Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- παλληκάριον
- το, Διγ. Άνδρ. 3359, 3494, 37034, 3739, 3939· παλληκάρι, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 244, Χρον. Τόκκων 1631, 2058, 2585, Θησ. Β΄ [538], [845], Δ΄ [192], Πεντ. Γέν. XIV 14, XXXIV 19, XLI 12, Έξ. II 6, X 9, Αχέλ. 1485, 1947, 2110, Πανώρ. Δ΄ 2, Ε΄ 230, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 548, 1357, Β΄ 8, 216, 1844, Γ΄ 73, Δ΄ 1060, 1477, Στάθ. (Martini) Α΄ 145, Γ΄ 7, Διγ. O 1274, 1499, 1503, Τζάνε Εμμ., Μοιρολ. 13615, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2854, 37713, 52318, 5491, κ.π.α.· παλληκάρι(ν), Διγ. Z 746, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 505, 1314, 1688, 1748, Εβρ. ελεγ. 160, Διήγ. Βελ. N2 97, Αχιλλ. L 145, Παρασπ., Βάρν. C 292, Ch. pop. 18, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 146, Απόκοπ.2 467, Σκλάβ. 195, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 257, Χρον. σουλτ. 394, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Δ΄ 3, Ιστ. Βλαχ. 177, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 2, Διακρούσ. 1128, Κορων., Μπούας 64, 70, 77, 120, κ.α.· παλληκάριν, Γλυκά, Στ. 210, Λόγ. παρηγ. L 55, Μαχ. 4341, Χούμνου, Κοσμογ. 1514, Βουστρ. 483, Sprachlehre 175, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 123, 150, Συναξ. γυν. 699, Παϊσ., Ιστ. Σινά 152, Εγκ. αγ. Δημ. 108116· ονομ. και αιτιατ. πληθ. παλληκαρία, Μαχ. 5569, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1362 κριτ. υπ.· γεν. πληθ. παλληκαρέων, Κορων., Μπούας 37· παλληκαριώ, Στάθ. (Martini) Α΄ 126· παλληκαρίων, Διγ. Z 335, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 35, 1258, Διγ. Άνδρ. 3202.
Το ουσ. παλληκάριον (<πάλληξ) που απ. σε παπυρ. (L‑S, λ. παλλικάριον)· για μνείες του σε μεσν. κείμ. βλ. Sophocl., λ. παλλικάριον, Lampe, Lex., λ. παλ(λ)ικάριον (πβ. και Άμ., Γλωσσ. μελετ. 482-3). Ο τ. παλληκάρι στο Βλάχ. (λ. παλικάρι) και σήμ. Ο τ. παλληκάριν, καθώς και άλλοι τ. σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., Σακ., Κυπρ. Β΄ 710, Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. παλληκάρι(ν), κ.α.).
1) α) Ακόλουθος, σύντροφος πολεμιστή: Φωνήν μεγάλην έσυρεν (ενν. ο Μέγας Δεμέστικος) …| εκείνων των παλληκαρίων οπού ’σαν μετ’ εκείνον:| «Φέρτε γοργόν το ιππάρι μου …» Χρον. Μορ. P 4818· Ο μέγας Αμουράτμπεης, ο μέγας ο αυθέντης (παραλ. 1 στ.) κράζει τα παλληκάρια του και τους γιανίτσαρούς του Αργυρ., Βάρν. K 293· επήρεν (ενν. ο Διγενής) τα παλληκάρια του, διά να υπάγει εις το κυνήγιον Διγ. Άνδρ. 35013· β) στρατιώτης, πολεμιστής: Τα παλληκάρια των Τουρκώ, που ’τον αρματωμένοι,| εμείνασι εις τα τειχιά πίκουπα ποθαμένοι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 29015· φουσσάτα ’τοίμασε πολλά, άξια και ανδρειωμένα,| παλληκάρια ευγενικά, όλα αρματωμένα Σταυριν. 784· ’ς τούτον τον πόλεμον καθένα παλληκάρι,| ανδρείαν μεγάλην έδειξε και ποίκεν ως λεοντάρι Κορων., Μπούας 117. 2) α) Γενναίος, ανδρείος, ικανός μαχητής: εις τους σκοτωμένους ευρέθησαν και γυναίκες αρματωμένες …· επολεμούσανε και αυτές ωσάν παλληκάρια, πανδρεμένες και ανύπαντρες, και εκάμανε ωσάν τις Αμαζόνες του παλαιού καιρού Χρον. σουλτ. 11737· τους Ρωμαίους θέλει δει πως είναι παλληκάρια,| σαΐτες, βόλια δεν ψηφού, λουμπάρδες και κοντάρια Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1649· τότε να γνωρίσετε τα άξια παλληκάρια,| πώς δύνανται στον πόλεμον να κάμουν σαν λιοντάρια Διακρούσ. 876· β) (γενικ.) άντρας τολμηρός, άφοβος, δυνατός, υπερήφανος: σκότωσε λιοντάρι| και φέρε μου το δέρμα του, αν είσαι παλληκάρι Διγ. O 1470· τα τόσα άρματα ποτέ δεν κάνου παλληκάρι Στάθ. (Martini) Γ΄ 74· Διάλεξε απ’ όλα τ’ άρματα, άλογο και κοντάρι,| γιατί μου λέσι τον οχθρό μεγάλο παλληκάρι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1526· φρ. κάνω το παλληκάρι = παριστάνω το δυνατό, το γενναίο: καπουριόνοι ήτον, οπού εσέρναν τον λαόν εις το κακό, εναντίον των αρχόντων, διότι με τον τρόπο ετούτο ευρίσκανε να διαφοραίνουνε με τες πλάτες των πολλώνε και με τούτο πολλοί να κάνουν το παλληκάρι με λόγια άπρεπα και σκανδαλοποιά Σουμμ., Ρεμπελ. 170· ως είδε κι είναι ο κύρης μου στου ύπνου του τη ζάλη,| επιάσε εκείνο το σπαθί μ’ αποκοτιά μεγάλη (παραλ. 1 στ.) και τώρα ο γιος του το βαστά, το παλληκάρι κάνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 818. 3) α) Μικρός στην ηλικία, νεαρός: Ο είς ήτον νεότερος, αγένειον παλληκάριν| και ο άλλος ήτον κουρευτός, γέρων εξοπλισμένος Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1200· Βαρύ πράγμα μού φαίνεται, διατί ’μουν παλληκάρι| κι είπα κι εγώ στα γηρατειά θες έρθεις να με πάρεις Αλφ. 117· παιδίον ήτον ακομή, έμορφον παλληκάρι Χρον. Τόκκων 1956· β) νέος άντρας γεμάτος ζωντάνια, παλληκάρι: Ο Ρώκριτος είν’ όμορφος, άξος και παλληκάρι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 23· δράκος μάς ελάλησεν μέσ’ από το καλάμιν| και παλληκάρι εγίνετον ηδονικόν και ωραίον Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1742· είδα τον φουρνάρη,| ανδρειωμένο παλληκάρι,| εκοιμήθηκα μαζί του Πτωχολ. B 353. 4) Αρσενικό παιδί, αγόρι, γιος: Η μήτηρ συγκληρονομεί τοις ιδίοις εις τα πατρικά αυτών πράγματα, καν κοράσια εισίν, καν παλληκάρια ως ενός των αδελφών Ελλην. νόμ. 57829· παιδία ορφανά, τα οποία δεν είχασι γονείς, είτε παλληκάριν ή κορασίδα Εκλογής χειρόγρ. 24526. 5) Νεαρός υπηρέτης, βοηθός: επήρεν (ενν. ο Αβραάμ) τα δυο παλληκάρια του μετά αυτόν και το Ιτσχάκ τον υιό του Πεντ. Γέν. XXII 3· είπεν ο Αβραάμ προς τα παλληκάρια του: «κάτσετε εσάς εδώ με το γαδούρι» Πεντ. Γέν. XXII 5.
πιστεύω,- Προδρ. (Eideneier) III 214, IV 385, 388, Διγ. (Trapp) Gr. 2131, Διγ. Z 572, 1100, 2540, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 849, 1161, 1586, 1674, Χρον. Μορ. H 76, 728, 759, 3764, Χρον. Μορ. P 57, 763, 3036, 3764, Ερωτοπ. 546, Λίβ. P 1302, Λίβ. Sc. 517, 1757, 2496, Λίβ. Esc. 986, 2915, 3661, Λίβ. N 2684, 3111, Ιμπ. 797, Χρον. σουλτ. 7133, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 55519, κ.π.α· επιστεύω, Λίβ. Esc. 2915· πιστεύγω, Φαλιέρ., Ιστ.2 78, 317, Μαχ. 2422, 23, 26, 16234, 30217, 57420, 64036, 64218, Βουστρ. (Κεχ.) 3013, 2103, Απόκοπ.2 263, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 66, 2094, 3697, 4219, 4220, 4222, 4769, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 76, 85, 89, 121 τρις, 133, 136, Πεντ. Γέν. XV 6, Έξ. XIV 31, Δευτ. I 32, IX 23, XXVIII 66, Κυπρ. ερωτ. 146, 10414, 10619, 1476, Πανώρ. Γ́ 395, Έ 199, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 17, Δ́ 615, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Á 813, 2007, Β́ 325, Γ́ 268, 711, Έ 725, Φορτουν. (Vinc.) Ά 49, Β́ 285, Δ́ 518, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 19213, 47617, κ.π.α.· πιστεύω — πιστεύγω, Ασσίζ. 819, 536, 6020, 1023, 10322, 25, 29, 1953, 13, 35316, 29, 3546, 11, 39014, Αχέλ. 1966, Στάθ. (Martini) Β́ 200· προστ. αορ. πιστεύθησε, Αχιλλ. (Smith) N 64· πιστεμένος, Ασσίζ. 10310, Παλαμήδ., Βοηβ. 1069, Σταυριν. 1055, Ροδολ. (Αποσκ.) 639, Γ́ 569, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [1060], Έ [1108], Μαρκάδ. 262, Τζάνε Εμμ., Μοιρολ. 1372· πιστευμένος, Ασσίζ. 1031, 1446, 22830, 3541, Μπερτολδίνος 122.
Το αρχ. πιστεύω. Ο τ. πιστεύγω (για το σχηματ. του οποίου πβ. Συμεων., Ιστ. κυπρ. διαλ. 186) στο Βλάχ. και σήμ. ιδιωμ. (Κωστ., Λεξ. τσακων.). Τ. πιστεύγου και πιστεύκω σήμ. ιδιωμ. (βλ. Σακ., Κυπρ. Β́ 736, όπου και η μτχ. πιστεμένος (πιστεμμένος)). Η λ. και σήμ.
I. Ενεργ. 1) Έχω πεποίθηση, είμαι βέβαιος, σίγουρος για κ.: Eίναι αδύνατον εγώ να κυριέψω| τέτοιο καστέλλι σαν αυτό, και πώς να το πιστέψω; Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 16311. 2) α) Δίνω πίστη σε κάπ. ή κ., δέχομαι την αλήθεια, την ορθότητα, την ύπαρξή του: Σπαν. (Λάμπρ.) Va 440· Τώρα γνωρίζω απαρθινά πως ήτο λιγωμένος| όντας στα πόδια μου έπεσε κρυγιός και χλομιασμένος.| Τώρα πιστεύγω τσι καημούς απ’ είχεν η καρδιά του| και το βρασμό απού ’βραζαν μέσα τα σωθικά του Πανώρ. Έ 133· ηύρισκε (ενν. η Αρετούσα) χίλιες αφορμές εις ό,τι κι αν τση λέγα| κι ομόρφιζε τα ψόματα, κι εκείνοι τα πιστεύγα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 1332· ανισώς και δεν πιστεύγετε τους λόγους μας, αμέτε ποίσετε το χειρόττερον τό να μπορήσετε Μαχ. 2821· (με εμπρόθ. προσδ.): Καρδιάν και γνώμην ήβλεπα κι ήμουνα θαρρεμένος,| και πίστευσα στα λόγια σου κι έμεινα κομπωμένος Ch. pop. 488· Και πάλι, α δεν πιστεύγετε στα όσα αναθιβάνει,| στρέψετε στο πιττάκι μου και πασαμιά ας μαθάνει Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 554· (με γεν./αιτιατ. προσ.): διά πιστήν αλήθειαν και τελειουμένην αγάπην πέμπω σου τον ακριβόν μου υιόν, και είπουν του πολλά λογία να σου συντύχει, και πίστεψέ του είτι σου πει Μαχ. 64411· Σώπα τες πελελάδες.| Δε σου πιστεύω ό,τι κι αν πεις Στάθ. (Martini) Ά 207· Δος μου σημάδι να κρατώ κι απόκεις σου πιστεύγω Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [578]· πολλά εκακώθην οδιά σεν η καρδία μου, πίστεψέ με Λίβ. Sc. 517· (με δευτερεύουσα πρόταση): Όσ’ αν κλιώ κι αναστενάζω| μέραν νύχταν ο θλιμμένος| δεν πιστεύγεις πως παθιάζω| και για σεν είμαι καμένος Κυπρ. ερωτ. 11735· (απολ.): Άνταν τους εμήνυσεν ο αμιράς τους ορισμούς του σουλτάνου δεν επιστεύσασιν διατί αθθυμούνταν τα πολλά κομπώματα οπού τους εκόμπωσεν Μαχ. 27831· (προκ. για μαρτυρία σε δικαστήριο): πρέπει να χάσου (ενν. οι άπιστοι μάρτυρες) απολογίαν εις την αυλήν εις τοιούτον, ότι ποτέ να μη τους πιστεύσου εις καμμίαν μαρτυρίαν κανενού πραγμάτου τό να πούσιν Ασσίζ. 35119· Εάν γίνεται ότι ο βισκούντης ού οι σεργέντηδές του θελήσουν να σύρουν μαρτυρίαν εις την αυλήν διά άλλον, ουδέν ημπορεί να το ποιήσει ουδέ να του πιστεύσουν ουδέ εκείνου ουδέ τους σεργέντες του, καθά ένι αυτό το παράδειγμαν Ασσίζ. 3537· β) δέχομαι κ. ως αληθινό (προκ. για όνειρα: ότι κ. προαγγέλλουν): είχε και πρωτύτερα απ’ άλλες γροικημένα (ενν. η Αρετή)| το πως εις όνειρα κιανείς δεν πρέπει να πιστεύγει| και τα ονειροφαντάσματα ξύπνου να μη γυρεύγει| κι οι φρόνιμοι σ’ έτοια όνειρα γελού και δεν ψηφούσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 187. 3) α) Δίνω πίστη, εμπιστεύομαι κάπ.: ατίμωσες την βασιλείαν, το γένος των Ρωμαίων·| ποίος να πιστέψει από του νυν Ρωμαίου τινός ανθρώπου; Χρον. Μορ. H 671· εγ’ όμοσα εις τον Χριστόν Τούρκους να μην δουλέψω,| και σεις τους Τούρκους θέλετε, πώς να σασε πιστέψω (έκδ. σας επιστέψω); Σταυριν. 602· β) εμπιστεύομαι, «παραδίδω» κάπ. (εδώ τον εαυτό μου) σε κάπ.: Είτα φησί (ενν. ο Αλέξανδρος) προς Φίλιππον· «Φίλιππε, πίω τούτο;| Σοι γαρ πιστεύω εμαυτόν». Ο Φίλιππος δε πάλιν,| «πίε την κύλικα», φησίν, «ίνα ρυσθῄς του πάθους » Βίος Αλ. 3030· γ) «εμπιστεύομαι», «βασίζομαι» (στην τύχη): Άνθρωπε, αν έχεις γνώση,| της τύχης μην πιστεύεις:| σε σκοτωμούς σε βάνει| και τ’ όνομά σου σκοτεινό το κάνει Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 72. 4) (Προκ. για θρησκ. πίστη) (προκ. για το Θεό) πιστεύω: (με εμπρόθ. προσδ.): Εγώ πιστεύω εις Θεόν, Πατέρα των απάντων,| ποιητήν ουρανού και γης και αοράτων πάντων,| και εις Χριστόν τον Κύριον, υιόν Θεού και Λόγον (παραλ. 10 στ.) και εις Πνεύμα το Άγιον ζωοποιούν τα πάντα Διγ. (Trapp) Gr. 779· Τάζω σας ότι χριστιανός να γίνω, να πιστεύσω| εις τον Χριστόν και το καλό της ψυχής να γυρεύσω Διγ. O 447· (απολ.): ετότες ο εκατόνταρχος επίστεψε κι εγιάσε,| απού πρωτύτερας κι αυτός Χριστόν εκριτηριάσε Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 3776· (προκ. για την Παναγία) πιστεύω, δέχομαι τις ιδιότητες που της αποδίδονται: όσοι την πιστεύουσι (ενν. την Παναγία) και την ομολογούσι| Παρθένον και αμόλυντον και την επροσκυνούσι,| βέβαια, ως φιλόστοργος, θέλει τους βοηθήσει| σ’ εκείνην, λέγω, την φρικτήν την του υιού της κρίση Διακρούσ. 11627· (έναρθρ. προκ. για το «Πιστεύω εις ένα Θεόν», το Σύμβολο της Πίστεως (βλ. TLG, 4. αι.· πβ. το Πιστεύω σήμ.): Περί το Πιστεύω εις ένα Θεόν, πότε εγίνη Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 1384 ρμγ́ 1. 5) Νομίζω, θεωρώ, εκτιμώ: Τι τούτο; ζεις, Καλλίμαχε, και ουκ εφανερώθης;| Επίβουλον επίστευσα πάντως το πράγμαν τούτο.| Και πώς ανέζησεν νεκρός εις τον καιρόν ετούτον; Καλλίμ. 1798· πιστεύγ’ ο πόθος το ’πεψεν (ενν. τ’ αδόνιν) σ’ αυτόν μου| διά να μηδέν σιγήσει το λαμπρόν μου Κυπρ. ερωτ. 2417· ως πάντας δε τους προς εμέ ελθόντας επληττόμην (παραλ. 1 στ.), και είδον τούτους επί γην πεσόντας παραχρήμα,| εκ των αυτών εγνώρισαν όστις εξ έργων ήμην,| φυγῄ μόνον επίστευον τυχείν της σωτηρίας,| αλλά και φεύγειν θέλοντες, έφθανον τούτους τάχος Διγ. Z 3513. 6) Ελπίζω, εύχομαι: Ο μάστορας ο ζαριστής πιστεύγει να εβγατίσει,| και με το κέρδος το κακόν ελπίζει να πλουτίσει Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 176· Λοιπόν πιστεύγω μεν έναι τόσον σκλερή καρδιά σου Κυπρ. ερωτ. 11313. 