 1758.
       
  • οποίος,
    αντων., Διγ. (Trapp) Gr. 3300, Βέλθ. 1251, Χρον. Μορ. P 1132, Διήγ. Αλ. V 41, Ζήνου, Βατραχ. 6, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 88v, 252r, Σοφιαν., Κωμωδ. Ricchi 188, Σοφιαν., Παιδαγ. 273, Σοφιαν., Γραμμ. 204, Αιτωλ., Ρίμ. Α. Καντ. 26, Κείμ. αγ. Δημ. 9, Δαρκές, Προσκυν. 161, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 1735, 48615, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 3018, Πανώρ. Δ΄ μετά στ. 276, Διαθ. ηγουμ. Μακαρίας 1648, Τσιρίγ., Επιστ. 16821, Σεβήρ., Διαθ. 19021, Μεταξά, Επιστ. 4733, Βελλερ., Επιστ. 623, Παρθεν., Γράμμ. 22713, Διαθ. 17. αι. 122, Καλόανδρ. (Δανέζης) φ. 37v, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 411, 412, Διγ. O 53, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ματθ. κζ΄ 56, Μπερτόλδος 17, Μπερτολδίνος 114, 152, κ.π.α.· οποιός, Ασσίζ. 6913, Πανώρ. Πρόλ. τίτλ., Πιστ. βοσκ. I 1, 97, I 4, 72, 292, IV 6, 6, V 3, 24, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 121, 643, 1413, 2408, Γ΄ 1464, Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 318, Β΄ 397, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 585, Ε΄ 147· πληθ. οποί, Χρον. Μορ. H 1132.
    Η αντων. ποίος με το άρθρο ο (Ανδρ., Λεξ.· βλ. και Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 593 κε., Pern., Ét. linguist. II 232 κε.· πβ. Bakker, Pronomen 69 κε.). Ο τ. οποιός σε Κρ. έγγρ. του 13 αι. (Βλ. Κριαρ., ΕΜΑ 1, 1939, 41). Η λ. σε έγγρ. της Κ. Ιταλίας και Σικελίας το 12. και 13. αι. (Caracausi 417) και σήμ.
    1) Αναφορ. α) (χωρίς άρθρο) ο οποίος, που: Τρομάσσω κάποιο τίβοτας κακό κι ασβολωμένο,| που μου κρατεί ένας λογισμός στο νου ανακατωμένο,| οποιός τη νύκτα με ξυπνά Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 523· εκείνον τον Ψυχάρπαγα εις το νερό πνιμένον,| οποίον τον εφόνευσε με πονηριά σαν κλέφτης| ο εδικός σας βασιλεύς Φυσίγναθος ο ψεύτης Ζήνου, Βατραχ. 247· να συνάγομεν βιβλία παλαιών και σοφών ανδρών, από οποία θέλομεν διδαχθεί Σοφιαν., Παιδαγ. 278· (εδώ επιθετ. με επανάληψη του ουσ. που προσδιορίζει): επήγεν εις το σπίτιν του Πιέρ Λαζανία του κούντη της Τρίπολης …· οποίος κούντης ήτον υιός του ρε Τζακ Βουστρ. 413· (εδώ το ουδ. επιρρ.) μέσα στο οποίο, όπου (Για τη σημασ. βλ. Holton, [Αλεξ. σ. 215]): τη γραφή που μὄστειλες οι πάντες την γροικήσαν (παραλ. 1 στ.)· και έστειλές μας το λοιπόν χρυσάφι για να φάμε| οποίο και μας έγραφες οπίσω για να πάμε Αλεξ. 746· β) (με άρθρο) ο οποίος, που: Κατά ζουράρη 2, Φορτουν. (Vinc.) Αφ. 23, Ιντ β΄ 101, Διγ. O 143 (εδώ επιθετ. με επανάληψη του ουσ. που προσδιορίζει): Ποτάμι έν’ και τρέχει,| τ’ οποίο ποτάμι ουδεείς αξιώθη να κατέχει Πικατ. 193· (εδώ με αλλαγή αριθμού): φοβούμαι μήπως και είναι Χριστιανός, τους οποίους ο πατήρ σου δεν θέλει να ακούσει το όνομάν τους Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 8025· γ) (με άρθρο) εκείνος που: ακόμη είναι όμορφοι οι οποίοι απέκει έχουνε περίστασες άσχημες Μπερτολδίνος 97. 2) (Αοριστολ.) όποιος, οποιοσδήποτε α) (επιθετ.): οποίος άνθρωπος πλήρην τον πόλεμον να πεζεύσει, να εκδέρνεται Διήγ. Αλ. G 2713· β) (με επόμ. το και αν): Εάν γένηται ότι κανείς ελεύθερος άνθρωπος, οποίος και αν ένι, δέρνει έναν σκλάβον άλλου ανθρώπου Ασσίζ. 21112. 3) (Ερωτ., επιθετ.) ποιος, τι λογής: Τι σοι προσοίσω, δέσποτα, …,| ανταμοιβήν οποίαν δε ή χάριν προσενέγκω Προδρ. (Eideneier) I 2. 4) Το ουδ. με το άρθρο α) πράγμα που: Όλοι τους ήσαν σε βουλή, τ’ οποίον και το ποίκαν Αλεξ. 2755· πώς ημπορεί να φύγει η ανθρωπίνη φύσις τον θάνατον; Το οποίον μηδέ από του παιδός τον νουν δεν έλειψεν Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 4338· β) (αιτ.) για τον οποίο λόγο (για τη χρ. βλ. Holton [Αλεξ. σ. 214-5]): Λέγεις εσύ κι είσαι θεός και σύνθρονος ηλίου,| τ’ οποίον θάνατον χρωστείς κι είσαι του μακελείου Αλεξ. 738· γ) (αντιθ.) ενώ, μολονότι: βλέπω υμάς την αγίαν Κυριακήν έχοντας μεγάλους περισπασμούς και δουλείας αναγκαίας, …, το οποίον ουδέν έχει ο Χριστιανός άδειαν την αγίαν Κυριακήν και του περιπατήσαι Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι IX 5· δ) (πλεοναστικά, για τη σύνδεση του λόγου): Εμείς γυναίκες είμασθεν και, α μάς πολεμήσεις,| τ’ οποίο δεν τ’ ολπίζομε εμάς για να νικήσεις Αλεξ. 2508· ε) (σε θέση δεικτ. αντων.) αυτό (για το οποίο γίνεται λόγος): όρισεν και έταξαν πάσα άνθρωπον να συνπιαστούν εις την αυλήν του ρηγός· και ούτως εγένετον το οποίον Βουστρ. 417. — Βλ. και όποιος και ποίος.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης