Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- αισθητός,
- επίθ., Διγ. (Καλ.) A 108, Λίβ. (Μαυρ.) P 495, 1064, Λίβ. (Lamb.) N 632, Γεωργηλ., Βελ. (Wagn.) 486, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 31427, Διήγ. πανωφ. (Φιλαδ.) 58, Διακρούσ. (Ξηρ.) 11419· αιστητός, Λίβ. (Lamb.) Esc. 2510, 4009, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 1352, 1441, Τριβ., Ρε (Irmsch.) 62 (έκδ. αισθητή· Κριαρ., Byz., 28, 1958, 78, διόρθ.: αιστητή), Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 146r.
Το αρχ. επίθ. αισθητός.
1) α) Αληθινός, πραγματικός: και έβλεπες ήλιον αισθητόν, ουκ ήτον συντυχία Λίβ. N 632· β) που έχει πραγματική υπόσταση, ζωντανός: κι εκείνα τα μηχανικά και αναίσθητα πουλία| εσυνερίζοντο λοιπόν τα αισθητά και ζώντα Διγ. A 108· ολημερίς να κάθεται να την περιλαμπώνει| και ωσάν να ήτον αισθητή, να την καταδαγκώνει Τριβ., Ρε 62. Πβ. αισθητικός 2. 2) Συγκεκριμένος, γήινος: Κίτιν, πιόν, κοίτην δώσε μου, την κοίτην να κοιτάσω| ωσάν εσέν, παράδεισε των αιστητών των πλάσων Κυπρ. ερωτ. 1352· Ο άγγελος ο αιστητός οπού ’βλεπεν την ζων μου| μ’ αφήκεν τέλεια μοναχόν κι έχασα την οδόν μου Κυπρ. ερωτ. 1441. 3) Ευαίσθητος: Και αν είναι ότι είσαι αιστητή, ναμε ψυχοπονέσεις Λίβ. Esc. 4009. Πβ. αισθητικός 1. 4) Σημαντικός, όχι ευκαταφρόνητος: κι αφάνισον τον Αμαλίκ, τον πονηρόν εχθρόν σου,| τον αισθητόν αντίπαλον κατάβαλον εν τάχει Διακρούσ. 11419. Έκφρ.: φως αισθητόν = όραση: Εκεί ευρίσκουν τον τυφλόν, εις της Χρυσιάς την πόρταν (παραλ. 2 στ.), διαβάζει χρόνους ικανούς, βοών, αναστενάζων: «Πού μοι το φως το αισθητόν η δόξα μοι και κλέος;» Γεωργηλ., Βελ. 486.
ατυχοσύνη- η, Αιτωλ., Μύθ. 694. Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 143v.
Από το επίθ. άτυχος και την κατάλ. ‑σύνη.
Πονηριά, κακία: ο κάβουρας …| το φίδι πάντα δίδασκε να ’χει δικαιοσύνη| και να περιπατεί ορθά χωρίς ατυχοσύνη Αιτωλ., Μύθ. 694. Βλ. και ατυχία 3.
αφτίον — αφτί(ν)- το, Διγ. Z 3439, Ακ. Σπαν. 46572, Διήγ. παιδ. 678, Θησ. Ε΄ [73], Διήγ. Αλ. V 30, Κορων., Μπούας 48, Χρον. σουλτ. 13732, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 464, Διγ. Άνδρ. 35032, Ευγέν. 205, Αποκ. Θεοτ. (Pern.) 247, Φυλλ. Αλ. 100· απτί(ν), Λόγ. παρηγ. L 632, Σαχλ., Αφήγ. 598· αυθίν, Ακ. Σπαν. 38305, Τζάνε, Φυλλ. ψυχ. 17, 20· αφτί(ν), Ακ. Σπαν. 41401, 404, Μαχ. 21624, Γαδ. διήγ. 335, Πένθ. θαν.2 49, Πεντ. Γέν. XX 8, XLIV18, L 4, Έξ. XI 2, ΧVΙΙ14, XXIV 7, XXIX 20, Λευιτ. VIII 23, Δευτ. V 1, XV 17, XXXI 11, 28, 30, Αχέλ. 60, Αιτωλ., Μύθ. 4714, Γύπ. Πρόλ. θεάς 62, Πανώρ. Β΄ 252, Γ΄ 1, Ε΄ 352, Ερωφ. Α΄ 130, Ιντ. α΄ 107, Γ΄ 21, 266, Δ΄ 58, 212, 228, 384, 463, Ε΄ 36, 136, 149, Διγ. Άνδρ. 38933, Ερωτόκρ. Γ΄ 213, 674, Ε΄ 540, 762, Στάθ. Α΄ 148, 150, 190, Γ΄ 255, Ροδολ. (Μανούσ.) Δ΄ [169], Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [591], Ε΄ [987, 1539], Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 151, Γ΄ 249, 666, Δ΄ 333, Ε΄ 213, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 93, Διγ. O 236, Τζάνε, Κρ. πόλ. 18115, 20911, 2131, 35612, 51121, 5412· οφτί(ν), Ιατροσ. κώδ. υνε΄, φκε΄· Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 147v· ’πτί(ν), Γεωργηλ., Θαν. 246, 249, Άνθ. χαρ. 28834· ’φθίν, Ακ. Σπαν. 3188· ’φτί(ν), Ιατροσ. κώδ. ρμδ΄, Gesprächb. 9512, Λίβ. Sc. 2928 (έκδ. οπτίν· Πολ. Λ., Πριν Άλ. σ. 103 διόρθ. ’φτίν), Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 373 (έκδ. ’πτί· Πολ. Λ., Μετά Άλ. σ. 70 διόρθ. ’φτίν), Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 149v.
