Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- παρασούμικος,
- επίθ.
Πιθ. από το επίθ. παράσουμος (<παράσημος, βλ. ά.), που απ. και σήμ. στο κρητ. ιδίωμα (Andr., Lex., λ. παράσημος), και την κατάλ. ‑ικος (βλ. Κουκ., Λαογρ. 3, 1911-12, 369-70). Ο Τσαντσάνογλου, Ελλην. 24, 1971, 59 σημ. 5 συσχετίζει τη λ. με το ιδιωμ. ουσ. παρασούμι «παρωνύμιο». Κατά Βασιλείου [Συναξ. γαδ., Γλωσσάρ. στη λ.], στη λ. υπόκειται το ουσ. σουσούμι· πβ. και το νεότ. λαϊκ. παρασούσουμος (Δημητράκ., Ανδρ., Λεξ.).
Που έχει σωματικό ελάττωμα, παραμορφωμένος, άσχημος: Όντως πρέπει σε, γάδαρε, γάδαρον να σε λέγουν| ... και προς την θεωρίαν| τήν έχεις, και τα άλλα σου επάνω εις το κορμί σου,| όλά ’ναι παρασούμικα μετά της θεωρίας Συναξ. γαδ. (Βασιλ.) 54 (έκδ. Wagner παρασουλικά και Pochert ‑σούλικα· βλ. και παρασουλικός).
πάρδαλος- ο, Βίος Αλ. 4554, 4942.
Η λ. στον Αριστοτέλη.
α) Αρσενικός πάνθηρας: αρκούδες, αγριόχοιροι, λέοντες και παρδάλοι Συναξ. γαδ. (Βασιλ.) 38· β) προκ. για τον πάρδο (βλ. ά.), αν δεν πρόκ. για τ. του επιθ. παρδαλός: Τότε ο λεοντόπαρδος εφθέγξατο τοιαύτα:| «Μηδέν καυχάσαι, πάρδαλε, και κοντοουραδάτε,| εις δύναμιν, εις πήδημαν και εις τους όνυχάς σου ...» Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 884.
παρδίτσης- ο, Συναξ. γαδ. (Βασιλ.) 181, 191, Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 263, 284.
Από το ουσ. πάρδος και την κατάλ. ‑ίτσης (Για την κατάλ. βλ. Georgac., The -ιτσ- suffixes πολλ.). Πβ. τοπων. Παρντίτσια στη Ρόδο (Georgac., The -ιτσ- suffixes 111).
Πάρδος (θωπευτ.)· (εδώ πιθ.) «γατούλης» (ως κύρ. όν.· για τη σημασ. πβ. Δεινάκις, Αθ. 33, 1921, 212 και Andr., Lex., λ. πάρδος): Βλέπω, περιεργάζομαι και γάτον είχ’ η γραία,| κι είχε την τρίχα κόκκινην και την ορά μακρέα·| η γραία του ’χε όνομα Παρδίτση να τον κράζει Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 261.
πάρεον- το.
[Πιθ. σχετ. με το ισπ. pareo (Τσαντσάνογλου Κ., Ελλην. 24, 1971, 60), αν όχι από το ιταλ. pari (παλαιότ. pare) ή λατ. και προβηγκ. par (Τσαντσάνογλου Κ., Ελλην. 24, 1971, 60, Battisti-Alessio, Diz. etim., λ. pare και pari, Meyer-Lübke, Rom. Etym. Wört., λ. par) από αρχαϊστική διάθεση κατά ουσ. σε –αιον (λ.χ. δίκαιον, τρόπαιον).]
Αρχοντικό προνόμιο, τίτλος ευγενείας (βλ. Τσαντσάνογλου Κ., Ελλην. 24, 1971, 60): Χαρά σ’ εσέ, κυρ γάδαρε, με την προτίμησίν σου| το πάρεον εκέρδισες και την τιμήν του κόσμου Συναξ. γαδ. (Βασιλ.) 387.
πέλαγος- το, Συναξ. γαδ. (Βασιλ.) 96, Λίβ. Sc. 903, 2227, Λίβ. Esc. 1986, 2947, Μάρκ., Βουλκ. 3523, Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 141, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 108, Ριμ. κόρ. 594, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 263, Ιστ. πολιτ. 569‑10, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Αφ. 57, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 243, Δ́ 816, Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 102, Διακρούσ. 8231, 8823, 11712, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 17811, 2631, κ.α.· πέλαγο, Χρον. Μορ. P 603, Πορτολ. A 18625, Χρον. σουλτ. 8036, Στάθ. (Martini) Β́ 279, 284· πέλαγο(ς), Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1057, Απολλών. 315, Χρησμ. I 207, X 27, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ́ 1531· πέλαο(ς), Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 399· πέλαος, Ιμπ. 801, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1568, 3276, 3301, 3348, 37120, 37420 κ.α.· αιτ. εν. πέλαγον, Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 332.
[Το αρχ. ουσ. πέλαγος. Οι τ. πέλαγο και πέλαο και σήμ. λαϊκ. Ο τ. πέλαος και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., Κουκ., Αθ. 36, 1924, 256, Κουσαθανάς, Λεξ. Μυκόν.). Για την αιτ. εν. πέλαγον πβ. Αποσκίτη [Ροδολ. σ. 176 σημ. 4]. Η λ. και σήμ.]
1)) α) Ανοικτή θάλασσα: Χρον. Μορ. H 1680, Μαχ. 17030, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1675· (σε μεταφ.): ο Σπιθόλιοντας … (παραλ. 1 στ.) … αγριεύγει (παραλ. 1 στ.) μηδέ ποτέ το πέλαγος έτοιας λογής μανίζει| ’ς τσ’ ανεμικές του Γεναριού όντε βροντά κι αφρίζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 1111· (σε προσωποπ.): Πέλαγος, τρέξε γλήγορα και ράξε να τσι πνίξεις Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 20211· β) θαλάσσια περιοχή μικρότερη σε έκταση από τη θάλασσα και τον ωκεανό, η οποία βρίσκεται συν. ανάμεσα σε νησιά ή σε νησιά και τμήματα ξηράς (η σημασ. ήδη αρχ.): Σαν εσιμώσα στο νησί, βροντές εγροικηθήκα, (παραλ. 1 στ.) και δεν επιάσα τω νησιώ τα πέλαγα, να ’ρθούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1628· γ) η θάλασσα (σε αντιδιαστολή με την ξηρά) γ1) ως περιοχή διοικητικής-στρατιωτικής αρμοδιότητας: Τότες γενεραλίσσιμο …,| … Μορεζίνη βάνου (παραλ. 2 στ.) νά ’ρθει στο Κάστρο με σπουδή, το πέλαγος να ’ρίζει Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 43313· (σε γεν. με τη λ. στρατηγός): να βγάλεις έξω στρατηγούς της γης και του πελάου Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2488· γ2) (σε γεν. με τις λ. φοσσάτον, αρμάδα, στρατηγός) ναυτική στρατιωτική δύναμη: φοσσάτον μέγαν, δυνατόν, της γης και του πελάγου Διήγ. Βελ. N2 80· οδιατί είχεν και της γης και του πελάγου αρμάδα πολλήν Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 399· γ3) (σε γεν. με τα ουσ. στράτα, δρόμος): εκράτησαν (ενν. τα κάτεργα) τα έμπατα, τες στράτες του πελάγου Χρον. Μορ. H 1288· εκράτησεν (ενν. ο Παλαιολόγος) εξάπαντος τους δρόμους του πελάγου Χρον. Μορ. P 1288· έκφρ. Χριστιανοί του πελά(γ)ου = νησιώτες: έδωσαν περίσσιες ζημίες, … εις όλον το έθνος των Χριστιανών, τόσον της γης ωσάν και του πελάγου Σουμμ., Ρεμπελ. 158· βοηθός των χριστιανών, της γης και του πελάου Βίος αγ. Νικ. (Κακλ.) 266. 2) Μεγάλη, αχανής έκταση α) αποτελούμενη από υγρό στοιχείο· (εδώ σε μεταφ.): ανάγκας υπεστάθην,| ποθοκαμίνου ερωτικήν ποθοκατακαημένου,| μέσα να στέκω εις πέλαγος γλυκυτάτου νερού,| και να διψώ, να φλέγομαι, και να μηδέν τρομώ να πίω Λίβ. Esc. 3410· β) προκ. για εδάφη: Ουκ οίδας ω ηγεμών, ότι την ην οικούσι Θρᾴκες γην και μόνην κατέχομεν, τα δε λοιπά άπλετα πελάγη των επαρχιών, … πάντα εν τρυτάνῃ απῃωρημένα εισί Δούκ. 21129· παρακάλεσον τον Κύριον να μη με αφήσει μίαν ημέραν μετά την σην αναχώρησιν, ίνα μη πλανηθώ εις το πέλαγος ταύτης της ερήμου Αγαπ., Βίος Ιωάσ. 23222· γ) προκ. για τον αέρα, την ατμόσφαιρα που μας περιβάλλει (βλ. και αέριος): των … πτερών, ους ελάτας παρωνύμως καλούσι διά το δι’ αυτών ελαύνεσθαι και κώπης δίκην διατέμνεσθαι το αέριον πέλαγος Ιερακοσ. 4825. 3) (Μεταφ.) α) για δήλ. μεγάλης ποσότητας, αφθονίας: Ψευδο-Σφρ. 17218, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 14217, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 14421· (προκ. για έντονο συναίσθημα): εις πόσον φόβου ενέπεσε πέλαγος η ψυχή μας Λίβ. N 2630· (προκ. για το μέγεθος και την ποικιλία έργου σημαντικής προσωπικότητας): σαν ατελής μένω (ενν. εγώ, ο Ιωάννης Ανδρέας Τρώιλος) στο περιγιάλι| κι εις το βαθύ σου πέλαγος (ενν. Θωμά Φλαγγίνη) ας πράσσου διδασκάλοι Ροδολ. (Αποσκ.) Αφ. 72· β) (προκ. για δύσκολη κατάσταση· η σημασ. ήδη αρχ., βλ. L‑S, στη λ. σημασ. ΙΙ.)· φρ. μπαίνω σε πέλαγος = μπλέκω σε βάσανα, προβλήματα: Παιδάκι μου, ας εγνώριζες πού πορπατείς και πηαίνεις| και σ’ είντα πέλαγος βαθύ και θυμωμένο μπαίνεις Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 156· (εδώ για το εγχείρημα της συγγραφής): Απής η τύχη μ’ έφερε εις τούτο, να μιλήσω,| εβάλθηκα σε πέλαγος νά ’μπω να κολυμπήσω Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1436. Η γεν. εν. ως επίρρ. (για τη χρ. πβ. Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ., σημασ. 2 και Αναγνωστ., ΛΑ 6, 1923, 77): επιάσαν και επολέμιζαν τα κάτεργα πελάου Θρ. Κων/π. (Mich.) 100.
περί,- πρόθ., Σπαν. (Ζώρ.) V 108, 479, Καλλίμ. 5, 1819, Ασσίζ. 718, 1414, 1515, Διγ. (Trapp) Gr. 908, Βέλθ. 497, Χρον. Μορ. H 560, 942, 2130, Χρον. Μορ. P 907, 3045, 6245, Βίος Αλ. 4035, Ιατροσ. κώδ. ωκγ́, ωκθ́, ͵αρλβ́, Συναξ. γαδ. (Βασιλ.) 209, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 5, Λίβ. Sc. 3118, Λίβ. Esc. 4276, Λίβ. N 2972, Αχιλλ. (Smith) O τίτλ., Χρον. Τόκκων μετά στ. 18, μετά στ. 30, μετά στ. 43, Ουζούχασαν 23, Σφρ., Χρον. (Maisano) 443, Θησ. (Foll.) I 57, 65, 83, 134, Θησ. Γ́ [403], Αλεξ. πριν στ. 7 κριτ. υπ., πριν στ. 101 κριτ. υπ., πριν στ. 124 κριτ. υπ., Κορων., Μπούας 114, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 20313, Διήγ. Αλ. G πριν στ. 27835, Διήγ. Αλ. F (Konst.) 3017, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 261v, 297v, 307r, Σοφιαν., Παιδαγ. 110, Πτωχολ. α 336, Μαλαξός, Νομοκ. 326 τρις, Ιστ. πατρ. 1092, Πτωχολ. (Κεχ.) P 106, Κανον. διατ. Α 25, 242, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 746, 993, 131, 47146, Μπερτολδίνος 117, 122, κ.π.α.· πέρι, Διήγ. Αλ. G 26928, 30, 27435, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 140r.
[Η αρχ. πρόθ. περί. Ο τ. και σήμ. ιδιωμ. (Κωστ., Λεξ. τσακων., λ. παρά, Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ., Pern., Ét. linguist. ΙΙ 394 σημ. 2, 395 σημ. 1, Μπόγκα, Γλωσσ. Ηπείρου Ά́ 301). Η λ. και σήμ. λόγ. (ΛΚΝ).]
I. Πρόθ. 1) Με γεν. α) (για δήλ. αναφοράς) σχετικά με, για: Καλλίμ. 1068, Κυπρ. ερωτ. 13810, Σφρ., Χρον. (Maisano) 11610· (συχνότ. σε τίτλ.): Κανον. διατ. Α 442, Ιατροσ. κώδ. ͵αλέ, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 2790· φρ. έχω κάπ. ή κ. περί πολλού = θεωρώ κ. ή κάπ. σημαντικό, πολύτιμο: Δίδει εξήντα χιλιάδες| αργυρίου και χρυσίου| και ’γοράζει το λιθάρι| και περί πολλού το έχει Πτωχολ. (Κεχ.) P 158· Ηγάπα (ενν. ο αφέντης της Πρεβέντζας) δε περί πολλού τους νέους να τους έχει.| Πλούτη ομού και χρήματα και πράγματα και λίθους,| όλα ως αράχνην τα έβλεπεν Ιμπ. 19· β) (αιτ.) εξαιτίας: Ερμον. Τ 18· γ) (τοπ.) πέριξ, γύρω από: Διγ. (Trapp) Gr. 2371. 2) Με αιτιατ. α) (για δήλ. αναφοράς) σχετικά με, για: Ασσίζ. 38227, Καλλίμ. 405, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1207· (συχνότ. σε τίτλ.): Περί τους κριτάδες οπού ένι κρατημένοι της αγίας εκκλησίας να της βοηθούν Ασσίζ. 427· Περί την κλεψίαν οπού ηβουλήθησαν οι Σπαταίοι να κάμουν εις την Βόδιτσαν Χρον. Τόκκων μετά στ. 93· Περί την σταύρωσιν του Χριστού Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 283r· β) (τοπ.) β1) γύρω από: Διγ. Z 3643· β2) κοντά σε: Ημείς δ’ επί την αύριον, η των Βαΐων και η εορτή τυχούσα, τεμόντες πάντες βαΐα μυρσίνης, ... και φέροντες ανά χείρας, ελθόντες επέσαμεν περί τας πόρτας του κάστρου Σφρ., Χρον. (Maisano) 4418· β3) (για δήλ. τοπ. έκτασης): Βίος Αλ. 1089· β4) μέσα σε: Καλλίμ. 2037· β5) κατά μήκος: ουδέν επιάσαμεν την περί τον Αλφειόν οδόν αλλά την αριστεράν Σφρ., Χρον. (Maisano) 441· β6) κάτω από: φέρει σκαμνίν ολόχρυσον εκείνος ...| περί τους πόδας ... της γυναικός Καλλίμ. 518· γ) (χρον.) περίπου: Καλλίμ. 2099, Πανάρ. 7526, Δούκ. 21529, Σφρ., Χρον. (Maisano) 444· δ) (αιτ.) για, εξαιτίας: και τη γραφή σου έλαβα και εχάρηκα περί τις υγείες σου Σεβήρ.-Μανολ., Επιστ. 171· ε) (για δήλ. τρόπου) στην έκφρ. περί στανέο = με το ζόρι, παρά τη θέληση (κάπ.): ακαρτερούσανε την ημέραν του πολέμου με φόβον πολύ. Και κάποιοι εκοιτάζανε να φύγουνε, να πάνε όξω εις τα χωρία ή να κρυφτούσι αλλού, να γλυτώσουνε ... Και οι καπεταναίοι τους εκρατούσανε σαν περί στανέο απάνω εις τα τειχία Χρον. σουλτ. 8522. 3) (Με δευτερεύουσα πρόταση, για δήλ. αναφοράς) σχετικά με, για: περί τό λέγει (ενν. η κυρά δείνα) ότι υπάρχω αδελφός αυτής πνευματικός Ελλην. νόμ. 5594· (σε τίτλ.): Περί το πώς εκαβαλίκευσεν ο Αλέξανδρος τον Βουκέφαλον Αλεξ. πριν στ. 307 κριτ. υπ.· (με παράλ. άρθρου.): Περί πώς έκαμαν βουλήν οι Αλβανίται Χρον. Τόκκων μετά στ. 56· Περί όταν απολογήσατο ο βασιλεύς Ερμον. Ω μετά στ. 48. II. (Σύνδ. συγκρ.) παρά (πβ. παρά Β́Ί, παρού ΙΆ́, βλ. και Χατζιδ., Βυζαντίς 2, 1911-1912, 517 και Georgacas, Glotta 31, 1951, 226-27) 1) Εισάγει β́ όρο σύγκρισης α) μετά από επίθ. ή επίρρ. συγκρ. βαθμού α1) (με αιτιατ.): όποιος αναδεχθεί παιδίον από το άγιον βάπτισμα, λέγεται πατήρ πνευματικός ... και έναι περισσότερος εις αυτό το παιδίον περί τον πατέρα οπού το εγέννησεν σαρκικώς Μαλαξός, Νομοκ. 301· α2) (με γεν.): κάλλιον είναι τον άνθρωπον η ζωή πέρι του πράγματος του κόσμου ολουνού Διήγ. Αλ. G 26827· α3) (με ονομ. ομοιόπτωτα): Του φρόνιμου και του ανδρειωμένου κάλλιον εστίν τιμημένος ο θάνατος πέρι άχρηστη ζωή Διήγ. Αλ. G 26930· α4) (με δευτερεύουσα βουλητική πρόταση): κάλλιον το έχω ... ν’ αποθάνω| περί ... να με κατηγορήσουν Χρον. Μορ. H 1135· δεν ήτονε κάλλιο σας θάνατος με τιμή σας,| περί να λάβετε ντροπήν εις όλην την ζωήν σας; Θησ. (Foll.) I 64· (με προηγ. άρθρο): έκρινα κρείσσον το να ζω περί το ν’ αποθάνω Λίβ. P 2568 κριτ. υπ. (με παράλ. του συγκρ.): περί να υπάμε εις την Συρίαν τά ουκ έχομεν γυρεύει,| ενταύτα στρέμμα ας ποιήσομεν απέσω εις την Πόλιν,| και πόλεμον ας δώσομεν όλοι με τ’ άρματά μας.| Κι αν δώσει ο Θεός και πάρομεν την Κωνσταντίνου πόλιν,| την βασιλεία ας κρατήσομεν όλης της Ρωμανίας Χρον. Μορ. H 837· περί να χάσεις τά κρατείς να μείνεις ακληρημένος,| έπαρε εκ το λογάριν μου Χρον. Μορ. H 4241· α5) (με δευτερεύουσα αναφορ. πρόταση): περισσότερον πλήθος περί οπού είναι εδώ απάνω Μπερτολδίνος 102· β) (μετά από επίθ. ή επίρρ. θετ. βαθμού)· (με τις λ. όλος, κανένας άλλος): ουαί μοι την ταλαίπωρον (ενν. Αθήναν), ... (παραλ. 3 στ.) ουδέποτε την κύψασαν ποσώς εις δουλοσύνην (παραλ. 1 στ.) την φρόνιμον, την πάνσοφον περί τας πόλεις όλας Ανάλ. Αθ. 33· Αριστοτέλει τῳ εμῴ τιμίῳ διδασκάλῳ,| ’ξαιρέτως κείνον χαιρετώ περί κανέναν άλλο Αλεξ. 1512. 2) (Με προηγ. χρον. επίρρ.) α) πριν από: εις Βιτσέντσα σέβηκε πριν περί τον εχθρόν του Κορων., Μπούας 118· β) (με επόμ. δευτερεύουσα πρόταση) προτού να: έκαμε (ενν. η γυναίκα) το αμάρτημα πρωτύτερα περί να λάβει τον άνδρα Μαλαξός, Νομοκ. 334. IΙΙ. (Επίρρ., σε αποφατικές προτάσεις για δήλ. περιορισμού· πβ. παρά Γ́1 και παρού ΙΙ1) παρά μόνο: αυθέντη, εγώ δεν ηξεύρω να γράψω περί απλά, διατί δεν ημπόρεσα ποτέ μου να μάθω τον Δονάτον Μπερτόλδος 81.
περιεργάζομαι,- Σπαν. B 450, Καναν. (Pinto) 412, Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι V 57, Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 259, Λαυρ., Οπτασία Σ. 109, Πηγά, Χρυσοπ. 257 (20), Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά 2510· μτχ. ενεργ. ενεστ. περιεργάζων, Πηγά, Χρυσοπ. 182 (31).
Το αρχ. περιεργάζομαι. Η μτχ. ενεργ. ενεστ. περιεργάζων τον 5. αι. (Lampe, Lex., λ. περιεργάζω). Διάφ. τ. σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex., στη λ., Αντιχάρ. Ανδρ. 115). Η λ. και σήμ.
Ά Μτβ. 1) α) Κοιτάζω, παρατηρώ προσεκτικά: εις την εκκλησίαν του Θεού ... οι άνδρες στήκετε κατά ανατολάς … και μη στρέφεσθε όπισθεν και περιεργάζεσθε ποία των γυναικών εστίν ευμορφότερη, ποία δε καλοστόλισθος, ποία δε λευκότερη και ποία σιτόχροος Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι V 62· επεριεργάζετον (ενν. ο Θησέος), έμορφα και καθάρια,| των πάντων τα καμώματα, τες κοπανές που κρούσι.| Και τις τον θάνατον ... για την τιμήν γυρεύει,| και τις πάλι εφοβάτονε με δόξα να ’ποθάνει. (παραλ. 3 στ.) όλα ’βλεπεν, εμέτρα τα Θησ. Ή [901]· β) παρατηρώ, προσέχω· αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω: ήτον ο Ξάνθος πολλά πικραμένος, πλην ο ξένος δεν το επεριεργάσθην Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Γ́ 7529· εγώ (ενν. ο λύκος) εθάρρεσα, κυρά μου, εις εσένα (ενν. την αλουπού),| να μη σε λάθει τίποτες εις όλην σου την γνώσιν| και ου περιεργάστηκα τούτου (ενν. του γαδάρου) την πονηρίαν Συναξ. γαδ. (Βασιλ.) 359. 2) α) Μελετώ, ερευνώ κ. σε βάθος: πολλοί των ανθρώπων έχουν τινάς λογισμούς πιθανούς και περιεργάζονται την θείαν Γραφήν διεστραμμένα και κακά και θέλουν να δείχνουν ότι ηξεύρουν πολλά γράμματα και θέλουν να δείχνουν την ψευδοσοφία τους με τα μυστήρια του Θεού Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 300r· Όλως, αδελφοί, κίνδυνος είναι να περιεργάζεται τινάς τα δόγματα του Θεού. Άνθρωπε, αν έχεις τον Θεόν σοφόν και αγαθόν και ανακρίνεις τα δόγματά του και εξετάζεις τα με την σοφίαν, ωσάν να εφοβούσουν να μην ήταν και φρόνιμα ή καλά ... Πηγά, Χρυσοπ. 179 (19)· Εκεί λοιπόν, αδελφέ, εις εκείνον το ύψος της υπερθέου θεότητος, μη μου υψώσεις τον νουν να περιεργασθείς «όσα σκέπει γνόφος» Πηγά, Χρυσοπ. 258 (22)· β) αναζητώ, ψάχνω τρόπο: πάντα περιεργάζεται (ενν. η γυνή) το πώς να σε ξηράνει Συναξ. γυν. 308. 3) Εκδηλώνω περιέργεια, αναρωτιέμαι για κ.: Ο δε άγροικος εκείνος ουδέν εκατάλαβε να περιεργαστεί διά ποίαν αιτίαν τον προσκαλεί, μόνον εσηκώθη και ηκολούθησεν τον Αίσωπον Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά 2413. 4) α) Παραπλανώ, εξαπατώ: όσοι περιεργάζονται τον φίλον τους με δόλον και κακίαν βλάπτουσι μάλιστα τον εαυτόν τους Νούκ., Μύθ. (Παράσογλου) 64· β) μηχανεύομαι: ουδέ καταδέχομαι (ενν. εγώ, η αλουπού) να πάγω να δουλέψω,| μόνον περιεργάζομαι το τι να πα να κλέψω Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 226. Β́ Αμτβ. 1) Παρατηρώ, εξετάζω προσεκτικά: Εβλέπω, περιεργάζομαι, έχει κάτον η γραία,| χοντρόν κατσάκιν κόκκινον, την τρίχα μου ομοιάζει Συναξ. γαδ. (Βασιλ.) 171. 2) Ενεργώ πονηρά: ημείς επήραμεν τα στρώματα και άλλα σκεύη, οπού ποτέ δεν ελαφρώνονται, και αυτός ο σαπρός (ενν. ο Αίσωπος) επεριεργάσθη και επήρε το ψωμί, οπού δαπανάται και τρώγεται, και ευκαίρωσε την σπυρίδαν του Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά 726.
περιφρονώ,- Παράφρ. Μανασσ. 308, Συναξ. γαδ. (Βασιλ.) 363, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 583, Πηγά, Χρυσοπ. 398 (4), Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 867 τίτλ.· υποτ. παθητ. αορ. περιφρονεθώ, Θρ. Κων/π. διάλ. 33.
Το αρχ. περιφρονέω. Η λ. και σήμ.
1) Δείχνω έλλειψη εκτίμησης ή σεβασμού σε κάπ. ή κ., περιφρονώ: Σπαν. A 550, Θησ. Ί [235]. 2) α) Δε δίνω σημασία, δε λογαριάζω, αδιαφορώ· (εδώ σε μεταφ.): ει μη που τις αγέρωχος, ...| επενδακών τον χαλινόν και ρήξας τας ηνίας,| ανέτῳ δρόμῳ φέρεται πόρρω που της ευθείας,| περιφρονών ως τα πολλά τον επιβάτην λόγον Γλυκά, Αναγ. 210· β) θεωρώ ανάξιο λόγου ή προσοχής, παραβλέπω: Περί κριτών προκατάστασις και περί δικαιοσύνης αυτών, ίνα μηδέ το μικρότερον οπού γράφουν οι νόμοι και οι κανόνες να το αμελούσιν ή να το περιφρονήσουν Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 853. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = καταφρονεμένος, υποτιμημένος, ανυπόληπτος: Εδάρε τότε αν μ’ έποικαν τεχνίτην χρυσοράπτην (παραλ. 1 στ.) και έμαθα τέχνην κλαπωτήν την περιφρονημένην| ου μη ήνοιγα το αρμάριν μου και ηύρισκα ότι γέμει Προδρ. (Eideneier) III 91 χφ G κριτ. υπ.· Αντί τιμής ανταμοιβήν: ορίζει, φέρνουσίν τον (ενν. τον Βελισάρην),| τας χείρας δένουν όπισθεν ως περιφρονημένον,| στον βασιλέα έμπροσθεν συντόμως φέρνουσίν τον Διήγ. Βελ. χ 343.
περνώ,- Ασσίζ. 4554, Διγ. (Trapp) Gr. 3053, Διγ. A 2783, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1263, Βέλθ. 1064, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 442, Χρον. Μορ. H 322, Χρον. Μορ. P 59, Φλώρ. 32, Απολλών. (Κεχ.) 384, Λίβ. P 1904, Λίβ. Sc. 1851, Λίβ. Esc. 3005, Λίβ. N 2577, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 373, Αχιλλ. L 21, Φαλιέρ., Ιστ.2 374, Byz. Kleinchron. Á 50938, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 95, Αλεξ.2 145, Απόκοπ.2 98, Κορων., Μπούας 12, Γεωργηλ., Θαν. 409, Πεντ. Γέν. XXXII 23, Πορτολ. A 516, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 468, Αχέλ. 259, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 59, Ιστ. πατρ. 9510, Πτωχολ. (Κεχ.) P 63, Κυπρ. ερωτ. 8630, Πανώρ. Ά 131, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 149, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Ά 182, Κατζ. Ά 150, Βοσκοπ.2 305, Παλαμήδ., Βοηβ. 59, Ιστ. Βλαχ. 1092, Σουμμ., Ρεμπελ. 160, Διγ. Άνδρ. 31611, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 103, Στάθ. (Martini) Ά 187, Διαθ. 17. αι. 3314, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 167339, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [428], Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 423, Φορτουν. (Vinc.) Ά 179, Ροδινός (Βαλ.) 218, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 72, Διγ. O 782, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2327, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. ζ́ 13, Hagia Sophia ω 5164, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Γ́ 6911, κ.π.α.· απερνώ, Σπαν. (Ζώρ.) V 602, Διγ. Z 2384, Διγ. A 2425, Χρον. Μορ. H 409, Χρον. Μορ. P 46, Θρ. Κων/π. B 58, Θησ. (Foll.) Ι 19, Θησ. Β́ [252], Ch. pop. 469, Αλεξ.2 542, Κορων., Μπούας 51, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 67r, Πεντ. Γέν. XL 47, Πορτολ. A 3212, Αχέλ. 1686, Χρον. σουλτ. 2626, Παϊσ., Ιστ. Σινά 363, Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 12310, Δωρ. Μον. XXXVI, Παλαμήδ., Βοηβ. 799, Ιστ. Βλαχ. 75, Σουμμ., Ρεμπελ. 190, Διγ. Άνδρ. 40038, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Στεφ.-Παπατρ.) 13324, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 90102, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [58], Ροδινός (Βαλ.) 84, Πτωχολ. B 126, Διγ. O 2815, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Μάρκ. ιϚ́ 1, κ.π.α.· απερώ, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Υπόθ. ΙΓ́· επερώ, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1068· περώ, Ασσίζ. 31230, Βίος Αλ. 4812, Ιστ. Ηπείρ. XVIII5, XL4, Δούκ. 358, 6515, 8922, 11117 κ.π.α., Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΙΆ [474], Νομοκ. 38517· αόρ. επήρασε, Διήγ. ωραιότ. 931· μτχ. ενεστ. (άκλ.) περνών, Παρασπ., Βάρν. C 316· μτχ. απεραζόμενος, Τριβ., Ρε 14· περαζόμενος, Χούμνου, Κοσμογ. [1687], Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 524, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 183, 383, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 19, Έ 1357, Φορτουν. (Vinc.) Ά 349, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 37126· μτχ. αορ. (άκλ.) απεράσοντας, Πορτολ. B 1120, Χρον. σουλτ. 6211· περάσαντα, Ιστ. πατρ. 10515· περάσοντα, Ιστ. πατρ. 1409· περάσοντας, Κορων., Μπούας 6, Εκλογής χειρόγρ. 24522, Χρον. σουλτ. 3411, 30, 5231, 625, 11831-32, 11910, 1263, 13921, Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 10938, 1131, Δωρ. Μον. XVIII, Διαθ. 17. αι. 357, 224, 1140, 194, Διήγ. πανωφ. 56, 57, 59· μτχ. παρκ. απερασμένος, Θησ. Πρόλ. (Κακλ.) 23, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 354v, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΚΒ́ [135], Χρον. σουλτ. 14019, Σουμμ., Ρεμπελ. 176, 184, 192, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 65r, Σουμμ., Παστ. φίδ. Υπόθ. 4, Ά [260], Έ [708], Ροδινός (Βαλ.) 91, 142, 146, 161, 216, 229, Διακρούσ. 1189, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πέτρ. Καθ. Επ. Ά δ́ 3, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά 4616· περασμένος, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 12, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 324, Μαχ. 23, Θησ. Δ́ [416], Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2191, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 356, Αχέλ. 19, Χρον. σουλτ. 1047, Πανώρ. Ά 255, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 396, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Ά 21, Φαλλίδ. (Παναγ.) 158, Παλαμήδ., Βοηβ. Εισαγ. 11, Ιστ. Βλαχ. 56, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 539, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 1127, Διαθ. 17. αι. 46, Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 406, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [375], Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 422, Φορτουν. (Vinc.) Ά 12, Λεηλ. Παροικ. 513, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 3641, Τζάνε, Φιλον. 58314, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Κορ. Ά ζ́ 36, κ.α.
Από τον αόρ. του αρχ. περάω (Χατζιδ., ΜΝΕ Ά 292). Ο τ. απερνώ στο Βλάχ., σε έγγρ. του 18. αι. (Σερεμέτης, Ηπειρωτική Εστία 19, 1970, 292, 432 434, 435) και σήμ. ιδιωμ. (Μπόγκα, Γλωσσ. Ηπείρου Β́ 9, Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ., στη λ.), όπως και τ. απερνάω (Χυτήρης, Κερκυρ. γλωσσάρ.). Ο τ. περώ και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., Κωστ., Λεξ. τσακων., λ. περνώ, όπου και τ. περού και απερού). Διάφ. τ. σήμ. ιδιωμ. (Μπόγκα, Γλωσσ. Ηπείρου Ά 53, λ. απιρνάου, Πασχαλούδης, Τερπν. Νιγριτ., λ. απιρνάου ‑ώ, Χριστοδούλου, Κουζιαν., λ. πιρνώ/απιρνώ). Η υποτ. αορ. επεράσω σε έγγρ. του 18. αι. (Σερεμέτης, Ηπειρωτική Εστία 19, 1970, 292, 299). Η μτχ. περαζόμενος (για το σχηματ. βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Ά, 13, 17) σε έγγρ. του 16. αι. (Μανούσ., Κρ. Χρ. 22, 1970, 295)· μτχ. περαζούμενος στο Somav. λ. απερασμένος και σήμ. ιδιωμ. (Ψάλτ., Θρακικά 35, 82). Η μτχ. περάσοντα το 14. αι. (Χρυσόβ. του 1364, 85) και σήμ. ως επίρρ. στο τσακών. ιδίωμα (Κωστ., Λεξ. τσακων.)· μτχ. περάσοττα σήμ. ιδιωμ. (Μηνάς, Πρακτ. Β′ Κυπρ. Σ 3, 256). Η μτχ. περάσοντας σε έγγρ. του 17. αι. (Παπαδάκη, Θησαυρ. 19, 1982, 145), το 18. αι (Στεφανόπ., Βιβλ. Στεφανοπ. 75, 76, 99) και σήμ. ιδιωμ. (Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ.). Η μτχ. απερασμένος στο Βλάχ., σε έγγρ. του 18. αι. (Σερεμέτης, Ηπειρωτική Εστία 19, 1970, 37, 433, 434, 435) και σήμ. ιδιωμ. (Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ.· πβ. και Μιχαλαριά-Βογιατζή, Λεξ. Σύμης, λ. απερασμένες). Η μτχ. περασμένος στο Βλάχ. και σήμ. H λ. τον 8-9. αι. (TLG· για πιθ. παλαιότ. μνείες βλ. αυτ. και Jannaris, Hist. Gramm. 272) στο Βλάχ. και σήμ.
I. Ενεργ. Ά Μτβ. 1) α) Διαβαίνω, διασχίζω ένα μέρος (και πηγαίνω σε άλλο): Και πάραυθα εσέβησαν εις την Τρανσυλβανίαν,| κι έτσι την επεράσασιν κι ήβγασιν στην Ουγγρίαν Παλαμήδ., Βοηβ. 1080· με την βοήθειαν του Θεού, την τρίτην την ημέραν| επέρασεν (ενν. ο Σερμπάνος) τα σύνορα κι ευρέθη από πέραν Ιστ. Βλαχ. 162· Αφού δε αποστάθηκαν (ενν. ο Μερκούριος και οι συντρόφοι του) εκ τον κομμόν που ’ποίκαν| την γέφυραν απέρασαν και εις την χώραν μπήκαν Κορων., Μπούας 62· (προκ. για θάλασσα ή ποτάμι): Και να περάσομεν ομού την θάλασσαν τήν βλέπεις,| να πάμε στην Ανατολήν, εις τον καλόν τον τόπον Συναξ. γαδ. (Βασιλ.) 82· Είναι δε το γένος τούτο των Τατάρων μαθημένοι να περνούσι με τα άλογά τως καβαλάροι τα μεγάλα ποτάμια κολυμβώντες Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 423· β) διέρχομαι, περνώ από ένα μέρος/σημείο: Εγώ πολλές χώρες και κάστρη είδα και επέρασα, και είδα γραφές πολλές και ανέγνωσα εις ετούτον τον κόσμον Διγ. Άνδρ. 33633· και μικράν θύραν επεράς την κεφαλήν κυρτῴαν Παϊσ., Ιστ. Σινά 1068. 2) Διαπερνώ (με αιχμηρό όργανο), διατρυπώ κάπ. ή κ.: Και ηβλέποντας ο Σαούλ ότι οι εχθροί εσίμωναν να τον πιάσουν, βάνει το κοντάρι του και ακουμπάγει το εις ένα δένδρον και το ξίφος το βάνει εις την κοιλίαν του και αμπώνει το και απέρασέ τον έως την ράχην Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 192r· ένας άνθρωπος των αρμάτων ... είδεν τον υιόν του Τακκά ... και με το σπαθίν επέρασέν τον απέ την μίαν μερίαν ως την άλλην και απόθανεν Μαχ. 6629· (σε μεταφ.): και την καρδίαν μου δεινή επέρασε ρομφαία Θρ. Θεοτ. 64· (μεταφ., προκ. για το κρύο): Και όταν είναι ψύχρα μεγάλη, μη δουλεύεις πολλά, διατί το κρύος ευρίσκει τότε τους πόρους ανοικτούς, όταν είσαι ιδρωμένος, και σε περνά ευκολότατα Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 176. 3) Οδηγώ/μεταφέρω κάπ. κάπου· (συν. στην απέναντι όχθη/ακτή): Βάρκες ορθώθησαν λοιπόν δώδεκα για να πιάσουν/ την νύκτα την ερχόμενη τσ’ ανθρώπους να περάσουν Αχέλ. 889· Ο δε Σελήμ ... έδραμεν ευθύς κάτω εις το ποτάμι, και έβαλε τους τουφεξήδες μέσα εις κάποιες μικρές βάρκες και τους επέρνα εις την πέραν μεράν του ποταμού Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 423· το πλοίον διεσκόρπισεν, επνίγησαν οι πάντες,| μόνον ο Απολλώνιος μέσα εις μικρόν σανίδιν| το κύμαν τον επέρασεν της Τρίπολης τα μέρη Απολλών. 139. 4) α) Μετακινώ κάπ./κ. σε σχέση με (μέσα από, πάνω από κ.τ.ό.) κ. άλλο· (σε μαγικές πράξεις): περούσι τα παιδία των από στόμα λύκου, τάχα διά να ζήσουν Νομοκ. 38518· Μη ευρεθεί εις εσέν απερνάει τον υιό του και τη θεγατέρα του εις την ιστιά, μαντεύγει μαντειές ... Πεντ. Δευτ. XVIII 10· β) (εδώ) σουρώνω: έπαρε νερόν από περιστερών, τούτο το χόρτον, οπού το λέγουν φράγκικα μπέρμπενα, από πήγανον, από χελιδόνιον, τριαντάφυλλα και από αλόην και τούτζια πρεπαράτα από πάσα ένα μισήν δράγμα, κοπάνισε και πέρασέ τα από ψιλόν μανδήλιον και φύλαξέ τα εις μίαν αγαστέρα υαλίνην Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 229. 5) (Χρον.) διανύω, διάγω ένα χρον. διάστημα (κατά ορισμένο τρόπο): και δίχως πρίκες κι όχθρητες, δίχως ζηλειές και φθόνους| περνούσι (ενν. οι γιαθρώποι) τσ’ εβδομάδες τως, τσι μήνες και τσι χρόνους Πανώρ. Πρόλ. 60· Και έτσι με φόβον και τρόμον απεράσαμεν την ημέραν εκείνην και την νύκταν ως νεκροί εις την όψην και μισαπεθαμένοι Ιερόθ. Αββ. 333· Εις τον ποέτα βρίσκομε τον κωμικόν γραμμένο| κι έτσι από τον Τερέντσιο καλά ξεδηγημένο,| πως γιατί αγάπα ο Πάμφιλος την όμορφη Γλυτσέρε| με δίχως ύπν’ ολότελα le notti απέρνα intiere Κατζ. Δ́ 118. 6) (Με αντικ. τη λ. ζωή ) διάγω, ζω: οπού είμαι νέος, ας περάσω καλήν ζωήν, και δεν θέλει λείψει καιρός, διά να δοξάσομεν και τον Θεόν Ροδινός (Βαλ.) 67· Και ως έβλεπε (ενν. ο κύρης Ανδρόνικος) την ασθένειαν αυτού οπού αυξάνει, εδιελογίζετο τι να κάμει και πού να υπάγει και εις τι τόπον να περάσει την ζωήν του ότι το είχεν ως μεγάλην εντροπήν να φαίνεται εις τον λαόν του μετ’ αυτού του ασθενήματος Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 19. 7) Βιώνω, υφίσταμαι κ., υποφέρω μια (συν. δυσάρεστη) εμπειρία: Τῳ αυτῴ χρόνῳ απέθανεν ο Χριστόδουλος ο βαφτισμένος ... και αυτός ήτον Εβραίος και εις την νεότητά του αγάπησεν την πίστιν και εγίνην χριστιανός και πολλά κακά επέρασεν από τους φθονερούς Ιουδαίους Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 23v· πολλές πρίκες και βάσανα έχεις περασμένα Μανολ., Επιστ. 1739· Λοιπόν οι δόλιοι Κρητικοί κίνδυνον επεράσαν| μέγαν από τες λουμπαρδιές, αλλ’ ουκ εδειλιάσαν Διακρούσ. 1087. 8) Υπερβαίνω ένα όριο, ξεπερνώ· (χρον.): να ζήσει (ενν. ο άρχοντας) χρόνους εκατόν και να τους απεράσει| με πλούτον και με έπαινον στον κόσμον να γηράσει Αιτωλ., Ρίμ. Μ. Καντ. 65· Δεν έναι (ενν. ο μισσέρ Γιαννούτσος) κύρης μου, σα λες, μ’ αλλότες είχε πράσσει| εις τα ταξιδια, και έρχοντας μια φούστα ν’ αγοράσει (παραλ. 2 στ.). Και μετά κείνη τοτεσά μ’ αγόρασε κι εμένα,| και ακόμη χρόνους δυόμισι δεν είχα περασμένα Φορτουν. (Vinc.) Β́ 206· (ποσ.): απερνώντες τα όσα εξόδευσαν (ενν. οι Γαλατιανοί), έχουν την άδειαν να τα μαζώξουν από την μέσην τους, διά να έβγουν από το χρέος Επιστ. Μωάμ. 6725· (τοπ.): όταν έγινεν ο κατακλυσμός οπού ήλθε το νερόν δεν απέρασε την κορυφήν αυτεινού του βουνού (ενν. του βουνού Τερέστρο), καλά και τινές λέγουν ότι το νερόν απέρασεν πάσα βουνόν ένδεκα πήχες Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 70v. 9) Παραβαίνω κ.: δεν ημπορώ να περάσω τον ορισμό του Κύριου να κάμω καλό γή κακό από τη καρδιά μου Πεντ. Αρ. XXIV 13· Ότι να ευρεθεί μεσοθιό σου ... ανήρ γή γεναίκα ος να κάμει το κακό εις τα μάτια του Κύριου του Θεού σου να απεράσει τη διαθήκη του. Και έφυγεν και εδούλεψεν είδωλα άλλα και επροσκύνησεν αυτά Πεντ. Δευτ. XVII 2. 10) Παρακάμπτω, αποφεύγω κ.: εις το νησόπουλον ... έχει ξέρην εις την μερέαν της τραμουντάνας και εβγαίνει εις το πέλαγος μισόν μίλι. Και απεράσοντας την ξέρην και έμπεις μέσα το κανάλιν και την στερέα· ’ράξε όπου θέλεις ότι έχει φούντος όσον θέλεις Πορτολ. B 1120· (κ. δυσάρεστο): παρακαλώ ... να γράψει η αδελφότης υμών του εκλαμπροτάτου αυθεντός βαΐλου των Ενετών οπού ευρίσκεται εις την Βασιλεύουσαν ... να γένει επίμων να πάρει έκδοσιν από τον οικουμενικον πατριάρχην ... να μετατεθούμεν εις την Ζάκυνθον, διά να περάσομεν τους κινδύνους της στράτας του Κωνσταντίνου Βελλερ., Επιστ. 5543. 11) α) Aντιπαρέρχομαι κ., αδιαφορώ για κ.: Αλλά αλίμονον εις εσάς τους Φαρισαίους, ότι αποδεκατίζετε το δυόσμον και το πήγανον και κάθε λάχανον, και περνάτε την κρίσιν και την αγάπην του Θεού· Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Λουκ. ιά 42· α) προσπερνώ, παραλείπω κ.: Ημπόρουν διά την φυλακήν να γράψω ακόμη και άλλα| αμή σχολάζω, αφήνω τα, διαβαίνω και περνώ τα,| διά να ’ρθω εις την υπόθεσιν και των φυλακατόρων Σαχλ., Αφήγ. 485. 12) α) Αντιμετωπίζω κ. ή κάπ. (επιτυχώς): Κι αυτός (ενν. ο δεσπότης Άρτας), ως ήτον φρόνιμος, καλά εδιορθώθη·| τους Φράγκους γαρ ερόγεψεν, τον πρίγκιπα Γουλιάμον| και τον αφέντην Αθηνών και τους Ευριπιώτας·| με αυτούς εβοηθήθηκεν κι επέρασεν την μάχην Χρον. Μορ. P 3084· β) κάνω κάπ. να συμμορφωθεί με τις επιθυμίες μου, «καταφέρνω κάπ.»: Μα δίχως να το πεις εσύ και να το δικιμάσεις,| να θες με τα διατάματα μόνο να με περάσεις| εδώ με χάνεις και γοργό πάγω να βρω τον Άδη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 860· Εδάρτε συμβουλεύω σας όλες καλές κυράδες,| αμέτε και μαυλίζετε ύπανδρες και χηράδες,| γελάτε τες ανέγλυτες και τες νοικοκυράδες (παραλ. 2 στ.) τους άνδρες με τα λόγια σας όλους να τους πλανάτε.| Έχετε κι αγαπητικούς, μηδέν αδημονάτε,| κι οπού ’γαπούν και φλέγουνται, με λόγια τους περνάτε Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 651. 13) α) Δίνω, μεταβιβάζω κ. (σε κάπ.): Ανήρ ότι να απεθάνει και υιός δεν είναι αυτουνού … να απεράσετε τη κλερονομιά του εις τη θυγατέρα του Πεντ. Αρ. XXVII 8· Ένι καταστημένον με την ασσίζαν των Ιεροσολύμων ότι η αφεντία των πραγμάτων των χαμένων ουδέν πρέπει κανείς να των περάσει εις κανένα έτερον κορμίν, ότι εις όποιον τόπον οπού ο κύρης ημπορεί να εύρει το πράγμαν του κινητόν τό είχεν χάσει, εντέχεται να το αναλάβει διά όρκου τόν να ποιήσει Ασσίζ. 42323· β) προσφέρω, αφιερώνω κ.: να απεράσεις παν άνοιγμα μήτρας του Κύριου Πεντ. Έξ. XIII 12. 14) Θεωρώ, αντιμετωπίζω κάπ. ως ...: Παρακαλώ σας βασιλείς, αυθέντες και ρηγάδες,| ... σοφοί και διδασκάλοι,| μη με κατηγορήσετε εις τἄγραψα και είπα·| περάσετέ με ως άγνωστον ομάδιν με τον νουν μου,| και ψέξετε τον λογισμόν εμού δε και την γλώσσαν Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 568. 15) Διηγούμαι, εξιστορώ: η υπόθεση ετούτη, την οποίαν εδιηγήθηκα με πάσαν αληθοσύνην και δεν έγραψα ένα πράγμα διά άλλον, μόνον πιστά τα επέρασα, μήτε περισσότερο μήτε ολιγότερο Σουμμ., Ρεμπελ. 193. 16) Δηλώνω, φανερώνω: είπεν (ενν. η Παρθένος) «ηγαλλίασεν» και δεν είπεν ευφράνθη, ή εχάρη. Είναι κάποια διαφορά ανάμεσα εις αυτά τα ρήματα, διότι το εχάρη φέρνει κάποιαν χαράν εις την ψυχήν, αμή δεν περνά τον τρόπον και την διάθεσιν εκείνου οπού χαίρεται Ροδινός (Βαλ.) 93. Β́ Αμτβ. 1) Μεταβαίνω, μετακινούμαι, πηγαίνω α1) σε κάπ. άλλο μέρος: Πλην όταν απεσώσαμεν εις τον αιγιαλόν ετούτον,| επαίρει (ενν. ο Βερδερίχος) το καμήλιν μου, πεζεύει με απ’ εκείνο| και με την κόρην μόνος του περνά εις γην Αιγύπτου Λίβ. Sc. 1734· άφησε (ενν. ο Ευστάθιος ο Πλακίδας) την αυθεντίαν οπού είχεν και έφυγεν να απεράσει εις άλλον τόπον Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 390r· ο βάρβαρος εμάνισε και εις ολίγον καιρόν έρχεται πολεμώντας την Ανατολήν και κουρσεύοντας πολλούς τόπους. Επέρασε δε και εις την Θεσσαλονίκην Εγκ. αγ. Δημ. 109162· (στην απέναντι ακτή/ όχθη): Είχε δε μεγάλην αδημονίαν ο μισσέρ Ρομπέρτος και λύπην, πως δεν έβρισκε βάρκαν να περάσει εις τον Μορέαν Δωρ. Μον. XXIV· Και λέγω προς τον Λίβιστρον: «Εύξου με να περάσω,| και όταν με ίδεις επέρασα, στέκομαι εις την στερέαν,| τότε και συ την θάλασσαν άφοβα να την έμπεις,| και να έλθεις όπου με θεωρείς, δίχα τινός ανάγκης» Λίβ. Sc. 1864, 1865· Τούτη η ταραχή όχι μόνον εσύγχισε πολλά τους Τούρκους οπού ήσαν περασμένοι από το ποτάμι, αλλά πολλῴ μάλλον εκείνους, οπού ήσαν ακόμη εκείθεν του ποταμού διά να περάσουσιν Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 422· α2) (σε κάπ.): Τότε στον αρχιστράτηγον βουλήθη (ενν. τινάς σπαχής) να περάσει Αχέλ. 1200· Η δε, «Ω τρισκατάρατε γέρον», ανταπεκρίθη (ενν. η Μαξιμώ) | «και διά ένα κόπους μοι και τῳ λαῴ παρέσχες,| προς ον μόνη περάσασα, Θεῴ τε καυχωμένη,| άρω αυτού την κεφαλήν και προς υμάς εκφέρω;» Διγ. Z 3469· β) (μεταφ.) σε κάπ. άλλη κατάσταση: στανικώς μου μέλλομαι σε γάμον ν’ απεράσω Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [914]· και ν’ απεράσει (ενν. ο βοσκός) εις μιαν στιγμήν από τον θάνατόν του,| εις μιαν γλυκύτατην ζωήν, με τον ευτυχισμόν του; Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [1460]. 2) Διέρχομαι από ένα μέρος/σημείο: Και περνώντας ο Ιησούς απεκεί, είδεν άνθρωπον οπού εκάθετον εις το κουμμέρκι και τον έλεγαν Ματθαίον Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. θ́ 9· εκέντησεν ο Αχιλλεύς τον άσπρον τον φουδούλον,| χαμογελών επέρασεν εμπρός από την κόρην Αχιλλ. L 836. 3) Εκτείνομαι, φτάνω ως ...: Και έχει (ενν. η Πόλις) πόρτο μεγάλο και καλό. Και έχει κόρφον και περνά πέρα εις τον Γαλατά και έναι μίλι ήμισυ Πορτολ. A 23013. 4) Εισέρχομαι, μπαίνω: ... προβαίνει η Πετρονέλα (παραλ. 1 στ.) και με το γέλιο λέγει μου: «Πέρασε η αφεντιά σου,| κι η μάνα μου λιγοψυχά να ’χει την εμιλιά σου» Φορτουν. Ά 260. 5) (Δια)περνώ: εβάναν του (ενν. του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού) εις το κεφάλι ένα στεφάνι με αγκάθια, τα οποία αγκάθια απερνούσαν εις το κεφάλι του Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 326v· (σε μεταφ.): Αμή όταν θέλει (ενν. ο πόθος) να χωθεί κι εις την καρδιάν να φτάσει| τότες το στήθος σου του κλεις, για να μην απεράσει Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [1166]. 6) Αναχωρώ, αποχωρώ· φεύγω: Αυτού λέγει το δίκαιον περί εκείνων των εγγυτάδων οπού ουδέν έχου να ποιήσουν ως εγγυτάδες, ού αν επέρασαν απέ το ρηγάτον Ασσίζ. 31225· αν δεν αφήσει (ενν. ο Φαραώς) να απεράσει το πλήθος των υιών Ισραήλ, όλα τα νερά της Αιγύπτου θέλω τα κάμει να γένουν αίμα Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 158v. 7) (Χρον.) παρέρχομαι, αποτελώ παρελθόν: Οϊμένα, αποκοιμήθηκα κι επέρασεν η ώρα! Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 1079· Και δεν επέρασεν ένας μήνας και επάρθη η Θεσσαλονίκη υπό των Τουρκών Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 23· απέρασε το κολατσό κι ακόμη δεν εφάνη (ενν. η θυγατέρα μου) Πανώρ. Β́ 51· (συχνά μτχ. χρον. άκλ.): Και απεράσοντας πολλοί χρόνοι, εκατέβη ο Υιός και Λόγος του Θεού, ο Ιησούς Χριστός, Θεός και άνθρωπος Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 12326· Περάσαντα δη μερικός καιρός εσυνάχθησαν πολλοί αρχιερείς, μητροπολίται και επίσκοποι, και έγινε σύνοδος μεγάλη Ιστ. πατρ. 10515· και πάλιν παρευθύς … περάσοντας μίαν ώραν εσήκωσεν πάλιν ωσάν άλλο νέφος πλέον μεγαλύτερον από το πρώτον Διήγ. πανωφ. 56· Περάσοντα δε ολίγος καιρός ηβουλήθη (ενν. ο Ιωακείμ) δευτέραν φοράν να υπάγει εις τον Πούγδανον Ιστ. πατρ. 1409. 8) Παύω, σταματώ, καταλαγιάζω: ωσάν περάσουν οι βροχές, πάλι καλοσυνεύγει Πανώρ. Β́ 256· (εδώ προκ. για υποχώρηση της στάθμης υδάτων): Και εσφαλίστηκαν οι βρύσες της άβυσσος και καταρράχτες του ουρανού και εποκόπην η βροχή από τους ορανούς. Και εστράφηκαν τα νερά αποπάνου την ηγή ... και επέρασαν τα νερά Πεντ. Γέν. VIII 3· (μεταφ.): ο πόνος να περάσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 620· ... οι έγνοιες επεράσασι για την καημένη Κρήτη Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 18314· (με γεν. ή αιτ. προσωπ. αντων.): Το ξύλον οπού αρμένιζε κι εφάνιστή σου εχάθη| σημάδι είν’ Αρετούσα μου, πως σου περνούν τα πάθη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 160· Θωρώ κι ο νους σου στο κακό κι εις τό σε βλάφτει ’ράσσει| κι ο λογισμός οπού ’βαλες δε θε να σου περάσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 458· και εδιάβην ώρα περισσήν ώστε να τον περάσει| ο θρηνισμός, ο πικραμός όν είχεν εκ καρδίας Βέλθ. 399. 9) Ζω α) διαβιώνω (με ορισμένο τρόπο): Άλλοι να έχουν το φλουρί σεντούκια γεμισμένα,| και άλλοι να περνούν πτωχά και στενοχωρημένα Τζαμπλάκ. (Λαμπ.) 80· Ο δε καλός νεότερος και Διγενής Ακρίτης,| απέρνα μεν χαιράμενος ομού μετά της κόρης Διγ. A 2299· να μαθαίνομε πώς περνά η πανιερότη σου Μανολ., Επιστ. 17336· απέρνα ο νεούτσικος με τούτα και με κείνα,| με κόπους, με αναστεναγμούς και με περίσσιους πόνους Τριβ., Ρε 110· β) αντεπεξέρχομαι σε κ., τα βγάζω πέρα· επιβιώνω: Κι απήτις πέσου τα τειχιά, θα δω τι θα γενούσι (ενν. οι χριστιανοί),| πώς έχου να περάσουνε, πού θε να φυλαχτούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 16517· ηξεύρω να περνώ, και όταν έχω και όταν δεν έχω Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Φιλ. δ́ 12 σημ.· Το λοιπόν κάνοντας τόσες μπονάτσες, και μην ημπορώντας οι μύλοι μας να αλέσουν επέσαμεν εις μεγάλη πείνα, και επερνούμαν με μαγέρεμα μόνον και με ό,τι άλλο ηθέλαμεν εμπορεί, όσον οπού ο Θεός ηθέλησεν και ήκαμεν άνεμον, και αλέσαμεν και εχορτάσαμεν και το ψωμί Διήγ. πανωφ. 59. 10) (Σε γ́ πρόσ., για γεγονότα, υποθέσεις κ.τ.ό.) κυλώ, εκτυλίσσομαι, συμβαίνω: Πατριαρχεύοντος δε αυτού, του κυρού Μαξίμου του λογίου, όλα τα της εκκλησίας επερνούσαν ειρηνικά και ασκανδάλιστα Ιστ. πατρ. 11616· εις τον τρόπον ετούτον απέρασε η υπόθεση ετούτη, την οποίαν εδιηγήθηκα με πάσαν αληθοσύνην Σουμμ., Ρεμπελ. 193· Το πράγμα πώς επέρασε κάμε με ν’ αγροικήσω,| και την αλήθειαν ξέσκεπην κι ίσια να την γνωρίσω Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ [167]. 11) Έχω ισχύ, λαμβάνομαι υπόψη· γίνομαι (απο)δεκτός: Ο λόγος σου να απερνά εις όλους τους μπασιάδες,| να σκύφτουν να σε προσκυνούν όλοι οι βοϊβοντάδες Αιτωλ., Ρίμ. Α. Καντ. 87· Τότε ωσάν είδε ο Αλή πασάς ότι δεν απέρασε η βουλή του ... έγραψε χαρτί και έστειλε κρυφά του βασιλέως Παλαιολόγου μέσα εις την Πόλη Χρον. σουλτ. 881· (εδώ προκ. για τη λήψη απόφασης από τη βενετική γερουσία, βλ. και πάρτη 2β): Εσουμπλικάρησα διά την Ζάκυνθον. Ούτως απέρασεν η πάρτε μου εις τας τρεις του Αυγούστου Σεβήρ., Τελ. Σημειωμ. 12311. 12) Επικρατώ, υπερισχύω: Και μέρες περαζόμενες ήλθε να δοκιμάσει| το άλογό του καθαείς, το ποιος για να περάσει Αλεξ.2 332· (εδώ) υπερέχω (σε κ.): όταν δε εγένηκεν δώδεκα χρόνων κείνος (ενν. Βασίλειος ο Ακρίτης),| ως ήλιος απέλαμπεν εις όλα τα παιδία,| απέρνα εις την δύναμιν ώσπερ ανδρειωμένος Διγ. A 1398. 13) Παραβαίνω (κ.): δεν απέρασα από τις παραγγειλιές σου Πεντ. Δευτ. XXVI 13. 14) α) Θεωρούμαι ως ..., έχω συγκεκριμένη φήμη: Ακούσατε του Μωυσή του προφητικοτάτου,| που ’πέρνα διά φρόνιμος εν μέσῳ των Εβραίων Κρασοπ. (Eideneier) I 89· β) θεωρούμαι κ. που δεν είμαι: Τα ήθη μου τα θηλυκά με δαύτην (ενν. την φορεσία) να σκεπάσω,| εις τους βοσκούς ανάμεσα, βοσκός για ν’ απεράσω.| Για να ’κλουθώ και να θωρώ με την ανάπαυσίν μου,| τον Σίλβιον μου τον όμορφον, την ακριβήν ψυχήν μου Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ 162. 15) Υφίσταμαι, υπάρχω: επέρνα καλή αγάπη αναμέσον τους Σουμμ., Ρεμπελ. 175. 16) Μεταβιβάζομαι: εκείνος (ενν. ο Ιησούς), ότι μένει εις τον αιώνα, έχει την ιεροσύνην οπού δεν περνάει· διά τούτο και δύναται να σώζει εις το παντελές εκείνους οπού πλησιάζουσι διά μέσου αυτουνού εις τον Θεόν, έστοντας να ζει πάντοτε εις το να παρακαλεί διά λόγου τους Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Εβρ. ζ́ 24. II. Μέσ. Ά (Μτβ.) υπερβαίνω κάπ. χρον. όριο: Δεν είμαι γέρος ... (παραλ. 1 στ.) Ακόμη τη σαρανταρά δεν είμαι περασμένος,| μα απού την πρίκα έτσι ψαρός είμαι καταστεμένος Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 365. Β́ Αμτβ. 1) Μεταβαίνω στην απέναντι ακτή/ όχθη, διαπεραιώνομαι: και ούτως εμέτρησε (ενν. ο Τουμούτμπεης) τον καιρόν και την ώραν, από τες βίγλες μαθών, οπόταν είναι περασμένοι σχεδόν οι μισοί Τούρκοι εις το ποτάμι, να είναι και αυτός φθασμένος εις τον τόπον, και ευρίσκοντάς τους μοναχούς, χωριστά από τους άλλους, να πέσει απάνω τους να τους κόψει Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 422. 2) (Χρον.) παρέρχομαι, αποτελώ παρελθόν: να μη νυχτώσει ο καιρός και περασθεί το βράδυ Ιστ. Βλαχ. 2141· Τέσσερεις χρόνοι κάτεχε πως είναι απερασμένοι| απού στα φύλλα τση καρδιάς σ’ έχω ζωγραφισμένη Πανώρ. Β́ 285. Φρ. 1) Απερνά (απάνου μου) πνοά ζήλειας = (προκ. για συζυγική πίστη) καταλαμβάνομαι από καχυποψία: ανήρ ... να απεράσει απάνου του πνοά ζήλειας και να ζηλέψει την γεναίκα του ... Πεντ. Αρ. V 14· γή άντρας ος να απεράσει πνοά ζήλειας και να ζουλέψει την γεναίκα του Πεντ. Αρ. V 30. 2) Απερνάγει ο λογισμός μου = ξεχνιέμαι, ξεφεύγω (από την παρούσα πραγματικότητα): Και τούτα άπερ έκαμα και είπα της υμετέρας αγάπης, δεν τα έκαμα διά καύχησιν ή έπαινον, ... αλλ’ έστοντας να ευρίσκομαι εις φυλακήν ... μη έχων τι ποιήσαι εκαθεζόμην και έγραφα τούτα διά να απερνάγει ο λογισμός μου Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 390v. 3) Απερνώ κάπ. εις τα κάστρα = υποδουλώνω κάπ.: και τον λαό απέρασεν (ενν. ο Ιωσεφ) αυτόν εις τα κάστρα από άκρα σύνορο της Αίγυφτος και ως την άκρα του Πεντ. Γέν. XLVII 21. 4) Απερνώ κ. ’λαφρά/κ. μου απερνά ’λαφρά = δεν υφίσταμαι σοβαρές συνέπειες για μια πράξη μου: Ετούτο δε εσκόπησεν (ενν. ο αφέντης Καρυταίνου) στον λογισμόν του ετότε·| ότι, αν λείψει του πρίγκιπος ‒ διατό ήτον τάχα θείος του ‒ | να έχει την συμπάθειον του, ’λαφρά να το απεράσει Χρον. Μορ. H 3239· Ετούτο δε εσκόπησε (ενν. ο αφέντης Καρυταίνου) τότες στον λογισμόν του·| ότι, αν λείψει του πρίγκιπος ‒ διότι ήταν θείος του ‒ | να έχει την συμπάθειον, ’λαφρά να του απεράσει Χρον. Μορ. P 3239. 5) α) Απερνώ ξουράφι ιπί το κεφάλι μου = κόβω τα μαλλιά μου, κουρεύομαι: ανήρ γή γεναίκα ότι να χωρίσει να τάξει τάγμα χωρισμένο να χωρίσει του Κύριου ... όλες τις ημέρες τάγμα του χωρισμάτου ξουράφι να μην απεράσει ιπί το κεφάλι του Πεντ. Αρ. VI 5· β) απερνώ ξουράφι ιπί όλη τη σάρκα μου = ξυρίζω όλο το σώμα μου: Και έτσι να κάμεις αυτωνών να τους καθερίσεις· ράντισε απάνου τους νερά ράντισμα και να απεράσουν ξουράφι ιπί όλη τη σάρκα τους και να σκαμματίσουν τα ρούχα τους και να καθερίσουν Πεντ. Αρ. VIII 7. 6) Απερνώ σοφάρ (βουκίνισμα) = σαλπίζω: και να απεράσεις σοφάρ βουκίνισμα εις τον μήνα τον έφτατο εις τη δέκατη του μηνού, εις την ημέρα των συμπαθημάτων να απεράσετε σοφάρ εις όλη την ηγή σας Πεντ. Λευιτ. XXV 9. 7) (Α)περνώ στον Άδη(ν)/την στράταν της ζωής/από τούτην την ζωήν/από (απού) την ζωήν ετούτη(ν)/του κόσμου = πεθαίνω: Κι ο ’πίσκοπος αρρώστησε ετότες την Τετράδη,| μια μέρα μόνον έζησε κι επέρασε στον Άδη Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 22218· ... της άθλιας της ζωής απέρασε (ενν. ο Αρκύτας) την στράταν Θησ. ΙΆ [98]· με θεϊκόν στόμα εθέσπισαν (ενν. οι πνευματοφόροι πατέρες) και επαράδωκαν τες λειτουργίες, ευχές και ψαλμωδίες και τα χρονικά μνημόσυνα, να γινίσκουνται διά εκείνους οπού περνούν από τούτην την ζωήν Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 424· ΡΟΔΟΛΙΝΟΣ: Πώς τούτο; τάχατες δε ζει πλιον ο δικός τση κύρης;| ΤΣΙΜΟΣΚΟΣ: Επέρασε απού την ζωήν ετούτη ο κακομοίρης Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 374· Εις τέτοια πάθη θες εμπεί και τότες να γεράσεις,| χρειά ’ναι το τέλος σου να ’ρθει, του κόσμου να περάσεις Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 320. 8) Αφήνω κ. να περάσει = δεν δίνω σημασία σε κ.· αντιπαρέρχομαι κ.: μα κείνος οπού δεν πονεί αφήνει να περάσει| το σφάλμα κι ουδέ βούλεται να το καταδικάσει· | παινά το κι ομορφίζει το … Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 137· ... άφησ’ τα αυτάνα, α μ’ αγαπάς, φίλε μου να περάσου·| θωρώ τη φρονιμάδα σου, γροικώ την πονηριά σου·| κατέχω τούτα, οπού μου λες κι οπού μ’ αναθιβάνεις| κι άφησ’ τα να περάσουσι, γιατί τον κόπο χάνεις Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 64. 9) Κ. περνά από κάπ./από λόγου κάπ. = η έκβαση μιας υπόθεσης εξαρτάται από κάπ.: ΘΟΔΩΡΟΣ: Αφέντη Λούρα, η δουλειά τούτη περνά από σένα...| ΛΟΥΡΑΣ: Ανέν περνά από λόγου μου, τάξε τα καμωμένα Φορτουν. (Vinc.) Έ 191, 192. 10) Περνώ την αναγκαίαν χρείαν της ζωής μου = εξασφαλίζω τα απαραίτητα για την επιβίωσή μου: μήτε γεωργούσι (ενν. οι Άραβες), μήτε σπείρουσιν αλλά ... ή άγρια ζώα της ερήμου κυνηγούσι και τρέφονται από τα κρέατα τούτων ή παραφυλάττουσι τους δρόμους φονεύοντες τους οδοιπόρους, και με τούτο περνούσι την αναγκαίαν χρείαν της ζωής τως Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 109. 11) Περνώ άνεμο = (προκ. για το Θεό) στέλνω, εξαπολύω άνεμο: Και εθυμήθην ο Θεός τον Νοαχ και όλο το αγρίμι και όλο το χτήνο ος μετά κείνον εις το κιβωτό, κι επέρασεν ο Θεός άνεμο ιπί την ηγή και εκατάπρυαναν τα νερά Πεντ. Γέν. VIII 1. 12) Περνώ από μιαν ορμίδα, βλ. ορμίδα φρ. 13) Περνώ κάπ. από σπαθί/σπαθίου/σπαθιού, βλ. από 17 Φρ. 14) Περνώ εναντία κ. = αντιστέκομαι, πηγαίνω κόντρα σε κ.: έστοντας να αρπάσθει το καράβι και να μην δύνεται να περάσει εναντία τον άνεμον, έστοντας να αφήσομεν το καράβι εις τον άνεμον, εφερόμεσθαν Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πράξ. κζ́ 15. 15) Περνώ εξεφάντωσιν, βλ. ξεφαντωσις ‑ση Φρ. 1. 16) Περνώ το θάνατο = θανατώνομαι, πεθαίνω: Ήτονε ο νόμος Σαλαμό και όποιο καταλύσου| κρασί καλό και όμορφο αυτόνο να ποτίσου,| για να τους παίρνει το κρασί το φόβο, να μην τρομάσσου,| και μετ’ αυτό το θάνατο άφοβα να περάσου Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 3561. 17) Περνώ τη φούρκα = απαγχονίζομαι: το effe μόνο εξώφευγες, καημένε, να διαβάσεις,| γιατί της φούρκας ήτονε, μην πα να την περάσεις Στάθ. (Martini) Β́ 154. 18) Περνώ στα χέρια κάπ. = περιέρχομαι στην εξουσία κάπ.: αυτοί δεν επεράσασι στα χέρια των εχθρών τους Διακρούσ. 9522. 19) Τα περνώ καλά = ζω ευτυχισμένα: μόνε να δώσει ο Θεός να ζήσεις, να γεράσεις,| χρόνους πολλούς στον θρόνο σου καλά να τα περάσεις Ιστ. Βλαχ. 1232. Η μτχ. περαζόμενος ως επίθ. = 1) α) Που έχει παρέλθει χρονικά, παλιός: να μη χρωστεί ο άνωθεν Μιχελής να πλερώσει τίβοτας για τα λεγόμενα καταλύματα τσι χρονές τσι περαζόμενες Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 25520· και κλαίει (ενν. η γυναίκα) περαζόμενα βάσανα και θυμάται Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 17825· β) που έζησε στο παρελθόν: κι αυτός ο τόπος (ενν. η Τρανσυλιβανία) δεν ήτον ποτέ του βασιλέως,| μόνον εις την υποταγήν ήτον, όχι αλλέως,| του Τούρκου και τον όριζεν κι επαίρναν ’που την Πόλη| φλάμπορ’ οι περαζόμενοι οι αυθεντάδες όλοι Παλαμήδ., Βοηβ. 690. 2) Στην έκφρ. (εις/σε/με) (η)μέρες περαζόμενες = μετά από λίγο καιρό: Εις μέρες περαζόμενες μαλώνουν δυο Εβραίοι Χούμνου, Κοσμογ. 2105· Σε μέρες περαζόμενες εδιάβη ο Κανδάλης Αλεξ.2 2201· Με μέρες περαζόμενες πήγε (ενν. ο λύκος) να τον γυρεύει| εκεί οπού εσύντυχαν, τον σκύλον να τον εύρει Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 3413· Ημέρες περαζόμενες, Φίλιππον πιάνουν πόνοι·| μαντάτα του ηφέρασι, απίστησε Μοθώνη Αλεξ.2 395· ... μέρες περαζόμενες ήλθε να δοκιμάσει| το άλογό του καθαείς, το ποιος για να περάσει Αλεξ.2 331. Η μτχ. παρκ. (α)περασμένος ως επίθ.= 1) α) Που ανήκει ή αναφέρεται στο παρελθόν, που έχει παρέλθει χρονικά, παλιός: ηξεύρουν (ενν. οι άγγελοι) τα πράγματα τα απερασμένα και τα παρόντα και τα μέλλοντα Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 27v· Αγκαλιαστή τηνε (ενν. την Αρετούσα) κρατούν ο κύρης με τη μάνα,| την ώρα που τα χείλη της ετούτα ανεθιβάνα·| μ’ αγάπη τη γλυκοφιλού, με σπλάχνος την ευχούνται,| την περασμένην όργητα πλιο δεν τηνε θυμούνται Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ 1282· Δι’ αυτό εγώ ο πολυπαθής, τέκνον μου ηγαπημένον,| τά έμαθα με πολλή πικριά εις καιρόν απερασμένον,| να σε διδάξω βούλομαι ... Δεφ., Λόγ. 12· Ω κόποι περασμένοι μου, πώς είστε πληρωμένοι| μ’ αντίμεψη πολλά ακριβή!... Ιντ. κρ. θεάτρ. Γ́ 71· εκφρ. τες απερασμένες ημέρες = τις προάλλες, προ ημερών: τες απερασμένες ημέρες ήλθεν εις το παλάτιον ένας γέροντας άνθρωπος Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 11936· περασμένος από τον καιρόν του = ηλικιωμένος, προχωρημένης ηλικίας (βλ. και Somav.): Και δεν είχαν (ενν. ο Ζαχαρίας και η Ελισάβετ) παιδίον, διατί η Ελισάβετ ήτον στείρα· και οι δύο τους ήταν περασμένοι από τον καιρόν τους Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Λουκ. ά 7· β) (αμέσως) προηγούμενος: Εγώ Ντιάνα Κορναροπούλα ... ήκαμα το τεσταμέντο μου με το χέρι εσένα του Γιακουμή Κουρτεζά, νοταρίου, την πρώτην του Φλεβαρίου του περασμένου Διαθ. 17. αι. 88· Τούτη ήτον η ξεφάντωση, τούτο το περιβόλι,| οπού μ’ εκάλεσες προχτές, την περασμένη σκόλη; Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 798· έκφρ. τον (α)περασμένο(ν) χρόνο(ν)/την απερασμένη χρονιάν = πέρυσι: εμέναν μου έχει τον απερασμένον χρόνον οχτώ δουκάτα, και κάνω λογαριασμόν να μην χάσω τίποτες Μπερτολδίνος 162· Και τις μας το ’θελεν ειπεί τον περασμένο χρόνο,| όντε μ’ αποκαμάρωνεν ο κύρης με τη μάνα| κι όντε με σπλαχνικά φιλιά ’ς τσ’ αγκάλες τως μ’ εβάνα ... Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 592· με το να ασθενήσει (ενν. ο Θανάσης Καπούτζος) βαρέως την απερασμένη χρονιάν Έγγρ. μον. Φιλοσ. 114· γ) που έζησε στο παρελθόν: του Τιβερίου καίσαρος του απερασμένου Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 330v· ο οποίος (ενν. ο Θεός) εις τες απερασμένες γενεές άφησεν όλα τα έθνη να περιπατούν τες στράτες τους Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πράξ. ιδ́ 16. 2) Που έχει υπερβεί ένα χρον. όριο: Και ως είδεν ο κόντες το γράμμα της συμφωνίας, και τον καιρόν απερασμένον, και την απόφασιν των κριτάδων, εσιώπησεν Δωρ. Μον. XXIV· έκφρ. καιρόν τον περασμένο = για πολύ καιρό, επί μακρό χρονικό διάστημα: τες ελεεινές και ταπεινές ψυχές των πονεμένω| απού στον Άδη κρίνουνται καιρό τον περασμένο,| απού δεν έχουσι τινά για να τους ελυπάται| η ελεημοσύνη σου, Χριστέ, μόνο να τσι σπλαχνάται Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 863. 3) (Ως γραμμ. όρος) παρελθοντικός: «Μεγαλύνει». Δεν λέγει (ενν. η Παρθένος) εις μέλλοντα χρόνον μεγαλυνώ. Μηδέ εις χρόνον περασμένο εμεγάλυνε, αμή εις ενεστώτα, τουτέστι, τώρα. Αυτήν την ώρα μεγαλύνει Ροδινός (Βαλ.) 67. Ο πληθ. αρσ. της μτχ. παρκ. ως ουσ. = οι άνθρωποι που έζησαν στο παρελθόν: Εδιάβησαν οι παλαιοί χρόνοι των περασμένω| απού προυκιό κιανείς βοσκός δεν είχε γνωρισμένο Πανώρ. Έ 239. Ο πληθ. ουδ. της μτχ. παρκ. ως ουσ. = τα συμβάντα του παρελθόντος: Διού θέλω να εξηγηθώ, την ιστορίαν να αρχίσω,| να παύσω θέλω παντελώς τα περασμένα οπίσω Θησ. Πρόλ. (Κακλ.) 134· «Γιε μου, ας πάψουσιν όλα τα περασμένα,| γή εγώ ’σφαλα γή εσύ ’σφαλες, ας είν’ συμπαθημένα| ...» Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ 1391.
πέταλον- το, Συναξ. γαδ. (Βασιλ.) 281· πέταλο(ν), Προσκυν. Ιβ. 535 1201, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 1075.
Το αρχ. ουσ. πέταλον. Η λ. στον τ. πέταλο και σήμ.
1) α) Φύλλο: Ιερακοσ. 48129· β) καθένα από τα χρωματιστά φύλλα που σχηματίζουν τη στεφάνη του άνθους, πέταλο· (συνεκδ.) άνθος: οι κλάδοι πάντες έθαλλον, συνέπιπτον αλλήλοις,| των δε πετάλων εμβολαί και των ενδόξων φύλλων| και των καρπών αι συμπλοκαί όροφον εποιούντο Διγ. Z 3790. 2) α) Πλάκα, φύλλο μετάλλου: Έκτωρ γαρ κρούσας το πρώτον| την του Αίαντος ασπίδαν (παραλ. 1 στ.) κέκοψεν τας έξι βύρσας| και το πέταλον το άνω Ερμον. Μ 65· β) (εδώ συνεκδ.) ιερή επιγραφή χαραγμένη πάνω σε μεταλλική πλάκα (πβ. Lampe, Lex., στη λ. 2a): Ιδών δ’ αυτόν (ενν. τον αρχιερέα Ιάδδιο) πόρρωθεν ... (παραλ. 4 στ.), φορούντα και την κίδαριν επί την κάραν τούτου,| έλασμα και το πέταλον έχων επί τοις στέρνοις Βίος Αλ. 1626. 3) Μεταλλικό ημικυκλικό έλασμα που τοποθετείται στην οπλή ζώου για προστασία από τη φθορά και σταθερότητα στο βάδισμα: όστις μόνον το ιδεί το πέταλον ό έχω,| πριν του θανάτου μου ιδείν, χάριν πολλήν λαμβάνει Συναξ. γαδ. (Βασιλ.) 282· τους αναβάτας πρόσταξον να φθειάσουν τ’ άλογά τους| να εξηβάλουσιν ευθύς πάντων τα πέταλά τους| και να τα καλικώσουσιν πάντοτε αντιστρόφως Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 780.
πικρός,- επίθ., Σπαν. (Λάμπρ.) Va 563, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 691, Καλλίμ. 1449, 2491, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 20, 405, Λίβ. P 1040, 2001, 2300, Αχιλλ. (Smith) N 1637, 1659, 1678, Θρ. αλ. 35, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 224, Μαχ. 7225, 2243, 6384, Θησ. Β́ [697], Δ́ [34], Ί [183], Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 573, Απόκοπ.2 106, 486, Πεντ. Γέν. XXVII 34, Αρ. V 23, Αχέλ. 444, Κυπρ. ερωτ. 9339, 11023, 11122, Πανώρ. Ά 110, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 27v, 55r, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [9], Δ́ [1169], Έ [326], Διγ. O 390, Διακρούσ. 1075, Αλφ. 1079, κ.π.α.· πικριός, Θησ. Γ́ [788], Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [359]· πρεκιός, Μαχ. 20012, Συναξ. γυν. 317· πρικός, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 43 κριτ. υπ., Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 65r, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 246, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 1737, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 160.
Το αρχ. επίθ. πικρός. Ο τ. πικριός από επίδρ. του τ. πικριά (βλ. πικρία). Ο τ. πρεκιός από τ. πρικιός (σήμ. ιδιωμ., βλ. Παγκ., Ιδίωμ. Κρ.2 Δ́ 579, λ. πρεικιός, Ξανθιν., Λεξ. δυτικοκρ. ιδιώμ., λ. πρικύς, Αναγνωστόπουλος, Αθ. 38, 1926, 165· πβ. και πληθ. ουδ. πρικιά του πρικύς, βλ. ά.) με τροπή του άτονου -ι- σε -ε- από επίδρ. γειτονικού υγρού συμφώνου (Χατζιδ., ΜΝΕ Ά 239, Αθ. 24, 1912, 21). Ο τ. πρικός, με μετάθεση συμφώνου, στο Βλάχ. (λ. πρικύς), στον Κατσαΐτ., Ιφ. Δ́ 622, Θυ. Ά 10, Κλ. Πρόλ. 30 και σήμ. ιδιωμ. (Βογιατζ., Γλώσσα Άνδρ., στη λ., Μουσούρης, Γλωσσάρ. Ιθάκ. 81)· τ. πρικό (αρσ.) σε ιδιώμ. της Κάτω Ιταλίας (Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ.). Η λ. και σήμ.
1) α) Οξύς, αιχμηρός, κοφτερός: Λουκάνη, Άλ. Τροίας [294], Ερμον. Ε 226, Η 195· β) (μεταφ., για λόγο) δηκτικός, καυστικός: Αχιλλ. (Smith) N 1692. 2) (Πικρός στις αισθήσεις) α) πικρός, δυσάρεστος στη γεύση: Divān 49, Σοφιαν., Παιδαγ. 122· πολλές φορές ψηλαφάς ένα πράγμα, ώσπερ θέλομεν ειπεί ένα πεπόνι ή ένα κολοκύνθι ή ένα αγγούριν ... και εκείνο έναι πρικό, πλην δε εσύ δεν το εγνωρίζεις από την ψηλάφησιν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 34r· (σε μεταφ.): και συ πάλιν θέλεις το γράψειν εδώ προς εμέ και τους σους και θέλεις το βάλλειν εις το στόμα τους και, αν τους φανῄ δριμύ ή πικρόν, τέλος θέλουν το καταπιείν Σφρ., Χρον. (Maisano) 12816· (επιτ., προκ. για δηλητήριο): έχουν τα όρνεα αυτά δεινόν, πικρόν φαρμάκιν Φυσιολ. (Legr.) 181· (μεταφ. στη) φρ. σπέρνω χολόκοκκα πικρά = προκαλώ κακόβουλα διενέξεις, διχόνοια (πβ. φρ. σπείρω ζιζάνια, λ. ζιζάνιον): βάλλουν (ενν. οι άρχοντες) διπλούν ζιζάνια εις ώτα βασιλέως,| σπέρνουν χολόκοκκα πικρά, πλήρης φαρμακωμένα Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 439· β) (προκ. για νερό) αλμυρός, στυφός, πικρός (πβ. L‑S, λ. πικρός, σημασ. ΙΙ 1)· (συν. για μη πόσιμο νερό): Παϊσ., Ιστ. Σινά 1971, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 41· (εδώ προκ. για το βιβλικό θαύμα μετατροπής σε πόσιμων των νερών πηγής στην τοποθεσία Μερρά από τον Μωυσή· πβ. ΠΔ Έξ. 15, 23): Αλλά και τούτο ήτον μία προφητεία εκ Θεού διά τα μεγάλα θαύματα οπού έκαμεν εις τα νερά, εις την Ερυθράν Θάλασσαν και εις τα πικρά ύδατα και εις την ακρότομον πέτραν Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 9· (μεταφ. σε τελετουργική πράξη· πβ. ΠΔ Αρ. 5, 22 ύδωρ το επικαταρώμενον, βλ. σχετικά και ΠΔ (ΕΒΕ) Γλωσσάρ. 25, λ. ευλογία-κατάρα): και εις το χέρι του ιεριά να είναι τα νερά τα πικρά τα καταραμένα· και να ορκίσει αυτήν και να πει προς την γεναίκα· αν δεν επλάγιασεν ανήρ εσέν και αν δεν έκλινες μαγαροσύνη κατωθιό τον άντρα σου καθαιρίσου από τα νερά τα πικρά τα καταραμένα ετούτα ... Πεντ. Αρ. V 18, 19. 3) (Μεταφ.) που προκαλεί θλίψη, στεναχώρια, ψυχική οδύνη α) θλιβερός, λυπηρός, δυσάρεστος: Δούκ. 21319, Καλλίμ. 269, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [9]· β) (επιτ., προκ. για στενοχώρια, λύπη, πένθος, κ.τ.ό.): Με πόσες θλίψες σου πικρές γλυκαίνεις| του πόθου σου την πεθυμιά την τόση Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. έ [4]· δεν έθελεν του φανήν ουδετίποτες τούτη η χαρά αδ δεν να ’χεν τινά οπού να μπόρησεν να το ξηγήθηκεν ως γιον επί αυτού του, ακομή έθελεν είσταιν πολλά πικρός ο πόνος Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 79· (στον πληθ. στην) έκφρ. πικρά δάκρυα (πβ. έκφρ. μαύρα δάκρυα, βλ. μαύρος, Έκφρ.γ): έλεγαν ότι έφθασεν η συντέλεια του κόσμου και εσυγχωρούνταν ένας τον άλλον με πολλά και πικρά δάκρυα Διήγ. εκρ. Θήρ. 10923· Και του Χριστού το τίμιον έλειψες το κεφάλιν,| έπλυνες τα ποδάρια του κι εσφούγγισές τα πάλιν (παραλ. 1 στ.) και με τα δάκρυα τα πικρά εσυχνοφίλησές τα Σκλέντζα, Ποιήμ. 126· φρ. χύνω πικρά δάκρυα = κλαίω, θρηνώ σπαρακτικά: και εκείνοι ωσάν ήκουσαν, πολλά το εθλίβησαν ... και έχυναν δάκρυα πικρά Διγ. Άνδρ. 32127· Έχυναν δάκρυα πικρά, τραβούντες τα μαλλιά τους| από την παραπόνεσιν που είχαν στην καρδιά τους Διακρούσ. 9326· να χύσω δάκρυα πικρά, στα στήθη μου να πέσουν,| φίδια μαύρα να γενούν, να φάσι την καρδία μου Περί ξεν. (Μαυρομ.) 277. 4) (Μεταφ.) που προκαλεί πόνο, βάσανα, ταλαιπωρίες α) σκληρός, οδυνηρός· επώδυνος, βασανιστικός: Ερμον. Ω 298, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 15· Μ’ αφήνω σας, γιατί θωρώ το στρατηγό και βγαίνει| τούτον, απού πρικότατο θάνατον ανιμένει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 138· Στον κόσμον σύρε με χαρά, πράξες πολλές να βλέπεις,| να σ’ αλαφραίνουν τες πικριές (έκδ. πικρίες) κόλασες της αγάπης Θησ. Γ́ [788]· φρ. πίνω πικρό ποτήρι, βλ. πίνω Φρ. 3· β) (προκ. για ριζικό, μοίρα· πβ. πικροριζικό) πικρός, αντίξοος, κακός: το πικρόν το ριζικόν μου,| οπού ’ν’ τόσον κατάδικον σ’ αυτόν μου Κυπρ. ερωτ. 212· Ω μοίρα μου πρικότατη κι άπονο ριζικό μου,| κι είντα γοργό την πλερωμή βρίσκω στο φταίσιμό μου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 259· γ) φοβερός, ολέθριος, φρικτός, καταστροφικός: Αλλά ’δέ μάχη θλιβερή, πικρή, φαρμακωμένη,| οπού εγίνην ύστερα ανάμεσα τους δύο! Χρον. Τόκκων 1153· Της δε πικροτάτης μάχης εκείνης και του φρικτοτάτου πολέμου το πέρας χρη διηγήσασθαι Καναν. (Pinto) 49· το πικρόν θανατικόν, το φοβερόν κριτήριον,| οποὔλθε κι ηύρε την πτωχήν την Ρόδον την μισκίνα Γεωργηλ., Θαν. 21· δ) (προκ. για απόφαση) σκληρή, θλιβερή, ολέθρια: Ο δε σουλτάν Μεεμέτης, παραλαβών την ηγεμονίαν Δύσεως και Ανατολής, βουλήν εβουλεύσατο πικροτάτην κατά της Πόλεως και των χριστιανών Έκθ. χρον. 1115· ταύτα γαρ ως ήκουσεν η μάννα της Ζαπέτας,| βουλήν βουλεύεται πικράν, θάνατον της Ταρσίας Απολλών. (Κεχ.) 490· ε) (προκ. για τον Άδη) «σκοτεινός»: διατί στον Άδην τον πικρόν ήλιος ουκ ανατέλλει,| ούδε το φέγγος του ουρανού το ξέλαμπρόν του στέλλει Απόκοπ.2 449· Εδώ στον Άδην τον πικρόν και απολησμονημένον (παραλ. 1 στ.) δένω τους με την άλυσον καλούς κακούς ομάδι| και καταλεί τους το πλακίν καθημερνό στον Άδη Πικατ. 328· Ρύσαι ημάς, ω Κύριε, εξ Άδου κατωτάτου,| από τα βάθη τα πικρά του δολερού θανάτου Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1152. 5) (Μεταφ.) που έχει περάσει/περνάει βάσανα, θλίψεις, συμφορές, πικραμένος· δυστυχισμένος, βασανισμένος: Θρ. Κύπρ. M 241, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 529, Θησ. Β́ [697]· Μα κείνο που μ’ απόμεινε οχ’ την πικριά μου αγάπη,| λάβε το, κι ως θέλεις εσύ κάμε με τον αζάπη Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [359]· Μάτην, άνθρωπε, ζητείς μου την πατρίδαν| ... και το πικρόν μου γένος.|Νεκράν με βλέπεις σήμερον, αιχμάλωτον κειμένην Καλλίμ. 605. 6) (Μεταφ., για πρόσωπα) α) σκληρός, άπονος· αυστηρός, αδιάλλακτος: Λίβ. Esc. 239, Συναξ. γαδ. (Βασιλ.) 84· πάντοτε στον Θεόν μπροστά στέκου ταπεινωμένος,| αμή εμπρός στους δούλους σου αφέντης υψωμένος (παραλ. 2. στ.), μηδέ πικρός και ρίξουν σε, μηδέ γλυκύς και φαν σε Ιστ. Βλαχ. 1619· β) σκληρός, τραχύς (στους τρόπους)· εριστικός, οξύθυμος, νευρικός: Ερμον. Δ 187· Η γεννηθείσα κόρη εν καιρῴ ζωδίου Παρθένου έσται γυνή σιτόχροια, εύμνοστη, εις τα έσω πικρή και εις τους ξένους ήμερη Ο γεννηθείς νεώτερος … φ. 148v· γ) κακεντρεχής, μοχθηρός, εκδικητικός· πανούργος: Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 86· Θωρείς, υιέ μου Φρατζισκή, τά κάμνουν οι πουτάνες,| τά κάμνουν οι πολιτικές με τες πικρές των μάννες Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 365. Το θηλ. ως ουσ. = είδος φαρμακευτικού παρασκευάσματος από το φυτό αλόη (ήδη μτγν.· βλ. Galenus Med., De sanitate tuenda libri vi 6.414.13, TLG): Πότισον κατά δύο ημέρας την λεγομένην πικράν, ωσεί εξάγιον το ήμισυ, πλην με το χλίον το κρασίν Σταφ., Ιατροσ. 379. Το ουδ. ως ουσ. = 1) α) Το βάσανο, η δυστυχία: οι ξένοι να παν εις την πατρίδα τους, να ιδούν τους εδικούς τους,| να αναπαυθούν εκ τα πολλά πικρά της ξενιτείας Αλφ. ξεν. Αθ. (Μαυρομ.) 39· αυτή ήρξατο λέγειν την αρχήν και κατά μέρος πάντα,| το γένος, την ανατροφήν και χώραν και πατρίδαν| και τ’ άλλα πάντα τα πικρά της παρανόμου τύχης Καλλίμ. 647· β) η στεναχώρια, ο καημός, η πικρία: ως ελογίαζε (ενν. ο Αρσένιος), δεν επέτυχε· και από το πικρόν του απέθανεν, αμετανόητος, εις τον αφορισμόν Ιστ. πατρ. 1491· γ) το δυσάρεστο γεγονός, το θλιβερό συμβάν: Και τις εκείνο το πικρόν χωρίς οδύνης είπει (παραλ. 2 στ.), (Την κόρην ως εκρέματο στενάζων ανεκφράζει) Καλλίμ. 445· ετούτα τα πικρά και ο χαλασμός της πόλης,| οι ιδικές μου αμαρτιές, ουαί, τα επροξενήσαν Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 229· δ) η έγνοια, η φροντίδα: μα πάντοτε πολύ πικρόν το ’χεν ο βασιλέας| με τι τρόπον να νικηθεί ο νέος Αχιλλέας Σταυριν. 427· εκείνος δε επεχείρησεν να με αναδιδάσκει,| του έρωτος τα μυστήρια και τους δεσμούς του πόθου,| της ασχολήσεως τα πικρά και της ποθομανίας Λίβ. P 135. 2) Κακία· (εδώ προκ. για λόγο): αλλ’ η καρδία το γλυκύ και το πικρόν εκβλύζει,| και μάρτυς Πέτρος ανυμνών φιλών Ισκαριώτης Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 301. — Βλ. και πρικύς.
πίφαρο(ν)- το, Άλ. Κύπρ. 1269· μπίφαρο(ν), Συναξ. γαδ. (Βασιλ.) 343· μπίφερο(ν), Διήγ. Βελ. N2 292.
Από το παλαιότ. ιταλ. pif(f)aro (Battaglia, λ. piffero) - βενετ. pifaro (Boerio). Ο τ. μπίφερο από το ιταλ. piffero. Τ. πίφιρο σήμ. ιδιωμ. (Kahane, Sprache 584) και τ. πίφερο σήμ. Η λ. και σήμ. ιδιωμ. (Pern., Ét. linguist. III 508).
Είδος πνευστού μουσικού οργάνου: τρουμπέτες, βιόλες, μπίφαρα, τύμπανα, ανακαράδες Διήγ. Βελ. χ 272. — Βλ. και πίφερα.
πληρώνω,- Σπαν. (Ζώρ.) V 223, Καλλίμ. 842, Ελλην. νόμ. 5828, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 56, Βέλθ. 278, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 376, Ερμον. Φ 294, Χρον. Μορ. H 122, 180, κ.α., Χρον. Μορ. P 960, 1000, Συναξ. γαδ. (Βασιλ.) 250, Φλώρ. 174, Σαχλ., Αφήγ. 280, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 326, Ερωτοπ. 634, Απολλών. (Κεχ.) 149, Λίβ. P 209, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 734, Αχιλλ. (Smith) N 1058, Αχιλλ. (Smith) O 444, Χρον. Τόκκων 2072, Χρησμ. I 52, Φαλιέρ., Ιστ.2 100, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 9, Θρ. Κων/π. διάλ. 49, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 868, Παρασπ., Βάρν. C 430, Αργυρ., Βάρν. K 434, Διήγ. Βελ. N2 18, Θησ. Γ́ [841], Σκλέντζα, Ποιήμ. 1188, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 522, Διήγ. Αλ. V 27, Αλεξ.2 2547, Κορων., Μπούας 36, Βεντράμ., Γυν. 107, Διήγ. Αλ. G 26640, Μυστ. παθ. 6, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 259v, Λουκάνη, Άλ. Τροίας [631], Ρίμ. θαν. 56, Βυζ. Ιλιάδ. 697, Πτωχολ. α 215, Αχέλ. 2529, Χρον. σουλτ. 2930, Zygomalas, Synopsis 162 Γ 50, Αρσ., Κόπ. διατρ. [427], Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 420, Κρασοπ. (Eideneier) AO 41, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά 633, Βίος Δημ. Μοσχ. 166, Σεβήρ., Διαθ. 19029, Ιστ. Βλαχ. 989, Διγ. Άνδρ. 3617, Μεταξά, Επιστ. 4842‑43, Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 372, Νομοκριτ. 103, Αγαπ., Βίος Ιωάσ. = Αγαπ., Δαμασκ. Βαρλαάμ 14610, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 22212, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Φιλήμ. 19, κ.π.α.· αόρ. επληρώσανσι, Αχιλλ. (Smith) O 707· πγερώννω, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 691· πλερώννω, Μαχ. 836, 837, 2230, 2625, Κυπρ. ερωτ. 8631, Κανον. διατ. Β 516, κ.α. πλερώνω, Ασσίζ. 62, 17329, 1786, Χρον. Μορ. P 6308, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 334, Απολλών. (Κεχ.) 674, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 496, 1251, Χρον. Τόκκων 331, 3175, Διαθ. Ακοτ. 14716, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 249, Μαχ. 15813 δις, 47411, Βουστρ. (Κεχ.) 2809, Αλεξ.2 1444, Διήγ. Αλ. G 27411, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 111v, 381v, Ξόμπλιν φ. 122r, Πεντ. Δευτ. XXIII 22, Αλφ. 108, Στ. Βοεβ. 31, Μηλ., Οδοιπ. 639, Αρσ., Κόπ. διατρ. [81], Άλ. Κύπρ. 1204, Δωρ. Μον. XXVII, Κυπρ. ερωτ. 9341, 12918, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 9, Έ 650, Ιντ. κρ. θεάτρ. Ά 48, Πιστ. βοσκ. III 6, 285, Κανον. διατ. Α 1097 τρις, Βοσκοπ.2 58, Σεβήρ., Διαθ. 19033, Ιστ. Βλαχ. 2162, Σουμμ., Ρεμπελ. 160, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 442, Δ́ 524, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 66, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 1287, Στάθ. (Martini) Γ́ 466, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Στεφ.-Παπατρ.) 17319, Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 239, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 13156, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ [1625], Λίμπον. 288, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 111, Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 54, Χριστ. διδασκ. 369, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 382, Γ́ 148, Λεηλ. Παροικ. 519, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1732, Hagia Sophia f 58611, Βεστάρχης, Στίχ. πολιτ. Ελεάζ. 1589, κ.α.
Από αρχ. πληρώ και την κατάλ. -ώνω (ΛΚΝ). Ο τ. πγερώννω από πλερώννω με αποβολή του -λ- και ανάπτυξη ημιφώνου j (βλ. Χατζ., Γραμμ. κυπρ. διαλ. 191· πβ. αυτ. και σ. 41). Ο τ. πλερώννω από πλερώνω (Για το σχηματ. βλ. Χατζ., Λεξ. 13) σε έγγρ. του 15. αι. (Τσοπ., Συμβολές Β́ 414) και σήμ. ιδιωμ. στην Κύπρο (Λουκά, Γλωσσάρ., λ. πκερώννω και πλερώννω) και σε ιδιώμ. της Κάτω Ιταλίας (Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ. Δ́ 216). Ο τ. πλερώνω από πληρώνω με τροπή του άτονου i σε e από επίδρ. του γειτονικού υγρού συμφώνου (Kahane, Zeitschr. f. rom. Philol. 97, 1981, 110). Κατά Συμεων., Ιστ. κυπρ. διαλ. 189 πρόκειται επιπλέον για διατήρηση της αρχ. προφοράς του η ως e (βλ. και Γλωσσ. πραγμ. Κύπρ. 103). Ο τ. σε επιγραφή του 6. αι. (PHI 7), σε έγγρ. του 13. (LBG) και του 16.-18. αι. (Έγγρ. Σαντορ. 518, Βαρζελιώτη, Θησαυρ. 30, 2000, 330, Τραπεζούντιος, Νομοκ. 535 κ.α.), στο Βλάχ. και σήμ. (λαϊκ.)· για πιθ. πρώτη μνεία βλ. Rohlfs, Et. Wört., λ. πληρόω και Kretschmer, Glotta 12, 1923, 192. Τ. πκερώννω σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα (Λουκά, Γλωσσάρ., λ. πκερώννω και πλερώννω), πκιερώννω και πκιορώννω (Χατζ., Λεξ., λ. πκιερώννω). H μτχ. πληρωμένος μτγν. (TLG). Η λ. σε σχόλ. (TLG, LBG), σε έγγρ. του 13.-17. αι. [Συνθήκ. Καλλ. (Μέρτζ.) 268, Γράμματα Μετεώρ. 5415 κ.α.], στο Du Cange και σήμ.
I. Ενεργ. Ά Μτβ. 1) Γεμίζω: εκλεκτούς γαρ μαργαρίτας| και πολύτιμους γαρ λίθους| και παμπλείστους θησαυρούς τε| επληρώσασιν (ενν. οι Έλληνες) τας νήας Ερμον. Ψ 61· ουδέ συμφθάνει ο ταπεινός ειπείν το «Κύριε ελέησον»| ή καν το κρασοβόλιν του οξίδιν να πληρώσῃ Προδρ. (Eideneier) IV 253. 2) (Προκ. για επιθυμία) εκπληρώνω, ικανοποιώ: νους αληθής ουκ αστοχεί, τόλμης επιτυγχάνει,| και τό ορεχθεί πληρώνει το, πότε ου δειλογνωμεί το Λίβ. Esc. 961· Ο Πτολεμαίος είπε του (ενν. του Κανδάλη)· «Πληρώνω τη βουλή σου,| έπαρε τον Αντίγονα και σύρε στη μητρί σου» Αλεξ.2 2271· (προκ. για ερωτική πράξη) ικανοποιώ τον έρωτά μου, ολοκληρώνω: να εσμίγαμεν τα δυο μας,| να επληρώναμεν αγάπην| των πολλών χρονών τον πόθον Ch. pop. 136· ολόγυμνην την έκδυσεν μετά λινού και μόνου,| το δε λινόν εις το εκ παντός ήτον ως άχνη μόνον·| και μετά πόθου του πολλού επλήρωσαν τον έρων Αχιλλ. (Smith) N 1334. 3) (Προκ. για ορισμένο χρον. διάστημα) συμπληρώνω: εκείνος έχει εις την μονήν καν δεκαπέντε χρόνους,| κι εσύ ακόμη ουκ επλήρωσες εξάμηνον ότ’ ήλθες Προδρ. (Eideneier) IV 73· ούτε γίνεται νόμιμος γυναίκα του ανθρώπου, ειμή ότε πληρώσει μετά του ανδρός αυτής τα ιβ́ έτη Ελλην. νόμ. 54110. 4) Ολοκληρώνω, τελειώνω, αποπερατώνω κ.: Ως είδον λοιπόν οι τέσσαρες τούτον παθόντα ούτως,| εστρέψασι και έτρεχον, έφευγον κατά κράτος,| και πλέως δεν εγύρισαν, πληρώνοντας τον δρόμον Διγ. A 3658· ατός του εστάθηκεν εκεί τότε ο Μέγας Κύρης| έως ου επληρώθηκεν το κάστρο της Δημάτρας Χρον. Μορ. P 8000· Ει δε και ου μη το δέξεται, πάλι να δευτερώσω| και να πλερώσω δώδεκα γραφάς και πάλε ως ιδούμε Λίβ. Esc. 1247· (σε μεταφ.): Είδα απ’ αύτου την Στοργήν και είχεν γραμμένα τούτα:| «Στέργετε εις την ασχόλησιν, ποσώς μη αποδημείτε,| η αναμονή καλόν έναι, πληρώνει ακέραιον πράγμα» Λίβ. Sc. 2· (προκ. για αφήγηση): Με θλίψες και με κλάηματα την διδαχήν πληρώνει (ενν. ο πατέρας του Ιμπέριου) Ιμπ. 216· (προκ. για το θάνατο) φέρνω στο τέλος κάπ.: πάγω κάτω εις Άδην| και σήμερον πληρώνει με ο θάνατος και υπάγω Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1776. 5) Εκτελώ, πραγματοποιώ κ.: οπού πληρώνει ορισμόν και του πτωχού δανείζει| εκείνος έναι φίλος του (ενν. του Θεού) και εκείνον τον χαρίζει| την άμετρον γλυκύτητα, τρυφήν του Παραδείσου Νεκρ. βασιλ. 111· αν έν’ το πράγμα δίκαιον, αν έναι και τυγχάνει,| πληρώνω, πράττω, οικονομώ, θέλω το, δέχομαί το Φλώρ. 169· α) (προκ. για συμφωνία, όρκο ή νόμο) τηρώ, σέβομαι: τες συμφωνίες κι ομόλογα, κρατώ τα αφυρωμένα·| στέργω να τα πληρώσομε άνευ κανενός δόλου Χρον. Μορ. P 690· ει μεν εύρω το ερώτημα και λόγον σου διαλύσω,| το στοίχημά μου η αυθεντία σου, εκείνον να πληρώσεις Διήγ. Αλ. Σεμίρ. B 320· επλήρωσαν τον όρκον τους και την υπόσχεσίν τους Χρον. Μορ. P 440· δόλος να μηδέν φανεί μέσον Αδάμ και Εύας| και να τεκνολογήσουσιν με θέλημα Κυρίου| και με τον τρόπον, τόν ακούεις, τον νόμον να πληρώσουν Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1571· β) (προκ. για μυστήριο) τελώ: εμείς να σε έχομεν γαπρόν και να σε προσκυνούμεν.| Ο Θεός γαρ σ’ εδόξασεν από του νυν να είσαι| και γάμους να πληρώσομε εις την πολλήν σου αδρεία Αχιλλ. (Smith) O 584· αφήκασιν την ταραχήν, επαύσασιν τας ύβρεις,| ειρηνικά, ανόχλητα επλήρωσαν τον γάμον Πουλολ. (Τσαβαρή)2 666· γ) (προκ. για προφητεία ή ρητό) εκπληρώνω, επαληθεύω: αφών το κιόνι έχετε κι αυτόν τον δημηγέρτην, |την προφητεία πληρώσετε του φιλοσόφου εκείνου Χρον. Μορ. P 894· φύλαττε την καθαρότητα του νοός ως πλούτον πολύτιμον αναβιβάζων αυτόν προς υψηλοτέραν εργασίαν και θεωρίαν ημέραν παρ’ ημέραν, διά να πληρώσεις τον λόγον του Χριστού Αγαπ., Βίος Ιωάσ. = Αγαπ., Δαμασκ. Βαρλαάμ 2344. 6) Αποφασίζω: όσον επλήρωσε η βουλή ότι να έχουν φύγει,| ο κατά είς εδιάβηκεν εις την κατούνα όπου είχεν Χρον. Μορ. H 3854. 7) Καταβάλλω χρήματα α) ως αντίτιμο, ως αντάλλαγμα για κ. (σε κάπ.): Εάν επήρες πράγματα εκ τους πραγματευτάδες,| καν τσόχες και ατλάζια καν λέχικους ταφτάδες,| κάμε καλήν διάκρισιν και πλέρωσέ τα όλα Ιστ. Βλαχ. 2153· Τούτο το γέρο πα να βρώ λοιπό να τον πλερώσω| για να μου δώσει ν’ αλειφτώ να ξανακαινουργιώσω Πανώρ. Ά 277· β) σε κάπ. ως αμοιβή για τις υπηρεσίες του: κάλεσ’ έναν ιατρόν (ενν. η γραία) για να την ιατρεύσει,| να τον πληρώσει ύστερα, ωσάν την θεραπεύσει Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 204· γ) ως εξόφληση μιας οφειλής, ενός χρέους: Δεν πληρώνει ο διδάσκαλός σας το χαράτσι των διδράχμων; Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. ιζ́ 24· Περί χρεώστου, αν αποθάνει και αφήσει διαθήκην κληρονόμον, τις πληρώνει το χρέος του Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 202192· αν ουδέν έχει απού πόθε να πλερώσει τούτα, ορίζει το δίκαιον να κόψουν το τρίτον της γλώσσας του Ασσίζ. 2103· δ) ως αποζημίωση για κ.: Προτεστιάζομέν σε να μας πλερώσεις όλες τες ζημίες όπου να μας γενούν Μαχ. 52822· Αυτού λέγει περί εκείνου του καβαλλάρη ... οπού στέλλει το κτηνόν του να το μαρετζασιάσει, τουτέστιν να το γιατρέψουν, και λαβώνει το ού ψοφά, πώς ο καλλικάς εντέχεται να το καλλιοτερίσει, ήγουν να τον πλερώσει Ασσίζ. 43231· ε) ως οικονομική βοήθεια: ειδέ αν δεν τα πάρει (ενν. τα βιβλία), τότες οι επίτροποί μου ας κάμουσι το μεγαλύτερο μόδο, διά να πλερωθούσι οι πτωχοί Σεβήρ., Διαθ. 19183· στ) ως δωροδοκία: οι κάκιστοι Εβραίοι επλέρωσαν τους στρατιώτας διά να ειπούν ότι ήλθαν οι μαθητάδες Του και εκλέψαν Τον Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 301r. 8) (Προκ. για δικαστική απόφαση ή ποινή) πληρώνω τα έξοδα της δικαστικής απόφασης ή χρηματική ποινή: Εάν γένηται ότι εγκάλεμαν γίνεται εις την αυλήν ... εντέχεται ο νικώμενος εκείνου του εγκλήματος να πλερώσει το δίκαιον της αυλής Ασσίζ. 12713· αμέ (ενν. ένι κρατημένος) να πλερώσει και την τιμωρίαν τήν εβάλασιν εκείνοι οπού ήτον το έγκλημαν εις την κρίσιν τους εκείνους, διά το ποίον να μείνει το δίκαιον, τουτέστιν να μηδέν εβγεί απέ την εξουσίαν τους και απέ τό να πούσιν Ασσίζ. 17620· και ένι ακόμη κρατούμενος να πλερώσει την τιμωρίαν, λεγόμενη πέναν ... εκείνος οπού ένι να πλερώσει το έγκλημαν εκείνον απού μένει το δίκαιον, τουτέστιν οπού να εβγεί απέ την εξουσίαν του και απ’ εκείνον τό να πουν Ασσίζ. 42910· το δίκαιον κρίνει ότι η αυλή θέλει να πάρει απέ τον Συριάνον ν́ πέρπυρα και ο Φράγκος ο δαρμένος ν́ σόρδια, διότι ο Συριάνος ουδέν πλερώνει δικαίωμαν παρά τον ήμισον νόμον, με το κείμενον και την ασσίζαν Ασσίζ. 48019. 9) α) (Μεταφ.) α1) Ανταποδίδω ένα καλό, ξεπληρώνω: Φιλοδωρίες, χαρίσματα είχαν από τον δούκα.| Και τότε ήλθεν ο καιρός όλοι να τα πλερώσουν Χρον. Τόκκων 1415· ουδέ την καλοσύνη σου την τόση| ο λόγος μου μπορεί να την πλερώσει Βοσκοπ.2 60· α2) ανταμείβω: α λάχει| κιανείς εκ τους στρατιώτες σου δύναμη τόση να ’χει,| την κεφαλή του (ενν. του Ρινάλδου) χάρισμα κομμένη να μου δώσει,| με μεγαλότατο ’ξασμό θέλω τονε πλερώσει Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Γ́ 34· Ο Θεός ο άγιος θέλει σου το πληρώσει,| και εις την μέλλουσαν ζωήν να το ανταποδώσει Ιστ. Βλαχ. 1853· β1) ανταποδίδω ένα κακό, τιμωρώ: διατί εγώ δεν ηθέλησα να κάμω το θέλημα αυτηνού του δικαίου βασιλέως, διά τούτο με επλέρωσε πρικά και φαρμακερά Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 161v· όσοι σε εκατάκριναν, Θεός να τους πληρώσει,| και σένα εις τας χείρας σου, γοργά να σου τους δώσει Σταυριν. 831· «Δε θέλω λείψει», έλεγε, «ανταμοιβή να δώσω| κι ό,τι κακό εκάμανε για να τωνε πλερώσω» Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1659· β2) τιμωρούμαι: τούτο (ενν. το δοξάρι) ας τσακισθεί, τούτ’ ας πλερώσει| τον θάνατο οπού μόνιο μου ’χει δώσει Πιστ. βοσκ. IV 8, 280· μια κόρη απού δεν έφταιξε, να θέλεις να πλερώσει| τση μάνας της το φταίσιμο με μια απονιάν ετόση; Ανέκδ. ιντ. κρητ. θεάτρ. Β́ 27. B́ Αμτβ. 1) α) (Με μέση σημασ.) τελειώνω, σταματώ: Το ψωμί των επλέρωσε. Ο τόπος μακρύς. Το πού ν’ αγοράσει ουδέν έχει Gesprächb. 213‑4· αφόντις επέρασεν καιρός ολίγος και επλήρωσεν η σύγχυσις του γάμου, εσμίχθησαν ... και εγγαστρώθη η κόρη Διγ. Άνδρ. 32619· επλέρωσαν τα νερά από το φλασκί Πεντ. Γέν. XXI 15· β) (τοπ.) τελειώνει ο τόπος, στο άκρο της επικράτειας (Για τη σημασ. βλ. Ξανθ., B-NJ 2, 1921, 201): Αφού πληρώσει, δέσποτα, ο τόπος τόν δεσπόζεις,| έν’ τις δυνάστης βασιλεύς άλλας κατέχων χώρας Αχιλλ. (Smith) N 203· γ) (προκ. για ορισμένο χρον. διάστημα) φτάνω στο τέλος, συμπληρώνομαι, τελειώνω: Ο καιρός επλέρωσε και η βασιλεία του Θεού εσίμωσε· μετανοήσετε και πιστεύετε εις το ευαγγέλιον Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Μάρκ. ά 15· Επλήρωσαν οι χρόνοι σου, ω Αχιλλεύ, και συ τώρ’ αποθαίνεις Αχιλλ. L 1338· την ημέραν οπού επλήρωναν οι πενήντα ημέρες της Πεντηκοστής, ήσαν όλοι αντάμα εις εκείνον τον τόπον Σανκταμαύρας, Πράξ. Αποστόλ. (Κακ.-Πάνου) φ. 42v. 2) (Με μέση σημασ.) α) εκπνέω, πεθαίνω: Και τούτα είπε Δάρειος κι εδιάβη η ζωή του| και μετά ταύτα πλήρωσε, κι εβγήκε η ψυχή του Αλεξ.2 1394· (σε μεταφ.): και τα παιδιά σας να είναι, βόσκουν εις την έρημο σαράντα χρόνια και να σηκώνουν τις πορνιές σας ως να πλερώσουν τα κορμιά σας εις την έρημο Πεντ. Αρ. XIV 33· β) (εξ)αφανίζομαι, εξολοθρεύομαι: οργίστην ο θυμός του Κύριου εις το Ισραέλ και μετακούνησέ τους εις την έρημο σαράντα χρόνια ως να πλερώσει όλη η γενεά οπού έκαμεν το κακό εις τα μάτια του Κύριου Πεντ. Αρ. XXXII 13· και απατά δαρμός του Κύριου ήτον εις αυτουνούς να τους αφανιάσει από μεσοθιό το φουσσάτο, ως να πλερώσουν Πεντ. Δευτ. II 15. 3) (Με μέση σημασ.) συντελούμαι, ολοκληρώνομαι: Αύτη λοιπόν η χαρά η εδική μου επλέρωσεν Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ιω. γ́ 29· και γένος τέταρτο να στραφούν εδώ, ότι δεν επλέρωσεν το κρίμα του Αμορι ως εδώ Πεντ. Γέν. XV 16. 4) (Με μέση σημασ.· προκ. για προφητεία) εκπληρώνομαι, επαληθεύομαι: φιλόσοφος ευρίσκετον και προφητείες εποίκεν,| πολλά πράγματα έποικεν απέσω εις την Πόλιν·| άλλα επληρώσαν τον καιρόν οπὄμελλε να έλθουν,| και άλλα πάλιν μέλλασιν να έλθει ο καιρός τους Χρον. Μορ. P 885. 5) καταβάλλω ένα χρηματικό ποσό α) ως αντίτιμο για κ.: Και ύστερα οι χριστιανοί το έκαμαν εκκλησίαν, αμή τώρα τα κρατούν όλα οι Τούρκοι και πλερώνεις και εμπαίνεις και προσκυνάς Προσκυν. Κουτλ. 390 1396· β) ως εξόφληση μιας οφειλής, ενός χρέους: και αν ουκ έχει απόθεν να πλερώσει, κελεύει το δίκαιον να του κόψουν το τρίτον της γλώττας του διά να μηδέν εμπορήσει την αυλήν να κράξει ψεματαρία Ασσίζ. 46131· θέλω ξεκαθαρίσει για χίλια δουκάτα απού θέλω και να έχει το πολλά αγαπημένο μου παιδί ο Νικολάκης, ... και να πλερώσει ογιά λόγου μου, ωσάν ακόμη και ογιά κείνα απού μου ’δωκε εμένα Διαθ. 17. αι. 125. 6) (Μεταφ.) α) Ξεπληρώνω: αυτός επιθυμά εις το να πλερώσει διά τον αποστάτην και αχάριστον υιόν του, τον άνθρωπον Ροδινός (Βαλ.) 136· ο Θεός ηθέλησε να πλερώσει (ενν. διά το αμάρτημα του Αδάμ), διά να κερδέσει τον άνθρωπον Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 225r· β) τιμωρούμαι: αν συνέβη κανένα κακόν ενάντιο,| πρέπει ότι αυτός να πληρώνει με την παίδεψίν του Σουμμ., Ρεμπελ. 161· αν ’ξακονίσω τη λάψη του σπαθιού μου και να πιάσει με κρίση το χέρι μου, να στρέψω ξεγδίκωμα τους στεναχωρετάδες μου και τους μισωτές μου να πλερώσουν Πεντ. Δευτ. XXXII 41. II. Μέσ. Αμτβ. 1) Ικανοποιούμαι: αφήνω σας και πασαείς το τι χρωστεί κατέχει| και πληρωθείτε μέσα σας με της φιλιάς τα έχει Φαλιέρ., Ιστ.2 438· Τώρα, που νιες και τρυφερές είμαστε, ας πλερωθούμε| για τους καιρούς των γερατειών, οπὄχουν να μας βρούνε Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [697]. 2) (Προκ. για χρον. διάστημα) τελειώνω, ολοκληρώνομαι, συμπληρώνομαι: σαν εβγήκε ήλιος, τα δένδρη εμιλήσαν:| «Οι χρόνοι σου ’πληρώθησαν», είπαν και δεν αργήσαν Αλεξ.2 2134· Λόγιασε πως ο δρόμος σου ζυγώνει στο κονάκι,| η ζωή σου πληρώνεται, ζαρώνει το κορμάκι Γεωργίου ρήτορος, Στίχ. β́ 16· εμπρός παρά να πληρωθούν οι ογδοήκοντα ημέρες,| εγίνετον θανατικόν μέγα εις το φουσσάτον Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 5394. 3) α) (προκ. για αναμενόμενη ενέργεια ή γεγονός) πραγματοποιούμαι, ολοκληρώνομαι: επεί με λέγει ο λογισμός κι ο νους μου με το δίδει,| ότι εάν το ποθήσετε, ως φρόνιμοι όπου είστε,| το πράγμα θέλει πληρωθεί Χρον. Μορ. H 8541· τώρα ας κατέβει μετά μέ στον Άδην η ψυχή σου,| να ’χει κι εκεί τσι παιδωμές πάντα, καθώς τυχαίνει,| τόση μεγάλη σου ατυχιά να μείνει πλερωμένη Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 648· β) (προκ. για προφητεία ή ρήση) εκπληρώνομαι, επαληθεύομαι: και τότε επληρώθηκεν η προφητειά εκείνη· «ο είς μετακινήσεται και διώξει χιλιάδας» Παρασπ., Βάρν. C 252· όλοι μας θέλομεν ιδεί πίστευσε πλερωμένες,| τσ’ απόκρισες τ’ Απόλλωνος οπού ’χομε ακουσμένες Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [911]· Ιδού γαρ και πληρώνονται οι λόγοι των φρονίμων:| «Μυστήριον την γυναίκαν σου ποτέ σου μη την είπεις| πρόσεχε την γυναίκαν σου· άλλον εχθρόν ουκ έχεις» Σπαν. (Ζώρ.) V 223. 4) Πεθαίνω (Για τη σημασ. βλ. Αλεξ. Στ., Ακριτ. 49): σήμερον πλερώνεται (ενν. ο θαυμαστός Ακρίτης) και χάνεται εκ τον κόσμον,| εις νόσον γαρ θανάσιμον έπεσεν και αποθνήσκει Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1705. Φρ. 1) Πληρώνω την οδόν, βλ. οδός 2 φρ. (4). 2) Πληρώνω το χρέος = πεθαίνω: στο χέριν είχεν (ενν. ο Σγούρος Μπούας) κονταριά απάνω εις το οψάριν.| Και απ’ αυτήν απόθανεν, επλέρωσεν το χρέος Χρον. Τόκκων 1116. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = 1) (Προκ.για χρόνο) καθορισμένος, συγκεκριμενος: όσον να δράμει άλογον καλόν, πεπυρωμένον,| ούτως να κτίσεις και αυτός (ενν. την Κωνσταντίνου πόλιν) εις χρόνον πληρωμένον Διήγ. Βελ. N2 18. 2) α) Γεμάτος από κ.: αριστερόθεν πρόκεινται περβόλια πληρωμένα| φοινίκων περικύκλωθεν με πλίνθους πεφραγμένα Παϊσ., Ιστ. Σινά 1877· β) (Προκ. για φυτά) πλήρης, γεμάτος, ώριμος (Για τη σημασ. βλ. Χατζιδ., Πρακτ. Ακ. Αθ. 6, 1931, 403 και Αθ. 38, 1926, 22): εκατάπνιξαν τούτα τα επτά (ενν. αστάχια) τα καλά και τα πλερωμένα (ενν. αστάχια) Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 374r. — Βλ. και πληρώ.
ποδάριον- το, Σοφιαν., Παιδαγ. 102, Διγ. Άνδρ. 3221, 3458, 34628, 37012, 37523, 39326· ποδάρι, Ιατροσ. κώδ. τνζ́, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1474, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 57r, 96r, 121r, 196r, 259r, 319v, Πεντ. Γέν. XLI 44, Έξ. III 5, Λευιτ. XXI 19, Δευτ. VIII 4, XIX 21, XXIX 4, XXXIII 24, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 611, 1347, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 4364, Βίος Δημ. Μοσχ. 639, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Γ́ 1699, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 930, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 155, 156, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 44r, 45r, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1862, 1922, 48411, Hagia Sophia φ2 60131, κ.π.α.· ποδάριν, Σταφ., Ιατροσ. 11295, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 524, Σπανός (Eideneier) A 427, 516, Ιατροσ. κώδ. σνέ, σπ́, χλδ́, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 310, 748, Gesprächb. 9618, 9619, Παρασπ., Βάρν. C 410, 411, Αργυρ., Βάρν. K 413, Θησ. ΙΒ́ [632], Συναξ. γυν. 998, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 2834, Καβαλίστας 12, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 3011, 23910· ποδάρι(ν), Τρωικά 53417, Λόγ. παρηγ. L 426, Λόγ. παρηγ. O 68, Διγ. Z 399, Διγ. A 2629, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 169 κριτ. υπ., Συναξ. γαδ. (Βασιλ.) 239, Λίβ. P 2803, Λίβ. Sc. 1761, Λίβ. Esc. 2917, Λίβ. N 2605, Προσκυν. Κουτλ. 156 7727, Μπερτόλδος 46, Καραβ. 50211, Σκλέντζα, Ποιήμ. 124, Διήγ. Αλ. V 26, Λεξ. Μακεδ. 112, Πορτολ. A 18816, Αχέλ. 644, Ιστ. πατρ. 11010, Zygomalas, Synopsis 210 K 32, Πηγά, Χρυσοπ. 226 (48), Hagia Sophia ω 53214, Μαξίμου Πελοπ., Αποκάλ. 404, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Γ́ 6232, Δωρ. Μον. XXXVI, Βίος αγ. Νικ. (Κακλ.) 198, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 116, Φορτουν. (Vinc.) Έ 374, Διγ. O 2356, Αλφ. (Μπουμπ.) II 45, κ.π.α.· πoδάριο(ν), Διήγ. Αλ. E (Konst.) 379, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 10311, Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 10520, Καλόανδρ. (Κεχ.) 406, Hagia Sophia φ2 58512, 5981.
Το αρχ. ουσ. ποδάριον. Ο τ. ποδάρι στο Βλάχ., σε έγγρ. του 16. (Κασιμ., Έγγρ. 95 (178), Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 23, 1980, 485) και του 17. αι. (Κρ. συμβόλ. 109, Γκίνης, ΕΕΒΣ 39/40, 1972/73, 227), και σήμ. λαϊκ. (Κριαρ., Λεξ., λ. ποδάρι). Ο τ. ποδάριν από το αρχ. ποδάριον με αποβολή του -ο- της κατάλ. (Παπαδ. Α., Αθ. 37, 1925, 170). Ο τ. ποδάριν τον 4. αι. σε παπυρ. (LBG) και επιγρ. (L‑S Suppl.), σε έγγρ. του 16. αι. (Μαράς, Κατάστιχο 149 Α′ 21624, Κασιμ., Έγγρ. 35 (114), Γρηγορόπ., Έγγρ. Γλωσσ. 4627) και σήμ. στο ποντ. (Παπαδ. Α., Λεξ.) και το κυπρ. ιδίωμα (Χατζ., Διασπ. 15), όπου και άλλοι τ. ιδιωμ. και με διαφορ. σημασ. Η λ. στο Du Cange.
