Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 12 εγγραφές  [0-12]

  Κείμ.αναζήτησης : % | Βιβλ.αναφορά : Τάξ. θυρ.

  • καδηλεσκέρης
    ο, Ιστ. πατρ. 15821· κανδηλεσκέρης· καταλεσκέρης, Συναδ., Χρον. 38· καντηλισκάρης, Τάξ. θυρ. 33, 34· κατηλισκάρης, Τάξ. Πόρτ. 29-30.
    Το αραβοτουρκ. qadi-al asker ή το περσοτουρκ. qadi-i-bešker (Βλ. Mor., Byzantinot. II 141). Για τον τ. κατηλισκάρης βλ. Baştav, Ordo portae 27-28 και Mor., Byzantinot. I 145.
    Ανώτατος στρατιωτικός δικαστής: εν ολίγῳ δε απέκτεινε τον γαμπρόν αυτού ... και τον κανδηλεσκέρην ... διά το νεωτερίσαι τους γενιτσάρους Έκθ. χρον. 647.
       
  • καπιτζής
    ο, Rechenb. (Vog.) 301, Τάξ. θυρ. 45, Ιστ. Βλαχ. 1191, Συναδ., Χρον. 36, 37· καπικής, Χρον. σουλτ. 2728, 32, 35.
    Το τουρκ. kapici. Η λ. στο Du Cange, Appendix, λ. καπίτζηδες.
    Πορτιέρης της οθωμανικής αυλής, φρουρός: Εξ αυτούς δε τους γιανιτσάρους έως ογδόντα εισίν καπιτζήδες, ήγουν πορτάροι της αυθεντικής πόρτας Τάξ. Πόρτ. 15.
       
  • καριπγίτλερος
    ο· καπιγίτλερος, Τάξ. θυρ. 26
    Το τουρκ. garipyiğitler (πβ. garip yiğit στο Redhouse, λ. garip και Baştav [Ordo portae] 22-23).
    Τούρκος έφιππος πολεμιστής: Τετάρτη τάξις, ονόματι καριπγίτλεροι, εισί δε τετρακόσιοι και αυτοί καβαλλάροι Τάξ. Πόρτ. 13.
       
  • καρίπης
    ο, Τάξ. θυρ. 60.
    Το τουρκ. garip.
    Ξένος(;) έφιππος πολεμιστής: τετάρτη τάξις εισίν οι καλούμενοι καρίπηδες· εισί δε τετρακόσιοι, έφιπποι και αυτοί μετά δύο ηγεμόνων Τάξ. θυρ. 18· οι καρίπηδες (ενν. λαμβάνουσι την ημέραν) από ϛ́ έως ή (ενν. άσπρα) Τάξ. θυρ. 44.
       
  • παραταγή
    η, Καλλίμ. 72, 129, Διγ. (Trapp) Gr. 1417, Διγ. Z 1876, 4346, Λίβ. Sc. 1150, Λίβ. N 1985, Τάξ. θυρ. 69, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 642, Αχιλλ. (Smith) N 31, 41, 181, 232, 274, 396, 449, 1212, Αχιλλ. (Smith) O 8, 144, 173, 219, Ιμπ. (Lambr.) 28, 30, Ιμπ. 29, 31, 97, 309, 351, Αλφ. ξεν. Αμ. (Μαυρομ.) 89, Αλφ. (Μπουμπ.) I 67, Παρασπ., Βάρν. C 119, 183, 288, 348, 352, Αργυρ., Βάρν. K 176, Δούκ. 3314, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 611, Ιμπ. (Legr.) 27, 29, Βυζ. Ιλιάδ. 488, 594, 1003, Διγ. Άνδρ. 40837-8, Διήγ. Αλ. Σεμίρ. Σ 1258, κ.α.
    Από την πρόθ. παρά και το ουσ. ταγή. Η λ. τον 9. αι. (TLG), στο Πορφυρογ., Έκθ. 183, σε έγγρ. και κείμ. του 11. αι. (Act. Lavr. I 4827, Βραν. Ε., Βυζ. έγγρ. Πάτμου Α′ 638, Mihăescu, RSBS 2, 1982, 319, 320) και σε επιγρ. (L‑S). Πβ. και μτγν. ουσ. παράταγμα (L‑S Κων/νίδη).
