Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 179 εγγραφές  [0-20]

  Βιβλ.αναφορά : Σπαν. B

  • αδιάδοχος,  
    επίθ., Σπαν. (Hanna) B 153, Σπαν. (Hanna) V 154, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 164.
    Η λ. ήδη σε Σχολ. (L‑S).
    Συνεχής, αιώνιος (Η σημασ. ήδη σε Σχολ. L‑S): η δ’ αρετή όσον γηρά γίνεται λαμπροτέρα| και κέρδος έχει αδιάδοχον την άνω βασιλείαν Σπαν. B 153.
       
  • ακηδία  
    η, Βίος οσ. Αθαν. (Βέης) 252, 256· Gesprächb. (Vasm.) 11322· ακηδιά, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 574, Σπαν. (Hanna) B 516.
    Το αρχ. ουσ. ακηδία (L‑S λ. ακήδεια).
    Νωθρότητα ψυχική, έλλειψη πνευματικής εγρήγορσης, ολιγωρία, τεμπελιά (πβ. Lampe, Lex.): το γαρ πολύν κι υπέρμετρον πολλάκις έχει βάρος| και τους αναγινώσκοντας εις ακηδίαν (διόρθ. Hanna· χφ αδικίαν· ο Χατζιδ. προτιμά αηδίαν) εμβάζουν Σπαν. B 516· ωφέλιμον εις τον κοινόν βίον εν μέσῳ πολλών αδελφών του νέου. Ουκ ωφέλιμον και μουνονοικείν: εμπέσει εις ακηδίαν, εις οκνηρίαν Gesprächb. 11322 Η δε ακηδία χώραν εν αυτῳ ουκ είχεν· το γαρ πλήθος των γονυκλισιών και η συνεχής επάλληλος ανάγνωσις ουκ εία τούτον ακηδιάσαι ει μη που σφοδροτάτῃ νόσῳ κάτοχος ην Βίος οσ. Αθαν. 256.
       
  • ακούω,  
    Σπαν. (Hanna) B 114, Προδρ. (Hess.-Pern.) IV 104, Ασσίζ. (Σάθ.) 12430, 16412, 2835, 38714, Ελλην. νόμ. (Σάθ.) 558, Διγ. (Mavr.) Gr. VI 496, Διγ. (Hess.) Esc. 517, 1325, Διγ. (Sath.-Legr.) Τρ. 3102, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 335, 1379, 3176, 3539, 8464, Πτωχολ. (Ζώρ.) N 550, Διήγ. Βελ. (Cant.) 459, Ερωτοπ. (Hess.-Pern.) 159, Λίβ. (Lamb.) Sc. 2014, Λίβ. (Wagn.) N 275, Χρησμ. (Trapp) I334, Μαχ. (Dawk.) 18226, 24412, 44630, 32, 5222, Σφρ., Χρον. μ. (Grecu) 9032, Θησ. (Foll.) I 5, 137, Θησ. (Βεν.) Υπόθ. Β́́ [13], Γεωργηλ., Θαν. (Wagn.) 17, Ριμ. Βελ. (Wagn.) 164, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 350, Έκθ. χρον. (Lambr.) 2414, 281, 531, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 30, 81, 123, 143, 148, Πεντ. (Hess.) Γέν. ΧΙ 7, ΧΧΙΙΙ 6, XLVII 23, Έξ. ΙΙΙ 7, VII 22, XV 26, XXII 22, XXIII 22, Δευτ. ΙΙ 25, ΧΧΧΙΙΙ 7, Βίος γέρ. (Schick) V 770, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 1314, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 1236, Ιστ. πατρ. (Βόνν.) 9716, 11315, 18813, Πιστ. βοσκ. (Joann.) I 5, 219, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 1847, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 890, Δ΄ 1875, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 40, 72, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Ε΄ 191, Φορτουν. (Ξανθ.) Β΄ 32, Πρόλ. άγν. κωμ. (Morgan) 35, Ζήν. (Σάθ.) Ε΄ 86, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 19814, 2439, 26315, 29310, 3002, 4421, 51311, 5205· ακούγω, Σκλέντζα, Ποιήμ. (Κακ.) γ23, Συναξ. γυν. (Krumb.) 883, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 477, Φαλιέρ., Ρίμ. (Ζώρ.) AN 297, Δεφ., Σωσ. (Legr.) 36, Πεντ. (Hess.) Λευιτ. XXIV 14, Δευτ. Ι 16, ΙV 12, 28, XIII 375, ΧVIII 14, 15, Αχέλ. (Pern.) 1190, Ερωφ. (Ξανθ.) Δ΄ 687, Πιστ. βοσκ. (Joann.) V 8, 110, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 2203, Ροδολ. (Μανούσ.) Δ΄ 19, Διήγ. πανωφ. (Φιλαδ.) 59, Διήγ. ωραιότ. (Ασώπ. Ειρ.) 204, Διγ. (Lambr.) O 418· ακώ, Ασσίζ. (Σάθ.) 2506, 28129, 2849, 35010, Διγ. (Hess.) Esc. 536, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 8911, Θησ. (Βεν.) ΙΑ΄ [122]· ηκούγω, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 33v, 43v, 131r, 163v· ’κούω, Ασσίζ. (Σάθ.) 44219, Διγ. (Καλ.) Esc. 74, Διήγ. Βελ. (Cant.) 357, Θησ. (Βεν.) Έ́ [802], Ζ́́ [1402], Ριμ. Βελ. (Wagn.) 127, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 75, Κατζ. (Πολ. Λ.) Δ΄ 31, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 313, 1285, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Γ́ 213, Διγ. (Lambr.) O 113, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 47624· μτχ. παρκ. ακουσμένος, Δεφ., Λόγ. (Kar.) 668, Κατζ. (Πολ. Λ.) Δ́ 220, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) Προς Αναγν. 28, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 10, 239, 600, 1364, Σταυριν. (Legr.) 22, 205, 344, 862, 1107, 1126, 1201, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 1270, 1285, Διγ. (Lambr.) O 145, 1588, Διακρούσ. (Ξηρ.) 11314, 11713, 11817.
    Το αρχ. ακούω. Η λ. και σήμ. κοινή και με διάφορους τ. σε ιδιώμ. (ΙΛ). Για τον τ. ’κούω βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 213· για τον τ. ακώ, καθώς και τη μτχ. ακόντα, βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 215.
    I. Ενεργ. 1) Ακούω, όπως κοιν. και σήμ. (Η σημασ. αρχ., L‑S): ως να ακούσουν το άκουσμά σου και να τρομάξουν και να φουβεθούν Πεντ. Δευτ. ΙΙ 25. Πβ. αγροικώ ΙΙΙ 1α. 2) α) Ακούω προσεκτικά, εξετάζω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 4α): καν συντυχαίνει (ενν. ο καίσαρ) πρόσεχε κι άκουε να μανθάνεις Σπαν. B 114· β) παρέχω ακρόαση (σε κάποιον): μετά ταύτα η αυλή ένι κρατημένη να ακούσει το δίκαιον των δύο μερίων Ασσίζ. 16412· Περί του ... αβαμπαρλιέρη πότε χρη έσται ακροούμενος εις την αυλήν και πότε να μηδέν του ακούσουν Ασσίζ. 2835. Συνών. ακροώμαι. 3) Παρακολουθώ (προκ. για εκκλησιαστική ακολουθία ή τμήμα της): και ούτε ώρες, ούτε εσπερινόν, ούτε όρθρον αυτός ποτέ δεν άκουε Ιστ. πατρ. 11315· και σ’ εκκλησίαν δεν πάμεν| βαγγέλιο ν’ ακούσομεν και αντίδωρον να φάμεν Αλφ. 1516. Πβ. αγροικώ ΙΙΙ 1γ. 4) (Ενεργ. και μέσ.) ονομάζομαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 4α): κυρά, κυρά μαγκίπισσα, το πώς ακούεις ουκ οίδα Προδρ. IV 104· ο πρώτος άκο Κομνηνός κι ο δεύτερος ο Δούκας κι ο τρίτος άκο Άγγελος, ούτως τον ονομάζαν Χρον. Μορ. (Καλ.) H 3539· και ζην ουκέτι βούλομαι ει άτολμος ακούσω Διγ. Gr. VI 496· Εμμανουήλ ο γράψας ην, ακμή και ο ποιήσας·| Γεωργηλάς ακούεται, Λιμενίτης τ’ επίκλην Γεωργηλ., Θαν. 17. Φρ. ακούει το όνομά μου = ονομάζομαι: Και ο μεν νόμιμος ήκουε το όνομά του Νικηφόρος Πρόλ. άγν. κωμ. 35· Πώς ακούει τ’ όνομά σου; Χρησμ. Ι334. 5) Αντιλαμβάνομαι (Η σημασ. ήδη μτγν., ΠΔ [Tisch.] Γέν. ΧΙ 7): ως να μην ακούσουν ανήρ γλώσσα του σύντροφού του Πεντ. Γέν. ΧΙ 7· Μα εγώ, ως ακούγω, ευρέθηκα περίσσα κομπωμένη Ροδολ. Δ΄ 19. Πβ. αγροικώ Ι 1β2. 