1) Το πόδι ως όργανο α) το ακραίο τμήμα του σκέλους των ανθρώπων ή των σπονδυλωτών ζώων: Ωσάν το παπούτσι, οπού βάζομεν εις το ποδάρι μας δίκαιον είναι, όταν μήτε του λείπει μήτε περισσεύει Ροδινός (Βαλ.) 134· έχεις με χρόνους δώδεκα ψυχρούς και ασβολωμένους,| ουκ έβαλα από κόπου σου πατίκιν (έκδ. τατίκιν· διόρθ. Κουκ., ΒΒΠ Δ́ 417) εις ποδάριν,| ουκ έβαλα εις την ράχιν μου μεταξωτόν ιμάτιν Προδρ. (Eideneier) I 49· να σφάξεις το κριάρι και να πάρεις από το αίμα του και δώσεις ιπί τραγανό αυτί του Ααρων και ιπί τραγανό αυτί των παιδιών του το δεξιό, και ιπί μεγάλο δάχτυλο του χεριού τους το δεξιό, και ιπί μεγάλο δάχτυλο του ποδαριού τους το δεξιό Πεντ., Έξ. XXIX 20· β) ολόκληρο το καθένα από τα κάτω άκρα του ανθρώπου ή από τα σκέλη των ζώων και των πτηνών ή εντόμων: ηύρε (ενν. ο Αλέξανδρος) τον Φίλιππον αποδαρμένον εκ το άλογον και σπαθέαν είχεν εις το κεφάλιν του, ήτον και εις το δεξιόν ποδάρι κομμένος βαρέα πολλά Διήγ. Αλ. F (Lolos) 1365· Το δε φαρίν επεριπάτιεν τόσον ότι όσοι έβλεπαν εφοβούνταν. Εμάζωνε τα ποδάρια του εις ένα τόπον και έπειτα ήπλωνέν τα και εφαίνετον ως ότι λεπτοπεριπατεί και ως χαμόθεν πετάσθαι. Διγ. Άνδρ. 31916· σφήκες ... κάθηνται εις τας κοπρίας, και τυλίσσουν την κόπρον αλλήλων και ποιούσιν αυτήν στρογγύλην ίσα καρύδια και σύρουσιν ταύτα εις τα ποδάριά των Σταφ., Ιατροσ. 7176· φρ. (1) σκοντάφτω το ποδάρι μου/σκοντέφτει το ποδάρι μου = σκοντάφτω στη ζωή μου, πέφτω σε κάπ. ηθικού τύπου παράπτωμα, ολισθαίνω ηθικά: Θέλουν σε σηκώσει (ενν. οι άγγελοι) απάνου εις τα χέρια τους, να μην σκοντάψεις ποτέ εις πέτραν το ποδάρι σου Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. δ́ 6· Εμέν ξεγδίκωμα και πλέρωμα εις ώρα οπού σκοντέψει το ποδάρι τους· ότι σιμά η μέρα της θλίψης τους και γλήγορα τα μελλόμενα εις αυτουνούς Πεντ. Δευτ. XXXII 35· (2) φιλώ το ποδάρι κάπ. = προκ. για φίλημα σε ένδειξη σεβασμού ή δουλικότητας: Ο δε ευσεβής λαός, ως άκουσαν τούτο, έδραμαν και εφίλησαν το ποδάρι του πασιά, και έστερξαν την επανέβασιν Ιστ. πατρ. 1573. 2) Μονάδα μέτρησης μήκους (που ισοδυναμεί στη μεσν. περίοδ. κατά κανόνα με 16 δακτύλους)· (βλ. και ά. πους· για το πράγμα βλ. Schilb., Byz. Metrol. 20, Πετρόπ., ΕΛΑ 7, 1952, 60, αλλά και Βαγιακ., ΕΑΙΕΔ 6, 1955, 80): Ελαίαν και συκέαν εννέα ποδάρια από τον ξένον τόπον μακρία πρέπει να φυτεύομεν. Τα δε λοιπά δένδρη πέντε ποδάρια (ενν. μακρία) και μόνον Zygomalas, Synopsis 167 Δ 19 δις· πάσα ποδάρι έναι ένα μπράτσο και δύο τρίτα του μπράτσου Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 96r· κοντά εις τον κάβο έναι μία ξέρα και έχει νερό ποδάρια τρία και έναι ίσια με το βουνί οπού δείχνει ωσάν ψωμί Πορτολ. A 12920. 3) α) Καθετί με το οποίο στηρίζεται, πατάει ένα έπιπλο ή σκεύος: εις το αποσκίασμα του δενδρού ωραίον κρεβάτιν στέκει·| οι ρίζες ήσαν σμάραγδοι και τα κανόνια κρύα| και τα ποδάρια (ενν. του κρεβατίου) ολόχρυσα, διά λίθων πολυτίμων Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1681· και έχυσεν αυτουνού τέσσερα κρικέλια μαλαματένια και έδωσεν τα κρικέλια ιπί τις τέσσερις μεριές (ενν. του τραπεζιού) ος εις τα τέσσερα ποδάρια του Πεντ. Έξ. XXXVII 13· Έκαμε δε και άλλα μανουάλια πολλά κρυστάλλινα και είχαν τα ποδάρια ολόχρυσα και ετιμήθησαν κεντηνάρια δώδεκα Hagia Sophia ψ 61530· β) το κατώτερο τμήμα, η βάση μιας κολόνας ή μιας κατασκευής: ανάγκη είναι να ηξεύρεις ότι, εάν πάθει τίποτες κίων της δημοσίας καμάρας ή εις την κεφαλήν ή εις το ποδάριν ή εις το κτίσιμον έως του πησού, ο δημόσιος χρεωστεί να φτειάνει Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 952 ρθ́, ρί 7· Και απ’ εκεί έκαμαν τας πολλά καλάς και θαυμαστάς ορθομαρμαρώσεις, κατεχρύσωσαν δε ... και τα κεφάλια και τα ποδάρια από τες κολόνες, αι οποίες ήτον μέσον και έξω εις την εκκλησίαν χίλιες Hagia Sophia φ2 59413. 4) α) (Πιθ.) ογκώδης τετράγωνη κολόνα στο εσωτερικό οικοδομήματος, ενισχυμένη σε δεύτερη φάση ως υποστήριγμα, υποστύλωμα: Και κάτωθεν απαυτού έναι το έδαφος και είναι και εκεί ετέρες οκτώ χοντρές κολόνες και κιόνια, ήγουν ποδάρια, κτισμένα ί Προσκυν. Ολυμπ. 177 8626· β) αντηρίδα, αντιτείχισμα: Και τότε θωρείς το σπίτι του Αγίου Αλεξίου και στέκει με τα ποδάρια και τους πύργους του λιμνιώνος Πορτολ. A 16811. Εκφρ. 1) Η απαλάμη του ποδαριού, βλ. ά. παλάμη 3. 2) Η απαλαμιά του ποδαριού, βλ. ά. παλαμέα 2. 3) Εις το/στο ποδάρι(ν) κάπ. = στη θέση κάπ. (βλ. Ξανθουδίδη [Κρ. συμβόλ. σ. 346 και 111 σημ. 11]): Απέθανε, λέγει, ο βασιλεύς Ιωάθαμ με τους γονέους του ... και εβασίλευσεν ο Άχαζ ο υιός του εις το ποδάριν του κυρού του Σκορδύλης, Λόγ. Θεοτ. 448666. 4) Με ποδάριν = με τα πόδια, πεζός: Και ήτον μέγα το ποτάμιν, ότι ουδέν το απέρνα τινάς με ποδάριν Διήγ. Αλ. E (Lolos) 2555. Φρ. 1) Βάνω κάπ. αποκάτω εις τα ποδάρια μου = υποτάσσω κάπ.: Είπεν ο Αυθέντης τον Αυθέντη μου: Κάθου από την δεξιάν μου, έως οπού να βάλω τους εχθρούς σου αποκάτω εις τα ποδάρια σου Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Λουκ. κ́ 43. 2) Δεν έμεινε ποδάρι = προκ. για πλήρη αφανισμό ανθρώπων (βλ. Κουκ., ΒΒΠ Έ Παράρτ. 115): Ρουθούνι δεν απόμεινεν, όλους τους είχε πάρει| εκ του Πασιά το κάτεργον δεν έμεινε ποδάρι Άλ. Κύπρ. 2475. 3) Πηγαίνω εις τα ποδάρια κάπ. = καταδέχομαι να πάω να συναντήσω κάπ. κατώτερό μου: εσηκώθην απατός του ο βασιλεύς και επήγεν εις το σπίτι της χήρας. Και ως είδεν η γυναίκα πως επήγεν απατός του ο βασιλεύς εις τα ποδάρια της, δραμούσα ταχέως προσέπεσε επί τους πόδας του βασιλέως Hagia Sophia v 54428. 4) Πέφτω/πίπτω εις τα/στα ποδάρια κάπ. = γονατίζω και ικετεύω κάπ., προσπέφτω: πέφτει αυτός ο γέρος πρόμυτα εις τα ποδάρια του Χατζή Αχμάτη ... και κλαίγει και παρακαλεί και λέγει Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 51r· Τις είν’ ο ευεργέτης μου δέομαι να γνωρίσω,| να πέσω στα ποδάρια του να τονε προσκυνήσω Βίος αγ. Νικ. (Κακλ.) 178. — Βλ. και πόδας, πόδι(ον), πους.
πόδωμα- το· πόδωμαν.
Το μτγν. ουσ. πόδωμα· πβ. λ. πόδημα (11. αι., LBG) και πόδεμα (12. αι., Caracausi). Λ. πουδώμ’ (ουδ. <ποδώμι <πόδωμα) και σήμ. ιδιωμ. (Γιαννουλέλλης, Πλωμάρι 174 και Λεσβιακά 13, 1991, 112). Η λ. σε έγγρ. του 11. και 12. αι. (Caracausi) και σήμ. ναυτ. (Δημητράκ., σημασ. 3, Κριαρ., Κρ. Χρ. 12 Ά, 1958, 106).
(Ναυτ.) το κάτω λώμα, η κάτω ούγια του ιστίου που βρίσκεται ανάμεσα στους δύο «πόδες» του (για το πράγμα βλ. Κριαρ., Κρ. Χρ. 12 Ά, 1958, 106 και Κανελλόπ., Ονοματολ. 111)· εδώ (συνεκδ.) το υπερυψωμένο δάπεδο στην πλώρη της βάρκας, το κατάστρωμα κοντά στο πόδωμα των πανιών (βλ. και Μαστροδημήτρης, Ποίηση ν. Ελληνισμού 800): ανέβα (ενν. συ, λύκε,) εις το πόδωμα ...| και κάτσε ανακούρκουδα, τα εμπροσθινά σου πόδια| μηδέν πατείς το πόδωμαν επάνω ουδέ όλως, (παραλ. 2 στ.) ο κώλος σου ας κάθεται στο πόδωμαν και μόνον Συναξ. γαδ. (Βασιλ.) 297, 299, 302· Ανέβην εις το πόδωμαν ο λύκος και εκάτσεν,| καλά τον εκατέστησεν στον πούντον ... (παραλ. 4 στ.) και εκτύπησέν (ενν. ο γάδαρος) τον με θυμόν ...| Εν πρώτοις τον ερόντζεψε στην μέσην του πελάγους Συναξ. γαδ. (Βασιλ.) 307.
ποιώ,- Ελλην. νόμ. 527, 556, Ασσίζ. 967, 1454, 8, 1876, 25, κ.π.α., Διγ. (Trapp) Gr. 1460, 1882, Διγ. Z 394, 1908, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 828, Βέλθ. 204, 277, Σπανός (Eideneier) Α 444, Χρον. Μορ. H 579, 921, 2418, κ.π.α., Χρον. Μορ. P 921, 2418, κ.π.α., Βίος Αλ. 612, 3001, 4494, Απολλών. (Κεχ.) 4, Λίβ. P 2753, Λίβ. Sc. 58, Αχιλλ. (Smith) N 44, 920, 1329, Αχιλλ. (Smith) O 11, Ιμπ. 646, 711, Χρον. Τόκκων 707, 939, Φυσιολ. (Zur.) VIII10, XII 2b3, Φυσιολ. B 109, Διαθ. Αλ. 25613, Δούκ. 3523, Σφρ., Χρον. (Maisano) 5017, 6023, Αλεξ.2 1451, Λίβ. Va 89, 103, 636, κ.α., Έκθ. χρον. 275, 281, 354, Κορων., Μπούας 135, Διήγ. Αλ. G 26618, Διήγ. Αλ. E (Konst.) 154, Διήγ. Αλ. F (Lolos) 25620, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 39r, Βυζ. Ιλιάδ. 8, Ιστ. πολιτ. 5619, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1594, 1902, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 3513, 4734, κ.π.α.· ποιγώ, Ασσίζ. 27021· γ́ εν. ενεστ. ποίει, Ερμον. Β 211· γ́ εν. παρατ. έποι’, Gesprächb. 727, Απολλών. (Κεχ.) 588· αόρ. εποίγησα, Ασσίζ. 26429, 2653, 26924-25, 33419-20, 40720, 4811, Κυπρ. ερωτ. 14216· εποίηκα, Τρωικά 5208, Sprachlehre 168· (έ)ποικα, Σπαν. O 93, Διδ. Σολ. Ρ 80, 148, Λόγ. παρηγ. L 8, 337, Προδρ. (Eideneier) III 89 χφ G κριτ. υπ., Καλλίμ. 1098, 2389, 2581, Ιων. I9, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 94, 1621, Βέλθ. 789, 1304, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 322, 657, 838, Ερμον. Α 223, Χρον. Μορ. H 257, 566, 620, κ.π.α., Χρον. Μορ. P 50, 82, 257, κ.π.α., Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 317, Φλώρ. 1723, Ερωτοπ. 484, Λίβ. P 644, 1059, 1973, Λίβ. Sc. 1806, 2764, Λίβ. Esc. 400, 1107, 3988, Λίβ. N 1780, 2443, 2457, Αχιλλ. (Smith) N 994, Αχιλλ. (Smith) O 206, Ιμπ. 146, 451, Χρον. Τόκκων 932, Φαλιέρ., Ιστ.2 741, 258, Διήγ. Βελ. χ 205, Διήγ. Βελ. N2 126, 136, 162, Θησ. (Foll.) I Υπόθ. 12, I 98, Θησ. Πρόλ. [120], Ά Υπόθ. [12], Β́ [294], Λίβ. Va 2548, 2640, 2668, κ.α., Απόκοπ.2 358, 417,κ.π.α.· (ε)ποίκα, Κομν., Διδασκ. Δ 198, 353, Γλυκά, Στ. 262, Καλλίμ. 714, 1165, 2481, Ασσίζ. 34, 246‑7, 599, 4622 κ.α., Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 100, 565, 727, Βέλθ. 652, Χρον. Μορ. H 638, 883 1915 κ.π.α., Χρον. Μορ. P 49, 1209, 2430 κ.π.α., Φλώρ. 404, 417, Ερωτοπ. 484, Λίβ. P 2495, 2504, Λίβ. Sc. 2483, 2764, 3077, Λίβ. Esc. 2268, 4080, Λίβ. (Lamb.) N 194, Λίβ. N 1576, 2194, 2638, Ιμπ. 779, Μαχ. 85, 168, 1611 κ.π.α., Γεωργηλ., Θαν. 447, Βουστρ. (Κεχ.) 2045, Λίβ. Va 1066, 1170, 1821, κ.α., Απόκοπ.2 358, Κορων., Μπούας 14, 20, 21, 49 κ.α., Αχέλ. 164, 559, 1076, 1547, Κυπρ. ερωτ. 7541, Διγ. O 583· (έ)ποισα, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 448, Λίβ. P 160, Λίβ. Esc. 2967, 3523, Λίβ. (Lamb.) N 793, Ch. pop. 44, 45, 539 Βεντράμ., Φιλ. 34, 171, 311, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 736· (ε)ποίσα, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 7300, Θησ. Β́ Υπόθ. [4], Ch. pop. 493, Κορων., Μπούας 127, Πένθ. θαν.2 158 κριτ. υπ., Πτωχολ. α 736, Ιστ. Βλαχ. 503, Ψευδο-Σφρ. 53613· γ́ εν. ορ. αορ. ’μποίκε, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) N 892· υποτ. αορ. (ε)ποίσω, Κομν., Διδασκ. Δ 83, Σπαν. O 50, Καλλίμ. 653, 1188, 2409, Ασσίζ. 38, 11, 47, 2515 κ.π.α., Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1000, 1265, 1343, Βέλθ. 1171, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 351, 372, 395, κ.α., Χρον. Μορ. H 303, 669, Χρον. Μορ. P 206, 4611, 4738 κ.π.α., Φλώρ. 797, 893, 942, Ερωτοπ. 17, 483, Λίβ. Sc. 2287, 2475, Λίβ. (Lamb.) N 576, Ιμπ. 246, 283, 324, Μαχ. 434, 820, 2022 κ.α., Θησ. Πρόλ. [90], [153], Ζ́ [82], Λίβ. Va 777, 1102, 1413, κ.α., Κορων., Μπούας 24, 27, 35, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 673, 691, 1037, Κυπρ. ερωτ. 478, 10048, 10614, 11917, κ.π.α.· προστ. αορ. ποίσε, Λόγ. παρηγ. L 460, Καλλίμ. 1692, Βέλθ. 765, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 587, Χρον. Μορ. H 2516, Χρον. Μορ. P 2516, Φλώρ. 352, Λίβ. Esc. 1192, Λίβ. N 1041, Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 400, Αχιλλ. (Smith) N 1124, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 541, Μαχ. 83, 41026, 6462, κ.α., Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 52, Βουστρ. (Κεχ.) B 6314, Λίβ. Va 1048, 2702, 3106, 3109, Συναξ. γυν. 997, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Β́ 5416, Αγν., Ποιήμ. Β́ 56, Βεντράμ., Φιλ. 150, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1297· ποίσον, Ερμον. Η 262, Φλώρ. 222, Ιμπ. 202· απαρέμφ. αορ. ποίσαι, Ερμον. Χ 170· ποίσει, Ασσίζ. 11410, 3179, 3225, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1172, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 3160, Χρον. Μορ. H 8873, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 39, Συναξ. γαδ. (Βασιλ.) 101, Ερωτοπ. 548, Θρ. Κων/π. (Mich.) 16, Κορων., Μπούας 45, 65, Αχέλ. 2091, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1810, 618, 1251· ποίσειν, Ασσίζ. 4169, Μαχ. 1903, 30615, 47625, 48010, 57031, Βουστρ. (Κεχ.) 527· μτχ. ενεστ. (άκλ.) ποιών, Κανον. διατ. Β 744· μτχ. αορ. (άκλ.) ποιήσοντα, Χρον. Μορ. H 2421, 3409· μτχ. παρκ. ποιμένος, Μορεζίν., Λόγ. 467.
Το αρχ. ποιέω. Ο τ. ποιγώ σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα (Andr., Lex. στη λ.· πβ. και τ. ποίγω σήμ. στο ποντ. ιδίωμα, Andr., Lex., Παπαδ. Α., Λεξ. λ. ποίω). Ο τ. γ́ εν. ενεστ. ποίει από μετρ. αν.· πβ. όμως και τ. ποίω στο ποντ. ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ., Andr., Lex.) και τ. ποίου τσακων. (Andr., Lex., Κωστ., Λεξ. τσακων.). Για τον τ. γ́ εν. παρατ. έποι’ βλ. Κεχαγιόγλου [Απολλών. σ. 667]. Για τον τ. αορ. εποίγησα πβ. προστ. αορ. ποίγησε (17. αι., Κουκ., ΒΒΠ ΣΤ́ 231) και τ. ποιγήσω σήμ. στη Λευκάδα (Κοντομίχης, Λεξ. λευκ. ιδιώμ. 411). Οι τ. αορ. με κατάλ. ‑κα με επίδρ. του παρκ. (Jannaris, Hist. Gramm. 440· βλ. και Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 547, 548). Ο τ. αορ. εποίηκα και σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα (Σακ., Κυπρ. Β́ 746 στη λ.). Ο τ. έποικα <εποίκα (Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 156· μάλλον από τον πληθ. εποίκετε Hatzid., Einleit. 438)· πβ. αορ. έπ’κα <έποικα σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex., Δεληγιάννης, Ιδίωμ. Κουβουκλ. Προύσας 7). Ο τ. αορ. εποίκα (<εποίηκα, Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 156) και σήμ. στο ποντ. (Andr., Lex., Παπαδ. Α., Λεξ.) και στο κυπρ. ιδίωμα (Σακ., Κυπρ. Β́ 746 στη λ.). Ο τ. αορ. ’μποικα στην Καππαδοκία (Andr., Lex.)· τ. εμποίκα στο τσακων. ιδίωμα (Κωστ., Λεξ. τσακων. λ. ποίου). Ο τ. αορ. ’ποίκα σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex., Λουκά, Γλωσσάρ. λ. ποίσω, Κωστ., Λεξ. τσακων. λ. ποίου)· πβ. και ενεστ. ποίκω (από αόρ. με κατάλ. ‑κα, Krawczynski [Πουλολόγος σ. 104], Οικονομ., Γραμμ. Πόντ. 261 κε.) σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ. λ. ποίω, Andr., Lex., Χατζιδ., ΜΝΕ Ά 278). Ο αόρ. έποισα (<εποίσα, Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 156) και σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα (Σακ., Κυπρ. Β́ 746 στη λ.)· πβ. και τ. αορ. έπ’σα στη Θράκη (Andr., Lex.). Ο αόρ. εποίσα (<εποίησα, Χατζιδ., ΜΝΕ Ά 278, Β́ 156) σε έγγρ. του 11. αι. (Caracausi, εποίσαν, στη λ.) και σε κυπρ. δημ. τραγ. (Eideneier, Πρακτ. Β′ Κυπρ. Σ 3, 418). Η υποτ. αορ. ποίσω (<ποιήσω) και σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. Β́ 746 στη λ., Λουκά, Γλωσσάρ., Γλωσσάρ. Λέσβ.)· πβ. και τ. μέλλ. ποίσου (Andr., Lex., Κοσμάς, Ιδίωμ. Ιωανν., Μπόγκα, Γλωσσ. Ηπείρου Ά 313, Μηνάς, Πρακτ. Β′ Κυπρ. Σ 3, 261) σήμ. ιδιωμ. και bοίσω στη Βιθυνία (Andr., Lex.). Η προστ. αορ. ποίσε και σήμ. στο ποντ. (Andr., Lex., Παπαδ. Α., Λεξ.) και το ιδίωμα της Προύσας (Δεληγιάννης, Ιδίωμ. Κουβουκλ. Προύσας 83, 93). Η προστ. αορ. ποίσον (<ποίησον, Χατζιδ., ΜΝΕ Ά 209) σε παπυρ. (Hatzid., Einleit. 309) και σήμ. ποντ. (Andr., Lex., Παπαδ. Α., Λεξ.). Ο τ. του απαρέμφ. αορ. ποίσαι από ποιήσαι (Jannaris, Hist. Gramm. 84). Για τον τ. της άκλ. μτχ. αορ. ποιήσοντα βλ. Jannaris, Hist. Gramm. 207. Η λ. και σήμ. στα ιδιώμ. της Προύσας και της Κύπρου (Andr., Lex.), καθώς και σε λόγ. φρ. και χρ.
Ά Μτβ. 1) α) Κατασκευάζω, φτιάχνω : Και το θρονίν το φοβερόν, τις να το εξετιμήσει;| (παραλ. 1. στ.) οι βασιλείς της Σπάνιας και της Αλαμανίας| με όλην τους την δύναμιν τέτοιoν ου μη το εποίσαν Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 7300· Είδες το τι παράξενα έποικεν ο τεχνίτης! Λίβ. Va 961· Πώς ο χιούχας κι η ξυφτέρα| μιαν φουλιάν θέλουν ποιγήσειν; Κυπρ. ερωτ. 14216· (με σύστ. αντ.): ο Θεός ο δυνατός οποὔδωκε την γνώσιν,| να με φωτίσει και εμέ εις τας πλοκάς του στίχου,| και να ποιήσω και εγώ ποιημάτι τοιούτον,| να μη το βαρεθεί τινάς, αμή ολωνών ν’ αρέσει Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 10· (μεταφ.): χέρια ζωγράφου το έποικαν, να είπες, το λιβάδιν| και εποίκεν το χιλιόμορφον, μυριοχαριτωμένον Λίβ. Va 202, 203· (μέσ.): Καναν. (Pinto) 121· Ιερακοσ. 33726· β) στήνω, εγκαθιστώ, ιδρύω: βούλομαι ... ξενοδοχείον να ποίσω| να ’χει πλησίον και λουτρόν να λούγονταιν οι ξένοι Λίβ. Va 3111· στο μέτωπόσ σου ηθέλησεν να ποίσει| ο Πόθος το θρονίν του Κυπρ. ερωτ. 89. 2) α) Παράγω: Μηλ., Οδοιπ. 635· προκ. για ζώα και φυτά: εάν τα μελίσσιά μου ποίσουν μέλιν εις άλλον δένδρον Ασσίζ. 19826· Σταφ., Ιατροσ. 12· (μέσ.): Διγ. Z 3791· εδώ μεταφ. (πβ. ΚΔ Λουκ. 3, 8 ποιήσατε ουν καρπούς αξίους της μετανοίας): με πολέμους και με πείνες δεν εποιούμαν καρπούς μετανοίας Διήγ. πανωφ. 55· β) γεννώ, φέρνω στον κόσμο: Εποίκαν παίδας ευειδείς, ωραίους και ανδρείους| και μετά ταύτα εποίκασιν και εμέν την παναθλίαν Λίβ. Va 2920· γ) επινοώ: εάν ποιήσῃς τρόπον και αποκτείνῃς αυτόν, έξεις ... δωρεάς και τιμήν Έκθ. χρον. 7611. 3) α) Αναπτύσσω, αποκτώ: έκτοτε γαρ και μέχρι νυν ουκ έποικες μαλλία Πουλολ. (Τσαβαρή)2 247· Εάν την ανορεξίαν ο ιέραξ υπό μόχθου κέκτηται ... ούτω ποιήσει όρεξιν ταχέως Ιερακοσ. 45119· β) (προκ. για ασθένεια) εμφανίζω (σύμπτωμα): Εάν ο ιέραξ σκωλήκια ποιήσῃ εν τοις πτεροίς Ορνεοσ. αγρ. 56623· οι οφθαλμοί αυτού αφρόν ποιούσιν Ορνεοσ. αγρ. 55017. 4) (Προκ. για χρήματα) βγάζω, κερδίζω: το πρωί γαρ έλαβεν τα χρήματα τά έποι’ Απολλών. (Κεχ.) 588· οι πένητες και οι φτωχοί πολύ λογάρι εποίκαν Χρον. Μορ. P 8471. 5) Συντάσσω, εκδίδω έγγραφο: Ορκωμοτικόν του εποίσε| με τας ίδιας του τας χείρας ο τοπάρχης παραυτίκα Πτωχολ. α 736. 6) α) Πράττω, κάνω: Διά πολλές και περισσές δουλείες και εμπιστιοσύνες οπού εποίκεν εις το ρηγάτον, τον ακριβόν μας κούντην τε Ρουχάς ορδινιάσαμέν τον διά βιζόρρε Βουστρ. (Κεχ.) 2241· Προσκύνημα να δώσουσιν, δουλείαν των αρμάτων,| ώσπερ το εποιούσασιν μετά τον βασιλέα Χρον. Μορ. P 3029· γυρίζω εις την τέντα μου και πέφτω εις το κλινάριν| με κόπον και με λογισμόν το τι πάλε να ποίσω Λίβ. Va 1413· (με είδος σύστ. αντ.): δεν είν’ δίκιον να θρηνίσεις| ’δέ για μέναν να ’χεις κλάμαν| αφόν δεν εποίκα πράμαν| ζώντα να καλοκαρδίσεις Κυπρ. ερωτ. 12931· (μέσ.): Καναν. (Pinto) 409· Διγ. (Trapp) Gr. 3483· β) εκτελώ, πραγματοποιώ, υλοποιώ: άννοιξε το χαρτίν το βουλλωμένον και ό,τι λαλεί ποίσε ότοιμα Μαχ. 1436· Αυτείνος του μαστόρου του τον ορισμόν εποίκε Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 1007· Το ανυπόληπτον κανείς ουκ επαινεί ποτέ του,| αλλ’ επαινεί τους Έρωτας οπού ποιούν τό τάξουν Λίβ. Va 971· (με είδος σύστ. αντ.): Τι έν’ τό μας λέγεις, δέσποτα, τι μας κατονειδίζεις;| ’ς ποίον πόλεμον μας έβαλες κι ουδέν εποιήσαμε έργον; Χρον. Μορ. H 5119· γ) επιτυγχάνω κ.: Τι να σε λέγω τα πολλά ...| τα όσα εποίησε ο πρίγκιπας εις την Μονοβασίαν Χρον. Μορ. H 2924· αν καλλωπισθεί ευειδές γύναιον ... διά του μεθοδικού καλλωπισμού ποιεί φαντασίαν υπερβάλλουσαν Μάρκ., Βουλκ. 3487. 7) Με αντικ. διάφ. ουσ. αποδίδει κάθε φορά περιφραστικά τη σημασ. του ομόρριζου με το ουσ. ρ.: αν ου ποιήσεις παίδευσιν εις αύτα, ως τους πρέπει,| βγάνουν σε εκ το βασίλειον, παίρνουν την αυθεντία σου Πουλολ. (Τσαβαρή)2 AZ 116· εποίκαν κλεψίαν ενθάδιαν εις την τζάμπραν του ρηγός Ασσίζ. 22029· απήγαν να σφαγούν και να καταφθαρώσιν,|να ποίσουν και αφανισμόν και θλίψιν των ορνέων Πουλολ. (Τσαβαρή)2 652 κριτ. υπ. χφ E· από τους πολέμους όλους οπού εποίσετε, εις ετούτον τον πόλεμον να ποιήσητε κάλλιον ανδραγαθίαν Διήγ. Αλ. G 26937, 38· ευεργεσίαν τους έποικεν άλογα και φαρία Χρον. Μορ. H 2953· (μέσ.): τοσούτον λόγον εποιήσαντο υπέρ βοηθείας, όσον εποιήσατο ο σουλτάνος του Κάρεος Σφρ., Χρον. (Maisano) 13825 Ην δ’ έστειλά σοι κιβωτόν έχουσαν το χρυσίον| κελεύω σοι μερίσασθαι τούτον τοις συλλησταίς σου, (παραλ. 2 στ.) πρόνοιαν σου ποιούμενος, μήπως ουκ έχων δούναι (παραλ. 1 στ.) σφαγιασθείς συ παρ’ αυτών Βίος Αλ. 1727· καν τους γειτνιώντας εις μαρτυρίαν καλέσει ο επίσκοπος, φροντίδα ποιούμενος του αποδείξαι τῃ συνόδῳ πάσας τας συμβάσας τῃ εκκλησίᾳ αυτού περιστάσεις Ιστ. πατρ. 18220. 8) Προξενώ, προκαλώ: Γέγονε δε κατά πολύ φοβερός ο Ακρίτης,| ώστε η θεωρία του εποίει την δειλίαν Διγ. Z 2284· του εποίκεν πληγήν φανερήν Ασσίζ. 739· εάν εύρω από τας βάιας μου ...| να δέχεται πιττάκια ...,| τούτο ας ηξεύρει απ’ εμέν, κακόν την θέλω ποιήσειν| και θάνατον μετά εντροπής, πληροφορώ τας όλας Λίβ. Va 1297. 9) α) Διαπράττω (σφάλμα): ηύρα την παράξενον κόρην την Πλάτζια-Φλώρα| ένδον του πύργου, εκείτετον μέσον εις το κλινάριν| με άγουρον πανεξαίρετον ... (παραλ. 2 στ.) κείνη μ’ εκατεφρόνησεν κι έποικεν τέτοιον πράγμαν Φλώρ. 1723· λέγει, ο βαριόμοιρος: «Είντά ’τονε τό ’ποίκα;| Και, πάλι, από τον ορισμόν τίποτες δεν εβγήκα» Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 225· εσύ, πουλίν κακότυχον και ψοφοζαρωμένον,| όλως εμέ περιγελάς, ειπέ και πώς το εποίκες; Πουλολ. (Τσαβαρή)2 365· β) κάνω σε κάπ. κ. κακό, βλάπτω: Τι σ’ έποικα και υβρίζεις με; Λόγ. παρηγ. L 607· ου θέλω το, κακόν να πάθει ο Θόας.| Ευγενικός ένι πολλά, πολλοί τον αγαπούσι| και εξ ων να του εποίσαμεν, ομοίως να μας το εκάμαν Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 4921· εις τα αμπελίτσια βόσκομαι, ποτέ ζημίαν ου κάμνω| να ποίσω τον αμπελικόν εις κλήμα ή εις σταφύλιν Πουλολ. (Τσαβαρή)2 514· (ως απειλή): Αν ου ’γερθείς εις το γοργόν ..., (παραλ. 1 στ.) τώρα να ιδείς το πλεότερον το τι σε θέλω ποίσει Πουλολ. (Τσαβαρή)2 39· υβριστ., σε έκφρ. περιφρόνησης (βλ. όμως και Τσαβαρή [Πουλολ. σ. 362, 403]): να ποίσω την υπόληψιν και την απαιδευσίαν σου Πουλολ. (Τσαβαρή)2 317· να έποικα την υπόληψιν και την θωρίαν σου, λούπη Πουλολ. (Τσαβαρή)2 415· να ποίσω και το πρόσωπον και την υπόληψίν σου,| να ποίσω την κουδούπαν σου αυτήν την μαδισμένην Προδρ. (Eideneier) I 153, 154· γ) προκ. για σεξουαλική πράξη (υποτιμ.): Ειδέ αν ορμείς να πορνευθείς, εγώ να σου το ποίσω Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1574· τό επεθύμα η Μαξιμού γοργόν της το εποίκα Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1576· και ο Δαυΐδ ηθέλησε αυτείνην ν’ αγαπήσει (ενν. τη Βερσαβέ)| και τό ’χε αυτούνου η όρεξη με δαύτην να ποιήσει Δεφ., Λόγ. 636. 10) α) Φροντίζω να γίνει κ.: ποίησον αυτόν ησυχάσαι ημέρας επτά Ορνεοσ. αγρ. 570· το χαρτίν είναι της κυράς, της ρήγαινας. Και ποίσετε να ποίσετε τον ορισμόν της Βουστρ. (Κεχ.) B 2618· ποίσε με καλόν κι άγιον ψιχάδιν| το πνεύμα προς εσέν να βρει την στράταν Κυπρ. ερωτ. 10735· β) τα φέρνω ώστε: η τύχη εποίκεν, Χρυσταλλένη,| να ’ναι τόση σκλεριά σ’ αυτός σου σέναν Κυπρ. ερωτ. 10014· Ο δαίμονας εζήλεψε θωρώντας τ’ ανθρωπάρι,| να το ποιήσει ο καιρός τους τόπους του να πάρει.| Όφις εγίνηκε ζιμιό και αγάλια αγάλια εσέβη| απόξω στην Παράδεισο Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1077. 11) α) Γίνομαι αιτία να, αναγκάζω: τούτο σου το πιττάκιν| εποίκεν την καρδίαν μου να κακωθεί εις εσένα Λίβ. Va 1793· Ήλθες κι εσύ, ...| ... ιέραξ, εις τον γάμον,| να ποίσεις και την πέρδικαν, ... (παραλ. 1 στ.) και τα μικρά στρουθόπουλα τα όλα να μισεύσουν Πουλολ. (Τσαβαρή)2 372· β) πείθω, καταφέρνω κάπ. να κάνει κ.: έχτισεν το κάστρον του Αβαρίνου| ... εις σκοπόν να ποιήσει προς τον ρήγαν,| να το έχει δώσει εις κληρονομίαν εκεινού και του ανεψίου του Χρον. Μορ. H 8097· Ανάθεμά σε, λογισμέ, πού μ’ έποισες και μπήκα; Γεωργηλ., Θαν. (Wagn.) 446· Εποίησα τον Λίβιστρον, επέρριψεν τον φόβον,| και ευθύς καβαλικεύομεν την στράταν να υπάμεν Λίβ. Va 2798· γ) διατάζω, ορίζω: ανίσως ο κύρης ή η κυρά ... να ποίσουν να τον δέρουσιν άμετρα τον σεργέντην Ασσίζ. 738. 12) (Μαθημ.) α) πολλαπλασιάζω: ποίησον β́γ́́ ́επί ιβ́, γίνονται κή Rechenb. (Vog.) 865· β) διαιρώ: τα ιά κεράτια ποίησον εις τα κδ́, γίνονται γ́ ́ή ́ Rechenb. (Vog.) 795· φρ. ποιώ τον μερισμόν επί των ... / την μοιρασίαν = διαιρώ: επειδή γ́ ́ και δ́ ́ ο λόγος έχει, τα γ́ επί τα δ́ γίνονται ιβ́, εξ ων δέον ελέσθαι μονάδα. Επί γαρ τούτων ποιήσειν έχεις τον μερισμόν. Rechenb. (Vog.) 76· ποιούμεν εν αυτοίς τοις έ την μοιρασίαν των ζ́ Rechenb. (Vog.) 337. 13) α) (Για θρησκ. τελετή) τελώ: δι’ αίγων και αρνίων| ουκ εποίσαμεν θυσίας,| κι ένεκεν τούτου βαρείται (ενν. ο Απόλλων) Ερμον. Η 240· Ουδέν γαρ άργησαν ποσώς τον γάμον να ποιήσουν Χρον. Μορ. H 3131· β) διεξάγω: τον εκατέριξα πολλά εντροπιαμένα,| στην τζούστριαν οπού εποίκαμεν ομπρός στον βασιλέα Λίβ. Va 2373· γ) οργανώνω: Άρα διά τείντα εποίκεν το συμπόσιον, εδήγησεν την τράπεζαν, παρού διά να προσδεκτεί τους φίλους του και να τους κανακίσει; Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 442. 14) (Προκ. για ομάδα) συγκροτώ: έξι χιλιάδες ευρέθησαν όπου ήσαν καβαλλάροι· | αλλάγια εποίησαν δεκαοχτώ, προς τρία είχε η χιλιάδα Χρον. Μορ. H 4659. 15) (Με κατηγ. του αντικ.) α) καθιστώ, καταντώ κάπ.: η όποια φλόγα, ομμάτια μου, και η εμορφία σου η τόση| εξεστηκόν με έποικε κι επήρε με την γνώση Θησ. Πρόλ. (Κακλ.) 62· Ερίξασί με την γραφήν, απλώνω, εκράτησά την|και τα μεν πρώτα λόγια ολόχαρον με εποίκαν Λίβ. Va 1643· Ζει, τόν εποίκεν άψυχον ο φθόνος ο εδικός μου;| Ζει, τόν εποίκεν άψυχον η τέχνη της μαγείας; Λίβ. Va 3363, 3364· εδώ με ειδική πρόταση: Δέσποτα, παρίσταται η δείνα ... έμπροσθεν της αγιοσύνης σου και ποιεί την αγιοσύνην σου ότι να το εγνωρίσεις, ότι ο πατήρ αυτής ... εμνηστεύσατο εαυτήν μετά του δείνα Ελλην. νόμ. 55723· (σε μεταφ.): ο σταλαγμός του πόθου μου την πέτραν της ψυχής μου| χάρβαλο να την έποικεν, αφού την καταδέρνει Λίβ. Esc. 1638· (μέσ., συχνά για ωφέλεια του υποκ.): Διγ. Z 3300· β) προσδίνω μια ιδιότητα ή ένα χαρακτηριστικό: είναι προφητευμένον| για τούτον τον Αντίοχον τον τύραννον γραμμένον (παραλ. 2 στίχ.) ... εμάς να φέρει ομπροστά και να μας τιμωρήσει,| για να μιαροφαγήσωμεν, Έλληνας να μας ποίσει Βεστάρχης, Στίχ. πολιτ. Ελεάζ. 130· Εδάρε και τα γράμματα, αν με έποισαν τεχνίτην Προδρ. (Eideneier) ΙΙΙ 89· (προκ. για φιλική, ερωτική ή συγγενική σχέση): είμαι απεδά παρέτοιμος του να τον ποίσω φίλον Λίβ. N 1035· Τον Λίβιστρον βουλεύεται πάλιν ο εδικός του| το πώς τον ευνουχόπουλον ως φίλον τον εποίκεν Λίβ. Va 1038· κόρη,| ποίσε με και μένα φίλον Ch. pop. 5· ενίκησαν τον αμηράν και γαμβρόν τον εποίσαν Διγ. Άνδρ. 31727· γ) αποδεικνύω ότι κάπ. έχει μια ιδιότητα· φρ. ψεύστην να με ποιήσεις! = μακάρι να διαψευστώ: επουράνιε Θεέ, ψεύστην να με ποιήσεις! Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 983· δ) αποδίδω σε κάπ. ή κ. μια αρνητική ιδιότητα, που δεν έχει, με ιδιοτελείς σκοπούς: ορίζει το δίκαιον να κόψουν το τρίτον της γλώσσας του, ίνα μη ποτές τορμήσει να ποίσει την αυλήν άδικην Ασσίζ. 2105· αγάπα την αλήθειαν, θεός γαρ τούτο θέλει·| λόγον αν ξεύρεις αληθή, μη τον ποιήσεις ψέμαν Σπαν. A 555· (εδώ με δευτερεύουσα πρόταση): Εάν ο ανήρ ποιήσει τον εμαυτόν του ότι υπάρχει δαιμονιάριος ως αφορμής ότι έχει ασθένειον ... Ελλην. νόμ. 5386. 16) Μεταβάλλω, μετατρέπω: και του παμφάγου δράκοντος εκφόρησον το σώμα (παραλ. 1 στ.) άψον πυράν, κατάκαψον, στάκτην λεπτήν το ποίσε Καλλίμ. 635· έγραψα, φίλε, την γραφήν, εποίκα την πιττάκιν Λίβ. Va 1821· τα δάκρυα μου να τα ’ποισα μελάνη για να γράψω| και τ’ ακριοδακτυλίτσα μου να ’ποισα το κοντύλι Ch. pop. 44, 45· την κλίνην έποισα ληνόν και την ανάπλαν σκάφην Κρασοπ. (Eideneier) ΑΟ 105. 17) Διαμορφώνω, αναδεικνύω: εν τῃ μήτρᾳ τους εννέα| μήνας τε τους πληρεστάτους,| εμετέστρεψέν το η φύσις,| έποικέν το (ενν. το κοράσιον) ρωμανάτον| ωραιότατον εις όψιν Πτωχολ. α 688· εις τον λαόν του Ισραήλ πρώτον τους έποικά σε Χούμνου, Κοσμογ. 2172. 18) α) Ορίζω: εκάτσαν εις βουλήν, διά να ποίσουν άλλον μαντατοφόρον Βουστρ. (Κεχ.) Μ 7318· κράζει τον μισίρ Φλοράν και ερρεβέστισέ τον| ως αβουέρην, τον έποικεν ομοίως και κληρονόμον Χρον. Μορ. H 8604· β) χρίζω, δίνω αξίωμα, διορίζω: καβαλιέρους έποικαν έξι ανδρειωμένους Κορων., Μπούας 146· βουλήν επήραν οι αρχηγοί ποίον να ποίσουν ρήγαν Χρον. Μορ. P 100· κόντε τον Πιτιλιανόν ...| γουβερναδούρον έποικε (ενν. της Βενετιάς η αυθεντιά) Κορων., Μπούας 25· (μέσ., συχνά για ωφέλεια του υποκ.): Ιστ. πολιτ. 109· γ) χειροτονώ: Περί μοναχών ότι, όταν τους ποιούν καλογήρους, να μην τους παίρνουν δώρα Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 12277. 19) (Σε ερωτ. πρόταση για κ. που δε φαίνεται χρήσιμο) χρησιμοποιώ ως, χρειάζομαι για κάπ. σκοπό: ω κακιωμένη της φιλιάς και φύσης,| λοιπόν την ομορφιάν τείντα να ποίσεις; Κυπρ. ερωτ. 478. 20) Υποθέτω, θεωρώ: ποίσε ότι πλέρωσε τούτα τα πέρπυρα διά τον δείνα απέ τους εγγυτάδες μου Ασσίζ. 6118. Β́ Αμτβ. 1) Κάνω, ενεργώ, πράττω: σου το μηνύει καθαρά κι αλλέως να μην ποίσεις Κορων., Μπούας 54· ποίσε ως θέλεις Μαχ. 15811· ωσάν ορίζεις, πατέρα, ούτως να ποιήσομεν Διήγ. Αλ. G 2675. 2) (Μαθημ.) υπολογίζω: ποιήσομεν ούτως: πολλαπλασιάσομεν τας έ λίτρας του μέλιτος επί τα ζ́, γίνονται λέ Rechenb. (Vog.) 116· έρχομαι γουν επί το ευρείν, πόσα είχεν ο πρώτος, και ποιώ ούτως Rechenb. (Vog.) 5718. 3) Γράφω ποιήματα, στιχουργώ: Ποιος κάλαμος να ημπορεί να γράψει, να ποιήσει| τα άνθη των χαρίτων τως στον κόσμον να τα αφήσει Τζάνε, Κατάν. Αφ. 27. 4) (Σε παρομοίωση) συμπεριφέρομαι ως, κάνω σαν: Εσύ ποσώς δεν έποικες ωσάν καλός στρατιώτης,| οπού με όμοιον του ποθεί δικαίως μάχην ν’ αρχίσει,| αμμή ...| κατά της ώρας άρχισες τες χώρες μου να βλάπτεις Θησ. (Foll.) I 105· Διατί ’ς τούτον τον πόλεμον καθένα παλληκάρι| ανδρείαν μεγάλην έδειξε, και ’ποίκεν ως λεοντάρι Κορων., Μπούας 117. 5) (Με κατηγ.) είμαι κατάλληλος για: ο γέρων ο Φιλοπαππούς ούτως τον απεκρίθην (ενν. τον Διγενή):| «Θεωρώ σε, κύρκα, υπόλυγνον και ως αχαμνά ζωσμένον| και χαμηλά η ποδέα σου και ου ποιείς εσύ απελάτης» Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 658. 6) α) Διανύω, περνώ κάπ. χρονικό διάστημα (με χρον. προσδ.): χωρίς οδύνης και κλαυθμού ώραν αν ποίσεις μίαν Καλλίμ. 2029· εκ της πικρίας της πολλής και του δεινού μαντάτου| ημέρας τρεις εποίησεν να πα τινάς κοντά του Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 130· Μετά της κόρης ο Αχιλλεύς εξάχρονον εποίκεν| τερπόμενος Αχιλλ. (Smith) N 1642· β) καταναλώνω χρονικό διάστημα για να κάνω κ.: Οι μαντατοφόροι … εποίκαν ς́ ημέρες να σάζουνται και να ξηλώννουνται Μαχ. 49014· ημέρες δύο έποικαν να θάψουν τους νεκρούς τους Χρον. Μορ. P 4194· γ) παραμένω κάπου (με χρον. προσδ.): Βάλε ψαρόγαλον εις το οξίδιν και ας ποιήσει ημέρας γ́ Ιατροσόφ. (Oikonomu) 882· εποίησαν εις φυλακήν την εβδομάδα εκείνην Χρον. Μορ. H 4217· εποίκεν (ενν. ο ρήγας) έναν χρόνον εις το κρεβάτιν πιασμένος χέρια και πόδια Μαχ. 67818· Καιρόν εποίησεν (ενν. του Πέτρου η γυναίκα) αυτού εις την Αγίαν Μαύραν Χρον. Τόκκων 939· (σε αξίωμα): Ποιήσας ουν (ενν. ο κύρης Διονύσιος) εν τῃ πατριαρχίᾳ έτη δύο και μήνας εξ ... Έκθ. χρον. 481. 7) Διατελώ, είμαι, μένω· (με κατηγ.): εις το Σπιτάλιν έποικες φρέρης καν έξι χρόνους Πουλολ. (Τσαβαρή)2 242· πλέον να ποίσω μοναχός και να ’μαι τιμημένος,|περί με τέτοιαν συντροφιάν, διά να ’μαι εντροπιασμένος Θησ. (Foll.) I 65· (μέσ.) οίκησις τούτων μήκοθεν υπήρχεν εκ της τέντας,| ουχί δε άπαντες ομού, αλλ’ άνδρες μεν ιδίως,| αι δε γυναίκες άποθεν εις μέρος εποιούντο Διγ. Z 3626 κριτ. υπ. χφ. T. Φρ. 1) Ποιώ αγανάκτησιν = (α) πειράζω, ερεθίζω κάπ. με εχθρικές ενέργειες: ανισώς και η μεγάλη σου βασιλεία πας να τους ποίσεις αγανάκτησιν, κρατούν εκείνοι το εδικόν μας, και θέλομεν γινείν έρημοι εις τον κόσμον τούτον Μαχ. 1586· (β) ενεργώ αγανακτισμένος (εναντίον κάπ.), εκδικούμαι: εκείνοι όπου σου το είπαν ..., είπαν το ... διά να το μάθει ο υιός μου, να ποίσει αγανάκτησιν του μισέρ Αντρία, και θέλειν τραβενιάσειν μέγα κακόν! Βουστρ. (Κεχ.) 443. 2) Ποιώ αγάπην = (α) αγαπιέμαι (με κάπ.): έλα, κυρά, ας ποιήσομεν πολλών χρονών αγάπην Ερωτοπ. 316· (β) συνθηκολογώ, κάνω ειρήνη· συμφιλιώνομαι: αγάπην εμηνύσασι μετ’ έμας να ποιήσουν| μήνας ή τρεις ή πλεότερον, τους νεκρούς διά να θάψουν Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 5475· τον πόλεμον κατάλειψον και ποίησον αγάπην Διγ. Z 3125· Στα γόνατά του έπεσαν, όλοι παρακαλούν τον (ενν. τον πρίγκιπαν),| να συμπαθήσει τό έποικεν ετότε ο Μέγας Κύρης, (παραλ. 3 στ.) κι ενταύτα γαρ του έποικεν το ομάντζιον που εχρεώστει,| στο στόμα τον εφίλησεν κι εποιήσασιν αγάπην Χρον. Μορ. H 3341· (εδώ) συμφιλιώνω: θωρώντα το πράμαν πως ήτον να γινεί χοντρόν, εποίκαν στράταν και εποίκαν τους αγάπη Βουστρ. (Κεχ.) 2441. 3) Ποιώ ακρατισμόν, βλ. Επιτομή, ά. ακρατισμός Φρ. 4) Ποιώ αναλογίας = αντικρούω, διαψεύδω: αν ένει ότι ο Ρενάτ έχει β́ μάρτυρας ... πως τον είδασι να δώσει το ζωνάρι κλειδωμένον, και ήκουσάν τον να πει ότι εις το ζωνάρι είχεν ρ́ πέρπυρα, άνευ αναλογίας να ποίσει ο χανιέρης των περπύρων, εντέχεται να ικανώσει τα παρκάτω των περπύρων, με το δίκαιον και με την ασσίζαν Ασσίζ. 33025. 5) Να ποίσει άνεμον, βλ. Επιτομή, ά. άνεμος 1 φρ. 6) Ποιώ απογραφάς, βλ. Επιτομή, ά. απογραφή φρ. 7) Ποιώ απόφα, βλ. Επιτομή, ά. απόφα φρ. 8) Ποιώ άργητα, βλ. Επιτομή, ά. άργητα 1 φρ. 9) Ποιώ αργίαν, βλ. Επιτομή, ά. αργία 2 φρ. 10) Ποιώ άρμενα, βλ. Επιτομή, ά. άρμενο(ν) 1 φρ. 11) Ποιώ άρνησιν, βλ. Επιτομή, ά. άρνησις ‑ση 1 φρ. 12) Ποιώ (την) αρμάδα(ν) = εκστρατεύω: η ρήγαινα της Κύπρου εμήνυσέν τους να ποίσουν αρμάδα να έλθουν εις την Κύπρον, από το αίμαν του ρε Πιερ του αντρός της να πάρουν βεντέτταν Μαχ. 3343· πολλά τον εβίασεν να σμικτεί με τους Γενουβήσους να ποίσουν την αρμάδαν διά την Κύπρον Μαχ. 33429. 13) Ποιώ (την) αρχήν, βλ. Επιτομή, ά. αρχή Ά 1α φρ. 14) Ποιώ την ασσίζαν, βλ. Επιτομή, ά. ασσίζα 3 φρ. 15) Ποιώ ατάκτως, βλ. Επιτομή, ά. ατάκτως φρ. 16) Ποιώ όλην μου την αφεντίαν = μαζεύω/χρησιμοποιώ όλη μου τη δύναμη, «βάζω τα δυνατά μου»: προυμουτιάζω του εις τον Θεόν, να ποίσω όλην μου την αφεντίαν να δω αν ημπορίσω να βγω εις την άκραν του Μαχ. 64014. 17) Ποιώ αφορμήν, βλ. Επιτομή, ά. αφορμή 1β φρ. 18) Ποιώ κάπ. αφροντισίαν, βλ. Επιτομή, ά. αφροντισία 2 φρ. 19) Ποιώ βεντέττα = εκδικούμαι: επρουμουτίασέν τους, ότι, αν τους βάλει στο χέριν του, να ποίσει του ρηγός βεντέτταν από τα κρίατά τους Μαχ. 9212. 20) Ποιώ βίγλα ή (καλές) βίγλες, βλ. Επιτομή, ά. βίγλα 3 Φρ. α. 21) Ποιώ βουλήν = συγκαλώ το συμβούλιο, συνεδριάζω, αποφασίζω: εσωρεύτησαν ούλοι εις το σπίτιν του κουδουνά και εποίκαν βουλήν Βουστρ. (Κεχ.) 21012. 22) Ποιώ διαταγήν, βλ. Επιτομή, ά. διαταγή 1 Φρ. 23) Ποιώ δίκαιον απέ κάπ.= δίνω δίκιο (σε κάπ.), απονέμω δικαιοσύνη (τιμωρώντας άλλον): μαθάνοντα πως ο ρήγας εσκότωσεν τον αδελφόν της και τους Σαρακηνούς, επήγεν ομπρός του σουρτάνου. Και εζήτησεν να της ποίσει δικαίον απέ τον ρε Τζακ Βουστρ. (Κεχ.) Β 13711. 24) Ποιώ δοκιμήν, βλ. Επιτομή, ά. δοκιμή 4 Φρ. 25) Ποιώ, ποιούμαι εκδίκησιν, βλ. Επιτομή, ά. εκδίκησις ‑ση 1β φρ. 26) Ποιώ επιμέλεια, βλ. Επιτομή, ά. επιμέλεια 1β φρ. 27) Ποιώ την ζήτησιν προς κάπ. = υποβάλλω ερώτημα: τότε προς Απολλώνιον την ζήτησιν εποίει:| Ηξεύρεις ποιος έν’ τόν ζητεί, ποιος έναι ο τσακισμένος; Απολλών. (Κεχ.) 324. 28) Ποιώ κάπ. θαρρούμενον, βλ. Επιτομή, ά. θαρρώ Ά 4β φρ. 29) Ποιώ θαύμα/θαύματα = θαυματουργώ: ο Σαν Τζουάνης τε Μουφόρτε ... ποιεί άξια θαύματα εις τους αστενείς και εις πύρεξες Μαχ. Ο 3213 (βλ. Dawkins [Μαχ. ΙΙ σ. 263])· ποιεί μεγάλα θαύματα εις ούλον τον κόσμον (ενν. ο άγιος Μάμας) Μαχ. Ο 3230 (βλ. Dawkins [Μαχ. ΙΙ σ. 263])· (εδώ σκωπτ.): Εάν σε βάλω εις τα χέρια μου, μέγα θαύμα θέλω ποιήσει απάνω σου Διήγ. Αλ. G 26321‑22. 30) Ποιώ το ικανόν, βλ. Επιτομή, ά. ικανός Το ουδ. ως ουσ. 2 Φρ. 31) Ποιώ ιστία = αποπλέω: απήλθον εν τοις πλοίοις, και, ποιήσαντες ιστία, απέδρασαν Έκθ. χρον. 1329. 32) Ποιώ εις καλλύτερον = κάνω κάτι καλύτερα: αν είχεν το ποίσειν, εγινίσκετον μέγα σκάνταλον. Αμμέ ως φρόνιμος, διά να ποίσει το πράμαν εις καλλύτερον, εμήνυσεν του σιρ Αντωνή Σουλουάνη, του αβικάρη Βουστρ. (Κεχ.) 527. 33) Ποιώ κατάκλειστον, βλ. Επιτομή, ά. κατάκλειστος Φρ. 34) Ποιώ δ́ κομμάτια = εκτελώ κάπ. με διαμελισμό: τῃ ιά Αυγούστου τον άνωθεν Βαλιαντήν εκόψαν την κεφαλήν του και εποίκαν τον δ́ κομμάτια Βουστρ. (Κεχ.) 1588. 35) Ποιώ κούρτην = συγκαλώ συνέλευση: να ελθούν οι άπαντες λίζιοι του Μορέως,| οι αρχιερείς κι οι φρόνιμοι όλου του πριγκιπάτου,| να ποιήσει (ενν. ο ρήγας) κούρτην δυνατήν Χρον. Μορ. H 8141. 36) Ποιώ το κρεβάτι μου = στρώνω, τακτοποιώ το κρεβάτι μου: εδώκαν του την τσάμπραν,| εποίησαν το κρεβάτι του κι εκοίτετον εκείσε Χρον. Μορ. H 8242. 37) Ποιώ κρίσιν, βλ. Επιτομή, ά. κρίσις ‑ση Φρ. 5. 38) Ποιώ λιθάρι κάπ., βλ. Επιτομή, ά. λιθάριον Φρ. 2. 39) Ποιώ λύπην, βλ. Επιτομή, ά. λύπη Φρ. 3. 40) Ποιώ μάθησιν, βλ. Επιτομή, ά. μάθησις ‑ση 1δ φρ. 41) Ποιώ (την) μαντατοφορίαν, βλ. Επιτομή, ά. μαντατοφορία 1α φρ. 42) Ποιώ ως (πιστός) μάρτυρας ότι/πως ... = καταθέτω (αξιόπιστη) μαρτυρία στο δικαστήριο ότι/πως ...: αν εκείνος (ενν. ο λαβωμένος) επέθανεν, και ο έτερος έχει τους μάρτυρας οπού να ποίσουν ως πιστούς μάρτυρας ότι εσκότωσέν τον διαφεντεύγοντα το κορμίν του, το δίκαιον κελεύει ότι αυτός να μείνει κίτες περί εκείνου του φόνου Ασσίζ. 45717· αν ένι ότι ο Ρενάτ έχει β́ μάρτυρας, οπού να ποίσουν ως μάρτυρες, πως τον είδασι να δώσει το ζωνάρι κλειδωμένον και ήκουσάν του να πει ότι εις το ζωνάρι είχεν ρ́ πέρπυρα ... Ασσίζ. 33023. 43) Ποιώ μαρτυρίαν, βλ. Επιτομή, ά. μαρτυρία Φρ. 6. 