Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- άμπαρις
- η, Διγ. (Καλ.) A 1537, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 3475, 37516· άμπαρη, Στίχ. ερωτ. 1.
Από το ουσ. άμπαρ. Η λ. και σήμ. θηλ. (άμπαρη) και ουδ. (άμπαρι) (Δημητράκ., λ. άμπαρη).
Αρωματική ουσία (βλ. άμπαρ): η τραχηλέα του ήτονε με άμπαριν και μόσχον Διγ. (Καλ.) A 1537, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 3475, 37516. — Η λ. και ως επών. (Miklos.-Müller, Acta A΄ 340-2).
μοσχοφόρος- επίθ.· μοσκοφόρος.
Από το ουσ. μόσχος και το ‑φόρος.
Αρωματικός: άμπαρι μοσκοφόρε Στίχ. ερωτ. 1.
μυριοτυραννώ,- Λίβ. P 1137, Λίβ. Sc. 427, 1448, 2820, Λίβ. Esc. 1543, 3510, 3949, Λίβ. N 390, 1389· μυριατυραννώ, Στίχ. ερωτ. 15.
Από το μυριο‑ και το τυραννώ.
I. Ενεργ. α) Βασανίζω, τυραννώ κάπ. πάρα πολύ: τους έκαψεν η μοίρα τους ...| και δέρνει τους η ξενιτειά και μυριοτυραννεί τους Περί ξεν. A 157· ρίξει σας στην ξενιτειάν κακά κυβερνημένους| και μυριοτυραννήσει σας εις όλην την ζωήν σας (ενν. ο κόσμος) Περί ξεν. A 435· β) (προκ. για ερωτικό συναίσθημα): ένι του πόνου το δενδρόν και το κλαδίν του πόθου| κόρης ωραίας ασχόλησις και μυριοτυραννεί με Λίβ. P 2515. IΙ. (Μέσ.) υποφέρω, βαρανίζομαι πολύ: Άγουρος εκ της χώρας του διά πόθον ωραιωμένης| αιχμάλωτος εξέβηκεν και μυριοτυραννείται Λίβ. P 1459· πικρίας μεγάλας έπαθα διά την υπόσχεσίν σου,| ήλθα εις την ηλιογέννητον και μυριοτυραννούμαι Λίβ. Sc. 2806. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = πολυβασανισμένος: τις καλός νεούτσικος ...| να ’χει καρδίαν ολόπονον, μυριοτυραννημένην,| να συμπονεί τους πάσχοντας και τους πονοψυχούντας Λίβ. N 3840.
ορίζω,- Σπαν. (Ζώρ.) V 45, Λόγ. παρηγ. O 718, Προδρ. (Eideneier) IV 125, Ασσίζ. 736, 3116, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1422, Βέλθ. 543, Ερμον. Θ 262, Χρον. Μορ. H 468, 4210, Χρον. Μορ. P 686, 2062, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 214, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 83, Οψαρ. 36240, Φλώρ. 1222, Σαχλ., Αφήγ. 322, Απολλών. 84, Λίβ. N 2862, Αχιλλ. L 96, Αχιλλ. N 153, Αχιλλ. (Smith) O 345, Ιμπ. 10, 688, Χρον. Τόκκων 888, Φαλιέρ., Ενύπν.2 102, Μαχ. 430, 4444, Σφρ., Χρον. (Maisano) 649, Διήγ. Βελ. N2 150, Διήγ. Βελ. χ 15, Θησ. Β΄ [474], Χούμνου, Κοσμογ. 50, Βουστρ. 437, Αλεξ. 160, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 183, Απόκοπ.2 284, Συναξ. γυν. 372, Διήγ. Αλ. G 289, Χρον. σουλτ. 8528, Ιστ. πολιτ. 3613, Ιστ. πατρ. 14121, Αλφ. 104, Πτωχολ. (Κεχ.) P 203, Κυπρ. ερωτ. 1014, Πανώρ. Ε΄ 255, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 44, Γ΄ 305, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Β΄ 51, Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 204, Διγ. Άνδρ. 39335 δις, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 223, Γ΄ 370, Θυσ.2 80, 406, Στάθ. (Martini) Β΄ 69, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 67v, Πτωχολ. A 146, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [580], Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 127, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 164, Διακρούσ. 8613, Τζάνε, Κρ. πόλ. 31010, 53213, κ.π.α.· μτχ. παθητ. ενεστ. οριζάμενος, Αλφ. 108· παρατ. ήριζα, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1839· όρεζα, Τζάνε, Κρ. πόλ. 3118· οριστ. αορ. ήρισα, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 97, Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 38· προστ. αορ. όρσε, Στάθ. (Martini) Β΄ 171· ’ρίζω, Ανακάλ. 50, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 460, Γεωργηλ., Θαν. 490, Αλεξ. 2828, Κορων., Μπούας 94, Ρίμ. θαν. 112, Αχέλ. 1175, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 570, Θρ. Κύπρ. M 526, Δαρκές, Προσκυν. 116, Κυπρ. ερωτ. 1214, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 579, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Α΄ 137, Πιστ. βοσκ. I 4, 30, Παλαμήδ., Βοηβ. 345, Σταυριν. 408 Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 1402, Θυσ.2 1000, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 246, Τζάνε, Κρ. πόλ. 22222, κ.α.· παρατ. έριζα, Μαχ. 54633· αόρ. έρισα, Ασσίζ. 943, Μαχ. 1423, 502, 541, 886, 11031, 16015, 18227 (ερίσεν), 43023, 43429, 49615, 55633, 62224, Βουστρ. 416, 417, 438, 451 κριτ. υπ., 453, 455 (ερίσεν), Αλεξ. 1502.
Το αρχ. ορίζω. Η προστ. αορ. όρσε στο Somav. (λ. ορίζω) και σήμ. υβριστ. Ο τ. ’ρίζω και σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. Β΄ 770, λ. ρίζω, Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ΄ 248, λ. ρίζω, Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ. λ. ρίζω και Pern., Ét. linguist. I 217 σημ. 1). Ο παρατ. έριζα και ο αόρ. έρισα στο Somav. (λ. ορίζω) και σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. Β΄ 770, λ. ρίζω). Η λ. και σήμ.
