Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- παρεπάνω,
- επίρρ., Ροδινός (Βαλ.) 84, 203· παραπάνου, Αλφ. ξεν. Αθ. (Μαυρομ.) 55· παραπάνω, Ερμον. Θ 62, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 301r, Παϊσ., Ιστ. Σινά 131, Προσκυν. Ολυμπ. 177 8913, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 1587.
[Από την πρόθ. παρά και το επίρρ. επάνω. Τ. παρατάνου σήμ. στο τσακων. ιδίωμα (Κωστ., Λεξ. τσακων.). Ο τ. παραπάνω και σήμ.]
1) (Τοπ.) α) πιο πάνω, πιο ψηλά: κείνος που τον ένοιξεν ούτως τον απεκρίθη·| «ήλθες καλώς, κοπίασον, ανάβα παραπάνω ...» Λόγ. παρηγ. O 461· β) (σε θέση πρόθ.· εδώ μεταφ.) σε ιεραρχικά ανώτερη θέση: Επεί ουν συ ουδέν έχεις άλλον τινά παρεπάνω σου να τον αρέσεις διά την ευμορφίαν σου, άρεσε τον Θεόν Βασιλ. Κεφάλ. Παραιν. 121. 2) (Προκ. για κείμενο) σε προηγούμενο σημείο, πιο πριν: κάποιος Αλέξανδρος άλλος, όχι εκείνος οπού ελέγαμεν παραπάνω, ήλθεν κριτής εις την Καππαδοκίαν Ροδινός (Βαλ.) 213. 3) (Ποσ.) περισσότερο, επιπλέον: η μία σου μνα σ’ έκαμε παραπάνω δέκα μνας Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Λουκ. ιθ́ 16. Με άρθρο ως επίθ. = 1) Που στέκεται πιο ψηλά: ο μεν πρώτος έφθασεν εις το σκαλί ν’ ανέβει,| τον παραπάνω σίμωσε και με το χέρι γνεύει Τζαμπλάκ. (Λαμπ.) 32. 2) Παλαιότερος, προηγούμενος: όσα εκακοπάθισες τους παραπάνω χρόνους Λίβ. N 2620.
παρόμοιος,- επίθ., Διγ. (Trapp) Gr. 330, Βίος Αλ. 1745, 4190, 5231, 5679, Φλώρ. 1435, 1663, Ερωτοπ. 236, Τζαμπλάκ. (Λαμπ.) 16, Χρον. Τόκκων 1425, Φυσιολ. (Legr.) 401, 1022, Φυσιολ. 37313, Τριβ., Ρε 56.
[Το αρχ. επίθ. παρόμοιος. Η λ. και σήμ.]
1) α) Που μοιάζει με κάπ. ή κ., που έχει κοινά ή ανάλογα χαρακτηριστικά ή ιδιότητες με κάπ. ή κ., παρόμοιος, παραπλήσιος: Βίος Αλ. 566, 4194, Δούκ. 19318, Φυσιολ. (Legr.) 70, Παϊσ., Ιστ. Σινά 356, 1157· β) που είναι κατασκευασμένος από το ίδιο υλικό ή έχει την ίδια διακόσμηση, ταιριαστός: θώρακαν, περικεφαλιάν, σκουτάριν και κοντάριν (παραλ. 2 στ.), βραχιόνια ολάργυρα και σιδερά γονάτια,| χερόπτια, το έσω σίδερον, το έξωθεν χρυσάφιν,| ζώσμαν εζώσθην σιδηρόν, παρόμοιον των αρμάτων Φλώρ. 533· Είχεν γαρ η εξαίρετος και κράβατον πανώραιον,| ποικιλοεμορφοσύνθετον, χρυσόν, μαλαγματένιον,| ... διά λίθων και μαργάρων,| σελία χρυσά σουπέδια παρόμοια του κραβάτου Αχιλλ. (Smith) N 826. 2) Εντελώς όμοιος, ίδιος: Οφείλει δε γράφειν λιβέλλους τρεις, παρόμοιος ο είς του ετέρου Ελλην. νόμ. 53111. 3) Ισάξιος: όλοι λέγουν τα κάλλη του, μάλλον και την ανδρειά του·| παρόμοιον δεν ευρέσκουσι εις τα καμώματά του Τριβ., Ρε 86· Ουδείς γαρ τούτου (ενν. του Αλεξάνδρου) γέγονε παρόμοιος εν κόσμῳ Βίος Αλ. 22· Ιδού τας χρείας γάμου σου καλλίστως ευτρεπίζω,| ην ο νυμφίος έστι σοι παρόμοιος του κάλλους Διγ. Z 554. Το ουδ. ως επίρρ. = παρόμοια: της ζωής τον πλέον καιρόν περνούσιν με τα μαύρα (παραλ. 1 στ.). Και κάπου, αν ευρεθεί καιρός οπού να βάλομ’ άσπρα,| παρόμοιον γίνεται εις εμάς σαν του χειμώνος τ’ άστρα,| οπού καμπόσο φαίνονται και απέκει συννεφιάζει Πένθ. θαν.2 244.
περιλαμβάνω,- Καλλίμ. 1443, 1731, Ασσίζ. 598, 15715, 16026, 20026, 2633, 2918, 3054, 32719, 38620, 40730, 42114, Διγ. (Trapp) Gr. 581, 2999, Διγ. Z 1211, 3595, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 287, 533, 1783, Βέλθ. 73, 862, 1311, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 323, 10846, Ερμον. Γ́ 150, Βίος Αλ.2 115, Φλώρ. 269, 1811, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 300, Ερωτοπ. 400, Λίβ. P 2405, Λίβ. Sc. 1093, 2551, Λίβ. Esc. 2171, 3716, Λίβ. N 1101, Αχιλλ. (Smith) N 170, 1158, Αχιλλ. (Smith) O 105, Ιμπ. 882, Χρον. Τόκκων 527, Μαχ. 1031, 5620, 16020‑21, 20610, 22616, 33820, 37032, 3729, 47432, 59621, 6066, Θησ. ΙΒ́ [697], Χούμνου, Κοσμογ. 1169, Βουστρ. (Κεχ.) 19412‑13, 1983‑4, Απόκοπ. (Παναγ.) 172, Ιμπ. (Legr.) 1036, Χρον. σουλτ. 7016, 9211‑12, 11323, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 17514, κ.π.α.· περιλαμπαίνω, Σπαν. (Ζώρ.) V 372, 609· περιλαμπάνω, Βέλθ. 1014, Φλώρ. 1670, Σαχλ. N 245, 265, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 397, Σαχλ., Αφήγ. 620, Ερωτοπ. 352, 547, Λίβ. Esc. 4106, 4183, Λίβ. N 1911, 3163, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2050, Αχιλλ. L 173, 927, 1204, Αχιλλ. (Smith) O 616, 664, 703 (περιλαπάνω χφ και έκδ.· διόρθ. Κριαρ., Αθ. 50, 1940, 193, 195), Τζαμπλάκ. (Λαμπ.) 46, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 316, 389, Φαλιέρ., Ιστ.2 519, Χούμνου, Κοσμογ. 1449, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1656], Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 1055, 1379, Δ́ 1510, Έ 1186, 1384, 1455, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 456, κ.α.· αόρ. επεριλαμπάθηκα, Αχιλλ. (Smith) O 529 (επεριλαπάθηκαν χφ και έκδ.· για τη διόρθ. βλ. Κριαρ., Αθ. 50, 1940, 192)· περιλαμπάσσω, Ερωτοπ. 134, 364· πιριλαμπάνω, Σαχλ., Αφήγ. 786· αόρ. επερλάμπασα, Πεντ. Γέν. XXIX 13, ΧΧΧΙΙΙ 4· υποτ. περιλαμπαστώ, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 1125· περιλάμπω, Ch. pop. 491· προστ. περιλάμπασε, Ch. pop. 838.
Το αρχ. περιλαμβάνω. Ο τ. περιλαμπάνω και σήμ. ιδιωμ. (Pern., Ét. linguist. III 502). Για τον αόρ. επερλάμπασα πβ. Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Α′ 501. Τ. περιλαβαίνω σε έγγρ. του 18. αι. (ΔΙΕΕΕ 27, 1984, 380, Μπόμπου-Σταμάτη, Πρακτ. Ε′ Παν. Σ, 472) (πβ. και μτχ. περιλαβασμένος σε έγγρ. του 17. αι., Δικαιοπρ. έγγρ. (Σερ.) 135) και σήμ. ιδιωμ. (Κωστ., Λεξ. τσακων., Κουσαθανάς, Λεξ. Μυκόν.), όπως και τ. περιλαβαίννω και περιλαμπάζω (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., Καταλόγ., Λαογρ. 24, 1966, 33) και πιριλαβαίνου (Τάσιος, Γλωσσ. Πολυγ., Χαντζιάρας, Θεσσαλ. γλωσσάρ., κ.α.). Η λ. και σήμ.
I. Ενεργ. Ά Μτβ. 1) Περικλείω· (συμ)περιλαμβάνω (εδώ με τη δοτ. τῳ λόγῳ· η σημασ. και χρ. ήδη αρχ.): Γλυκά, Στ. 460. 2) Κλείνω στην αγκαλιά μου, αγκαλιάζω: Βέλθ. 47· Κρατεί, περιλαμπάνει με, μυριοκαταφιλεί με Λίβ. N 2739· Οι νες, οπού εχηρέψασιν, αλλών χείλη φιλούσιν| άλλους περιλαμπάνουσιν κι εσάς καταλαλούσιν Απόκοπ.2 172· Περιλαμπάνει και φιλεί και δεν τονε χορταίνει| τον φίλο του τον ακριβό και δάκρυα τονε ραίνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ 1455. 3) Σφίγγω κάπ. στην αγκαλιά μου, τον πιάνω, συμπλέκομαι μαζί του, παλεύω: έρχεται ένας άγγελος και περιλαμπάνει τον και παλαίει με τον Ιακώβ και ο Ιακώβ με τον άγγελον Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 144v· (εδώ προκ. για ζώο κατά τη διάρκεια κυνηγιού): Ο ... Ακρίτης εγληγόρευσεν και περιλαμβάνει την (ενν. την θηλείαν άρκον) και έσφιξέν την εις το στήθος του και εβγήκαν τα έντερά της έξω Διγ. Άνδρ. 34422. 4) (Βλ. και παραλαμβάνω (Ι) Ά1) α1) παίρνω, κάνω κ. δικό μου: εάν επερίλαβεν (ενν. ο ιατρός) τίποτες απέ τον απεθαμένον πρέπει να στραφούν εις τους συγγενείς του τεθνεώτος απέ τα αγαθά του ιατρού Ασσίζ. 17922· α2) (με αντικ. αφηρημένο ουσιαστικό) παίρνω, δέχομαι: Εκείνος οπού πολομά κακόν άλλου, εκείνος θέλει το περιλάβειν μοναχός του και δεν να το δει αππόθεν του έρχεται Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 119· Ποίσε τιμήν άλλου, ότι η τιμή ένι εκείνου απού την πολομά και όχι εκείνου απού την περιλαμβάνει Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 139· Οποιός (ενν. ο Θεός) σκορπίζοντα, διαμοιράζοντα και διδόντα τες χάριτές του περίτου χαίρεται και αγάλλεται παρά εκείνον οπού τες περιλαμβάνει διά μεγαλότατήν του σωτηρίαν Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 446· β) παίρνω πίσω κ.: εκείνος οπού δανείζει το εδικόν του ουδέν ένι παντός κρατούμενος με δίκαιον, αν ουδέν θέλει να περιλάβει έτερον πράγμα παρά εκείνον τοιούτον ως γιον εδάνεισεν Ασσίζ. 30018· γ) γίνομαι νόμιμος κύριος περιουσιακών στοιχείων (μέσω κληρονομίας, δωρεάς, προίκας, κ.τ.ό.): ημπορούν να το περιλάβουν (ενν. το πράγμα) οι κληρονόμοι του τεθνεώτος Ασσίζ. 1236· Περί την δωράν τήν διδοί είς άνθρωπος ετέρου ανθρώπου, να το περιλάβει διά λόγου του και διατί του χρεωστεί Ασσίζ. 188· αν δε γράψει μόνον ότι υπεδέξατο προίκα και ουδέν επερίλαβεν, ουδέ απαιτείται προίκαν ως μη δεξάμενος Ασσίζ. 5287· δ) δέχομαι, παραλαμβάνω αλληλογραφία (συνήθ. με τα ουσ. γραφή/‑ές, χαρτίν/‑ία): διά τούτον μηνούμεν σου, όσον περιλάβεις την γραφήν μας, ... να εβγείς νά ’ρτεις ίτσου Μαχ. 37214· όσον επεριλάβαν οι αφέντες οι Kυπριώτες τα χαρτία, εμήνυσέν τους να ποίσουν εκείνον τό ποίκασιν Βουστρ. (Κεχ.) 18216. Φρ. περιλαμβάνω όρκον = ορκίζομαι: μετά ταύτα ένι κίτες, εφειδήν εκείνος επερίλαβεν τον όρκον εξαυτόν του εις την αυλήν Ασσίζ. 46914· περιλαμβάνω την βασιλείαν/της βασιλείας = καταλαμβάνω την εξουσία: οι άθεοι Τούρκοι επερίλαβαν την βασιλείαν από τας χείρας των Ρωμαίων Προσκυν. Κουτλ. 390 12726· Διήγησις βασιλέων των Ισμαηλιτών· εις πόσα έτη επεράσαν και επερίλαβαν βασιλείας της οικουμένης όλης Μικρ. χρον. Yale 69r· περιλαμβάνω την εξουσίαν κάπ. = γίνομαι κύριος κάπ.: Ο δε Ζηνάς, ως εξαίφνης επερίλαβε την εξουσίαν του Αισώπου, εχάρη κατaπολλά Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά 436. 5) α) Παραλαμβάνω κάπ. (από κάποιο σημείο): το κάτεργο έστεκε εκεί αντίκρυτα του μοναστηρίου διά ναν τα περιλάβει (ενν. τα παιδία) Σουμμ., Ρεμπελ. 179· β) υποδέχομαι, δεξιώνομαι: ο ρήγας θέλει σας περιλάβειν με μεγάλην χαράν, και θέλει σας μερετιάσειν πασανού κατά τό πρέπει Μαχ. 4565· ο Μπαγιαζίτης έστειλε ένα φλαμπουριάρη με πολλούς Τούρκους και επερίλαβε την αφεντία της Χρον. σουλτ. 326. 6) Δέχομαι, υφίσταμαι (τιμωρία, αδικία, κ.τ.ό.): Απ’ εκείνον ζήτα να ’χαμεν άγιταν, απέ τον ποιον ο άνθρωπος ένι άξιος να περιλάβει πέναν. Εγδέχου να περιλάβεις απού άλλον εκείνον τό να ποίσεις εσού άλλου Ξόμπλιν φ. 127v δις· Ειπέ, αδελφέ, το δίκαιόν σου, τίποτε μη φοβάσαι| να περιλάβεις άδικον εσύ ποτέ απ’ εμέναν Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1023· φρ. περιλαμβάνω κρίμα = παίρνω το φταίξιμο, καθίσταμαι υπεύθυνος: αν πέσω ν’ αποθάνω,| επερίλαβες το κρίμα Ch. pop. 167. 7) Κυριεύω, καταλαμβάνω: να είπει ...| ... πώς την επερίλαβαν οι ασεβείς την Πόλιν Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 169· με τούτες τις δύναμες και βοήθεια επερίλαβε ο Μουσάς τις χώρες και τόπους της Ρούμελης Χρον. σουλτ. 4321· Ωσάν εδιάβ’ Αλέξανδρος στην χώρα Βακτηρίνη,| αυτήν την επερίλαβε μ’ αγάπη και με ’ρήνη Αλεξ. 1084· (εδώ μεταφ. προκ. για συναίσθημα): σκύψε και καταφίλησε τα μάτια μου, αυθέντη,| τά επερίλαβεν ο ερωτικός σου πόθος Αχιλλ. L 1269· επερίλαβεν άπαντας φόβος και τρόμος εις τόσον μέγα κακόν, οπού εγένηκε εις μίαν ώρα Διήγ. πανωφ. 60· ως ήκουσε ταύτα ο αυθέντης του, επερίλαβέν τον θυμός πολύς Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Δ́ 9520. 8) Αναλαμβάνω θέση ή αξίωμα: Αυτή (ενν. η Ιππόλυτα), καλά κι αν ήτονε γυναίκα από φύσης| (παραλ. 1 στ.)| την αυθεντιά επερίλαβε με άνδρειαν καρδίαν,| κι ολότελα έβγαλε απ’ αυτήν το δείλος το γυναίκειον Θησ. (Foll.) I 10· Τώρα με λείπει να σε ειπώ ως διά το αναβασίδι,| τό επιάσα, τό επερίλαβα, τό εκράτουν ως και τώρα,| είχα το εις ανακουφισμόν και εις παραδιαβασμόν μου Ντελλαπ., Ερωτήμ. 529. 9) α) Αποδίδω σε κάπ. αξίωμα, ιδιότητα, αποδέχομαι κάπ. σε μία θέση: α θελήσουν οι Γενουβίσοι να τον αφήσουν μοναχόν, τότες να τον περιλάβομεν δι’ αφέντην μας Μαχ. 59610· β) (απο)δέχομαι κάπ. ως μοναχό/ή: Εάν γένηται ότι είς άνθρωπος λάβει παρθένον δυναστικού τρόπου ... εντέχεται να την ποίσει μοναχήν, και πάντα όσα ζητήσει η μονή διά να την περιλάβει και να την εντύσουν, πάντα όλα εντέχεται να τα πλερώσει Ασσίζ. 9712. 10) α) Αποδέχομαι κάπ. ως νόμιμο μάρτυρα ενώπιον του δικαστηρίου: Εάν γένηται ότι οκάτις άνθρωπος του κανόνος, λεγόμενος εντερελετζιούν, έλθῃ εις την αυλήν και θέλει να φέρει μαρτυρίαν, ουδέν ημπορεί να το ποίσει, ουδέ η αυλή εντέχεται να του γροικήσει, ουδέ να τους περιλάβει καταπρόσωπα παντός ανθρώπου κοσμικού, ουδέ ιερέαν, ουδέ αναγνώστην ομοίως Ασσίζ. 1084· Εάν γίνεται ότι είς άνθρωπος θέλει να σύρει μαρτυρίαν διά ένα άλλον άνθρωπον, και έχει μέρος εις το αυτόν έγκλημαν οπού θέλει να σύρει την μαρτυρίαν, ού σύρνει μαρτυρίαν άπιστη ..., το δίκαιον ορίζει ότι οι κριτάδες ουδέν πρέπει να τους περιλάβουν διά μάρτυρας τοιούτους λας, με το κείμενον Ασσίζ. 3517· β) αποδέχομαι έγγραφο ως νόμιμη μαρτυρία: Εάν γίνεται ότι κανείς άνθρωπος, ού καμμία γυναίκα φέρνει εις την αυλή κανένα γράψιμον εις μαρτυρίαν, οι κριτάδες, ουδέ η αυλή εντέχουνται να το περιλάβουν, ουδέ να του ακούσου, ουδέ να του πιστεύσου, κατά το δίκαιον, εάν ουκ έστι προβελίτζιν εσφραγισμένον Ασσίζ. 35328. Β́ (Αμτβ.) αγκαλιάζομαι: όλες της ακλουθήσασιν και αλλήλως εμιλούσαν| σφικτά πιριλαμπάνασιν και τότες εφιλούσαν,| από την τόσην των χαράν όλες των εγελούσαν Σαχλ., Αφήγ. 786· κρατούν, περιλαμβάνουσι, σφικτά συμπεριπλέκουν,| καταφιλούν ενήδονα, και το φιλίν εκείνο| Έρωτος ήτον ηδονή και πράγμαν Αφροδίτης Λίβ. Sc. 2685. IΙ. Μέσ. Ά (Μτβ.) αγκαλιάζω: Γιε μου, ας σε περιλαμπαστώ κι ας σε γλυκοφιλήσω,| τ’ Αφέντη οπού σ’ εγλύτωσε ας πα να φκαριστήσω Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 1125. Β́ (Αμτβ.) αγκαλιάζομαι: Σφικτά επεριλαμπάθηκαν, γλυκέα καταφιλούνται Αχιλλ. (Smith) O 529· Ένας τον άλλον να θωρεί, κλαίσι και συγχωρούνται| περιλαμπάνουνται γλυκία, και σπλαγχνικά φιλούνται Ριμ. Απολλων. (Βεν.) 298. — Βλ. και περιλαμπώνω.
περίστασις- η, Σπαν. A 203, Σπαν. B 200, Κομν., Διδασκ. Δ 382, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 434, Διγ. Z 674, 676, Τζαμπλάκ. (Λαμπ.) 69, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 538, 562, 565, 1084, Δωρ. Μον. XXVII, Αποκ. Θεοτ. (Pern.) 255, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 202· πληθ. περίστασες, Μπερτολδίνος 97 δις.
Το αρχ. ουσ. περίστασις. Η λ. και σήμ. στον τ. περίσταση.