    α) Σχηματισμός στρατιωτών σε ευθύγραμμες σειρές: Των σκουταρίων φωταυγαί και των αρμάτων πάντων| τον ήλιον αντηύγαζον και αυτήν την Αφροδίτην,| των νέων τας παραταγάς και τας κραυγάς εκείνων| ποίαν ουκ ήγειραν ψυχήν επί την ευφροσύνην; Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 405· Να είδες γουν παραταγήν του κόσμου εξαιρημένην,| φουσσάτον πανεξαίρετον, λαμπρόν αρματωμένον,| φαρία και ιππάρια υπόσελα του δρόμου Αχιλλ. (Smith) N 396· β) το σύνολο παραταγμένης στρατιωτικής δύναμης: φουσσάτα και παραταγάς τις να τας αριθμήσει; Αχιλλ. (Smith) N 41· στου παλατίου την αυλήν εσέμπηκεν να βλέπει,| ηύρεν εκεί παραταγήν, ηύρεν εκεί παιγνίδιν (ενν. ο Πάρις) Βυζ. Ιλιάδ. 614· γ) (συνεκδ.) μάχη, πολεμική σύγκρουση: Έδε οπού μας έδωκαν οι θεοί στρατιώτην βασιλέα,| προς μάχας και παραταγάς τινά να μη φοβάται Αχιλλ. (Smith) N 274· Ίσασι γαρ οι πάντες των επιφανών την σην ορμητικήν ψυχήν και το προς τας παραταγάς των πολέμων το τολμηρόν και θρασύ και λεόντειον Δούκ. 21722. — Πβ. παράταξις ‑ξη.
       
  • προσοδιαστής
    ο.
    Από τον αόρ. του προσοδιάζω και την κατάλ. ‑τής.
    Μισθοφόρος τούρκος στρατιώτης: η τρίτη τάξις έχει αλοφατζήδας επτακοσίους, ήγουν προσοδιαστάς, εφίππους και αυτούς Τάξ. θυρ. 15. — Βλ. και προσοδιάριος.
       
  • σιλιχτάρης
    ο· σελικτάρης, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 337· σιλικτάρης· πληθ. σιλικτάριοι, Τάξ. θυρ. 12, 43· σιλίκταροι, Τάξ. Πόρτ. 37, 59· σιλικτάροι, Τάξ. Πόρτ. 9.
    Από το περσ. silihdâr - τουρκ. silâhdar (Mor., Byzantinot. II 276). Ο τ. σιλικτάρης το 15. αι. (LBG) και στο Meursius (λ. συλικτάριδες).
    α) Επίλεκτος στρατιώτης του τακτικού Οθωμανικού στρατού της γενιτσαρικής περιόδου: και τους ανθρώπους οπού ήτανε εις το κάστρο τους επήρε και τους διαμέρασε·  και έκαμε μέρος από δαύτους Τούρκους σιλιχτάρηδες και το άλλο μεράδι τους έκαμε σπαχογλάνηδες Χρον. σουλτ. 10925· όταν δε τεθεί η σκηνή του αμιρά εις τα δεξιά μέρη σκηνούσιν οι σπαόγλανοι, εις δε τα αριστερά οι σιλικτάριοι, όπισθεν δε οι αλοφατζήδες Τάξ. θυρ. 59· β) (εδώ πιθ.) ο αξιωματικός της φρουράς του σουλτάνου που έφερε το ξίφος του (βλ. και Kaplanis [Ιωακ. Κύπρ., Πάλη σ. 767]): και καπετάνον έκαμε γαμπρόν του, και σερδάρη| και σερασκέρη μετ’ αυτούς και αυτόν τον σιλικτάρην Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 3332.
       
  • σκηνώ,
    Πανάρ. 765, Φυσιολ. 33913, Χούμνου, Κοσμογ. 1001, Έκθ. χρον. 5111, Ιστ. πολιτ. 6321, Αρσ., Κόπ. διατρ. 1109, Ψευδο-Σφρ. 2681, 3986.