6) Υπακούω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 4β): οργίσθη ο μπασίας ... ως ουκ ήκουσαν τον λόγον  αυτού Έκθ. χρον. 281· Και επαράδωκέν της τ’ ανοικτάρια και δεν άκουσε να πάρει Μαχ. 44632· Με τέτοιον τρόπον ίδιον| και φυσικά αγάπα, α θα μ’ ακούσεις Πιστ. βοσκ. Ι 5, 219. Πβ. αγροικώ ΙΙΙ 1ζ. 7) α) Εισακούω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 4γ): άκουσε, Κύριε, εις τη φωνή του Ιούδα και προς τον λαόν του να τον φέρεις τα χέρια του Πεντ. Δευτ. ΧΧΧΙΙΙ 7· πώς να ακούσει ο Θεός τώρα την προσευχή μου Αιτωλ., Μύθ. 1314· ότι ο Θεός μετά χαράς ακούγει οπού τον κράζουν Φαλιέρ., Ρίμ. AN 297. Πβ. αγροικώ ΙΙΙ 1Ϛ. Φρ. ακουσμόν ακούω = εισακούω ή υπακούω (Πβ. Ανδρ., Αθ. 47, 1937, 191): αν κακουχισμό να κακουχήσεις αυτόν, ότι κραυγαμό να κραυάξει προς εμέν, ακουσμό να ακούσω την κραυγή του Πεντ. Έξ. ΧΧΙΙ 22· ότι αν ακουσμό να ακούσεις εις την φωνή του και να κάμεις το όλο ός να συντύχω Πεντ. Έξ. ΧΧΙΙΙ 22· αν ακουσμό να ακούσεις εις την φωνήν του Κυρίου του Θεού σου ... και να φυλάξεις όλους τους τύπους του Πεντ. Έξ. XV 26· β) δέχομαι να ..., συγκατατίθεμαι να ...: θωρώντα ότι αργούσαν και δεν ακούαν να μισεύσουν ώσπου να πάρουν αμάχιν Μαχ. 5222. 8) Αισθάνομαι με αισθητήριο του σώματός μου· (εδώ) της όσφρησης· οσφραίνομαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2αβ. Πβ. Ανδρ., Σημασ. εξ. 25) Η σημασ. ήδη στον Άρατο (E. Maass) στίχ. 241 και 336· πβ. E. Maass, Commentariorum in Aratum reliquiae, σ. 38126, 38213, 40824 και 4092 (Πληροφορία δεσπ. H. Werner): Και όσοι διαβούν και βλέπουν τα την μυρωδιάν ακούσι Ερωτοπ. 159. Φρ. ακούω βαρέως = δυσανασχετώ ακούοντας (κάτι) (Πβ. όμως τα σημερ. βαριά ακούω, ΙΛ στη λ. βαρεά 6β, βαριακούω): Ακούσας δε ταύτα ουκ απεδέχθη την αίτησιν αυτών, αλλά βαρέως ήκουσεν Έκθ. χρον. 531. II.  Παθητ. α) Γίνομαι γνωστός, διαφημίζομαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 5α): κι εις Δύσην κι εις Ανατολήν θε ν’ ακουστεί η χαρά μου Τζάνε, Κρ. πόλ. 3002· ίν’ ακουστεί η φήμη μας τώρα στον κόσμον όλον Ριμ. Βελ. 164· Κι η φρόνεσίς μου σας νικά κι ακούστηκ’ η ανδρειά μου Τζάνε, Κρ. πόλ. 19814· β) (απρόσ.) γίνεται γνωστό (Η σημασ. ήδη στο Δαμασκηνό, Sophocl.): ηκούσθη ως οι Αμαρδάριοι έκλεψαν τα άσπρα εκ της αλυκής Έκθ. χρον. 2414. Πβ. αγροικώ ΙΙΙ 3β. Η μτχ. ακουσμένος (ως επίθ.) = φημισμένος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 5α): Στην Βενετιά την έγραψα, την ακουσμένη χώρα Διακρούσ. 11817· χίλιους και πεντακόσιους στρατιώτες ακουσμένους Παλαμήδ., Βοηβ. 600. —Συνών.: ακουστός, ξακουσμένος, ξακουστός. Το β΄ πρόσ. της προστ. άκου και άκο ως επιφ.: με τον αφέντην Αθηνών μισίρ Γιλιάμον άκο| ντε λα Ρότζε το επίκλην του, ούτως τον ονομάζαν Χρον. Μορ. (Καλ.) H 3176· και είπεν ο Ιωσέφ προς τον λαό· ιδού αγόρασα εσάς σήμερα και την ηγή σας του Φαρό· άκου εσάς σπόρο και να σπείρετε την ηγή Πεντ. Γέν. XLVII 23. — Πβ. και ακροάζομαι, ακρουμάζομαι, ακρουμαίνω, ακρώννομαι, αφουκράζομαι, αφτιάζω.