7) α) Πείθομαι, ακολουθώ: εσηκώθη ο Ιούδας ο Γαλιλαίος εις τες ημέρες της απογραφής και έσυρε λαόν αρκετόν οπίσω του· και εχαλάσθη και εκείνος, και όλοι όσοι τον επίστευαν εσκορπίσθηκαν Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πράξ. έ 37· β) πείθομαι, υπακούω: εστάθη ο Παύλος εις την μέσην τους και είπεν: «Ω άνδρες, έπρεπε να με πιστεύσετε, να μην σηκωθείτε από την Κρήτην ...» Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πράξ. κζ́ 21. 8) Κρίνω, χαρακτηρίζω: ΡΟΔΟΔΑΦΝΗ: Μάνα, δε θα σου τ’ αρνηθώ, εγώ είχ’ αποφασίσει| λεύτερη να ’χω και λυτή την εδική μου ζήση (παραλ. 4 στ.). ΑΝΝΑΖΙΑ: Πιστεύγω σου, σαν κοπελιάς, απού δεν είχες μάθει| πόσο βαρά είναι η ζήση μας και πόσα σέρνει πάθη Ροδολ. (Αποσκ.) Β́ 331. 9) (Σε παροιμ. βλ. Πολ. Ν., BZ 7, 1898, 146· βλ. και ά. νηστικός 2) κατανοώ, συμμερίζομαι: Λόγος, αλήθεια, φέρεται δημοτικός, αρχαίος:| Οπού έχει αμέριμνον ψυχήν, οπού ένι χορτασμένος| ποτέ ου πιστεύει νηστικόν, ποτέ ου ψυχοπονάται Γλυκά, Στ. 118. II. Μέσ. 1) α) Πιστεύω κ.: Ο Αλέξανδρος επιστεύθην τους λόγους του (ενν. του Ευαήθ) και υπάγει προς το νησίν και ηύρε χαλκωματέινον τον πύργον ... Και επερπάτησε το γύρον και μέσα ουδέν ετόλμησε να κοιτάξει Διήγ. Αλ. E (Konst.) 4525· β) πιστεύω, νομίζω (ότι ...): ηύρηκεν (ενν. η Χρυσάντζα) ...| το πλέον του τρανόπουλον παιδίον του Βελθάνδρου (παραλ. 2 στ.)· νομίζων ότι ο Βέλθανδρος ην ο αποθαμένος,| διότι και το ρούχον του μετά σπαθίν Βελθάνδρου| κἀκεί ταύτα ευρέθησαν όπου νεκρός εκείτο.| Πιάνει, σύρει, θεωρεί, κατασκοπά το σώμα,| πιστεύεται, ως το δοκούν, Βέλθανδρος ην ο νέκυς Βέλθ. 1153. 2) α) Έχω εμπιστοσύνη σε κάπ. ή κ., εμπιστεύομαι κάπ. ή κ.: αν γαρ ουκ έχεις ... αγάπην ως αρμόζει,| ξένος ου μη σε πιστευθεί να φιλευθεί μετά σου Σπαν. (Μαυρ.) P 49· με τα ποδάρια μου, εις τα οποία ύστερα από τον Θεόν επιστεύθηκα, παρ’ ελπίδα εγλύτωσα και ήλθα προς του λόγου σας Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 120· β) νιώθω εμπιστοσύνη (ώστε να κάνω κ.): εκράτησεν (ενν. ο σουλτάνος) τον μαντατοφόρον και όρισεν ... να κρατήσουν το κάτεργον. Ειδέ ο καραβοκύρης ήτον φρένιμος και δεν επιστεύθην να μπει εις τον λιμνιώναν (εκδ. λιμιώναν), αμμ’ έστεκεν έξω εγδέχοντα τον μαντατοφόρον να έλθει Μαχ. 16424· γ) εμπιστεύομαι κ. σε κάπ.: Υιέ μου, αν σε πιστευθεί κανείς τι εκ το ιδικόν του,| και φας το και ξοδιάσεις το και το καταμιτώσεις,| και έλθει και ζητήσει το και ουκ έχεις να το δώσεις,| ευρίσκεσ’ ανυπόληπτος και χάνεις την τιμήν σου Σπαν. (Μαυρ.) P 431· (προκ. συν. για μυστικό): Ει τις σου ’πει μυστήριον και πιστευθεί σου λόγον,| μη τον φαυλίσεις πούποτις και μη το φανερώσεις,| και κρίνεσ’ ανυπόληπτος Σπαν. (Μαυρ.) P 132· εις όρκον την εσέβασεν (ενν. η Χρυσάντζα την Φαιδροκάζαν) είτι και αν την είπει| μη έβγει από το στόμαν της μέχρι και τελευτήν της,| κι εκείνον που της πιστευθεί να το ’χει διά μυστήριον Βέλθ. 892· Της γυναικός σου μηδέν πιστεύεσαι ποτέ σου μυστικά πράγματα, διότις πάντα πολεμά να σε αφεντέψει Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Γ́ 8517· δ) (απρόσ.) (γίνεται κάπ. άξιος εμπιστοσύνης,) ανατίθεται σε κάπ. να κάνει κ.: Θεοφίλῳ μεν τῳ Παλαιολόγῳ, ανδρί εμπείρῳ πάσης πραγματείας και της ελληνικής παιδείας τε και μαθηματικής εις άκρον γευσαμένῳ επιστεύθη φυλάττειν κατά τα μέρη της πύλης της λεγομένης Σηλυβρίας Ψευδο-Σφρ. 39634. Το έναρθρ. απαρέμφ. ως ουσ. (η χρ. ήδη αρχ.) = η (θρησκευτική) πίστη (η σημασ. ήδη μτγν.): έν μόνον εστί το καλόν· ψυxής η σωτηρία| και το πιστεύειν εις αυτόν τον ποιητήν και κτίστην| και αγαπάν πάλιν αυτόν εξ όλης της καρδίας Διήγ. πόλ. Θεοδ. 147. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = 1) πιστευτός, αξιόπιστος: ... ψευδομάρτυρας, οπού ουδέν εντέχουνται να ένι πιστευμένοι εις την αυλήν Ασσίζ. 10127. 2) Πιστός, λάτρης: ο Δέκιος Ούαρος, ... κριτής όλης της Βιθυνίας, άνθρωπος διεστραμμένος και πολλά πιστεμένος εις τα είδωλα Ροδινός (Βαλ.) 228. 3) πιστός, έμπιστος, αφοσιωμένος: αυτός ο Καίσαρας τον έχει πιστεμένον| σαν αδελφόν εγκάρδιον τον έχ’ ηγαπημένον Σταυριν. 1049. — Βλ. και εμπιστεύω.
πιστός,- επίθ., Διάτ. Κυπρ. 50628, Ασσίζ. 981, 13013, 1385, Βέλθ. 859, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 342, Διήγ. πόλ. Θεοδ. 9, 10, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 548, Αχιλλ. L 790, Αχιλλ. (Smith) N 436, 445, Διήγ. Βελ. χ 46, 56, Μαχ. 6449, Σφρ., Χρον. (Maisano) 106, 6224‑5, Διήγ. Βελ. N2 62, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 103, Κορων., Μπούας 13, 40, Πένθ. θαν.2 600, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 232, Μαλαξός, Νομοκ. 477, Ιστ. πατρ. 12112, Πανώρ. Δ́ 257, Έ 418, Ιντ. κρ. θεάτρ. Ά 216, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ 707, Εις Θεοτ. 101, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [559], Λίμπον. 507, Διακρούσ. 9226, 1191, Τζάνε Εμμ., Μοιρολ. 13914, κ.α.
Το αρχ. επίθ. πιστός. Η λ. και σήμ.
1) Έμπιστος, αφοσιωμένος: Σταυριν. 1296, Έκθ. χρον. 5812, Κορων., Μπούας 59, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 897. 2) Αξιόπιστος, βέβαιος· έγκυρος: Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 34r, 133v, Zygomalas, Synopsis 230 M 14. 3) Γνήσιος, αυθεντικός: Zygomalas, Synopsis 268 Π 57. 4) Νόμιμος· επίσημος: να με επήρες αληθώς γυνήν σου πιστοτάτην Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 387. 5) Σταθερός, ακλόνητος: παρακαλεί τον θλιβερά, μυριοπαρακαλεί τον| να κρατεί την αγάπην του προς αυτήν πιστοτάτην Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 5788. 6) α) Έντιμος, δίκαιος: εις τον φούντικαν εντέχεται να έχει ς́ πιστούς ανθρώπους κριτάδες ... και ούτοι οι ς́ ένι κρατημένοι να κρίνουν πάντα τα εγκλήματα Ασσίζ. 23325‑6· εις τον φούντικα εντέχεται να έχει ένα εμπαλήν πιστόν άνθρωπον και καλής ακοής Ασσίζ. 4837· Τοιούτοι άνθρωποι και τοιούτοι μάρτυρες ημπορούσιν καλά να φέρουν μαρτυρίαν με τοιούτον, να ένι πιστοί και δίκαιοι άνθρωποι του νόμου Ασσίζ. 1002· β) συνετός, φρόνιμος: «Καλώς έφης, ω δέσποτα», ο Ερκουλεύς αντέφη·| «πιστότατα βουλεύματα και δίκαια μας δίδεις ...» Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 860. 7) Που έχει θρησκευτική πίστη, ευσεβής: να γένει και ομόνοια εφ’ όλην οικουμένην,| οπού οικούν χριστιανοί, πιστοί, βεβαπτισμένοι,| και να σηκώσουν τον σταυρόν και κατ’ εχθρών να πάσι Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 829· συμπάθησέ τον (ενν. συ, Χριστέ τον υιό του Γεωργηλά) τώρα,| ως του πιστού σου του ληστού που σώθηκεν εις ώρα Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 839· Ο άρχων της χώρας ... εντέχεται τοιούτον άνθρωπον να βάλλει εμπαλήν εις την χώραν του, να αγαπά τον Θεόν και να ένι πιστός του Θεού και δίκαιος Ασσίζ. 2619‑20. Το αρσ. ως ουσ. = 1) Άνθρωπος εμπιστοσύνης: Τον γραν-μαΐστρο μονσινιόρ ο Φράντζας στρατηγόν του| εποίκε στα φουσσάτα του, ως φίλον και πιστόν του Κορων., Μπούας 69. 2) Υποτακτικός, υπηρέτης: του Χαμ (ενν. οι υιοί) όρισε (ενν. ο Θεός) ότι να δουλεύουν την γην και να είναι υποτασσόμενοι και δούλοι των άλλων (ενν. του Σημ και του Ιάφεθ) και να είναι πιστοί αυτών Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 102v. 3) Χριστιανός: Ιωάννου του Χρυσοστόμου, εκ ποίων σημείων γιγνώσκεται ο πιστός Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 489· Αυτείνη λοιπόν η σκοτεινάγρα επλάκωσε την Ινδίαν, και τους μεν πιστούς εδίωχναν πανταχόθεν, οι δε ασεβείς ηύξανον και εδυναμώνουνταν Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 3238· Άκουες ύμνους, ψαλμωδιές και γλυκομελωδίες| και των πιστών τες προσευχές, ιερέων ακολουθίες Σκλέντζα, Ποιήμ. 1192.
?πουνιά·- Τζάνε Εμμ., Μοιρολ. 1402, πιθ. εσφαλμ. γρ.· για προτεινόμενες διορθώσεις βλ. Ξανθ., Μελετ. 248.
Χαράτσι όταν δεν έχουσι να πληρώσουν,| τα πουνιά παιδιά τους θέλουν να δώσουν,| κι ωσάν τ’ αρνιά τα σέρνουν, κι άλλ’ ακλουθούσιν,| κι έρχονται στο παζάρι και τα πωλούσιν
πρήσκω,- Σταφ., Ιατροσ. 5127, Ορνεοσ. αγρ. 54529, 55015, 5517, Βέλθ. 1130, 1220, Χρον. Μορ. H 6049, Ιατροσ. κώδ. σϞς́, υϞζ́, χλδ́, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 246, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 81, Μαχ. 3426, Πεντ. Αρ. V 21, 22, Ιστ. πατρ. 1213, Πωρικ. (Winterwerb) I 140 κριτ. υπ., Κατζ. Έ 248, Ιστ. Βλαχ. 931, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 179, 183, Διήγ. πανωφ. 59, Διήγ. ωραιότ. 820, Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 526, Έ 260, Ροδινός (Βαλ.) 99, 128 δις, Διακρούσ. 6827, 8925, 9013, Τζάνε Εμμ., Μοιρολ. 13811, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πράξ. κή 6· πρήσκουμαι, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 9622.
Από το αρχ. πρήθω. Ο τ. και σήμ. ιδιωμ. (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. πρήσκομαι, Ζώη, Λεξ. Ζακ.2 Β′, Δουγά-Παπαδ.-Τζιτζιλής, Γλωσσ. ιδίωμ. ορ. Πιερίας, λ. πρήσκουμι, Βλαστού, Συνών.2). Η λ. τον 9. αι. (TLG), στο Βλάχ. (λ. πρίσκω και πρίσκωμαι) και πολλ. ιδιωμ. (Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ., Χατζ., Λεξ., Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ., Βογιατζ., Γλώσσα Άνδρ. Γ́ 25 κ.α.· το μέσ. Παπαδ. Α., Λεξ., λ. πρήζω, Παγκ., Ιδίωμ. Κρ.2 Δ́ 577, λ. πρήστομαι, Κωστ., Λεξ. τσακων., λ. πρηζόμνε, Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., Σακ., Κυπρ. Β́ 762, Μηνάς, Λεξ. ιδιωμ. Καρπάθου, Μιχαλαριά-Βογιατζή, Λεξ. Σύμης, λ. πρήσκομαι)· βλ. και LBG.
I. (Ενεργ., μτβ.) α) Κάνω κ. να φουσκώσει, να διογκωθεί· προκαλώ οίδημα ή φούσκωμα: πρήσκει (ενν. το παλαιόν τυρί) το σκώτι Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 189· φρ. πρήσκω τη χολή μου (πβ. νεοελλ. φρ. πρήζω το συκώτι κάπ.) = στενοχωριέμαι, βασανίζομαι: Πρικαίνεται και δέρνεται, κλαίγει και αναδακρώνει,| και μόνο με τη μάνα τση ολημερνίς μαλώνει ... και τη χολή τση πρήσκει Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 85· β) γεμίζω (την κοιλιά) με φαγητό, τρώω μέχρι να φουσκώσω: ηύρες, κακορίζικε (ενν. κόρακα), τα ψοφισμένα ζώα,| τα βρομισμένα τα κτηνά κι έπρηξες την κοιλίαν σου Πουλολ. (Τσαβαρή)2 AZ 16· Καλ’ άμε εις το δαίμονα και λείψε από κοντά μου,| κι εγώ με τ’ αργομέντο σου δεν πρήσκω την κοιλιά μου·| κι α θες να μπεις στο σπίτι μου, χρειά ’ναι να λογιάσεις| κατσίκια, γουρουνόπουλα, καπόνους ν’ αγοράσεις Κατζ. Έ 392. II. Μέσ. α) Εμφανίζω οίδημα: Όταν πρηστεί η γλώσσα Ιατροσ. κώδ. φιά· όνταν αυτός (ενν. ο γάδαρος) μ’ εκτύπησε την κοπανιά εκείνη,| επρήστη το κεφάλι μου κι ωσάν ασκί εγίνη Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 498· και ... αν εμαγαρίστην και επαρακάμμυσεν παρακάμμυσμα εις τον άντρα της και να έρτουν εις αυτήν τα νερά τα καταραμένα ... και να πρηστεί η κοιλιά της ... και να είναι η γεναίκα για κατάρα μεσοθιό τον λαό της Πεντ. Αρ. V 27· β) φουσκώνω (από φαγητό): και με τον άρτον τον ξηρόν, το δόλιον το αγιοζούμιν| διαβάζω την ημέραν μου ...| και πίνω και το γάρισμαν ...| και πρήσκεται η κοιλία μου Προδρ. (Eideneier) IV 248· γ) αυξάνομαι σε όγκο: όσον ψυχραίνει ο καιρός, τόσον αναδίδει το λάδι του σπόρου και πρήσκεται Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 144· δ) (μεταφ.) φουσκώνω από αλαζονεία: ο άνθρωπος οπού άλλο δεν είναι, μόνο γη και σκόνις, σηκώνεται, υψώνεται και πρήσκεται με αυτό το πάθος της υπερηφανείας Ροδινός (Βαλ.) 122. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = διογκωμένος, φουσκωμένος: ο θάνατος μετά σπουδής, βλέπετε, μας πετρώνει, (παραλ. 14 στ.) τα πρόσωπά μας γίνονται πρασινομαυρισμένα,| και τα κορμιά τα δολερά ωσάν ασκιά πρησμένα Πένθ. θαν.2 52.
πτωχαίνω,- Σπαν. A 498, Ασσίζ. 1229, Σαχλ. N 213, 381, Σαχλ. Α′ (Wagn.) M 357, Χρον. Τόκκων 409, 3715, Μαχ. 6525, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 91, Συναξ. γυν. 872, 1094, Χρον. σουλτ. 2615, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά 422, Ιστ. Βλαχ. 2099, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 564, 1682 ρά 5, Λεηλ. Παροικ. 603, Τζάνε Εμμ., Μοιρολ. 13919· επτωχαίνω, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 26v, 41r, 69r, 74r, 107v,169v, 170r· ?επτωχάνω, Σαχλ. N 114· φτωχαίνω, Πεντ. Λευιτ. XXV 25, 35, 47, Χρον. σουλτ. 5322, Πανώρ.2 Δ́ 109, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 215, Δ́ 563, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 21, 380· αόρ. επτώχανα, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 184· (ε)πτώχανα, Σπαν. (Μαυρ.) P 317, Σαχλ. N 135, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 1120· (ε)φτώχανα, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 124 (έκδ. πτωχάνει· διόρθ. Ξανθ., Βυζαντίς 1, 1909, 346), Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 145 (έκδ. πτωχάνει· διόρθ. Ξανθ., ό.π. 347), Σαχλ., Αφήγ. 83 (έκδ. πτώχαινα· διόρθ. Ξανθ., ό.π. 361), Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 197 χφ A κριτ. υπ.
Από το επίθ. πτωχός και την κατάλ. -αίνω. Ο τ. φτωχαίνω στο Βλάχ. και σήμ. Τ. εφτε#20ύνω (Τσοπουρίδης, Λεξ. ποντ. 346, λ. φτωχαίνω) και εφτωχαίνω καθώς και ο αόρ. εφτώχανα (και στο Somav., λ. φτωχαίνω) και σήμ. στο ποντ. ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. φτωχαίνω). Η λ. στο Somav. (λ. φτωχαίνω) και σήμ. λόγ. (Μπαμπιν., Λεξ., λ. φτωχαίνω).
Ά (Μτβ.) κάνω κάπ. φτωχό: η ακαμασία πολλούς ανθρώπους εχάλασεν, πολλούς επτώχυνεν Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 107r· (σε παροιμ. χρ.· βλ. Septuaginta, Od. 3.7.1, TLG): Αυτός γαρ (ενν. ο Θεός), ..., είναι οπού πλουτίζει και οπού πτωχαίνει, αυτός είναι οπού θανατώνει και οπού ζωογονεί Πηγά Μ., Περί σοφ. 683· (μεταφ.): Οϊμέναν, Ερωφίλη μου, τον Άδη πώς πλουταίνεις| με τσ’ ομορφιές σου τσι πολλές κι όλη τη γη φτωχαίνεις! Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 574. Β́ Αμτβ. 1) Γίνομαι φτωχός: Ήλθε δύστυχος ο χρόνος| και κουρσεύτηκεν η χώρα| όπου ’τον ο γεροντάκης,| πτώχυναν και τα παιδιά του| και επένετον ο γέρων Πτωχολ. A 9· (σε παροιμ. χρ., βλ. παραπάνω Ά): αν είναι κι εφτωχύνασι, κι άλλος πολλά πλουτίζει,| έτσ’ αποφάσισε ο Θεός απ’ όλους μάς ορίζει Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1461· (σε παροιμ. χρ. για τις μεταπτώσεις στον ανθρώπινο βίο· βλ. και ά. πτωχεία 1α): είδα πτωχόν κι επλούτυνε και πλούσο να πτωχάνει Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 197· (μεταφ.): την πτωχείαν της ανθρωπίνης φύσεως απού επτώχανεν απού τον πλούτον της χάριτος του Θεού με το σφάλμα της παρακοής, αυτούς να χορτάσω τον άρτον τον εκ του ουρανού καταβάντα, ήγουν την αγίαν κοινωνίαν Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 455. 2) Αδυνατίζω, ισχναίνω: Εις πτωχάναντα (ενν. κύνα) ει παχύναι θέλεις Κυνοσ. 5948.
ρεάλι- το, Σουμμ., Ρεμπελ. 167, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 437, 454, 471, Στάθ. (Martini) Β́ 167, Διαθ. 17. αι. 1037, 45, 46, 47, 91, 112, 115, 119, 120, 126, Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 339, Δ́ 111, 385, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2981· εργιάλι· ργιάλι, Πτωχολ. B 109 κριτ. υπ.· ρεάλι(ν), Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 626· ριάλι, Σουμμ., Ρεμπελ. 171, Πτωχολ. B 87, 109, Τζάνε Εμμ., Μοιρολ. 1406.
Από το ισπ. real (Κριαρ., Λεξ., λ. ρεάλ, ΛΚΝ, Μπαμπιν., Λεξ.). Ο τ. ργιάλι από το τουρκ. riyal (Karanastassis [Συναδ., Χρον.-Διδαχ. σ. 393]· βλ. όμως και Τριαντ., Άπ. 1, 333). Ο τ. ριάλι με τροπή του ‑ε‑ σε ‑ι‑ (βλ. Ανδρ., Ελλην. 29, 1976, 219) στο Κατσαΐτ., Ιφ. Έ 1036, σε έγγρ. του 18. (Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 8, 1958, 156, 157, Σκοπετέας, ΕΑΙΕΔ 3, 1950, 82, 90, 94, κ.α.) και 19. αι. (Φουρίκης, Λαογρ. 9, 1926-28, 558), καθώς και σήμ. (Κριαρ., Λεξ., Μπαμπιν., Λεξ., λ. ρεάλι). Τ. ράλι σε έγγρ. του 17. αι. (Αβούρης, Κρ. Χρ. 25, 1973, 220). Η λ. σε έγγρ. του 18. αι. (Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 27, 1984, 382, Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 8, 1958,154, 155, Βαγιακ., ΕΑΙΕΔ 6, 1955, 81, Αλιπράντης, Αθ. 75, 1974-5, 118) και σήμ.
α) Ασημένιο ισπανικό νόμισμα που κυκλοφορούσε στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου και ισοδυναμούσε με 120 άσπρα, και το οποίο αργότερα ταυτίστηκε με το τουρκικό γρόσι που είχε την ίδια αξία (για το πράγμα βλ. Ξανθ. [Κρ. συμβόλ. σ. 348], Κεχ. [Πτωχολ. A σ. 474-5]· πβ. και Somav., λ. μονέδα): Στην θάλασσαν περιπατώ κι εις άξια περιγιάλια| για τα πολλά καλότατα της Ισπανίας ριάλια Προσοψάς, Δράμα γενν. Τυφλού 48· ͵ζρμθ́ Ιανουαρίῳ, ο βεζίρης ο Μουσταφά πασιάς άλλαξεν τα άσπρα, και το εργιάλι ήτον ρκ́ (ενν. άσπρα) και το έκαμεν π́ Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 73v· Παιδιά κι α θα βαφτίσουσι, τυχαίνει να γραφτούσι,| κι α θέλου να στεφανωθού, κι α λάχει να θαφτούσι,| θέλημα θέλου να ’χουσι (ενν. οι Τούρκοι), ριάλια να μετρούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 23120· β) (συνεκδ., στον πληθ.) χρήματα, χρηματική περιουσία: Μ’ απής εφτάξασιν εκεί, τονε ρωτούν αν έχει| ρεάλια να ’ξαγοραστεί, στη Σούδα γή αν κατέχει Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 4302· και φεύγομεν και πηαίνομεν μέσα στην Βενετίαν| και με τα ρεάλια οπού έχομεν, πάντα καλήν καρδίαν Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 456.
σήπω — σαπαίνω,- Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 10216, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 434, Λέοντ., Αίν. Ι 6, Λαυρ., Οπτασία Λ. 376· σέπομαι, Ασσίζ. 17818, 18211, Ιατροσ. κώδ. ͵αιγ́, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. Ι 1216, Συναξ. γυν. 101, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 236v, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 12726‑27, 1298, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 133, 151· υποτ. παθητ. αορ. (να) σαπηθώ, Μορεζ., Κλίνη φ. 80v· γ́ εν. υποτ. παθητ. αορ. (να) σάπει, Ch. pop. 259· μτχ. παρκ. σαπημένος, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 444, Gesprächb. 426, 11011, Χούμνου, Κοσμογ. 494, 1780, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 8215, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 130, Μορεζ., Κλίνη φ. 83r Πιστ. βοσκ. ΙΙ 8, 40, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 5440, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [1303], Φορτουν. (Vinc.) Β́ 494, Λεηλ. Παροικ. 659, Τζάνε Εμμ., Μοιρολ. 1386, Βίος Αισώπ. (Eideneier) K 1527, Ι 26931· σεσαπημένος, Ιστ. πατρ. 1949‑10· σεσηπωμένος, Γιατροσ. Ιβ. 22.
Το αρχ. σήπω. Η λ. σαπαίνω από τον αόρ. εσάπησα (<γ́ πληθ. εσάπησαν του σήπω) αναλογ. προς ρ. σε ‑αίνω (βλ. Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ.). Αόρ. εσάπηκα (Σκουβαρά, Ολυμπιώτ. 510· πβ. Ανδρ., Λεξ. λ. ‑ηκα) και εσαπήθην (Έγγρ. Σαντορ. 3891) σε έγγρ. του 18. αι. Η μτχ. σαπημένος στο Βλάχ. και σήμ. ιδιωμ. (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. σαπαίνω, Μιχαλαριά-Βογιατζή, Λεξ. Σύμης). Τ. σέπω σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex., λ. σήπω). Ο τ. σέπομαι (<σήπομαι, βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 567) και σήμ. Το μέσ. σήπομαι και σήμ. λόγ. Η λ. σαπαίνω στο Βλάχ. (όπου και μέσ. σαπαίνομαι) και σήμ. ιδιωμ. (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., Κουβέλης, Λεξιλόγιο Ξηρομέρου, Μπασέα-Μπεζαντάκου, ΛΔ 15, 1985, 139, Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ.).
Ά́ (Μτβ) κάνω κάπ./κ. να αποσυντεθεί, να σαπίσει: Μα εγώ δεν έχω πλέον ελπίδα της υγείας μου, διότις όλον με έχει η λέπρα σαπημένον Μορεζ., Κλίνη φ. 80r. Β́ (Αμτβ.) α) (για πτώμα) αποσυντίθεμαι, σαπίζω· αφού αποθάνεις και σαπείς, πότε να εξαναζήσεις; Γλυκά, Στ. 221· ο υιός μας δεν απέθανεν, ουδέ αφανίσθη ουδέ εσάπη εις τον τάφον, ... αμή ζει και είναι εις τον τόπον οπού έχει μεγάλην χαράν και ευφροσύνην Λαυρ., Οπτασία Σ. 106· Και … μεν το σώμα το πλασθέν από της γης, χωρισθείσης της ψυχής, υποστρέφει εις την γην, από την οποίαν έγινεν, και σαπαίνεται και γίνεται χώμα· η δε ψυχή, καθώς είναι αθάνατος, πορεύεται όπου την θέλει προστάξει εκείνος οπού την ήκτισεν Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 5428· Ειδέ και το ακάθαρτον εκείνον ζώον σεσαπῄ μέσα εις το αγγείον και κάμει και σκώληκας, ό,τι αν είδος έχει αυτό το αγγείον, να το ρίχνουν εις ένα μέρος να μηδέν φαγωθεί Μαλαξός, Νομοκ. 455· β) καταστρέφομαι, φθείρομαι, χαλάω: Μετά μολύβδου έξωθεν (ενν. η τούρλα του ναού) είναι εσκεπασμένη,| φυλάττεται από βροχήν, όπως να μη σαπαίνει Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 94. Εάν γίνεται από ριζικού ότι έναν μου αμάλωτον ένι αστενής απού κοιλιακόν, και είς γιατρός … δίδει του βοτάνια προφορητικά ού πράγματα θερμά διά τα ποία το συκώτιν του σέπεται ... το δίκαιον κρίνει και κελεύει ότι αυτός ο γιατρός ένι κρατούμενος εναντίον του σκλάβου μου Ασσίζ. 43417· Ειδέ πάλιν και θέλεις να φυλάξεις τα αγγούρια πολύν καιρόν να μη σαπηθούσι, κάμε λάκκον εις τόπον, οπού να μη δίδει ο ήλιος, βάλε τα μέσα και βάλε τους καμπόσην άμμον και αποπάνω τα σκέπασε με ξηρόν χορτάριον Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 210· πολλά σταφύλια εσαπήθηκαν από την πολλήν βροχήν και ο χειμώνας έγινεν πολλά αχαμνός, αμή τον Μάρτιον και τον Απρίλιον μήνα πάλιν πολύ κρύωμα με χιόνι έκαμεν Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 81v· (μεταφ.): Αφού γηράσεις και σαπῄς, πότε να γίνεις νέος; Γλυκά, Στ. 220· εάν κάμετε ούτως, θέλετε φορέσει παρά Θεού τον αμαράντινον της δόξης στέφανον … Αμαράντινος λέγεται, οπού ποτέ δεν σέπεται, να χαλάσει, μόνον πάντοτε ανθεί και βλαστάνει Μαλαξός, Νομοκ. 111· Οι μτχ. παρκ. σαπημένος, σεσαπημένος ως επίθ. = 1) Σάπιος, που βρίσκεται σε κατάσταση αποσύνθεσης: Τότε ευθύς το πρόβατον ταύτα απιλογήθη:| «Ω μιαρέ σκατόχοιρε, βορβοροκυλισμένε| που τρώγεις πάντα τα κακά και άχρηστα του κόσμου,| σκουλήκια και κόπρια, κρέατα ψοφισμένα| οφίδια και ερπετά και σαπημένα κρέη …» Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 439· εκήρυττον (δηλ. οι αιρετικοί επίσκοποι Γάιος και Θεόδωρος) … πως οι απεθαμένοι πλέον δεν ανασταίνονται, επειδή ήτον αδύνατον (κατά την μιαράν αυτών γνώμην τουτέστιν) σαπημένον σώμα, και χώμα γενόμενον, να ανασταθεί ως το πρότερον Αγαπ., Καλοκ. 340. 2) Φθαρμένος, σαθρός: τα γεροντικά σώματα, κυρ Αλέξανδρε, παθαίνουσιν εύκολα από πάσαν αφορμήν, ή, να ειπώ με ολίγον παράδειγμα, το νέον ρούχον, αν το πιάσει η βάτος ή ο παλίουρος, δεν ημπορούν να το χαλάσουν τόσον ... αμή, αν πιάσουσι σαπημένον παλαιόρουχον, περισσότερον κρατούσι παρά όπου αφήνουσιν Ευγ. Γιαννούλη, Επιστ. 5825· Μόνον έστοντας (ενν. ο Φώτιος) ωσάν εις αμμουδερό και σαπημένο θεμέλιο, θέλω να ειπώ την κοσμικήν σοφίαν και κενοδοξίαν, ... εσίμωσεν εις την υπερηφανείαν οπού είναι του Θεού εχθρά, από την οποίαν έμαθε κάθε λογής κακοσύνην και πάσαν υπόθεσιν των σκανδάλων Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 767. 3) Άρρωστος, νοσηρός: Και ανίσως και συνευρεθεί η γυναίκα μετά του ανδρός αυτής εις τα εμμήνια αυτής ... γίνεται το βρέφος σεσαπημένον ... Και ωσάν γεννηθεί γίνεται λωβόν ή λεπρόν ή άλλη ασθένεια έχει εις το κορμί του Γιατροσ. Ιβ. 22· (εδώ μεταφ.): και να μην τύχει κανένα καιρόν διαμέσου του μέλους ετούτου του σαπημένου και ανιατρεύτου κινδυνεύσει το επίλοιπον όλον κορμί της Εκκλησίας και το όνομα του Θεού να βλασφημάται Χριστ. διδασκ. 418. — Βλ. και σαπίζω, σαπήνω.
σκλαβώνω,- Επιστ. Μουρ. Β´ 58 Α, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 4671, Κορων., Μπούας 10, 68, Ιστ. Βατοπ. 38, Κώδ. Χρονογρ. 6117‑8, Χρον. σουλτ. 6038, Ανων., Ιστ. σημ. ρμα΄, Μορεζ., Κλίνη φ. 32r, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Χορ. β́ 512, Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ́ 76, Παλαμήδ., Βοηβ. 82, Σταυριν. 306, Ιστ. Βλαχ. 558, 818, Διγ. Άνδρ. 32713, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 3026, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά́ 99, Β́ 226, Στάθ. (Martini) Β́ 177, Γ́ 335, Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 258, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [1308], Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 87, Φορτουν. (Vinc.) Β́ 204, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 249, Λεηλ. Παροικ. 4, 240, Διγ. Ο 348, 1173, Διακρούσ. (Κακλ.) 319, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 18714, 20018, Τζάνε, Φιλον. 5835, Τζάνε Εμμ., Μοιρολ. 13930, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 2098, 2293, κ.π.α.· σκλαβώννω, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 103, 521, 657, Θρ. Κύπρ. Μ 360, Κυπρ. ερωτ. 445, 885.
Από το ουσ. σκλάβος και την κατάλ. ‑ώνω. Ο τ. και σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα με διαφορ. σημασ. (Σακ., Κυπρ. Β́ 787, λ. σκλαβόννω, Φαρμακ., Γλωσσάρ. 430-1). Η λ. το 15. αι. (LBG), στο Meursius (λ. σκλαβόννειν), στον Κατσαΐτ., Κλ. Β́ 552 και σήμ.
1) α) Υποδουλώνω, αιχμαλωτίζω: πολλούς Αλβανίτες έκοψε (ενν. ο Τουραχάν μπέης) και πολλούς εσκλάβωσε Χρον. σουλτ. 6613· σύρε γλήγορα και σέβα στην Βλαχία| και κούρσεψε και σκλάβωσε μάννες με τα παιδία| και αυτόν πιάσ’ τον ζωντανόν και φέρε τον δεμένον Σταυριν. 216· Η καύχηση των Κρητικών έπεσε κι εσκλαβώθη,| π’ ολπίζαν να λευτερωθεί κι εκείνη επαραδόθη| στα χέρια των γιανίτσαρων Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 56517· (σε προσωποπ.): Τα τέσσαρα πατριαρχειά όλα σε προσκυνούσαν (ενν. εσέ, Πόλη),| να ’χουν Ρωμαίον βασιλέ και σε βασιλοπούλαν (παραλ. 1 στ.). Μα τώρα εσκλαβώθηκες, οίμοι, εγίνης δούλη! Θρ. Κων/π. Β 31· (εδώ μεταφ.): ω γλυκέα μου μήτερ, ειπέ με το γλήγορα τι σε εσκλάβωσεν, και να δώσω πολλές τιμές να σε εξαγοράσω ... Ω τάφε πανδεινότατε, ποίον καλόν μού κρύπτεις! ... Ήρπασες την μητέρα, οπού με έθρεψεν! Διγ. Άνδρ. 40411· Ω Δέσποινα και Κυρία του κόσμου, πρόφθασον και λύτρωσέ με από τας χείρας του διαβόλου, ξεσκλάβωσέ με, μεσίτρια των αμαρτωλών, από τον πονηρόν δαίμονα απού είμαι σκλαβωμένος Μορεζ., Κλίνη φ. 115r· (μεταφ. προκ. για ερωτικό πάθος): Ποιος, ’ς τσι πολέμους δυνατός στον κόσμο γνωρισμένος,| ’ς τσ’ αγάπης τα μπερδέματα βρίσκεται σκλαβωμένος! Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 108· Τούτα τα λόγια τα γλυκιά …| … πλιότερα στον πόθο με σκλαβώνου Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Ά́ 110· β) υποχρεώνω σε καταβολή φόρου υποτέλειας (για τη σημασ. βλ. και Κεχαγιόγλου [Βουστρ. σ. 488]): ο ρε Τζενίος εσκλάβωσεν την Κύπρον να δίδει κάθα χρόνον οχτώ χιλιάδες δουκάτα Βουστρ. (Κεχ.) 13618. 2) (Μεταφ.) α) με την ευεργετική μου συμπεριφορά κάνω κάπ. να αισθάνεται υποχρεωμένος απέναντί μου: τούτο το δοξάρι μου και σπούρδα σου χαρίζω,| για να θυμάσαι την πολλή αγάπη οπού βαστούσι| οι άνδρες οι Ζακυθηνοί οπού σ’ αναζητούσι,| γιατί μ’ αγάπη εσκλάβωσες και πλήσα δικιοσύνη| τη χώρα οπού εκυβέρνησες τούτη, με τόση ειρήνη Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 75· Στα χέρια σου αναθράφηκα κι εις τη δική σου αγκάλη,| στο σπλάχνος, στην αγάπη σου την πλήσα και μεγάλη (παραλ. 2 στ.). Με δίκιο πρέπει το λοιπό να σου ’μαι κρατημένος (παραλ. 1 στ.), … ογιατί η αναθροφή και η καλοσύνη η τόση| απού ’δειξες στου λόγου μου μ’ εθέλασι σκλαβώσει Φορτουν. (Vinc.) Έ́ 132· β) γοητεύω: με τσ’ ομορφιές σου| μ’ εσκλάβωσες, αφέντρα μου, και με τσι χάριτές σου| μ’ έδεσε η αγάπη σου τόσο σφιχτά, που πλιο μου| δίχως σου να ’χω δεν μπορώ σωστό το λογισμό μου Ιντ. κρ. θεάτρ. Γ́ 34· Ανέλπιστα δυο ’μμάτια μ’ εσκλαβώσα| μ’ έναν τους βλέμμαν όμνοστον με θάρρος Κυπρ. ερωτ. 281· εσκλάβωσές με σήμερο με την παλληκαριά σου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 2040· γ) (προκ. για γάμο) δεσμεύω κάπ. με αβάσταχτες υποχρεώσεις: μη μου ζητήξεις μοναχά, αφέντρα μου, αρρεβώνα,| διατί γυρίζω ελεύθερος και θε να με σκλαβώσεις· |έχω καλλιά συζώντανον του Χάρου να με δώσεις! Ριμ. κόρ. Α 73. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = υπόδουλος, αιχμάλωτος: κάλλιον ο τιμημένος θάνατος παρά την ζωήν την άτιμον και σκλαβωμένην Βίος Αλ.2 106· να κλαύσομεν την Πόλη,| αυτήν οπού επαίνεσεν η οικουμένη όλη,| και τώρα καταστάθηκε γυμνή και σκλαβωμένη,| εις όνειδος και γέλωτα, και καταφρονεμένη Ιστ. Βλαχ. 2393· γυναίκες ήτον πικραμένες| και στέκαν με τον Τούρκον σκλαβωμένες Τζάνε Εμμ., Μοιρολ. 13718· (μεταφ.): με έστειλε (ενν. το Πνεύμα του Κυρίου) να ευαγγελίσω τους πτωχούς, … να κηρύξω ελευθερίαν τους σκλαβωμένους και ξανάβλεψιν τους τυφλούς Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Λουκ. δ́ 18. — Βλ. και σκλαβεύω.
σκουλήκι- το, Λεξ. Μακεδ. 20, Πεντ. Δευτ. XXVIII 39, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά́ [1115], Μάξιμ., Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. ς́ 19, 20, Λουκ. ιβ́ 33· σκουλήκιν, Προδρ. (Eideneier)2 Δ́ 421 χφ H κριτ. υπ., Παράφρ. Μανασσ. 311, Φαλιέρ., Ιστ.2 604 κριτ. υπ., Ρίμ. θαν. 133, Χριστ. διδασκ. 86· σκουλήκι(ο)(ν), Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 10564, Ιατροσ. κώδ. 156 σμβ́, σμγ́, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 438, Gesprächb. 514, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 601, 604, Πικατ. (Bakk.-v. Gem.) 286, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 87V, Πηγά, Χρυσοπ. 173 (2) δις, Αλφ. (Μπουμπ.) III 34, Λαυρ., Οπτασία Σ 111, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 211, 256, Αποκ. Θεοτ. (Pern.) 247 κριτ. υπ., Τζάνε Εμμ., Μοιρολ. 13818· σκουλήκιον, Διγ. Άνδρ. 35313, Διαθ. Νίκωνος 259· σκουλούκιν, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 84, 87· σκουλούκιον, Μπερτόλδος 33· σκωλήκι, Πτωχολ. α 404, Πτωχολ. Α 168, 174· σκωλήκι(ν), Σταφ., Ιατροσ. 7198, 199, Χρον. 307, Αγαπ. Γεωπον. (Κωστούλα) 138, 152, Ροδινός (Βαλ.) 113· σκωλήκιν, Προδρ. (Eideneier)2 Δ́ 421, Ορνεοσ. 5619, 56622, 23, 56926, Πτωχολ. α 416· πληθ. σκουλήκα, Πεντ. Έξ. XVI 20.
Από το αρχ. ουσ. σκωλήκιον που απ. στον Αριστοτέλη. Για τη μετατροπή του ο σε ου βλ. Μωυσιάδης, Ετυμ. 97-105. Ο τ. σκουλούκιν (για την αφομοίωση του ι από το ου βλ. Χατζιδ. ΜΝΕ, Β́ 305 και 412) στο Meursius και σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. Β́ 789, Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. σκουλούκι(ν)). Η λ. στο Meursius (σκουλίκη) και σήμ.
1) Μικρό ζώο ασπόνδυλο, γεωσκώληκας: Κι άφησ’ αυτά και σκόπησε πώς κάμνει το μερμούγκι,| οπού ξετρέχει πουθεμπού έναι σιτάρι κούκκι| να το μαζώνει πρόθυμα με την πολυμερίαν,| και το σωρέψει, γνώρισε της φύσης πονηρίαν.| Όταν βραχεί αγωνίζεται, σκουλήκια μην το φάσι, στεγνώνει και φυλάσσει το πάλιν να μην το χάσει Δεφ., Λόγ. 219· Μη θησαυρίζετε διά του λόγου σας θησαυρούς εις την γην, οπού και σκουλήκια και σκουριά τους χαλά Πηγά, Χρυσοπ. 173 (2)· (σε παρομοίωση): Ο νους οπὄχει μέριμναν ταχέως δαπανάται| σαν το σκουλήκι, οπού τρυπά τα κόκαλα και τρώγει Διγ. Α 1812. 2) Σκουλήκι των φρούτων, κάμπια της Μεσογείου· (συνεκδ.) η ασθένεια που προκαλούν οι προνύμφες που έχουν εναποτεθεί στο φρούτο: Τας οπώρας, οπού έχουν σκουλήκια, μη τρώγεις, διατί γεννούσι θερμασίας Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 211. 3) α) Σκουλήκια πληγής, προνύμφες που τρέφονται με ιστούς: Εάν ο ιέραξ σκωλήκια ποιήσει εν τοις πτεροίς, ούτως αυτόν περιποίησον Ορνεοσ. 56623· β) τερηδόνα: Όταν έχει σκουλήκια το δόντι, έπαρε της μανδραγούρας τον καρπόν και ζύμωσέ τον με κερί και κάμε τον κερί με το φυτίλι και άναψε το κερί και ας υπάγει ο καπνός και η πυρά του κεριού μέσα εις το στόμα Γιατροσ. Ιβ. 84· γ) (προκ. για παράσιτο του στομάχου ή του εντέρου) οξυουρίαση, εντερική ελμινθική λοίμωξη που προκαλεί το παράσιτο Enterobius Vermicularis: Περί ανθρώπου οπού έχει σκουλήκι εις την κοιλίαν του Γιατροσ. Ιβ. 60· δ) προνύμφες από αβγά εντόμων που τα έχουν εναποθέσει μέσα στα αφτιά: Έπαρε τα φύλλα της κάππαρης και κοπάνισέ τα και στύψε τα και έβγαλε το ζουμί τους και ζέστανέ το ολίγον και ρίξε εις το αφτί και πέφτουν τα σκουλήκια Γιατροσ. Ιβ. 80. 4) Σκόρος: Mηδέν σμίγεσαι με γυναίκα, διότι ως γιον απού τα ρούχα γεννάται το σκουλούκιν, ίτσου από την γυναίκα γεννάται η δουλοσύνη του ανθρώπου Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 84. 5) Σαράκι: Ακομή διαβάζεται εις την Σούμαν των βιτσίων: Ίτσου ως γιον καταλύει το σκουλούκιν το ξύλον και τα ρούχα ίτσου καταλύει η ζήλα το κορμίν του ανθρώπου Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 87. 6) Έκφρ. σκουλούκιον του μεταξίου = ο μεταξοσκώληκας: ΒΑΣΙΛΕΥΣ: Ποίος είναι εκείνος οπού φυλακώνεται από λόγου του; ΜΠΕΡΤΟΛΔΟΣ: Ο βόμβυκας, ήγουν το σκουλούκιον του μεταξίου Μπερτόλδος 33. 7) Μεταφ., προκ. για τον κρυφό πόνο από έρωτα χωρίς ανταπόκριση: Ω πειρασμέ του πόθου μου και διώκτη του καλού μου| και το σκουλήκι της καρδιάς και ο ξηλωμός του νου μου,| τέτοιαν αγάπην δυνατή κι έτις εμπιστεμένη| ’ς τούτον τον κόσμον, πίστεψε, δεν έναι γεννημένη Φαλιέρ., Ιστ.2 604.
σμικτός,- επίθ., Διήγ. Αλ. V 37, Διήγ. Αλ. F (Lolos) 1427, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 35321‑22, 6934, 7314, Πιστ. βοσκ. V 6, 279, Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 504, 599, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [1113], Τζάνε Εμμ., Μοιρολ. 13916· σμιχτός, Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 147, Τζάνε, Κατάν. 8.
Από το σμίγω. Για το σύμπλεγμα κτ ως φωνητ. αρχαϊσμό βλ. Πηδώνια Κομν., Χορτάτσης 226. Ο τ. και σήμ. Η λ. σε έγγρ. του 16. αι. (Μαράς, Κατάστιχο 149 Ά́ 1094, 2256, 9), στον Κατσαΐτ., Ιφ. Ά́ 66, Θυ. Ά́ 218 και το Βλάχ. (λ. σμιμένος)· βλ. και LBG.
1) Ανακατωμένος, ανάκατος: και μετά τούτο ερρίκτασιν πίσσα με το σαπούνι| κι ασβέστη προς τους Έλληνας, σμικτά με το ρετσίνι Θησ. (Foll.) I 53· το ποτάμιν εκείνο, η Αρσία ... πάσα νύκταν επάγωνε και την ημέραν εχάλαν και έτρεχε και το βάσταμά της λιθάριν και ασβέστην εβάστα σμικτά Διήγ. Αλ. E (Lolos) 28712· όλα όνταν είναι ομάδι,| οι αίγες με τα πρόβατα σμικτά σ’ ένα κουράδι,| τσ’ αίγες απού τα πρόβατα σε μια σφυρά χωρίζει (ενν. ο βοσκός),| τα πρόβατα απού τη δεξά, τσι αίγες ζερβά γυρίζει Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 4977· (μεταφ.): είχε το πείσμα της καρδιάς σμικτό με κακοσύνη Πανώρ.2 Δ́ 342· και στέκομαι, δεν ξεύρω πώς, σ’ αγάπη κι εισέ μάχη,| και πρίκα ο νους μου και χαρά σ’ ένα καιρό σμικτά ’χει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 28. 2) α) Που είναι μαζί, κοντά· ενωμένος: οι ελάται αυτών (ενν. των ιερακίων οφείλουσιν είναι) αποσκελωτοί, ίνα μήτε εισί σμικτοί, μήτε σταυρωτοί Ορνεοσ. 57824· η δύναμις Βλαχιάς είν’ η Τρανσυλβανία,| γιατ’ έχουν τα βουνά σμικτά η μια κι άλλη μερία Παλαμήδ., Βοηβ. 496· (προκ. για συμμαχία): Πάντα σμικτές οι βασιλειές κάλλια ’ναι φυλαμένες,| και μόνιες και ξεχωριστές πέφτου οι πολεμημένες Ροδολ. (Αποσκ.) Έ́ 41· β) (προκ. για κτίσμα) που συνορεύει, γειτονικός: του δίδουσιν και πουλούν του το σώχωρόν τωνε, βαλμένο στο άνωθεν χωρίον Μοναστηράκι, σμικτό με τα σπίτια τωνε Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 7245. 3) Συγκεντρωμένος σε κ.: Ω πόσον ωφελεί συχνά στον άνθρωπον, …| ο τυφλωμός των ομματιών, για να θωρεί περίσσια.| Ότ’ η ψυχή δεν βρίσκεται ετότις σκορπισμένη,| αμ’ είναι εις του λόγου της σμικτή και μαζωμένη Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [968]. 4) Σύνθετος: Δεν ξεύρω, μηδ’ αποκοτώ … ν’ αρχίσω| με τον Τρωσίλο αθιβολή σαν τούτη να μιλήσω,| γιατ’ είναι κάμωμα σμικτό και πλια παρά μεγάλο,| που να κρυφτεί δεν ημπορεί το έναν απού τ’ άλλο Ροδολ. (Αποσκ.) Έ́ 591.
σπαστρεύω,- Προδρ. (Eideneier)2 Δ́ 393, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 1336, Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 2881173· παστρεύγω, Φαλιέρ., Ιστ.2 193, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Γ́ 1113, Έ́ 1200, Τζάνε Εμμ., Μοιρολ. 13723· παστρεύω, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 766, Ημερολ. 10, Θησ. Ζ́ [781], Νούκ., Μύθ. (Παράσογλου) 53, Μορεζ., Κλίνη φ. 107r, Μπερτολδίνος 151, 167, Διήγ. πανωφ. 59, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά́ [1197], Ροδινός (Βαλ.) 227, Νικ. Ιερόπ., Εκδ. ιατρ. 34, Σουρούμης, Ιωάνν. Ξέν. K 24· μτχ. παστρεμένος, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [121].
Από το *σπαρτεύω (<ουσ. σπάρτο(ν) και την κατάλ. ‑εύω, με επανάληψη του αρχικού σ και μετάθεση του ρ· βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Ά́ 327, ΛΚΝ, λ. παστρεύω). Ο τ. παστρεύγω (για την κατάλ. ‑εύγω, βλ. Χατζιδ., ό.π. 49) στο Βλάχ. (λ. παστρεύγω) και σήμ. ιδιωμ. (Κωστ., Λεξ. τσακων., Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. παστρέβγω ‑βjω, Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ.). Ο τ. παστρεύω με ανομοιωτική αποβολή του αρχικού σ (ΛΚΝ), στο Du Cange (λ. πάστρα) και σήμ.· βλ. και LBG (λ. παστρεύω). Τ. σπαστρεύου σήμ. ιδιωμ. (Γεωργίου Χρ., Γλωσσ. ιδ. Καστορ., λ. σπαστρεύου και παστρεύου σημ.). Η λ. στο Meursius (λ. σπαστρεύειν), σε έγγρ. του 16. αι. (Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 4, 1951, 4733) και σήμ. ιδιωμ. (Κωνσταντινίδης, Λεξιλ. ροδ. διαλ.)· βλ. και LBG στη λ.
I. Ενεργ. 1) Καθαρίζω: Ο ιερεύς ο καταφρονών την εκκλησίαν αυτού και ου μετά πάσης τιμής δεν παστρεύει και φιλοκαλεί αυτήν και πάντα τα ιερά, αλλ’ ως Θεού οίκον καταφρονών, αργείτω επί καιρῴ Μαλαξός, Νομοκ. 140· να μην αγοράζει ποτέ σκλάβον ή σκλάβαν, αλλά να σηκώνεται ατός του να παστρεύει το σπίτι του και να τινάζει τα στρώματα Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 131· (αμτβ.): Λαϊκοί εις το θυσιαστήριον δεν σεβαίνουν, μήτε άνδρες μήτε γυναίκες ... η δε καλογραία σεβαίνει και παστρεύει Νομοκ. Αγ. Γεωργ. 146· (εδώ σε μεταφ.): Εσείς οι Φαρισαίοι το έξω του ποτηρίου και του πινακίου σπαστρεύετε, αμή το μέσα σας είναι γεμάτον από αρπαγάς και πονηρίας Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Λουκ. ιά́ 39. 2) (Γενικ.) περιποιούμαι, φροντίζω: Περί βιβλιοφύλακος, εάν ου παστρεύει καλώς τα βιβλία Μαλαξός, Νομοκ. 234· 2) (Μεταφ.) εξαγνίζω: Καθαρίσατε τα χέρια σας, αμαρτωλοί, και σπαστρέψετε τες καρδίες σας, δίψυχοι Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ιακ. Καθ. Επ. δ́ 8· Ας καθαρισθούμεν από κάθε αμαρτίαν με την πίστιν και την ελεημοσύνην, με την σωστήν αγάπην πάλιν, με την αληθινήν ταπεινοφροσύνην παστρεύοντας του λόγου μας από κάθε σαρκικήν ατσαλιάν Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 11213. IΙ. Μέσ. 1) Καθαρίζομαι (για τη σημασ. βλ. Κουκ., ΒΒΠ Έ́ Παράρτ. 33): Ας πάμε όλες μετ’ αυτή στη βρύση να πλυθούμε,| μια μια από τον πάσπαλο τούτο να παστρευτούμε Ιντ. κρ. θεάτρ. Β́ 124· όρισέν τους (ενν. ο θεόπτης Μωυσής) να πλυνθούν και να σπαστρευθούν καλά, και την σάρκαν τους και τα ρούχα τους να καθαρισθούν, και τότε ... να έβγουν τον ανήφορον να τον προσκυνήσουν (ενν. τον Θεόν) Λεόντ., Ομιλ. (Κακ.-Πάνου) 116. 2) Περιποιούμαι τον εαυτό μου, καλλωπίζομαι: και τότε Κουταγιώταινα λέγει τες «εγερθείτε,| όλες εδά σπαστρεύεσθε, όλες ευμορφωθείτε» Σαχλ. Β́ (Wagn.) PM 569. 3) (Μεταφ.) εξαγνίζομαι: έτσι σχολάζοντας με πλέα επιμέλειαν με την θεωρίαν και με την θεολογίαν των θείων και ακόμη καθαρισμένοι διά μέσου της Αγίας Γραφής και έστοντας να παστρευτούμεν με την παντοτινήν προσευχήν, ας καταφρονήσομεν τες ψεύστικες φροντίδες Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 11127.