    Το αρχ. σκηνόω.
    1) Στήνω σκηνή για να μείνω κάπου προσωρινά, κατασκηνώνω: Ότε και οι βασιλείς ελθόντες εκ Χαλδίας ουκ εισήλθον εν Τραπεζούντι εις το κάστρον διά τον σφοδρότατον διωγμόν του θανάτου, υπήρχε γαρ μην Ιούνιος, αλλ’ εσκήνωσαν εις τον άγιον Ιωάννην τον Αγιαστήν, εις τον Μίνθρον βουνόν Πανάρ. 7418· ήλθον κατά της Πάτρας οι τρεις των αδελφών και περί τους μύλους αυτής σκηνώσαντες εκείσε και την ανεψιάν του δεσπότου Καρούλου έφερον κυράν Θεοδώραν και εκείσε αυτήν και ο δεσπότης κυρ Κωνσταντίνος την ευλογήθη Σφρ., Χρον. (Maisano) 385· (μεταφ., προκ. για την ενανθρώπιση του Χριστού): Αποσταλείς από πατρός Θεού του αθανάτου (παραλ. 3 στ.) έως εις μήτραν ῴκησεν Μαρίας Θεοτόκου| και σαρξ ο Λόγος γέγονεν σκηνώσας μεθ’ ημών τε Φυσιολ. (Legr.) 977. 2) Στρατοπεδεύω: Ο δε Τεμήρ αναστάς από του τόπου, ου ην, ήλθεν και εσκήνωσεν εν ταις όχθαις του ποταμού όπου εκάθητο πρώην ο Παγιαζήτ Δούκ. 9312· όπως σκηνούσιν αι θύραι κύκλῳ του αμιρά ... εις τα δεξιά μέρη σκηνούσιν οι σπαόγλανοι, εις δε τα αριστερά οι σιλικτάριοι, όπισθεν δε οι αλοφατζήδες Τάξ. θυρ. 57. 3) Εγκαθίσταμαι, κατοικώ: Και έδιωξεν τον άθρωπο και εσκήνωσεν από ανατολικά του περιβολιού της παράδεισος Πεντ. Γέν. III 24.
       
  • σολάκης
    ο, Τάξ. Πόρτ. 24 (έκδ. –ιδες), Τάξ. θυρ. 28 (έκδ. –ίδων).
    Από το τουρκ. solak (βλ. Redhouse, Baştav, Ordo portae 25). Η λ. στο Du Cange (λ. σολάκιδες) και σήμ. ως κύρ. όν. (Βαγιακ., Βίος επων. 127).
    Τοξότης του σώματος των γενιτσάρων του Οθωμανικού στρατού που υπηρετούσε ως σωματοφύλακας στην ακολουθία του σουλτάνου (για τη σημασ. και το πράγμα βλ. Redhouse, λ. solak, Baştav, ό.π. και Bayerle, Pashas, Begs and Effendis, λ. solak-ba#01i): ετέρα τάξις ονόματι σολάκηδες (έκδ. –ίδες). Εισί δε πεζοί ομού ογδοήκοντα. Αυτοί δε συνοδεύουσι τῳ αμιρᾴ άχρι των θυρών του παλατίου ή έως των σκηνών ένθα μέλλει καταλύσαι. Έπειτα εκείνοι στρέφονται κύκλῳ των σκηνών αυτού ή εις τας θύρας, όταν διατρίβει εν τῳ παλατίῳ Τάξ. θυρ. 29.
       
  • σπαχογλάνης
    ο, Χρον. σουλτ. 14110· σπαογλάνης, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 337· πληθ. σπαόγλανοι, Τάξ. θυρ. 40, 58· σπαογλάνοι, Τάξ. Πόρτ.σπαχόγλανοι, Χρον. σουλτ. 1416.