Από τη συνεκφ. τα ωτία >ταουτία >τ’ αφτία >αφτί (Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 322). Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. αφτί).
1) Το αφτί (ως μέλος του σώματος και όργανο ακοής) (Η χρ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφτί 1): τους μαντατοφόρους επιάσε και έκοψε τα αφτία τους Χρον. σουλτ. 13732· αφτιά να μη τωσε γροικού, μάτια να μη τζι δούσι Ερωτόκρ. Γ΄ 674· γιατί τα ξύλα, το νερό, ασβέστης και το χώμα| τω βασιλιάδων ολωνών έχουν αφτιά και στόμα·| κι αποδεκεί που δε θαρρεί τινάς, τ’ ακούσιν άλλοι Ερωφ. Α΄ 130· σφαλίζει και τα αφτία τως (ενν. ο Θεός) να ακούγουσι και να μην γροικούσι Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 464· βάλε εις τα αφτιά του Ιοσουά ότι … Πεντ. Έξ. XVII 14· επήρεν το χαρτί της διαθήκης και ανάγνωσεν εις τα αφτιά του λαού Πεντ. Έξ. XXIV7· να συντύχει εδά ο σκλάβος σου λόγο εις τα αφτιά του αφεντός μου Πεντ. Γέν. XLIV 18· φρ. (1) λέγω ή λαλώ (ει)ς το αφτί = λέω κρυφά (Πβ. ΙΛ, λ. αφτί 1β φρ.): έρχεται τάχατες κοντά να μου το πεί στ’ απτί μου Σαχλ., Αφήγ. 598· λόγον μυστικόν έχω να πω ν’ αφήσω| κρυφά στ’ αφτί την μάννα μου λόγον να την λαλήσω Αιτωλ., Μύθ. 4714· (2) έχω τ’ αφτιά ανοικτά = προσέχω (Πβ. το σημερ. ανοίγω τ’ αφτιά μου, ΙΛ, λ. αφτί 1β φρ.): πάντα μας κάνει χρεία| όλα τα μέλη του κορμιού να ’χομε εις εργασία.| Τ’ αφτιά θε να ’χομε ανοικτά καθ’ ώρα να γροικούμε| τα πάθη των αγαφτικώ Φορτουν. Γ΄ 249· βλ. και ακοή 2, ακουσμός, αναγράφω 5, ανοικτός 1α φρ. 3, αντιπροσέχω, απαντέχω 8, ασχολούμαι 2β, αφηκρίζομαι 1, βλέπω, ντηρώ, στοχάζομαι· (3) δίνω τ’ αφτιά (Πβ. το μτγν. ώτα χορηγείν, L‑S, λ. ους I) = (α) δέχομαι, καταδέχομαι να ακούσω: Τά δεν κατέχει αφέντης μου δε γνώθει ο δουλευτής του,| μ’ απής τ’ αφτιά του φαίνεται να δώσει τση βουλής του … Ερωφ. Α΄ 228· Όμως παρακαλώ σου το, από τα υψηλά σου| να δώσεις εις τους στίχους μου τους ταπεινούς τ’ αφτιά σου,| να χαμηλώσεις με τον νουν σ’ εκείνους Αχέλ. 60· βλ. και συγκατεβαίνω· (β) ακούω με προσοχή: Πετρούτσο, γύρισε εδεπά, τ’ αφτιά σου εμένα δώσε Στάθ. Α΄ 148· Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 151· (γ) δίνω προσοχή: μη θε να δίδεις εύκολα στα ψόματα τ’ αφτιά σου Στάθ. Α΄ 190· (4) φτάνει ή μπαίνει κ. στ’ αφτιά μου, σεβαίνει (ή εισβαίνει) λόγος στ’ αφτιά μου = πληροφορούμαι κ. τυχαία (συνήθως προκ. για κ. μυστικό ή δυσάρεστο) (Βλ. και Κουκ., ΕΕΦΣΠΑ, περ. β΄ 6, 1955/56, 242): Τούτα ούλα τα μαντάτα εφτάσαν εις την Φραγκίαν εις τ’ αφτία του ρηγός της Κύπρου Μαχ. 21624· Βλέπουσαι, στο Θεό μου,| το πράμα ετούτο μην εμπεί στ’ αφτιά των αδερφιώ μου Πανώρ. Β΄ 252· Κάποιος λόγος εισέβει εις τα αφτία μου, υιέ του Φιλίππου, ότι έρχεσαι διά ταύτα τα μέρη Φυλλ. Αλ. 100· βλ. και αγροικώ III 3α, ακοή 2, αναμανθάνω, μαθαίνω· (5) κάθομαι μες στ’ αφτιά κάπ. = μιλώ σε κάπ. συνεχώς και επίμονα (προκ. να τον πείσω): ολημερνίς και η μάννα τση κάθεται μες στα αφτιά τση,| αλλά ποσώς ουδέ κεινής κάνει το θέλημά τση Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 333· βλ. και αποτσακίζω 1· (6) μολυβώνω τ’ αφτιά (μου) = αποφεύγω ν’ ακούσω (Πβ. τα σημερ. κλείνω, βουλώνω τ’ αυτιά μου, ΙΛ, λ. αφτί 1β φρ.): τ’ αφτιά εμολύβωνα για να μηδέ γροικούσι| τσι συργουλιές του τσι γλυκειές Ερωφ. Γ΄ 21· (7) γροικώ κ. με τα αφτιά μου = ακούω κ. εγώ ο ίδιος: Εγροίκησές μου στου δουκός σήμερο με τ’ αφτιά σου Στάθ. Γ΄ 255· Πανώρ. Γ΄ 1. 2) Λαβή δοχείου, κλπ., «χερούλι» (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφτί 2. Πβ. την αρχ. χρ., L‑S, λ. ους II1. Βλ. και Κουκ., ΕΕΦΣΠΑ, περ. β΄ 6, 1955/56, 243): ανίσως και ο τσουκαλάς έχει μεγάλην άδειαν| και κάμνει αγγεία εύμορφα, χυτά με τα σημάδια| και να κολλήσει και το ’πτίν όπου δ’ αν του αρέσει Γεωργηλ., Θαν. 246.
ακοίταχτος,- επίθ.
Από το στερ. α‑ και το κοιτάζω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Που δεν γνώρισε φροντίδα, περίθαλψη, παραμελημένος, απεριποίητος: τον πιρονιάζει το κρύον, πεθαίνει ακοίταχτος και ζητούν και τον θάφτουν Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 169v.
αναβουρκώνω·- αναβορκώνω, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 192r.
Από την πρόθ. ανά και το βουρκώνω.
Θλίβομαι: αναστενάζει εκ βάθους καρδιάς και αναβουρκώνει η καρδιά του Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 167r.
ανάλλαγος,- επίθ., Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 168v.
Από το στερ. αν‑ και το ουσ. αλλαγή (Βλ. Χατζιδ., Αθ. 28, 1916, ΛΑ 20-21). Η λ. στο Somav. με διαφορετική σημασ. και σήμ. σε διάφ. τ. ιδιωμ. (ΙΛ).
Που δεν άλλαξε ρούχα (ή εσώρουχα): περπατεί ωσάν εκείνος δεν θέλει, άπλυτος, ανάλλαγος, ψειριάρης Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 165v.
αξύριστος,- επίθ.· αξούριστος, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 168v.
Από το στερ. α‑ και το ξυρίζω. Ο τ. στο Somav. και σήμ. Η λ. στο Βλάχ. και σήμ.
Που δεν ξυρίστηκε: περπατεί ένθεν κακείθεν ... γυμνός, ξυπόλυτος, αξούριστος Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 165v.
ασημοδένω.- Από το ουσ. ασήμι και το δένω. Τ. ασ(η)μουδένου σήμ. ιδιωμ. (ΙΛ).
Στολίζω με ασήμι: οι πατέρες την ασημόδεσαν (ενν. την εικόνα) ως καθώς φαίνεται την σήμερον Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 199v.
αταλικός,- επίθ.· ’ταλικός.
Από το αρχ. επίθ. αταλός, που απ. στον τ. άταλο(υ)ς ιδιωμ. (Andr., Lex., λ. αταλός), και την κατάλ. ‑ικός. Τ. ατάλ’κους στη Λευκάδα (Andr., Lex., λ. αταλός, Shipp 111· πβ. Λάζαρης, Λευκαδ. 28). Ο τ. στο Somav. (λ. ταλικός) και σήμ. ιδιωμ. (Τσιτσέλη, Γλωσσάρ. Κεφαλλ. 330, Pern., Ét. linguist. Γ΄ 550, Κουκ., Αθ. 59, 1955, 194, Φαρμακ., Γλωσσάρ. 102, Georgac., The -ιτσ- suffixes 152· κατά Κουκ., Αθ. 59, 1955, 194, ο τ. από τη λ. θαλλικός). Η λ. και σήμ. στην Κεφαλληνία (Κουκ., Αθ. 59, 1955, 194).
Τρυφερός, αδύναμος· ισχνός: ήτον (ενν. ο παπακυρ-Γεώργης) μαυρογενούδης, ξηρός, ’ταλικός, δουλευτής, να σκάφτει πάσα ημέρα μοναχός εις το αμπέλι Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 89r.
αφορνώ.- Από τον αόρ. του αφορίζω κατά το σχ. εκέρασα-κιρνώ >κερνώ (Βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Ά́ 292-3, Ανδρ., Λεξ.2, ‑νώ).
(Εκκλ.) αφορίζω: κάμει (ενν. ο ιερεύς) αφορισμόν και αφορνά άνθρωπον Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 149v.
βολετός,- επίθ., Αλφ. (Μπουμπ.) III 25, Τριβ., Ρε 141, Χρον. σουλτ. 1297, Σουμμ., Ρεμπελ. 161, 163, 168, Διγ. Άνδρ. 38920, Ερωτόκρ. Α΄ 1001, 1657, 1687, Θυσ.2 451, Ευγέν. 534, Ιντ. κρ. θεάτρ. δ́ 1, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1300], Χριστ. διδασκ. 206, 252, Ροδινός (Βαλ.) 188, 226, Μαρκάδ. 79, 405, Αλφ. IV 47· βουλετός.
Από το βολεί (Βλ. Κριαρ., B-NJ 19, 1966, 92). Βλ. Du Cange και Du Cange, Addenda. Ο τ. και σήμ. ιδιωμ. (ΙΛ). Η λ. και σήμ. (ΙΛ)· στην Κύπρο απ. και αβούλετον = ακατόρθωτο (Χατζ., Λεξ., λ. αβούλετον).
1) Εύκολος, κατορθωτός (Βλ. Du Cange, Addenda. Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1β): δεν ήτον βολετόν κανείς να το ξανοίξει (δηλ. το ξιφάρι) Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1300]. Βλ. και αλαφρός 5α, άνετος 2. τόσον πάσχει (ενν. η Παναγία) ακατάπαυστα προς τον Θεόν, ότι να ήτον βουλετόν να μην κολαστεί κανένας χριστιανός Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 142v. 2) Βολικός (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): όμως δεν ήτον βολετός να αγροικήσει και να καταπραΰνει Σουμμ., Ρεμπελ. 168.
διδάχνω,- Λίβ. N 721, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 181r.
— Βλ. και διδάσκω.
Διδάσκω· κάνω γνωστό: Είπεν με: «Το τριπρόσωπον το ερωτικόν τό βλέπεις,| άκουσε, μάθε, Κλειτοβέ, το τι έν’ διδάχνω σε το» Λίβ. N 721· ο θεός, οπόταν έγινεν άνθρωπος και επεριεπάτει εις τον κόσμον και εδίδαχνε διά την ημών σωτηρίαν ... Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 377v.
επιτροπικός,- επίθ., Ψευδο-Σφρ. 27025, 27212, 27424, 33633.
Το αρχ. επίθ. επιτροπικός. Το θηλ. και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. επιτροπική).
Που σχετίζεται με τον επίτροπο: την επιτροπικήν διοίκησιν, ην προειρήκαμεν Ψευδο-Σφρ. 3703· εξεβλήθη της επιτροπικής εξουσίας Δούκ. 3436. Το αρσ. ως ουσ. = επίτροπος, προστάτης ανηλίκων: οι άρχοντες οι σύντυχοι ωσάν απέ το οφφίκιον τωνε επιτροπικοί των ορφανών ολονών εδώκασι θέλημα Έγγρ. του 1662 (Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 7, 1968, 18617). 1) Το θηλ. ως ουσ. = δικαιοδοσία του επιτρόπου: Διήρχε δε την ειρημένην επιτροπικήν και διοίκησιν Ψευδο-Σφρ. 2728. 2) Η ιδιότητα του επιτρόπου (ιερού ναού): να μην επιθυμήσεις, ω αδελφέ μου, του γειτόνου σου ... ούτε το οφφίκιόν του, ούτε την ενορίαν του, ούτε την επιτροπικήν του Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 134v.
θεόφοβος,- επίθ., Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 288, Αχέλ. 984, Π. Ν. Διαθ. φ. 269β 18, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 172r, Τζάνε, Κρ. πόλ. 2675.
Το μτγν. επίθ. θεόφοβος.
Θεοφοβούμενος· ευσεβής: ένας ιατρός ονόματι Ιωάννης, θεόφοβος άνθρωπος Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 437· Ήκαμεν ως θεόφοβος και άρχων παινεμένος Αχέλ. 175.
καλογερική- η, Σφρ., Χρον. μ. 2426‑7, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 177v.
Από το επίθ. καλογερικός. Η λ. στο Du Cange (λ. καλόγηρος) και σήμ.
Η ιδιότητα ή η ζωή του καλόγερου: τον εδίδαξε και την μοναστικήν πολιτείαν της καλογερικής Ιστ. πατρ. 1087.
καταμιτώνω,- Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 170v.
Από την πρόθ. κατά και το μιτώνω (Ξανθ., B-NJ 5, 1926/27, 369-70· βλ. όμως και Σπυριδ., Mél. Merlier Β΄ 417-23· πβ. και Κουκ., Αθ. 42, 1930, 58 και Πολ. Λ., Κρ. Χρ. 12, 1958, 313). Η λ. στο Du Cange (λ. καταμιτοτάδες) και σήμ. σε ιδιώμ. (Andr., Lex., λ. καταμιτώ, Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Β΄, λ. καταμιτώνομαι και καταμυτώνομαι, Λουκά, Γλωσσάρ., λ. καταμιτώννω, Μιχαηλ.-Νουάρ., Λεξ., λ. καταμιττώνω, κ.α.).
I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) «Μπλέκω κάπ. στα δίχτυα μου», ξεγελώ: δίχως να ξεύρει (ενν. ο Γάδαρος) μάθημα και γράμμα ν’ αναγνώσει| και ρήτορας εγίνηκε να μας καταμιτώσει Γαδ. διήγ. 527. 2) Κάνω δόλια χρήση ενός πράγματος: Υιέ μου, αν σε πιστευθεί κανείς τι εκ το ιδικόν του| και φας το και ’ξοδιάσεις το και το καταμιτώσεις Σπαν. (Μαυρ.) P 432. Β´ (Αμτβ.) απατώ, ραδιουργώ: βλέπετε και σκοπείτε (παραλ. 1 στ.) την αλεπούν την άπιστον το πώς καταμιτώνει| και δείχνει αγάπην δολεράν και εις τα δύο μέρη Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 1062. II. (Μέσ.) πέφτω θύμα απάτης· (εδώ) καταξοδεύομαι, καταχρεώνομαι (η σημασ. και σήμ. στην Κύπρο [Λουκά, Γλωσσάρ.]): δίδει την (ενν. την πολιτικήν) ρούχα και φελλούς, δηνέρια να ’ξοδιάζει,| κλέπτει, καταμιτώνεται (έκδ. καταμυτώνεται· διόρθ. Σπυριδ., Mél. Merlier Β΄ 421· καταμιτώνει τον, εσφαλμ. διόρθ. Ξανθ., Βυζαντίς 1, 1909, 351) και τον εαυτόν του βιάζει Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 283. Η μτχ. παρκ. καταμιτωμένος = απατεώνας: τους όρκους επατήσετε οπού ’στεν ομοσμένοι| διά να είστεν άπιστοι και καταμιτωμένοι Σταυριν. 1214.