σπω,- Λέοντ., Αίν. IV 38, Χρησμ. (Λάμπρ.) 10519, 22, 119, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1446, Αγν., Ποιήμ. Ά́ 62, Αχέλ. 791, Κατζ. Β́ 270, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 1898, Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 492, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1862, 2725, 31013, 4866, 8, 51522 κ.π.α., Τζάνε, Κατάν. 320, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 5361· σπάζω· σπάζω ή σπω, Χρον. Μορ. H 2195, Χρον. Μορ. P 2195, Έπαιν. γυν. (Vuturo) 16, 356, Πορτολ. A 66, Πανώρ.2 Β́ 85, Δ́ 98, Σουμμ., Ρεμπελ. 187, Φορτουν. (Vinc.) Ά́ 194, 231, Δ́ 17, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 19.
Το αρχ. σπάω. Ο τ. από τον αόρ. έσπασα· απ. τον 5. αι. (TLG) και σήμ. Η λ. και σήμ.
I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) α) Αποσπώ, τραβώ έξω, βγάζω· α1) (εδώ για αποτρίχωση): άλλον δεν εργάζουνται (ενν. οι πόρνες) ειμή με το νιψίδι| να νίψουσι το πρόσωπον, να φθειάνουσι τ’ αφρύδι,| και τον καθρέφτην να κρατεί, στο χέρι το τσιμπίδι,| τις τρίχες τως διά να σπα, να σιάζει το νιψίδι Βεντράμ., Γυν. 184· α2) (για γένια) ξεριζώνω: Φωνές μεγάλες και γλαγγές, με κρότους εθρηνούσαν,| εις το κακόν οπὄπαθαν τα γένια τως εσπούσαν (ενν. οι προεστοί) Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 6598· β) (μεταφ. για συναίσθημα) διώχνω, απομακρύνω: Τον πόνο απὄχεις μέσα σου σπάσε οχ τα σωθικά σου,| κι ως πεθυμάς ογλήγορα έχεις την πεθυμιά σου Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 257. 2) Καταστρέφω, τσακίζω, διαλύω κ. χτυπώντας το βίαια: όλοι ’ς τσι πόρτες ήρθασι και σπούσι τσι και μπαίνου Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2032· τσ’ επαρακαλούσανε να βγου ν’ απογυρίσου,| τα κάτεργα να σπάσουσι, τον Τούρκο ν’ αφανίσου Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 18226· άνεμε, συ ξερίζωσε και σπάσε τα δεντρά μου Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 20111· (συχν. για καταστροφή κτισμάτων): Στια βάνασι στα λιόφυτα (ενν. οι Τούρκοι), τα μοναστήρια σπούσα| και τα μετόχια τω φτωχών έκαιαν κι εχαλούσα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1875· κι όλοι τις εμισούσινε (ενν. τσι φυλακές), κι όποιος εμπεί γυρεύγει| να τσι τρυπά και να τσι σπα και να τις εξωφεύγει Κατζ. Έ́ 128· Εσπούσανε (ενν. οι Τούρκοι) τους τάφους κι όλους τσ’ ανοίξαν,| τα λείψανα όλα έβγαλαν και τα ρίξαν Τζάνε Εμμ., Μοιρολ. 1383· (για όπλο): άλλοι ας ντυθούσι σίδερα κι ας τρέχου τα φαριά τως| και τα κοντάρια γείς τ’ αλλού να σπούσι στα κορμιά τως Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 62· Ως ήσωσε ο Βλαντίστρατος, ωσά λιοντάρι τρέχει| απάνω του με τ’ άλογο κι απομονή δεν έχει| κι οπίσω του άλλοι ’κοσιδυό κι ως δράκοντες εράσσα| κι οκτώ κοντάρια στου ρηγός το κούτελον εσπάσα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 1138· (εδώ παιγνιωδώς για βιβλίο): ένα ήσπασε λίμπρο στην κεφαλή του! Κατζ. Δ́ 392· (συχνότ. για μέλη του σώματος): να φεύγου και να τρέχουσι και κάτω να πηδούσι| απού τα τείχη τα ψηλά … (παραλ. 2 στ.). Και πέφτοντας εσπούσανε τα χέρια και ποδάρια| κι οι Φράγκοι τσ’ αποκάνασι με τ’ άπονα κοντάρια Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2879· οι λουμπαρδιές εβράζασι κι εγίνουνταν κομμάτια| κι εσπούσανε τες κεφαλές κι εχύνουνταν τα μάτια Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 28416· Μη και πονώ· και αχάμνα το για να το μεταπιάσεις| και ωσά θωρώ τη χέρα μου πάσκεις να τηνε σπάσεις Φαλιέρ., Ιστ.2 442· (σε απειλή): Μην πα μισέψεις από ’πά και τα πλευρά σου σπάσω! Κατζ. Έ́ 296· Κι εγώ σου λέγω, γάιδαρε, πως τούτα τα δειλά σου| δε με ’φελούσι, κι άφησ’ τα, γή σπω τα καύκαλά σου! Στάθ. (Martini) Ά́ 178· Σώπασε, ζο, τα σάλια σου, τα δόντια σου μη σπάσω,| κι όξω από τα θεμέλια του το σπίτι να χαλάσω! Κατζ. Β́ 99· (σε μεταφ.): να λέσινε πως δεν ψηφού (ενν. η Πανώρια και η Αθούσα) κι εσέ (ενν. Αφροδίτη) και το παιδί σου (παραλ. 1 στ.) και πως οι δυο τως μοναχάς στον κόσμον είχα χάρη| να σπάσουσι τ’ αδυνατό του γιου σου το δοξάρι Πανώρ.2 Δ́ 308· (σε υπερβολή): εμίλιε (ενν. ο Ρώκριτος) παραπόνεσες που τσι καρδιές εσφάζα,| το μάρμαρον εσπούσανε, το κρούσταλλον εβράζα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά́ 402· πού ’ναι η γλώσσα εκείνη η μελωδάτη| που έπαυτε πάσα θρήνο| με τα γλυκιά κανάκια,| που έσπαε τα χαράκια| κι εμέρωνε λιοντάρια και θερία| με τόση μελωδία; Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 22· (προκ. για καταρράκτη): οι καταρράκτες τ’ ουρανού σπούσι νερόν και χύνουν| κι άβυσσος εκοχλάκισε και ομάδι καταντήνουν Χούμνου, Κοσμογ. 467. 3) Χτυπώ, δέρνω κάπ. πολύ, ξυλοκοπώ (πβ. σημερ. φρ. σπάω/τσακίζω κάπ. στο ξύλο): Κι ευρίσκει (ενν. ο Μωσής) τον Αιγύπτιον κι έναν Εβριόν πατάσσει,| πολλά τον έδερνε άνομα, θέλει να τονε σπάσει Χούμνου, Κοσμογ. 2102· ΚΟΥΣΤΟΥΛΙΕΡΗΣ: Κατζούρμπο, μην του κρους εσύ, εμένα μόνον άσι.| ΚΑΤΖΟΥΡΜΠΟΣ: Σύρνομαι ’γώ σε μια μεριά, μα βλέπε μη σε σπάσει Κατζ. Δ́ 388. 4) α) Προκαλώ ρήξη σε κ., κάνω κ. να σκάσει, να ανοίξει: ουδεκανένας βάλλει νέον κρασί εις δερμάτια παλαιά· ειδεμή, το νέον κρασί σπάζει τα δερμάτια, και χύνεται και το κρασί και τα δερμάτια χαλούνται Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Μάρκ. β́ 22· β) (για το ανθρώπινο σώμα) προκαλώ βλάβη, καταστρέφω: η πέτρα ήτονε μεγάλη και είχεν του (ενν. του βασιλέως) σπασμένα τα πτενά και τους πόρους φραμένους και δεν εχώριεν να έβγει Μορεζ., Κλίνη φ. 106v· (μεταφ): Πολομά (ενν. η οκνιά) να σπάσει το κορμίν, εκείνη χάννει την ψυχήν, εκείνη τυφλώννει τον νουν Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 90. 5) (Ιατρ.) πραγματοποιώ διάνοιξη με χειρουργικό εργαλείο: Εις τα οιδήματα (ήγουν τα φουσκώματα) πρώτον κατάπλαττε ωμήν λύσιν …· είτα βάλε πυοποιά … και, ωσάν ωριμάσουν, βάνε σπαστικά ή σπάσον με το φλεβότομον και ιάτρευέ τα με … αλοιφήν Νικ. Ιερόπ., Εκδ. ιατρ. 34. 6) (Μεταφ.) βάζω τέλος, αναστέλλω· ακυρώνω: κι αναθυμούμαι αλλήλω μας πως μ’ όρκο είχαμε δώσει| τα χέρια, πάντα ένας τ’ αλλού τ’ άδικα να γδικιώσει.| Έτσι καινούργια σύβαση δε σπα ουδ’ ανακατώνει| τη σύβασή μου την παλιά, χίλιοι αν περάσου χρόνοι Ροδολ. (Αποσκ.) Έ́ 135. Β´ Αμτβ. 1) α) Γίνομαι κομμάτια, διαλύομαι από χτύπημα ή πτώση: Γυάλινα είχανε αγγειά βοτάνι φορτωμένα| κι άφταν τα κι επετούσαν τα, όταν τους ανιμένα,| και τα γυαλιά εσπούσανε κι απάνω τως εμπαίνα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 47311· Κι εκεί που τον εδέρνασι (ενν. τον Πανάρετο), τα βούνευρα εστραγγίζα| κι ανεβοκατεβαίνοντας αίματα μας γεμίζα| κι είδα πολλά χάμαι στη γη να πέφτουσι να σπούσι,| γιατ’ είχασινε λύπηση τέτοιου κορμιού να κρούσι Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 119· Εσπάσαν τα κοντάρια τως, εις εκατό εγενήκα| και τα κομμάτια ’ς τσ’ ουρανούς εφτάξαν κι εκαήκα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 1681· (προκ. για τις πύλες του Άδη): Τότε έκλινε την κεφαλή (ενν. ο Χριστός), στον Άδη εκατέβη,| τες πόρτες εκουρκούνισε και οι μαντάλοι εσπάσα,| ο Άδης εταράκτηκε και οι δαίμονες εσκάσα Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 3718· (σε παρομοίωση): γιατί εκείνοι οι βασιλείς οπού παιδιά δεν κάνου| αφήνουσι τη βασιλειά, απήτις αποθάνου,| εισέ μεγάλα κίνδυνα, και στέκει να χαλάσει| σαν το καράβι στο γιαλό που εις τα χαράκια σπάσει Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 322· (για το ανθρώπινο σώμα): Εις τα μουράγια να ’ρχουνται τα βόλια, να περνούσι,| κι εις τα κορμιά να δίδουνε, ν’ ανοίγου, να σκορπούσι·| κι οι σάρκες να χωρίζουνε κι οι ομυαλοί να σπούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 17225· η κεφαλή και όλον τως το κορμί εσηκώνετονε από την γην ψηλά μίαν πήχη και τότε και εκατέβαινεν και ήδιδεν εις την γην με τόσες κοπανές δυνατές, απού όσοι τους εθεώρουν … ελόγιαζαν πως σκοτώνουνται και πως σπούσιν αι κεφαλές τως Μορεζ., Κλίνη φ. 492r· (εδώ προκ. για νεκρά σώματα σε αποσύνθεση): Κι όσοι αποθαίνασιν εκεί, εις το γιαλό τσ’ ερίχτα| και τσ’ έπαιζε το πέλαγος κι επλέγα μέρα νύκτα (παραλ. 2 στ.) Τα κύματα τσι ρίχνασι ’ς τσι πέτρες κι εκολλούσα| κι εις τα χαράκια δίδασι κι εσπούσαν κι εσκορπούσα| κι εκοίταζες κοιλιάντερα, μασέλες χωρισμένες,| πόδια και χέρια και καρδιές και κάρες μαδισμένες Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 21121· β) (μεταφ.) συνθλίβομαι, καταβάλλομαι, κατατροπώνομαι: ο εχθρός της ανθρωπίνης γενεάς … με την φιλαδελφίαν κορπώννεται, πληγώννεται, με την πίστιν σπάζει και στζακρά Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 53. 2) α) Σκάω, ανοίγω: Μηδέ βάλλουσι νέον κρασί εις δερμάτια παλαιά. Ειδεμή σπάζουσι τα δερμάτια, και το κρασί χύνεται και τα δερμάτια χάνονται Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. θ́ 17· β) (για βόμβα) σκάω σε κομμάτια, εκρήγνυμαι: Αντίκρυτά του (ενν. του Κατερή Κορνάρο) έπεσε (ενν. η μπόμπα) κι άφτοντας είχε σπάσει,| χίλια κομμάτια γίνηκε κι ένα τον είχε πιάσει Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 5123· Κι ευρήκανε τα λείψανα κομμένα, σκοτωμένα| Τουρκώ, σολντάδω και Ρωμιώ νά ’ναι ανακατωμένα| απού τες μπόμπες τες πολλές που σπούσαν κι εσκορπούσα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 4853· γ) (για όργανο του σώματος) παθαίνω ρήξη: λέγει η Δέσποινα: «Σχίσον τον ομφαλόν της γυναικός», και αυτός της δίδει με μίαν βέργαν … και εφανίστην της πως έσπασεν η κοιλιά της και έβγανεν πολλούς βρόμους Μορεζ., Κλίνη φ. 345r· Εάν έπταιγεν (ενν. η γυνή), εσέπετον η φύσις εις τα μερία της| και η κοιλία της ήσπαζεν και έπιπταν τα ένδερά της Συναξ. γυν. 102. 3) (Ιατρ., για πρόσωπο) α) (πιθ.) πάσχω από κήλη: Εις άνθρωπον όταν σπάσει και ποίσει κοίλωμαν Ιατροσ. κώδ. ρκγ́· β) (πιθ.) παθαίνω διάστρεμμα ή κάταγμα: Περί παιδίον, όταν σπάσει. Βάλε ψαρόγαλον εις το οξίδιν … και έσμιξέ τα όλα και ποίησέ τα επλάστριν και θες το εις το σπάσμαν Ιατροσόφ. (Oikonomu) 881. II. Μέσ. Α´ (Αμτβ.) 1) α) (Για σπλάγχνα) συσπώμαι: είπαν μου: «Είντα κάθεσαι; Τ’ αδέλφια σου εβουλήσαν!»| Ευθύς τα εντός μου εσπάσθησαν και συγκοπή μ’ εσέβη Απόκοπ.2 429· β) (μεταφ. για πρόσωπο) βασανίζομαι, υποφέρω: ο Αχιλλεύς εσπάζετο πάντοτε δι’ εκείνην,| και σφάκτην είχεν έρωτος και πόνον της αγάπης Αχιλλ. L 567. 2) Γίνομαι κομμάτια, διαλύομαι· (εδώ μεταφ.): τρέμω μη εκ το ανέκφραστον της υπαντής εκείνο| ραγεί η καρδία μου και σπασθεί και ανασπασθεί απ’ εμέναν Επιθαλ. Ανδρ. Β´ 552. Β´ (Μτβ.) ρουφώ με τη μύτη· εισπνέω: τους μυκτήρας αυτού (ενν. του ιέρακος) αλείψεις, ίνα σπάται διά των μυκτήρων την του φαρμάκου δύναμιν Ιερακοσ. 4471. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = 1) (Για πράγματα) α) διαλυμένος, τσακισμένος, κατεστραμμένος: Από τες Φώκες έφυγαν αυτάνα οπού γλύσαν (ενν. κάτεργα και μπερτόνια)| και εις την Χίον έφτασαν κι εκεί εκαταντήσαν| κουτσά, σπασμένα, με λειψά και με μεσά κουπία,| δίχως αξάρτια δυνατά οπού ’χαν τα πρωτεία Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 6251· Έρχεται Μαριά εκ τον μύλον,| και βαστά σακίν αλεύριν,| και δισάκιν εσπασμένον,| να ζυμώσει τα κουλλίκια (παραλ. 1 στ.) να τα φάγουσι τα γίδια,| οπού τα βουνά κρατούσιν Λέοντ., Αίν. I 81· (εδώ μεταφ. για μουσικό όργανο, σε ένδειξη πένθους· πβ. ά. μουγγός 2): Είκοσι οι φρονιμότεροι κι οι πλια του τιμημένοι (ενν. του ρήγα)| σηκώνουσινε το νεκρό, τα μαύρα φορεμένοι (παραλ. 4 στ.). Εκεί που εγίνη ο πόλεμος γύρου τριγύρου επηαίνα| με σάλπιγγες μουγγές μουγγές και τύμπανα σπασμένα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 1970· β) που έχει ρωγμές, σπασίματα (πβ. ΠΔ (Rahlfs) Ιερεμ. 213: λάκκους συντετριμμένους): Δύο και κακά έκαμεν ο λαός μου, εμένα επαράτησε την βρύσιν του νερού της ζωής και εσκάψασιν εις του λόγου τους λάκκους σπασμένους, οπού δεν θέλουσιν ημπορεί να κρατήσουσι το νερόν Χριστ. διδασκ. 110. 2) (Για όργανο του σώματος, εδώ πιθ. σε κατάρα) που είθε να πάθει ρήξη, να ανοίξει: η κοιλία σου σπασμένη και ο κώλος σου έξω Σπανός (Eideneier) Α 13. 3) (Για πρόσωπα) α) που πάσχει από κήλη· (εδώ πιθ. μεταφ.) σεξουαλικά ανίκανος, άτεκνος (βλ. και Κεχαγιόγλου [Πτωχολ. σ. 520]): ο πατήρ σου ο κυρ Πέρος| είχεν νόσον δυσουρίας,| ήτον και σπασμένος, τέκνον,| ουκ ηδύνατο δε όλως| ότι να ποιήσει τέκνον Πτωχολ. (Κεχ.) P 320· β) σπάζορχις (βλ. ά.): παν ανήρ ος εις αυτόν ψέγος να μη σιμώσει … γή φτενός γή ανακάτωμα εις το μάτι του γή ψωριάρης γή λεπρός γή σπασμένος Πεντ. Λευιτ. XXI 20· γ) (υβριστ. για γυναίκα) που έχει χάσει την παρθενιά της· (κατ’ επέκταση) πόρνη (βλ. και Κεχαγιόγλου, ό.π): Θέλει να ’μαι λιγδωμένη,| άπλυτη και ρυπωμένη,| και αν με δει καλοπλυμένη| και καλοφακιολισμένη,| λέει: «διά ’δέ την δοξεμένη,| την πουτάνα, την σπασμένη!» Έπαιν. γυν. (Vuturo) 452· Πρώτα λέγω τες παρθένες,| δεύτερο τες παντρεμένες| κι ύστερα τες κουρεμένες,| τες χηράδες τες σπασμένες Έπαιν. γυν. (Vuturo) 20· (εδώ προκ. για πουλί): έκατσες (ενν. συ, ωτίδα) ως κουβουκλαρέα απάνωθεν των όλων,| μαθόν κοπελορίκτουσα, λιβαδοαναθρεμμένη,| τσαμπουνομύτρια, ακρόκωλε και φουστανοφορούσα,| σπασμένη και πανάτσαλη, με τον πηλόν χρισμένη Πουλολ. (Τσαβαρή)2 36.