44) Ποιώ ’μάτζε = υποβάλλω τα σέβη μου, διακηρύσσω την (φεουδαρχική) υποταγή μου, εκφράζω την αφοσίωσή μου: Και εφίλησεν το χέριν της (ενν. της ρήγαινας) κι εποίκεν ’μάτζε διά τον υιόν του, τον Γιάκουμον. Και εδώκεν του και το βισκουντάτον, εις όλην του την ζωήν Βουστρ. (Κεχ.) 20418. 45) Ποιώ μέλη (και μέλη) κάπ. = κόβω σε κομμάτια, διαμελίζω κάπ., βλ. και φρ. μέλη και μέλη ποιώ ή κόβω κάπ., ά. μέλος (I) Φρ. 1: Και μέλη αν σε ποιήσουσιν, βλέπε εντροπήν μη ποιήσεις Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 4. 46) Ποιώ από το μέλος μου = πράττω ο ίδιος ή μέσω του απογόνου μου: Βλέπεις αυτά (ενν. τα δένδρη) πώς δίδουσι εκείνον τό ’χου φύση,| και πούρι από το μέλος των έναι του χρειά να ποίσει;| Κάμε κι εσύ το λοιπονίς σ’ αυτείνον τό μετέχεις,| και μη γυρεύεις να θωρείς εκείνον τό δεν έχεις! Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 36. 47) Ποιώ μετάνοια(ν), βλ. Επιτομή, ά. μετάνοια 4 φρ. 48) Ποιώ μηνίον, βλ. Επιτομή, ά. μηναίο(ν) Φρ. 2. 49) Ποιώ κάπ. στο (εις τον) μόδο(ν) μου, βλ. Επιτομή, ά. μόδος Φρ. 8. 50) Ποιώ μοιρασία(ν), βλ. Επιτομή, ά. μοιρασιά 1 φρ. 51) Ποιώ μονέδαν, βλ. Επιτομή, ά. μονέδα α φρ. 52) Ποιώ μονήν, βλ. Επιτομή, ά. μονή Φρ. 2. 53) Ποιώ νίκην, βλ. Επιτομή, ά. νίκη Φρ. 5. 54) Ποιώ (το) νίκος, βλ. Επιτομή, ά. νίκος 1α φρ. 55) Ποιούμαι νομήν, βλ. Επιτομή, ά. νομή 1α φρ. 56) Ποιώ νώσιν, βλ. Επιτομή, ά. γνώσις ‑ση 6 Φρ. α. 57) Ποιώ ξένον εκ, από …, βλ. Επιτομή, ά. ξένος Φρ. 4. 58) Ποιώ ξηροφαγία, βλ. Επιτομή, ά. ξηροφαγία φρ. 59) Ποιώ την οδό(ν) (μου), βλ. Επιτομή, ά. οδός 4 φρ. (1). 60) Ποιούμαι την οίκησιν, βλ. Επιτομή, ά. οίκησις 1 φρ. (2). 61) Ποιώ την οίκησιν, βλ. Επιτομή, ά. οίκησις 1 φρ. (3). 62) Ποιώ οικονομίαν, βλ. Επιτομή, ά. οικονομία 3 φρ. 63) Ποιώ ομάδα, βλ. Επιτομή, ά. ομάς ‑δα Φρ. 2. 64) Ποιώ ορδινιά, βλ. Επιτομή, ά. ορδινιά 9α φρ. (1). 65) Ποιώ προς κάπ. την όρεξίν μου = ικανοποιώ την επιθυμία μου: Εκείνου που εστέκετον απάνω στο κορμί του,|για να του δώσει θάνατον, να πάρει την ζωή του,| λέγει του «ποίσε προς εμέν όλην την όρεξίν σου| κι ας αποθάνω γλήγορα ...» Θησ. Β́ [631]. 66) Ποιώ ορισμόν, βλ. Επιτομή, ά. ορισμός Φρ. 6. 67) Ποιώ (κάπ. ή προς κάπ. ή μετά κάπ.) όρκο(ν) ή όρκους να, ποιώ τον όρκον ότι, βλ. Επιτομή, ά. όρκος (Ι) Φρ. 1α. 68) Ποιούμαι (την) ορμήν (άπασαν), βλ. Επιτομή, ά. ορμή Φρ. 2. 69) Ποιώ όφελον, βλ. Επιτομή, ά. όφελος Φρ. 5. 70) Ποιώ παιδί, βλ. Επιτομή, ά. παιδίον 1α φρ. 3. 71) Ποιώ την παντιέραν = υψώνω τη σημαία, το έμβλημα: εποίκαν την παντιέραν της ρήγαινας Βουστρ. (Κεχ.) 21014. 72) Ποιώ παραβουλίαν = προδίδω: από τό μου λαλείτε, πως επήγα ... διά να την σκοτώσω, δε θέλειν το προβιάσειν ποττέ τινας και εγύρεψα να ποίσω ... τίτοιαν παραβουλίαν Βουστρ. (Κεχ.) 6019. 73) Ποιώ παραίτησιν, βλ. ά. παραίτησις φρ. β. 74) Ποιώ παρακάλεσιν, βλ. ά. παρακάλεσις ‑ση Φρ. 75) Ποιώ παράμερα, βλ. ά. παράμερα φρ. 76) Ποιώ παρκάτου = ελαχιστοποιώ, λιγοστεύω: Ο πόθος, ουρανός κι άστρη ας χιονίσουν,| δέομαι να βαλθούν με σπουδοσύνην| παρκάτου την σκλεριάν σ’ εσέν να ποίσου,| αφόν δεν θέλουν να ’χεις ’λεμοσύνην Κυπρ. ερωτ. 10048. 77) Ποιώ πείραν, βλ. ά. πείρα Φρ. 3 (η φρ. ποιούμαι πείραν ήδη αρχ.). 78) Ποιώ πήξιν, βλ. ά. πήξις Φρ. 79) Ποιώ πιλάλημα, βλ. ά. πιλάλημα 1β φρ. 80) Ποιώ κάπ. εις πόλεμον = προκαλώ κάπ. σε δικαστική μονομαχία: να ποίσουν τον έναν απέ τους μάρτυρας εις πόλεμον και ο νικητής εντέχεται να κάμει το ζητούμενον με δίκαιον Ασσίζ. 13019. 81) Ποιώ πόρον = διακορεύω: Ο προς ελευθέραν κόρην ποιήσας επ’ αυτής πόρον, ήγουν εξηπαρθενέψει αυτήν, απ’ αυτήν την ημέραν εστίν γυναίκα του Ελλην. νόμ. 55615. 82) Ποιώ ποσχάδα, βλ. Επιτομή, ά. μποσκάδα φρ. 83) Ποιώ καλόν/κακόν πρόσωπον = δείχνω εύνοια/δυσαρέσκεια προς κάπ., ότι είμαι ευχαριστημένος/δυσαρεστημένος με κάπ.: ο σουλτάνος εποίκεν τους καλόν πρόσωπον Βουστρ. (Κεχ.) 7212· θωρώντα τον ο ρήγας, άρχεψεν να του μαλλώσει και εποίκεν του κακόν πρόσωπον Βουστρ. (Κεχ.) 266. 84) Ποιώ στράταν = ακολουθώ μια μέθοδο, ενεργώ κατάλληλα, βρίσκω τρόπο: στράταν χαράς εποίσαμεν και ου πρέπει τώρα να στενάζεις Λίβ. Esc. 4153· θωρώντα το πράμαν πως ήτον να γινεί χοντρόν, εποίκαν στράταν και εποίκαν τους αγάπην Βουστρ. (Κεχ.) 2441· Θωρώντα και ρεμέδα δεν ήτον να ’χει την αρχιεπισκοπήν, εφάνην του να ποίσει την καλλύτερην στράταν διά την ζωήν του και διά την τιμήν του Βουστρ. (Κεχ.) Μ 137. 85) Ποιώ στρέμμα(ν) (οπίσω) = επιστρέφω, ξαναγυρίζω, υποχωρώ (βλ. Επιτομή, οπίσω Ά Φρ. 5): ξυπνώντα ποίκα στρέμμα στην κυράν μου Κυπρ. ερωτ. 116· κι ανίσως κι εις εμέναν ποίσω στρέμμαν| ποτέ, θέλω να γράψω ν’ αγροικάται:| ο πόθος, ποθητέ, μπορεί καμπόσα Κυπρ. ερωτ. 675· εσκοτώσαν πολλούς Σαρακηνούς, και οι Σαρακηνοί εποίκασιν στρέμμα Μαχ. 66036. 86) Ποιώ συντροφίαν/συντροφιάν = συντροφεύω, κάνω παρέα (σε κάπ.): εκαβαλλίκευσεν και ο αποστολές ... και ο παλίος εποίκεν του συντροφία, και επήγαν ως την Αγίαν Παρασκευήν Βουστρ. (Κεχ.) 2616· τ’ αδόνιν κλαίγει πάσα μέραν· | στο κλάμαν συντροφιάν θεν να του ποίσω,| δίχως να πάψω ’δέ πωρνόν ’δέ σπέραν Κυπρ. ερωτ. 343. 87) Ποιώ σχήμα(ν) = (εκκλ.) υποκλίνομαι: Και σχήμα τότες έκαμεν ο μέγας πατριάρχης| προς βασιλέα μέγιστον ο πρώτος αρχιθύτης Αρσ., Κόπ. διατρ. [1497]· Εποίκεν σχήμαν ο παπάς, υπάγει προς τον όρθρον Πουλολ. (Τσαβαρή)2 491 (βλ. όμως και Τσαβαρή [Πουλολ. σ. 371]). 88) Ποιώ σχήμα(ν) εντροπής = δείχνω συστολή: εξέβην, είδα την, και εκείνη μ’ εντρανίζει·| εποίκεν σχήμαν εντροπής, πεζεύει εκ τον δάον Λίβ. P 1799. 89) Ποιώ σχήμα σιωπής = παίρνω σιωπηλή έκφραση, στέκομαι σιωπηλός: ως ήκουσεν ο βασιλεύς αυτούνον, εφοβήθη,| έποικε σχήμα σιωπής, μικρόν επιλογήθην Χούμνου, Κοσμογ. 722· απείτις τους εσύντυχα και αυτοί αποκριθήκαν,| έποικαν σχήμα σιωπής και το ρωτάν αφήκαν Απόκοπ.2 238. 90) Ποιώ σχήμαν (χαιρετίσματος) = κάνω χειρονομία χαιρετισμού: επρόσκυπτεν εκείνος εκ το κάστρον, (παραλ. 1 στ.) και σχήμαν χαιρετίσματος έποικεν προς εμέναν Λίβ. Esc. 1207· εσηκωθήκασιν οι νέοι εκ το τραπέζι (παραλ. 1 στ.). Εποίκαν σχήμαν κι έγνεψαν στα μέρη των Σοδόμων Χούμνου, Κοσμογ. 1047. 91) Ποιώ τέλειωσιν = βάζω τέλος: με τον χάρον τέλειωσιν εποίκασιν| στες έννοιες, πλήξες και λαμπρά, που φράγησα Κυπρ. ερωτ. 9747. 92) Ποιώ τίποτα/τίποτε(ς)/τίβοτες (εις κάπ.) = (α) αντιμετωπίζω κτ. ενεργητικά, καταβάλλω προσπάθειες για να πετύχω κτ.: Ποίσε τίποτα, φόβον μη δειλιάζεις,| μόνον την κόρην σύδραμε εις το να την ιδούμεν Λίβ. Va 2702· ποίσε τίποτες να επάρομεν την κόρην Λίβ. Esc. 2922· (β) βοηθώ κάπ. έστω και λίγο: Ξένον μ’ εποίκαν τα κακά, Τύχη, τα εδικά μου| και ποίησον τίποτε εις εμέ, ψυχοπονέθησέ με Λόγ. παρηγ. O 621· ποίσετε τίβοτες εις εμέν, Αγάπη μου και Πόθε,| συντύχετε τον Έρωταν, παρακαλέσετέ τον Λίβ. Esc. 343· να σε ποιήσει τίποτες να σε παρηγορήσει Λόγ. παρηγ. O 463. 93) Ποιώ το εκ κοιλίας = προκαλώ έκτρωση: Εάν γυνή ποιήσει φοράς το εκ κοιλίας, χρόνους ιέ ακοινώνητη Κανον. διατ. B́ 748. 94) Ποιούμαι τινά υφ’ εαυτόν/υπό την εαυτού (ενν. εξουσίαν) = υποτάσσω κάπ. (το αρχ. υφ’ εαυτῴ): επιδημεί τῃ εν Ελλάδι Βλαχίᾳ εκ της βασιλίδος των πόλεων ο ... Νικηφόρος ο δεσπότης, και ταύτην υφ’ εαυτόν ποιησάμενος ... πάσαν περιζώννυται την αρχήν της εν Ελλάδι λέγω Βλαχίας και αυτής της Αιτωλίας Ιστ. Ηπείρ. ΙΙΙ5· έσπευδε γαρ κἀκείνην υφ’ εαυτόν ποιήσασθαι Ιστ. Ηπείρ. V6· πάσαν πόλιν και χώραν την υπό την βασιλικήν εξουσίαν εν μιᾴ καιρού ροπῄ υπό την εαυτών εποιήσαντο (ενν. οι Μουσουλμάνοι) Καναν. (Pinto) 33. 95) Ποιώ (εις την) φιλίαν (κάποιου) = γίνομαι φίλος με κάπ.: πουλλίν, που ποίκες την φιλιάν μου Κυπρ. ερωτ. 7541· ήλθεν ο άνθρωπος εκείνος ο εδικός μου,| οπού εις φιλίαν ήρκεψεν να ποιήσει του ευνούχου Λίβ. Va 1165. 96) Ποιώ φόνον εις κάπ. = σκοτώνω κάπ.: εποίκαν άδικον φόνον εις τον πτωχόν τον ρήγαν Μαχ. 29634. 97) Ποιώ χαράν = (α) χαίρομαι από ένα γεγονός: Χαράν μεγάλην έποικαν το ιδεί τον τον μαρκέσην Χρον. Μορ. H 257· (β) κάνω, οργανώνω γιορτή, ξεφαντώνω: Ο ρήγας εκείνος της Φραγκιάς ορέχτη να ποιήσει| χαράν και κάλεσμα λαμπρόν μετά τους εδικούς του Χρον. Μορ. H 6012· (γ) τελώ γάμο, παντρεύομαι: εσυγκατέβηκεν κι εγένετον ο γάμος·| κι αφότου ευλογήθησαν κι εποίησαν την χαράν τους,| τα κάτεργα του βασιλέως εστράφησαν στην Πόλιν Χρον. Μορ. H 2527. 98) Ποιώ ψήφους = διεξάγω ψηφοφορία: Εποίησαν ουν ψήφους και έπεσον οι ψήφοι εις τον Θεσσαλονίκης και εποίησαν αυτόν πατριάρχην Έκθ. χρον. 4516· και ποιήσαντες ψήφους εκκλησιαστικώς ανεβιβάσθη εις τον θρόνον πατριαρχείου ο Θεσσαλονίκης Ιστ. πολιτ. 5812. 99) Ποιώ ψυχικόν = κάνω ένα καλό σε κάπ., κάνω ψυχικό σε κάπ.: Πολλά επαρακάλεσεν (ενν. το πουλάκι) να το ελευθερώσει (ενν. η κάτα),| να ποίσει λίγο ψυχικό, να μην το θανατώσει Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1086. —Βλ. και κάμνω, πολεμώ.
πολεμώ ‑άω,- Σπαν. A 159, Γλυκά, Στ. 188, Λόγ. παρηγ. L 395, Προδρ. (Eideneier) IV 537, Καλλίμ. 2187, Ασσίζ. 311, Διγ. Z 327, Χρον. Μορ. H 284, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 451, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 912, Συναξ. γαδ. (Βασιλ.) 144, Φλώρ. 593, Gesprächb. 1716, 17, Λίβ. Esc. 2813, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 421, Αχιλλ. (Smith) N 218, Ιμπ. 156, Φαλιέρ., Ιστ.2 185, Θρ. πατρ. 15, Μαχ. 34232, Θησ. Πρόλ. [97], Δ́ [608], Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 282, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 496, Συναξ. γυν. 325, Απόκοπ.2 464, Άνθ. χαρ. 2976 δις, Έκθ. χρον. 725, Κορων., Μπούας 14, Διήγ. Αλ. G 26825‑26, Πεντ., Δευτ. I 30, Πτωχολ. α 643, Αχέλ. 2074, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 256, Χρον. σουλτ. 3216, Κυπρ. ερωτ. 612, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 109, Διγ. Άνδρ. 3959, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 1359, Στάθ. (Martini) Β́ 206, Ροδολ. (Αποσκ.) Ά 235, Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. ά [64], Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 564, Ροδινός (Βαλ.) 76, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 348, Διγ. O 300, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 15024, κ.π.α.· απολεμώ, Διακρούσ. 792· πολεμάγω, Αλεξ.2 2336, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 216r· πολεμνώ, Ασσίζ. 23011· πολομώ ‑άω, Ασσίζ. 1111, 176, 2715 κ.α., Ερωτοπ. 691, Μαχ. 1024, 3432, 3812, 623, 6622, 827, 9023, 15418, 1621, 18235 κ.α., Βουστρ. (Κεχ.) 222, 409, 427, 5610, 1449, M 18118‑19, 2162, 2177, 2227‑8, 2445, 2923δις, 2981, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 73, 75 δις, 84, 85, 118, 119, Ξόμπλιν φ. 122v, 124v, 131r, 132r, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 59, 504, Θρ. Κύπρ. M 17, 380, Ανων., Ιστ. σημ. ρμ́ δις, Κανον. διατ. Α 1076, 1327, Β 497, 684, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 531.
Το αρχ. πολεμέω. Ο τ. απολεμώ και σήμ. στο ποντ. ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.). Ο τ. πολεμάγω με ανάπτυξη ευφωνικού γ (βλ. Καραντζόλα [Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. σ. 516]). Ο τ. πολομώ (‑άω) στο Meursius (λ. πολομάν) και σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα (Παπαγγέλου, Κυπρ. ιδίωμ., λ. πολομώ). Η λ. πολεμάω τον 9. αι. (TLG), στο Somav. (λ. πολεμώ) και σήμ.· βλ. και LBG. Η λ. πολεμώ και σήμ.
I. Ενεργ. Ά Αμτβ. 1) α) Διεξάγω πόλεμο, μάχομαι: Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 12, Πανάρ. 7925, Λίβ. Esc. 2815, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 4· (με τις προθ. με, μετά, εις, απάνου) πολεμώ εναντίον κάπ.: οι εχθροί οπού έρχονται δεν πολεμούν με χήρες Σπαν. (Ζώρ.) V 557· να πολεμήσω μετ’ αυτόν εις κάμπον με φουσσάτα Χρον. Μορ. P 6084· Αλλ’ ο σινιόρ Μερκούριος πριν νά μπουσι στην χώραν,| με τα γουργά του τ’ άλογα τους έφθασε στην ώραν,| και μετ’ αυτών πολέμησε Κορων., Μπούας 27· Εγώ να πολεμήσω με τον Αλέξανδρον Διήγ. Αλ. G 28642· να μπορέσω να πολεμήσω εις αυτόν και να τον διώξω Πεντ. Αρ. XXII 11· ότι να σιμώσεις προς κάστρο να πολεμήσεις απάνου της και να κράξεις προς αυτήν εις ειρήνη Πεντ. Δευτ. XX 10· β) διεξάγω πόλεμο για να υπερασπιστώ κάπ.: μη τους φουβεθείτε, ότι ο Κύριος ο Θεός σας αυτός οπού πολεμάει γιατ’ εσάς Πεντ. Δευτ. III 22. 2) Φιλονικώ, τσακώνομαι: Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 14214, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.). 3) Συμπεριφέρομαι άσχημα ή εχθρικά: Διατί εις την τάβλαν του αφεντός μας ούτως πολεμάς; Διήγ. Αλ. G 27632. 4) Προσπαθώ, αγωνίζομαι, μοχθώ για κ.: Και, ως πολεμούσι τα παιδία των ευγενών ανθρώπων| και κατ’ ολίγον - ολιγόν προσήφερέ με η τύχη,| φροντίδα μου εσυνέβηκεν να ιδώ, κερά, τα ξένα Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1211· και πότε κλαίγω και γελώ, μανίζω και ’ρηνεύω| και μ’ ό,τι τρόπον πολεμών πάσχω να τα γιατρεύω Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 162 κριτ. υπ. 5) Ζω με κάπ. ή με κ.: ει τινος παιδίν γεννηθεί και ένι αρσενικόν, τρεις χρόνους πολεμεί με την μητέραν του, και απέκει τον επαίρνει ο πατήρ του και ένι μετ’ αυτόν· ει δε ένι το παιδίν θηλυκόν, στέκεται με την μητέραν του Διήγ. Αλ. E (Konst.) 4517· Πληγές θανάτου, βάσανα, πάθη, κριτήρια δος μου,| μα γάμο δε μπορείς ποτέ να κάμεις στανικώς μου.| Εγώ δε θέλω πει το ναι, α ζήσω χίλιους χρόνους,| να παντρευτώ στην ξενιτιά, κι ας πολεμώ στους πόνους Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 424. Β́ Μτβ. 1) α) Πολεμώ εναντίον κάπ.: Εβρ. ελεγ. 168, Χρον. Μορ. H 1045, Αχιλλ. (Smith) N 700, Ιστ. πατρ. 979· (με σύστ. αντικ.): Μαχ. 41617, Σφρ., Χρον. (Maisano) 227, Παλαμήδ., Βοηβ. Εισαγ. 40· β1) επιτίθεμαι εναντίον κάπ., απειλώ κάπ.: Μη μας αφήσεις (ενν. Δέσποινα) το λοιπό, μη μας αμπαντονάρεις,| πρεμάζωξε τα τέκνα σου τά πολεμά ο πνιγάρης Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 5269· ο διάβολος με αυτές (ενν. τις γυναίκες) πάντα μας πολεμούσιν Συναξ. γυν. 45· β2) (προκ. για κάστρο ή πόλη) επιτίθεμαι, πολιορκώ: Διήγ. Αλ. G 26713‑14, Θρ. Κύπρ. M 204· γ) (μεταφ., προκ. για σκέψεις, συναισθήματα, την τύχη, κ.ά.) αντιμάχομαι, ταλανίζω, ταλαιπωρώ: πάλιν λογισμοί, βλέπω το, πολεμούν μοι Καλλίμ. 2187· σώφρονα νουν κατέχων τις, ο πόθος πολεμεί τον| και διά τούτο ο ποθών ευταξίαν ουκ έχει Διγ. (Trapp) Gr. 1478· η τύχη μου η καμμένη,| ως ήτον να με πολεμά πάντοτε μαθημένη,| λέγει μου Σαχλ., Αφήγ. 114· Θωρώ το πως σε πολεμού δυο σου οχουθροί μεγάλοι:| η αγάπη με την πεθυμιά Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 355· Μα κείνον απού μου κρατεί το νου τον πρικαμένο| μέσα στον Άδη ζωντανό, στον κόσμο αποθαμένο,| πάντα μέ θέλει πολεμά, δίχως ποτέ να δώσει| τέλος γή αλάφρωση κιαμιά στην κρίση μου την τόση Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 109· Εδά σε βασανίζουσι τη νύκτα τα όνειρά σου| και την ημέρα πολεμού φόβοι άλλοι την καρδιά σου Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 586· δ) διεξάγω πόλεμο για να υπερασπιστώ κάπ. (εδώ προκ. για την Κρήτη): Μηδέν καυχάστε, Κρητικοί, πως είστε αγαπημένοι,| μα τι καλό εδείξετε σ’ εμέ την πρικαμένη;| Τόσους καιρούς μ’ εβλέπετε, για μένα επολεμάτε| τους Τούρκους, αμ’ εφύγετε και πλιό δε μ’ αγαπάτε Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 56123·. 2) Αντιδρώ σε κ., αντιστέκομαι, καταπολεμώ: Σπαν. A 272, Λίβ. Esc. 2207, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 272, Δ́ 1996. 3) Φιλονικώ με κάπ., τσακώνομαι: Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά 4210. 4) Καταβάλλω έντονη προσπάθεια για να πετύχω κ., προσπαθώ με όλες μου τις δυνάμεις να πραγματοποιήσω το σκοπό μου, πασχίζω, επιζητώ: τους πελεγρίνους τους πτωχούς εκείνους μακαρίζω| και πολεμώ μιμήσασθαι τούτων ελευθερίαν Προδρ. (Eideneier) IV 153· όλοι να πολεμούμε| εδώ στην κοσμικήν ζωήν για ν’ αναβαστακτούμε Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 97· γροικώντας πως βυθίζεται (ενν. το κάτεργον), και πασαείς ατός του,| δίχως να κράξει σύντροφον, πολεμεί να γλυτώσει Θησ. (Foll.) Ι 68· επολέμα γλήγορα χάμου ναν τον εβάλει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 1888 κριτ. υπ.· έκφρ. πολομώ κατά ζήτησιν = ζητώ, επιδιώκω, απαιτώ: μία χήρα ζητά μετά ονόματος, ού πολομά κατά ζήτησιν δύο κριτάδες της αυλής εις την βουλήν τους Ασσίζ. 2928· φρ. πολομώ τις όρεξες = προσπαθώ να πραγματοποιήσω τις επιδιώξεις/τις επιθυμίες μου: οι πραματευτάδες μας να πολομούν τες όρεξές τους Μαχ. 3523. 5) α1) Κάνω κ., πράττω, εκτελώ: ο κάτις δίδει του γραφιά, και γράφει, ή πολεμά έναν άνομον προβελίζιον Ασσίζ. 2281· Και πάλιν Βελισάριος εκίνησε τον γύρον,| τριγύρωθε τους άρχοντας αιτών ελεημοσύνην·| δύο και τρεις το έποικεν κατενώπιον πάντων,| και τούτο επολέμαν το εις ύβριν βασιλέως Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 704· Και βλέπε πάντοτε την συνείδησίν σου. Και, ειτι σοι λέγει, πολέμα το, ότι η συνείδησις έναι το φως της ψυχής Ιακ., Παραιν. 841· (εδώ προκ. για τις επιταγές του Θεού) εφαρμόζω, συμμορφώνομαι: εκείνοι όπου πολομούν τας εντολάς του Θεού και παγαίνουν εις την εκκλησίαν είναι ευλογημένοι Κανον. διατ. Β 521· φρ. πολεμώ (μεγάλας) ανδραγαθίας = (προκ. για πολεμικά κατορθώματα) επιδεικνύω γενναιότητα και ηρωισμό, ανδραγαθώ: Αφόν ηρξάμην πολεμείν ανδραγαθίας μεγάλας,| ουδέν ηυρέθηκεν κανείς, ίνα με καταφθάσει| και πολεμήσει, νεότερε, και επάρει μου το κούρσος Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 154· α2) ασχολούμαι με κ., φροντίζω για κ.: Οπὄχει χρήματα πολλά και φρόνεσιν ουκ έχει| κι ου δύναται να πολεμεί πράγματα της τιμής του,| ομοιάζει γαρ αστράτευτον άνδρα ηχρειωμένον Σπαν. B 216· Μην πολεμείς τα εδάρτινα, μη βιάσου στα αιώνια·| μη θεμελιώνεις εις νερά, μη κτίζεις εις τα χιόνια,| και έλθει δριμύτητα νερού και πέσουν τα θεμέλια Δευτ. Παρουσ. 379· φρ. πολομώ τη δουλειά μου = φροντίζω για τη δουλειά μου, κοιτάζω τη δουλειά μου: Λοιπόν τους λόγους άφηνε τους περισσούς, υιέ μου,| αργά και μετά προσοχής πολέμα τες δουλειές σου| και έργον με την γνώσιν σου συντόμως επιχείρει Κομν., Διδασκ. Δ 329· Πάσα άνθρωπος να κάθεται εις το σπίτιν του και να πολομούν τες δουλείες τους Βουστρ. (Κεχ.) 18615· α3) καθιστώ κάπ. συγγενή: Περί εκείνου οπού πολομά κληρονόμον τον σκλάβον του Ασσίζ. 1721· μόνος την εξουσίαν μου μοιράζω μετά σέναν| και σε γαβρός μου , Κλιτοβών, μάθε το, πολεμώ σε Λίβ. Esc. 4250· α4) μεταβάλλω, μεταμορφώνω κάπ. ή κ.: η λύσσα της φιλαργυρίας πολομά τους ανθρώπους δαιμόνους Μαχ. 5249· εκεί (ενν. στην εκκλησίαν) θωρείς τους λαϊκούς και πίνουν και μεθυούσιν (παραλ. 1 στ.) γυναίκες, άνδρες, όλοι των, γελούν και χαχαρίζουν, (παραλ. 1 στ.)| μία της άλλης ομιλεί, ποία κάλλια έναι νιμμένη,| κι αν την στέκει ο σουλουμάς ...,| και πολεμούν την εκκλησιάν πορνείον, οι αθλίες Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 235· β) προκαλώ κ., προξενώ: Απόφευγε όσον δύνασαι χείλη των συκοφάντων·| πολλάκις γαρ συκοφαντιά εις ιδικούς εμβαίνει,| μάχας και έχθρας πολεμά μέσον γονείς και τέκνων Σπαν. (Μαυρ.) P 56· εκ τον φθόνον τον πολύν, την ’περιψίαν την τόσην| την βασιλείαν εχάσασιν και την τιμήν την τόσην (παραλ. 2 στ.) Βλέπεις, υιέ, τι πολεμεί ο φθόνος εις τον κόσμον; Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 977· γ) αναγκάζω κάπ. να κάνει κ.: κύρην και υιόν να πολεμείς να σπαθοκαταλυούνται,| τα αίματα να τρέχουσιν, τα ομμάτια τους να εβγαίνουν Πουλολ. (Τσαβαρή)2 224· δ) κατασκευάζω κ., φτιάχνω κ.: Απέ το άχερον τουτέστιν την αποκαλάμην τήν φέρνου να πολομούν τα κοφίνια κελεύει το δίκαιον να δώσει δικαίωμαν το τέταρτο Ασσίζ. 4977· τα πτερά μου πολεμούν πάλιν χρυσά ριπίδια Πουλολ. (Τσαβαρή)2 162· (προκ. για είδη διατροφής) ετοιμάζω, παρασκευάζω: αποθετόν με πολεμούν και τρώγουν με, όταν θέλουν Πουλολ. (Τσαβαρή)2 515· (προκ. για κτίριο): χτίζω: αρχίσασιν να πολεμούν κάστρη και δυναμάρια| ο καθεείς στον τόπον του να κάμνει το εδικόν του Χρον. Μορ. P 3146. 6) Συμπεριφέρομαι άσχημα ή και εχθρικά: Πούθεν να δει να λυπηθεί, να κλαύσει η καρδιά του,| ας πάγει να περιδιαβεί στου Τούρκου το φουσσάτον, (παραλ. 1 στ.) να δεις τους χριστιανούλλικους είντα τους πολεμούσιν·| δεν τους διδούν ψουμίν να φαν ούτε νερόν να πιούσιν Θρ. Κύπρ. M 461. 7) Λέγω (για τη σημασ. βλ. Κακουλίδη-Πάνου [Ξόμπλιν σ. 291]): Πάντα εκείνος απού φοβερίζει άλλον πολομά να τον κρατήσουσιν περίτου πελλόν παρά που ένι Ξόμπλιν φ. 134r. ΙI. (Μέσ. αμτβ.) διεξάγω πόλεμο: κάμνει σας χρεία με τ’ άρματα του να πολεμηθείτε| με τρόπον που σας θέλω πει Θησ. Έ [972]· Κι οι Τούρκοι να κοιτάζουνε πώς θα πολεμηθούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 38715. Φρ. 1) Πολεμώ/πολομώ άδικον = διαπράττω αδικία, αδικώ: εάν τύχει (ενν. ο ρήγας) εις καμμίαν αφορμήν, ότι μετά ταύτα πάγει κατά πρόσωπα τους όρκους του, πολομά άδικον απαρχής, έπειτα αρνάται τον θεόν και ποντίζει, τουτέστιν φασιάζει εις τό ώμοσεν Ασσίζ. 374· πολεμά άδικον του ρηγός και παίρνει του την οδόν του Ασσίζ. 45418. 2) Πολεμώ τας αιματοχυσίας = σκοτώνω (πλήθος ανθρώπων), πβ. Επιτομή, κάνω αίματα, κάμνω Φρ. 3: εκίνησεν (ενν. ο Φουκάς) να πολεμά τας αιματοχυσίας| και άλλα δεινά και λυπηρά αυτός προς τους πολίτες Ντελλαπ., Ερωτήμ. 960. 3) Πολεμώ αμαρτίας ή πταίσματα = αμαρτάνω: τα πταίσματα, τά πολεμούν οι ανθρώποι, να μη βλέπει Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2205· να προσέχει, να θωρεί τα πάθη τα εδικά του,| τας αμαρτίας τάς πολεμά αυτός ημέρα νύκτα Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2208. 4) Πολεμώ ανταμοιβή = αποζημιώνω: Τους βασιλείς βασιλικάς ανταμοιβάς πολέμα,| τους άρχοντας ως άρχοντας, πλούσιους ως έν’ το πρέπον Φλώρ. 1133. 5) Πολεμώ άργηταν = καθυστερώ, αργοπορώ, πβ. και Επιτομή, ποιώ άργητα, άργητα 1 φρ.: Λαβών ο Βελισάριος τοιαύτην εξουσίαν,| άργηταν ου μεν ουν αυτός να πολεμά καμίαν Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 232. 6) Πολεμώ άρμενα = αποπλέω, «κάνω πανιά», πβ. και Επιτομή, κάνω άρμενα, κάμνω Φρ. 10 ή άρμενο(ν) 1 φρ.: το καράβι πολεμεί άρμενα και παγαίνει Ιμπ. 662· έφτασεν ο χειμώνας και τα ξύλα απέ την σκλεριάν δεν επολομούσαν άρμενα Μαχ. 1109. 