(Μτβ. και αμτβ.) 1) α) Διατάζω: Χρον. Μορ. H 1129, Μαχ. 147, Χρον. Μορ. P 5825, Μαχ. 1440· (με την πρόθ. εις + αιτιατ. προσ.): Αυθέντη μου πανένδοξε και ρήγα και τοπάρχα,| είτι ορίσεις εις εμέν ας γένει θέλημά σου Ιμπ. 307· ήλθεν ο σουλτάν Μουράτης από το Ρεβάνι εις την Πόλην … και όρισεν εις τον κόσμον του και έκαμαν δεύτερον ντουνανμάν ωσάν το πρώτο Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 46v· (με σύστ. αντικ.): αν έμελλε (ενν. ο πανιέρης) να ορίσει άλλον ορισμόν, έβγαινεν το μεσομέριν και δεν τους εγύριζεν ως τη νύκταν Μαχ. 65419· Τον ορισμόν, τόν όρισεν, θέλω να τον πληρώσω Χρον. Μορ. P 4473· (αμτβ.) όρισε και εκράξασιν μισίρ Ντζεφρέ τον μπάιλον Χρον. Μορ. H 2321· ωσάν ορίζεις, πατέρα, ούτως να ποιήσομεν Διήγ. Αλ. G 2675· (μέσ. αμτβ.): Λοιπόν ευθύς ορίσατο κι έγινε το γεφύρι,| την δε τέχνην κι εφεύρεσιν ο κάθεεις ετήρει Κορων., Μπούας 61· β) παραγγέλλω: ούτως σε ορίζω, θυγατέρα μου, μεγάλες τιμές να κάμνεις του Αλεξάνδρου και, αφού σεβαίνεις εις τα χέρια του, να τον έχεις αφέντην και βασιλέαν με όλην σου την καρδίαν Διήγ. Αλ. G 28132· όξω απο κείνο, μ’ όριζε ό,τι σου φανεί άλλο.| Και ανίσως κι έρθει σου αρρωστιά κιαμιά φορά, σου τάσσω| τορνέσι απού το χέρι σου ποτέ μου να μην πιάσω Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 324· (προκ. για το Θεό, τους προφήτες ή την εκκλησία): να είμεστεν αληθινοί, λέγει και μας ορίζει (ενν. ο Θεός) Ιστ. Βλαχ. 1458· έτσι ορίζει ο Δαβίδ ο προφήτης: «Έκκλινον από κακού και ποίησον αγαθόν» Συναδ., Χρον.-Διδαχ. 128r· Η αγία του Θεού εκκλησία ορίζει μετά επιτιμίων μεγάλων άπαντας τους ορθοδόξους, ίνα μη δέχονται εις τους καιρούς των θανατικών τούς βουλκολάκους Μάρκ., Βουλκ. 3394· γ) (νομ., προκ. για διαθέτη) βάζω όρο: Εάν άνθρωπος αφήσει μου εν διαθήκῃ κέρδος, ορίσει δε με ότι μετά θανάτου αυτού να ελευθερώσω την δούλην του και να την επάρω εις γαμετήν, ανάγκη μου ότι την ελευθερίαν να την ποιήσω, το δε να την επάρω γαμετήν ουκ αναγκάζομαι Ασσίζ. 53914. 2) α) Κυβερνώ, εξουσιάζω έναν τόπο, κυριαρχώ: τη χώρα την εξακουστή, την όμορφη Γορτύνη,| όριζε κι αποφέντευγεν αυτός, την ώρα κείνη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 590· Αυθέντης ένι δυνατός ο Τούρκος, ξεύρετέ το,| Δύσιν τε και Ανατολήν ορίζει, πιστωθείτε Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 638· Τσ’ αφέντες οπού ορίζουσιν οι δούλοι προσκυνούσι| κι όχι με κτύπους και φωνές να πα να τους ξυπνούσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 563· Στους περαζόμενους καιρούς που οι Έλληνες ορίζα| κι οπού δεν είχε η πίστη τους θεμέλιο μηδέ ρίζα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 19· (προκ. για το Θεό): κατέχει το ουρανός κι εκείνος απ’ ορίζει| τον κόσμο, κι όλα τα κουρφά πάσα καρδιάς γνωρίζει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 55· Ω βασιλεύ των ουρανών, οπού τα πάντα ορίζεις Θυσ.2 965· β) έχω κάπ. υπό τις διαταγές μου, διοικώ: να ορίζει το φουσσάτον του ωσάν και το δικό του Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1618· Φραντζέσκου του ηγαπητού, οπού ’τονε απάνω| και όριζεν ένα κάτεργον, εχθρός του Οτωμάνο Τζάνε, Κρ. πόλ. 39912· Γίνωσκε ο πλανήτης μου να στέκω σ’ αμελείαν| ουδόλως δεν μου έδωκε, μα να ’ρίζω στρατείαν Κορων., Μπούας 40· (με εμπρόθ. προσδιορ.): απάνω στα φουσσάτα του να ’ρίζω επόθεκέ με Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 46· γ) διαχειρίζομαι, διευθύνω, έχω στη δικαιοδοσία μου: Λόγιασε πως, σα σμίξετε, σε θέλει κανακίζει| κι όλα του τα ’ποστατικά μόνια πως θες ορίζει Πανώρ. Γ΄ 220· τώρα ’μαι θλιμμένη| που βλέπω την Αγιάν Σοφιάν …| οπού ’τον το πατριαρχείον κι είχε πολλήν αξία·| και τώρα την ορίζουσιν άλλοι και την κρατούσι,| τα τέκνα της ’μποδίζουσιν εκεί να μην εμπούσιν Θρ. πατρ. 43· όσα σταυροπήγια έγιναν ύστερα και είχαν κτισθεί εις τους καιρούς οπού τα όριζαν οι μητροπολίται και επίσκοποι, ποίον μνημονεύουν, ποίον υποτάσσονται Βακτ. αρχιερ. 179· δ) καταλαμβάνω, κυριεύω: Ως δε το τέλος είδασιν, ότι για να νικήσουν,| το κάστρο με αρτιλαριάν ουδέν πορούν να ’ρίσουν Κορων., Μπούας 95· ε) εξουσιάζω, κυβερνώ κάπ.: ανισώς κι ορίζουσιν άλλοι την εμαυτή μου,| τη βασιλειά σκλαβιά κρατώ, την αφεντιά φλακή μου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 59· Κρατούν την πρίκαν τως χωστή, κιανείς δεν τους γνωρίζει,| γιατί εφοβούντανε πολλά το ρήγα οπού τσ’ ορίζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 1184· εχάσαμε την δόξαν μας, σκήπτρα και βασιλείαν,| και μας ορίζουν οι εχθροί, το γένος των βαρβάρων Ιστ. Βλαχ. 2321· Περί δούλου αγορασμένου, ότι τον ορίζει ο αφέντης του Βακτ. αρχιερ. 147· επροσδέκτην τον Μπουτζεγκάτ πολλά καλά, και έπεψέν του τον φρονιμότερον άνθρωπον τόν είδεν ποτέ του και εχάρισέν τον βαρύτιμα κανισκία· και εποίκαν αγάπην με τους Γενουβίους, ότι ο Πουτζεκάτ έριζεν απάνω τους Μαχ. 6204· (μεταφ.) εξουσιάζω, έχω κάπ. υπό την επιρροή μου: το ριζικό δεν το ψηφώ· η Μοίρα δε μ’ ορίζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 1022· δε θε να δείξει (ενν. η Αρετή) κι εύκολα ο πόθος την ορίζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 2159· το νου και την ψυχή και την καρδιά μου ορίζεις Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 162· είντα δεν κάνει ο Έρωτας σε μια καρδιά π’ ορίζει·| σαν τη νικήσει, ουδέ καλό ουδέ πρεπό γνωρίζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1037· (μεταφ. με την πρόθ. εις + αιτιατ.): Εις τα καρτσά πρέπει να ορίζουσιν αμμέ όχι να τους υποτάσσουνται Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 105· ϛ) (με αντικ. τις λ. εαυτός, εξά και τη γεν. του λόγου μου) εξουσιάζω, ορίζω, ελέγχω τον εαυτό μου: Ποιος είναι οπού τη γνώμη σου κι αυτό το λογισμό σου| τονε κρατεί και δεν μπορείς να ορίζεις τον εαυτό σου; Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 54· Πάσκω, βοηθούμαι όσο μπορώ, το σφάλμα μου γνωρίζω,| μα την εξά μού επήρανε και πλιο δεν την ορίζω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 960· Είπεν (ενν. ο γάδαρος): «εγώ ας χαίρομαι και ας την μακαρίζω| την εδικήν μου την ζωήν, του λόγου μου π’ ορίζω» Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 11010. 