κοπελούδα- η, Διγ. O 102, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 168v.
Από το ουσ. κοπέλα και την κατάλ. ‑ούδα. Η λ. στο Du Cange, λ. κοπέλη, και σήμ.
Μικρό κορίτσι: μια κοπελούδα αμάθητη σε λογισμόν εφέρα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 22· Αλλ’ έχουσιν ... καθρέπτες| και βλέπουσιν τον ήσκιον τους οι νέες κοπελούδες Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 928.
κορίτσι(ν)- το, Πόλ. Τρωάδ. 525, Πουλολ. (Τσαβαρή) 334, Φλώρ. 1659, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 278, Σφρ., Χρον. μ. 1186, Θησ. IB΄ [665], Πτωχολ. α 561, Πτωχολ. A 185, Κώδ. Χρονογρ. 63, Πηγά, Χρυσοπ. 118(25), 119(27), Συναδ., Χρον. 60, Βακτ. αρχιερ. 136, Διακρούσ. 7125, Τζάνε, Κρ. πόλ. 29226· κουρίτσι, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 168r.
Από το ουσ. κόρη και την κατάλ. ‑ίτσι(ν). Η λ. στο Meursius (λ. κορίτζη) και σήμ.
1) Ανύπαντρη κοπέλα: έβαλε την θυγατέρα του μέσα με συνοδείαν γυναικώ, κοριτσίων και γεροντισσών Δωρ. Μον. XXV· Παιδιά και νέοι και γέροντες, κορίτσια, πανδρεμένες Πένθ. θαν.2 95. 2) Θηλυκό παιδί: ο Θεός τούς έδωκεν παιδίν και ήτον δε κορίτσιν Χρον. Μορ. P 8460· επεί πατέραν σε εστήσαμεν έχειν και το κορίτσι σου εστήσαμεν λαβείν εις γυναίκα μας, τον τόπον τούτον δος ημίν Σφρ., Χρον. μ. 1185.
μηναίο(ν)- το, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. IV 245, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ 50v, Ροδινός (Βαλ.) 109, 181· μηνίο, Ασσίζ. 31911· μηνίον, Μαχ. 828, 2410, 9619, 10025, 47013, 50631, 32, 51427, 66629· μηνιόν, Ασσίζ. 7114, Μαχ. 1883, 44616, 4923, 6622.
Το ουδ. του επιθ. μηναίος ως ουσ. Οι τ. και σήμ. στην Κύπρο (Λουκά, Γλωσσάρ. και Σακ., Κυπρ. Β΄ 660). Η λ. τον 11. αι. (Sophocl.) και σήμ.
Α´ Εκκλησιαστικό βιβλίο που περιέχει τις ακολουθίες κάθε μήνα (Για το πράγμα βλ. Θρησκ. και ηθ. εγκυκλοπ. στη λ.): βιβλία μηναία δώδεκα τα ψαλλόμενα ανά μήνα Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 515· αν διστάζεις διάβασον το γράμμα του μηναίου Παϊσ., Ιστ. Σινά 568· εις τα τυπωμένα μηναία το συναξάρι του (ενν. του αγίου Τριφυλλίου) δεν ευρίσκεται Ροδινός (Βαλ.) 180. — Βλ. και ά. μηνιαίο(ν). Β´ 1) Ο μισθός ενός μηνός ή ενός χρόνου (Για τη σημασ. βλ. Du Cange, Appendix, λ. μηναία και Χατζηψάλτη, Byz. 31, 1961, 211-3): εδάρε, μίξον ομαδόν άπαντα τά λαμβάνω,| την ρόγαν, το μηναίον μου και τας φιλοτιμιάς μου Προδρ. II G 64· εκαβαλλίκευσεν ο Πέτρο Τάβιλας και ούλοι οι Φράγκοι και Ρωμαίοι με τ’ άρματά τους, όσοι είχαν μηνίον Βουστρ. 488· εποίκεν διαλαλημόν, είτις θέλει να πάρει μηνίον να πάγει εις το κάτεργον Βουστρ. 