7) Πολεμώ γαρνιζούν = υπηρετώ στη φρουρά (ενός κάστρου): ουδέν ζητώ, ουδέ με δίκαιον πρέπει| να πολεμείτε γαρνιζούν ωσάν οι προνοιατόροι Χρον. Μορ. H 2700. 8) Πολεμώ τας γέννας = γεννώ: ποντίκιν κακορίζικον, από την κακοτύχην,| και να ορίσει να γενείς άρατον εκ τον κόσμον| ετούτον τον γλυκύτατον, να πας εις άλλον βράχος,| να πολεμείς τας γέννας σου δυσκόλως και βαρέως Πουλολ. (Τσαβαρή)2 216. 9) Πολεμώ εμφόβησιν = προκαλώ το φόβο: η δε στίλβα γουν των όπλων| εξ ηλίου αυγαζούση| καινοτέραν γουν την θέαν| και εμφόβησιν μεγάλην| επολέμει τοις ορώσι Ερμον. Λ 90. 10) Πολεμώ/πολομώ ζημίαν, βλ. Επιτομή, ζημία 1γ φρ. 11) Πολεμώ (πολλήν/μεγάλην) θνήσιν = προκαλώ (πολλούς) θανάτους/φόνους, πβ. και Επιτομή, κάνω θνήσιν (μεγάλην), κάμνω Φρ. 38: μεγάλην θνήσιν πολεμεί εις άπαντα τα ζώα Συναξ. γαδ. (Βασιλ.) 40· θνήσιν πολλήν τους πολεμούν, τινάς ουδέν γλιτώνει,| μόνον οπὂχει δύναμιν να διώχνει, να σκοτώνει Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 821. 12) Πολεμώ θρήνο = θρηνώ, πβ. και Επιτομή, κάνω θρήνο, κάμνω Φρ. 39: όλον το πλήθος του λαού μελάνας εφορέσαν,| εκ βάθους θρήνους πολεμούν από καρδιάς δακρύουν Βυζ. Ιλιάδ. 1100. 13) Πολεμώ/πολομώ κακόν = κάνω κακό, αδικώ: την αλουπού την μακροουραδάτην,| την πνίγουσαν τας όρνιθας και τα μικρά πουλία (παραλ. 2 στ.) και πολεμεί μέγαν κακόν και πλείον τε ζημίαν| και αδικίαν άπειρον εις τους πτωχούς ανθρώπους Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 192· ο ρε Τζακ επολόμαν πολλά κακά και περισσές αντροπές τους Κυπριώτες, και ήσαν πολλά παραπονημένοι Βουστρ. (Κεχ.) 14017. 14) Πολεμώ κραυγήν = θρηνώ (εδώ με κραυγές): την κεφαλήν εστήσασιν απάνου εις το κοντάριν,| κραυγήν μεγάλην πολεμούν οι Τούρκοι και φωνάζουν Παρασπ., Βάρν. C 420· πάλιν θρηνούν οι Έλληνες, υπάν εις το κιβούριν,| κραυγήν μεγάλην πολεμούν στον μέγαν Αχιλλέα,| όλον το πλήθος του λαού μελάνας εφορέσαν Βυζ. Ιλιάδ. 1098. 15) Πολεμώ/πολομώ κρίσιν, βλ. Επιτομή, κρίσις ‑ση Φρ. 6. 16) Πολεμά μεταγνωμός = μετανιώνω, πβ. και Επιτομή, μεταγνωμό παίρνω, μεταγνωμός φρ.: μηδέ το λογισμό μου| μεταγνωμός δεν πολεμά Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 105. 17) Πολεμώ/πολομώ όρκον, βλ. ά. όρκος (I) Φρ 1α. 18) Πολεμώ κάπ. κ. πικρόν = κάνω κάπ. να υποφέρει (με τα λόγια μου), πικραίνω κάπ., παιδεύω, βασανίζω, πβ. και Επιτομή, κάμνω κάπ. πικρίαν, πικρία 2α: Ανάτασσε, τυράννα με, πίκραινε, φλόγιζέ με,| ωσάν δυνάστης άνθρωπος πικρόν πολέμει με το Λίβ. Esc. 3429. 19) Πολεμώ (την) προσευχήν (μου) = προσεύχομαι: Συνήθι έχουσιν, αυθέντη μου, οι Εβραίοι| να πολεμούσιν προσευχήν ώρα του μεσανύκτου Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1822· την προσευχήν μου πολεμώ, ως έχω το συνήθι Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1869. 20) Πολεμώ εις τα ρούχα μου απάνω = μάχομαι για την περιουσία μου, υπερασπίζομαι ό,τι μου ανήκει: εκείνοι, οπού εξέβησαν εις του γιαλού την πόρταν,| ουδέν εβλέπουσιν κανείν προς αύτους να εξέβει| εις όχλησιν, εις πόλεμον, ως έναι συνηθεία,| ο καθεείς να πολεμά εις τα ρούχα του απάνω·| αμή αυτοί εκρύφθησαν απέσω εις την χώραν Χρον. Τόκκων 604. 21) Πολεμώ (μεγάλην) στενοχωρίαν = φέρνω κάπ. σε δύσκολη θέση, πιέζω: και εκωλύθη ο Αχιλλεύς από τον πόλεμον και επήρε το φουσσάτον της Τροίας θάρρος και εξέβαινε και επολέμαν μεγάλην στενοχωρίαν τους Έλληνας Τρωικά 52623. 22) Πολεμώ/πολομώ στοίχημα = (α) κλείνω συμφωνία, πβ. και Επιτομή, κορδιάζω στοίχημα, ακορδιάζω Β́ 2 φρ.: όλα τα στοιχήματα τά πολεμούν οι άνθρωποι μεσόν τους εντέχεται να ένι αξιαζόμενα Ασσίζ. 786· έρχομαι εις κανέναν ιατρόν και πολομώ του στοίχημαν ότι να τον (ενν. τον σκλάβον) γιάνει εις τα ήμισα οπού να πουληθεί να ένι εδικά του, και τα άλλα του αυθέντη του οπού τον αγόρασεν Ασσίζ. 1851· (β) στοιχηματίζω, πβ. και Επιτομή, κάνω στοίχημα, κάμνω Φρ. 104: Ήκουσα την βασίλισσαν, πολεμεί στοίχημα με τους νέους·| ήλθα κι εγώ να μάθω το τι είναι Διήγ. Αλ. Σεμίρ. S 156. 23) Πολεμώ/πολομώ στραβά ή πολομώ ζαβά = αδικώ κάπ.: το δίκαιον κρίνει ότι πολεμά (ή πολομά) (έκδ. πομά· διορθώσ.) στραβά του αυθέντη να πάρει την οδόν Ασσίζ. 45412 · το δίκαιον ορίζει ότι πολομά ζαβά προς τον αυθέντην να πάρει την οδόν του Ασσίζ. 20316. 24) Πολεμώ ταξίδια = ταξιδεύω: η θάλασσα έπαυσεν το χειμάζει,| και την λογήν της ήλλαξεν, ως διάργυρος ομοιάζει.| Και ψάρια ουκ είναι πλεό, καράβια ου ταξιδεύουν,| ουδέ ταξίδια πολεμούν, αλλ’ ουδέ κινδυνεύουν Δευτ. Παρουσ. 42. 25) Πολεμώ την τιμήν = τιμώ, πβ. και Επιτομή, κάνω τιμή, κάμνω Φρ. 116: ανάφερνέ τον (ενν. τον αυθέντη σου) ταπεινά και αληθινά με δέος,| και από όσον ημπορείς, υιέ, πολέμα την τιμήν του Σπαν. (Ζώρ.) V 69· Αφέντη, ... είμεστεν κρατούμενοι να σου πολομούμεν πάσα τιμήν Βουστρ. (Κεχ.) 29019. 26) Πολεμώ φωταγωγίας και λαμπάς = φωτίζω με πολλά φώτα, φωταγωγώ: «Χριστός ανέστη εκ νεκρών» εν εαυτοίς βοώντες,| φωταγωγίας και λαμπάς ηδέως πολεμώντες.| Και κράζων ότι σήμερον εφύγομεν Αιγύπτου Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1204. 27) Πολεμώ χαραγείο = ασκώ το δικαίωμα του χαράγματος των νομισμάτων (προκ. για αποτύπωση παράστασης πάνω σε νόμισμα): να πολεμεί στον τόπον, όπου εκράτει,| το χαραγείο των τορνεσίων, ομοίως των δηνερίων Χρον. Μορ. H 2607. 28) Πολομώ αγανάκτησιν/αγανάχτησιν = (α) προκαλώ κακό, ζημιά σε κάπ.: και αν εκείνος ο Σαρακηνός αν ευρεθεί πλείον πολομώντα αγανάχτησιν χριστιανού, ού χριστιανής, πρέπει να τον πάρουν και να τον κρεμάσουν Ασσίζ. 48713‑14· (β) πιέζω κάπ., κάνω κάπ. να αγανακτήσει: να μεν τους πολομούν αγανάκτησιν· διά τούτον επέψαν μαντατοφόρους να συνπάψουν την αγάπην Μαχ. 1363. 29) Πολομώ αγάπην = συμφιλιώνομαι, πβ. και Επιτομή, κάνω αγάπη, κάμνω Φρ. 1: οι αφέντες οι καθολικοί να προυμουτιάζουν να πολομούν αγάπην Μαχ. 18216‑17· 30) Πολομώ αντροπήν = (α) ντροπιάζω, πρσβάλλω την τιμή, πβ. και Επιτομή, κάνω σε κάπ. ντροπή, κάμνω Φρ. 78: ήτον πολλά θυμωμένοι ... απέ τα άπρεπα λογία ... και αντροπήν οπού τους επολόμαν έμπροσθεν τους παρκάτω ανθρώπους Μαχ. 2524· Τείντα σου φαίνεται απανώ εις τες αντροπές απού μας πολομά ο ρήγας και καθημερινόν αντροπιάζει μας; Βουστρ. (Κεχ.) 1442· (β) αποκαθιστώ την τιμή, «ξεπλένω» τη ντροπή: εκείνος επολόμαν του αντροπήν εις την γυναίκαν του, και διά τούτον την εσκότωσεν Ασσίζ. 2276‑7. 31) Πολομώ αποκοπήν = προκαθορίζω αμοιβή για συγκεκριμένη εργασία: εάν είς μου σκλάβος ένι αστενής ... και είς γιατρός ... λέγει να τον γιάνει πολλά καλά και συμπαύγει και πολομά αποκοπήν Ασσίζ. 43614. 32) Πολομώ αργά = αργώ στην εκτέλεση έργου/δραστηριότητας, καθυστερώ: δεν θέλω να έχετε ζημίαν ... διά τούτον πολομώ αργά την αρμάδαν Μαχ. 15822. 33) Πολομώ αρχήν = αρχίζω, πβ. και Επιτομή, βάνω, δίδω, κάμνω, πιάνω αρχή(ν), βάνω εις αρχήν, ποιώ την αρχήν, αρχή 1α φρ.: Αρχεύει και πολομά αρχήν| μερικών κρισιμάτων· αλατίνικον Ασσίζ. 1410·. 34) Πολομώ βίγλα ή (καλές/πολλές) βίγλες, βλ. Επιτομή, βίγλα 3 Φρ. α. 35) Πολομώ βλέπησιν = επιτηρώ, φρουρώ, φυλάω, πβ. και Επιτομή, βλέπηση κρατώ, βλέπησις‑ση 2γ φρ.: να ορίσεις τους λας να πολομούν καλήν βλέπησιν μέραν και νύκταν ... μηδέν εύρει (ενν. ο λύκος) τους λας κοιμισμένους και δράξει το αρνίον Μαχ. 50816. 36) Πολομώ διαθήκην = συντάσσω διαθήκη: είς άνθρωπος ... έρχεται εις τον θάνατον και πολομά διαθήκην Ασσίζ. 1377. 37) Πολομώ διαλαλημόν = διαλαλώ, πβ. και Επιτομή, βάνω διαλαλημόν, βάνω 30 Φρ. γ: πολομά έναν διαλαλημόν Μαχ. 27231. 38) Πολομώ δόσιν = δωρίζω, προσφέρω κ. ως δώρο, χαρίζω: Εάν γένηται ότι ο κάτις άνθρωπος ... πολομά δόσιν ενού ανθρώπου ή ετέρου, καλά αξιάζει εκείνον το δόμαν Ασσίζ. 15510. 39) Πολομώ δυναστείο = ασκώ έντονη πίεση χρησιμοποιώντας βία, βιαιοπραγώ: καθώς θέλει να δώσει εκείνος οπού πολομά δυναστείο εις άλλου χώραν Ασσίζ. 34714. 40) α) Πολομώ τους εξόδους/οξόδους = αναλαμβάνω τα έξοδα: εστάθην κουντέντος απού τους εξόδους απού πολομούσασιν Μαχ. 63830· επρουμουτίασεν ο ρε Φαράντος ... να πολομά του τους οξόδους Βουστρ. (Κεχ.) 2005· β) πολομώ έξοδον = ξοδεύω: ο κύρης του εφίτου πολομά μέσα εις το καιρόν οπού ενομεύτη καμμία έξοδον περί της ποίας δεν ημπορεί να βαστάζει Ασσίζ. 32824. 41) Πολομώ θαύμα = κάνω θαύμα, θαυματουργώ: ο άγιος Ορέστης και ο άγιος Δημητριανός ... πολομούν άπειρα θαύματα Μαχ. 3026· πολομά άξια θαύματα εις τους αστενείς Μαχ. 3213· Άρχισαν τότες τα τουρκιά τες εκκληχιές χαλούσιν,| όλα τα εικονίσματα ’πό πάνω τα κρεμνούσιν (παραλ. 2 στ.) Τόσες εικόνες φοβερές θαύμα δεν πολομούσιν Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 423. 42) Πολομώ ίασες = γιατρεύω, θεραπεύω: πολομά (ενν. το αγίασμα) μεγάλες ίασες εις γαρισούραν και εις τας πύρεξες Μαχ. 3818. 43) Πολομώ λιτήν, βλ. Επιτομή, λιτή 2 φρ. 44) Πολομώ την μαντατοφορίαν = μεταβιβάζω ή ανακοινώνω μήνυμα, πβ. και ποιώ (την) μαντατοφορίαν, Επιτομή, μαντατοφορία 1α φρ.: πολομώντα την μαντατοφορίαν, επήγεν εκεί όπου ήτον απλικεμένος Βουστρ. (Κεχ.) 743. 45) Πολομώ κάπ. μούττες, βλ. Επιτομή, μύτη Φρ. 3. 46) Πολομώ νώσιν, βλ. Επιτομή, γνώσις‑ση 6 Φρ. α. 47) Πολομώ παραβουλίες = μηχανορραφώ, δολοπλοκώ: εις το κρυφόν επολόμαν μεγάλες παραβουλίες Βουστρ. (Κεχ.) 6613. 48) Πολομώ σάλβο κουντούτον = επιτρέπω την αναχώρηση, πβ. και Επιτομή, δίδω σάλβο κουντούτον, δίδω IΆ 11δ φρ. (1): πολομούν σου σάλβο κουντούτον Μαχ. 50221. 49) Πολομώ σκάνταλα = προκαλώ αναταραχή: εσείς είστε απού πολομάτε τα σκάνταλα εις την Χώραν Βουστρ. (Κεχ.) 27610. 50) Πολομώ συντροφίαν = συντροφεύω, πβ. και Επιτομή, κάνω συντροφία, κάμνω Φρ. 110: μεις πολομούμεν σου συντροφίαν ως εκεί όπου μέλλει να πεζεύσεις και τότε πάμεν την δουλειάν μας Μαχ. 52615. 51) Πολομώ χάριταν = απονέμω χάρη, χαρίζω την ποινή: πολομούμεν κινούργιαν χάριταν όλους τους πταισμένους, κακοποιούς ... όλοι να είναι συμπαθημένοι Μαχ. 50637. Η μτχ. ως επίθ. = που δέχεται επιθέσεις/απειλείται, βασανισμένος: δηγούμαι βάσανα, πρίκες και μοιρολόγια| ογιά τη χώρα τη φτωχή και την πολεμημένη Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 53115. Ο πληθ. αρσ. της μτχ. ενεστ. ως ουσ. = οι εχθροί: Κι εις τούτο έβγαλε φωνή προς του Πατρός δοσμένη| ζητώντα οι πολεμώντες τον να ’ναι συμπαθημένοι Φαλιέρ., Θρ. (Bakk.-v. Gem.) 126.
πονηρός,- επίθ., Σπαν. A 164, Γλυκά, Στ. 70, Ασσίζ. 17126, Διγ. Z 434, Σπανός (Eideneier) Α 52, 54, Χρον. Μορ. H 3740, Χρον. Μορ. P 1488, 3712 κ.α., Βίος Αλ. 4180, Λίβ. Esc. 2493, Λίβ. (Lamb.) N 339, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 670, 830, Χρον. Τόκκων 3302, Θησ. Γ́ [496] κ.α., Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 93, 171, Διήγ. Αλ. V 21, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1423, 1468, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 115, Έκθ. χρον. 6122‑23, Ρίμ. θαν. 120, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 10714, Χρον. σουλτ. 8013, Ιστ. Βλαχ. 234, 256, Διγ. Άνδρ. 39620, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 1325, κ.α.
Το αρχ. επίθ. πονηρός. Η λ. και σήμ.
1) Επώδυνος, δυσάρεστος, επίπονος: Απαρν. 2. 2) α) (Με ηθ. σημασ. προκ. για πρόσ.) κακός, πανούργος, δόλιος: Κομν., Διδασκ. Δ 210, Σπανός (Eideneier) A 46, D 431, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 948, 953· β) (προκ. για πράγμα) ιδιοτελής, φαύλος, κακός: Ήκουσες, ξένε, την κακήν και πονηρήν αγάπην,| τήν ενεργούν οι δολεροί και πονηροί δεσπότες Ντελλαπ., Ερωτήμ. 833· εκούρευσεν (ενν. άνθρωπος υπόκριτος) την κεφαλήν και μοναχός εγίνην (παραλ. 1 στ.) πλην ήτον πάντα ενεργητής των πονηρών πραγμάτων Ντελλαπ., Ερωτήμ. 979· (εδώ προκ. για ζώο): Η δε αλώπηξ, πονηρά ούσα και μηχανούργος,| ουκ έλαθεν ποσώς αυτήν και του γαδάρου λόγοι Συναξ. γαδ. (Βασιλ.) 44· και το φίδι ήτον πονηρό από παν αγρίμι του χωραφιού Πεντ. Γέν. ΙΙΙ 1. 3) Επιτήδειος, ικανός, επιδέξιος, ευφυής: Εις όλον το φουσσάτον τους εκείνο των Ελλήνων| τρεις καλλιότερους, θαρρώ, ουκ οίδα απ’ εκείνον,| πλέον φρόνιμους, πλέον άνδρειους, απόκοτης καρδίας,| πλέον πονηρούς, ’πιδέξιους να ποίσουν έναν πράγμα Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 2915· πονηρός δε και επιτήδειος ων περί τα μηχανικά πάσαν μηχανήν κατά της πόλεως του Δυρραχίου εκίνησε Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 283· Ως φρόνιμος και πονηρός όπου ήτον εις τα πάντα,| όρισε εις όλα τα χωρία και ήλθαν οι χωριάτες Χρον. Μορ. H 3712. 4) α) (Προκ. για πρόσωπο) ανήθικος, ασεβής, αμαρτωλός: Στες χώρες τούτες ήλθαμεν και τόπον οργισμένον,| σ’ αυτόν τον πονηρόν λαόν και τον κριματισμένον Χούμνου, Κοσμογ. 1116· οι γέροντες οι πονηροί στους νέους ελιξέψαν,| και με μεγάλην ξεδρομήν στοχάζουνται πού γνέψαν Χούμνου, Κοσμογ. 1095· β) (προκ. για πράξη ή σκέψη) αισχρός, ανήθικος: Ως δε ταύτην ουκ έβλεπε το ευγενές παιδίον,| ηνιάτο κατά πολύ, εταράττετο σφόδρα,| λογισμοί έκοπτον αυτού πονηροί την καρδίαν Διγ. (Trapp) Gr. 1364· αφόντις ετελειώθη το πονηρόν έργον της αμαρτίας, εγύρισα εγώ και είπα την τάχα ως διά να την παρηγορήσω Διγ. Άνδρ. 39620·· θεωρώντες την μεγάλην σύχυσιν και πολλήν λύπην του μοναστηρίου του Κερατιδιώτη διά την εναλλαγήν οπού κινδυνεύει να γένει εις τον πνευματικόν και εφημέριον του αυτού μοναστηρίου, χωρίς τινός ευλόγου αιτίας, ούτε καν τινος υποψίας πονηράς ... Βλαστού, Επιστ. 17711‑12. 5) (Προκ. για το πνεύμα του κακού, το Διάβολο): φεύγε απ’ εμού και έξελθε, πονηρόν και ακάθαρτον πνεύμα, πρόδρομε του αντιχρίστου Σπανός (Eideneier) A 214· μη αφήσεις την έχινα, το πνεύμα το πονηρόν, αναβήναι επί την καρδίαν σου Φυσιολ. (Zur.) XXVIII 18· Θεωρώντας ο πονηρός και ο μισόκαλος δαίμων την αγάπην, ην είχεν ο ποτέ Νικόλα Φουλέ Μαυρομιχάλης με τον Κωσταντή Μελισσηνόν, ευθέως ήβαλεν τας αυτού παγίδας εν μέσῳ αυτών και εποίησεν φόνον Ολόκαλος 1972. 6) Φοβερός, τρομερός, φρικτός· (εδώ προκ. για την ημέρα της Κρίσεως, βλ. Lampe, Lex. στη λ., σημασ. 2): Μακάριος ο συνιών επί πτωχόν και πένητα· εν ημέρᾳ πονηρᾴ ρύσεται αυτόν ο Κύριος Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 349r. Το αρσ. στον εν. ως ουσ. = το πνεύμα του κακού, ο διάβολος: Μη ουν εγκαταλιμπανέτω τις, ου μόνον παρθένος, αλλά και πας χριστιανός, την επισυναγωγήν του Θεού, ίνα μη άρπαγμα του πονηρού γίνηται Φυσιολ. 36319· Η φαμελιά σου την νεκρήν σάρκαν εξεφορτώθη| και από του κόσμου την σκλαβιά εβγήκεν κι εγλυτώθη,| της σάρκας και του πονηρού εγλύτωκεν τα πλάνη Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 145· Μη με εάσεις, Δέσποινα, επίχaρμα γενέσθαι| του πονηρού Εις Θεοτ. 91. Το αρσ. στον πληθ. ως ουσ. = οι αμαρτωλοί: Ελάτε καθαρόκαρδοι και σπλαχνικά παιδία,| στέκετε εσείς οι πονηροί γεμάτοι κακουδία Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 4859· αι ψυχαί και τα σώματα των καλώς πολιτευομένων απελεύσονται εις τον παράδεισον, των δε αμετανοήτων πονηρών και απίστων εις την κόλασιν. Και ο μεν παράδεισος των αγίων και η απόλαυσις εστίν εν τῳ ουρανῴ, η δε κόλασις των πονηρών εν τῃ γῃ Ιστ. πατρ. 914, 6. Το ουδ. στον πληθ. ως ουσ. = α) οι αισχρές και ανήθικες πράξεις: η διάνοια … των νέων έγκειται προς τα πονηρά Αναγν., Στ. πολιτ. 18· η μέθη είναι ολουνών των πονηρών μητέρα Ιστ. Βλαχ. 2079· β) τα πονηρά πνεύματα: Τα πονηρά εφύγασι κι ήδιωξε (ενν. ο Χριστός) τους διαβόλους,| έβγαλε ρήγα το Δαβίδ και τους προφήτες όλους Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 3722.
πόντος (ΙΙ)- ο, Καραβ. 49522, 23· πούντος, Καραβ. 49618.
Aπό τo βενετ. ponto (Boerio). Ο τ. από τo ιταλ. punto (Battaglia· πβ. Λορεντζ., Αθ., 16, 1904, 201), σε κείμ. του 18. αι. (Κοδρικά, Εφημερ. 244) και σήμ. ιδιωμ. (Χατζ., Ξέν. στοιχ. 95, Λορεντζ., Αθ., 16, 1904, 201). Η λ. σε έγγρ. του 16. (Κρ. συμβόλ. 39, 40 σημ. 3, Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ. 466 δις, 485, Γρηγορόπ., Έγγρ. 1374 κωδίκ., 15124, Μαράς, Κατάστιχο 149 Ά 1446, 2532, Β́ 2726) και του 17. αι. (Κρ. συμβόλ. 88, 89 σημ. και 278), καθώς και σήμ.
1) α) Σημείο, λεπτομέρεια: Δυο πόντους της σκριμίδας| θα σ’ αρμηνέψω Κατζ. Β́ 69· (σε μεταφ.) πόντοι του στόματος (ενν. του λιμανιού) = οι δύο άκρες, τα ακραία σημεία του ανοίγματος ενός λιμανιού: ερχομένου σου από του πέλαγου θέλεις ιδεί απάνω της έναν βουνίν μέγαν οπού το λέγουσι Μουσκιανήν. Και όταν σιμώσεις προς την γην, βλέπεις τους δύο πόντους του στόματος προς έναν καστέλλι Πορτολ. B 2827· έκφρ. (ενν. απάνω) στον πούντον = στο ακριβές σημείο (βλ. Κουκ., ΕΕΦΣΠΑ 6, 1955-56, 305): Ανέβην εις το πόδωμαν ο λύκος και εκάτσεν,| καλά τον εκατέστησεν (ενν. ο γάδαρος τον λύκον) στον πούντον, όπου πρέπει Συναξ. γαδ. (Βασιλ.) 308· β) απόσπασμα, εδάφιο κειμένου: Εδεκεί, έστοντας και να ήσανε διαφορές ανάμεσα εις τον ευλαβέστατον παπα κυρ Μιχελή Βαρούχα και εις τον κυρ Θωμά Βαρούχα Παχή και έστοντας και να είχεν σεντεντσιάδα αψέντε, ως λέσι, το πόντο του τεσταμέντου του ποτέ κυρ Μιχελή Βαρούχα Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 6583. 2) Μονάδα μέτρησης χρόνου, υποδιαίρεση της ώρας: Πόσοι πούντοι είναι η ώρα; Είναι πούντοι ,α. η'. Rechenb. 8214, 15· Τώρα θέλομεν να ευρούμεν και εις πόσας ώρας και εις πόσους πούντους (ενν. ήθελεν εσμίξει η γάτα με τον ποντικόν εις τον πύργον) Rechenb. 897· Ερωτώ σε, εάν τους ανοίξει και τους τρεις (ενν. πίρους) μίαν φοράν, διά πόσες ώρες ήθελεν αδειάσει (ενν. το βουτσί); Και λέγει ο τεχνίτης, ήθελεν αδειάσει διά ώρες β́ και διά πούντους ςςζ́ και αζ./βζέ του πούντου, ήγουν να κάμει τον πούντον σζέ μερτικά Rechenb. 826 τρις· έκφρ. τσάκισμα του πούντου = κλάσμα, ποσοστό του ενός π.: Και εις τόσες ώρες και τόσους πούντους και τσάκισμα του πούντου (ενν. το βουτσί ήθελεν αδειάσει) Rechenb. 8217. 3) Μονάδα μέτρησης μήκους, υποδιαίρεση του μέτρου: και αβαντζάρουσιν πόντους τόσους όσο έναι το άρμενον εις τ’ αντενάλε Καραβ. 49519· Ότεν είσαι να εβγάλεις τούτους τους πόντους, θέλεις (έκδ. θέλει· διορθώσ.) έχει κομμένες φέρσες λή και αποκεί άγομε με τούτον το τάιον ώστε να πας εις το στέλο Καραβ. 49520· απέκει να μοιράσεις το πανίν και τους πόντους δέκα έξι Καραβ. 49527.
ποτέ,- επίρρ., Σπαν. A 43, Σπαν. V 191, Σπαν. O 96, Καλλίμ. 542, Ασσίζ. 19323, 30518, 47624, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 684, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 4424, Χρον. Μορ. H 3783, Χρον. Μορ. P 1114, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 237, 255, Συναξ. γαδ. (Βασιλ.) 5, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 125, Λίβ. Esc. 466, Λίβ. Va 970, Αχιλλ. L 303, Αχιλλ. (Smith) N 33, Φαλιέρ., Ενύπν.2 5, Ανακάλ. 113, Σφρ., Χρον. (Maisano) 7824, Ch. pop. 397, Χούμνου, Κοσμογ. 135, Θησ. Πρόλ. (Κακλ.) 59, 243, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 294, 1397, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 22r, 239r, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 14028, Κυπρ. ερωτ. 1117, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 432, Ιντ. κρ. θεάτρ. Β́ 58, Επιστ. Ηγουμ. 17538, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 1306, Στάθ. (Martini) Γ́ 375, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 24r, Ροδολ. (Αποσκ.) Πρόλ. Μελλ. 73, κ.π.α.· ποτές, Ασσίζ. 40915‑6, Ιστ. Βλαχ. 534, 854, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 75· ποττέ, Μαχ. 105, 4218, 442, 4825, 1842, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 18, 644, 646, Θρ. Κύπρ. M 16, 484, Κανον. διατ. Α 193· πουτές, Διήγ. Αλ. V 84.
Το αρχ. επίρρ. ποτέ. Ο τ. ποτές και σήμ. λαϊκ. Ο τ. ποττέ και σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα (Σακ., Κυπρ. Β́ 757, Λουκά, Γλωσσάρ.). Ο τ. πουτές σήμ. ιδιωμ. (Ζαφειρίου, Ιδίωμ. Σάμ., Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ., λ. πουτέ, Χριστοδούλου, Κουζιαν.). Η λ. και σήμ.
1) (Αοριστολ.) κάποια στιγμή, κάποτε: Καλλίμ. 1180, Λίβ. Va 1759, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 319r, Σεβήρ., Ενθύμ. 2828· εκφρ. (1) ποτέ καιρού = πριν από καιρό, παλιά: ποτέ καιρού εχασμήσετον οκάτις κατά τύχην| και τώρα εποίκεν τον σταυρόν και τώρα απεσφραγίσθη Γλυκά, Στ. 61· (2) ποτέ τῳ καιρῴ = ποτέ πια (βλ. και καιρός Εκφρ. 5): έστερξε την αγάπη με τοιούτο, ότι να χαλάσουνε τον τοίχο του Εξαμιλίου ... και ποτέ τῳ καιρῴ να μην είναι εχθροί του Μουράτη Χρον. σουλτ. 26115· ποτέ παιδιά διά γενιτσάρους να μη δεν τους επάρω, ούτε εγώ ούτε οι διάδοχοι της βασιλείας μου ποτέ τῳ καιρῴ Ιστ. πατρ. 16724· (3) ποτέ μεν ... ποτέ δε ... = (προκ. για εναλλάξ επανάληψη ενεργειών) άλλοτε ... άλλοτε ..., μια ... (και) μια ...: Ιερακοσ. 4003, Ψευδο-Σφρ. 39018, 19. 2) (Με άρν.) ουδέποτε, σε καμιά χρονική στιγμή: Σπαν. A 126, Ερμον. Η 343· η εκκλησία τους ήτον πολλά μακριά από την χώραν και ποτές δεν επήγαιναν έως εκεί με το να είναι μακριά Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 50r· (επιτ., με τη γεν. της προσωπ. αντων. μου, σου, του ...): εάν έλειπαν οι σαγιττές που εσφάξαν τα φαρία,| ποτέ του ουδέν εκέρδαιναν τον πόλεμον εκείνον Χρον. Μορ. H 4921· Πλέον ποτέ σου ου βλέπεις με, τήν ήθελες και ηγάπας·| η γαρ ψυχή μου εσπάραξεν και παίρνει την ο Χάρος Αχιλλ. (Smith) N 1802· Οϊμένα, να ’βρω δε μπορώ ποιαν αφορμή ποτέ μου| σου ’δωκα στην αγάπη μου φόβο, Πανάρετέ μου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 159. Φρ. α) δεν έν’ ποτέ = δε γίνεται, δεν μπορεί να είναι αλήθεια (Βλ. και v. Gemert [Φαλιέρ., Ιστ.2 σ. 163]): αυτό τό λες δεν έν’ ποτέ Φαλιέρ., Ιστ.2 589· β) να ’ναι ποτέ; = είναι άραγε δυνατό; μπορεί να είναι αλήθεια; (Βλ. και v. Gemert [Φαλιέρ., Ιστ.2 σ. 159]): Να ’ναι ποτέ να μ’ αγαπάς ίσα κι εμπιστεμένα| εσύ που δείχνεις και ψοφάς και ’λιγωράς για μένα; Φαλιέρ., Ιστ.2 463. Έναρθρ. ως ουσ. = μακαρίτης, συχωρεμένος: εμέ, του Άντζολου Σουμμάκη, του ποτέ σινιόρ Τζώρτζη Σουμμ., Ρεμπελ. 157· του Μπερτολδίνου, υιού του ποτέ Μπερτόλδου Μπερτολδίνος 91.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- επίθ.