       
  • ανέχω,  
    Σπαν. (Hanna) B 503, Ευγεν., Δρόσ. (Hercher) Α΄ 93, Μακρεμβ., Υσμ. (Hercher) 17132, 2383, 26524, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. (Miller) 47, Ριμ. Βελ. (Wagn.) 87, Θρ. Θεοτ. (Μανούσ.) 103.
    Το αρχ. ανέχω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. ανέχομαι).
    Α´ Μτβ. 1) (Ενεργ.) κρατώ, συγκρατώ (Πβ. L‑S στη λ. Α1): μετ’ ου πολύ μοι πάλιν εφίσταται την Υσμίνην ανέχων προ των χειρών Μακρεμβ., Υσμ. 2383· ξυνείπετο Σώστρατος και θυγάτηρ Σωστράτου τῃ της Υσμίνης ανεχομένη χειρί Μακρεμβ., Υσμ. 26524· Η δ’ ετέρα χειρ το χιτώνιον ανέχει προ των μηρών Μακρεμβ., Υσμ. 17132. 2) Μέσ. α) (με απαρέμφ.) δέχομαι, παραδέχομαι, συγκατανεύω (Η σημασ. ήδη μτγν. Lampe, Lex. στη λ. Β2): ποιείν ανάσχου, δέομαι, όπερ εγώ λαλήσω Ριμ. Βελ. 87· και γαρ διά το πλάσμα σου ταύτα παθείν ηνέσχου Θρ. Θεοτ. 103· β) (με αιτ.) ανέχομαι, υπομένω: εγώ τον Θεόν καταφρονώ ... κι εκείνος αναμένει με κι ανέχεταί με τόσον Σπαν. B 503. Β´ (Αμτβ.) (ενεργ.) υψώνομαι (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S στη λ. Β1ε): Κίων δε τις ανείχε της πηγής μέσον Ευγεν., Δρόσ. Α΄ 93.
       
  • αντάλλαγμα  
    το, Σπαν. (Hanna) A 156, Σπαν. (Hanna) B 157, Κομν., Διδασκ. (Λάμπρ.) Δ 195, Σπαν. (Legr.) P 93, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 120, 168, 195, Διγ. (Sath.-Legr.) Τρ. 458, Διγ. (Καλ.) A 971, Σαχλ. Β′ (Wagn.) P 93, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 45.
    Το αρχ. ουσ. αντάλλαγμα. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) Αυτό που μπορεί να αντικαταστήσει κάτι, αυτό που το δίνουν ή το παίρνουν ως αντιστάθμισμα, το ισάξιο (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): Φίλου πιστού αντάλλαγμα, λέγει ο Θεολόγος,| δεν είναι άξιος ποτέ μηδέ ο κόσμος όλος Ιστ. Βλαχ. 45· τίποτε ουκ ένι αντάλλαγμα της καθαράς αγάπης Σπαν. B 157. Πβ. αλλαξία 3. 2) (Προκ. για το πρόσωπο) αλλαγή έκφρασης, αλλοίωση του προσώπου από συναισθηματική αντίδραση (Πβ. ΙΛ στη λ. 2): βλέποντας το αντάλλαγμα του Αμιρά οι δούλοι| ευθύς ανταποκρίνονται ... (παραλ. 1 στ.): «Ου γαρ ευρήσεις αφ’ ημών αφορμήν ραθυμίας» Διγ. A 971. Πβ. και άλλαγμα 2, αλλαξία 3, αλλοτριωμένος, αλλοχροιαίνω.