1) Η κατάσταση των πραγμάτων σε μια συγκεκριμένη στιγμή, συγκυρία: ο δε οκτώ και δέκατος της έκτης Συνόδου κανών λέγει, ότι όσοι επίσκοποι ή ιερείς ή κληρικοί από περίστασιν τινά ... υπάγουν εις άλλην επαρχίαν ... να επιστραφούν συντόμως εις τας εκκλησίας αυτών Μαλαξός, Νομοκ. 85· Η τυχηρά περίστασις δεν κινδυνεύει εις εκείνον, οπού επήρε την παρακαταθήκην, μόνον δόλον κι αμέλειαν μεγάλην χρεωστεί να δώσει Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 1336 π́ 3· (στον πληθ.) οι επικρατούσες συνθήκες, η συνολική κατάσταση: ει δε τοσαύτη επέχει ανάγκη της εκκλησίας ως μη δύνασθαι προ του πωλείν βουλεύεσθαι, καν τους γειτνιώντας εις μαρτυρίαν καλέσει ο επίσκοπος, φροντίδα ποιούμενος του αποδείξαι τῃ συνόδῳ πάσας τας συμβάσας τῃ εκκλησίᾳ αυτού περιστάσεις Ιστ. πατρ. 18221· 2) (Με αρνητ. σημασ.) α) κακή, μη ευνοϊκή συγκυρία· δυσκολία, δυσχέρεια: εις λύπας δε και συμφοράς και δυστυχίας τούτων (ενν. των φίλων σου),| τρέχε και πριν σε κράξουσιν ...| και έχε κοινόν τους πόνους των και την περίστασίν των Σπαν. (Μαυρ.) P 148· ει δε συμβεί με κίνδυνος, περίστασιν ευρήσω| τήν ίσως με τύχει παθείν, ωσάν πολλοίς συμβαίνει Καλλίμ. 244· έστερξαν (ενν. οι αθροισθέντες χριστιανοί) τον της ενώσεως όρον ... μετά συμφωνίας, ως ότι, παρελθούσης της περιστάσεως των Τούρκων και γαλήνης γενομένης, ... ίδωσι τους όρους και ... διορθώσωσι Δούκ. 31726· απελθόντος δ’ απράκτου του στόλου (ενν. των Τουρκών) ... από της περιστάσεως ασθενήσασα και εκτρωθείσα (ενν. η βασίλισσα) ... απέθανε Σφρ., Χρον. (Maisano) 9025· έκφρ. εν καιρῴ περιστάσεως = σε ταραγμένους, επικίνδυνους καιρούς: ο δε Καραμάν μουσουλμάνος ων και λατρεύων τα του Μωάμεδ, αεί και πάντοτε ου παύεται διεγείρων πολέμους και ταραχάς εν καιρῴ περιστάσεως Δούκ. 29114· Και γαρ εν καιρῴ περιστάσεως άπαντες (ενν. οι πατέρες σου) εντός ταύτης (ενν. της πόλεως) εισιόντες εσώθησαν Δούκ. 3517· β) στενοχώρια, ψυχικός πόνος: εις πόσον επεσέβηκεν περίστασιν ο νους μου,| ουκ ημπορώ να σε το ’πώ, φρίσσω απέ τον λόγον Λίβ. Sc. 1787· Κι εγώ αχ την περίστασιν και συντριβήν οπού ’χα,| ετρόμαξα κι εξύπνησα κι εκάθισα στα ρούχα Τζαμπλάκ. (Λαμπ.) 93· φλόγα και περίστασις άπειρος της καρδίας Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1092. 3) α) Χαρακτήρας: έτσι επήγαινε λογιάζοντας του λόγου του ο βασιλεύς, πως ίσως από το γένος του Μπερτόλδου να ευρίσκεται τινάς της αυτής περιστάσεως άνθρωπος Μπερτολδίνος 92· β) (στον πληθ.) ιδιότητες, χαρακτηριστικά ενός ανθρώπου: ηγάπα την αλήθειαν και την δικαιοσύνην,| οπ’ είναι δύο περίστασες των εκλεκτών ανθρώπων,| με τες οποίες αφήνουσι φήμην εις κάθε τόπον Λίμπον. 151.
περιχύνω,- Διγ. Z 3494, Θησ. ΙΒ́ [136]· περεχύνω, Τζαμπλάκ. (Λαμπ.) 3.
Από το αρχ. περιχέω. Το μέσ. στο TLG. Ο τ. σήμ. λαϊκ. Η λ. στo Βλάχ. και σήμ.· βλ. και LBG.
Ι. Ενεργ. α) Χύνω υγρό πάνω σε κ., μουσκεύω κ.: τραγόπουλον εσφάξασι, το αίμαν περεχύσαν| στου Ιωσήφ ποκάμισον, και τότε το ξεσκίσαν Χούμνου, Κοσμογ. 1589· β) χύνω νερό σε κάπ. για να λουστεί: Εν μέρει ορίζει ο ηγούμενος, εν άλλῳ ο οικονόμος, (παραλ. 1 στ.) ... «γέμισε, περέχυσέ με (ενν. με νερόν), ας έκβω» Προδρ. (Eideneier) IV 127. ΙΙ. Μέσ. 1) (Με υποκ. τη λ. δάκρυα) χύνομαι, τρέχω: Και είχαν χαράν και δάκρυα, ωσάν εφιλούνταν τα αδέλφια με την πολλήν εκείνην χαράν, επεριεχύνουντά τους και τα δάκρυα Διγ. Άνδρ. 32431. 2) α) Ορμώ, επιτίθεμαι: Ως γαρ είδε με ο λαός κρημνίσαντα την κόρην,| κύκλῳ περιεχύθησαν ως αετοί σπουδαίως Διγ. (Trapp) Gr. 3019· β) κινούμαι ορμητικά προς κάπ. ή κ., χύνομαι: Ο δε Ιωάσαφ περιχυθείς εις το ιερόν αυτού λείψανον μετ’ ευλαβείας και δακρύων πολλών το έλουσε και ενέδυσε με το τρίχινον ιμάτιον Αγαπ., Βίος Ιωάσ. = Αγαπ., Δαμασκ. Βαρλαάμ 23438. 3) (Με υποκ. τη λ. ύπνος) με παίρνει ο ύπνος, αποκοιμιέμαι: γιατί ευθύς εξύπνησα και πλια δεν εκοιμήθην,| ουδ’ ο γλυκύς στα μάτια μου ύπνος επερεχύθην Διγ. O 738.
περνώ,- Ασσίζ. 4554, Διγ. (Trapp) Gr. 3053, Διγ. A 2783, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1263, Βέλθ. 1064, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 442, Χρον. Μορ. H 322, Χρον. Μορ. P 59, Φλώρ. 32, Απολλών. (Κεχ.) 384, Λίβ. P 1904, Λίβ. Sc. 1851, Λίβ. Esc. 3005, Λίβ. N 2577, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 373, Αχιλλ. L 21, Φαλιέρ., Ιστ.2 374, Byz. Kleinchron. Á 50938, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 95, Αλεξ.2 145, Απόκοπ.2 98, Κορων., Μπούας 12, Γεωργηλ., Θαν. 409, Πεντ. Γέν. XXXII 23, Πορτολ. A 516, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 468, Αχέλ. 259, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 59, Ιστ. πατρ. 9510, Πτωχολ. (Κεχ.) P 63, Κυπρ. ερωτ. 8630, Πανώρ. Ά 131, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 149, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Ά 182, Κατζ. Ά 150, Βοσκοπ.2 305, Παλαμήδ., Βοηβ. 59, Ιστ. Βλαχ. 1092, Σουμμ., Ρεμπελ. 160, Διγ. Άνδρ. 31611, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 103, Στάθ. (Martini) Ά 187, Διαθ. 17. αι. 3314, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 167339, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [428], Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 423, Φορτουν. (Vinc.) Ά 179, Ροδινός (Βαλ.) 218, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 72, Διγ. O 782, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2327, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. ζ́ 13, Hagia Sophia ω 5164, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Γ́ 6911, κ.π.α.· απερνώ, Σπαν. (Ζώρ.) V 602, Διγ. Z 2384, Διγ. A 2425, Χρον. Μορ. H 409, Χρον. Μορ. P 46, Θρ. Κων/π. B 58, Θησ. (Foll.) Ι 19, Θησ. Β́ [252], Ch. pop. 469, Αλεξ.2 542, Κορων., Μπούας 51, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 67r, Πεντ. Γέν. XL 47, Πορτολ. A 3212, Αχέλ. 1686, Χρον. σουλτ. 2626, Παϊσ., Ιστ. Σινά 363, Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 12310, Δωρ. Μον. XXXVI, Παλαμήδ., Βοηβ. 799, Ιστ. Βλαχ. 75, Σουμμ., Ρεμπελ. 190, Διγ. Άνδρ. 40038, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Στεφ.-Παπατρ.) 13324, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 90102, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [58], Ροδινός (Βαλ.) 84, Πτωχολ. B 126, Διγ. O 2815, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Μάρκ. ιϚ́ 1, κ.π.α.· απερώ, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Υπόθ. ΙΓ́· επερώ, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1068· περώ, Ασσίζ. 31230, Βίος Αλ. 4812, Ιστ. Ηπείρ. XVIII5, XL4, Δούκ. 358, 6515, 8922, 11117 κ.π.α., Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΙΆ [474], Νομοκ. 38517· αόρ. επήρασε, Διήγ. ωραιότ. 931· μτχ. ενεστ. (άκλ.) περνών, Παρασπ., Βάρν. C 316· μτχ. απεραζόμενος, Τριβ., Ρε 14· περαζόμενος, Χούμνου, Κοσμογ. [1687], Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 524, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 183, 383, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 19, Έ 1357, Φορτουν. (Vinc.) Ά 349, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 37126· μτχ. αορ. (άκλ.) απεράσοντας, Πορτολ. B 1120, Χρον. σουλτ. 6211· περάσαντα, Ιστ. πατρ. 10515· περάσοντα, Ιστ. πατρ. 1409· περάσοντας, Κορων., Μπούας 6, Εκλογής χειρόγρ. 24522, Χρον. σουλτ. 3411, 30, 5231, 625, 11831-32, 11910, 1263, 13921, Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 10938, 1131, Δωρ. Μον. XVIII, Διαθ. 17. αι. 357, 224, 1140, 194, Διήγ. πανωφ. 56, 57, 59· μτχ. παρκ. απερασμένος, Θησ. Πρόλ. (Κακλ.) 23, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 354v, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΚΒ́ [135], Χρον. σουλτ. 14019, Σουμμ., Ρεμπελ. 176, 184, 192, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 65r, Σουμμ., Παστ. φίδ. Υπόθ. 4, Ά [260], Έ [708], Ροδινός (Βαλ.) 91, 142, 146, 161, 216, 229, Διακρούσ. 1189, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πέτρ. Καθ. Επ. Ά δ́ 3, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά 4616· περασμένος, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 12, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 324, Μαχ. 23, Θησ. Δ́ [416], Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2191, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 356, Αχέλ. 19, Χρον. σουλτ. 1047, Πανώρ. Ά 255, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 396, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Ά 21, Φαλλίδ. (Παναγ.) 158, Παλαμήδ., Βοηβ. Εισαγ. 11, Ιστ. Βλαχ. 56, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 539, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 1127, Διαθ. 17. αι. 46, Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 406, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [375], Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 422, Φορτουν. (Vinc.) Ά 12, Λεηλ. Παροικ. 513, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 3641, Τζάνε, Φιλον. 58314, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Κορ. Ά ζ́ 36, κ.α.
Από τον αόρ. του αρχ. περάω (Χατζιδ., ΜΝΕ Ά 292). Ο τ. απερνώ στο Βλάχ., σε έγγρ. του 18. αι. (Σερεμέτης, Ηπειρωτική Εστία 19, 1970, 292, 432 434, 435) και σήμ. ιδιωμ. (Μπόγκα, Γλωσσ. Ηπείρου Β́ 9, Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ., στη λ.), όπως και τ. απερνάω (Χυτήρης, Κερκυρ. γλωσσάρ.). Ο τ. περώ και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., Κωστ., Λεξ. τσακων., λ. περνώ, όπου και τ. περού και απερού). Διάφ. τ. σήμ. ιδιωμ. (Μπόγκα, Γλωσσ. Ηπείρου Ά 53, λ. απιρνάου, Πασχαλούδης, Τερπν. Νιγριτ., λ. απιρνάου ‑ώ, Χριστοδούλου, Κουζιαν., λ. πιρνώ/απιρνώ). Η υποτ. αορ. επεράσω σε έγγρ. του 18. αι. (Σερεμέτης, Ηπειρωτική Εστία 19, 1970, 292, 299). Η μτχ. περαζόμενος (για το σχηματ. βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Ά, 13, 17) σε έγγρ. του 16. αι. (Μανούσ., Κρ. Χρ. 22, 1970, 295)· μτχ. περαζούμενος στο Somav. λ. απερασμένος και σήμ. ιδιωμ. (Ψάλτ., Θρακικά 35, 82). Η μτχ. περάσοντα το 14. αι. (Χρυσόβ. του 1364, 85) και σήμ. ως επίρρ. στο τσακών. ιδίωμα (Κωστ., Λεξ. τσακων.)· μτχ. περάσοττα σήμ. ιδιωμ. (Μηνάς, Πρακτ. Β′ Κυπρ. Σ 3, 256). Η μτχ. περάσοντας σε έγγρ. του 17. αι. (Παπαδάκη, Θησαυρ. 19, 1982, 145), το 18. αι (Στεφανόπ., Βιβλ. Στεφανοπ. 75, 76, 99) και σήμ. ιδιωμ. (Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ.). Η μτχ. απερασμένος στο Βλάχ., σε έγγρ. του 18. αι. (Σερεμέτης, Ηπειρωτική Εστία 19, 1970, 37, 433, 434, 435) και σήμ. ιδιωμ. (Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ.· πβ. και Μιχαλαριά-Βογιατζή, Λεξ. Σύμης, λ. απερασμένες). Η μτχ. περασμένος στο Βλάχ. και σήμ. H λ. τον 8-9. αι. (TLG· για πιθ. παλαιότ. μνείες βλ. αυτ. και Jannaris, Hist. Gramm. 272) στο Βλάχ. και σήμ.
I. Ενεργ. Ά Μτβ. 1) α) Διαβαίνω, διασχίζω ένα μέρος (και πηγαίνω σε άλλο): Και πάραυθα εσέβησαν εις την Τρανσυλβανίαν,| κι έτσι την επεράσασιν κι ήβγασιν στην Ουγγρίαν Παλαμήδ., Βοηβ. 1080· με την βοήθειαν του Θεού, την τρίτην την ημέραν| επέρασεν (ενν. ο Σερμπάνος) τα σύνορα κι ευρέθη από πέραν Ιστ. Βλαχ. 162· Αφού δε αποστάθηκαν (ενν. ο Μερκούριος και οι συντρόφοι του) εκ τον κομμόν που ’ποίκαν| την γέφυραν απέρασαν και εις την χώραν μπήκαν Κορων., Μπούας 62· (προκ. για θάλασσα ή ποτάμι): Και να περάσομεν ομού την θάλασσαν τήν βλέπεις,| να πάμε στην Ανατολήν, εις τον καλόν τον τόπον Συναξ. γαδ. (Βασιλ.) 82· Είναι δε το γένος τούτο των Τατάρων μαθημένοι να περνούσι με τα άλογά τως καβαλάροι τα μεγάλα ποτάμια κολυμβώντες Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 423· β) διέρχομαι, περνώ από ένα μέρος/σημείο: Εγώ πολλές χώρες και κάστρη είδα και επέρασα, και είδα γραφές πολλές και ανέγνωσα εις ετούτον τον κόσμον Διγ. Άνδρ. 33633· και μικράν θύραν επεράς την κεφαλήν κυρτῴαν Παϊσ., Ιστ. Σινά 1068. 2) Διαπερνώ (με αιχμηρό όργανο), διατρυπώ κάπ. ή κ.: Και ηβλέποντας ο Σαούλ ότι οι εχθροί εσίμωναν να τον πιάσουν, βάνει το κοντάρι του και ακουμπάγει το εις ένα δένδρον και το ξίφος το βάνει εις την κοιλίαν του και αμπώνει το και απέρασέ τον έως την ράχην Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 192r· ένας άνθρωπος των αρμάτων ... είδεν τον υιόν του Τακκά ... και με το σπαθίν επέρασέν τον απέ την μίαν μερίαν ως την άλλην και απόθανεν Μαχ. 6629· (σε μεταφ.): και την καρδίαν μου δεινή επέρασε ρομφαία Θρ. Θεοτ. 64· (μεταφ., προκ. για το κρύο): Και όταν είναι ψύχρα μεγάλη, μη δουλεύεις πολλά, διατί το κρύος ευρίσκει τότε τους πόρους ανοικτούς, όταν είσαι ιδρωμένος, και σε περνά ευκολότατα Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 176. 3) Οδηγώ/μεταφέρω κάπ. κάπου· (συν. στην απέναντι όχθη/ακτή): Βάρκες ορθώθησαν λοιπόν δώδεκα για να πιάσουν/ την νύκτα την ερχόμενη τσ’ ανθρώπους να περάσουν Αχέλ. 889· Ο δε Σελήμ ... έδραμεν ευθύς κάτω εις το ποτάμι, και έβαλε τους τουφεξήδες μέσα εις κάποιες μικρές βάρκες και τους επέρνα εις την πέραν μεράν του ποταμού Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 423· το πλοίον διεσκόρπισεν, επνίγησαν οι πάντες,| μόνον ο Απολλώνιος μέσα εις μικρόν σανίδιν| το κύμαν τον επέρασεν της Τρίπολης τα μέρη Απολλών. 139. 4) α) Μετακινώ κάπ./κ. σε σχέση με (μέσα από, πάνω από κ.τ.ό.) κ. άλλο· (σε μαγικές πράξεις): περούσι τα παιδία των από στόμα λύκου, τάχα διά να ζήσουν Νομοκ. 38518· Μη ευρεθεί εις εσέν απερνάει τον υιό του και τη θεγατέρα του εις την ιστιά, μαντεύγει μαντειές ... Πεντ. Δευτ. XVIII 10· β) (εδώ) σουρώνω: έπαρε νερόν από περιστερών, τούτο το χόρτον, οπού το λέγουν φράγκικα μπέρμπενα, από πήγανον, από χελιδόνιον, τριαντάφυλλα και από αλόην και τούτζια πρεπαράτα από πάσα ένα μισήν δράγμα, κοπάνισε και πέρασέ τα από ψιλόν μανδήλιον και φύλαξέ τα εις μίαν αγαστέρα υαλίνην Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 229. 5) (Χρον.) διανύω, διάγω ένα χρον. διάστημα (κατά ορισμένο τρόπο): και δίχως πρίκες κι όχθρητες, δίχως ζηλειές και φθόνους| περνούσι (ενν. οι γιαθρώποι) τσ’ εβδομάδες τως, τσι μήνες και τσι χρόνους Πανώρ. Πρόλ. 60· Και έτσι με φόβον και τρόμον απεράσαμεν την ημέραν εκείνην και την νύκταν ως νεκροί εις την όψην και μισαπεθαμένοι Ιερόθ. Αββ. 333· Εις τον ποέτα βρίσκομε τον κωμικόν γραμμένο| κι έτσι από τον Τερέντσιο καλά ξεδηγημένο,| πως γιατί αγάπα ο Πάμφιλος την όμορφη Γλυτσέρε| με δίχως ύπν’ ολότελα le notti απέρνα intiere Κατζ. Δ́ 118. 6) (Με αντικ. τη λ. ζωή ) διάγω, ζω: οπού είμαι νέος, ας περάσω καλήν ζωήν, και δεν θέλει λείψει καιρός, διά να δοξάσομεν και τον Θεόν Ροδινός (Βαλ.) 67· Και ως έβλεπε (ενν. ο κύρης Ανδρόνικος) την ασθένειαν αυτού οπού αυξάνει, εδιελογίζετο τι να κάμει και πού να υπάγει και εις τι τόπον να περάσει την ζωήν του ότι το είχεν ως μεγάλην εντροπήν να φαίνεται εις τον λαόν του μετ’ αυτού του ασθενήματος Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 19. 7) Βιώνω, υφίσταμαι κ., υποφέρω μια (συν. δυσάρεστη) εμπειρία: Τῳ αυτῴ χρόνῳ απέθανεν ο Χριστόδουλος ο βαφτισμένος ... και αυτός ήτον Εβραίος και εις την νεότητά του αγάπησεν την πίστιν και εγίνην χριστιανός και πολλά κακά επέρασεν από τους φθονερούς Ιουδαίους Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 23v· πολλές πρίκες και βάσανα έχεις περασμένα Μανολ., Επιστ. 1739· Λοιπόν οι δόλιοι Κρητικοί κίνδυνον επεράσαν| μέγαν από τες λουμπαρδιές, αλλ’ ουκ εδειλιάσαν Διακρούσ. 1087. 