σταυρός- ο, Προδρ., Στ. δεητ. 60, Προδρ. (Eideneier)2 Γ́ 22, Ασσίζ. 29126, Χρον. Μορ. Η 1434, Χρον. Μορ. P 129, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 112, Λίβ. διασκευή α 1044, Θρ. Κων/π. διάλ. 79, Μαχ. 728, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 830, Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 300, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 3512, 3824, 3867, Hagia Sophia φ1 5034, Θρ. Θεοτ. (Bakk.) 8, Πορτολ. Β 4430, Αχέλ. 111, 2305, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 174, Ιστ. πατρ. 17811, Zygomalas, Synopsis 241 M 91, Παϊσ., Ιστ. Σινά (Καδάς) 2049, Μορεζ., Κλίνη φ. 161v δις, Σεβήρ., Σημειώμ. 35α, Σταυριν. 633, Ιστ. Βλαχ. 2652, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 177117, Ροδινός (Βαλ.) 190, Διακρούσ. (Κακλ.) 749, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1777, 20721, 5649, Τζάνε Εμμ., Μοιρολ. 13715, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 7155, κ.π.α.
Το αρχ. ουσ. σταυρός. Η λ. και σήμ.
1) Κατασκευή από δύο δοκούς που σχηματίζουν μεταξύ τους ορθή γωνία, για την εκτέλεση της θανατικής ποινής (για τη σημασιολογική εξέλιξη της λ. από την αρχ. σημασ. «πάσσαλος, παλούκι» στην ελληνιστική «όργανο εκτέλεσης αποτελούμενο από δύο διασταυρούμενες δοκούς» βλ. Μωυσιάδης, Ετυμ. 168-173): Εδώ διηγάται (ενν. η Αποκάλυψις) τον αφανισμόν του διαβόλου εις τον σταυρόν, οπού εδέθηκε να μην πειράζει πλέον τα έθνη Γεργάν., Εξήγ. Αποκ. 267· έκφρ. θάνατος σταυρού = σταυρικός θάνατος: Κακίστως γράφεις θάνατον σταυρού προσενεγκείν μοι,| εμούς δε φίλους ισχυρούς, καλλίστους Μακεδόνας,| πάντας αυτούς εν όρεσι φούρκῃ προσανυψώσεις Βίος Αλ. (Aerts) 1838. 2) α) Ο σταυρός πάνω στον οποίο θανατώθηκε ο Ιησούς Χριστός: Θέτουν του πάλι το σταυρό στον ώμο και κινούσι| και καβαλάροι και πεζοί του Ιησού ακλουθούσι Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 3526· να στοχαστεί (ενν. πάσ’ άνθρωπος) αυτόν τον λυτρωτήν του,| με πόσα πάθη κρέμεται εις τον σταυρόν απάνω Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 281· έκφρ. τίμιος σταυρός = (α) ο σταυρός πάνω στον οποίο θανατώθηκε ο Χριστός (ή τεμάχιό του): Έλαβαν (ενν. οι Βενέτικοι) και τον τίμιον σταυρόν, οπού έκαμεν ο μέγας Κωνσταντίνος, ο πρώτος βασιλεύς των χριστιανών Δωρ. Μον. XXXII· Τρέχουν και παν οι χριστιανοί έσσω στην εκκλησίαν,| οπού ’ν’ ο τίμιος σταυρός κοντά στην Παναγίαν Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 180· (β) οποιαδήποτε άλλη κατασκευή σταυρού ως ιερού σκεύους: το δίκαιον ορίζει ότι ο Συριάνος να ομόσει επάνω εις το τίμιον σταυρόν ότι ουδέν του χρεωστεί (ενν. του Φράγκου) τίποτες Ασσίζ. 30513· βρίζουν (ενν. οι Τούρκοι) την εκκλησία Σου και τας σεπτάς εικόνας,| και το σταυρό τον τίμιον υβρίζουν καταμόνας Διακρούσ. (Κακλ.) 798· β) (συνεκδ.) σταυρικός θάνατος: Εγώ πιστεύω εις Θεόν … (παραλ. 1 στ.) και εις Χριστόν … (παραλ. 4 στ.) τον υπομείναντα σταυρόν δι’ ημών σωτηρίαν Διγ. (Trapp) Gr. 786· γ) (μεταφ., προκ. για τα εκούσια παθήματα και τις ταλαιπωρίες των πιστών χριστιανών): Διά τον σταυρόν τόνε βαστάς (ενν. άγιε Φραγκίσκε) στο ’μαν, καρδιάν κι εις χέρα| αντάμα διά τους χριστιανούς πρέσβευε καθημέρα Σκλεντζα, Ποιήμ. 543· Και αυτός ο Χριστός μάς το λέγει καθαρά: Οποίος θέλει να είναι μετ’ αυτόν, να βαστά του σταυρού τα πάθη και βάσανα Γεργάν., Εξήγ. Αποκ. 57. 3) α) Οποιαδήποτε υλική αναπαράσταση του σταυρού ως σύμβολο της χριστιανικής πίστης: εγώ τονε παρακαλώ (ενν. τον Κύριο) οι χριστιανοί να βγάλου| φεγγάρι, την παντιέρα τους (ενν. των Τούρκων), και το σταυρό να βάλου Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 23020· σταυρόν και δεν δυνόμεστεν άνω στης εκκλησίας| να βάνομεν να στέκεται σημείον ευσεβείας,| ότι τον εγκρεμνίζουσι με ξύλα, με λιθάρια,| να τον ιδούν δεν θέλουσιν οι άθεοι καθάρια Ιστ. Βλαχ. 2661· εκράτιεν (ενν. η Πίστευσις) και εις το χέρι της σταυρόν εγκοσμημένον| λιθάρια ολοκόκκινα ομού μετά μαργάρων Λίβ. Va 823· Ημείς οπού βαπτίσθημεν και τον σταυρόν φορούμεν| διατί τον αδελφόν χριστιανόν να τον καταφρονούμεν; Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 2647· (ως εκκλησιαστικό ιερό σκεύος): Εάν κανείς άνθρωπος κοσμικός ... αγοράσει απού άλλον άνθρωπον ... κανέναν πράγμα της εκκλησίας ή του μοναστηρίου, ως πράγμαν εγκαινιασμένον και ευλογημένον, και ην άγια ποτήρια, σταυρούς, αναφοράδες, δίσκους ..., ο νόμος ορίζει και η Ασσίζα ότι όλον πρωτύτερα εντέχεται να στραφούν, ήγουν να δοθούν τα αυτά πράγματα εις την αγίαν του Θεού εκκλησίαν Ασσίζ. 4329· ως το έμαθεν ο λαός, έλαβαν τους σταυρούς και θυμιατά και λαμπάδας και τες αγίες εικόνες, και εβγήκαν από το κάστρον, και επροσκύνησαν αυτόν (ενν. τον αφέντην) Δωρ. Μον. XVIII· (ως σύμβολο ιερατικού και μοναχικού σχήματος): βούλομαι προς του Θεού την στράτα να γυρέψω,| να παραλάβω τον σταυρόν και να καλογερέψω Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 1028· μαύρα ράσα εβάλασιν (ενν. οι νες, οπού εχηρέψαν) και τον σταυρόν φορούσι| και εις μοναστήρια κάθουνται, διά εμάς παρακαλούσι; Απόκοπ.2 145· β) το σχήμα του σταυρού ως κίνηση ευλογίας από το Χριστό ή τον ιερέα προς τους πιστούς: άμα ως ενδέχει να σταθούν (ενν. οι νεκροί), τότε ν’ αρχίσει η δίκη,| εις την δεξιάν του να στραφεί (ενν. ο Κύριος), σχήμαν σταυρού να ποίσει,| και τους ιστέκοντας σ’ αυτήν γλυκιά να τους λαλήσει Δευτ. Παρουσ. 125· να σφραγισθούν και να σημαδευθούν με το σημείον του αγίου σταυρού. Ετούτο το αποχτά ο άνθρωπος διά του αγίου βαπτίσματος Γεργάν., Εξήγ. Αποκ. 142· ο πάπας τον ευλόγησεν (ενν. το ρήγα) και τον σταυρόν τού εποίκεν Χρον. Μορ. H 6208· γ) (γενικ.) οποιαδήποτε παράσταση που έχει το σχήμα του σταυρού: ως γουν ο τύπος του σταυρού τετραμερής τυγχάνει,| ούτω και συ (ενν. βασιλεύ) τετραμερή κατακρατήσας κόσμον| επί τῳ τετραυγούστῳ μοι τῳ πορφυρογεννήτῳ Προδρ. (Eideneier)2 Γ́ 23· Σταυρόν εις ύψος οράν ή κρατών, δόξαν και τιμήν και αξίωμα σημαίνει Ονειροκρ. Ιβ. 44· οραθήσεται εν τῳ ουρανῴ νεφώδες στερέωμα του ηλίου …, κάτωθεν δε κρεμασθήσεται σταυρός, ευωνύμως δε του σταυρού του πορφυρού εκτεταμένον τόξον Χρησμ. (Brokkaar) 121 δις. 4) Το σημείο του σταυρού ως σφραγίδα ή υπογραφή σε χρυσόβουλλο: εποίησεν ο βασιλεύς και αυθέντης μου οικειοχείρως σταυρούς τρεις μετά κινναβάρεως εις το άνωθεν μέτωπον του χρυσοβούλλου εις βεβαίωσιν ως η εκείνων συνήθεια Σφρ., Χρον. (Maisano) 11812. 5) (Ναυτ.) είδος κόμπου που χρησιμοποιείται για να δεθούν τα άκρα δύο σχοινιών, ο σταυρόκομπος (για το πράγμα βλ. Κανελλόπ., Ονοματολ. 83): μπορίνες θέλουν να είναι μακρίες πασαμία δύο τόσα ό,τι σταυρόν θέλεις έχει Καραβ. 4931· σκότες θέλουν να είναι μακρίες πασαμία ό,τι σταυρόν θέλεις έχει Καραβ. 4932. Φρ. 1) Βάνω σταυρό κάπου = (προκ. για χριστιανό) ελευθερώνω έναν τόπο από αλλόθρησκο: για κείνο (ενν. το Ρινάλδο τως μιλώ) … που μέλλεται να βάλει| σταυρό στα Γεροσόλυμα με πρίκα μας μεγάλη Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Ά́ 46. 2) Έρχομαι εις τον σταυρόν = ασπάζομαι το χριστιανισμό: είπας, Κύριε, «είτις θέλει να έλθει| εις θείον βάπτισμα και τον σταυρόν, εις τα τοιαύτα έθη,| δέχομαι και ευσπλαχνίζομαι και τέκνον βασιλείας| άξιον τούτον καθιστώ της άνω κατοικίας …» Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 6224. 3) Κάνω τον σταυρόν (μου), βλ.ά. κάμνω Φρ. 4) Ποιώ τον σταυρόν (μου) = σταυροκοπιέμαι: τον σταυρόν σου ποίησον, προσκύνα έως κάτω,| ευχαριστών Κυρίῳ σου και τῃ αγίᾳ Βάτῳ Παϊσ., Ιστ. Σινά (Καδάς) 371· Ποτέ καιρού εχασμήσετον οκάτις κατά τύχην| και τώρα εποίκε τον σταυρόν και τώρα απεσφραγίσθη Γλυκά, Στ. 262. 5) Σηκώνω τον σταυρόν, βλ. σηκώνω Φρ. 26. Η λ. ως α) τοπων.: Πορτολ. A 23531, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 47414· β) (και με τα επίθ. Τίμιος/Μέγας προκ. για μοναστήρι): Μαχ. 388, 9 δις, 10, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 9465, 9466, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 171.
στοιχείον- το, Διγ. (Τrapp) Gr. 2653, 2659, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 475, Διήγ. Αλ. V 26, Λέοντ., Αιν. (Brokkaar) VI4, VII6, 7, 8, Χρησμ. (Brokkaar) 61, Χρησμ. I 245, Βουστρ. Μεταφρ. 256, Πηγά, Χρυσοπ. 338 (14) τρις, Κυπρ. ερωτ. 1458, Lucar, Sermons 20, 21 δις, 147, Διγ. Άνδρ. 38413, Ψευδο-Σφρ. 52011 (έκδ. στοιχέων· διορθώσ.), Πρόλ. άγν. κωμ. 49, Τζάνε Εμμ., Μοιρολ. 13620, Γεργάν., Εξήγ. Αποκ. 111, 160, 206, Βίος Αισώπ. (Eideneier) K 1861, 5, 14, 18, , 25, 27· στοιχειό, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 254, Κορων., Μπούας 29, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. α΄ 21· πληθ. στοιχά, Πεντ. Λευιτ. XVII 7, Δευτ. ΧΧΧΙΙ 17.
Το αρχ. ουσ. στοιχείον. Ο τ. και σήμ με διαφορ. σημασ. Για το σχηματ. του πληθ. στοιχά βλ. Hesseling [Πεντ. Εισαγ. σ. XXXII-XXXIII]. Η λ. και σήμ. στον τ. στοιχείο.
1) Το απλούστερο δομικό συστατικό α) του λόγου, δηλ. φθόγγος ή γράμμα: Ουαί σοι πόλις επτάλοφε· όταν το εικοστόν| στοιχείον ευφημίζεται εις τα τείχη σου,| τότε ήγγικεν η πτώσις ή η απώλεια| των δυναστών σου Λέοντ., Αιν. (Brokkaar) X3· Ο δε Αίσωπος υπήγεν εις μίαν λάρνακα και είχεν χαραγμένα … επτά γράμματα. Και κράζει τον Ξάνθον και λέγει του: —Καταλαμβάνεις, ω δέσποτα, την έννοιαν των στοιχείων αυτών, το τι διαλαμβάνουν; Βίος Αισώπ. (Eideneier) K 18528· β) της ύλης: β1) σύμφωνα με τους προσωκρατικούς, ένα εκ των: γη, νερό, αέρας, φωτιά: Παρακινά με ο ουρανός, η ανατολή και η δύσις,| στοιχεία και τα τέσσερα του κόσμου οπού ’χει η κτίσις,| νερό, αέρας και φωτιά και η παραπονεμένη| η γη μου, οπού βρίσκεται με αίματα βαμμένη Λίμπον. 2· Ο μεν αήρ πρωτόκτιστον πάντων υπάρχει στοιχείον, υπό δε του αέρος το ύδωρ γεννάται …, υπό τεσσάρων στοιχείων (έκδ. στοιχέων· διορθώσ.) και ο άνθρωπος συνηρμοσμένος υπάρχει και πάσα η κτίσις Ψευδο-Σφρ. 52029, 31· το μεν σώμα υπό των τεσσάρων στοιχείων συνίσταται, και εις την ώραν του θανάτου ψυχραίνονται τα τέσσαρα αυτά στοιχεία, και μετά ημέραν μίαν και έμπροσθεν διαλύονται οι χυμοί και γίνονται ως ύδωρ Μάρκ., Βουλκ. 3456, 7· β2) (στον πληθ.) τα φυσικά φαινόμενα, οι δυνάμεις της φύσης: ο Ζευς, μέγας εις τη θεότη| και τω στοιχείων ολωνώ πρώτος στην κυριότη Ανέκδ. ιντ. κρητ. θεάτρ. Γ 2· Δίδει (ενν. ο ήλιος) … τες ακτίνες του και θερμαίνει την γην και τελειοί τα σπέρματα, μα τέλεια παρευθύς δεν δύνεται να τα δώσει ουδέ μοναχός του δύνεται να τα κάμει, παρά να του συντρέχουσι και τα άλλα στοιχεία και του γεωργού η επιτηδειότης Μορεζ., Κλίνη φ. 482r· και κάμει αντάρα και βροχή κι ο ουρανός μαυρίσει (παραλ. 1 στ.) και τα στοιχειά ανακατωθού και τ’ αστρικά μανίσου … Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 1829· β3) έκφρ. τα στοιχεία του ουρανού = τα ουράνια σώματα (οι πλανήτες, τα άστρα)· (εδώ σε προσωποπ.): τα στοιχεία τ’ ουρανού κλαίουν, θρηνούν την Πόλιν Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 429· γ) του ανθρώπινου σώματος· σύμφωνα με την Ιπποκρατική αντίληψη, ένας από τους τέσσερις χυμούς, δηλ. αίμα, φλέγμα, ξανθή και μαύρη χολή: Δεν είμαι εγώ άγγελος, μα είμαι ολόμοιός σου, ομοιοπαθής άνθρωπος και κάτοικος εις την γην και βαστώ σάρκα χωματένιαν με αίμα και με τα άλλα στοιχεία συνθεμένη Μορεζ., Κλίνη φ. 358v. 2) α) Υπερφυσικό ον, πνεύμα (που φυλάγει, προστατεύει έναν τόπο)· βλ. και Αλεξίου Στ. [Διγ. Esc. σ. 130]· πβ. σημερ. στοιχειό: Αν ήτον άνθρωπος αυτός (ενν. ο Διγενής) στον κόσμον ως οι άλλοι,| είχεν αν σώμα και ψυχήν, θάνατον να φοβάται,| ου πάντως ώσπερ άσαρκος έτρεχεν στα σπαθία·| αλλά στοιχείον εκ παντός ετύγχανε του τόπου| και φαντασίᾳ μεθ’ ημών τον πόλεμον να κάμει Διγ. Z 3189· Θαρρούμεν ότι να είναι στοιχείον και εφύλαττε τον τόπον και διά τούτο δεν έχει χρεία τες σπαθές μας. Και επήδα ωσά να επέτα ωσάν πουλίον Διγ. Άνδρ. 3847· Του λόγγου τούτου την αρχήν μόνον οι ανεράιδες| και τα στοιχεία αν ήξευραν τίποτες απ’ εκείνον Θησ. ΙΆ́ [204]· β) κακοποιό πνεύμα, δαίμονας: σήμερον εγώ σωματωμένον άλλον| δαίμονα, κακομήχανον, ψυχώλεθρον στοιχείον| λυτρώσω προς υπόμνησιν του γένους των ανθρώπων; Καλλίμ. 2586· εις τους μάντεις υπήγεν, εκείνη εις τους γόητας, εκείνη εις την κατσιβέλαν, εκείνη η άλλη εις την ρίκτραν, εκείνη υπήγεν εις τα στοιχεία … δαιμόνια απατηλά Πηγά, Χρυσοπ. 338 (14).