    Από το τουρκ. sipahioğlanı (Redhouse, λ. sipahi). Ο πληθ. σπαογλάνοι στο Du Cange, όπου και εν. σπαχογλάνος (λ. σπαχίδες). Πληθ. σπαχογλάνοι το 15. αι. (TLG), στο Meursius και το LBG.
    α) (Στον πληθ.) επίλεκτο ιππικό σώμα του Οθωμανικού στρατού ή της Υψηλής Πύλης: Έχει δε εις πρώτην τάξιν (ενν. ο αμιράς) τους καλούμενους σπαογλάνους ήγουν αρχοντόπουλα, εξακοσίους, οίτινες προπορεύονται έφιπποι έμπροσθεν του αμιρά Ταξ. θυρ. 9· β) ιππέας στρατιώτης, μέλος επίλεκτου ιππικού σώματος: Και τους ανθρώπους οπού ήτανε εις το κάστρο τους επήρε και τους διαμέρασε· και έκαμε μέρος από δαύτους Τούρκους σιλιχτάρηδες και το άλλο μεράδι τους έκαμε σπαχογλάνηδες και το άλλο μέρος τους (έκδ. τις) έκαμε γιανιτσάρους να στέκουνται εις την Πόλι Χρον. σουλτ. 10926.
       
  • τάσσω,
    Τρωικά 52910, Ασσίζ. 476, 33911, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 924, 1695, Ερμον. Π 260, Σαχλ. N 319, Σαχλ. Β΄ (Wagn.) P 25, Σαχλ., Αφήγ. 395, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1311, Παρασπ., Βάρν. C 119, Μαχ. 2085, 50221, Σφρ., Χρον. (Maisano) 208, Θησ. Δ́ [481, 3], Ή́ [545], Χούμνου, Κοσμογ. 139, 1219, Αλεξ.2 2409, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1240, 1814, Συναξ. γυν. 296, 790, Αγν., Ποιήμ. Ά́ 10, Βεντράμ., Γυν. 160, Σοφιαν., Γραμμ. 86, Αχέλ. 1623, 1929, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1940, Μορεζ., Κλίνη φ. 165r, Κυπρ. ερωτ. 9119, Πανώρ.2 Αφ. 37, Ά́ 203, Β́ 400, Γ́ 76, Δ́ 408, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 208, Έ́ 633, Κατζ. Έ́ 104, Ιντ. κρ. θεάτρ. Ά́ 63, Πιστ. βοσκ. I 3, 225, II 7, 37, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά́ 385, Γ́ 259, Δ́ 494, Έ́ 841, Στάθ. (Martini) Ά́ 47, Ιντ. ά́ 2, Γ́ 92, Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 159, Δ́ 75, Λίμπον. 495, Φορτουν. (Vinc.) Ά́ 125, Γ́ 76, Δ́ 44, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 286, Γ́ 173, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2063, 43126, Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 7818, κ.π.α.· ετάσσω, Θησ. Β́ [652τάζω, Χρον. Τόκκων 913, 1136, 2472, Δεφ., Λόγ. 462, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1345, Χρον. σουλτ. 11427, 14117, Νούκ., Μύθ. (Παράσογλου) 2, Βίος Δημ. Μοσχ. 360, Διγ. Άνδρ. 33327, Ιερόθ. Αββ. 336, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 697 ριή́ 2, Χριστ. διδασκ. 241, 412, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 96, Διγ. O 400, Γεργάν., Εξήγ. Αποκ. 80, 90, 191, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 8543, Κονταράτος, Στίχ. πολιτ. 578, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Τιμ. Ά́ ά́ 12, Προσοψάς, Δράμα γενν. τυφλού 22, κ.α.· τάζω ή τάσσω, Χρον. Μορ. H 477, Χρον. Μορ. P 3066, Φλώρ. 1538, 1721, Λίβ. διασκευή α 892 κριτ. υπ., Αχιλλ. (Smith) N 177, Φαλιέρ., Ιστ.2 346, Φαλιέρ., Θρ. (Bakk.-v. Gem.) 167, Ανακάλ. 90, Λίβ. Va 3972, Λουκάνη, Άλ. Τροίας [472], Πεντ. Αρ. VI 2, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 547, Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Β́ 587, Γ́ 617, κ.α.· γ́ πληθ. εν. ενεστ. τάσσομεστανε, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 3444· παθητ. αόρ. ετάκτηκα, Ελλην. νόμ. 5219, Ασσίζ. 275, 1581112, Αχιλλ. (Ηaag) L 897, Μαχ. 40821, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1984· ετάχθηκα, Χρον. Τόκκων 1286· ετάχτηκα, Ιων. I 16, II 10, Ασσίζ. 4081, Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Δ́ 259· ετάχτην, Ελλην. νόμ. 52924, Ασσίζ. 40913, 19, 4105, Χρον. Μορ. H 3733· γ́ πληθ. παθητ. αορ. ετάγηκαν, Διήγ. ωραιότ. 741· εταγήκασι, Διήγ. ωραιότ. 743· υποτ. παθητ. αορ. ταχτώ, Ασσίζ. 15817, 40924· μτχ. ενεστ. τάζοντα, Χρον. Τόκκων 494· παθητ. απαρέμφ. τακτήν, Μαχ. 43620.