8) Υπερβαίνω ένα όριο, ξεπερνώ· (χρον.): να ζήσει (ενν. ο άρχοντας) χρόνους εκατόν και να τους απεράσει| με πλούτον και με έπαινον στον κόσμον να γηράσει Αιτωλ., Ρίμ. Μ. Καντ. 65· Δεν έναι (ενν. ο μισσέρ Γιαννούτσος) κύρης μου, σα λες, μ’ αλλότες είχε πράσσει| εις τα ταξιδια, και έρχοντας μια φούστα ν’ αγοράσει (παραλ. 2 στ.). Και μετά κείνη τοτεσά μ’ αγόρασε κι εμένα,| και ακόμη χρόνους δυόμισι δεν είχα περασμένα Φορτουν. (Vinc.) Β́ 206· (ποσ.): απερνώντες τα όσα εξόδευσαν (ενν. οι Γαλατιανοί), έχουν την άδειαν να τα μαζώξουν από την μέσην τους, διά να έβγουν από το χρέος Επιστ. Μωάμ. 6725· (τοπ.): όταν έγινεν ο κατακλυσμός οπού ήλθε το νερόν δεν απέρασε την κορυφήν αυτεινού του βουνού (ενν. του βουνού Τερέστρο), καλά και τινές λέγουν ότι το νερόν απέρασεν πάσα βουνόν ένδεκα πήχες Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 70v. 9) Παραβαίνω κ.: δεν ημπορώ να περάσω τον ορισμό του Κύριου να κάμω καλό γή κακό από τη καρδιά μου Πεντ. Αρ. XXIV 13· Ότι να ευρεθεί μεσοθιό σου ... ανήρ γή γεναίκα ος να κάμει το κακό εις τα μάτια του Κύριου του Θεού σου να απεράσει τη διαθήκη του. Και έφυγεν και εδούλεψεν είδωλα άλλα και επροσκύνησεν αυτά Πεντ. Δευτ. XVII 2. 10) Παρακάμπτω, αποφεύγω κ.: εις το νησόπουλον ... έχει ξέρην εις την μερέαν της τραμουντάνας και εβγαίνει εις το πέλαγος μισόν μίλι. Και απεράσοντας την ξέρην και έμπεις μέσα το κανάλιν και την στερέα· ’ράξε όπου θέλεις ότι έχει φούντος όσον θέλεις Πορτολ. B 1120· (κ. δυσάρεστο): παρακαλώ ... να γράψει η αδελφότης υμών του εκλαμπροτάτου αυθεντός βαΐλου των Ενετών οπού ευρίσκεται εις την Βασιλεύουσαν ... να γένει επίμων να πάρει έκδοσιν από τον οικουμενικον πατριάρχην ... να μετατεθούμεν εις την Ζάκυνθον, διά να περάσομεν τους κινδύνους της στράτας του Κωνσταντίνου Βελλερ., Επιστ. 5543. 11) α) Aντιπαρέρχομαι κ., αδιαφορώ για κ.: Αλλά αλίμονον εις εσάς τους Φαρισαίους, ότι αποδεκατίζετε το δυόσμον και το πήγανον και κάθε λάχανον, και περνάτε την κρίσιν και την αγάπην του Θεού· Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Λουκ. ιά 42· α) προσπερνώ, παραλείπω κ.: Ημπόρουν διά την φυλακήν να γράψω ακόμη και άλλα| αμή σχολάζω, αφήνω τα, διαβαίνω και περνώ τα,| διά να ’ρθω εις την υπόθεσιν και των φυλακατόρων Σαχλ., Αφήγ. 485. 12) α) Αντιμετωπίζω κ. ή κάπ. (επιτυχώς): Κι αυτός (ενν. ο δεσπότης Άρτας), ως ήτον φρόνιμος, καλά εδιορθώθη·| τους Φράγκους γαρ ερόγεψεν, τον πρίγκιπα Γουλιάμον| και τον αφέντην Αθηνών και τους Ευριπιώτας·| με αυτούς εβοηθήθηκεν κι επέρασεν την μάχην Χρον. Μορ. P 3084· β) κάνω κάπ. να συμμορφωθεί με τις επιθυμίες μου, «καταφέρνω κάπ.»: Μα δίχως να το πεις εσύ και να το δικιμάσεις,| να θες με τα διατάματα μόνο να με περάσεις| εδώ με χάνεις και γοργό πάγω να βρω τον Άδη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 860· Εδάρτε συμβουλεύω σας όλες καλές κυράδες,| αμέτε και μαυλίζετε ύπανδρες και χηράδες,| γελάτε τες ανέγλυτες και τες νοικοκυράδες (παραλ. 2 στ.) τους άνδρες με τα λόγια σας όλους να τους πλανάτε.| Έχετε κι αγαπητικούς, μηδέν αδημονάτε,| κι οπού ’γαπούν και φλέγουνται, με λόγια τους περνάτε Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 651. 13) α) Δίνω, μεταβιβάζω κ. (σε κάπ.): Ανήρ ότι να απεθάνει και υιός δεν είναι αυτουνού … να απεράσετε τη κλερονομιά του εις τη θυγατέρα του Πεντ. Αρ. XXVII 8· Ένι καταστημένον με την ασσίζαν των Ιεροσολύμων ότι η αφεντία των πραγμάτων των χαμένων ουδέν πρέπει κανείς να των περάσει εις κανένα έτερον κορμίν, ότι εις όποιον τόπον οπού ο κύρης ημπορεί να εύρει το πράγμαν του κινητόν τό είχεν χάσει, εντέχεται να το αναλάβει διά όρκου τόν να ποιήσει Ασσίζ. 42323· β) προσφέρω, αφιερώνω κ.: να απεράσεις παν άνοιγμα μήτρας του Κύριου Πεντ. Έξ. XIII 12. 14) Θεωρώ, αντιμετωπίζω κάπ. ως ...: Παρακαλώ σας βασιλείς, αυθέντες και ρηγάδες,| ... σοφοί και διδασκάλοι,| μη με κατηγορήσετε εις τἄγραψα και είπα·| περάσετέ με ως άγνωστον ομάδιν με τον νουν μου,| και ψέξετε τον λογισμόν εμού δε και την γλώσσαν Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 568. 15) Διηγούμαι, εξιστορώ: η υπόθεση ετούτη, την οποίαν εδιηγήθηκα με πάσαν αληθοσύνην και δεν έγραψα ένα πράγμα διά άλλον, μόνον πιστά τα επέρασα, μήτε περισσότερο μήτε ολιγότερο Σουμμ., Ρεμπελ. 193. 16) Δηλώνω, φανερώνω: είπεν (ενν. η Παρθένος) «ηγαλλίασεν» και δεν είπεν ευφράνθη, ή εχάρη. Είναι κάποια διαφορά ανάμεσα εις αυτά τα ρήματα, διότι το εχάρη φέρνει κάποιαν χαράν εις την ψυχήν, αμή δεν περνά τον τρόπον και την διάθεσιν εκείνου οπού χαίρεται Ροδινός (Βαλ.) 93. Β́ Αμτβ. 1) Μεταβαίνω, μετακινούμαι, πηγαίνω α1) σε κάπ. άλλο μέρος: Πλην όταν απεσώσαμεν εις τον αιγιαλόν ετούτον,| επαίρει (ενν. ο Βερδερίχος) το καμήλιν μου, πεζεύει με απ’ εκείνο| και με την κόρην μόνος του περνά εις γην Αιγύπτου Λίβ. Sc. 1734· άφησε (ενν. ο Ευστάθιος ο Πλακίδας) την αυθεντίαν οπού είχεν και έφυγεν να απεράσει εις άλλον τόπον Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 390r· ο βάρβαρος εμάνισε και εις ολίγον καιρόν έρχεται πολεμώντας την Ανατολήν και κουρσεύοντας πολλούς τόπους. Επέρασε δε και εις την Θεσσαλονίκην Εγκ. αγ. Δημ. 109162· (στην απέναντι ακτή/ όχθη): Είχε δε μεγάλην αδημονίαν ο μισσέρ Ρομπέρτος και λύπην, πως δεν έβρισκε βάρκαν να περάσει εις τον Μορέαν Δωρ. Μον. XXIV· Και λέγω προς τον Λίβιστρον: «Εύξου με να περάσω,| και όταν με ίδεις επέρασα, στέκομαι εις την στερέαν,| τότε και συ την θάλασσαν άφοβα να την έμπεις,| και να έλθεις όπου με θεωρείς, δίχα τινός ανάγκης» Λίβ. Sc. 1864, 1865· Τούτη η ταραχή όχι μόνον εσύγχισε πολλά τους Τούρκους οπού ήσαν περασμένοι από το ποτάμι, αλλά πολλῴ μάλλον εκείνους, οπού ήσαν ακόμη εκείθεν του ποταμού διά να περάσουσιν Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 422· α2) (σε κάπ.): Τότε στον αρχιστράτηγον βουλήθη (ενν. τινάς σπαχής) να περάσει Αχέλ. 1200· Η δε, «Ω τρισκατάρατε γέρον», ανταπεκρίθη (ενν. η Μαξιμώ) | «και διά ένα κόπους μοι και τῳ λαῴ παρέσχες,| προς ον μόνη περάσασα, Θεῴ τε καυχωμένη,| άρω αυτού την κεφαλήν και προς υμάς εκφέρω;» Διγ. Z 3469· β) (μεταφ.) σε κάπ. άλλη κατάσταση: στανικώς μου μέλλομαι σε γάμον ν’ απεράσω Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [914]· και ν’ απεράσει (ενν. ο βοσκός) εις μιαν στιγμήν από τον θάνατόν του,| εις μιαν γλυκύτατην ζωήν, με τον ευτυχισμόν του; Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [1460]. 2) Διέρχομαι από ένα μέρος/σημείο: Και περνώντας ο Ιησούς απεκεί, είδεν άνθρωπον οπού εκάθετον εις το κουμμέρκι και τον έλεγαν Ματθαίον Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. θ́ 9· εκέντησεν ο Αχιλλεύς τον άσπρον τον φουδούλον,| χαμογελών επέρασεν εμπρός από την κόρην Αχιλλ. L 836. 3) Εκτείνομαι, φτάνω ως ...: Και έχει (ενν. η Πόλις) πόρτο μεγάλο και καλό. Και έχει κόρφον και περνά πέρα εις τον Γαλατά και έναι μίλι ήμισυ Πορτολ. A 23013. 4) Εισέρχομαι, μπαίνω: ... προβαίνει η Πετρονέλα (παραλ. 1 στ.) και με το γέλιο λέγει μου: «Πέρασε η αφεντιά σου,| κι η μάνα μου λιγοψυχά να ’χει την εμιλιά σου» Φορτουν. Ά 260. 5) (Δια)περνώ: εβάναν του (ενν. του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού) εις το κεφάλι ένα στεφάνι με αγκάθια, τα οποία αγκάθια απερνούσαν εις το κεφάλι του Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 326v· (σε μεταφ.): Αμή όταν θέλει (ενν. ο πόθος) να χωθεί κι εις την καρδιάν να φτάσει| τότες το στήθος σου του κλεις, για να μην απεράσει Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [1166]. 6) Αναχωρώ, αποχωρώ· φεύγω: Αυτού λέγει το δίκαιον περί εκείνων των εγγυτάδων οπού ουδέν έχου να ποιήσουν ως εγγυτάδες, ού αν επέρασαν απέ το ρηγάτον Ασσίζ. 31225· αν δεν αφήσει (ενν. ο Φαραώς) να απεράσει το πλήθος των υιών Ισραήλ, όλα τα νερά της Αιγύπτου θέλω τα κάμει να γένουν αίμα Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 158v. 7) (Χρον.) παρέρχομαι, αποτελώ παρελθόν: Οϊμένα, αποκοιμήθηκα κι επέρασεν η ώρα! Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 1079· Και δεν επέρασεν ένας μήνας και επάρθη η Θεσσαλονίκη υπό των Τουρκών Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 23· απέρασε το κολατσό κι ακόμη δεν εφάνη (ενν. η θυγατέρα μου) Πανώρ. Β́ 51· (συχνά μτχ. χρον. άκλ.): Και απεράσοντας πολλοί χρόνοι, εκατέβη ο Υιός και Λόγος του Θεού, ο Ιησούς Χριστός, Θεός και άνθρωπος Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 12326· Περάσαντα δη μερικός καιρός εσυνάχθησαν πολλοί αρχιερείς, μητροπολίται και επίσκοποι, και έγινε σύνοδος μεγάλη Ιστ. πατρ. 10515· και πάλιν παρευθύς … περάσοντας μίαν ώραν εσήκωσεν πάλιν ωσάν άλλο νέφος πλέον μεγαλύτερον από το πρώτον Διήγ. πανωφ. 56· Περάσοντα δε ολίγος καιρός ηβουλήθη (ενν. ο Ιωακείμ) δευτέραν φοράν να υπάγει εις τον Πούγδανον Ιστ. πατρ. 1409. 8) Παύω, σταματώ, καταλαγιάζω: ωσάν περάσουν οι βροχές, πάλι καλοσυνεύγει Πανώρ. Β́ 256· (εδώ προκ. για υποχώρηση της στάθμης υδάτων): Και εσφαλίστηκαν οι βρύσες της άβυσσος και καταρράχτες του ουρανού και εποκόπην η βροχή από τους ορανούς. Και εστράφηκαν τα νερά αποπάνου την ηγή ... και επέρασαν τα νερά Πεντ. Γέν. VIII 3· (μεταφ.): ο πόνος να περάσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 620· ... οι έγνοιες επεράσασι για την καημένη Κρήτη Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 18314· (με γεν. ή αιτ. προσωπ. αντων.): Το ξύλον οπού αρμένιζε κι εφάνιστή σου εχάθη| σημάδι είν’ Αρετούσα μου, πως σου περνούν τα πάθη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 160· Θωρώ κι ο νους σου στο κακό κι εις τό σε βλάφτει ’ράσσει| κι ο λογισμός οπού ’βαλες δε θε να σου περάσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 458· και εδιάβην ώρα περισσήν ώστε να τον περάσει| ο θρηνισμός, ο πικραμός όν είχεν εκ καρδίας Βέλθ. 399. 9) Ζω α) διαβιώνω (με ορισμένο τρόπο): Άλλοι να έχουν το φλουρί σεντούκια γεμισμένα,| και άλλοι να περνούν πτωχά και στενοχωρημένα Τζαμπλάκ. (Λαμπ.) 80· Ο δε καλός νεότερος και Διγενής Ακρίτης,| απέρνα μεν χαιράμενος ομού μετά της κόρης Διγ. A 2299· να μαθαίνομε πώς περνά η πανιερότη σου Μανολ., Επιστ. 17336· απέρνα ο νεούτσικος με τούτα και με κείνα,| με κόπους, με αναστεναγμούς και με περίσσιους πόνους Τριβ., Ρε 110· β) αντεπεξέρχομαι σε κ., τα βγάζω πέρα· επιβιώνω: Κι απήτις πέσου τα τειχιά, θα δω τι θα γενούσι (ενν. οι χριστιανοί),| πώς έχου να περάσουνε, πού θε να φυλαχτούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 16517· ηξεύρω να περνώ, και όταν έχω και όταν δεν έχω Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Φιλ. δ́ 12 σημ.· Το λοιπόν κάνοντας τόσες μπονάτσες, και μην ημπορώντας οι μύλοι μας να αλέσουν επέσαμεν εις μεγάλη πείνα, και επερνούμαν με μαγέρεμα μόνον και με ό,τι άλλο ηθέλαμεν εμπορεί, όσον οπού ο Θεός ηθέλησεν και ήκαμεν άνεμον, και αλέσαμεν και εχορτάσαμεν και το ψωμί Διήγ. πανωφ. 59. 10) (Σε γ́ πρόσ., για γεγονότα, υποθέσεις κ.τ.ό.) κυλώ, εκτυλίσσομαι, συμβαίνω: Πατριαρχεύοντος δε αυτού, του κυρού Μαξίμου του λογίου, όλα τα της εκκλησίας επερνούσαν ειρηνικά και ασκανδάλιστα Ιστ. πατρ. 11616· εις τον τρόπον ετούτον απέρασε η υπόθεση ετούτη, την οποίαν εδιηγήθηκα με πάσαν αληθοσύνην Σουμμ., Ρεμπελ. 193· Το πράγμα πώς επέρασε κάμε με ν’ αγροικήσω,| και την αλήθειαν ξέσκεπην κι ίσια να την γνωρίσω Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ [167]. 11) Έχω ισχύ, λαμβάνομαι υπόψη· γίνομαι (απο)δεκτός: Ο λόγος σου να απερνά εις όλους τους μπασιάδες,| να σκύφτουν να σε προσκυνούν όλοι οι βοϊβοντάδες Αιτωλ., Ρίμ. Α. Καντ. 87· Τότε ωσάν είδε ο Αλή πασάς ότι δεν απέρασε η βουλή του ... έγραψε χαρτί και έστειλε κρυφά του βασιλέως Παλαιολόγου μέσα εις την Πόλη Χρον. σουλτ. 881· (εδώ προκ. για τη λήψη απόφασης από τη βενετική γερουσία, βλ. και πάρτη 2β): Εσουμπλικάρησα διά την Ζάκυνθον. Ούτως απέρασεν η πάρτε μου εις τας τρεις του Αυγούστου Σεβήρ., Τελ. Σημειωμ. 12311. 12) Επικρατώ, υπερισχύω: Και μέρες περαζόμενες ήλθε να δοκιμάσει| το άλογό του καθαείς, το ποιος για να περάσει Αλεξ.2 332· (εδώ) υπερέχω (σε κ.): όταν δε εγένηκεν δώδεκα χρόνων κείνος (ενν. Βασίλειος ο Ακρίτης),| ως ήλιος απέλαμπεν εις όλα τα παιδία,| απέρνα εις την δύναμιν ώσπερ ανδρειωμένος Διγ. A 1398. 13) Παραβαίνω (κ.): δεν απέρασα από τις παραγγειλιές σου Πεντ. Δευτ. XXVI 13. 14) α) Θεωρούμαι ως ..., έχω συγκεκριμένη φήμη: Ακούσατε του Μωυσή του προφητικοτάτου,| που ’πέρνα διά φρόνιμος εν μέσῳ των Εβραίων Κρασοπ. (Eideneier) I 89· β) θεωρούμαι κ. που δεν είμαι: Τα ήθη μου τα θηλυκά με δαύτην (ενν. την φορεσία) να σκεπάσω,| εις τους βοσκούς ανάμεσα, βοσκός για ν’ απεράσω.| Για να ’κλουθώ και να θωρώ με την ανάπαυσίν μου,| τον Σίλβιον μου τον όμορφον, την ακριβήν ψυχήν μου Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ 162. 15) Υφίσταμαι, υπάρχω: επέρνα καλή αγάπη αναμέσον τους Σουμμ., Ρεμπελ. 175. 16) Μεταβιβάζομαι: εκείνος (ενν. ο Ιησούς), ότι μένει εις τον αιώνα, έχει την ιεροσύνην οπού δεν περνάει· διά τούτο και δύναται να σώζει εις το παντελές εκείνους οπού πλησιάζουσι διά μέσου αυτουνού εις τον Θεόν, έστοντας να ζει πάντοτε εις το να παρακαλεί διά λόγου τους Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Εβρ. ζ́ 24. II. Μέσ. Ά (Μτβ.) υπερβαίνω κάπ. χρον. όριο: Δεν είμαι γέρος ... (παραλ. 1 στ.) Ακόμη τη σαρανταρά δεν είμαι περασμένος,| μα απού την πρίκα έτσι ψαρός είμαι καταστεμένος Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 365. Β́ Αμτβ. 1) Μεταβαίνω στην απέναντι ακτή/ όχθη, διαπεραιώνομαι: και ούτως εμέτρησε (ενν. ο Τουμούτμπεης) τον καιρόν και την ώραν, από τες βίγλες μαθών, οπόταν είναι περασμένοι σχεδόν οι μισοί Τούρκοι εις το ποτάμι, να είναι και αυτός φθασμένος εις τον τόπον, και ευρίσκοντάς τους μοναχούς, χωριστά από τους άλλους, να πέσει απάνω τους να τους κόψει Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 422. 2) (Χρον.) παρέρχομαι, αποτελώ παρελθόν: να μη νυχτώσει ο καιρός και περασθεί το βράδυ Ιστ. Βλαχ. 2141· Τέσσερεις χρόνοι κάτεχε πως είναι απερασμένοι| απού στα φύλλα τση καρδιάς σ’ έχω ζωγραφισμένη Πανώρ. Β́ 285. Φρ. 1) Απερνά (απάνου μου) πνοά ζήλειας = (προκ. για συζυγική πίστη) καταλαμβάνομαι από καχυποψία: ανήρ ... να απεράσει απάνου του πνοά ζήλειας και να ζηλέψει την γεναίκα του ... Πεντ. Αρ. V 14· γή άντρας ος να απεράσει πνοά ζήλειας και να ζουλέψει την γεναίκα του Πεντ. Αρ. V 30. 2) Απερνάγει ο λογισμός μου = ξεχνιέμαι, ξεφεύγω (από την παρούσα πραγματικότητα): Και τούτα άπερ έκαμα και είπα της υμετέρας αγάπης, δεν τα έκαμα διά καύχησιν ή έπαινον, ... αλλ’ έστοντας να ευρίσκομαι εις φυλακήν ... μη έχων τι ποιήσαι εκαθεζόμην και έγραφα τούτα διά να απερνάγει ο λογισμός μου Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 390v. 3) Απερνώ κάπ. εις τα κάστρα = υποδουλώνω κάπ.: και τον λαό απέρασεν (ενν. ο Ιωσεφ) αυτόν εις τα κάστρα από άκρα σύνορο της Αίγυφτος και ως την άκρα του Πεντ. Γέν. XLVII 21. 4) Απερνώ κ. ’λαφρά/κ. μου απερνά ’λαφρά = δεν υφίσταμαι σοβαρές συνέπειες για μια πράξη μου: Ετούτο δε εσκόπησεν (ενν. ο αφέντης Καρυταίνου) στον λογισμόν του ετότε·| ότι, αν λείψει του πρίγκιπος ‒ διατό ήτον τάχα θείος του ‒ | να έχει την συμπάθειον του, ’λαφρά να το απεράσει Χρον. Μορ. H 3239· Ετούτο δε εσκόπησε (ενν. ο αφέντης Καρυταίνου) τότες στον λογισμόν του·| ότι, αν λείψει του πρίγκιπος ‒ διότι ήταν θείος του ‒ | να έχει την συμπάθειον, ’λαφρά να του απεράσει Χρον. Μορ. P 3239. 