στολίζω,- Hist. imp. (Rochow) 19662, Ερμον. Φ 227, Φλώρ. 807, 961, 969, Λίβ. Εsc. 4319, Θησ. Γ́ [62, 3], Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 4411, 4698, Κώδ. Χρονογρ. 5810, Χρον. σουλτ. 7211, Ιστ. πατρ. 19722, Μορεζ., Κλίνη φ. 147r, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 1194, 1275, Κυπρ. ερωτ. 864, Πανώρ.2 Αφ. 42, Δ́ 78, 286, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Αφ. 29, 33, Ά́ 584, Χορ. δ́ 714, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Δ́ 116, Παλαμήδ., Βοηβ. Εισαγ. 45, Ιστ. Βλαχ. 2795, Διγ. Άνδρ. 375114‑15, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 1364, Eρωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Γ́ 1374, Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 472, Ιντ. ά 58, β́ 8, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 183, Μπερτόλδος 30, Διγ. O 1997, 2399, 2880, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 18018, 46817, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. ιβ́ 44, κγ́ 29, Λουκ. κά́ 5, κ.π.α.· γ́ εν. αορ. εστολήθην, Διήγ. Αλ. G 2664.
Το αρχ. στολίζω. Η λ. και σήμ.
I. Ενεργ. 1) (Προκ. για χώρο) α) κοσμώ με στολίδια, διακοσμώ: Χαράν μεγάλην όρθωσαν, να ποίσουν όταν έλθει (ενν. ο Θησέος)| και παρευθύς αρχίνισαν την πόλιν να στολίζουν.| Όσο κι αν ήτον δυνατό, όσο κι αν ημπορούσαν,| την χώραν τους εστόλισαν όλη σε πρεποσύνη Θησ. Β́ [194, 6]· Ήρισε ο ρήγας να γενεί ένα ψηλό πατάρι (παραλ. 3 στ.)· και με χρουσά και μ’ αργυρά τριγύρου το στολίζου| κι ελάμπασινε τα θρονιά κι οι τόποι οπού καθίζου Eρωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 101· έτρωγαν και έπιναν και εστόλιζαν τα εργαστήρια και εχαίρουνταν οι άνθρωποι εις την νίκην του βασιλέως Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 45v· (κατ’ ευφημισμόν): ήτον τα περιγιάλια στολισμένα| κορμιά των Ρεθεμνιώτων σαπημένα Τζάνε Εμμ., Μοιρολ. 1385· β) (με υποκ. τον ήλιο, άστρα κλπ.) ομορφαίνω: έμαθα, πριν αρχίσει| Αυγερινός τσ’ Ανατολής τα μέρη να στολίσει,| με προθυμιά σηκώθηκε (ενν. ο Πανάρετος), σαν έν’ συνηθισμένος Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 62· (σε παρομοίωση): Καθώς ο ήλιος στα ψηλά λάμπει και διαφωτίζει,| και στέκεται στον κύκλο του κι όλη τη γη στολίζει (παραλ. 2 στ.), τέτοιας λογής κι η φρόνησις λάμπει κι η ευγενειά σου Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 14416. 2) (Γενικ.) κάνω κ. όμορφο βάζοντας στολίδια, διακοσμώ: με προθυμιά και πόθον αρχινίζει (ενν. η Αρετούσα)| και τζόγια κάνει ολόχρουση, πλουμιά τηνε στολίζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά́ 1372· θωρείς πως κάθουνται (ενν. οι γυναίκες) κι ολημερνίς κτενίζου| την κεφαλή και με τσ’ αθούς τσ’ όμορφους τη στολίζου Πανώρ.2 Ά́ 414· τ’ ατίμητα λιθάρια| και το χρυσάφι τ’ όμορφο και τα μαργαριτάρια,| οπού στολίζου τσι λαιμούς και τα ’μορφα δακτύλια Πανώρ.2 Πρόλ. Απόλλων. 25· (μεταφ.): χάρες που το νου και το κορμί στολίζου Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. β́ 84. 3) α) Ντύνω κάπ. με όμορφα ρούχα, κοσμήματα, κλπ.: Οι νες, οπού εχηρέψασιν, αλλών χείλη φιλούσιν,| άλλους περιλαμπάνουσιν κι εσάς (ενν. τους νεκρούς) καταλαλούσιν.| Στολίζουν τους τα ρούχα σας, στρώνουν τους τ’ άλογά σας ... Απόκοπ.2 173· (εδώ ειρων.): με μάνητα περίσσα| με διώχνει (ενν. ο Ζήνων), και οι στρατηγοί τότες μ’ εξεστολίσα·| τα ρούχα τα βασιλικά μου παίρνου, …| και μετά τούτη την τριχιά μ’ εστόλισε και ράσο Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 388· β) ντύνω κάπ. με την επίσημη στολή αξιώματος: να ζώσεις αυτουνούς βρακοζώνι τον Ααρων και τα παιδιά του, και να στολίσεις αυτουνούς σκούφιες· και να είναι αυτωνών γεριοσύνη εις τύπο ναιώνα Πεντ. Έξ. XXIX 9· Κάνου γενεραλίσσιμο άξιο και στέλλουσί τον| Μαρτσέλο τον Λορέντζιον κι όλον στολίζουσί τον Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 36819. 4) Αποτελώ στολίδι για κάπ.: αι εκκλησίαι, πενθήσατε εκείνον οπού σας εστόλιζε και σας ετίμα· οι γραμματισμένοι τον σοφόν, οι εύγλωττοι τον Νέστοραν τον γλυκύλαλον Χίκα, Μονωδ. 148· Αμέτε όλ’ οι Κρητικοί να στέκετε στα ξένα,| και πλιο να μηδέν καρτερώ (ενν. εγώ, το Κάστρο) να δω από σας κανένα,| εκείνους οπού στόλιζα κι είχασι πλήσα χάρη,| και τώρα μένου μετά με άτυχοι γιανιτσάροι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 56119. 5) (Μεταφ.) ομορφαίνω κάπ. ψυχικά και πνευματικά, διαπλάθω σωστά: πρέπει από την αρχήν τα ήθη και οι τρόποι των παιδίων να αρμόζονται και να στολίζονται, διότι η νεότης έναι πράγμα απαλόν και εύκολα πλάθεται Σοφιαν., Παιδαγ. 100. 6) Δίνω, χαρίζω κ. όμορφο και πολύτιμο: σκύφτει (ενν. ο Θεός) και χώμα πιάνει|και μετά κείνον έπλασε και ήκαμε τον Αδάμη.| Κι εστόλισέν του τη ζωή κι είπεν του: «Γείρου, στάσου! …» Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1026. (εδώ ειρων.): Ει δε στραφεί κανείς ποσώς και ιδεί το μοναστήριν,| ραβδέας καλάς κατάραχα στολίζουν τον και υπάγει Προδρ. (Eideneier)2 Δ́ 258. IΙ. (Μέσ.) ντύνομαι με όμορφα ρούχα, κοσμήματα, κλπ.: Εγώ … ωσάν εξύπνησα από τον ύπνον, επίασα και εστολίζουμουν ως νέα οπού ήμουν Διγ. Άνδρ. 36937· Στολίζεται, αποφτειάνεται (ενν. η Αρετούσα) κι εις του κυρού τση πηαίνει Eρωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά́ 1799· πανάσχημη, χοντρόχειλη, χαμηλοφρύδα, μαύρη,| στολίζεσαι και είσαι άσκημος, νίβγεσαι και μαυρίζεις Ερωτοπ. 327· (μεταφ.): ήτον (ενν. ο Ιωάσαφ) εστολισμένος πάσαν καλοσύνην και όλας τας χάριτας Αγαπ., Δαμασκ. Βαρλαάμ 20412· οι νεότεροι υποτάγητε εις τους γεροντοτέρους, και όλοι υποτάσσεσθε ένας τον άλλον, στολισθείτε την ταπεινοφροσύνην Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πέτρ. Καθ. Επ. Ά́ έ́ 5. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = 1) Που έχει στολίδια· όμορφος· (μεταφ.): ήλθεν και η ημέρα,| ανέτειλεν ο ήλιος, λαμπρός, εστολισμένος Αχιλλ. L 245· εις τούτονε καιρό το στολισμένο,| της άνοιξης τον όμορφο, τον πρασινανθισμένο … Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Ά́ 161. αυτόν (ενν. τον Αρκίταν) εις παρηγόρησιν πάντα τον εγκαρδιώνει (ενν. ’Πόλυτα η ρηγίνα),| απόκοτα και έμορφα, με στολισμένους λόγους Θησ. Θ́ [496]. 2) Ντυμένος με ωραία ρούχα, κοσμήματα, κλπ.· καλοντυμένος: Όταν ο δολερός κριτής ιδεί άνθρωπο εις την κρίσιν (παραλ. 12 στ.), διαπάς αν έχει υπέρπυρα, να ’ναι και στολισμένος,| πάντα εις το νου του μελετά το πώς να τον κομπώσει Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1032.
συννεφιάζω,- Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 6, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 19011, Τζάνε Εμμ., Μοιρολ. 1375, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. ις́ 3· συγνεφιάζω· συγνιεφιάζω, Μπερτόλδος 76.
Από το ουσ. συννεφιά και την κατάλ. –άζω. Ο τ. συγνεφιάζω στο ΑΛΝΕ. Η λ. στο Βλάχ. (γρ. συνεφιάζω) και σήμ.
1) α) Συννεφιάζω (για τον ουρανό)· γεμίζω, καλύπτομαι από σύννεφα· σκοτεινιάζω: συννέφιασεν ο ουρανός Συναξ. γαδ. (Βασιλ.) 101· β) (τριτοπρόσ.): παρόμοιον γίνεται εις εμάς σαν του χειμώνος τ’ άστρα,| οπού καμπόσο φαίνονται και απέκει συννεφιάζει,| και γίνεται κακός καιρός πάλι και σκοτεινιάζει Πένθ. θαν.2 245. 2) (Μτβ.) κάνω κ. σκοτεινό, σκοτεινιάζω κ.: Στους ουρανούς ανήβαινεν, τον τόπον συγνεφιάζει,| ο τόπος εσκοτείνιασε, εμαύρισεν ο κάμπος| εκ τον αφρόν γαρ των φαρίων …| καπνός εκ τα ρουθούνια τους σαν από ’στίαν μεγάλη Θησ. Ή́ [95]. 3) (Μτβ., με σύστ. αντικ.) συνάγω, συγκεντρώνω (σύννεφα): και να είναι όντε συγνεφιάσω σύννεφο ιπί την ηγή και να φανεί η δόξα εις το σύννεφο και να θυμηθώ τη διαθήκη μου ος ανάμεσά μου και ανάμεσά σας Πεντ. Γέν. ΙΧ 14. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = (μεταφ.) σκυθρωπός· λυπημένος: Είχε … ο κύρης του … έγνοια που τονε κρίνει| για τον υγιό του, να θωρεί είντα λογής εγίνη,| ασούσσουμος κι ανέγνωρος και κατηγορημένος| κι από μεγάλους λογισμούς πάντα συννεφιασμένος Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά́ 782.
ταράσσω,- Σπαν. Α 17, Κομν., Διδασκ. Δ 25, Διγ. (Trapp) Gr. 644, Ερμον. Α 237, Λίβ. διασκευή α 3126, Χρον. Τόκκων 1309, 3835, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2917, 3237, Μορεζ., Κλίνη φ. 115v, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 8613‑14, 12528, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 2154, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 346, 816, 887, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 167, 261, Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Β́ 1095, Δ́ 82, 180, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 320, Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 287, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 277, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1548, 21223, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 8940, Παλαμήδ., Ψαλμ. 427, κ.α· ταράζω, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 311v, Καλόανδρ. (Δανέζης) 59 (1r), Βεστάρχης, Στίχ. πολιτ. Ανάστ. 84, Γεργάν., Εξήγ. Αποκ. 230, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 6853· ταράζω ή ταράσσω ή ταράττω, Προδρ. (Eideneier)2 Γ́ 273-30 χφ Κ κριτ. υπ., Δ́ 126 χφ H κριτ. υπ., Ιερακοσ. 45917, Διγ. Ζ 1788, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1359, 1363, Χρον. Μορ. P 3833, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 69, 149, Βίος Αλ. (Aerts) 3023, 4557, Κορων., Μπούας 30, 73, Διήγ. Αλ. G 27919‑20, Αξαγ., Κάρολ. Έ́ 688, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 235, 8711, Βίος Αισώπ. (Eideneier) K 16533, Πτωχολ. (Κεχ.) P 55, 304, Διγ. Άνδρ. 34920, 35316, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 171, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 1402α, Σεισμολ. (Οικονόμου) 98, κ.α.· ταράττω, Ερμον. Υ 363, Χρον. Μορ. H 3723, 3875, Αλφ. ξεν. Αμ. (Μαυρομ.) 91, Λίβ. Va 761, 3484, Χρησμ. (Brokkaar) 10, Μεταξά, Επιστ. 4854· γ́ εν. παθητ. αορ. εταράκτη, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 844· (ε)ταράκτηκε, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1450, 3719· γ́ εν. υποτ. παθητ. αορ. (να) ταρακτεί, Φαλιέρ., Ιστ.2 306, Μορεζ., Κλίνη φ. 161r.
Το αρχ. ταράσσω. Ο τ. ταράζω από τον αόρ. ετάραξα αναλογ. με τα ρ. σε –ζω (Ανδρ., Λεξ., Χατζιδ., ΜΝΕ Ά́, 280)· απ. τον 16.-17. αι. (TLG), στο Βλάχ. και σήμ. Βλ. και LBG. Ο τ. ταράττω ήδη αρχ. Η λ. και σήμ. λόγ.