    Το αρχ. τάσσω. Ο τ. τάζω (<θ. αορ. ταξ‑ με μεταπλ., κατά το σχ. έκραξα-κράζω· βλ. Ανδρ., Λεξ., λ. τάζω) τον 6. αι. (TLG), στο Βλάχ. (λ. τάζομαι) και σήμ. Η λ. και σήμ.
    I. Ενεργ. 1) (Στρατ.) σχηματίζω στρατιωτική παράταξη· οργανώνω το στράτευμα για πόλεμο ή μάχη: Άλλας καν τρεις βαστάξετε, φίλοι μου, τας ημέρας| να τάξω τα φουσσάτα μου και τας παραταγάς μου ... Αχιλλ. (Smith) N 449. 2) Τακτοποιώ, διευθετώ: του Εζεκία είπεν· «τάξε (έκδ. τάξαι) τα περί του οίκου σου και ορδίνιασ’ τα σπίτια σου, διότι πεθανίσκεις και δεν θέλεις ζήσειν» Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 330. 3) α) Αναθέτω σε κάπ. ένα συγκεκριμένο έργο ή καθήκον: μοναύτα έταξαν τον σιρ Αλαφράν Τόργιαν και τον σιρ Τουμές Γατανία και ήλθεν εις την Κερυνίαν εις τον κοντοστάβλην να του δώσουν τας γραφάς απού του έπεψεν ο ρήγας Μαχ. 50025· Και αφού απεχαιρετίστηκεν ο ξένος με τον Χρόνον,| ο Χρόνος επεθύμησεν να υπάγει όπου ετάχθην,| και ο ξένος πάλιν την οδόν της Δυστυχίας επήρεν Λόγ. παρηγ. L 196· β) διορίζω: Πρόσεχε αυτού οπού ηκούμπισες κι ετάχθης να δουλεύεις,| να έχεις τιμήν και ασχόλησιν και καθαράν αγάπην Σπαν. V 90. 4) Δίνω εντολή σε κάπ. να κάνει κ.· παραγγέλλω, διατάζω: σύντομα εξέβηκε (ενν. ο Βέλθανδρος) την πύλην την του κάστρου·| ηύρηκε τους ανθρώπους του καθώς και έταξέν τους·| κανείς ουδέν ετόλμησε να έμπει εις το κάστρον Βέλθ. 741· ετάξαν τους άρχοντες να δώσουν αργάτες και πέτρες, και τους πουρζέζηδες και τον λαόν Μαχ. 59025· μοναύτα όρισεν και ετάξαν πάσα άνθρωπον διά να συμπιαστεί εις την αυλήν του ρηγός Βουστρ. (Κεχ.) 1014. 5) α) Αναγνωρίζω ότι κάπ. έχει μια ορισμένη ιδιότητα, παραδέχομαι, αποδέχομαι: Ο κύρης ’ς τούτα οπού μιλεί (ενν. η Αρετούσα) δε στέκει ν’ αφουκράται,| πλιο δεν την τάσσει ογιά παιδί, πλιο δεν τηνε λυπάται Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 522· όρκον εποίησε (ενν. ο Καλοϊωάννης) αφυρόν, ποτέ τον Παλαιολόγον| να μη τον τάξει βασιλέα, αφέντη μη τον έχει Χρον. Μορ. H 3066· β) υπολογίζω, λογαριάζω κάπ. ή κ.: Ο Χάρων δεν εντρέπεται ουδ’ άρχων ουδέ ρήγα·| όσον έναι ψηλότερος, τόσον τον τάσσει ολίγα Νεκρ. βασιλ. 82· (με άρν.· βλ. και Ξανθ., BZ 16, 1907, 475): το κοινό εμαζώθηκεν, ομόνοιασαν οι πάντες.| Τους άρχοντες δεν τάζουσιν, κανείν ουδέν φοβούνται.