5) α) Απερνώ ξουράφι ιπί το κεφάλι μου = κόβω τα μαλλιά μου, κουρεύομαι: ανήρ γή γεναίκα ότι να χωρίσει να τάξει τάγμα χωρισμένο να χωρίσει του Κύριου ... όλες τις ημέρες τάγμα του χωρισμάτου ξουράφι να μην απεράσει ιπί το κεφάλι του Πεντ. Αρ. VI 5· β) απερνώ ξουράφι ιπί όλη τη σάρκα μου = ξυρίζω όλο το σώμα μου: Και έτσι να κάμεις αυτωνών να τους καθερίσεις· ράντισε απάνου τους νερά ράντισμα και να απεράσουν ξουράφι ιπί όλη τη σάρκα τους και να σκαμματίσουν τα ρούχα τους και να καθερίσουν Πεντ. Αρ. VIII 7. 6) Απερνώ σοφάρ (βουκίνισμα) = σαλπίζω: και να απεράσεις σοφάρ βουκίνισμα εις τον μήνα τον έφτατο εις τη δέκατη του μηνού, εις την ημέρα των συμπαθημάτων να απεράσετε σοφάρ εις όλη την ηγή σας Πεντ. Λευιτ. XXV 9. 7) (Α)περνώ στον Άδη(ν)/την στράταν της ζωής/από τούτην την ζωήν/από (απού) την ζωήν ετούτη(ν)/του κόσμου = πεθαίνω: Κι ο ’πίσκοπος αρρώστησε ετότες την Τετράδη,| μια μέρα μόνον έζησε κι επέρασε στον Άδη Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 22218· ... της άθλιας της ζωής απέρασε (ενν. ο Αρκύτας) την στράταν Θησ. ΙΆ [98]· με θεϊκόν στόμα εθέσπισαν (ενν. οι πνευματοφόροι πατέρες) και επαράδωκαν τες λειτουργίες, ευχές και ψαλμωδίες και τα χρονικά μνημόσυνα, να γινίσκουνται διά εκείνους οπού περνούν από τούτην την ζωήν Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 424· ΡΟΔΟΛΙΝΟΣ: Πώς τούτο; τάχατες δε ζει πλιον ο δικός τση κύρης;| ΤΣΙΜΟΣΚΟΣ: Επέρασε απού την ζωήν ετούτη ο κακομοίρης Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 374· Εις τέτοια πάθη θες εμπεί και τότες να γεράσεις,| χρειά ’ναι το τέλος σου να ’ρθει, του κόσμου να περάσεις Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 320. 8) Αφήνω κ. να περάσει = δεν δίνω σημασία σε κ.· αντιπαρέρχομαι κ.: μα κείνος οπού δεν πονεί αφήνει να περάσει| το σφάλμα κι ουδέ βούλεται να το καταδικάσει· | παινά το κι ομορφίζει το … Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 137· ... άφησ’ τα αυτάνα, α μ’ αγαπάς, φίλε μου να περάσου·| θωρώ τη φρονιμάδα σου, γροικώ την πονηριά σου·| κατέχω τούτα, οπού μου λες κι οπού μ’ αναθιβάνεις| κι άφησ’ τα να περάσουσι, γιατί τον κόπο χάνεις Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 64. 9) Κ. περνά από κάπ./από λόγου κάπ. = η έκβαση μιας υπόθεσης εξαρτάται από κάπ.: ΘΟΔΩΡΟΣ: Αφέντη Λούρα, η δουλειά τούτη περνά από σένα...| ΛΟΥΡΑΣ: Ανέν περνά από λόγου μου, τάξε τα καμωμένα Φορτουν. (Vinc.) Έ 191, 192. 10) Περνώ την αναγκαίαν χρείαν της ζωής μου = εξασφαλίζω τα απαραίτητα για την επιβίωσή μου: μήτε γεωργούσι (ενν. οι Άραβες), μήτε σπείρουσιν αλλά ... ή άγρια ζώα της ερήμου κυνηγούσι και τρέφονται από τα κρέατα τούτων ή παραφυλάττουσι τους δρόμους φονεύοντες τους οδοιπόρους, και με τούτο περνούσι την αναγκαίαν χρείαν της ζωής τως Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 109. 11) Περνώ άνεμο = (προκ. για το Θεό) στέλνω, εξαπολύω άνεμο: Και εθυμήθην ο Θεός τον Νοαχ και όλο το αγρίμι και όλο το χτήνο ος μετά κείνον εις το κιβωτό, κι επέρασεν ο Θεός άνεμο ιπί την ηγή και εκατάπρυαναν τα νερά Πεντ. Γέν. VIII 1. 12) Περνώ από μιαν ορμίδα, βλ. ορμίδα φρ. 13) Περνώ κάπ. από σπαθί/σπαθίου/σπαθιού, βλ. από 17 Φρ. 14) Περνώ εναντία κ. = αντιστέκομαι, πηγαίνω κόντρα σε κ.: έστοντας να αρπάσθει το καράβι και να μην δύνεται να περάσει εναντία τον άνεμον, έστοντας να αφήσομεν το καράβι εις τον άνεμον, εφερόμεσθαν Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πράξ. κζ́ 15. 15) Περνώ εξεφάντωσιν, βλ. ξεφαντωσις ‑ση Φρ. 1. 16) Περνώ το θάνατο = θανατώνομαι, πεθαίνω: Ήτονε ο νόμος Σαλαμό και όποιο καταλύσου| κρασί καλό και όμορφο αυτόνο να ποτίσου,| για να τους παίρνει το κρασί το φόβο, να μην τρομάσσου,| και μετ’ αυτό το θάνατο άφοβα να περάσου Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 3561. 17) Περνώ τη φούρκα = απαγχονίζομαι: το effe μόνο εξώφευγες, καημένε, να διαβάσεις,| γιατί της φούρκας ήτονε, μην πα να την περάσεις Στάθ. (Martini) Β́ 154. 18) Περνώ στα χέρια κάπ. = περιέρχομαι στην εξουσία κάπ.: αυτοί δεν επεράσασι στα χέρια των εχθρών τους Διακρούσ. 9522. 19) Τα περνώ καλά = ζω ευτυχισμένα: μόνε να δώσει ο Θεός να ζήσεις, να γεράσεις,| χρόνους πολλούς στον θρόνο σου καλά να τα περάσεις Ιστ. Βλαχ. 1232. Η μτχ. περαζόμενος ως επίθ. = 1) α) Που έχει παρέλθει χρονικά, παλιός: να μη χρωστεί ο άνωθεν Μιχελής να πλερώσει τίβοτας για τα λεγόμενα καταλύματα τσι χρονές τσι περαζόμενες Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 25520· και κλαίει (ενν. η γυναίκα) περαζόμενα βάσανα και θυμάται Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 17825· β) που έζησε στο παρελθόν: κι αυτός ο τόπος (ενν. η Τρανσυλιβανία) δεν ήτον ποτέ του βασιλέως,| μόνον εις την υποταγήν ήτον, όχι αλλέως,| του Τούρκου και τον όριζεν κι επαίρναν ’που την Πόλη| φλάμπορ’ οι περαζόμενοι οι αυθεντάδες όλοι Παλαμήδ., Βοηβ. 690. 2) Στην έκφρ. (εις/σε/με) (η)μέρες περαζόμενες = μετά από λίγο καιρό: Εις μέρες περαζόμενες μαλώνουν δυο Εβραίοι Χούμνου, Κοσμογ. 2105· Σε μέρες περαζόμενες εδιάβη ο Κανδάλης Αλεξ.2 2201· Με μέρες περαζόμενες πήγε (ενν. ο λύκος) να τον γυρεύει| εκεί οπού εσύντυχαν, τον σκύλον να τον εύρει Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 3413· Ημέρες περαζόμενες, Φίλιππον πιάνουν πόνοι·| μαντάτα του ηφέρασι, απίστησε Μοθώνη Αλεξ.2 395· ... μέρες περαζόμενες ήλθε να δοκιμάσει| το άλογό του καθαείς, το ποιος για να περάσει Αλεξ.2 331. Η μτχ. παρκ. (α)περασμένος ως επίθ.= 1) α) Που ανήκει ή αναφέρεται στο παρελθόν, που έχει παρέλθει χρονικά, παλιός: ηξεύρουν (ενν. οι άγγελοι) τα πράγματα τα απερασμένα και τα παρόντα και τα μέλλοντα Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 27v· Αγκαλιαστή τηνε (ενν. την Αρετούσα) κρατούν ο κύρης με τη μάνα,| την ώρα που τα χείλη της ετούτα ανεθιβάνα·| μ’ αγάπη τη γλυκοφιλού, με σπλάχνος την ευχούνται,| την περασμένην όργητα πλιο δεν τηνε θυμούνται Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ 1282· Δι’ αυτό εγώ ο πολυπαθής, τέκνον μου ηγαπημένον,| τά έμαθα με πολλή πικριά εις καιρόν απερασμένον,| να σε διδάξω βούλομαι ... Δεφ., Λόγ. 12· Ω κόποι περασμένοι μου, πώς είστε πληρωμένοι| μ’ αντίμεψη πολλά ακριβή!... Ιντ. κρ. θεάτρ. Γ́ 71· εκφρ. τες απερασμένες ημέρες = τις προάλλες, προ ημερών: τες απερασμένες ημέρες ήλθεν εις το παλάτιον ένας γέροντας άνθρωπος Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 11936· περασμένος από τον καιρόν του = ηλικιωμένος, προχωρημένης ηλικίας (βλ. και Somav.): Και δεν είχαν (ενν. ο Ζαχαρίας και η Ελισάβετ) παιδίον, διατί η Ελισάβετ ήτον στείρα· και οι δύο τους ήταν περασμένοι από τον καιρόν τους Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Λουκ. ά 7· β) (αμέσως) προηγούμενος: Εγώ Ντιάνα Κορναροπούλα ... ήκαμα το τεσταμέντο μου με το χέρι εσένα του Γιακουμή Κουρτεζά, νοταρίου, την πρώτην του Φλεβαρίου του περασμένου Διαθ. 17. αι. 88· Τούτη ήτον η ξεφάντωση, τούτο το περιβόλι,| οπού μ’ εκάλεσες προχτές, την περασμένη σκόλη; Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 798· έκφρ. τον (α)περασμένο(ν) χρόνο(ν)/την απερασμένη χρονιάν = πέρυσι: εμέναν μου έχει τον απερασμένον χρόνον οχτώ δουκάτα, και κάνω λογαριασμόν να μην χάσω τίποτες Μπερτολδίνος 162· Και τις μας το ’θελεν ειπεί τον περασμένο χρόνο,| όντε μ’ αποκαμάρωνεν ο κύρης με τη μάνα| κι όντε με σπλαχνικά φιλιά ’ς τσ’ αγκάλες τως μ’ εβάνα ... Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 592· με το να ασθενήσει (ενν. ο Θανάσης Καπούτζος) βαρέως την απερασμένη χρονιάν Έγγρ. μον. Φιλοσ. 114· γ) που έζησε στο παρελθόν: του Τιβερίου καίσαρος του απερασμένου Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 330v· ο οποίος (ενν. ο Θεός) εις τες απερασμένες γενεές άφησεν όλα τα έθνη να περιπατούν τες στράτες τους Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πράξ. ιδ́ 16. 2) Που έχει υπερβεί ένα χρον. όριο: Και ως είδεν ο κόντες το γράμμα της συμφωνίας, και τον καιρόν απερασμένον, και την απόφασιν των κριτάδων, εσιώπησεν Δωρ. Μον. XXIV· έκφρ. καιρόν τον περασμένο = για πολύ καιρό, επί μακρό χρονικό διάστημα: τες ελεεινές και ταπεινές ψυχές των πονεμένω| απού στον Άδη κρίνουνται καιρό τον περασμένο,| απού δεν έχουσι τινά για να τους ελυπάται| η ελεημοσύνη σου, Χριστέ, μόνο να τσι σπλαχνάται Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 863. 3) (Ως γραμμ. όρος) παρελθοντικός: «Μεγαλύνει». Δεν λέγει (ενν. η Παρθένος) εις μέλλοντα χρόνον μεγαλυνώ. Μηδέ εις χρόνον περασμένο εμεγάλυνε, αμή εις ενεστώτα, τουτέστι, τώρα. Αυτήν την ώρα μεγαλύνει Ροδινός (Βαλ.) 67. Ο πληθ. αρσ. της μτχ. παρκ. ως ουσ. = οι άνθρωποι που έζησαν στο παρελθόν: Εδιάβησαν οι παλαιοί χρόνοι των περασμένω| απού προυκιό κιανείς βοσκός δεν είχε γνωρισμένο Πανώρ. Έ 239. Ο πληθ. ουδ. της μτχ. παρκ. ως ουσ. = τα συμβάντα του παρελθόντος: Διού θέλω να εξηγηθώ, την ιστορίαν να αρχίσω,| να παύσω θέλω παντελώς τα περασμένα οπίσω Θησ. Πρόλ. (Κακλ.) 134· «Γιε μου, ας πάψουσιν όλα τα περασμένα,| γή εγώ ’σφαλα γή εσύ ’σφαλες, ας είν’ συμπαθημένα| ...» Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ 1391.
πιττάκιν- το, Σπαν. U 11, Λόγ. παρηγ. O 521, 588, 660, 697, 698, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 295 κριτ. υπ., Χρον. Μορ. H 3388, Χρον. Μορ. P 3388, Ερωτοπ. 585, Λίβ. P 1341, 1425, 2506, 2523, 2579, 2598, Λίβ. Sc. 441, 665, Λίβ. Esc. 1365, 2048, 3703, Λίβ. N 1137, 1139, 1215, 1283, 1314, κ.α., Αχιλλ. (Smith) O 345 τίτλ., 353, 354, 356, Χρον. Τόκκων 1434, Lettres 1453 442, Θησ. (Foll.) I 100, Διήγ. Αλ. V 22, κ.α.· πιττάκι, Χρον. Μορ. P 8319, Ιατροσ. κώδ. φϞά, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 360, Αχιλλ. (Smith) O 357, Τζαμπλάκ. (Λαμπ.) 5, 7, Θησ. (Foll.) I 97, 109, Ch. pop. 110, Διήγ. Αλ. V 80, Αλεξ.2 765, 2161, 2712, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 547, 555, 882, Κορων., Μπούας 153, Βεντράμ., Φιλ. 187· πιττάκι(ν), Σπαν. O 11, Χρον. Μορ. H 479, 1794, 2220, 6347, 6350, κ.α., Χρον. Μορ. P 231, 300, 328, 2544, 4865, Απόκοπ.2 462, 476, 479, 481, 484· πιττάκιον, Σφρ., Χρον. (Maisano) 2616, Lettres 1453 75, 7, Διγ. Άνδρ. 32819.
Το αρχ. ουσ. πιττάκιον. Ο τ. πιττάκι (γρ. πιτάκι) και σήμ. με διαφορ. σημασ. Ο τ. πιττάκιο στην Ζάκυνθο με διαφορ. σημασ. (Ζώη, Λεξ. Ζακ.2 Β′). Τ. πιττάτ#02ιν σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα (Χατζ., Λεξ.).
α) Γραπτό μήνυμα, γράμμα, επιστολή: Είχεν επάνω επιγραφήν εκείνο το πιττάκιν·| «Δούλος σου ο Χρόνος έγραψεν, κυρά μου Δυστυχία» Λόγ. παρηγ. L 505· Πουλάκιν, πόθεν έρχεσαι, τίνος χαρτί βαστάζεις;| Μη να ’ναι του ξενούτσικου υιού μου το πιττάκιν; Περί ξεν. (Μαυρομ.) 393· Έναν πιττάκιν άφηκεν (ενν. ο Νεκτενάβος), ότι εγώ ουδέν ημπορώ καταπρόσωπα να πολεμήσω με τον Δάρειον της Περσίας ... Διήγ. Αλ. G 26725· (εδώ προκ. για συστατική επιστολή που συνοδεύει νεκρό πρόσωπο): βάλλουν χρυσάφιν περισσόν, βάλλουν μαργαριτάρι,| λιθάρια ατίμητα και κόσμια της κόρης,| και γράμμα εις το στήθος της, πιττάκιν γεγραμμένον,| την γένναν, την αναθροφή, την δυστυχίαν του πλοίου Απολλών. (Κεχ.) 398· «Εγώ ’μαι, αφέντη, ... εγώ ’μαι τήν γυρεύεις (παραλ. 1 στ.). Αν δεν πιστεύεις κι είμαι εγώ, ιδέ και την γραφήν σου,| ιδέ και το πιττάκιν σου τό είχα στο κιβώτιν!» Απολλών. (Κεχ.) 823· β) ερωτική επιστολή: πριν περάσει τρίμηνον, παρηγορίας πιττάκιν| γράψε, κερά, και πέψε μου διά παρηγόρημά μου Ντελλαπ., Ερωτήμ. 3145· χαρτίν σε γράφω ερωτικόν, πιττάκιν από πόνου,| και δέξου το στα χέρια σου, μη το περηφανέσεις Αχιλλ. L 594· Πάλιν, κουρτέσα, γράφω σε, πάλιν και χαιρετώ σε,| πάλιν πιττάκιν δέχεσαι από θλιμμένα χείλη Ch. pop. 147· γ) επίσημη γραπτή πρόταση γάμου (Για τη σημασ. βλ. Κεχαγιόγλου [Απολλών. σ. 577]): Τρία αρχοντόπουλα ευγενικά, βασιλέων παιδία,| εκάθουντα και εκδέχονται το ποιος θέλει την πάρει (παραλ. 2 στ.)· καθίζουν συμβουλεύονται, γράφουν έναν πιττάκιν,| στέλλουν το τον πατέρα της, οι τρεις ομού αντάμα Απολλών. (Κεχ.) 281· γράψε γράμμαν, ο καθές, όνομα και την τύχην,| και η κόρη έναι φρόνιμη, να στείλω τα πιττάκια,| και, οίον θελήσει εκ τους τρεις, εκείνος να την πάρει! Απολλών. (Κεχ.) 301· δ) επίσημη βασιλική ή εκκλησιαστική επιστολή (βλ. και Καραγ., Βυζ. διπλ. 222 σημ. 3, Ευλόγιος, ΕΕΒΣ 7, 1930, 208 σημ. 1): ο βασιλεύς όρισεν και έγραψαν πιττάκια εις όλον τον τόπον της Αιγύπτου, την Δαμασκόν Διήγ. Αλ. V 22· επροσκύνησέν τον ο αποκρισάρης και έδωκέν του το πιττάκιν και αυτού ήστεκεν και εθαύμαζεν την εμορφάδα του Αλεξάνδρου Διήγ. Αλ. V 39· Βησσαρίων καρδινάλιος και πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ... Γράφομεν άλλο πιττάκιν κοινόν προς πάντας τους άρχοντας, όπερ έστω κοινόν και τῃ αντιλήψει σας Βησσ., Επιστ. 3519· ε) σύντομο γραπτό κείμενο, σημείωμα: Περί ψύχους και κρύου. Ποίησον πιττάκιν και λέγε: «Ο τεχθείς εκ Παρθένου Μαρίας ...» Ιατροσόφ. (Oikonomu) 10112. — Πβ. και πονοπίττακον.
πλάγιον- το, Ελλην. νόμ. 56413, Διγ. (Trapp) Gr. 2842, 3197, Διγ. Z 3391, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1451, Metrol.2 5310, 11, 14, 32, Δούκ. 33917, Έκθ. χρον. 7412, 7931, Διγ. Άνδρ. 38828· πλάγι, Χρον. Μορ. P 6209, Ερωτοπ. 265, 409, Τζαμπλάκ. (Λαμπ.) 19, Χρον. Τόκκων 1766, 2835, Θησ. Πρόλ. (Κακλ.) 8, Ch. pop. 306, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 434, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) Ε 1197, Κορων., Μπούας 80 δις, 122, Βεντράμ., Φιλ. 82, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΙΒ́ [148], Πεντ. Έξ. XXX 4, XXVI 13, 20, 27, XXXVII 3, 5, Λευιτ. I 11, Αρ. III 35, XXXIII 55, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 960, Αχέλ. 1358, 1806, Χρον. σουλτ. 7222, 32, προσθ. 60217, Αρσ., Κόπ. διατρ. [134], [351], Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2640, 3914, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 410, Παλαμήδ., Βοηβ. 1331, Σταυριν. 929, Ιστ. Βλαχ. 17, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 1420, Β́ 671, 1240, Γ́ 387, Δ́ 1707, Έ 649, Στάθ. (Martini) Γ́ 24, Ροδολ. (Αποσκ.) Ά 360, 668, Έ 146, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 716 ρνθ́ 2, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [114], Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 566, Διγ. O 2751, Διακρούσ. 8311, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 56024, κ.α.· πλάγι(ν), Αχιλλ. (Smith) N 839, Αχέλ. 1713, Βεν. 30, Παλαμήδ., Βοηβ. 275· πλάγιν, Προδρ. (Eideneier) IV 221, Λίβ. P 34, 130, Λίβ. Esc. 21, 3056, Ιμπ. (Legr.) 368, Χούμνου, Κοσμογ. 689, Νεκρ. βασιλ. 12, 18, 19, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 40, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 1197, Αχέλ. 2404, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 461, Διγ. Άνδρ. 32913· πλάγι(ον), Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 902, Χρον. Μορ. H 5051, 7039, Χρον. Μορ. P 5051, 7039, Ιστ. πατρ. 9810, Hagia Sophia ω 5276, ν 5563, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 160· πλάι, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2762, Πανώρ. Β́ 26, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 17917· πλάιν, Φορτουν. (Vinc.) Β́ 184· πληθ. πλάγη, Κυπρ. ερωτ. 12540.
Το αρχ. ουσ. πλάγιον (L‑S, λ. πλάγιος). Ο τ. πλάγι στο Βλάχ., σε έγγρ. του 11. (Act. Xér. 336, 37), 15. αι. (Act. Vat. I App. III53) και σήμ. Ο τ. πλάγιν στο TLG, σε έγγρ. του 11. (Act. Lavr. I 3543, Act. Vat. I 532), 12. αι. (Caracausi, LBG, λ. πλάγιος) και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Ο τ. πλάι και σήμ.· βλ. και LBG (λ. πλάγιος).