I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) α) Ανακατεύω κ.: ο μεν (ενν. ο ηγούμενος) προστάσσει «τρίψε με και τάρασσε το σκάμα» Προδρ. (Eideneier)2 Δ́ 126· ήλθεν ανέμου ταραχή, την θάλασσαν ταράσσει Ιμπ. (Yiavis) 624· Έπαρε το ασπράδι του αβγού και τάραξέ το δυνατά με ξίδι δυνατόν … και ας γένει ωσάν αλοιφή Νικ. Ιεροπ., Εκδ. ιατρ. 1· β) κουνώ, αναταράσσω κ.: και εις εκείνο το νερόν … έρχοτον ο άγγελος πάσα χρόνον και ετάραζε το νερόν και ο πρώτος άρρωστος οπού να έρχοτον να επλένοτον εις εκείνο το νερόν … υγίαινε από πάσα κακόν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 204v· Βράσε ένα σταμνί ξίδι δυνατόν, χύσε το μέσα, φράξε καλά και τάρασσέ το να πιάσει όλον το βαρέλι Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 172· (μεταφ.): Ο πόθος, όταν σκληρευτεί, του κόσμου όλη την κτίση| να την ταράξει δύνεται και να τηνε κουνήσει Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Δ́ 50. 2) Διαταράσσω την ηρεμία, την τάξη· αναστατώνω: ειπέ τῳ βασιλεί, ότι εγώ ειμί ο Βαϊμούντος … εγώ προς την ιδίαν ήλθον χώραν κακά κατά σου βουλευόμενος· επί τούτο γαρ και ζων την Ρωμανίαν ετάραξα και αποθανών πάλιν μέλλω ταράξαι … Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 115 δις· Μηδέν ταράσσεις το λοιπόν τον κόσμον με βουλή σου,| μην έλθεις εις Αλέξανδρον και χάσεις τη ζωή σου Αλεξ.2 1075· (προκ. για την εκκλησία): ωσάν έπεσεν από τον ουρανόν εις την γην (ενν. ο διάβολος), έδωσεν ο Θεός εξουσίαν (διά των αμαρτιών των ανθρώπων) και ετάραξεν και ταράζει την εκκλησίαν Γεργάν., Εξήγ. Αποκ. 166· (αμτβ.): Και είπε του (ενν. ο γυμνός)· «Αλέξανδρε, τι πάγεις και ταράσσεις,| και άλλων ζώων την τροφήν υπάς και την αρπάσσεις;» Αλεξ.2 1951. 3) α) Προκαλώ ψυχική αναστάτωση, ταραχή, σύγχυση: παιδίν μου, …| εγώ φαντάζομαι, δοκώ ότι ομπρός μου στέκεις| και κράζω σε και ου λαλείς, ταράσσεις την ψυχήν μου Σπαν. Β 21· πάντοτε ταράσσεις με, πικραίνεις την καρδιάν μου| με λόγια τα ανέλπιστα, οπού μου συντυχαίνεις Σπαν. (Ζώρ.) V 398· έκφρ. ταράζω τα μέλη/την κεφαλήν κάπ. = αναστατώνω κάπ.: εσύ ’ρθες κι επολέμησες χωρίς εκ την βουλή μου| κι ετάραξες τα μέλη μου, όλην την κεφαλήν μου Ιμπ. (Yiavis) 154· β) φοβίζω, τρομάζω κάπ.: Τι σε κρατεί ο λογισμός και φόβος σε προσδέρνει;| Τι σε ταράσσει κίνδυνος και πάλιν αναμένεις; Λίβ. διασκευή α 972· χώρες πολλές εξάλειψεν (ενν. ο Μιχάλης) μικρές τε και μεγάλες· (παραλ. 4 στ.) τόσον φόβον τον έπηραν ότ’ όλοι τον τρομάσσαν| η φήμη και τα έργα του την Τουρκιάν εταράσσαν Παλαμήδ., Βοηβ. 206· Από τέτοιους βαρετούς συλλογισμούς ήλθε να την ταράξει ένας μεγάλος φοβερός αέρας, οπού ανακατώνοντας τη θάλασσαν άφριζε βαρώντας με μάνητα το περίγιαλο Καλόανδρ. (Δανέζης) 55 (33r)· γ) προκαλώ κακό σε κάπ.: Λαβόντες δε οι άθεοι θέλημαν παρ’ εκείνου (ενν. του βασιλέως)| ως θήρες δράσσουν κατ’ αυτών και ως κύνες μετά θράσους| και ως λύκοι επεσέβησαν σπαράξαι και ταράξαι| τους αληθούς χριστιανούς και φίλους του Κυρίου Φλώρ. 53. 4) (Επιτ.) ενισχύω, «τρελαίνω»: τσίκνα γέμισαν πολλήν τ’ αρθούνια μου στην στράταν,| κι εις τ’ άντερά μου ’σέβηκεν κι ετάραξεν την πείναν Προδρ. (Eideneier)2 Γ́ 273-30 χφ P κριτ. υπ. Β´ Αμτβ. 1) Ανακατεύομαι· (προκ. για θάλασσα): το πέλαος ετάραξε περίσσα κι εθολώθη Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 3348. 2) Τραντάζομαι, ταρακουνιέμαι: και μέσα εις το κούτελο η κοπανιά ’σωσέ με, (παραλ. 4 στ.) κι αστράψασι τα μάτια μου κι ετάραξ’ ο μυαλός μου,| κι ετρόμαξαν τα σωθικά κι εχάθη ο λογισμός μου Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 499· Δυο λουμπαρδιές αμόλερνε κι ήρχουνταν πάσα ώρα,| κι οι μπάλες σπίτια ρίχνασι κι ετάρασσεν η χώρα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 21430. 3) α) Αναστατώνομαι, ταράζομαι: Ιμπέριος, και η γυνή, λυπάται και ταράσσει,| γυρεύγει γύρου τον γιαλόν βάρκαν για να περάσει Ιμπ. (Yiavis) 619· β) ξεσηκώνομαι, επαναστατώ: φοβούνται τα στρατεύματα μήποτε και ταράξουν| και γένηται εμφύλιον εις όλον το φουσσάτο Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 672. 4) Σφαδάζω, τρέμω: Έσωσαν όθεν ο Χριστός ήθελε να περάσει| και η Δέσποινα αγκαλιάστην τον, στα πόδια του ταράσσει Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 3543· α δε γλακήσω, τίβοτας να βρω για να δαγκάσω,| σα λυσσασμένος στα στενά θα πέφτω να ταράσσω Κατζ. Γ́ 202· με τίνος λιονταριού καρδιά να σφάξω το παιδί μου;| Πώς να το δω στα πόδια μου σα ’ρίφι να ταράσσει,| σα βόιδι να μουγκίζεται, σαν ψάρι να σφαράσσει; Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 39· (σε παρομοίωση): Ωσάν ταράσσει το πουλί εις του σφακτή το χέρι,| όντε του ’γγίζει στο λαιμό το κοφτερό μαχαίρι,| έτσι η καημένη τση καρδία ήκανε, όντα μου ’μίλειε Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 827. IΙ. Μέσ. 1) Ανακατεύομαι, αναταράσσομαι: ει δε έχει (ενν. η κόρη) δόλον τίποτε και παρθενίαν ουκ έχει,| θολώνεται (ενν. το νερό), ταράσσεται και γίνεται ως το βούρκος| και παρευθύς γνωρίζεται η κόρη αιτίαν έχει Φλώρ. 1361· η θάλασσα εφούσκωσε, το κύμα εταράχθη| κι η κατοικία χάλασε, έπεσαν τα πουλία,| η θάλασσα την έριξεν όλην της (ενν. της αλκυόνος) την φωλία Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 866· (σε παρομοίωση): Κόρη, όντ’ αναντρανίσω σε και δω σε εις παραθύριν (παραλ. 1 στ.), ως ουρανός ταράσσομαι κι ως νέφη κρούγω, παίρνω Ch. Pop. 35. 2) Διαταράσσομαι, αναστατώνομαι· (προκ. για την τάξη των στοιχείων της φύσης): Εις το σπαθί οι Τούρκοι μάς εκερδέσαν,| και λόγιασε πόσα κεφάλια ’πέσαν. (παραλ. 2 στ.) τα τέσσαρα στοιχεία εταραχθήκαν,| γιατί παιδιά, γυναίκες εκεί χαθήκαν Τζάνε Εμμ., Μοιρολ. 13620· (ιατρ.): Εν τῳ ταραχθήναι τα συκωτοφλέγμονά σου Σπανός (Eideneier) A 103. 3) α) Τραντάζομαι, ταρακουνιέμαι: όταν έκοψαν τες σκαλωσιές του τούρλου, έβαλαν εις την εκκλησίαν νερόν πολύν, ώστε εκατέβαιναν τα ξύλα και εκτύπουν εις το νερόν. Και δεν εβλάβετον ο ναός, ουδέ τα θεμέλια εταρράσσοντον Hagia Sophia ω 5378· Αύγουστος μήνας ήτον και η πόλις όλη εσειέτον και εταράσσετον με φοβερούς σεισμούς και καθενός η καρδία του ετρόμαζεν από τον φόβον Ροδινός, Ιγατ. Παφλαγ. 8826‑27· Κι ώστε να πει το θέλημα (ενν. ο αγάς), εκτύπησε ένα βόλι,| το σπίτι εταράχτηκε κι εφοβηθήκαν όλοι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 38514· β) κουνιέμαι, σαλεύω: εις τους τρεις μήνες ταράσσεται το βρέφος εις την κοιλίαν της γυναικός και εις τους εννέα μήνες γεννάται Γιατροσ. Ιβ. 20. 4) α) Συγχύζομαι, ταράζομαι: ποτέ μη ταραχτούμεν| μόνον από της ακοής, το πράγμ’ α δεν ιδούμεν Αιτωλ., Μύθ.(Παράσογλου) 365· ταύτα ειπών Αλέξανδρος το πλήθος εταράχθη,| νομίσαντες ως έρημον αυτήν πάσαν Περσίδα| καταλιπείν Αλέξανδρον και τρέχειν προς Ελλάδα Βίος Αλ. (Aerts) 3984· Στα λόγια τα ψοματινά μη θέλεις να πιστεύγεις,| γιατί η καρδιά ταράσσεται πολλά και κιντυνεύγεις Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 162· β) θυμώνω, οργίζομαι: Ως είδασι τον ήρωα πηρόν, τυφλός να ένι,| οι μεν εκλαύσασι πολλά, εθρήνησαν βαρέως,| οι δε και εταράχθησαν, εξέλκουν τες μαχαίρες,| ζητούν τον Βελισάριον μετά μεγάλου θράσους Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 480· Ως είδεν ο Σπιθόλιοντας τα αίματα κι ετρέχα| στο στήθος του και στο μερί και το κορμί του εβρέχα,| εμούγκρισε, εταράχτηκε κι ωσά λιοντάρι αγριεύγει| και να βαρεί του Κρητικού τόπο να βρει γυρεύγει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 1109. 5) α) Ξεσηκώνομαι, κινητοποιούμαι: Πώς εκινήθη η μάχη με τους Μοραΐτες. Άρχισαν να ταράσσονται εκείνοι του Μορέως·| φουσσάτο να συνάζουσιν, να υπάν εις την Γλαρέντζα Χρον. Τόκκων 3671· Και τότες οι χριστιανοί θέλουν να ταραχθούσι,| τους Τούρκους να διώχνουσι και να τους πολεμούσι Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 3973· β) στασιάζω, επαναστατώ: εταράχθη το κοινόν κατά του βασιλέως, ώστε και έξωθεν του κουλά συναχθέντες λίθους έσυραν εις αυτόν Πανάρ. 654· Και εκράτησε την βασιλείαν η Παλαιολογίνα κυρά Ειρήνη, χήρα ούσα. Και ευθέως εταράχθησαν οι άρχοντες και εγένοντο δύο μέρη Πανάρ. 6517. 6) Τρεκλίζω, τρέμω: Μίαν των ημερών ένας φιλόσοφος εκάλεσεν τον Ξάνθον να τον φιλεύσει ... Και απής εκάθισαν εις την τράπεζαν, άρχισαν να μεθούν. Και ο Ξάνθος έβαλεν αρχήν να ταράσσεται Βίος Αισώπ. (Eideneier) Ι 26714. Η μτχ. ενεστ. ως επίθ. = που αναδεύεται, κινείται ελαφρά: αποσκάπτουσι τους τάφους … ευρίσκουσι τινά σώματα … παχυνόμενα και αι τρίχες της κεφαλής αυτών και των πωγώνων μακρυνόμεναι πλείον παρ’ ου ήσαν εις τον καιρόν της θανής αυτών … και ταραττόμεναι πολλάκις καθ’ εαυτών αυθύπαρκτοι Μάρκ., Βουλκ. 33921. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = 1) Ανακατεμένος: είναι πολλά θολερόν και είν’ τεταραγμένον (ενν. το νερόν) Φυσιολ. (Legr.) 746· Τας φλεγμονάς των όρχεων άλειφε ροδέλαιον ή με το ασπράδι του αυγού τεταραγμένον εις ξύδι Νικ. Ιερόπ., Εκδ. ιατρ. 26. 2) (Για πρόσ.) α) αναστατωμένος, συγχυσμένος: αθυμούντα δε τον βασιλέα και τεταραγμένον ιδούσα η μάμμη αυτού έφη … Παράφρ. Μανασσ. (Tieche) 339· β) που δεν έχει οργάνωση, τάξη· διαταραγμένος: Ούτω δη φερομένων των εκκλησιαστικών ως έτυχεν και μη όντος πατριάρχου διά το τελευτήσαι εκεί, άλλου δε προβιβασθήναι μη θέλοντος διά το σκάνδαλον (ην γαρ ουκ ολίγον), ούτως έμενον τεταραγμένοι Ιστ. πολιτ. 103.
τείχος- το, Καλλίμ. 883 (βλ. όμως και Χατζηγιακ., Δημώδη Ά́ 175), 1054 δις, Ασσίζ. 4546, 7, 11, 16, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 7177, Ερμον. Ψ 260, Βίος Αλ. (Aerts) 2348, Αχιλλ. (Smith) N 989, 1173, Καναν. (Cuomo) 64, 95, Λέοντ., Αιν. (Brokkaar) Χ3, Παρασπ., Βάρν. C 223, Έκθ. χρον. 443, 703, Κορων., Μπούας 79, 109, Αχέλ. 1511, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 583, Ιστ. Βλαχ. 2379 [= Γέν. Ρωμ. 21], Αποκ. Θεοτ. (Pern.) 243 κριτ. υπ., Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 300, 1742, Διακρούσ. (Κακλ.) 340, 985, Τζάνε Εμμ., Μοιρολ. 1387, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2903, 3886, 47910, Γεργάν., Εξήγ. Αποκ. 280 δις· τείχο, Πεντ. Λευιτ. XXV 29, 30, 31, Αρ. XXXV 4· γεν. εν. τείχου, Αχιλλ. (Smith) N 1148· πληθ. τειχέα, Χρον. Μορ. H 855, 857, 1429, 1462, 1696, 1701, 2053, 8310, 8398, 8407, Χρον. Μορ. P 8431· γεν. πληθ. τειχέων, Μαλαξός, Νομοκ. 516· τείχων, Χρον. Μορ. P 1696, Κορων., Μπούας 98· πληθ. τείχα, Πεντ. Δευτ. XXVIII 52· τείχια, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1630, Χρον. Τόκκων 634, Χρον. βασιλέων 1044, Hagia Sophia ψ 6146, 7.
Το αρχ. ουσ. τείχος. Ο πληθ. τείχια (πβ. Χατζιδ., ΜΝΕ Ά́ 402) και σήμ. ιδιωμ. (Χριστοδούλου, Κουζιαν.). Η λ. και σήμ.
1) Ψηλός οχυρός τοίχος που περιβάλλει μια πόλη και ενισχύει την άμυνά της: Χαλάσαντες γαρ τα τείχη μετά των σκευών, θέντες κλίμακας ανέβαινον εκ των χαλαστριών Έκθ. χρον. 349· Όλα ετούτα κάστρα περιορισμένα τείχο ψηλό, πόρτες και αμπάρα οξωθιό από τα κάστρα τα ανοιχτά Πεντ. Δευτ. ΙΙΙ 5· Όστις ... αναβαίνει, και εξέρχεται και εισέρχεται διά των τειχών και όχι από την πόρταν του κάστρου κεφαλικώς τιμωρείται, κόπτουσι το κεφάλι του Zygomalas, Synopsis 199 Θ 1· (μεταφ.): ήρταν τα παιδιά του Ισραελ μεσοθιό τη θάλασσα εις την ξέρη, και τα νερά αυτωνών τείχο από δεξιά τους και από ζερβιά τους Πεντ. Έξ. XIV 22· (σε παρομοίωση): κατέμπροσθεν δε πάντα (ενν. τα καταφράγματα)| πάσης της παρατάξεως ως μέγα τείχος στήσας (ενν. ο Αλέξανδρος),| εκέλευσε την σάλπιγγα πολεμικήν σημάναι Βίος Αλ. (Aerts) 4630· αυτοί έχουν συνήθειαν τ’ αμάξια τους να δένουν| κι ως τείχος να τα κάμνουσι και μέσα να σεβαίνουν| και σφαλισμένοι γύροθεν ...| εχθρούς των να φονεύουσιν αύθις ως ανδρειωμένοι Κορων., Μπούας 90. 2) (Μεταφ., για πρόσωπα) στήριγμα, προστασία: είς Θεός συνήγορος πάντοτε και προστάτης| και τείχος και βοήθεια και οδηγός κι εργάτης Αξαγ., Κάρολ. Έ́ 852· Το της πορφύρας βλάστημα, παντάναξ, τροπαιούχε| και τείχος απροσμάχητον τήσδε της Βυζαντίδος ... Προδρ. (Eideneier)2 Δ́ 638. 3) Τοίχος οικοδομής: εάν είς άνθρωπος έχει έναν του σπίτι συμπάσοις τοις τοίχοις και γίνεται ότι κανείς απέ τους γείτονάς του βάνει εις τον τοίχον του κρυφά βολίκιν και ουδέν έχει οπλήν να το μάθει ο άρχων του τείχους, το δίκαιον ορίζει ... Ασσίζ. 3607. — Βλ. και τοίχος ο.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- το, Διγ. Άνδρ. 3359, 3494, 37034, 3739, 3939· παλληκάρι, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 244, Χρον. Τόκκων 1631, 2058, 2585, Θησ. Β΄ [538], [845], Δ΄ [192], Πεντ. Γέν. XIV 14, XXXIV 19, XLI 12, Έξ. II 6, X 9, Αχέλ. 1485, 1947, 2110, Πανώρ. Δ΄ 2, Ε΄ 230, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 548, 1357, Β΄ 8, 216, 1844, Γ΄ 73, Δ΄ 1060, 1477, Στάθ. (Martini) Α΄ 145, Γ΄ 7, Διγ. O 1274, 1499, 1503, Τζάνε Εμμ., Μοιρολ. 13615, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2854, 37713, 52318, 5491, κ.π.α.· παλληκάρι(ν), Διγ. Z 746, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 505, 1314, 1688, 1748, Εβρ. ελεγ. 160, Διήγ. Βελ. N2 97, Αχιλλ. L 145, Παρασπ., Βάρν. C 292, Ch. pop. 18, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 146, Απόκοπ.2 467, Σκλάβ. 195, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 257, Χρον. σουλτ. 394, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Δ΄ 3, Ιστ. Βλαχ. 177, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 2, Διακρούσ. 1128, Κορων., Μπούας 64, 70, 77, 120, κ.α.· παλληκάριν, Γλυκά, Στ. 210, Λόγ. παρηγ. L 55, Μαχ. 4341, Χούμνου, Κοσμογ. 1514, Βουστρ. 483, Sprachlehre 175, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 123, 150, Συναξ. γυν. 699, Παϊσ., Ιστ. Σινά 152, Εγκ. αγ. Δημ. 108116· ονομ. και αιτιατ. πληθ. παλληκαρία, Μαχ. 5569, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1362 κριτ. υπ.· γεν. πληθ. παλληκαρέων, Κορων., Μπούας 37· παλληκαριώ, Στάθ. (Martini) Α΄ 126· παλληκαρίων, Διγ. Z 335, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 35, 1258, Διγ. Άνδρ. 3202.