| Εις τον γουλάν ανέβησαν, πήραν την εξουσίαν Χρον. Τόκκων 1298· Αμή εκείνες (ενν. οι γυναίκες) ’δέ θυμούνται,| ουδέ τάσσουν, ’δέ φοβούνται,| να μηδέν τας εγροικήσουν| και τας κάρας τους τσακίσουν Έπαιν. γυν. (Vuturo) 308· γ) θεωρώ, λέω: ας τάξω, δεν το γέννησα (ενν. το παιδί μου) ειδέ ’δα το ποτέ μου,| μα ένα κερίν αφτούμενον εκράτου κι ήσβησέ μου Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 401· Τάξε και δεν είδες εις εμένα ό,τι είδες Μορεζ., Κλίνη φ. 368v. 6) α) Δεσμεύομαι ότι θα κάνω ή θα δώσω κ.· διαβεβαιώνω, υπόσχομαι: τότες ήσαν οι Φράγκοι εις την Ανατολήν και υπαγαίνει ο Βαϊμούνδης άρχος της συγκλήτου και τάζει τους μύρια χρήματα καθενός, μόνον να υπάν μετ’ αυτόν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 322r· ετάξαμε χαρίσματα να κάμομε μεγάλα Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. δ́ 98· είντα δεν κάνει ο Έρωτας σε μια καρδιά π’ ορίζει (παραλ. 5 στ.)! Πόσα μας τάσσει αδικητής κι απόκει μας κομπώνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά́ 1043· (με το μνέγω για έμφαση): εγώ αυτόν τόν έποικες όρκο μνέγω και τάσσω| όξω από την αγάπη μας άλλο να μη λογιάσω Φαλιέρ., Ιστ.2 741· (με σύστ. αντικ.): μου τάσσεις μεγάλα ταξίματα Ροδινός (Βαλ.) 212· (με γεν. προσ. και δευτερεύουσα πρόταση): μη με αποβγάλεις από το πρόσωπόν σου, και τάσσω σου, Δέσποινά μου, να πικράνω εκείνον τον δαίμονα με την καλήν μου μετάνοιαν Μορεζ., Κλίνη φ. 165r· Κατζούρμπο, θες να ’ρθείς κι εσύ στη μάχη μετά μένα;| Και τάσσω σου μ’ ονόματα να βγούμε παινεμένα Κατζ. Β́ 22· (σε απειλή): Άλλαξε γνώμη, αν πεθυμάς, Αλέξη, τη φιλιά μου·| αλλιώς σου τάσσω ώστε να ζιω να ’χεις την όργητά μου Πανώρ.2 Γ́ 614· (σε παρενθετική πρόταση): πλια καλύτερα σ’ έχω παρά παιδί μου| κι ογιά κακό σου, τάσσω σου, δεν θέλει είσται η βουλή μου Πανώρ.2 Γ́ 70· β) (προκ. για το Θεό) επαγγέλλομαι (πβ. ά. τάσσιμον σημασ. 2): η Εκκλησία είναι εις μεγάλην πέτραν θεμελιωμένη ... και πύλαι Άδου δεν δύνονται να την χαλάσουν, καθώς μας το έταξεν ο Κύριος, ο λίθος ο ακρογωνιαίος Γεργάν., Εξήγ. Αποκ. 169· γ) (θρησκ.) υπόσχομαι αφιέρωμα ως αντάλλαγμα για κ. που ζητώ, κάνω τάμα: να παρακαλούσινε (ενν. τον Θεό) και λειτουργιές να τάσσου,| στη Ντία όλοι ζωντανοί, σαν πεθυμού, να φτάσου Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 53015· (με σύστ. αντικ.): ανήρ ότι να τάξει τάγμα του Κύριου γή