1) α) (Προκ. για κτίσμα ή αντικείμενο) πλευρική επιφάνεια, πλαϊνή πλευρά: Του παρόντος τόπου ευρέθη η κεφαλή έχουσα σχοινία δ́ και ο πους σχοινία δ́ ... Ομοίως ευρέθη το εν πλάγιον έχον σχοινία δ́ και το έτερον ομοίως σχοινία δ́ Metrol.2 5322· Τα δε πλάγια (ενν. του ναού) και τα έξω και τα πέριξ κατέστρωσε διά λευκών λίθων πολυτίμων μεγίστων Hagia Sophia α 45411· τον πάτον είδα (ενν. του Αγίου Μάρκου) κι έφριξα τα πλάγια πώς τα ’στέσαν| και το κουβουκλοσκέπαστον το πώς το κουβουκλώσαν Βεν. 36· (προκ. για καράβι): τα κύματ’ ήρχοντα ενάντιον του ανέμου (παραλ. 1 στ.). Κι ευθύς καθούριν έσωσε μετά βροχίν και χιόνιν (παραλ. 1 στ.)· τότε το ξύλον έπεσεν στ’ αριστερόν το πλάγι| κι εποίκεν κτύπον φοβερόν και, ως έδειξεν, ερράγην Απόκοπ.2 357· (εδώ για την Κιβωτό του Νώε): Και στένει ο Νώε κιβωτόν, αυτήν διά να κτίσει,| τριακόσες να ’ν’ το μάκρος της πήχες ... (παραλ. 2 στ.). Η πόρτα να ’ν’ στο πλάγιν της, τα ζα δια να βάλει Χούμνου, Κοσμογ. 445· β) (συν. στον πληθ.) πλαγιά βουνού: Κλεισούρες ήσαν δυνατές, στενώματα μεγάλα,| αμή ήσαν τόσα πεζικά, εγέμωσαν τα πλάγια Χρον. Τόκκων 2508· Και από κει εδιάβησαν εις την Θεσσαλίαν και ετεντώσανε εισέ ένα πλάγι βουνού Χρον. σουλτ. 4810· Οι άγγελοι ευρήκα τσι βοσκούς στα πλάγια κι εκοιμούντα| και του Θεού τη γέννηση αυτώνω εδηγούντα Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2110· φρ. πιάνω τα πλάγια = πιάνω τα βουνά για να σωθώ (Για τη σημασ. βλ. Ξανθ., Κρ. Χρ. 1, 1912, 536· πβ. και πιάνω Φρ. 9): Και μέσον οπού εδιάβαιναν αδιάβατον καλάμιν,| λεοντάριν είδαν δυνατόν τρώγοντα δαμαλίναν·| και τότε ωσάν το είδασιν οι αγούροι του νεοτέρου,| ομπρός οπίσω εστράφησαν και επίασαν τα πλάγια Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 516. 2) Το καθένα από τα δύο πλάγια μέρη του ανθρώπινου σώματος, πλευρά (η σημασ. ήδη στον Αριστοτέλη): Την μάχαιραν ακόνισε (ενν. ο Αβραάμ), στο πλάγιν του την βάνει,| τον Ισαάκ εκάλεσε ... Χούμνου, Κοσμογ. 1245· την ζωσιάν του πιάνει| και από το πλάγι του έβγαλε κλειδιά Πικατ. 280. 3) (Συν. εμπρόθ. σε επιρρ. χρ.) α) πλευρικά, πλάγια, από το/στο πλάι: Ήτον και λόφος εκ πλαγιού Χρον. Τόκκων 2325· είμαι δουλωμένος να μην κτίσω τίποτες έμπροσθέν σου ή από πλαγίου σου Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 716 ρνθ́ 4· (προκ. για στρατιωτική παράταξη): Παλαμήδ., Βοηβ. 275· (εδώ προκ. για τη διεύθυνση του ανέμου): άλλαξεν (ενν. ο άρχων του κακού) ευθύς τον πρώτον τους αέραν| κι εις άλλα μέρη τσ’ άμπωθεν νύκταν και την ημέραν,| στην άλλην δε τον άλλαξεν από το πλάγι πάλιν Αχέλ. 1278· β) δίπλα, κοντά· στο πλευρό μου (σου, του ...): Και εκεί εις το καμποήδονον λιβάδιν ...| θέλεις ιδείς παράξενον κάστρο της Δυστυχίας (παραλ. 2 στ.) και παρεκ’ εις το πλάγιν του άλλο να ίδεις κάστρο| της Ευτυχίας παράξενον κάλλιον περί εκείνο Λόγ. παρηγ. L 143· πάντα διδάσκω, παραινώ τα άλλα μου τα πουλία| να κάθονται εις πλάγι μου, μη τα ’βρει ο πετριτάρης Πουλολ. (Τσαβαρή)2 204· απέρασε (ενν. ένας αρνιγάδος) τα κάτεργα όλα από το πλάγι της στερέας Χρον. σουλτ. 817· Κι οι δυο μας εσυρθήκαμε, πλακώνοντας το βράδυ,| σ’ ένα παβιόνι μοναχοί κι εις ένα στρώμα ομάδι·| κι εκείνη ...| στο πλάγι μου έπεσε, γιαμιά στην αγκαλιά μου μπαίνει Ροδολ. (Αποσκ.) Ά 288· (για δήλ. τιμής ή αναγνώρισης σε κάπ.): Κι εκείνος (ενν. ο ρήγας) ...| ... εδιέβη εις τον Πάπα, (παραλ. 1 στ.). Κι ο Πάπας τον ευλόγησεν και τον σταυρόν του εποίκεν·| όρισεν και εθέσαν τον στο αριστερό του πλάγι,| του αγίου σταυρού την τύπωσιν να την βαστά μετ’ αύτον Χρον. Μορ. P 6209· Και ως με ’δε, με πολλή χαρά στο πλάιν του έβαλέ με,| κι απάνω στα φουσσάτα του να ’ρίζω επόθεκέ με Φορτουν. (Vinc.) Β́ 45· γ) (προκ. για πόλη ή χωριό) στα περίχωρα: ίσια (ενν. ο Μιχαήλ) τον δρόμον πάγει| ώστε που ’λθεν εκεί σιμά εις της χώρας το πλάγι Παλαμήδ., Βοηβ. 552· Ωσάν αυτόν επόγραψεν, ’σηκώστηκεν να πάγει| απάνω εις τα Λεύκαρα κι εις των χωριών τα πλάγη Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 318· δ) (ιατρ., προκ. για τομή) πλάγια, εγκάρσια: έπρεπε (ενν. ο ιατρός) να κόψει την πληγήν, ή να ανοίξει το αβγάσιμον, ή το απόσταμαν του μάκρου, και εκείνος έκοψέν το εκ πλαγίου, τό λέγεται τραβέρσο Ασσίζ. 17714. 4) (Σε μεταφ., προκ. για τον τροχό της τύχης και την αρνητική μεταβολή της· για τη σημασ. βλ. Bakk.-v. Gem. [Ριμ. Βελ. ρ σ. 285]): ο τροχός γυρίζει,| πότε μεν άνω φέρεται, πότε δε κάτω υπάγει,| πότε δε εκ της καταφθοράς γυρίζει και εις το πλάγι Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 236. 5) (Νομ., έναρθρ. σε εμπρόθ. προσδ. με την πρόθ. εκ, στη θέση του επιθ. πλάγιος) οι συγγενείς από την πλευρά του πατέρα και της μητέρας: εάν θέλεις να ερευνήσεις τους βαθμούς ... τότε έρχου εις το εκ πλαγίου πρόσωπον, ήγουν τους θείους ... και ούτως απόδος την κληρονομίαν Ελλην. νόμ. 56522· η εξ αίματος συγγένεια χωρίζεται εις τρία: εις ανιόντας, εις κατιόντας και εις τους εκ πλαγίου Μαλαξός, Νομοκ. 292. Εκφρ. από το ένα πλάγι ... από την άλλην την μεράν ή σε ένα σε άλλο πλάι ή στο ένα κι άλλο πλάγι = από τη μια και από την άλλη (πβ. και Επιτομή, μερέα (I) Εκφρ. 9): συντρίβει και χαλάει| Τούρκους σε ένα σε άλλο πλάι Τριβ., Ταγιαπ. 222· Πρώτα Ρεσβάνης έφθασεν με το δικόν τ’ αλλάγι,| και το γεφύρι έπιασε από το ένα πλάγι,| και από την άλλην την μεράν έρχετον του Μιχάλη| και του ρηγός η στρατιά Σταυριν. 366· Κι ωσάν παρθένες βάνω τες στο ένα κι άλλο πλάγι| σαγίτες να ’τοιμάζουσι να βρίσκουνται κοπάγι Γεωργίου ρήτορος, Στίχ. ά 71. Φρ. 1) α) Ακ(ο)λουθώ στο πλάγι κάπ. = συντροφεύω κάπ.· (σε προσωποπ.): Χριστιανοί, .. (παραλ. 3 στ.) ... η στράτα σας σπλάχνος και καλοσύνη,| αγάπη και πολύ καλό, χαρά κι ελεημοσύνη| για να ακλουθά στο πλάγι σας, κι η πρίκα να γυρίσει Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 5591· β) είμαι στο πλάι κάπ. = (συμ)παραστέκομαι, βοηθώ κάπ.: Είς καπετάνιος ήτονε, Πασκή τον ονομάζα, (παραλ. 4 στ.) κι ήτον εκεί στο πλάι του δύο καλοί σολντάδοι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 31022. 2) Πέφτω στα πλάγια κάπ. = συμπαρατάσσομαι με κάπ.: ’γροικήθην εις όλον τον κόσμον τα καλά έργα του ρε Πιέρ, επεθυμήσαν να ππέσουν εις τα πλάγια του Μαχ. 9836. 3) Στέκομαι εις το/στο πλάγι κάπ. = α) προσφέρω την υποστήριξή μου, συντάσσομαι με κάπ.: Και οι Λεβαντίνοι σύντομα όλοι εμαζωχθήκαν,| μ’ άλογα μπάλια και γριβιά στο πλάγι του σταθήκαν (παραλ. 2 στ.). Κι ένα λόγον του είπασιν ...| Αφέντη κόντο ήξευρε, ...,| διά σένα να πεθάνομεν, διά σένα να θανούμεν Κορων., Μπούας 10· β) στέκομαι απέναντι σε κάπ. ως άξιος αντίπαλος, τολμώ να αντιμετωπίσω κάπ.: ουκ ηύρηκα τινάν να με παραπονέσει,| και να σταθεί εις το πλάγι μου και εμπλήσει με ραβδέας Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1192. Η λ. ως επίρρ. = α) πλάγια, στο πλάι· (εδώ) στο πλευρό: υφάπλωμα σωληνωτόν με τας χρυσάς νεράδας| και κείται απάνω ο Διγενής πλάγιον ακουμπισμένος Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1686· β) δίπλα: να κάμεις αμπάρες ξύλα εδρινά πέντε εις τα σανίδια, πλάγι του μισκαν το ένα Πεντ. Έξ. XXVI 26.
πλούτος (II)- το, Σπαν. B 140, Σπαν. O 97, Διδ. Σολ. Ρ 10, Διγ. Z 2522, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 461, 1570, Χρον. Μορ. H 3011, 4142, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 250, Αχιλλ. (Smith) N 323, Τζαμπλάκ. (Λαμπ.) 95, Αλφ. 14113, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 137, Διήγ. Βελ. χ 102, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 692, Παρασπ., Βάρν. C 214, Μαχ. 55226, Θησ. Δ́ [813], Ch. pop. 654, Νεκρ. βασιλ. 73, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 610, 792, Ιμπ. (Legr.) 20, Διήγ. Αλ. G 27435, Περί γέρ. (Δαν.) 27, Πεντ. Γέν. XII 5, XIII 6, Δευτ. VIII 17, Αχέλ. 529, Χρον. σουλτ. 5813, Παϊσ., Ιστ. Σινά 2194, Πανώρ. Δ́ 80, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.), Πρόλ. 45, Γ́ 215, Δ́ 323, Φαλλίδ. (Παναγ.) 43, Παλαμήδ., Βοηβ. 393, Μπερτόλδος 58, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 71, Β́ 2408, Έ 995, Ροδολ. (Αποσκ.) Β́ 94, Διήγ. ωραιότ. 729, Φορτουν. (Vinc.), Γ́ 380, Δ́ 357, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 358, Διακρούσ. 1123, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 54121, 56726, κ.π.α.
Το μτγν. ουσ. πλούτος το. Η λ. και σήμ. λαϊκ. (Κριαρ., Λεξ.).
1) α) (Μεγάλη) περιουσία: έκαμε (ενν. ο Ψαμμήτιχος) πλούτος περισσό, βίος, πολύ λογάρι Βεντράμ., Φιλ. 131· Ήκουσες πώς οι βασιλείς εχάσαν βασιλείας, (παραλ. 1 στ.) χώρες και κάστρη περισσά, μεγάλας αφεντίας,| πλούτη, λογάρι’ αρίφνητα, μεγάλες επαρχίας Ντελλαπ., Ερωτήμ. 625· (μεταφ.): Γυναίκα εξανέντροπην τινάν ουδέν φοβείται (παραλ. 2 στ.) μόνον κακά λογιάζεται, ξυπνή κι όντα κοιμάται.| Κι αν έναι και πτωχή γυνή και να ’χει πονηρία,| της φαίνεται το πλούτος της έχει το στη μανία Βεντράμ., Γυν. 58· β) αγαθά μεγάλης αξίας· β1) υλικά αντικείμενα με μεγάλη οικονομική αξία (τιμαλφή, χρήματα κ.τ.ό.): Μα πάντα πλούτη και χαρές να ’ναι στ’ αρχοντικό σας| κι όλες του κόσμου τες τιμές να ’χει το πρόσωπό σας Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1369· έστειλε (ενν. ο βιζίρης) κι εξεκλείδωσε τες πόρτες (ενν. της χώρας), για να μπουνε| κι έτρεχε όλος ο λαός, τα πλούτη για να βρούνε Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 55916· β2) (μεταφ.) πολύτιμες πνευματικές ιδιότητες: κι είναι το πνέμα λεύτερο, προβλέπει και κατέχει (παραλ. 1 στ.) εκείνον οπού ογλήγορα έχει άθρωπος να πάθει (παραλ. 1 στ.) κι έτσι γιατί είν’ αθάνατο, του εδόθη η χάρη τούτη| κι είναι μεγάλο χάρισμα απάνω εις τ’ άλλα πλούτη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 120. 2) Μεγάλη ποσότητα, αφθονία: ελπίζει να της χωρισθεί να ορμαστεί άλλην, ή διά κάλλος ευμορφότερον, ή διά πλούτος προικός Ελλην. νόμ. 53019. 3) Ευημερία, ευμάρεια: Μα ποιος να πέσει σε φτωχειά, στα πλούτη μαθημένος,| και να μην έχει βάσανα πάσα καιρό ο καημένος; Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 313· άλλοι το πλούτος πεθυμού και τη φτωχειά μισούσι,| κι άλλοι ξετρέχου το κακό, σπουδάζου να το βρούσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 207· (σε προσωποπ.): αφόν εσίμωσε (ενν. ο Παλαμών), για να σεβεί την θύραν,| ήβρε το Πλούτος πὄστεκε την θύραν να φυλάγει Θησ. Ζ́ [702].
πόσις- η, Προδρ. (Eideneier) II 26-15 χφ H κριτ. υπ., Καλλίμ. 405, 550, Δευτ. Παρουσ. 137· πόση.
Το αρχ. ουσ. πόσις. Ο τ. πόση και σήμ.
1) Πόση: δεν δύνομαι να σας παινώ και του κρασίου το κάλλος| εκείνην την εξαίρετον λέγω την μυρωδίαν,| την νοστιμάδα την γλυκήν, την ηδονήν της πόσης Κρασοπ. (Eideneier) I 55· Διγ. Z 3778. 2) Αυτό που πίνει κανείς, ποτό (εδώ ως αντώνυμο της τροφής): Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 175· προκ. για το αίμα του Χριστού στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας (πβ. ΚΔ, Ιω. 6, 55, Bauer, Wört., λ. πόσις 2): τα άχραντα μυστήρια, το αίμα και το σώμα,| αυτός σε εκοινώνησε το ζωηφόρον πόμα·| αυτός σε καταχόρτασε την ζωηφόρον βρώσιν,| εκείνην την αληθινήν ομοίως και την πόσιν Ιστ. Βλαχ. 1708. 3) Η τάση για υπερβολική κατανάλωση ποτών, πολυποσία: ο δούκας επαίνεσε του Μερκουρίου την γνώσιν,| και εκαταίσχυνε πολλά την βρώσιν και την πόσιν.| Διού οι πλείστοι άνθρωποι έναι πολλά δοσμένοι| εις φαγητά και εις ποτά κι εις αμέλειαν δοσμένοι Κορων., Μπούας 41. 4) (Εδώ) καταβρόχθιση: είδα μυστήριον φοβερόν στον δράκοντα ’ποκάτω,| πώς εν τῳ άμα βρέθηκαν οι από πάνου κάτω.| Επέφταν κατακέφαλα στου δράκοντος την πόση,| κι εκείνος δεν εχόρταινεν, αν ήσαν κι άλλοι τόσοι Τζαμπλάκ. (Λαμπ.) 65.
ποτήριον- το, Ασσίζ. 4329, 2415, 4925 δις, Ιερακοσ. 46522‑23, Ερμον. Υ 335, Χρον. Μορ. P 7760, Τζαμπλάκ. (Λαμπ.) 22, Φυσιολ. 3439, Γεωργηλ., Θαν. 341, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 398r, Αρσ., Κόπ. διατρ. [662], Πηγά, Χρυσοπ. 106 (46) (πολλάκις), Παϊσ., Ιστ. Σινά 684· ποτήρι, Σταφ., Ιατροσ. 16453, Διγ. A 4519, Τζαμπλάκ. (Λαμπ.) 16, Πεντ. Γέν. XL 13, Μαλαξός, Νομοκ. 188, Αρσ., Κόπ. διατρ. [696], Φαλλίδ. (Παναγ.) 55, 247, Ιστ. Βλαχ. 1659, 1672, 2122, Στάθ. (Martini) Γ́ 431, Φορτουν. (Vinc.) Ά 107, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Αποκάλ. Ιω. ιέ 7· ποτήριν, Προδρ. (Eideneier) ΙΙ 57-1 χφ H κριτ. υπ., Ιατροσ. 23158, Ερωτοπ. 338, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 423, 4, 8821, 9216, Πηγά, Χρυσοπ. 145 (54)· ποτήριο, Πηγά, Χρυσοπ. 106 (46), Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2969· ποτήρι(ον), Διήγ. Αλ. G 27214, 28834, Διγ. O 2402, Hagia Sophia φ1 50223, ψ 61425, f 59715, ν 55932.
[Το αρχ. ουσ. ποτήριον. Ο τ. ποτήριν στο ποντ. ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. ποτήριν). Ο τ. ποτήρι στο Meursius και σήμ.]
1) Δοχείο ή κύπελλο (χωρίς λαβή) που το χρησιμοποιούμε για να πίνουμε νερό ή άλλα ποτά: Ορνεοσ. αγρ. 5296, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2908· φρ. σηκώνω το ποτήρι = κάνω πρόποση: κείνοι οι χοντρότατοι σηκώνουν το ποτήρι,| και διά όνομ’ αυτουνών γίνονται σαν οι χοίροι Ιστ. Βλαχ. 2127. 2) (Συνεκδ.) το περιεχόμενο ενός ποτηριού: Μοιράζουσιν (ενν. οι Άραβες) και άλευρον από μισόν ποτήρι| (διακονίαν καθενός) από το παραθύρι Παϊσ., Ιστ. Σινά 1307· Δυο πέρπυρα ποτέ σωστά του διπλοκακομοίρη| δε μου ’δωκε ποτέ του εμέ, να πιω ένα ποτήρι| κρασί, κι εδά ξετρούμισεν ωσάν παιδί στην κούνια Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 350· (μεταφ.) προκ. για αφηρημένη έννοια (δηλωτικό της έννοιας): όσοι γεννώνται γεύονται ποτήριον του θανάτου Χρον. Μορ. P 7758· εκείνο είναι ποτήριο πάθους και βάπτισμα θανάτου, αλλά πάθους σωτηρίου και θανάτου ζωοποιού Πηγά, Χρυσοπ. 106 (46)· ας συγχωρήσει ο Θεός και πάλε ανταμωθούμεν| θαρρώ καθολικής χαράς ποτήριον να πιούμεν Κυπρ. ερωτ. 13312. 3) Το Ποτήριο της Θείας Ευχαριστίας: Εάν γίνεται ότι είς άνθρωπος κοσμικός, ού μία γυναίκα ιδεί ότι αγοράζει παρά κάτινος ανθρώπου, ού από καμμίας γυναίκας κανένα πράγμαν της εκκλησίας αφιερολογημένον, ού μονής, ώσπερ Ποτήριον, ού σταυρόν, μαντήλια ... ο νόμος ορίζει και η ασσίζα ότι όλον πρωτύτερα εντέχεται τα τοιαύτα πράγματα να στραφούν εις την αγίαν εκκλησίαν Ασσίζ. 29126· είτι άλλον δύνασαι κάμε στας εκκλησίας,| καλά φαιλονοστίχαρα διά τας λειτουργίας,| δίσκους χρυσούς και αργυρούς και ιερά Ποτήρια Ιστ. Βλαχ. 1659· έτσι χύνει (ενν. ο ιερεύς) εις το Ποτήριον αίμα και ύδωρ, ώσπερ έρρευσεν και από την πλευράν του Χριστού Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 398r. 4) Αγγείο ή πίθος που προορίζεται για οστά νεκρού: εις χρυσόν ένα ποτήρι,| ώσπου και εγώ να υπάγω| εκεί κάτω εις τον άδην,| τα οστά μου εκεί τότε| να τα βάλετε ομάδι Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΚΓ́ [97]. Έκφρ. πικρότατον ποτήρι = μεγάλη πικρία, δοκιμασία (πβ. πίνω Φρ. 3): Οϊμέ, Νίκανδρε, τούτο ’ναι στενότατο γιοφύρι,| τούτο ’ναι οϊμένανε, πικρότατον ποτήρι Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [794]. Φρ. Στρέφω το ποτήριον (πβ. φρ. απελθέτω (ή παρελθέτω) απ’ εμού το ποτήριον τούτο (από την ΚΔ) σήμ., ΛΚΝ, στη λ., Μπαμπιν., Λεξ., λ. ποτήρι) = απαλλάσσω από δοκιμασίες: Τρίτο εξαναγιάγειρε (ενν. ο Ιησούς) στην προσευκήν του πάλι,| να στρέψει το ποτήριο το Θιον επαρακάλει Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2969.
πρόνοια- η, Σπαν. O 244, Βίος Αλ. 11, 1727, 4458, 4722, Άλ. Κων/π. (Matzukis) 96, Ιστ. Ηπείρ. XII10, XXIII14, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 541, Τζαμπλάκ. (Λαμπ.) 86, Διαθ. Αλ. 25518, Δούκ. 1498, 21524, Διήγ. Αλ. G 27610, Zygomalas, Synopsis 260 Π 6, Δωρ. Μον. XXI, Σεβήρ., Διαθ. 18912, Χίκα, Μονωδ. 174, Βελλερ., Επιστ. 534, 5412, Ιστ. Βλαχ. 1209· προνοία, Χρον. Μορ. H 1644, 1650, 1920, 2060, κ.α., Χρον. Μορ. P 1644, 1650, 1920, 1973, 2651, κ.α., Χρον. Τόκκων 140.
Το αρχ. ουσ. πρόνοια. Για τον τ. βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 101-2. Η λ. και σήμ.
1) α) Έγκαιρη σκέψη και φροντίδα για το μέλλον· προνοητικότητα: Βίος Αλ. 687, Κορων., Μπούας 61· β) φροντίδα, επιμέλεια: Πένθ. θαν.2 604, Σοφιαν., Παιδαγ. 103, Zygomalas, Synopsis 156 Γ 18· γ) (θεολ.) η φροντίδα του Θεού για τα εγκόσμια· η θεϊκή νόηση: Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 988, Σφρ., Χρον. (Maisano) 1346, Παλαμήδ., Βοηβ. 94· εκφρ. άνω/άνωθεν πρόνοια = Θεία Πρόνοια: Κατεδουλώσαμεν Ινδούς και βασιλέας τούτων (παραλ. 1 στ.) ηττήσαμεν, της άνωθεν προνοίας συμμαχούσης Βίος Αλ. 5473· Δίχως την άνω πρόνοιαν, δεν έρχονται τσ’ ανθρώπους| τόσα μεγάλα πράγματα Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [1327]. 2) Έκταση γης που απέφερε ανάλογο εισόδημα και η οποία παραχωρούνταν συν. σε στρατιωτικούς ως ανταμοιβή για τις υπηρεσίες τους· τιμάριο, φέουδο (για το πράγμα βλ. Δραγ., Αθ. 26, 1914, 31, Ahrweiler, Byz. et Mer 213, Kahane, DOP 36, 1982, 137): εκείνοι οπού είχαν τες προνοίες, όπερ τους επρονοιάσαν,| διά να βασταίνουν άρματα, τον τόπον να φυλάττουν Χρον. Μορ. H 1973· Πολλά τον ευεργέτησεν ο δούκας ο αφέντης| τον Φράγκον οπού έκαμε το πράγμα όπου ακούεις·| ευεργεσίες του έδωσεν, κράτημα και προνοίες Χρον. Τόκκων 935· (προκ. για εκκλησιαστικές πρόνοιες): ουδέν ηθέλησεν (ενν. ο πρίγκιπας) ποσώς τίποτε γαρ να επάρει| από τα δίκαια των προνοίων ολών των εκκλησίων Χρον. Μορ. H 2651.