3) Έχω κ. υπό την κατοχή μου, είμαι κύριος, ιδιοκτήτης κάπ. πράγματος, ζώου ή τόπου: Δουκάτα είχεν πάμπολλα, οσά ’ριζεν ατός του,| άλλος ουδέν ευρίσκετον στο πλούτος όμοιός του Ιμπ. (Legr.) 19· αν έναι και έχει τινάς ένα πράγμα και το ορίζει εκατόν χρόνους, πλέον δεν ημπορεί τινάς να το επάρει από το χέρι του Ιστ. πατρ. 17014· Τότες εβάλασι φωτιά σ’ όλα τα σπίτια ’κείνα,| κι εκείνοι οπού τ’ όριζαν πύρινα δάκρυα ’χυνα Τζάνε, Κρ. πόλ. 18814· Η χήρα που την όριζεν (ενν. την όρνιθα) έβαλεν εις τον νουν της,| ωσάν το δώσει περισσόν κριθάρι του ορνιθιού της,| θέλει γεννήσει περισσά … Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 233· Βοσκός ωσάν το Γύπαρη στην Ίδα δε γυρίζει| πλειότερα πρόβατα κανείς και τόπους πλια να ορίζει.| Ετούτοι όλοι οπού θωρείς οι τόποι είναι εδικοί του Πανώρ. Γ΄ 30· Παράδεισον τον πάντερπνον και ωραίον του χαρίζει (ενν. ο Θεός του Αδάμ),| δένδρη, καρπούς με τους ανθούς, εκεί να τα ορίζει Χούμνου, Κοσμογ. 50· (ειρων.): Μέσα έμπα γλήγορα κι εσύ να στέκεις μετά τούτη,| και δίδω σας να ορίζετε τση φυλακής τα πλούτη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 566. 4) α) (Προκ. για νόμους) καθορίζω, θεσπίζω· επιβάλλω: ειδέ εποίησεν εκείνην την κακοπραξίαν ή εκείνην την ανομίαν, διά τό του ετάχθηκα να του δώσω, ορίζει το δίκαιον ότι ουδέν είμαι κρατημένος να του δώσω τίποτες Ασσίζ. 15620· Εάν γένηται ότι είς άνθρωπος εχωρίστην την γυναίκαν του … και έχουν τέκνα, και το δίκαιον ορίζει ότι, εάν τα παιδία ένι παρακάτω των δ΄ χρονών, εντέχεται να τα θρέβει η μητέρα τους έως όπου να γενούν ζ΄ ετών Ασσίζ. 12411· εποίκεν εκείνον τό όριζεν η ασσίζα να ποίσει και το εγνώρισεν η αυλή να ποίσει Ασσίζ. 21720· ούτως ένι ορισμένον κατά τον νόμον Ασσίζ. 5814· β) (προκ. για το Χριστό, τους εκκλησιαστικούς κανόνες ή τα ιερά βιβλία) καθορίζω, θεσπίζω· διδάσκω: έτσι ορίζει το αψευδές στόμα του Χριστού, ότι: «Ο ελεήμων άνθρωπος εκατονταπλασίονα λήψεται και ζωήν την αιώνιον κληρονομήσει» Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 103v· ποτέ του δεν ήθελε να ειπεί ή να παρέβει έξω από εκείνο οπού όριζαν οι θείοι νόμοι Ιστ. πατρ. 9821· Ο δε καλός Βασίλειος ευλογήθη την κόρην, καθώς ορίζει ο νόμος των ευσεβών χριστιανών Διγ. Άνδρ. 3622· Ιδέ τό ορίζουν οι γραφές και τα βιβλία όπου έχουν (ενν. οι Έλληνες) Χρον. Μορ. H 805· γ) (προκ. για το Θεό) καθορίζω κ. αμετάκλητα: τις μπορεί ν’ αντισταθεί εις ό,τι κι αν ορίσει (ενν. ο Κύριος)| και να ειπεί τα μέλλοντα και να το ερευνήσει; Διακρούσ. 10123· κόποι δε μπορούσι| μηδέ βουλές μηδ’ άρματα ποτέ ν’ αντισταθούσι| στό ’ρίσασιν οι ουρανοί Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Δ΄ 93· —Βάρος εις τούτο δεν έχεις, Χάροντα, ’μολογώ το,| εκείνος οπού σ’ έστειλε τιμώ και προσκυνώ το.| —Βάρος εσύ μηδέν πάρεις και να με καταγνώσεις,| γιατ’ έτσι ’ν’ οριζάμενο το χριος σου να πλερώσεις Αλφ. 108. 5) (Με αντικ. τις λ. ημέρα και ώρα) προσδιορίζω, καθορίζω (χρονική στιγμή): αμμέ ουδέν πρέπει να στερεώσου την ορμασίαν, τουτέστιν να ορμαστού παρά τας ημέρας τας ορισμένας Ασσίζ. 37829· ως το έκαμαν άρτζι εις τον σουλτάνον ότι δίδουν φλωρία πεντακόσια να εβγάλουν τον πατριάρχην, να έλθει πάλιν εις τον θρόνον ο πρώτος πατριάρχης, κύρις Ιωακείμ, όρισε της ώρας και έβγαλαν τον αυτόν κύριν Ιωακείμ Ιστ. πατρ. 1407. 6) Διορίζω, αναγορεύω: Την γαρ αυτοκρατόρισσαν, τήν όρισες κυράν μας (παραλ. 10 στ.) εκείνη δε μηχάνημαν εσκεύασε και δόλον Καλλίμ. 2258. 7) α) Επιθυμώ, θέλω: Εμέν αρέσει με καλά και συμβουλεύω σε το,| και ποίησέ το απόκοτα, με προθυμίαν μεγάλην (παραλ. 3 στ.). Εν τούτῳ λέγω, αδελφέ, ορίζω κι αγαπώ το·| άνοιξον το λογάρι μου κι έπαρον όσον θέλεις Χρον. Μορ. H 286· κατά την στίμα οπού κάνουνε, ας πάρουνε την στίμα και εις την Αυθεντία μας και ας κάμει ό,τι ορίσει Σεβήρ., Διαθ. 19182· Ετούτο είναι το σύγγραμμα του Αγκύλα … και, αν ορίζετε, ακούσετε τι έπαθεν εκείνος εις το ύστερον Διγ. Άνδρ. 38010· όντεν ορίζεις κι όπε θες, ας πάμε σ’ ένα τόπο| μακρά, γιατί βαριούμαι το το πλήθος των ανθρώπω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 907· β) διαλέγω: βρει θέλει (ενν. ο Πανάρετος) τρόπον όμορφο να δει να τση (ενν. της Ερωφίλης) μιλήσει,| τον ένα απού τσι δυο τωνε να πάρει, όποιον ορίσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 20. 8) Αποδεικνύω, τεκμηριώνω κ. με παράδειγμα: Ο μύθος λέγ’: η παίδευσις η πρώτη ’ναι π’ αξίζει,| καθώς το είπ’ ο Αίσωπος κι εις το χαρτί τ’ ορίζει Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 4728. 9) Μπορώ: Αντάμ με πόθον δυο καρδιές ποθούνται (παραλ. 1 στ.) την ζήλαν ’δέ το φτόνος, δεν φοβούνται| ’δέ μισιτιά μεσόν τους να ’ρτει ορίζει Κυπρ. ερωτ. 434. 10) α) Λέω, μιλώ: όσα με είπες και λαλείς, όρισές τα με δίκαιον,| επεί ατός μου εγροικώ το φταίσιμον, τό έχω Χρον. Μορ. P 5833· «Σίμωσε και άκουσέ το·| τοσούτον θέλω ειπείν, Σιμών, και καλοδιάκρινέ το».| «Δάσκαλε», τ’ αποκρίθηκεν, «όρισε και αφουκρούμαι·| τό μ’ ερωτήσεις να σου πω …» Σκλέντζα, Ποιήμ. 143· (με είδος σύστ. αντικ.): «Ω φίλοι μου, υπαγαίνω έμπροσθεν διά να εύρω συγχαρίκια από την ποθητήν μου, διά να μην με προλάβει άλλος τινάς και πάρει το, και εγώ θέλω φανείς εις εκείνην ράθυμος πολλά». Απεκρίθησαν οι άνθρωποί του και είπαν: «Άξια ορίζεις και ποίησον ως θέλεις το γληγορότερον» Διγ. Άνδρ. 3398· β) (προκ. για γραπτό κείμ.): Ακούω από την Θείαν Γραφήν οπού ορίζει διά τον Ιώβ και διά τον άγιον Ευστάθιον το πως έπαθαν πολλά κακά Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 64v· γ) διαβεβαιώνω: ο βασιλεύς κυρ Ιωάννης όριζέ μας, αλλά και άλλοι οι ιδόντες και ομιλήσαντες αυτόν, ότι φρονιμότερον άνθρωπον εις την Ιταλίαν ουκ είδον Σφρ., Χρον. (Maisano) 13620. 11) Ζητώ να μάθω· ρωτώ: Τώρ’ αν ορίζεις ποια ’ν’ η αφορμή μου| λοιπόν κι έγραψα προς την αφεντιά σου,| έξευρε κι ένι πρώτα η ομορφιά σου Κυπρ. ερωτ. 9121. 12) Αποφασίζω: Αφού δε τότε η αυθεντία τούς λόγους του νοήσαν,| μεθ’ όλον το συμβούλιον μετά χαράς ορίσαν| αρχηγός να γένει σ’ άλογα εκ τον Μόριά ’ξακόσια Κορων., Μπούας 113. 13) α) Προσκαλώ: Όρνεα και πουλία μου, μικρά τε και μεγάλα,| ουδέν σας ήφερα εδώ διά να γενολογάστε·| διά τιμήν σάς όρισα, ήλθετε εις την χαράν μου,| να φάγετε, να πίετε και να χαρείτε άμα Πουλολ. (Τσαβαρή)2 656· β) (Νομ.) καλώ κάπ. στο δικαστήριο, κλητεύω: όσοι εις το οφίτσιο τούτο γράφονται διά να δουλεύουσι είναι ωσάν να είναι οι ’φαντάδες, ήγουν οφιτσιάλοι αφεντικοί και αγκαλά και δεν πιάνουνε ανθρώπους, κάνουν έτερες υπηρεσίες του λαού της χώρας, ωσάν να ορίζουνε τους ανθρώπους να έρχουνται εις την κρίσην, ομοίως και να αμαχεύουν Σουμμ., Ρεμπελ. 171. 14) (Νομ.) καταγγέλλω, μηνύω: να τον έχει ορισμένο το λεγόμενο κυρ Νικολό οδιά ένα κτήμα Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 234· η κερά Ζαμπέτα … να όρισεν το μισέρ Τζουάνε, το κύρην της, πρετεντέροντας να τση δώσει αλιμέντα, εις το οποίον δεν ασεντίριζεν ο λεγόμενό τση κύρης Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 6372. 15) (Μεταφ.) αφήνω, εναποθέτω: εκείνος που μου τα ’κοψεν (ενν. τα χέρια), εγώ δεν τον γνωρίζω.| Μα εις την κρίσην του Θεού, ας ξέρει, τον ορίζω Ευγέν. 812. 16) (Με την πρόθ. διά + αιτιατ.) φροντίζω, ενδιαφέρομαι για κ.: να μη λυπάται ορφανόν, να μην πονεί την χήρα,| αμμή να ορίζει πάντοτε διά εδικήν του μοίρα Σαχλ., Αφήγ. 334. 17) Εξετάζω ως παράδειγμα, «κοιτάζω»: Ίδετε τον φαρισαίον, καταμάθετε και τον τελώνην τον άδικον … Όρισε, αν ορίσεις, και τον μοιχόν και τον κλέπτην και πάντα άνθρωπον κακόν Πηγά, Χρυσοπ. 283 (19). 18) Επιφυλάσσω κ. σε κάπ.: Χριστιανούς δε συντηρώ, γυναίκες και παιδάκια,| μόνο τσ’ εχθρούς που μου ’ριζαν μουράγια και χαντάκια Τζάνε, Κρ. πόλ. 56516. 19) Αφήνω, επιτρέπω: Ω Κύριε, μην τ’ ορίσεις,| τον λόγον σου μετάστρεψε, μηδέν μας θανατώσεις Ρίμ. θαν. 103· φρ. μη(δέν)/να μην τ’ ορίσει/ —ουν o/οι Θεός/—οί/η Τύχη (προκ. να δηλωθεί απευχή, κατηγορηματική άρνηση ή έντονη αποποίηση μιας κατηγορίας· πβ. τη φρ. Θεός φυλάξοι!): Μηδέν τ’ ορίσει γείς θεός ποτέ, χρουσοκερά μου,| τόσο κακό να δούσινε τ’ αμμάτια τα δικά μου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 163· ανέν και τούτο γροικηθεί, που η Τύχη μην τ’ ορίσει,| λόγιασε, βάλε το στο νου, τά θε να κάμει η κρίση Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 241· Κύρη, δεν είναι μπορετό οπίσω να σ’ αφήσω| και μην τ’ ορίσουν οι Θεοί δίχως σου να κινήσω Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. δ΄ 180· λέγει έμπροστεν της αυλής: «μη τ’ ορίσει ο Θεός ότι έδωκά του το αυτόν να το πουλήσει τούτον το πράγμαν!» Ασσίζ. 1972· εφειδήν ουδέν ομολόγησαν εκείνον το κακόν έργον, αμμέ λέγουν «μη το ορίσει ο Θεός!», εντέχεται όλοι να ένι εις την φυλακήν ένα χρόνον και μίαν ημέραν Ασσίζ. 45923· Να μην τ’ ορίσει ο Θεός ότ’ είν’ αυτός χαΐμης,| αμ’ είν’ πιστός και δουλευτής του βασιλέως όλος Στ. Βοεβ. 14. 20) Έρχομαι· η σημασ. πιθ. όπως στη φρ. «καλώς να ορίσουν»: εάν τα μελίσσια μου λείπουν έξω εις έναν δένδρον άγριον οπού ουδέν έχει αυθέντην … και τα μελίσσια ποιούν μέλιν απάνω του, το δίκαιον ορίζει και κρινίσκει ότι πάσα άνθρωπος ημπορεί να πάρει απ’ εκείνον το μέλιν με το κείμενον, χωρίς παράπτωμαν οπού πολεμά τινος, διότι ένι τόπος κοινός (έκδ. καινός· διορθώσ.) και λαλεί να ορίσουν Ασσίζ. 19911. 21) (Η προστ. αορ. όρσε ως δεικτ. μόρ. όταν δίνουμε κ. σε κάπ.) ορίστε, να: ΠΕΤΡΟΥΤΣΟΣ: ρεάλι ένα δανεικό μού δώσε, από ’χω χρεία (παραλ. 1 στ.). ΔΑΣΚΑΛΟΣ: (Si non expendo, durum est; modo obtinere intentum,| darem, si mihi peteres, non solum hoc, sed centum).| Όρσε Πετρούτσο. ΠEΤΡΟΥΤΣΟΣ: Αφέντη μου, καλώς την αφεντιά σου,| πε μου είντα θέλεις, ογιατί γροικώ τη την καρδιά σου Στάθ. (Martini) Β΄ 171. Φρ. Ορίζω συμπάθειον εις + αιτιατ. = έχω, δείχνω κατανόηση για κ.: δέομαι του κάλλους σου και του χρυσού σου τρόπου| ίνα ορίσεις συμπάθειον εις τους πολλούς μου πόνους Στίχ. ερωτ. 24. Το θηλ. και το ουδ. της μτχ. παθητ. παρκ. ως ουσ. = καθορισμένη ώρα: μη βραδύνω το σύνολον κατά την ορισμένην| κι ονειδισθώ εις υποστροφήν και ζην με ου συμφέρει Διγ. (Trapp) Gr. 633· να μην αργήσω σήμερον κατά το ορισμένον,| ονειδισθώ εις το γένος μου, δεν θέλω ζην εις κόσμον Διγ. Z 877.
πανεύοσμος,- επίθ.
Από το α΄ συνθ. παν‑ και το επίθ. εύοσμος. Ουδ. πανεύοσμον στο Steph., Θησ. ως εσφαλμ. γρ. Η λ. στο Κουμαν., Συναγ. ν. λέξ.
Πολύ ευωδιαστός: ως ρόδον πανεύοσμον θέλγει μου την καρδίαν Διγ. (Trapp) Gr. 2441· Βασιλικόν πανεύοσμον, άμπαρη μοσκοφόρε Στίχ. ερωτ. 1.
πανήδονος,- επίθ., Στίχ. ερωτ. 8.
Από το α΄ συνθ. παν‑ και το ουσ. ηδονή.
α) Πανέμορφος: είχες νερά τρεχάμενα, είχες πανώριες βρύσες,| περιβόλια πανήδονα με τα καρπίσια δένδρα Θρ. Κων/π. διάλ. 44· β) πολύ γοητευτικός: Πέρδικα χρυσοπλούμιστη, λιθάριν λυχνιτάριν,| ερωτική, ευγενική, πανήδονη κουρτέσα Ιμπ. (Lambr.) 251.
παρακινώ,- Χρον. Μορ. P 25, Χειλά, Χρον. 354, 357, Δούκ. 3433, Στίχ. ερωτ. 18, Σοφιαν., Παιδαγ. 111, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 7128, 14112, 14, Σταυριν. 39, 42, Ιστ. Βλαχ. 588, 1492, 1814, 2112, Σουμμ., Ρεμπελ. 170, 184, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 49r δις, 49v, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά́ [179], Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 141, 365, Ροδινός (Βαλ.) 225, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 13525.
Το αρχ. παρακινέω. Η λ. και σήμ.
I. Ενεργ. 1) Υποκινώ, υποδαυλίζω, προκαλώ: ο εχθρός ο βάσκανος οπού καλόν δεν θέλει (παραλ. 1 στ.) μάχην επαρακίνησε μετά των Ερδελίων Ιστ. Βλαχ. 107· καταπρόσωπον σταθέντες| άπαντες εξ αμφοτέρων| παρεκίνησαν την μάχην Ερμον. Κ 3· εγνώριζε τα πάντα όλα πούθεν επαρακινόνταν Σουμμ., Ρεμπελ. 178. 2) Ωθώ βίαια, σπρώχνω: Οι άνθρωποι ήσαν ως κτηνά και επαρακίνησάν τους·| άνδρες, γυναίκες και παιδιά ως πρόβατα τους διώχνουν Χρον. Τόκκων 3898. 3) α) Παρακινώ, προτρέπω: να παρακινήσετε στρατάρχας και κρατάρχας,| και ομοφωνιά, ομόνοια να έχουσιν οι πάντες Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 900· Εις τον οποίον τόπον, ως εδυνήθηκα, επαρακίνησα τον λαόν εις μετάνοιαν Ιερόθ. Αββ. 333· β) οδηγώ κάπ. να κάνει κ., εξωθώ: Τα πάθη μου τα περισσά και τόσες δυστυχίες (παραλ. 3 στ.) με παρακινήσασιν συχνά να αναγνώνω| τον ψαλτήρα Παλαμήδ., Ψαλμ. 425· τι επαρακίνησε τον Θεόν να βάλει εκείνους τους τόπους εις τόσων ασεβών χέρια; Ροδινός (Βαλ.) 105· Περί ζωγραφίας ατίμου, οπού ποιούσι τινές να παρακινούνται ορώντας εις πορνείαν Βακτ. αρχιερ. 153. 4) Επηρεάζω κάπ., τον κάνω ν’ αλλάξει συμπεριφορά: αν ανθρώπου πρόσωπον δεν τον παρακινήσει,| ίσως καν τούτο τ’ άγριον τον κάμει ν’ αγαπήσει Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [101]. II. (Μέσ.) στασιάζω, επαναστατώ: ήσαν η αιτία και η ανάγκαση των σκανδάλων ετούτων, διότι αδίκως επαρακινηθήκανε εναντίον των αρχόντων Σουμμ., Ρεμπελ. 173.
στεναγμός- ο, Σπαν. Α 9, Κομν., Διδασκ. Ι 4, Γλυκά, Στ. 251, Στίχ. ερωτ. 6, Λόγ. παρηγ. Ο 125, Καλλίμ. 724, 1180, Διγ. (Trapp) Gr. 576, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 469, 1166, Βέλθ. 415, Διήγ. πόλ. Θεοδ. 81, Απολλών. (Κεχ.) 21, Λίβ. Esc. 677, 2954, Λίβ. διασκευή α 3082, Αχιλλ. (Smith) N 46, Αχιλλ. (Smith) ) O 493, Αλφ. ξεν. Αμ. (Μαυρομ.) 25, Ανακάλ. 1, Θησ. Ζ́ [433], Ch. pop. 29, Αξαγ., Κάρολ. Έ 1091, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Β́ 125, Ιστ. Βλαχ. 2389, Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Ά 842, Β́ 1310, Διακρούσ. (Κακλ.) 322, κ.α.
Το αρχ. ουσ. στεναγμός. Η λ. και σήμ.
(Συν. στον πληθ.) α) αναστεναγμός: Εδιέβην απεδώ στρατιώτης πονεμένος,| άγουρος ποθοφλόγιστος διά πόθον ωραιωμένης·| τα δάκρυά του είχεν ποταμούς, βροντάς τους στεναγμούς του,| καπνόν επάνω εις τα βουνά τον πονοανασασμόν του Λίβ. διασκευή α 3936· … πιάσας τῃ χειρί την θύραν της εισόδου,| και το «κυρά μου» προσειπών και το «καλή σου ημέρα»,| και το «ψυχή, ουκ ανοίγεις μοι, καρδιά, ου θεωρείς με;»| και στεναγμόν από ψυχής εκπέμψας άχρι τρίτου Προδρ. (Eideneier)2 Á́ 229· β) (συνεκδ.) λύπη, βάσανο: να έχω στεναγμούς και οδύνας αμετρήτους Λίβ. διασκευή α 752· Δαρμούς πολλούς κι ερωτικούς και στεναγμούς μεγάλους| και πικροφήγησες πολλές τές έπαθα διά σένα Ερωτοπ. 630. Έκφρ. εκ στεναγμού καρδίας, βλ. Επιτομή, ά. καρδία Έκφρ. 9.
στενάζω,- Σπαν. Α 499, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 541, Λόγ. παρηγ. Ο 501, Προδρ. (Eideneier)2 Ά́ 57, Καλλίμ. 614, Διγ. (Trapp) Gr. 396, Διγ. Α 233, 423, Διγ. Ζ 500, 633, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 188, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 276, Απολλών. (Κεχ.) 708, Λίβ. Esc. 19, 3573, Λίβ. διασκευή α 56, 109, Στιχ. ερωτ. 27, Αχιλλ. (Haag) L 15, Αχιλλ. L 869, Αχιλλ. (Smith) N 67, Αχιλλ. (Smith) O 27, Φαλιέρ., Ιστ.2 467, Φαλιέρ., Ενύπν.2 45, Ανακάλ. 107, Λίβ. Va 1673, Σκλέντζα, Ποιήμ. 1151, Απόκοπ.2 109, Έκθ. χρον. 169, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 1159, Βυζ. Ιλιάδ. 711, Αξαγ., Κάρολ. Έ 1117, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 54, Θρ. Κύπρ. Μ 12, Ιστ. πολιτ. 214, Διήγ. Αλ. Σεμίρ. Β 1364, Σταυριν. 1103, Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 854, Διακρούσ. (Κακλ.) 637, κ.α.
Το αρχ. στενάζω. Η λ. και σήμ.
Α´ Αμτβ. α) αναστενάζω: Είτα καθίσαντες ομού εν θώκῳ χαμαιζήλῳ,| τάδε λέγειν απήρξατο στενάξασα εκ βάθους (ενν. η κόρη) Διγ. (Trapp) Gr. 2109· Πολλά πολλά τον έλεγεν ο Αρχίστρατος ο μέγας (ενν. τον Απολλώνιον),| πολλά τον λέγει διά να φα, να φάγει ν’ αριστήσει,| εκείνος κάτω ένευεν κι εστέναζεν μεγάλως Απολλών. (Κεχ.) 183· (σε προσωποπ.): Φρίξε, ουρανέ, και στέναξε, θλίψη γι’ αυτούς να δείξεις| και κλάψε και τα δάκρυα σου σημάδι να στραγγίξεις| σε τούτο τον ακόλαστο θάνατο που θερίζει| με δίχως δίκιο, και κολλά κι όλους τους τυραννίζει! Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1733· (προκ. για τον επιθανάτιο ρόγχο): Τον μούντον μου επιλάλησα, ηρξάμην τούτον κρούειν,| μικράν ραβδεάν τον έδωκα επάνω εις το μετώπιν,| αυτίκα ηυρέθη άφωνος πεσών εκ του φαρίου·| ευθύς δ’ εγώ επέζευσα, κρατώ να τον εγείρω,| στενάξας δ’ ο νεότερος εξέπνευσεν ευθέως Διγ. Ζ 3041· β) (συνεκδ.) θρηνώ, ολοφύρομαι: ιδού Σπανιόλος ιερεύς, οπού ’τονε κρασμένος| Γουλιέλμος ...| σηκώνοντα τας χείρας του άρχισε να στενάζει| και πάντες πως εχάθησαν μεγάλα να φωνάζει Αχέλ. 2166. Β´ (Μτβ.) θλίβομαι, υποφέρω για κ.: άφες με τας πικρίας μου μόνος να τας στενάζω,| τας μυριοτυραννήσεις μου μόνος ας τας λυπούμαι| και τά έπαθα δι’ ασχόλησιν εγώ ας τα πάσχω μόνος.| Και μη με βιάζεις, άνθρωπε, να σε είπω τό στενάζω Λίβ. διασκευή α 3705, 3708.
συμπάθιον- το, Χρον. Μορ. H 492, 1571,1704, 5471, 5473, 6214, 6864, 8392, 8426, Χρον. Μορ. P 492, 719, 1571, 1704, 1788, 6214, 8392, 8426, Απολλών. (Κεχ.) 317, 337, Μαχ. 16624, 26417‑18, 29416, 3021, 60027, Θησ. Í́ [196], Χούμνου, Κοσμογ. 1074, 1774, Γεωργηλ., Θαν. 88, 418, Βουστρ. (Κεχ.) 29017, Στίχ. ερωτ. 24, Διήγ. Αλ. V 41, 58, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 112, Βεντράμ., Γυν. 3, Διήγ. Αλ. G 2634, 36, Διήγ. Αλ. F (Konst.) 3824, Διήγ. Αλ. E (Konst.) 3918, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 10524, 20316, 21521, 2977, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 84v, 272r, Μαλαξός, Νομοκ. 444, Δαρκές, Προσκυν. 172, Πηγά, Χρυσοπ. 187 (49), 288 (31), Μορεζ., Κλίνη φ. 162v, 357v, 368r, 440r, 442v, Βίος Αισώπ. (Eideneier) D 23711, Δωρ. Μον. XXXVI, Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 10528, Μπερτολδίνος 169 δις, Μπερτόλδος 25, Διγ. Άνδρ. 39121, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) Πρόλ. 155, Διήγ. ωραιότ. 91, Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Υπόθ. 251, Έ́ 1608, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. ί 15, Λουκ. ί́ 12, Hagia Sophia f 60216, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis), 2310, 2703, 8994· συμπάθιο, Χρον. Μορ. H 5558, Χρον. Μορ. P 5558, Θησ. Έ́ [735], [854], [931], ΙΒ́ [348], Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 871, 1337, 1342, κ.α., Δεφ., Λόγ. 738, Χρον. σουλτ. 261, Πανώρ.2 Γ́ 347, Δ́ 367, Έ́ 107, 110, Ερωφ. (Αλεξ.-Αποσκ.) Έ́ 639, Ιντ. κρ. θεάτρ. Ά́ 150, Δ́ 11, Πιστ. βοσκ. IV 8, 205, 257, Σουμμ., Ρεμπελ. 181 δις, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.)2 Ά́ 1465, Γ́ 1005, Δ́ 1504, Έ́ 1197, Θυσ. (Bakk.-van Gem.) 897, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 174v, Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 393, Έ́ 486, Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Δ́ 1389, Έ́ 1602, 1631, 1636, Διγ. O 1979, 1983, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 4313, 56522, Τζάνε, Κατάν. Αφ. 84, 456· συμπαθίον, Βουστρ. (Κεχ.) M 197, 1494, 29116.
Από το συμπαθώ και την κατάλ. ‑ιον υποχωρ. (Ανδρ., Λεξ., Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 65-6· βλ. όμως και Georgac., Glotta, 31, 1951, 203-204). Ο τ. συμπάθιο στο Βλάχ. και σήμ. Η λ. στο Somav. και σήμ. ιδιωμ. (Μηνάς, Λεξ. ιδιωμ. Καρπάθου, Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ.).
1) Οίκτος, έλεος, συμπόνια: Εκείνη κλαι και λέγει τον: «Και τι αμαρτίαν εποίκα;»| Εκείνος απεκρίθηκεν: «Εσύ αμαρτίαν ουκ έχεις·|ο κύρης σου την έποικεν την αμαρτίαν ταύτην:| εις χείρας σε παρέδωκεν που δεν έχεις συμπάθιον» Απολλών. (Κεχ.) 512· θωρώντα τον αποστολέν ο μισέρ Γιακούμος εγονάτισεν ομπρός του και εζήτησέν του συμπάθιον. Κι εκείνος ήτον τόσον κρουδέλ, και έρισεν και εσκοτώσαν τον Βουστρ. (Κεχ.) 187. 2) Θετική διάθεση· συμπάθεια, ευμένεια, εύνοια: λέγει τον (ενν. ο βασιλεύς των Ρωμαίων)· «Ω τέκνον μου, ... είτι και αν θέλεις από την βασιλείαν μου, ειπέ με το να σε το δώσω». Απεκρίθη ο Ακρίτης ... δουλικώς· «Να είναι καλά η βασιλεία σου ... Εμένα σώνει με μόνον το συμπάθιον ...» Διγ. Άνδρ. 3649· όσοι αυθέντες και κάστρη με το θέλημάν τους επροσκύνησαν τον Αλέξανδρον, εκείνοι αυθέντευαν και τα κάστρη είχαν και μεγάλην τιμήν και συμπάθιον από τον Αλέξανδρον Διήγ. Αλ. E (Lolos) 20928. 3) α) Συγχώρηση, συγγνώμη: Ω γλυκύτατέ μου αδελφέ, εγώ ζητώ σου συμπάθιον από εκείνον απού σου έπταισα Άνθ. Χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 93· κλαίγοντας από την χαρά (ενν. ο άνδρας της) τής εζήτα συμπάθιον εις εκείνα τα σκληρά απού της έδειξεν Μορεζ., Κλίνη φ. 367v· Αν έξευρες την πίστην και λαμπρόν μου| ως γιον εγώ θωρώ την ομορφιάσ σου| έθελες έχειν λύπην στην καρδιάσ σου| όχι συμπάθιον μόνον εις αυτόν μου Κυπρ. ερωτ. 874· Συμπάθιο εζήτηξεν (ενν. ο Ρωτόκριτος) ομπρός στα θέλει να μιλήσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Έ́ 1333. (εδώ ως χριστιανική αρετή): εκείνα μόνον εξυψώνει (ενν. ο Χριστός), τα οποία είναι ολονών εύκολα να τα κατορθώσουσιν και είναι τα σημάδια της αγάπης προς τον πλησίον με συμπάθιον, η ελεημοσύνη, και μα την αλήθειαν «έλεον θέλω και ου θυσίαν» λέγει ο Θεός Πηγά, Χρυσοπ. 144 (52)· β) άφεση αμαρτιών: έχυσεν (ενν. η πόρνη) το πολύτιμον μύρον εις την κεφαλήν του Χριστού και εγύρεψεν συμπάθιον εις τες αμαρτίες οπού έκαμεν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 382r· γ) επιείκεια: αι δε γυναίκες, οπού να μάθουν ότι ζει ο ανήρ αυτών ..., αμή θέλουν ότι να έχουν τους δευτέρους άνδρας, ουχί τους πρώτους, τους νομίμους, κανένα συμπάθιον αυτές δεν έχουν Μαλαξός, Νομοκ. 349· αλλ’ επειδή ’σ’ απαίδευτος, ως φαίνεται το πράμα,| το πως δεν έχεις φρόνεσην, ουδέ κατέχεις γράμμα,| συμπάθιο πρέπει το λοιπόν να ’χεις διά την ώραν Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 113· (εδώ μετων.): Μου φαίνεται πρεπούμενον να συμπαθήσω άλλον,| γιατί σ’ εμέν ευρέθηκε πολλές φορές συμπάθιο (έκδ. συμάθιο· διορθώσ.) Θησ. Έ́ [924]· δ) απαλλαγή από ποινή, χάρη: Ο δε Αίσωπος δεν άφησε τον βασιλέα να τον θανατώσει, που τον έκαμε τόσον κακόν, αλλά επήρε του συμπάθιον Βίος Αισώπ. (Eideneier) K 19412. 4) Συγκατάθεση, άδεια: διά τούτο λέγω προς εσάς, αξιοπαρακαλώ σας,| να έχω συμπάθιον από εσάς ημέρες δεκαπέντε| να ορθώσω τα φουσσάτα μου και να σας καταφτάσω Χρον. Μορ. H 719· Ο Φίλιππος όταν ήτον εις το φουσσάτο της Περσίας, ηπήρε συμπάθιον εκ τον Δάρειον και εγύρισεν πίσω Διήγ. Αλ. V 27. 5) Συμφωνία, συνθήκη: Οι Αρκαδινοί εζητήσασιν συμπάθιον να τους ποιήσει,| αφροντισίαν να έχουσιν με τα υποστατικά τους Χρον. Μορ. H 1788. 6) (Νομ.) φιλικός διακανονισμός, συμβιβασμός: όταν έλθει και ζητήσει συμπάθιον (ενν. ο δευτερογαμήσας πατήρ), πληρώνει τας εξόδους του αντιδίκου του (ενν. πενθερού) ως την ημέραν ότι συμπαθηθεί Ελλην. νόμ. 57117. — Βλ. και συμπάθεια η, συμπάθειος η.
συμπονώ,- Καλλίμ. 617, 2027, Βέλθ. 396, Ερωτοπ. 651, Λίβ. διασκευή α 1610, 2736, 3280α, 4121, Λίβ. Esc. 901, 1674, 2600, 3154, Αχιλλ. (Smith) N 1142, Στίχ. ερωτ. 32, Ιμπ. 576, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 6, Λίβ. Va 98, 1725, 2968, 3040, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 574, Ch. pop. 438 κριτ. υπ., Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 4989, 5000, Ρίμ. θαν. 91, Βυζ. Ιλιάδ. 731, Διήγ. ωραιότ. 829, Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 711, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 38612, κ.α.
Το αρχ. συμπονέω. Η λ. και σήμ.
Α´ Μτβ. 1) α) Συναισθάνομαι, συμμερίζομαι τον ψυχικό πόνο κάπ., συμπάσχω: Την κόρην εφανέρωσα τον πόνον της ψυχής μου,| είπα διά την αγάπην της πόνους μεγάλους πάσχω.| Ήκουσεν η παράξενος και εσυνεπόνεσέ με,| έπασχεν τας κακώσεις μου, τας θλίψες μου ελυπάτον,| κατένευσεν εις έρωταν και αυτή τον εδικό μου Λίβ. Va 2421· πέφυκεν ίνα συμπονῄ φιλέρωτος καρδία| τους εξ ερώτων πάσχοντας και τους ποθοτρωμένους Λίβ. διασκευή α 3237· Αν γαρ αισθάνου τον κλαυθμόν των αδελφών σου τούτον,| να τους συνέκλαυσες και συ και να τους συνεπόνεις Καλλίμ. 1398· Και πού ο ρήξ και ρήγαινα, πατήρ εμός και μήτηρ| να συνθρηνήσουν μετ’ εμού και να με συμπονέσουν;| Και πού το παρηγόρημα πασών των ιδικών μου; Βέλθ. 1167· ετούτο η φύση το ’δωκε στη σάρκα την καημένη,| κάθε κορμί να συμπονεί τ’ αλλού την πονεμένη·| και τον εχθρό του να θωρεί κιανείς πως πα να θάψου,| δεν ημπορούν τα μάτια του παρά να τονε κλάψου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 1190· (με συστ. αντικ.): «Αδόνιν μου πολύπονον, ερωτικόν μου αδόνιν,| ευχαριστώ σε, αδόνιν μου, ότι πονείς διά εμένα,| και θλίβεσαι και συμπονείς τους εδικούς μου πόνους». Αχιλλ. L 758· β) δείχνω οίκτο· ευσπλαχνίζομαι, λυπάμαι κάπ.: Ανέν και ιδείς τήν (ενν. την σύζυγον γυνήν) πονηρήν, άτακτην, ακαμάτριαν| τότε μηδέν τήν συμπονείς, ανηλεώς την δέρνε Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1665· δίδει (ενν. η γυναίκα) μέσα εις τον ποταμόν με το παιδίον της και διαβαίνει κάτω εις το βάθος και όλοι την ελυπήθησαν και ερχίσασιν να τηνε συμπονούσιν Μορεζ., Κλίνη φ. 367r. 2) α) Συντρέχω, συνδράμω, βοηθώ: «Εκείνον τό ποιήσατε πτωχού του αδελφού μου| στον κόσμον απού ’φάνησαν κι έκράξαν τ’ όνομά μου,| εσείς αυτούς εδέχθητε κι εσυμπονέσετέ τους,| εμέν (δηλ. τον Χριστόν) εθεραπεύσετε ομάδι και με τούτους». Ρίμ. θαν. 99· όταν είσαι φειδωλός και άσπλαγχνος και δεν συμπονείς εις την χρείαν τους πένητας, αλλ’ αυτοί μεν πεινούν ... και εσύ φυλάγεις εις το σεντούκι τα χρήματα ... Μαρτύρ. αγ. Νικολ. 168269· β) παρηγορώ, συμπαραστέκομαι: Μα ο γενεράλης φτάνει κει να τονε συμπονέσει|και να του πει παρηγοριές, εις αρρωστιά μην πέσει (ενν. ο Αλμερίγος) Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.- Αποσκ.) 42811· θλιμμένος ήμουν, ήλθετε και εσυμπονέσετέ με Ρίμ. θαν. 94. Β´ (Αμτβ.) στενοχωριέμαι, λυπάμαι: Υπάγει στο κρεβατιν του, οπού ήτον ο Ιμπέρης| και συμπονεί και θλίβεται ωραία η Μαργαρώνα Ιμπ. 754· Και μη με βιάζεις, άνθρωπε, να σε είπω τό στενάζω, (παραλ. 2 στ.) να συμπονέσεις μετ’ εμέν, έξευρε, ουκ ένι λόγος·| και άφες με, ας πάσχω μοναχός, ας κλαίω το τυχερόν μου| και της μυριομαρμένης μου την βίαν ας στενάζω Λίβ. διασκευή α 3711· (σε προσωποπ.): Δακρυοβολούσιν τα βουνά, μοιρολογούν οι κάμποι,| θρηνούσιν τα λαγκάδια και τα δενδρα λυπούνται,| αντιδονούν οι ποταμοί, κλαίουσιν τα λιβάδια| και τα πουλάκια κιλαδούν, σιγούν και συμπονούσι Αλφ. ξεν. Αθ. (Μαυρομ.) 23.
συντίθημι,- Γλυκά, Στ. 78, Διγ. (Trapp) Gr. 2823, Rechenb. (Vog.) 193, 5824, Προσκυν. Ιβ. 845 869, Προσκυν. Ιβ. 535 856, Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 330· προστ. αορ. σύνθησον, Sprachrehre 168· μτχ. παρκ. συνθημένος· συντεθεμένος, Προσκυν. Ιβ. 845 383, 687, Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 630.
Το αρχ. συντίθημι. Το μέσ. και σήμ. λόγ.
I. Ενεργ. 1) Τοποθετώ μαζί, δίπλα δίπλα: επάνω δε του κτίσματος του λαμπροτάτου εκείνου| αντί πυργοβολήματα ήσαν συντεθειμένα| λέων, δρακόντων κεφαλαί από χρυσών ποικίλων Βέλθ. 247· Ευρίσκεις πόρταν εύμορφην, κιόνια βαλμένα,| ωραία, άσπρα και καλά, οκτώ συντεθεμένα Προσκυν. Ιβ. 535 684. 2) Αθροίζω, προσθέτω: Έτι σύνθες τα ρ́ εξάγια μετά των σμ́, γίνονται τμ́ Rechenb. (Vog.) 115. 3) α) (Προκ. για συγγραφικό έργο) δημιουργώ, γράφω κ.: γραφήν σε γράφω εκ ψυχής, εμή παρηγορία·| ην έγραψαν οι χείρες μου, συνέθηκεν ο νους μου Στίχ. ερωτ. 5· β) καταγράφω κ.: Συντεθέντα δε ταύτα παρ’ εμοί Ιωακείμ αρχιμανδρίτῃ τῳ Κυπρίῳ και ενταύθα υπό αξιοπίστων ανδρών βεβαιωθέντα και εις πεζήν φράσιν γραφέντα Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) Σύνοψ. 10. IΙ. (Μέσ.) συγκατατίθεμαι, αποδέχομαι, συμφωνώ σε κ.: Ουχί συνέθου του ελθείν μετά περιχαρείας;| Μη γαρ σε κατηνάγκασα ή παρεβίασα σε; Διγ. (Trapp) Gr. 489· Αλλ’ ουδαμώς συνέθετο αυτοίς ο Μελεμέντζης| και προς αυτόν (ενν. τον Φιλόπαππον) εφώνησε μεγάλως, επηρμένως Διγ. Z 3372. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = 1) Τοποθετημένος δίπλα δίπλα, παραταγμένος: εικόναι δε περίκεινται λεπτοϊστορισμέναι| έμπροσθεν εις τα διάστηλα καλά συντεθειμέναι Παϊσ., Ιστ. Σινά (Καδάς) 1086. 2) Συγκροτημένος· αρμονικός: Όταν εκαβαλίκευεν (ενν. ο Λεονάρδος) εις το φαρίν απάνω| εφαίνετόν σε ως μάρμαρον· ασάλευτον ηστέκει| —τόσον ιστέκασιν καλά τα μέλη συνθημένα Χρον. Τόκκων 3358. — Βλ. και συνθέτω.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- η, Διγ. (Καλ.) A 1537, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 3475, 37516· άμπαρη, Στίχ. ερωτ. 1.