έμοσεν όμοσμα να δέσει δέμα ιπί τη ψυχή του, να μη λιτώσει το λόγο του Πεντ. Αρ. XXX 3· δ) υπόσχομαι ότι θα δώσω σε κάπ. γυναίκα ως σύζυγο: κατέχεις πως ταμένη| την έχει (ενν. την Κασσάντρα η μάννα της) για γυναίκα του του Νικολό τ’ Αρμένη; Κατζ. Ά́ 103· Ξεύρω το πως μ’ ετάξανε κι έχουν με παντρεμένη,| μα δεν κατέχω έτσι σιμά το γάμο μου να γένει Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Β́ 873. 7) (Χρον.) α) ορίζω, καθορίζω ημερομηνία: έταξαν ουν ημέραν ίνα έλθωσι πάλιν και ίδωσιν Ιστ. πολιτ. 4922· β) (νομ.) καλώ κάπ. να παρουσιαστεί συγκεκριμένη μέρα στο δικαστήριο, κλητεύω: δέεται (ενν. ο συνήγορος) την αγιοσύνην σου να ορίσεις να τον τάξουν (ενν. τον αποστρέφοντα τον γάμον) εις ημέραν τακτήν να έρθει να απολογηθεί Ελλην. νόμ. 5167· ο εμπαλής θέλει να τάξει εκείνους του εγκλημάτου, και έρχονται εις την ημέραν ... να ακούσουν το κρίσιμον Ασσίζ. 34424· (με σύστ. αντικ.): Παρίστανται οι πενθεροί ... έμπροσθεν του κριτού ή του επισκόπου και ποιούν να τάξουν τον άνθρωπον οπού εδευτερογάμησεν ά́ τάξιμον ... Ελλην. νόμ. 57111. 8) (Προκ. για ονομασία) ορίζω: Ούτως νοητέον και επί την ονομασίαν των βουλκολάκων ...· ου μη πνεύμα διαφθείρον ζωήν ανθρώπων ετάχθη η ονομασία αυτών ..., αλλά κατ’ ετυμολογίαν γραμματικής ... λέγεται βουλκόλαξ δήλον βούλκος λάκκου, ήγουν σήψις Μάρκ., Βουλκ. 3449. 9) (Προκ. για κείμενο) συντάσσω: Γεώργιος Χούμνος με σπουδήν εβάλθηκεν να γράψει,| την Γέννησιν και Έξοδον σε ρίμα να την τάξει Χούμνου, Κοσμογ. 2832. II. Μέσ. Α´ Αμτβ. 1) Παίρνω τη θέση μου σε στρατιωτική παράταξη, παρατάσσομαι: έποισε (ενν. ο Αχιλλεύς) την καρδίαν πάντων| ανδρειωμένως να μαχήσουν.| Και ετάχθησαν οι πάντες| οι συντρόφοι οι Μυρμιδόνες| κι εις την μάχην υπαγαίνουν Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΙϚ́ [123]. 2) Τοποθετούμαι, μπαίνω στην υπηρεσία κάπ.: εσύ ’σαι η καρδία μου, εσύ είσαι η ψυχή μου,| δούλη σου ετάκτηκα πάντα, θαρρώ να μη σε θλίψω Αχιλλ. L 877. Β´ Μτβ. 1) Δέχομαι, παραδέχομαι: οι άρχοντες της Ερδελιάς όλοι τον προσκυνούσιν,| διά ρήγαν τους τον τάζονται (ενν. τον Μιχάλη) κι έτσι τονε τιμούσιν Σταυριν. 716. 2) Λογαριάζω, υπολογίζω, θεωρώ: εγώ είχ’ αποφασίσει| λεύτερη να ’χω και λυτή την εδική μου ζήση (παραλ. 