ρούχον- το, Προδρ. (Eideneier)2 Ά 53, Β́ 86, Γ́ 162, Ασσίζ. 13415, 16023, 19019, 23-24, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 1391, 2537, 5196, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 121, 180, 271, Φλώρ. 116, 143, Λίβ. διασκευή α 387, 539, Ιμπ. 446, 465, 648, Βουστρ. (Κεχ.) 2614, 2308, 10, 11, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.), 396 κριτ. υπ., 432 κριτ. υπ., 445 κριτ. υπ., 490 κριτ. υπ., Λίβ. Va 352, 464, 817, Διήγ. Αλ. E (Konst.) 1915, 772, Διήγ. Αλ. F (Konst.) 1816, 763, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 234, 417, Zygomalas, Synopsis 137 Α 92 τρις, 149 Β 42 τρις, 252 Ν 48, κ.α., Μορεζ., Κλίνη φ. 32v, 316v, Εγκ. αγ. Δημ. 111212, 112246, Ευγ. Γιαννούλη, Επιστ. 17029, 22820-21, 30, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 168v, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. ί 10, κζ́ 28, Πράξ. ί 30, Παύλ. Τιμ. Ά β́ 9, κ.α.· ρούχο(ν), Τρωικά 52329, 5323, Σπαν. (Ζώρ.) V 626, Σπανός (Eideneier) Β 111, Χρον. Μορ. H 1617, 2197, 2200, κ.α., Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 124, 397, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 72, 181, Αχιλλ. (Smith) N 1181, 1620, Χρον. Τόκκων 144, 604, 655, Μαχ. 1227, 5014, 6763, Γεωργηλ., Θαν. 58, 279, Απόκοπ.2 231, 402, Δεφ., Λόγ. 137, Δεφ., Σωσ. 196, 210, Κακοπ. 21, 66, 72, Αχέλ. 1148, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 236, Χρον. σουλτ. 6524, 8815, 10627, Πανώρ.2 Αφ. 43, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 194, 4488, κ.α., Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Β́ μετά στ. 120, 144, Παλαμήδ., Βοηβ. 178, Διγ. Άνδρ. 34626, 37833, 34, Στάθ. (Martini) Ά 54, Β́ 37, 315, Γ́ 396, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 318, Λεηλ. Παροικ. 248, 340, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 302, 2981, Διακρούσ. (Κακλ.) 958, κ.α.· ρούχο, Διγ. A 4091, Θησ. Β́ [793], Δ́ [515], Έ [217, 8], Αλεξ.2 956, 1035, 1369, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 435, 592, 2621, κ.α., Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 78r, 167v, 243r, Πεντ. Γέν. IX 23, Έξ. XXII 25, Λευιτ. VIII 30, Αρ. IV 12, Δευτερ. X 18, κ.π.α., Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 21, 578, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 435, 449, 631, Διαθ. 17. αι. 798, 184, Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 378, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [1101], Φορτουν. (Vinc.) Ά 133, Β́ 374, Γ́ 87, É 29, Διγ. O 2054, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1935, 1963, 22223, κ.α.· γεν. πληθ. ρουχώ, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 420· γεν. πληθ. ρουχών, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 722, 912, 14212, κ.α., Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πέτρου Καθ. Επ. Ά γ́ 3.
Από το υστλατ. roccus (Du Cange, Lat., Niermeyer, Med. Lat. Lex.· βλ. Αλεξ. Στ., Γλωσσ. Μελετ. II 83-84 και Ελλην. 33, 1981, 451, καθώς και Κοραή, Άτ. Ά 174). Λιγότερο πιθ. η ετυμ. από σλαβ. ruho (Meyer, NS II 55, Ανδρ., Λεξ., και Georgac., The -ιτσ- suffixes 114). Ο πληθ. ρούχα τον 6. αι. (TLG). Ο τ. ρούχο σε έγγρ. του 18. αι. (Κώδ. Σισανίου (Πανταζόπ.) 7239, 41, 7546, 828, κ.α.) και σήμ. Η λ. σε σχόλ. (TLG), τον 11. αι. (LBG), στον Ψευδο-Κωδ., Οφφικ. 1433, 14712, 19516 κ.α., στο Meursius (λ. ρουχίον), και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., Σακ., Κυπρ. Β́ 773).
1) α) (Γενικ.) κάθε είδος ενδύματος, ρούχο: Ειδέ και ιδεί (ενν. ο αβουκάτος) τον άνθρωπον πτωχόν τσιγαρισμένον,| με ρούχον να φορεί κακόν, πλέον εμπαλωμένον| λέγει από τούτον τον πτωχόν, ουδέν έχω να κερδίσω Σαχλ., Αφήγ. 409· Λατινικά τα ρούχα της υπήρχαν της ωραίας,| ολόχρυσα και αναβατά, πλήρης ωραιωμένα Λίβ. Va 1983· έπαρε ... διά του λόγου σου ολίγα χρήματα διά την τροφήν σου και ρούχον διά την ενδυμασίαν σου Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 8219· Ήτον του ρήγα τ’ Αναπλιού ο γιος ο κανακάρης,| και σαν αϊτός επέτετο στ’ άλογο καβαλάρης·| με νερατζάτα κι αργυρά ρούχά ’τονε ντυμένος,| νέος εικοσιδυό χρονών ομορφοκαμωμένος Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 167· και εμπάλωσες το ρούχον σου μετά λινόν πανίτσιν,| φορείς το και κατάσαρκα και ουκ έχεις να το αλλάξεις Πουλολ. (Τσαβαρή)2 181· Της γαρ εορτής των Χριστού γενεθλίων ελθούσης άπαντας τους υπ’ αυτόν όρισεν ο βασιλεύς χρυσά ρούχα φορέσαι τα κρείττονα ων είχον Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 629 κριτ. υπ.· Εάν τις ξεγυμνώσει τινά και πάρει τα ρούχα του, και από ψύχραν αποθάνει, εις τα ρούχα ως κλέπτης διπλά πληρώνει Zygomalas, Synopsis 194 Z 2 δις· (εδώ προκ. για τον χιτώνα του Ιησού· βλ. και ΚΔ Ιω. 19, 23): Και παρευθύς ο Χριστός τον έντυσεν (ενν. τον βοσκό) το ποκάμισο εκείνο οπού του ήλθε από τους ουρανούς την νύκταν εκείνην οπού εγεννήθη. Και ήτον τόσο μεγάλο ώσπερ έκανε χρεία, και τούτο ήτον εκείνο το ρούχο οπού λέγει ο άγιος Ιωάννης ο ευαγγελιστής οπού δεν είχεν καμίαν ραφήν, και απάνω εις αυτό είχεν πέσει η δύναμις του Θεού Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 111v· (εδώ προκ. για την εσθήτα της Παναγίας): εις τον ναόν της υπεραγίας Θεοτόκου τον εν Βλαχέρναις ... ήτονε η τιμία ζώνη και το άγιον ρούχον της υπεραγίας Θεοτόκου, το οποίον ετίμουν όλοι με μεγάλην ευλάβειαν, επειδή το κορμίν της επάρθηκε την τρίτην ημέραν από της κοιμήσεώς της και μόνον το ρούχον έμεινεν εις τον τάφον της και η ζώνη της Μορεζ., Κλίνη φ. 316r δις· (εδώ σε παρομοίωση): Κι εγώ οχ το ξόμπλι μιας ’μορφης από μικρή είχα μάθει| την τέχνην να πορεύομαι στου έρωτος τα πάθη (παραλ. 2 στ.) Πάσα γυναίκα μού ’λεγε στους ποθητούς θα κάνει| σαν εις τα ρούχα τ’ ακριβά, όσους μπορεί να πιάνει,| για να ’χει πάντα περισσούς, και μ’ ένα την καρδιάν της,| να θεραπεύει με χαρές, κατά την πεθυμιάν της Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [818]· (εδώ μεταφ.) Σαν κοπελιά ήσφαλες κι εσύ κι εβάλθης να μιλήσεις| του Ρώκριτου, μα ’σάζεται το σφάλμα, σαν τ’ αφήσεις·| μόνο μην πάγει παραμπρός το σφάλμα το δικό σου| κι αν ήπεσες, παιδάκι μου, ’γείρου γοργό, σηκώσου·| λίγο αν ανεμουρδώθηκε το ρούχο, πάστρεψέ το,| το πράμαν οπού εδάνεισες γιάγειρε κι έπαρέ το Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Γ́ 1113· (μαύρα ρούχα ως σύμβολο πένθους, θλίψης): έτυχε και απέρασε (ενν. ο Θησέος) εκ τον ναόν εκείνον| οπού ’σαν οι βαριόμοιρες της Αχαΐας γυναίκες,| ’δυρόμενες μετά κλαυθμών και με θλιμμένον ήθος (παραλ. 6 στ.) Με ρούχα μαύρα λυπηρά, γεμάτες και την θλίψιν Θησ. Β́ [263]· Τα μαύρα ρούχα εβγάλασι, μην πα οι κακοί να πούσι| του βασιλιού, πως στη χαρά θλίψη του προμηνούσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Έ́ 1311· (άσπρα ρούχα ως σύμβολο αγνότητας, καθαρότητας ψυχής): είδα αποκάτω εις το θυσιαστήριον τας ψυχάς εκεινών οπού εσφάγηκαν διά τον Λόγον του Θεού ... τους εδόθηκαν πασαένα ρούχα άσπρα, και τους ελαλήθη να αναπαυθούσιν ακόμη ολίγον καιρόν Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ιω. Απ. Ϛ́ 11· β) ένδυμα ηγεμόνα ή αξιωματούχου, στολή: μέγαν κοντόσταβλον αυτόν (ενν. ο βασιλεύς τον κόντον) έστεψεν βασιλειάς του| και ρούχα τον εφόρεσε βασιλικά εδικά του| και το ραβδίν του έδωσεν εις το δεξιόν του χέριν Χρον. Τόκκων 2141· Αυτά τα ρούχα που φορείς έβγαλε, και στολίσου| τα ρούχα τα βασιλικά, για να σε προσκυνήσου| οι στρατηγοί κι η χώρα μας κι όλα τα έθνη ομάδι Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 183, 184· γ) ιερατικό άμφιο, ράσο: Ο δε πατριάρχης εβλέποντα τους … εχθρούς αυτού, ότι θέλουν να τον κατακυριεύσουν με τα ψέματα, δεν είχε τι να κάμει διά να φανεί η αλήθεια … Εξ ανάγκης και νόμου μετάθεσις γίνεται. Και έτσι εσηκώθη και εσταμάτησεν ορθός μέσα εις την μέσιν του πλήθους του λαού, και εσήκωσε τες άκρες των ρουχών αυτού οπού εφόριε, και έδειξε την σάρκαν αυτού εις όλον τον λαόν Ιστ. πατρ. 10922·· «Πατριάρχη, ... ειπέ των παπάδων σου· αν έχουν ρούχα εις τας εκκλησίας τας εδικές σας, οπού είναι της τάξης σας και τα φορείτε ... επάρετέ τα και τας εκκλησίας σφαλίσετε, ότι θέλομε να τες κάμομε καθώς ορίζει ο φεϊτιφάς και ο ορισμός του βασιλέως» Ιστ. πατρ. 16110· δ) μανδύας πάνω από το θώρακα πολεμιστή: απάνω στο λωρίκιον λαμπρόν εφόρει (ενν. η Μαξιμώ) ρούχον,| πολύτιμον και θαυμαστόν διά λιθομαργάρων Διγ. A 3740. 2) Ύφασμα: δύο κρεβάτια στολισμένα με δυο τραμπάκες από ρούχον μπροκαδέλον, ήγουν χρυσοϋφαμένον Μπερτολδίνος 110· έκαμεν (ενν. ο βασιλεύς) να της κάμουν (ενν. της Μαρκόλφας) μίαν καρπέταν από ρούχον φίνον Μπερτολδίνος 111. 3) (Στον πληθ.) α) περιουσιακά αντικείμενα αξίας· υπάρχοντα, περιουσία: Οι δε Ρωμαίοι, όπου λέγουσιν ότι εις Χριστόν πιστεύουν,| όσον σε ομνύει πλειότερον κι όρκους σε αφιερώνει,| τόσον σε μηχανεύεται διά να σε απεργώσει,| να επάρει από τα ρούχα σου ή να σε θανατώσει Χρον. Μορ. H 1255· Εις τις Κορφοίς εγώ έσωσα πλούσιους πολλά περίσσα,| αιφνίδιως εξεπέσασιν ’ς Τούρκους· αιχμαλωτίσα,| εκάψασι τα σπίτια τους, με ρούχα που βρεθήκα·| λάδια, κρασία και στάμενα εισμιό αφανιστήκα Βεντράμ., Φιλ. 345· Εγώ βούλομαι να υπάγω εις τον τόπον μου, ότι εβαρέθηκα πολύ την ξενιτείαν, και θέλω να ιδώ και τους εδικούς μου, διατί δεν τους είδα πολύν καιρόν. Αμή αν έναι και υπάγω, πλέον να μην ξεβώ από τον τόπον μου και από τα ρούχα μου, μόνον εκεί να είμαι όσον να αποθάνω Θεματογραφία 16· Και τότε εδιαλαλήθη εις όλην την Πόλιν μάχη και τσαούσηδες απέστειλεν (ενν. ο σουλτάν Σελίμης) εις όλα τα κάστρη αυτού ότι πως έκαμε μάχη μετά των Βενετίκων και όπου αν τύχει Βενέτικος άνθρωπος να τον εβάλουν εις φυλακήν και τα ρούχα του να γίνονται αυθεντικά Κώδ. Χρονογρ. 518· Λοιπόν ήμπε και Δικέβριος και τους σεισμούς συχνιάζει| και λέγαμεν τα σπίτια μας πασένας να τ’ αδειάζει| εκ τους περίσσους τους σεισμούς μεν πέσου και χαλάσου| ανθρώποι για να σκοτωθού και ρούχα τους να χάσου Διήγ. ωραιότ. 146· β) στρωσίδια, κλινοσκεπάσματα: Κι ευθύ τον χρόνον βλέπω τον το χέρι του απλώνει| και εις του δράκου με σπουδή το στόμα με αμπώνει.| Κι εγώ αχ την περίστασιν και συντριβήν οπού ’χα,| ετρόμαξα κι εξύπνισα κι εκάθισα στα ρούχα Τζαμπλάκ. (Λαμπ.) 94· Και τόσον ήτον φιλόξενος (ενν. ο Παπασίδερης) ότι δεν έλειπαν φίλοι να τον έλθουν πάσα ημέρα, Χριστιανοί, Τούρκοι, Κοϊνάροι, Ογύφτοι, δύο και τρεις φορές να βάνει τραπέζι την ημέραν, … να τους φαγοποτίσει … και το βράδυ όλους να σκεπάσει και να τους συμμολόξει, και αδέν έφταναν ρούχα, να εβγάλει το φερετζέν του να τους σκεπάσει Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 51v· (μεταφ.): Ω θαυμαστή και αγία κλίνη ετούτη (δηλ. η Παρθένος Μαρία) ... αντίς ρούχα έχει το Πνεύμα το Άγιον απού την ερδίνιασεν ... και έστρωσέν τηνε τα χαρίσματά του και ήκαμέν τηνε αξίαν εις την υποδοχήν του Υιού και Λόγου του Θεού Μορεζ., Κλίνη φ. 10v· (εδώ προκ. για το σεντόνι που στρώνεται στο εσωτερικό του φέρετρου): Όταν επαγαίνασιν οι άγιοι Απόστολοι και εσηκώνασι το κλινίδιον με το αγιότατον σώμα της Δεσποίνης ... πέμπουσιν (ενν. οι άθεοι Ιουδαίοι) έναν Ιουδαίον ... να αμπώσει το κλινίδιον εκείνον να το ρίξει ... Θαύμα παράδοξον, επόμειναν και τα δύο χέρια κομμένα απού τες φόλισες και κολλημένα εκεί κρεμαστά εις το ρούχον εκείνον του κραβάτου Μορεζ., Κλίνη φ. 127r· γ) εμπορεύματα: Είχασι ... συνήθειαν οι γιανίτσαροι, όταν έκαναν νέον βασιλέα ... να κάνουσι διαρπαγήν όλα τα ρούχα των ξένων πραγματευτάδων όπου και αν ήσαν εις τους τόπους της βασιλείας Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 331· έκλαιον από τες στράτες Τούρκοι, Ρωμαίοι, Αρμένιοι, Εβραίοι και πάσα άλλη φυλή, κλαίγοντες και βοώντες μεγάλῃ τῃ φωνῄ «το πιτ παζάρι καίεται και το πεζεστένι». Και έτρεχαν οι ελεεινοί πραγματευταί εις τα εργαστήρια αυτών, να γλυτώσουν από τα ρούχα της πραγματείας αυτών Ιστ. πατρ. 17420· δ) λάφυρα, λεία: επεζεύσαν και επήγαν και εκουρσεύσαν την χώραν, και επήραν ρούχα και λαόν πολλύν, και εφέραν τα εις τα ξύλα τους Μαχ. 13221· Και απέζευσεν ο ρήγας και όλοι οι καβαλλάρηδες και οι παρούνηδες εις την γην, και τα κάτεργα εγυρίσαν εις την Αμόχουστον και εξηφορτώσαν τα ρούχα, και αποαρματώσαν όλα τα ξύλα Μαχ. 1546· ε) σύνολο αντικειμένων, εργαλείων που χρειάζονται για την εκτέλεση μιας εργασίας: Ήρξατο γαρ απεντεύθεν, και ήφερεν εις τούτο το μοναστήριον τα προς οικοδομήν εργαλεία ο αυτός Κυπαρισιώτης, βαρέαν, σκαπέτια, φθυάρια, μανάρας, χαλκώματα ... και άλλα ρούχα της χρείας του Χειλά, Χρον. 351. Φρ. 1) Ντύνω κάπ. το ουράνιον ρούχο = βαπτίζω (βλ. και Lampe, Lex., λ. ένδυμα 2f): Ειρήνην την ενόμασαν, όταν την εβαπτίσαν,| το ρούχο το ουράνιον, οπόταν την εντύσαν Διγ. O 68. 2) Ξεσκίζω τα ρούχα μου, βλ. Επιτομή, ά. ξεσχίζω I 1α. 3) Πολεμώ εις τα ρούχα μου απάνω, βλ. ά. πολεμώ Φρ 20. 4) Υπαγαίνω εις τα ρούχα κάπ. = επιτίθεμαι στις κτήσεις κάπ.: Και μοναύτα έπεψεν (ενν. ο ρήγας) έναν κάτεργον με τον σιρ Πιέρ τε Λεβάτ ... να πάγει εις την Κωνσταντινόπολιν να ποίσει νώσιν του κούντη τε Σαβογία, να έλθει να πάσιν εις τα ρούχα του σουλτάνου Μαχ. 1662.
σάβανον- το, Θησ. Β́ [791], Νεκρ. βασιλ. 67, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.), 786 κριτ. υπ., Απόκοπ.2 490, Αλφ. 1424, Ονειροκρ. Ιβ. 62.
Το μτγν. ουσ. σάβανον (Montanari, Λεξ., Lampe, Lex.). Τ. σάβανο σήμ. Η λ. και σήμ. ιδιωμ. (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ. (σάβανο(ν)), Παπαδ. Α., Λεξ. (σάβανο(ν)).
α) Κομμάτι από ύφασμα: Η κνησμώδης και ψωρώδης επιγενομένη διάθεσις αυτόν (ενν. τον ιέρακα) τοις όνυξι και τω ράμφει καταναγκάζουσα ως πολέμιον χρήσθαι. Συ δε πτύξας αυτόν σαβάνῳ τους τόπους έκθλιψον, έως ου αιμαχθώσιν Ιερακοσ. 4712· β) ύφασμα με το οποίο καλύπτεται ο νεκρός: Tι μας ’φελούν τα πράγματα; Τι θέλομεν τα πλούτη; (παραλ. 1 στ.) Οι τάξες και τα μεγαλειά όλα εδώ ’πομένουν| και μόνον με το σάβανον στον Άδην καταβαίνουν Τζαμπλάκ. (Λαμπ.) 98· Κι ύστερον η Ολυμπιάς αυτείνον (ενν. τον Κτεναβό) σαβανώνει,| σάβανον χρυσοράντιστον, μ’ αυτείνο τονε χώνει Αλεξ.2 290· (μεταφ. προκ. για τη θνητότητα της ανθρώπινης ύπαρξης): Και μέσα εκ την παράδεισον έβγαλε κι έδιωξέν τους (ενν. ο Θεός τον Αδάμ και την Εύα)| κι έξω στον κόσμον τον πικρόν ετότες έστειλέν τους.| Και είπεν τους: «Από την γην εντύθητε το σώμα·| πάλι να στρέψετε στην γην και να γενείτε χώμα».| Λοιπόν ετότες ’ντύθησαν σάβανον του θανάτου| κι εχάσαν την αθανασιάν κι επέσαν του θανάτου Πικατ. (Bakk.-v. Gem.) 534.
σείω,- Διγ. (Trapp) Gr. 2491, Διγ. Z 2935, Ιατροσ. κώδ. τζ́, τθ́, Λίβ. διασκευή α 452 κριτ. υπ., Διήγ. Αλ. G 28925, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1286, Χρον. 314 δις, Δωρ. Μον. (Βαλ.) 42· σείζω, Κυπρ. ερωτ. 7728· σειω, Λίβ. Va 402, Απόκοπ.2 48, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 1907, Γ́ 1121, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ [901], Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 16613, 18216, 33316, 5173· σω, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 302, Αλεξ.2 1983, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 647, Σκλάβ. 208, Μορεζ., Κλίνη 222r, Πανώρ.2 Έ 193, 273, Πιστ. βοσκ. II 1, 74, IV 2, 24, Διήγ. ωραιότ. 932· μέσ. σειούμαι — σειέμαι, Σπαν. (Ζώρ.) V 387, 628, Αρμούρ. (Αλεξ. Στ.) 17, Αλεξ.2 1384, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 766, Θρ. Κύπρ. M 722, Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 8826.
Το αρχ. σείω. Ο τ. σείζω (<αόρ. έσεισα, Χατζιδ., ΜΝΕ Ά 276, κατά τα ρ. σε ‑ζω, Μενάρδ., Αθ. 37 (1925), 72-73, Χατζ., Λεξ., Συμεων., Ιστ. κυπρ. διαλ. 420, βλ. όμως και Μηνάς, Μελ. Νεοελλ. Διαλ. Β′ 434) σε έγγρ. του 16. αι. (Κακ.-Πάνου, Κυπρ. πεζ. λόγ. 164), στο Meursius (σίζουνται, λ. σίζειν) και σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex. στη λ., Παπαδ. Α., Λεξ. στη λ., Λουκά, Γλωσσάρ., λ. σούζω και σείζω, Χατζ., Λεξ., Φαρμακ., Γλωσσάρ., Μενάρδ., Αθ. 37, 1925, 72)· πβ. τ. σούζω σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα (Andr., Lex. στη λ., Λουκά, Γλωσσάρ. λ. σούζω) και τ. σείγω σήμ. στο ποντ. ιδίωμα (Andr., Lex., στη λ., Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ.). Ο τ. σειω/(σειούμαι), από το σείω με συνίζ. και καταβιβ. του τόνου (Jannaris, Hist. Gramm. 155 ιδ. 155c, Μηνάς, Πεπρ. ΣΤ′ ΔΚρ.Σ 443), στο Βλάχ. και σήμ. λαϊκ. (Βλαστού, Συνών.2). Ο τ. σω/(σούμαι) (<σειω, Παγκ., Ιδίωμ. Κρ.2 Έ 319, λ. σ’ω· για το σχηματ. των σεις, σει, κλπ. βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Ά 159, Jannaris, Hist. Gramm. 148, 702) και σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex. στη λ., Παγκ., Ιδίωμ. Κρ.2 Έ 319 λ. σ’ω, Ζαφειρίου, Ιδίωμ. Σάμ., Μιχαλαριά-Βογιατζή, Λεξ. Σύμης, λ. σούμαι, σω-(σείω), Γεωργίου Χρ., Γλωσσ. ιδ. Καστορ.)· πβ. και μτχ. ενεστ. θηλ. σούσα στην Πάρο (Παπαδόπουλος, Αθ. 97, 1925, 186), προστ. σε (=σείε, Δετοράκης, Κρητολ. 1, 1975, 144) και σου (=σείου, Παγκ., Ιδίωμ. Κρ.2 Έ 319 λ. σ’ω) σε κρητ. παροιμ. Ο τ. σειέμαι (με συνίζ.) και σήμ. λαϊκ. κυρίως στη φρ. σειέμαι και λυγιέμαι. Τ. σείνω σήμ. ιδιωμ. (Κωστ., Λεξ. τσακων.· πβ. και σείννω, Andr., Lex. στη λ., Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ.) και λαϊκ. (Βλαστού, Συνών.2, λ. σειω), όπως και μτχ. ενεστ. σεινάμενος στην έκφρ. σεινάμενος κουνάμενος. Διάφ. τ. σήμ. ιδιωμ. Η λ. και σήμ.
I. (Ενεργ.) 1) α) Κουνώ κ. (πέρα-δώθε, μπρος-πίσω, δεξιά-αριστερά): Ορνεοσ. αγρ. 5387· μέτρον καλόν και πατημένον και σεισμένον και οπού να χύνεται θέλουν σας δώσει Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Λουκ. Ϛ́ 38· (προκ. για την κίνηση των χεριών σε ρίξιμο ζαριών, βλ. και Κουκ., ΒΒΠ τ. Α2 198): συμβουλεύω σε τα ζάρια να μισήσεις,| και δι’ αυτά την χείρα σου ποτέ να μη την σείσεις Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 119· άσκημα σει την χέραν του, ρίκτει τα σαν ψημένος (ενν. τα ζάρια) Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 194 κριτ. υπ. χφ M· β) κραδαίνω (βλ. και φρ. 1): Των δε Αράβων τα άρματα ήσαν σαΐτες και μακροκόνταρα, τα οποία σείοντάς τα εις το χέρι, τα έριχναν, και ήρχοντο ίσα εις τον άνθρωπον ώσπερ να ήτον σαΐτα Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 399· εδώ σε μεταφ.: Και να ένι τις καν δόκιμος, να έχει ψυχήν θρασείαν (παραλ. 2 στ.) και αποκοτήσει ως άγουρος και επιλαλήσει μέγα,| και σείσει το κοντάριν του και ειπεί το αλί σ’ αλί σε,| και καταβεί ώσπερ λέγουσιν τινές εις το πεδίον,| και λέξει «πράγματα πολλά ... Προδρ. (Eideneier)2 Δ́ 490. 2) α) Δονώ, τραντάζω κ.: Βίος Αλ. 4372, Βίος Αλ. 450· Της μίνας δίνουνε φωτιά κι η χώρα όλη εσείστη Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 16524· β) προκ. για σεισμό: Σκλάβ. 17, Σκλάβ. 210· πώς σει ο άνεμος την γην και του καιρού οι τρόποι Σκλάβ. 208· τσ’ ανέμους κάνω και κινού, τη θάλασσα φουσκώνω| και σειω τη γη, όντε μου φανεί, μ’ ένα μου λόγο μόνο Πανώρ. Ά 376· εδώ απρόσ.: Byz. Kleinchron. Á 834· γ) (μεταφ.) κλονίζω: Τα λόγια της επίβουλης γνωρίζω πως μου ’σείσαν,| την γνώμην μου, και την καρδιάν λιγάκι την κουνήσαν.| Κι αν στην αγάπην μοναχά ήμουνα θηρεμένος,| στην πίστιν μου την σήμερον έμεινα νικημένος Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [1201]. 3) Προκ. για κινήσεις μελών του σώματος ανθρώπων και ζώων α) για έκφραση συναισθημάτων και διαθέσεων (βλ. και Κουκ., ΒΒΠ Α2 95-96): σείοντας τα χείρας μου ήρχουμουν εις την τένταν. Η δε κόρη ωσάν με είδεν μοναχόν, εβγήκεν με πολλήν χαράν και εσυναπάντησε με Διγ. Άνδρ. 37819· Αλλά την σκύλα, καλά και αν την δείρεις και αν την διώξεις και πάλιν να την κράξεις, παρευτύς τα αλησμονά όλα και έρχεται και σείει και την ουράν της και περιχαίρεταί σε Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Δ́ 2245· μεγαλομουστακάτε (ενν. ποντικέ), τι μου σεις το μουστάκιν σου …; Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 128· (προκ. για το χέρι, το δάχτυλο ή το κεφάλι) κουνώ απειλητικά, αποδοκιμαστικά (πβ. και αρχ. κάρα σείειν αλλά και σήμ.): και είδα ακόμη ότι έσειε το χέριν του (ενν. ο Ιγνάτιος) και φοβερίζοντας τον βασιλέα είπε· δέξου τέκνον της ασεβείας Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 9710· εσήκωσε τον δάκτυλόν του (ενν. ο Κωνσταντίνος) και έσεισεν και εφοβέρισέν τον (ενν. τον αμιράν), καθώς το έχουσιν αυτοί συνήθειαν Διγ. Άνδρ. 32024· φεύγοντας εγύρισεν πάλι και φοβερίζει| τον Κωνσταντίνον, κι ήρχισεν με λόγια να υβρίζει.| Το δάκτυλό του έσειενε, εκούνιεν το κεφάλι. «Αύριο, του λέγει, θέλει ’δεις και συ μεγάλη ζάλη» Διγ. O 283· ο βασιλεύς ... έσεισε το κεφάλι,| με πάσαν μανιότητα και με φωνήν μεγάλη.| Λέγει τον: «Τούτο που ζητάς, κάμε να το κατέχεις,| εις όσα αν παρακαλείς, μόνον τον κόπον έχεις Τζαμπλάκ. (Λαμπ.) 51· η αλουπού έσεισε το κεφάλι| και λέγει προς τον γάδαρον με μάνητα μεγάλη:| «Τι τσαμπουνίζεις, γάδαρε, και τι στραβοκωλίζεις,| και τι ’ν’ αυτά τα ψέματα, και τι ’ναι τά σαλίζεις;» Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 343· Εμπαίνοντας ο Ιησούς στο Γιεροσολυμάκι| την κεφαλήν του έσεισε κι εστάθηκε δαμάκι.| Λέγει: «Του ανθρώπου τον υιό θέλουσι παραδώσει,| γδύσει και τυραννήσει τον, φτύξει και σφακελώσει,| και εις το ’στερο σταυρώνουν τον Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2881· εδώ σε έκφρ. απελπισίας: οι άρχοντες ετρόμαξαν, έσεισαν κεφαλάς των Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 246· τα μεν γράμματα έβλεπα και τάχα ανάγνωσά τα,| και εσείουν το κεφάλιν μου να μη και εμέναν ούτως| καταδικάσει ο φοβερός ο ποθοερωτοκράτωρ Λίβ. διασκευή α 452· β) κάνω νεύμα σε κάπ.: ο Πέτρος εστέκετον και εκτύπαν. Και ωσάν άνοιξαν και τον είδαν, εξεπλάγησαν. Και με το χέρι του τους έσεισε να σωπάσουν Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πράξ. ιβ 17. 4) Κουνώ κ. ή κάπ. από τη θέση του, μετακινώ, μετατοπίζω: Τον τράγον λέγει αλεπού: «Άκουσε πώς να βγούμεν (παραλ. 1 στ.) Τους μπροστινούς τους πόδας σου κάμε να ακουμπήσεις,| έμορφα ’λόρτος στάθησε, προσέχου μην τους σείσεις,| κι εγώ από των ώμων σου ...| εύκολα έξω απηδώ Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 48· δένουσι φορτία βαρέα και δυσκολοσήκωτα (ενν. οι Φαρισαίοι)· και βάνουν τα εις τους νώμους των ανθρώπων, αμή αυτοί δεν θέλουν ουδέ με το δάκτυλόν τους να τα σείσουν Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. κγ́ 4· Ωιμέ, τι πέσιμον βαρύ, δεν ημπορώ εις κανένα| τρόπον να σείσω το κορμίν, ν’ ασηκωθώ, οϊμένα Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [1274]· είχε σείσει πέτραν μεγάλην και μ’ αυτήν το στόμα της (ενν. της σπηλιάς) να κλείσει Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ´ [987]· (προκ. για μονομαχία (συν. κονταρομαχία) εφίππων): φραγκίτσης πολύ ωραιωτικός, έμορφος στρατιώτης| απέσω ήλθεν πιλαλητά να δώσει κοδαρέας (παραλ. 1 στ.) και ο Πάντουρκλος τον πιλαλεί, κρούει τον κονδαρίαν,| ουδέ αυτός τον έσεισεν ποσώς απέ την σέλαν Αχιλλ. (Smith) O 652· αποτολμά και δώκεν τον στο στήθος κονταρέαν (ενν. ο στρατιώτης τον Αχιλλέαν)·| καθόλου δεν τον έσεισεν απάνω από την σέλαν,| αλλ’ ως αδάμας ήστεκεν ασάλευτος στην σέλαν Αχιλλ. L 1006· Μετά πολλής δυνάμεως εδώκασιν οι δύο| με τα σπαθία τα φρικτά, στα έλμα τους απάνω.| Και μερτικόν εκόψασι, τινάς ουδέν εσείστη,| άνω εκ των ίππων τους, εστέκαν ως την πέτραν. Θησ. Ή [723]· σε παροιμ. (πβ. το αρχ.: συν Αθηνᾴ και χείρα κίνει, βλ. και Δετοράκης, Κρητολ. 1, 1975, 144): Ο Θεός ... θέλει γεμίσει και τους μαθητάδες μας πολλήν και μεγάλην γνώσιν, την οποίαν παίρνομεν με κόπον από τα μαθήματα, διατί λέγει και η παροιμία: Άγιε Γεώργιε, βοήθα μου· και σείε και συ τον πόδα σου. Διά τούτο ημέραν και νύκτα διαβάζετε τα μαθήματά σας Θεματογραφία 11. 5) Απομακρύνω (βλ. και διασείω): αφήνει την κερά Μαρού, την γυναίκαν του (ενν. ο κυρ Γεώργης) εις το πράμαν του οπού έχει και ποσενδέρει την σήμερον ... κερά και κομεσαρέα, να μη μπορεί τινάς να σείσει, να τη διασείσει, αμέ να κάθεται, ν’ αναθρέψει και να γοβερνάρει το παιδί όπου έχει Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 1408· Το ποιον (ενν. χωράφι) το Σίργιακον να το ’χει της εξουσίας της (ενν. η αδελφή του) παντοτινόν αιωνίως, να το κάμει ως θέλει και ως βούλεται, και τινάς να μη μπορεί και κανένα καιρό απού το μέρος του να σείσει, ουδέ να τη διασείσει εις εκείνον τον τόπον Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 1606. ΙI. (Μέσ.) 1) Κουνιέμαι: Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2773, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 332· Και κάποιες βολές είδαν τινές οπού εσειέτον ο σταυρός οπού εκρέμετον επάνω από την αγίαν τράπεζαν και εσειέτον απαγάλλια αγάλια, όταν ύψωνε τον άγιον άρτον, σημαδεύοντας με τούτο την επισκίασιν του αγίου πνεύματος Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 11010, 11· Πνεύματα ουρανικά χαριτωμένα,| οπού δίχως βουλήν και θέλημά σας| δε σειέται κύμα στον γιαλόν ουδένα Πιστ. βοσκ. V 5, 385· προκ. για κ. που έχει χάσει τη σταθερότητά του: Περί σειομένης οδόντας Ιατροσ. κώδ. ͵αιά· Εις οδόντας να σείουνται διά να στερεωθούν και να ασπρίσουν Ιατροσ. κώδ. τκβ́. 2) α) Τρέμω: εσύ το ήξευρες, είχα στερρά δυνάμη,| και τώρα σείομαι, θωρείς, σα σειέται το καλάμι Αλεξ.2 1384 δις· Κυρά μου, όταν σε θυμηθώ και βάλω σε στον νουν μου,| κλονίζεται η καρδίτσα μου και σειέται σαν το φύλλον Ερωτοπ. 576· β) δονούμαι, τραντάζομαι: Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. κζ́ 51· Κλάψε, ουρανέ μου, σήμερο, για λόγου μου θρηνήσου,| κι η Κρήτης η ’κατόμπολη, για όνομά μου σείσου,| να πέσου τα καμπαναριά, τους Τούρκους να πλακώσου Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 56414· Ν’ αστράφτει ο κόσμος με βροντές και να παρακουνιέται,| η Κρήτης και το πέλαος δίχως αφρούς να σειέται Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 33316· παρευθύς τῃ ῴρα εκείνῃ έπαυσεν ο τάφος της βασιλίσσης και πλέον δεν εσείετον, διότι εσυγχωρήθη και ελυτρώθη εκ του δεσμού της κολάσεως Χρον. 314· μεταφ. προκ. για εκδήλωση έντονων συναισθημάτων, πχ. θυμού: όταν ελθείς στο σπίτι σου οπού έναι θεοργισμένον,| έχεις πικρίαν γουν πολλήν και σειέσαι αγριωμένος·| όλον φαρμάκιν στέκεσαι ωσάν κακός ο όφης Σπαν. (Ζώρ.) V 628. 3) Συγκλονίζομαι, αναστατώνομαι (ψυχικά): το πρόσωπον αν είδες,| εσείσθης όλην σου ψυχήν, όλην σου την καρδίαν·| απλώς την κόρην άγαλμα της Αφροδίτης είπες| και πάσης άλλης ηδονής όσας ο νους συμπλέκει Καλλίμ. 818. Φρ. 1) Σείω τα δόρατα προς κάπ. (βλ. και κινώ, Φρ. 3) = επιτίθεμαι σε κάπ.: Ημείς δε ουχ ως δορκάδες ή πτώκες εις τους υπεναντίους φανούμεν, αλλ’ ως λέοντες επεισπηδήσωμεν και αμεταστρεπτί τα δόρατα εις αυτούς σείσωμεν ευστόχως Δούκ. 19116. 2) Σείω τα μανίκια/το μανίκιν, βλ. Επιτομή μανίκιον 2 φρ. 3) Σείομαι και λυγίζομαι, βλ. λυγίζω ΙΙ2 Φρ. — Βλ. και σήθω.
σεντούκι- το, Ασσίζ. 3307, 17, Σπανός (Eideneier) A 453, Χρον. Μορ. H 7060, Τζαμπλάκ. (Λαμπ.) 79, Φαλιέρ., Ιστ.2 732, Θησ. Β́ [737], Αλεξ.2 675, Έπαιν. γυν. (Vuturo) 235, Πεντ. Γέν. L 26, Έξ. XXV 10, 22, XXVI 33, XXX 6, 26, XXXI 7, XL 20, Λευιτ. XVI 2, Αρ. III 31, IV 5, VII 89, Δευτ. X 1, 2, 3, 5, XXXI 9, 25, 26, Βυζ. Ιλιάδ. 146, Ιστ. πατρ. 1229, 1231, Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 1132, 10, 16313, Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 125, Μαρτύρ. αγ. Νικολ. 168271, Αγαπ., Καλοκ. 344, Hagia Sophia ψ 6048, Ροδινός (Βαλ.) 129, 131· σενδούκι(ν), Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 17· σενδούκιν, Βυζ. Ιλιάδ. 138, 139· σεντούκι(ν), Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 40, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 1539, 16, 1554, 11, Διήγ. Αλ. F (Lolos) 1528, 15, 16, 1544‑5, 12, 22, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 415, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 26, 1155· σεντούκιν, Ασσίζ. 7929, 30, 31, 802, 4, 5, 8, 10, 17, 18, 22, Χρον. Μορ. P 7060, 7789, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2096, 2106, Μαχ. 622, 32, 31838, Σφρ., Χρον. (Maisano) 2811, 12, 14, Βουστρ. (Κεχ.) 1741, Υγρομαντ. φ. 165r 9, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 103, 106, 116, Βυζ. Ιλιάδ. 142, 320· σεντούκι(ον), Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.), 129, 439 κριτ. υπ.· σεντούκιον, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 287.
Αβέβ. ετυμ. Πιθ. αραβ. προέλ. (<αραβ. sanduq), βλ. Μηνάς, Γλωσσάρ. Ιτ.2 326, λ. σανδούκιον) ή από από τουρκ. sandık (<sanduk, βλ. Redhouse, λ. sandık· βλ. όμως και ιδιωμ. τουρκ. sanduk, Συμεων., Ελλην. 26, 1973, 161 σημ. 21)). Πβ. και λ. σάνδυξ στον Ησύχ. Ο τ. σενδούκι σε σχόλ. (TLG) και σε έγγρ. του 16. αι. (Γρηγορόπουλος 2715). Ο πληθ. σενδούκια σε σχόλ. (TLG) και τον 12. αι. (Act. Saint-Pantél. 737). O τ. σεντούκι(ν) και σήμ. ιδιωμ. (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ.). Ο τ. σεντούκιν σε σχόλ. (TLG), στο Meursius και σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. B́ 779, Μηνάς, Λεξ. ιδιωμ. Καρπάθου). Ο τ. σεντούκιον τον 13. αι. (LBG, λ. σεντούκιν) και στο Meursius (βλ. λ. σεντούκιν). Πβ. και λ. σανδούκιον το 12. αι. (LBG), καθώς και σημερ. ιδιωμ. σαντούκιν (Παπαδ. Α., Λεξ.). Τ. σενδούκιον σε σχόλ., στο Du Cange (λ. σεντούκιν), τον 14.-15. (TLG, LBG, λ. σεντούκιν) και 18. αι. (Κομνηνού, Προσκυν. 69). Τ. σινδούκιον τον 14. αι. (LBG, λ. σεντούκιν). Πληθ. συνδούκια τον 11. αι. (TLG). Η λ. στο Βλάχ. και σήμ.· βλ. και LBG, λ. σεντούκιν.
1) Κιβώτιο φτιαγμένο από διάφορα υλικά, συν. ξύλινο, για την αποθήκευση και μετακίνηση πραγμάτων: Κρόκους, πιπέρια, … νεράντζια και κούστους,| … σταφύλια και μούστους,| κίτρα και τα λεμόνια, κάστανα και φουντούκια,| όλα τούς τα γεμίζουσιν καφάσια και σεντούκια Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 9292· ένα χρυσόν ποτήρι, ένα σεντούκι κυπαρισσένιον ή μαργαριταρένιον, ένα σπίτι από μάρμαρα καμωμένον, αν είχανε γλώσσαν ήθελαν ειπείν δίχως άλλο του τεχνίτου οπού τα έκαμεν: «Από σένα έχω το είδος και την μορφήν, αμή όχι την ύλην, και ευγενικότερον και τιμιότερον είναι εκείνο οπού έχω από του λόγου μου παρά εκείνο οπού έχω από του λόγου σου» Βουστρ. Μεταφρ., Περί αναβάσ. (Κακ.-Πάνου) 57· Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Έτσι κι εγώ όσο θωρώ κι αυξαίνουσιν οι χρόνοι,| τόσο γερώ, δε βλέπω πλια με όλη μου τη γνώμη. Ο ΜΑΘΗΤΗΣ: Επήγα κι ηύρα τα καλά τα θαυμαστά γυαλιά σου| μεσ’ στο σεντούκι τ’ όφκαιρο εκείνα τα παλιά σου Βεστάρχης, Στίχ. πολιτ. Ελεάζ. 1530· Πώς εδιαγούμισεν την χώραν το φουσσάτο:| Άρχισαν ετσακίσασιν τα σπίτια, τα σεντούκια Χρον. Τόκκων 658· Εάν τύχει ότι μία νάβα ή καράβιν εύρει το ο κακός καιρός και κιντυνεύσει, και ρίψει απέ το γομάριν του, ... το εναπόμεινεν απέ το γομάριν του μέσα εις το καράβιν, ουδίχα τα ρούχα τά φορούν όσοι είναι απάνω, ή αν έχουν εις τα σεντούκια τους χρυσάφιν ή ασήμιν, όλα ταύτα να ψηφιστούν εις τιμήν και να μοιρασθεί απάνω σ’ όλα εις ράτα η ζημία Ασσίζ. 4716· είχαν τον πούντον διπλόν· ότι ομπρός είχαν έναν μικρόν, ο ποίος είχεν κοντά εις τον πούντον τον μέγαν έναν σεντούκιν γεμάτον πέτρες και εσοζύγαζεν· και το να ’ρταν Γενουβήσοι ν’ ανέβησαν, έπαιρνέν τον και έπεφτεν κάτω εις το χαντάκιν, και πάλε εστρέφετον ο πούντος Μαχ. 46027· ο άπιστος είναι τοιούτος, ώστε … όταν κοιμάται εις το κρεβάτι με την γυναίκα του, να την ερωτά συχνά αν έκλεισε το σεντούκι, και αν εβούλλωσε το κελάρι, και αν έβαλε τον μάνταλον της έξω πόρτας· και αν ειπεί η γυναίκα του: «Ναι, αυτά όλα τα έκαμα», αυτός πάλιν να μην πιστεύει, αλλά να σηκώνεται γυμνός από το στρώμα και ξεπόλυτος, ανάπτοντας λαμπάδα ή λύχνον, να υπάγει να τα ερευνήσει το καθένα, και έτσι μετά βίας να κοιμάται Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 129· Ο πτωχός ο άντρας της γροικώντα την ταραχήν άνοιξεν έναν σεντούκιν και εδωκεν μέσα. Τούτοι (ενν. οι Γενουβήσοι) ενέβησα και εγυρεύσαν απόθεν και αποκείθθεν οτόσον, ότι εγανακτήσαν πως ουδέν ευρίσκετον, και επήγαν και αννοίξαν το σεντούκιν και ηύραν τον Μαχ. 42817, 19· (συχν. για φύλαξη ρούχων): τα φουστάνια τα χρυσά βενέτικα ραμμένα| που τα ’χασιν οι άρχοντες σεντούκια γεμωσμένα·| τώρα οι Τούρκοι έχουν τα στ’ αμάξια φορτωμένα,| στα κάτεργα τα παίρνουσιν όλα κουβαλισμένα Θρ. Κύπρ. M 372· Να φυλάξεις ρούχα άβλαβα από βότριδα ...: Έχε μέσα εις το σεντούκι δύο κίτρα πάντοτε ή αψινθίας κορυφάς και, όταν ξηρανθούν, βάνε άλλα τρυφερά Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 259· (συχν. για φύλαξη χρημάτων): ετσακίζανε (ενν. οι Τούρκοι) τα σεντούκια των αρχόντων με τα τσεκούρια και ευρίσκανε πολλά φλωρία, νέα και παλαιά, βίον πολύ Χρον. σουλτ. 9222· Χρεία το λοιπόν, αν θέλει και ο πλούσιος να λάβει από τον Θεόν ελεημοσύνην, να σκορπίσει τον πλούτον του εις τους δεομένους, εις τους πτωχούς, και εις τες χήρες και εις τους ορφανούς, και να μην τον φυλάγει ανωφέλετον εις το σεντούκι Ροδινός (Βαλ.) 132· εις τα σεντούκια κείτουνται ασήμιν και χρυσάφιν,| δουκάτα και δηνέρια, εις πλησμονήν πολλάκις·| και πάλιν αποδύρουνται και κλαίουν, ως μη έχουν (ενν. οι πλούσιοι).| Μάλλον πολλάκις ο πτωχός, αν έχει δέκα γρόσια,| με προθυμίαν δίδει τα και μετ’ ευγνωμοσύνην Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. Ι 80· (για φύλαξη εγγράφων ή βιβλίων ): Η ταραχή ήτον πολλά μεγάλη· ο λαός της Αμοχούστου επήγα να χαλάσουν την λότζαν τους Γενουβήσους ... Και έδραξεν ο λαός το σεντούκιν των γραψιμάτων της λόντζας των Γενουβήσων και ετσακκίσαν το Μαχ. 31417· τα βιβλία άπρακτα κείτουνται στα σενδούκια·| εφθάρησαν εκ των σητών και υπό των σκωλήκων,| και είναι πράγματα αργά, χείρα ουδέν τα πιάνει,| ανάγνωσις δεν φαίνεται, διδασκαλία ουδόλως Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. Ι 17· (γενικ. για φύλαξη πολύτιμων αντικειμένων): τους … σταυρούς …και τα ... καρφία και τον στέφανον έβαλέν τα εις το σεντούκιν, με τους β́́ σταυρούς εις το κάτεργον, και ανέβην η αγία Ελένη και ήρτεν εις την Κύπρον Μαχ. 618· Και ανοίξαν το έναν σεντούκιν και ηύραν έναν ρούχον χρυσόν χαρμίζε και έναν χρουσόν βένετον και πολλά ρούχα βιλουσένα και ασήμιν πολύν και πολλήν ζάχαριν τρίψητον, τα ποία εστιμίασαν δ́ χιλιάδες δουκάτα Βουστρ. (Κεχ.) 23010· Και τότες επήγαν εις το αμπέλιν του Χαρέρη, εις τον Άγιον Δομέτην, και επήραν του ιϚ́ σεντούκια ζάχαριν και άλλα πολλά πράματα Βουστρ. (Κεχ.) 1108· (εδώ για κηπουρικές εργασίες): Εάν δε πάλιν ορέγεσαι να τα κάμεις (ενν. τα αγγούρια) ... πρωιμότερα, βάλε εισέ κασέλαν, ήγουν σεντούκι, χώμα παχύ όταν περάσει ο χειμώνας και φύτευσε τον σπόρον, βάλε κοπρίαν κατά την τάξιν και πότισέ τες ολίγον και φύλαγέ τες μέσα εις το σπίτι έως την άνοιξιν και τότε, ... βάλε τες εις την γην με το χώμαν εκείνον επιδέξια να μη τες ξεριζώσεις Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 210· (εδώ προκ. για την κιβωτό της διαθήκης· βλ. και Έκφρ. 1): Και ήτον όνταν εσυνέπαιρνεν το σεντούκι και είπεν ο Μωσέ: «Σήκω, Κύριε, και να σκορπιστούν οι οχτροί σου και να φύγουν οι μισητάδες σου από ομπροστά σου» Πεντ. Αρ. Χ 35. 2) α) Φέρετρο: αντάν εκείνος επέθανεν (ενν. ο Αλέξανδρος ο Μέγας) οι μπαρούνηδές του εβάλαν τον εις ένα σεντούκιν χρουσόν και περνώντα να τον θάψουσιν πολλοί φιλόσοφοι έρκουντα τάπισά του κλαίοντα Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 91· β) οστεοθήκη: Όρισε (ενν. ο πρίγκιπα Γυλιάμος) κι επαρήγγειλεν, μεθ’ ότου αποθάνει (παραλ. 1 στ.) τα οστέα του μοναχά να βάλουσι εις σεντούκι| στον άγιον Ιάκωβον Μορέως, εκεί εις την Ανδραβίδαν,| στην εκκλησίαν, όπου έποικεν και έδωκεν στο Τέμπλο,| εις το κιβούριον, το έποικεν, οπού ήτον ο πατήρ του·| εις την δεξιάν του την μερέαν να ένι ο αδελφός του,| κι εκείνος να ένι αριστερά, και ο πατήρ του μέσα Χρον. Μορ. H 7789· (εδώ προκ. για λείψανα αγίων): μετά τιμής και ψαλμωδίας, κηρών τε και θυμιαμάτων έθεσαν τα δύο λείψανα (ενν. των πατέρων ημών Βαρλαάμ και Ιωάσαφ) εις τα δύο πολύτιμα και χρυσωμένα σεντούκια Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 16324· γ) τεφροδόχος: Με μοιρολόγια αρίφνητα, με θρήνος πονεμένον (παραλ. 2 στ.) εκαίγαν τα κορμία τωνε κι εις τέφραν τα ’ξορθώναν.| Την τέφραν τους εβάνασι...,| εισέ σεντούκια ολόχρυσα Θησ. Β́ [804]. Εκφρ. 1) α) Σεντούκι διαθήκη = η κιβωτός της διαθήκης: Την ώρα εκείνη εχώρισεν ο Κύριος το σκήφτρο του Λεβί να σηκώνει το σεντούκι διαθήκη του Κύριου, να στέκει όμπροστε στο Κύριο, να τον δουλεύγει και να βλογάει εις το όνομά του ως την ημέρα ετούτην Πεντ. Δευτ. Χ 8· β) σεντούκι της μαρτυριάς, βλ. Επιτομή, ά. μαρτυρία 4α έκφρ. 2) Σεντούκια και σεπέτια = τα πράγματα που ανήκουν προσωπικά σε κάπ. (βλ. και έκφρ. sandık sepet, Redhouse, λ. sandık): τότες επρόσταξεν αυτή η Ιουδήθ η νέα,| η Μαλτεζίνα, η σύμβιος Μοράτη βασιλέα,| να πάρουν την κατούνα της, σεντούκια και σεπέτια,| που ’χαν λογάριν άπειρον με μόσχους και ζαμπέτια.| Τρεις μήνες τα κουβάλησαν εις τα καράβια μέσα| παλτατζήδες κι οι αγάδες της εκεί κοιμώντο μέσα Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 721.
σημαίνω,- Διγ. A 1832, Διγ. Z 4056, Ερμον. Β 114, Βίος Αλ. 1871, 4624, Λίβ. διασκευή α 924 κριτ. υπ., Ιμπ. 853, 854, Τζαμπλάκ. (Λαμπ.) 21, Λέοντ., Αίν. I 1, Φυσιολ. (Legr.) 764, Φυσιολ. (Kaim.) 22b7, 9, 23a7, 9, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 316, Δούκ. 3495, Θησ. Ζ́ [592, 1518], Απόκοπ.2 93, Λίβ. Va 898, 2270, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΙΘ́ [511], Λουκάνη, Άλ. Τροίας [120], Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1239, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1364, Μορεζ., Κλίνη 280v, 222r δις, 222v, 414r, Ονειροκρ. Ιβ. 16 (πολλάκις), 18, 20 (πολλάκις), κ.α., Ιστ. Βλαχ. 1627, 2659, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 61, Ροδινός (Βαλ.) 97, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 1372, Διγ. O 1727, 1736, 1746, 2432, 2435, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 38211, Κονταράτος, Στίχ. πολιτ. μετά στ. 513.
Το αρχ. σημαίνω. Η λ. και σήμ.
Ά Μτβ. 1) Kάνω κ. γνωστό, πληροφορώ, ειδοποιώ για κ.: Δούκ. 3091, Βίος Αλ. 4141, Φυσιολ. (Kaim.) 22a7, 9. 2) α) Δηλώνω, φανερώνω κ.: Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 412, Δεφ., Λόγ. 568· (προκ. για λέξη, πρόταση): Λεξ. I 202, Σκλέντζα, Ποιήμ. 17· (προκ. για ερμηνεία ονείρων): Από ύψους κάτω οράν, ζωήν μακράν σημαίνει Ονειροκρ. Ιβ. 16· β) (θεολ.) προεικονίζω: αυτού (ενν. ανατολικά του αγίου Τάφου) ήτον ... η στάμνος του μάννα και η ράβδος η βλαστήσασα του Ααρών και η λυχνία η επτάφωτος ... και όλα λοιπόν τα παλαιά και σκιώδη της Παλαιάς Διαθήκης, τα οποία όλα εσήμαιναν και προετύπωναν την Θεοτόκον Προσκυν. Κουτλ. 390 13821· Τα δε δύο ορνίθια εκείνα, οπού ελάμβανεν ο ιερεύς εις το να καθαρίσει τον λεπρόν, ... άλλο δεν επροτύπωναν, παρά τας δύο φύσεις του Χριστού, την θεότητα και την ανθρωπότητα ... με την θυσίαν τούτων των δύο ορνιθίων εσήμαινε όλον το μυστήριον της ενσάρκου οικονομίας Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 60. 3) α) Κάνω κ. να ηχήσει (για μετάδοση ενός μηνύματος ή την αναγγελία ενός γεγονότος): Βίος Αλ. 2022· (προκ. για καμπάνα, σήμαντρο): οπόταν θέλει ο ιερεύς να άρξει την ακολουθίαν, υπάγει και σημαίνει ομπρός το σήμανδρον Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) 392r· Την ώραν απού σημαίνουσιν οι Λατίνοι την καμπάναν, απού κράζουν «Άβε Μαρία» ..., τότες... Μορεζ., Κλίνη 222r· β) (προκ. για μουσικό όργανο): στραβόραβδον εβάσταζεν (ενν. ο Απρίλιος) εις την ζώνην του εμπηγμένον,| εύμορφα αρνίτσια εφύλασσεν, εσήμαινεν σουραύλιν Ημερολ. 88· Επέψασιν εφέραν την (ενν. την Τάρσιαν), και κάτω κατεβαίνει| και τότες την κιθάραν της αρχίζει και σημαίνει Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) Α 1510· (εδώ σε παρομοίωση): ξεμυαλισμένος Δέκιος, όντας μέσα εις το βάθος της ασεβείας σκοτισμένος, κατά που λέγει ο λόγος, ομοιάζοντας σαν ένας γάιδαρος όταν του σημαίνουν την κιθάραν Ροδινός (Βαλ.) 229. Β́ Αμτβ. 1) Δηλώνω, φανερώνω, λέω· (προκ. για χρησμούς, προφήτες κτλ.): Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 4666, Θρ. Κων/π. Βαρβ. 34. 2) α) Δίνω κάπ. ηχητικό σήμα, ηχώ, βγάζω ήχο (προκ. για καμπάνα, σήμαντρο): Τούτου (ενν. του παρακκλησιδίου) δε αφιστάμενος έως μίλια δύο,| κατά τον νότον έρχεσαι εις Σήμαντρον τον θείο·| εκεί γαρ εστι σήμαντρον καθ’ εορτήν σημαίνον Παϊσ., Ιστ. Σινά 1927· Ελάτε να ιδείτε τον άνθρωπον οδιά τον οποίον σημαίνουσιν οι καμπάνες να θαυμάξετε Μορεζ., Κλίνη 222v· (συνεκδ. προκ. για εκκλησίες): Σημαίνουσιν οι εκκλησιές, όλα τα μοναστήρια·| υμνούσιν και δοξάζουσιν Θεόν τον παντοκράτωρ Ιμπ. 884· αι εκκλησίες σας να σημαίνουν καθώς έχουν συνήθειαν, ο μητροπολίτης να έχει την κρίσιν του την ρωμαϊκήν, και όλα τα εκκλησιαστικά δικαιώματα Ορισμ. Σινανπασίας (Rigo) 6222· (προκ. για αναγγελία ώρας): εν έτει ͵αφοϚ́ απέθανε ο βασιλεύς σουλτάν Σελίμης και έγινεν ο σουλτάν Μουράτης νέος καταπολλά, και ηθέλησε να βάλει ωρολόγια να σημαίνουν ωσάν και εις την Βενετία, πλην οι νομοδιδάσκαλοί του δεν τον άφησαν Byz. Kleinchron. Á 58639· (προκ. για μουσικά όργανα): Τότες σημαίνουν τα όργανα θλιβερά και μαυρίζει η σένα Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά μετά στ. 36· β) (τριτοπρόσ. προκ. για προσδιορισμό χρονικού σημείου): Το μεσονύκτιον έφθασε και η αυγή σημαίνει,| και οι πάντες αρματώθησαν μετά μεγάλου θράσους Αργυρ., Βάρν. K 173. Το ουδ. της μτχ. μέσ. ενεστ. ως ουσ. = η σημασία μιας λέξης: όταν κανένα όνομα κοινόν ... και εσύ θέλεις να σημαδέψεις το καλύτερον και το μεγαλύτερον από τα σημαινόμενα, τότε εις αυτό το όνομα βάνεις (ενν. στα εβραϊκά) τα «α», ωσάν εμείς το «ο» άρθρον και το «η». Ως εν παραδείγματι, «δάσκαλος» λέγει πολλούς δασκάλους και εσύ θέλεις να ειπείς τον σοφότερον και καλύτερον, τότε βάνεις το «ο» άρθρον και λέγεις «ο δάσκαλος» Σκορδύλης, Λόγ. Θεοτ. 444516.
σημαντήριον- το, Σταφ., Ιατροσ. 1948· σημαντήρι, Τζαμπλάκ. (Λαμπ.) 15, Ριμ. κόρ. A 2· σημαντήριν, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 635· σημαντήρι(ο)(ν), Επιστ. Μωάμ. 6715, Ιμπ. (Legr.) 1027, Ψευδο-Σφρ. 58831.
Το αρχ. ουσ. σημαντήριον. Ο τ. σημαντήρι τον 9.‑12. αι. (LBG, στη λ.), στο Βλάχ., σε έγγρ. του 17. αι. (Μαυρομάτης, Θησαυρ. 20, 1990, 486, 488) και σήμ. (Κριαρ., Λεξ., Μπαμπιν., Λεξ.)· βλ. και LBG.
Ξύλινη σανίδα ή πλάκα από μέταλλο που κρούεται ρυθμικά (συν. σε μοναστήρια, για το πράγμα βλ. Κουκ., ΒΒΠ ΣΤ́ 81· πβ. και ά. σήμαντρον): τας εκκλησίας κτίζομεν μέσα στης γης το βάθος| από τον φόβον των Τουρκών εις μήκος και εις πλάτος.| Καμπάνες δεν σημαίνομεν, μηδέ τα σημαντήρια,| τα ξύλα κάπου κρούουσιν έξω στα μοναστήρια Ιστ. Βλαχ. 2659· εσήμανε (ενν. ο μοναχός) το σημαντήριον κι εσυμμαζώχθη όλος ο λαός της χώρας εις τον ναόν του αγίου Διαθ. Νίκωνος 260· (σε επωδή): ύπαγε εις του Αραράτ το όρος, όπου σημαντηρίου φωνή ουκ ακούγεται, όπου αλέκτορος φωνή ουκ ακούεται· εκεί να φας, εκεί να πιεις, εκεί τον θυμόν σου να διαβάσεις Σταφ., Ιατροσ. 1715· (εδώ μεταφ.): Κόρη και νέος δικάζεται από ’να παρεθύρι,| μίαν νύκταν όσο ’πόδωσεν τσ’ αυγής το σημαντήρι.| Ο νεότερος ζητά φιλί κι η κόρη δακτυλίδι·| κι ο νέος το δακτυλίδι του της κόρης δεν το δίδει Ριμ. κόρ. V 2.
σκαλί- το, Τζαμπλάκ. (Λαμπ.) 31, Αλεξ.2 2651, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 203r, Πεντ. Έξ. XX 26, Παϊσ., Ιστ. Σινά 374· Προσκυν. Διον. 301 (Σινά) 1392, Προσκυν. Μεταμ. 50 11324· σκαλίν, Λόγ. παρηγ. L 113, 272, 650, Λόγ. παρηγ. O 279, 300, 669, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 24, 636, 1218, Προσκυν. Ιβ. 845 692, Προσκυν. Ιβ. 535 689, Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 635· σκαλί(ον), Θησ. Ζ 1164, Προσκυν. Διον. 301 (Σινά) 1392, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 209, Προσκυν. Μεταμ. 50 11324.
Aπό το ουσ. <σκάλα και την κατάλ. ‑ίον. Τ. σκάλιον στο Du Cange. Τ. σκαλλdί(ν) σήμ. ιδιωμ. (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ.). Ο πληθ. σκαλία τον 7. αι., στον Πορφυρογέννητο (TLG, LBG) και σήμ. ιδιωμ. στο ποντ. ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.). Η λ. στο Βλάχ. και σήμ.
1) Αναβαθμός, σκαλοπάτι, βαθμίδα: Και ο θρόνος οπού εκάθοτον ήτονε ελεφάντινος και είχεν έξι σκαλία και εις πάσα σκαλί έστεκεν εις την μίαν μερίαν και εις την άλλην ένας λέοντας και ένα μοσχάρι, όλα ελεφάντινα Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 203r· Να ίδω τίνες ευτυχούν και ποίοι ατυχούσιν| τους αχαρίστους ευτυχείς να πραγματοαλλάξω| και άλλους να στήσω δυστυχείς εις το σκαλίν εκείνων| όσους ευρώ ότι ευχαριστούν την Τύχην και επαινούσιν Λόγ. παρηγ. L 113· και εβγαίνοντας προς νότον ολίγον ευρίσκεις να είναι η ανάβασις με σκαλία πέτρινα έως απάνω εις την αγίαν κορυφήν Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 169. 2) (Μεταφ.) α) το καθένα στάδιο μιας εξελικτικής πορείας: μήνα πατήσεις το σκαλίν της Ευτυχοτυχίας Λόγ. παρηγ. L 316· Άνθρωπος είμαι δυστυχής· ήλθα να ιδώ τον Χρόνον,| να τον ειπώ τά θλίβομαι, να τον παρακαλέσω| εκ το σκαλίν το επώδυνον της Πικροδυστυχίας| να με λυτρώσει απ’ αυτό και εις άλλον να με βάλει Λόγ. παρηγ. L 445· β) επίπεδο, βαθμίδα της ψυχικής συγκρότησης κάπ.: Ειδέ η σκάλα της γυναικός έναν σκαλίν έχει· αν σε αγαπά θανατώννει σε και αν σε μισά γυρεύγει χωρίς κώλυση να σε ξηφτειάσει Μαχ. 57432.
σκαλώνω,- Αιν. άσμ. 68, Τζαμπλάκ. (Λαμπ.) 36, Χρον. Τόκκων 1494, Μαχ. 43424, Θησ. Στ́ [473], Θησ. (Foll.) I 44δις, Διήγ. Αλ. E (Konst.) 2716-17, 2925, Διήγ. Αλ. F (Konst.) 2826-301, Λεηλ. Παροικ. 645· σχαλώνω, Χρον. Τόκκων 553.
Από το ουσ. σκάλα και την κατάλ. ‑ώνω (βλ. Kahane, Italo-Byz. etym. 37). Η λ. στο Πορφυρογ., Προς Ρωμαν. 948, 95, στο Du Cange (σκαλώνειν, λ. σκάλα) και σήμ.
1) Ελλιμενίζομαι, προσορμίζομαι, πιάνω σκάλα: Μετά ημέρες … ήλθεν …| … ο κόντος Λεονάρδος·| με γαλιότα έμορφη, καλά αρματωμένη,| στο νησίν εγυρίζετον αυτός της Ιακύνθου| και ήλθεν και εσκάλωσε εις την Αγίαν Μαύραν Χρον. Τόκκων 525· εσέβην ο Φιλόνης εις την θάλασσαν και ηπήρεν τριάντα μονόξυλα του λόγου του και εσκάλωσεν εις το νησίν Διήγ. Αλ. F (Konst.) 2620. 2) Σκαρφαλώνω, ανεβαίνω: Και εποίκεν του και πολλές σκάλες και πολλά τζενία διά να σκαλώσουν να την πάρουν (ενν. την Αμόχουστον) Μαχ. 61623· έθεκα εκοιμήθηκα, εχόρτασα τον ύπνον| και πάλιν εσηκώθηκα βαρεμένος του ύπνου·| εσκάλωσα και ανέβηκα το ξηροπηγαδίτσιν Αιν. άσμ. 77.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- επίρρ., Ροδινός (Βαλ.) 84, 203· παραπάνου, Αλφ. ξεν. Αθ. (Μαυρομ.) 55· παραπάνω, Ερμον. Θ 62, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 301r, Παϊσ., Ιστ. Σινά 131, Προσκυν. Ολυμπ. 177 8913, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 1587.