432· ο ποίος (ενν. καβαλλάρης) ήτον μηνιασμένος και είχεν μηνίον ονομίσματα ω’ τον χρόνον μοναχά Μαχ. 7231· θέλουν χάσει (ενν. ο σεργέντης ού η τσαμπερλάνα) όσον εδουλεύσαν απέ το μηνίον τους Ασσίζ. 3207· θιορώντα τον Δημήτρην … η ρήγαινα και πάλιν επίντωσεν το μηνιόν του έτερα ονομίσματα ρ’ τον χρόνον Μαχ. 4985. 2) α) Μισθωτή υπηρεσία, μισθοδοσία: Εάν είς άνθρωπος κρατεί έναν σεργέντην εις το μηνιόν του Ασσίζ. 7126· ένας καβαλλάρης Πολίτης … και ο άλλος καβαλλάρης Αλαμάνος όπου ήτον εις το μηνίον του βασιλέως Μαχ. 32612· Γενουβήσος όπου έμεινεν εις την Κύπρον εις το μηνίον του ρηγός διά βαχλιώτης του Μαχ. 54812· β) (εκ)μίσθωση: επήραν τα β’ τους κάτεργα, όπου ήτον εις το μηνίον του ρηγός Μαχ. 20018. Φρ. α) Πιάνω εις το μηνίον = προσλαμβάνω με μισθό: ο ρήγας έμεινεν οπίσω διά να πάρει τους χριστιανούς οπού επίασεν εις το μηνίον Βουστρ. 446· Επήγεν (ενν. ο σιρ Τιπάτ) εις την Βενετίαν και επιασεν εις το μηνίον ω΄ ανθρώπους των αρμάτων Μαχ. 5545· β) ποιώ μηνίον = δίνω, ορίζω (μηνιαίο) μισθό: θεωρώντα τον ο καπετάνος επίστευσέν του και εποίκεν του μηνίον και αποθάρρησέν του Μαχ. 30218· τον χωριάτην εποίκαν του μηνίον και είχαν τον εις μεγάλην τιμήν Μαχ. 4344· ο ρήγας εμήνυσέν τους να τους ποίσει μηνίον ακανετόν τους διά την ζωήν τους Μαχ. 2611.
μηπρίν,- σύνδ., Χρον. Μορ. P 4047, 4064, 7788, 8535· μηπρού, Χρον. Μορ. H 4047, 4064, 7788, 8361, 8535, 9037, 9135, Θησ. (Foll.) I, 45· πριμή· πριμήν.
Από τη συνεκφ. του μορ. μη και του συνδ. πριν. Ο τ. μηπρού με επιδρ. συνδ. ή επιρρ. σε -ού (πβ. και Schmitt [Χρον. Μορ. σ. 616, λ. πρου] ή με β΄ συνθ. τον τ. πρου του πριν. Οι τ. πριμή και πριμήν με αναστροφή των συνθ. Τ. πίρμη, πιρμή, πούρμη, κ.ά. σε μικρασιατικά ιδιώμ. (Dawk., Modern Gr. 634, Ανδρ., Φάρασ. 67) και προμή στη Θράκη (Ανδρ., Φάρασ. 67).
Μήπως προηγουμένως· προτού: υπάγαινε με το καλόν και με τον λογισμόν σου| μηπρίν σε κοπανήσουσι και δώσουν σε το ογόν σου Προδρ. III 362· εβγήκες απεκεί πριμήν σε χτυπήσει (ενν. η πανούκλα); εγλύτωσες· απέμεινες μέσα; απέθανες κιόλα. Συναδ., Χρον.-Διδαχ. 132r· (με επόμ. το να): στο νουν του δεν εμέτρησε Σερμπάνου την ανδρείαν,| αλλά τον εκατάπαιζεν ακόμη πριμή να ’ρθει Ιστ. Βλαχ. 165.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- επίθ., Διγ. (Καλ.) A 108, Λίβ. (Μαυρ.) P 495, 1064, Λίβ. (Lamb.) N 632, Γεωργηλ., Βελ. (Wagn.) 486, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 31427, Διήγ. πανωφ. (Φιλαδ.) 58, Διακρούσ. (Ξηρ.) 11419· αιστητός, Λίβ. (Lamb.) Esc. 2510, 4009, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 1352, 1441, Τριβ., Ρε (Irmsch.) 62 (έκδ. αισθητή· Κριαρ., Byz., 28, 1958, 78, διόρθ.: αιστητή), Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 146r.