2 στ.). Τούτο το κέρδος τάσσομαι και πλιάτερα το χρήζω,| παρά το σκήπτρο να βαστώ και βασιλειές να ορίζω Ροδολ. (Αποσκ.) Β́ 329· τα κοράσια το συχνόν με πόλεμο εζαλίζαν| με τον λαόν του τον καλόν, τον δυνατόν και άγριον.| Αμή έτσι τες ηύρισκεν όλες αφυρωμένες,| ότι τίποτε ου τάσσονται τα έργα οι Αμαζόνες Θησ. (Foll.) I 94. 3) α) Δεσμεύομαι να κάνω κ., υπόσχομαι: Γυναίκα τις μέλλοντα να ορμαστεί ετάχτη μετά το ορμασθήναι να δώσει του ανδρός μεγάλην προίκα, και εκόμπωσεν τον άνδρα Ελλην. νόμ. 52921· Εάν γένηται ότι κάτις άνθρωπος τάσσεται ετέρου να του ποίσει καμίαν δουλείαν ... το δίκαιον και η κρίσις ορίζει ότι ένι κρατημένος να ποιήσει εκείνον οπού του ετάχθην Ασσίζ. 15729, 1581· τάσσεται (ενν. ο Φαραώ) ν’ αφήσει| τον Μωυσήν με τον λαόν, να μην τους εμποδίσει Χούμνου, Κοσμογ. 2359· (σε απειλή): τάσσομαί σου, ότι ανισώς και έλθω εις την Κύπρον ..., θέλω σου ποίσειν τόσον κακόν όπου να τρομάξουν πολλοί Μαχ. 21627· β) (προκ. για μάρτυρα σε δίκη) υπόσχομαι ανταλλάγματα, δωροδοκώ: εάν έναι χρήσις να φέρεις μάρτυρας, ουδέ να τους παρακαλέσεις, ουδέ να τους ξενιάσεις, αλλ’ ουδέ να τους τακτείς, αμέ να τους φέρεις δίκαια και πιστά Ελλην. νόμ. 52016· γ) κάνω τάμα: πάλιν γραία η πτωχή κλαίει και καταράται,| τον άγιον Γεώργην τάσσεται πουλίτσιν να του πάει Πουλολ. (Eideneier) 397· Στην Αμμωνίκη εδιάβηκε (ενν. ο Αλέξανδρος), ομορφαρδινιασμένος,| να προσκυνήσει τους θεούς, οπού ’τονε ταμένος Αλεξ.2 516· (με σύστ. αντικ.): Τάσσιμο ετακτήκασι να πα να προσκυνήσου| εις το ναό του Σολομό, παιδί για να γεννήσου Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1544. Φρ. τάσσω όρκο(ν), βλ. ά. όρκος (Ι) Φρ. 1α. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = ορισμένος, καθορισμένος: ότε φθάσει ο καιρός και ώρα τεταγμένη,| αλλάσσει δε αρχιερεύς, πλέον ουκ αναμένει Προσκυν. Ιβ. 845 153. Το ουδ. της μτχ. παρκ. ως ουσ. = (προκ. για χρηματικό ποσό) καθορισμένη χρηματική αποζημίωση, αμοιβή: οι σπαόγλανοι έχουσι την ημέραν ανά δέκα αργυρίδια ... οι ελάττονες, και ανέρχεται ο μισθός αυτών έως του μείζονος αυτών εις άσπρα ν́. Το δε ταγμένον εστίν από ασπρών κ́ έως κέ́ την ημέραν Τάξ. θυρ. 42.
       
  • ταφρεία
    η.
    Το αρχ. ουσ. ταφρεία. Ταφρία στο LBG (11. αι.).
    Οχυρωματική τάφρος: Ομοίως … και αι θύραι κραταιούνται ισχυρώς κύκλοθεν ταφρείαις και αλύσεσι σιδηραίς Τάξ. θυρ. 93.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης