Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- αβάνης
- ο, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 456, 1124, 1312, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 38, 40 τετράκις, 44, 51.
Από το τουρκ. havan <αραβ. khawwan (βλ. και Ανδρ., Λεξ. και Βαγιακ., Αθ. 64, 1960, 387). Κατά τον Καραποτόσογλου (Βυζαντ. 12, 1983, 365) η λ. προέρχεται από το τουρκ. avan = συκοφάντης, ραδιούργος. Η λ. και στο Βλάχ. και σήμ. (ΙΛ).
Συκοφάντης, καταδότης: ήτον αφέντης άξιος, καλός και τιμημένος,| με άρχοντας και με πτωχούς ήτον ηγαπημένος·| κάποιος μπάνος ήτονε, το όνομά του Γιάννης,| μωρός, χοντρός, απάνθρωπος, αδικητής, αβάνης·| την Πόρταν ανακάτωσε μέσα στην βασιλείαν| και έβγαλέν τον τον πτωχόν από την αφεντίαν Ιστ. Βλαχ. 456· εκείνος ο απάνθρωπος και ο κακός αβάνης,| οπού εχάλνα τους Γραικούς χωρίς ελεημοσύνην Ιστ. Βλαχ. 1312.
άβλαβος,- επίθ., Διγ. (Καλ.) A 964, 3618, 4320, Βέλθ. (Κριαρ.) 777, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 181, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 68.
Από το αρχ. επίθ. αβλαβής. Η λ. και στο Βλάχ. και σήμ. (ΙΛ).
α) Που δεν έπαθε τίποτε, σώος, απρόσβλητος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α 1): τους έστρεψε τους κουμέσους οπίσω ύγιους και άβλαβους Σουμμ., Ρεμπελ. 181· τόσον μεγάλον θανατικόν εγίνην … και δεν αφήκεν ούτε κάστρη ούτε χώρες άβλαβες ούτε οσπίτι Συναδ., Χρον. 68· β) αμετάβλητος, ακέραιος, ανόθευτος: τηρήσας πίστιν τήν αυτού άβλαβον έως τέλους Διγ. A 4320. — Πβ. άβλαφτος.
άγγελος- ο, Κομν., Διδασκ. (Λάμπρ.) Δ 307, Σπαν. (Legr.) P 260, Γλυκά, Στ. (Τσολ.) 125, 149, Προδρ., Σεβ. (Παπαδημ.) 106, Προδρ. (Hess.-Pern.) II H 68d, Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 1067, 4669, Διγ. (Hess.) Esc. 1766, 1770, Διγ. (Καλ.) A 1146, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 2754, 7804, Σατιρ. ποίημ. (Morgan) 294, Περί ξεν. (Καλιτσ.) A 91, 520, Ερωτοπ. (Hess.-Pern.) 229, 667, 668, Απολλών. (Wagn.) 228, 510, Αχιλλ. (Haag) L 1345, Notizb. (Kug.) 29, 87 τρις, Ανακάλ. (Κριαρ.) 112, 115, 118, Θρ. Κων/π. διάλ. (Ζώρ.) 137, Μαχ. (Dawk.) 25632, Ch. pop. (Pern.) 240, Καραβ. (Del.) 49321, 49932, 50423, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) VII 82, Ριμ. Βελ. (Wagn.) 141, Διήγ. Αγ. Σοφ. (Băn.) 1539, Ριμ. κόρ. (Pern.) 693, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 318, 693, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 537, Σκλάβ. (Μπουμπ.) 251, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 1136, Πένθ. θαν. (Ζώρ.) N 588, Πεντ. (Hess.) Γέν. ΧΙΧ 15, ΧΧΙ 17, ΧΧΙV 7, XXXII 2, Έξ. ΧΧΙΙΙ 20, Μ. Χρονογρ. (Τωμ.) 3517, Αρσ., Κόπ. διατρ. (Ζαμπ.) σ. 393, 417, Παϊσ., Ιστ. Σινά (Παπαδ.-Κερ.) 1629, 1938, 2115, Πανώρ. (Κριαρ.) Β́́ 302, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 33· αγγέλισσα η, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 2114, 224, 597, 1008, 1164.
Το αρχ. ουσ. άγγελος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Α´ Κυριολ. 1) α) Αόρατον ον, πνεύμα που βρίσκεται στην υπηρεσία του Θεού (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S στη λ. 3 και σήμ., ΙΛ στη λ. Α 1): Έλεγαν να ’ναι άγγελος απ’ (Πολ. Λ., Πριν Άλ. σ. 129: στους) ουρανούς απάνω Απολλών. (Wagn.) 228· Άγγελον έπεψεν ο Θεός. αυτούνον ορδινιάζει Χούμνου, Π.Δ. VII 82· έκφρ.: Η Κυρία των αγγέλων = η Παναγία (Μ. Χρονογρ. 3517)· β) αόρατον ον, πνεύμα που βρίσκεται στην υπηρεσία του διαβόλου (πβ. Lampe, Lex. στη λ. ΙΙ G1 και το σημερ. μαύρος άγγελος, ΙΛ στη λ. Α 3): Διότι εκεί κολάζονται μετά του διαβόλου| και των αγγέλων των αυτού και συνεδρίου όλου Πένθ. θαν. N 588· γ) φύλακας άγγελος (πβ. Lampe, Lex. στη λ. ΙΙ Η 7b και ΙΙ Η 10α. Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α2): να φυλάττει την εκκλησίαν μέχρι της συντελείας του αιώνος. Η δε κατοίκησις του αγγέλου είναι εις την δεξιάν μερέαν Διήγ. Αγ. Σοφ. 1539. 2) Άγιοι άγγελοι = οι Ταξιάρχες Μιχαήλ και Γαβριήλ (προκ. για την εκκλησία τους) (πβ. και Αγιάγγελος, Αχέλ. (Pern.) 252, 1629): προ της εορτής των Αγίων Αγγέλων εις την οκτα<μερίαν> ήν έχει ο κλήρος των Αγίων Αγγέλων από του κομμερκίου Notizb. 87. 3) Ο άγγελος του θανάτου (πβ. Lampe, Lex. στη λ. II H 8. Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α 3): Και η ψυχή μου εβγαίνει ’δα και ο άγγελος με φωνάζει Αχιλλ. L 1345· Κι είσαι άγγελος με το σπαθί να πάρεις την ψυχήν μου Ριμ. κόρ. 639· φρ.: θεωρώ, βλέπω αγγέλους = βλέπω τον άγγελο του θανάτου, διατρέχω τον έσχατο κίνδυνο (πβ. και το σημερ. είδε τον άγγελό του, ΙΛ στη λ. Α3): Εσύ λέγεις «αιλίμονον» κι εκεί θεωρούν αγγέλους Γλυκά, Στ. 125. Β´ Μεταφ. 1) Προκ. για πολύ ικανό, επιτήδειο άνθρωπο (πβ. ΙΛ στη λ. Β 1β): Άνδρες καλοί πολεμισταί, της μάχης στρατιώται| και αρχηγοί εξαίρετοι, άγγελοι με στεφάνι Ριμ. Βελ. 141. 2) Προκ. για ερωτικό πρόσωπο: Κι ελάλεμ μου «μεν σ’ αρνηθώ ποτές τον άγγελόν μου» Κυπρ. ερωτ. 1136· Αφήνω ’δα στον ορισμόν σου| όλον τον εμαυτόν μου, αγγέλισσά μου Κυπρ. ερωτ. 224. Ως κύριο όνομα (πβ. Βαγιακ., Αθ. 63, 1959, 240): τῳ αυτῴ χρόνῳ απέθανεν ο παπακυρ-Άγγελος ο πρωτοσύγκελλος Συναδ., Χρον. 33.
αγιασμός- ο, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ (Ζώρ.) 1238, Αχέλ. (Pern.) 1811, Παϊσ., Ιστ. Σινά (Παπαδ.-Κερ.) 1408, 1652, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 1768, 1769, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 69.
Το μτγν. ουσ. αγιασμός. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) α) Ευλογία (ως αποτέλεσμα θρησκευτικής τελετής): Είτα ο αγιώτατος Πρόεδρος οικουμένης ελθέτω προς αγιασμόν ναού και ισταμένοις Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1238· β) καθαγιασμός, καθιέρωση, αναγνώριση: και καβαλάροι θαυμαστοί και άρχοντες προκομμένοι,| οπού ’λθαν τις για την τιμήν, τις αγιασμό αναμένει Αχέλ. 1811. 2) Η θρησκευτική τελετή του καθαγιασμού του νερού (πβ. Sophocl. στη λ. 4, Lampe, Lex. στη λ. D 3 και ΙΛ στη λ. 1α): Εφέπονται και μοναχοί φέροντες και λεκάνι| διά μικρόν αγιασμόν, κηρία και λιβάνι Παϊσ., Ιστ. Σινά 1408.
άγιος (Ι)- ο, Διγ. (Hess.) Esc. 891, Rebâb-nâmè (Burg.-Mantran) 1, 5, 11, Ερωτοπ. (Hess.-Pern.) 360 (αγιοί), Απολλών. (Wagn.) 794 (αγιούς), 796, Notizb. (Kug.) 7, Χρον. Τόκκων (Schirò) 1454, Ανακάλ. (Κριαρ.) 67, 118, Μαχ. (Dawk.) 6407, Σφρ., Χρον. μ. (PG 156) 1072A, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 13817, Φαλιέρ., Ρίμ. (Ζώρ.) L 209, Φαλιέρ., Λόγ. (Ζώρ.) 417 (αγιούς), Δεφ., Σωσ. (Legr.) 355 (αγιούς), Αχέλ. (Pern.) 1017 (έκδ. Αγιέρμου· κατά Αλεξ. Στ., Κρ. Ανθολ. σ. 49: Αγι Έρμου), Αρσ., Κόπ. διατρ. (Ζαμπ.) σ. 417, Παϊσ., Ιστ. Σινά (Παπαδ.-Κερ.) 980, Π. Ν. Διαθ. (Μέγ.) 511 φ. 243 α, Φορτουν. (Ξανθ.) Αφ. 63 (αγιών), Αλφ. (Mor.) IV69 (αγιοί), Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 46226· αγία η, Ονόμ. πυλ. Κων/π. (Beneschew.) 408, Παϊσ., Ιστ. Σινά (Παπαδ.-Κερ.) 1627, 1636, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 67 δις, Κατζ. (Πολ. Λ.) Γ́́ 343.
Το αρχ. επίθ. άγιος ως ουσ. Η λ. και σήμ. (ΙΛ λ. άγιος).
Που τον τιμά η Εκκλησία με καθιερωμένη γιορτή (πβ. Lampe, Lex. λ. άγιος D και ΙΛ λ. άγιος 3): εκίνησες, αφέντη μου, και ο Θεός και οι αγιοί μετά σου Ερωτοπ. 360· το παρακκλήσι είσιθι μετ’ ευλαβείας πάσης (παραλ. 2 στ.) και τότε βλέπεις εμφανώς την άγιαν κειμένην| επί την πέτραν εκ Θεού ωσάν τετυπωμένην Παϊσ., Ιστ. Σινά 1627.
αγιοσύνη- η, Ιων. (Hess.) 21552, Ελλην. νόμ. (Σάθ.) 5161, 57126, Gesprächb. (Vasm.) 6919, 1162739, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Wagn.) 606, Μαχ. (Dawk.) 823, 9417, 32423, Πεντ. (Hess.) Λευιτ. ΧΧ 3, ΧΧΙΙ 2, 32, Αρσ., Κόπ. διατρ. (Ζαμπ.) σ. 373, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 1850, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 58.
Το μτγν. ουσ. αγιωσύνη. Η λ. και σήμ. (ΙΛ λ. αγιωσύνη).
α) Η ιδιότητα του αγίου (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S λ. αγιωσύνη Ι): και να λιτώσετε το όνομα της αγιοσύνης μου και να αγιαστεί μεσωθιό παιδιά του Ισραέλ Πεντ. Λευιτ. ΧΧΙΙ 32· Έχουν ζωήν αγγελικήν, έχουν ταπεινοσύνην,| έχουν και καθαρότητα, πολλήν αγιοσύνην Ιστ. Βλαχ. 1850 (πβ. αγιότης α)· β) προκ. για εκκλησιαστικούς ο «άγιος» (πβ. L‑S λ. αγιωσύνη ΙΙ. Η σημασ. και σήμ., ΙΛ λ. αγιωσύνη): Και εξέτασεν (ο) αγιότατος πάπας τους μαντατοφόρους … και οι μαντατοφόροι ούτως είπαν: Αφέντη, να ξεύρει η αγιοσύνη σου … Μαχ. 9417 (πβ. αγιότης β).
αγνός,- επίθ., Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 73, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 67.
Το αρχ. επίθ. αγνός. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Αμιγής, καθαρός (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β1): Όλον το παλάτι απέσω ήτον αγνόν χρυσάφιν όλον με λιθαρόπουλα και μαργαριτάρι εγκοσμισμένο Διήγ. Αλ. V 73.
αγνώριστος,- επίθ., Διγ. (Sath.-Legr.) Τρ. 18, Διγ. (Καλ.) A 453, Φλώρ. (Κριαρ.) 494, 498, 1524, Λίβ. (Lamb.) Sc. 486, Αχιλλ. (Haag) L 996, Αχιλλ. (Hess.) N 1290, Πικατ. (Κριαρ.) 139, Αχέλ. (Pern.) 1119, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 13517, Πανώρ. (Κριαρ.) Έ́ 99, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 36634, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Έ́ 1541, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Ά́ 1022, Έ́ 41· αναγνώριστος, Απολλών. (Wagn.) 241, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 58· ανεγνώριστος Λόγ. παρηγ. (Λάμπρ.) L 748, Φλώρ. (Κριαρ.) 1179, Λίβ. (Μαυρ.) P 1479, 1483, 2024, Λίβ. (Lamb.) Esc. 1580, 2945, Λίβ. (Lamb.) Sc. 461, 1786, Λίβ. (Wagn.) N 1427, Πικατ. (Κριαρ.) 135, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 8212, Αλφ. (Μπουμπ.) ΙΙ 42, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 32217, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 58, 59, 66, Διήγ. ωραιότ. (Ασώπ. Ειρ.) 820, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 19628, 46222.
Το μτγν. επίθ. αγνώριστος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) α) Που δεν μπορεί κανείς να τον αναγνωρίσει: ο οποίος λέγουσι ότι εδιάβη πολλές βολές εις την Πόλη αγνώριστος και εις τον αδελφό του τον Μουσταφά Χρον. σουλτ. 13517 (πβ. άγνωρος 2α)· β) που δεν αναγνωρίζεται ύστερα από αλλοίωσή του, που έχασε την προηγούμενη μορφή του (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): αλλ’ έκοψαν τα κάλλη της, αγνώριστος υπάρχει Διγ. A 453· Φόβος και τρόμος είν’ κανείς να ιδεί απεθαμένον,| άσχημον και ανεγνώριστον και ξεκοκκαλιασμένον Αλφ. ΙΙ 42 (πβ. ασούσσουμος και ανέγνωρος, ασούσσουμος και αγνώριμος, ασούσσουμος και άσχημος). 2) Άγνωστος, μη γνώριμος (πβ. L‑S. Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): Τόπους επερπατήσαμεν αδήλους κι αγνωρίστους Φλώρ. 1524· Δούλος σου ανεγνώριστος, ξένος, αλλ’ εδικός σου,| τόν ακομή ουκ εγνώρισες ουδέ συνέτυχές τον Λίβ. Sc. 461 (πβ. αγνώριμος 2, άγνωρος 1). 3) Που δεν ξέρει, που δεν έχει δοκιμάσει κάτι: απείραστον, αγνώριστον του έρωτος και αγάπης Αχιλλ. L 996.
αγρυπνία- η, Βίος οσ. Αθαν. (Βέης) 246, 254, 257, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Legr.) 797, Έκθ. χρον. (Lambr.) 4724, Παϊσ., Ιστ. Σινά (Παπαδ.-Κερ.) 1029, 1745, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 69. Διήγ. ωραιότ. (Ασώπ. Ειρ.) 274· αγρυπνιά, Θησ. (Βεν.) ΙΒ́́ [872], Παϊσ., Ιστ. Σινά (Παπαδ.-Κερ.) 1051, 1351, Πανώρ. (Κριαρ.) Έ́ 39, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Ά́ 494, Δ́́ 17, Διήγ. ωραιότ. (Ασώπ. Ειρ.) 276, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Δ́́ 278, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 16217, Διακρούσ. (Ξηρ.) 802.
Το αρχ. ουσ. αγρυπνία. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
α) Αγρυπνία ως χριστιανική άσκηση (των ασκητών) (πβ. Lampe, Lex. στη λ. Α1): Αγρυπνίαν δε αυτού την κατά μόνας ουδείς οίδεν, ειμή ο βλέπων πάντα Βίος οσ. Αθαν. 257· νηστείαις, αγρυπνίαις τε και πάσῃ κακουχίᾳ ηυμένιζε τον Λυτρωτήν Παϊσ., Ιστ. Σινά 1745· β) ολονυχτία εκκλησιαστική ακολουθία που τελείται την παραμονή ορισμένων εορτών (πβ. Lampe, Lex., στη λ. Α3 και Ψευδο-Κωδ., Οφφικ., 22929-30, 23024, 31. Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): είασεν αυτόν εκείσε ησυχάζειν τας έξ ημέρας, εν τῃ αγρυπνίᾳ δε της Κυριακής ανέρχεσθαι εις τον Στύλον Βίος οσ. Αθαν. 246· επάν δε έλθ’ η εορτή αγίου λαμπροτέρα| ή μία των δεσποτικών, σημαίνουσι τα τρία (ενν. σήμαντρα) (παραλ. 1 στ.) εσπέρας εις την αγρυπνιάν και εις τον όρθρον πάλιν Παϊσ., Ιστ. Σινά 1351· Εκείσε έτερος ναός οράται της Παρθένου (παραλ. 3 στ.). Τρις μεν του έτους αγρυπνιάν εκεί επιτελούσι Παϊσ., Ιστ. Σινά 1051.
αδειάζω,- Σπαν. (Hanna) V 38, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 49, Βέλθ. (Κριαρ.) 1000, Πόλ. Τρωάδ. (Μαυρ.) 570, Ερωτοπ. (Hess.-Pern.) 520, Rechenb. 833, 4, 5, Δεφ., Λόγ. (Kar.) 110, Αχέλ. (Pern.) 2115, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 1335, Πανώρ. (Κριαρ.) Ά́ 316, Ερωφ. (Ξανθ.) Ιντ. Β́́ 59, Δ́́ 440, Πιστ. βοσκ. (Joann.) II 4, 14, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 330, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Β́́ 401, Στάθ. (Σάθ.) Β́ 22, Γ́ 396, 405, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 68, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ́ 506, Δ́ 130, Διγ. (Lambr.) O 2172, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 18325, 1873, 19925, 21524, 28, 22311, 22418, 25510, 29816, 4096, 44426, 48913, 5184, 5284, 5291, 53915, 25, 54611, 54715, 54926· οδειάζω, Μαχ. (Dawk.) 33638.
Από το ουσ. άδεια. Για τον τ. οδειάζω βλ. Dawk., B-NJ 3, 1922, 147.
1) α) Απρακτώ, σχολάζω (Η σημασ. ήδη στον Ευστ., Opusc. 25165): τώρα ζητάς φαγία| και περπατείς, ταλαίπωρε, και έχεις λαιμαργία;| Λέγει τους: δεν αδείαζα, ουδ’ έκαμα λωλία,| αμ’ ετραγούδουν έμορφα Αιτωλ., Μύθ. 1335· β) έχω ευχέρεια χρόνου, ευκαιρώ (Η σημασ. ήδη στον Ευστ., Ιλ., Stalb., τόμ. 4, 12219 και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): και όταν αδειάζεις, κάθισε μόνος και ανάγνωσέ τους Σπαν. V 38. Συνων. ευκαιρώ. 2) Αδειάζω κάτι από το περιεχόμενό του ή το περιεχόμενο από κάτι, εκκενώνω, ελευθερώνω (προκ. για χώρο) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β1): Με τη ματσούκα πολεμά τον άνεμον να πιάσει,| με το χηβάδι το μικρό τη θάλασσα ν’ αδειάσει Δεφ., Λόγ. 110· και έχε τήν την Ρωμανίαν και εξουσίαζέ την·| εκ τις εχθρούς της πάντοτε εσύ αδείαζέ την Διγ. O 2172· τότες ποιος έμπωθε βουτσί, ποιος έριχνε βαρέλα,| ποιος ήδειαζε τα ρούχα του κι επέτα την κασέλα Στάθ. Γ́́ 396· εμήνυσέ των ο πασιάς το κάστρο να τ’ αδειάσουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 22311· Καπνόν μεγάλον έκαμε κι οι Τούρκοι όλοι αδειάσαν| τσι στράτες, ανεβήκασι κι εκεί τα όρη επιάσαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 1873· τον τόπο ντου αδειάζασιν οπού ’χασιν γεμάτο Αχέλ. 2115· τόπον άδειασέ μου| κάτω στον Άδη Ερωφ. Δ́́ 440· και μετ’ αυτούς τσι λογισμούς του φόβου τόπο αδειάζεις Ροδολ. (Μανούσ.) Δ́́ 130· και τα βουνά τσ’ αδειάζασι τη στράτα να περάσει Πανώρ. Ά́ 316. Συνών. ευκαιρώνω. 3) Κάνω τόπο, παραμερίζω, φεύγω: Αδειάσασι ως τον είδασι κι εκάμασί ντου τόπο Ερωτόκρ. Β́́ 401· Χρυσάντζα τες βαγίτσες της όρισέν τες ν’ αδειάσουν·| την Φαιδροκάζαν κράτησεν να φα, να πίει μετά της Βέλθ. 1000· να φύγουσι οι λογισμοί κι οι πίκρες να μ’ αφήσουν·| ν’ αδειάσουνε οι τυράννισες, τα πάθη να σκορπίσουν Στάθ. Β́́ 22. 4) Κενώνομαι, απαλλάσσομαι από κάτι: αν εβγάλ(ει) τον έναν πίρον, αδειάσει όλον το βουτσί διά ώρ(ες) ς’ και αν εβγάλ(ει) τον άλλον, αδειάσει το βουτσί διά ώρ(ες) δ’ Rechenb. 833· κι εσήκωσεν τες χέρες| προς τον Θεόν κι ευχαριστά το πως περάσει| εις την Ουγγρίαν, και η Βλαχιά ’π’ αυτόν είχεν αδειάσει Παλαμήδ., Βοηβ. 330. 5) Δίνω την άδεια, την ευκαιρία να πραγματοποιηθεί κάτι, ικανοποιώ (κάτι) (πβ. Dawk., B-NJ 3, 1922, 147): να ζητήσουν του ρηγός τα άνωθεν ζητήματα … Μαχ. 33638.
αδελφός- ο, Προδρ. (Hess.-Pern.) III 216 mm (χφ g) (κριτ. υπ.), Ασσίζ. (Σάθ.) 9319, 30, 9412, 17, 34314, 25, 3449, 13, Διγ. (Mavr.) Gr. VI 182, 184, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 1613, 3118, Βίος οσ. Αθαν. (Βέης) 252, Αχιλλ. (Hess.) N 1279, Ιμπ. (Κριαρ.) 250, 503, Μαχ. (Dawk.) 2211, 52831, Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 35, 84, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 13718, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 4931, 8529, Ιστ. πατρ. (Βόνν.) 1668, Παϊσ., Ιστ. Σινά (Παπαδ.-Κερ.) 1188, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 58, 72, Κατζ. (Πολ. Λ.) Έ́ 485, Πιστ. βοσκ. (Joann.) V 1, 109· αδερφός, Πεντ. (Hess.) Γέν. ΧΙΙΙ 8, Έξ. XXV 20, Αρ. VI 7, Δευτ. ΙΙΙ 18, 20, XVII 15, Κατζ. (Πολ. Λ.) Ά́ 31, Δ́́ 237, Πανώρ. (Κριαρ.) Β́́ 115, 120, 587, Γ́́ 287, Ερωφ. (Ξανθ.), Ιντ. Ά́ 152, Γ́́ 272, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Β́ 53, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ́ 13· εδερφός Πεντ. (Hess.) Γέν. XXXVII 26 δις.
Το αρχ. ουσ. αδερφός. Η λ. και σήμ. (ΙΛ λ. αδερφός).
1) α) Συγγενής (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S στη λ. 2): και είπεν ο Αβράμ προς το Λωτ: μη εδά να είναι δικάσιμο ανάμεσά μου και ανάμεσά σου, και ανάμεσα τους βοσκούς μου και ανάμεσα τους βοσκούς σου, ότι αθρώποι αδελφοί εμείς Πεντ. Γέν. ΧΙΙΙ 8· β) σύζυγος της αδελφής: και όλοι τον εσυμβούλεψαν την αδελφήν να δώσει| γυναίκαν γαρ ομόζυγον του πρίγκιπος Γυλιάμου·| επεί αν έχει τον πρίγκιπα βοήθειαν κι αδελφόν του Χρον. Μορ. (Καλ.) H 3118. 2) Που ανήκει στο ίδιο έθνος, ομοεθνής (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S στη λ. 2): αρματωμένοι να απεράσετε ομπρός στους αδελφούς σας, παιδιά του Ισραέλ, παν παιδιά φουσάτου Πεντ. Δευτ. ΙΙΙ 18· Ημείς να πολεμήσομεν κατά των αδελφών μας Κορων., Μπούας 4931. 3) Όμοιος (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S στη λ. 6): και να είναι τα πουλιά απλώνουν φτερούγια απάνου διασκουτεύγουν με τα φτερούγια τους ιπί το σκέπασμα και τα πρόσωπά τους ανήρ προς τον αδερφό του Πεντ. Έξ. XXV 20. 4) Μοναχός (πβ. Lampe, Lex. στη λ. 3 και ΙΛ λ. αδερφός 2δ): Και διετάξατο, ίνα μη μόνον εν τοις παννυχίσι της Κυριακής και των λοιπών μεγάλων εορτών αθροίζεσθαι τους υπ’ αυτού πάντας αδελφούς εν τῃ εκκλησίᾳ Βίος οσ. Αθαν. 252. 5) Προκ. για κάποιον που συμφιλιώνεται: αμμέ αν θέλεις να μολογήσεις έναν μόνον Θεόν και τον Μαχομέτην τον προφήτην, … τότε θέλω σε κρατήσειν διά ακριβόν μου φίλον και αδελφόν και θέλω ποίσειν στερεόν δήμαν μετά σου και θέλω είσταιν κατάδικος τους εχθρούς σου Μαχ. 2211· Εμήνυσεν ο σουλτάνος του βασιλέως των Ρωμαίων να του δώσει το κάστρον θεληματικώς, να τονε κάμει αδελφόν Ιστ. πατρ. 1668. 6) α) Σε προσφών. βασιλιά ή άρχοντα προς άρχοντα (πβ. L‑S στη λ. 4): Στον Φράντζα δε μετέπειτα έγραψ’ ο βασιλέας: (παραλ. 1 στ.) ω αδελφέ μου ποθητέ Κορων., Μπούας 8529· Και τότε ο μισίρ Ντζεφρές, ως φρόνιμος οπού ήτον,| εσώρεψεν τους άρχοντες και λέγει προς εκείνους:| άρχοντες, φίλοι κι αδελφοί, απάρτε και συντρόφοι Χρον. Μορ. (Καλ.) H 1613. β) σε προσφών. άρχοντα προς στρατιώτες: ίδετε, σύντροφοι εδικοί μου και ηγαπημένοι μου αδελφοί, την δύναμιν του Θεού Διήγ. Αλ. V 35· γ) σε οικεία προσφών.: πιστότατέ μου| σύντροφε και αδελφέ μου αγαπημένε Πιστ. βοσκ. V 1 109. Τον πόθο και την ερωτιά, Γιαννούλη μ’, αδελφέ μου,| σα να μην είχα δει ποτέ σήμερο φαίνεταί μου Πανώρ. Γ́́ 287· Και όσοι εις αυτό ανεγνώθητε πατέρες και αδελφοί, εάν και ευρίσκετε σφάλμα, εύχεσθε και μη καταριέστε Συναδ., Χρον. 72· δ) σε ευγενική προσφών.: Μη στρατιώτας, αδελφέ, οίους ενταύθα είδες;| Κἀγώ αντέφην προς αυτούς μη δειλιάσας όλως:| «Ναι, είδον, έφην, αδελφοί, κατά την χθες ημέραν» Διγ. Gr. VI 182· Κουστουλιέρης: Δε μπορώ παρά να σε σκοτώσω,| γιατί φυλάγω σού τηνε. Αρμένης: Είντά ’χεις, αδελφέ μου; Κατζ. Έ́ 485.
αδικητής- ο, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 456, 1124, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 36414, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 71.
Από το αδικώ. Η λ. ήδη στον Ιωάννη Χρυσόστ. (Lampe, Lex.) και σήμ. (ΙΛ).
Που αδικεί, άδικος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ): Να ελευθερώνεις τους αδικουμένους από τους αδικητάς Διγ. Άνδρ. 36414· Ήτον εκείνον τον καιρόν κάποιος Μπουσδουγάνης,| μωρός, ληστής, απάνθρωπος, αδικητής, αβάνης Ιστ. Βλαχ. 1124.
αδικοκριτής- ο· αδικοκρίτης, Ερωφ. (Ξανθ.) Ά́ 626, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 71· αδικοκριτής, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Ά́ 401, 406.
Το μτγν. επίθ. αδικοκρίτης (Bauer, Wört. λ. αδικοκρίτης). Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Που βασανίζει άδικα (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ): Για να μπορούσι στό ’στερο όσοι κλαίσι| για κόρης ομορφιά κι αναστενάζου| περίσσια αδικοκρίτη να σε λέσι Ερωφ. Ά́ 626· Έρωτα αδικοκριτή, φύτρο καταραμένου Ερωτόκρ. Ά́ 401 (πβ. αδικοκρισία).
αδούλης,- επίθ., Συναδ., Χρον. (Πέννας) 51, 66, Φορτουν. (Ξανθ.) Ά́ 112.
Από το επίθ. άδουλος, που κατά Χατζιδ., Αθ. 28, 1916, ΛΑ 21, από το δουλεύω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Οκνηρός, τεμπέλης (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ): Αλλά αυτός με το να ήταν ακαμάτης, αδούλης, οινοπότης … εκατάντησεν εις τόσον ο άθλιος Συναδ., Χρον. 66.
άθαφτος,- επίθ., Συναδ., Χρον. (Πέννας) 63.
Το αρχ. επίθ. άθαπτος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Άταφος: Συναδ., Χρον. (Πέννας) 63.
αθιλογή- η, αφιλογή, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 61 δις· αθιλογή, Ασσίζ. (Σάθ.) 142, 10830, 1091, 14022, 42822· ανθιλογή, Ασσίζ. (Σάθ.) 10525.
Κατά Χατζιδ., Αθ. 24, 1912, 9-11, από το αμφιλογή> αφιλογή (βλ. όμως και Χατζιδ., ΕΕΠ 7, 1910/11 <1911> 57 και Χατζιδ., ΜΝΕ Β́́ 503). Πβ. και Meyer, BZ 3, 1894, 157. Ο τ. ανθιλογή (πβ. και ανθιβολή) πιθ. από επίδρ. λ. που αρχίζουν από ανθι‑. Τύποι αθιογή και αφιλογή και σήμ. στα ιδιώμ. (ΙΛ λ. αντιλογή, αφιλογή).
1) α) Αμφισβήτηση: ουδέν εντέχεται να έχει αθιλογήν εις το αυτό κρίσιμον Ασσίζ. 14022· β) διένεξη: ότι δύο άνθρωποι έχουν αθιλογήν μέσον τους, ώσπερ απού τοίχον κοινόν ού φρουντιέραν των εσπιτιών Ασσίζ. 1091 (πβ. ανθιλογία). 2) Συζήτηση, κουβέντα: και εις το Κάστρον και εις τες χώρες και παντού πάσα εις στο σπίτι του άλλη αφιλογή δεν είχαν εκείνες τις μέρες, αμή για την ιδικήν μου αφιλογή Συναδ., Χρον. 61. (Πβ. αθιβολή 2α).
άθλιος,- επίθ., Χρον. Μορ. (Καλ.) H 1245, Πουλολ. (Krawcz.) 384, 646 (βλ. και Πολ. Λ., Ελλην. 19, 1966, 177), Απολλών. (Janssen) 32, 354, Απαρν. (Πολ. Λ.) 18, Σφρ., Χρον. μ. (Grecu) 14421, Γαδ. διήγ. (Αλεξ. Λ.) 204, 269, Θρ. Θεοτ. (Μανούσ.) 47, Ιστ. Βατοπ. (Βαλ.) 39, Αχέλ. (Pern.) 1195, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 191, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 46, Διήγ. πανωφ. (Φιλαδ.) 59· πληθ. αθλοί, Θησ. Δ΄ [156].
Το αρχ. επίθ. άθλιος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Κακός, ελεεινός, απαίσιος (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 3): Έδε ανομία και αμαρτία, οπού έποικεν ο άθλιος,| να πνίξει τον αφέντην του, την αφεντίαν να επάρει Χρον. Μορ. (Καλ.) H 1245.
Ακάθιστος- η, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 31.
Θηλ. του επιθ. ακάθιστος ως ουσ.
Η Παρασκευή της πέμπτης εβδομάδας της Μ. Σαρακοστής, οπότε ψάλλεται ο Ακάθιστος Ύμνος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ): εν μηνί Μαρτίῳ της Ακαθίστου ετούρκεψεν τον Αμαριανόν Συναδ., Χρον. (Πέννας) 31.
ακαμάτης,- επίθ., Νικήτα, Βίος Φιλαρ. 1231, Σπαν. (Hanna) O 118, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 44, 51, 66· θηλ. ακαμάτρια, Δελλ. (Μανούσ.) Α΄ 1664.
Από το στερ. α‑ και το ουσ. κάματος. Η λ. ήδη στο Βίο του αγίου Φιλαρέτου (Byz. 9, 123) και σήμ. (ΙΛ).
Που αποφεύγει την εργασία, οκνηρός (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): ίσως εργάζου και εσύ, μη φαίνου ακαμάτης Σπαν. O 118. — Πβ. και ακάματος.
ακάματος,- επίθ., Συναδ., Χρον. (Πέννας) 45.
Από το στερ. α‑ και το ουσ. κάματος (αν όχι από το ακαμάτης κατά το σχήμα δυστυχής - δύστυχος, αμελής - άμελος).
Οκνηρός (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Ι 3β): Τῳ αυτῴ χρόνῳ απέθανεν ο Παπά κυρ-Αναστάσιος ... ήτον ως σαράντα χρονών άνθρωπος, επτωχός, ακάματος και κρασοπατέρας, αχαμνής φύσεως άνθρωπος ήτον Συναδ., Χρον. (Πέννας) 45. — Πβ. και ακαμάτης, ακόπιαστος.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- ο, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 456, 1124, 1312, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 38, 40 τετράκις, 44, 51.