       
  • αντίσηκος,  
    επίθ., Σπαν. (Hanna) B 494, Σπαν. (Legr.) P 272, Λόγ. παρηγ. (Λάμπρ.) L 704, 715, Προδρ., Στ. δεητ. (Maiuri) 40, Φλώρ. (Μαυρ.) 1596, Λίβ. (Μαυρ.) P 1596, Λίβ. (Lamb.) Sc. 368, 514, 919, 2594, 2828, 3053, Λίβ. (Lamb.) Esc. 1485, 1617, 1870, 1879, 3759, 3761, 4018, 4213, Λίβ. (Wagn.) N 1334, 1446, 1605, 1687, 3195, 3434, 3521, 3635, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 255.
    Από την πρόθ. αντί και το αρχ. ουσ. σηκός. Η λ. ήδη στον Ησύχ., λ. ισόζυγιον (κατά έκδ. Κ. Latte· κατά έκδ. Schmidt ισοζύ[γι]ον), καθώς και στον Ευστ., Ιλ. (Stallb.) 10758. Το ουδ. ως ουσ. επίσης στον Ευστ., Opusc. (Tafel) 330, καθώς και σήμ. (ΙΛ, λ. αντίσηκο).
    α) Αντίστοιχος, ισάξιος, αντάξιος: αν έπαιρνεν κατάλλαμαν αντίσηκον ο Χάρος,| ψυχήν, σώμα για λόγου σας να δώκαμεν με θάρρος Απόκοπ. 255· ... ποία τά εκακοπάθησες, τά έπαθες δι’ εμέναν| και τι αντίσηκον καλόν να σε το αντιμέψω, Λίβ. Esc. 3761· να ποίσω αντίσηκον καλόν και ανταμοιβήν φιλίας Λίβ. Sc. 2594· οίος τας ξένας συμφοράς ηγείται ως δικάς του,| χάριν ευρίσκει αντίσηκον οπόθεν ουκ ελπίζει Σπαν. B 494· β) όμοιος: οπού ’σαν τα μαλλίτσια του (δηλ. του Φλώριου) ωσάν το δακτυλίδιν,| οπού ’τον και αντίσηκος της κόρης Πλατζια-Φλώρης Φλώρ. 1596· γ) αντίστοιχος, αμοιβαίος, απαντητικός (1) (προκ. για επιστολή): Ανάγνωσά την την γραφήν του δακτυλιδοπούλου| και αντίσηκον την έγραψα πιττάκιν Λίβ. Esc. 1879· (2) (προκ. για φωνή): φώναξε ...,| στρίγγισε εις γην, αλλ’ έρημον και πρόσεξε από τότε| ακούεις αντίσηκον φωνήν ως προς την εδικήν σου Λίβ. Sc. 919. Το ουδ. 1) Ως ουσ. α) αυτό που μπαίνει στη θέση άλλου, υποκατάστατο (πβ. και τη σημασ. «διάδοχος, κληρονόμος» σε πρακτικά μονής Ξηροποτάμου JÖBG 17, 1968, 89 και 95)· φρ. ποιώ αντίσηκον (κάποιου) = αντικαθιστώ κάποιον, παίζω το ρόλο του: αν αποθάνει ο Πρόδρομος ... (παραλ. 1 στ.) πού να εύρεις άλλον Πρόδρομον τοιούτον, την κεφαλήν σου;| Αν τύχει αν είπεις τον ζουγλόν να ποίσει αντίσηκόν μου,| να ποίσει και εταίριν μου και αυτόχρημα ως εμένα,| ουκ εγνωρίζεις δέσποτα τον Πρόδρομον τόν έχεις Προδρ., Στ. δεητ. 40· β) απάντηση σε επιστολή: ας δέξεται πιττάκιν μου, γραφήν μου ας αναγνώσει| ... και αντίσηκον ας γράψει Λίβ. Sc. 368· έστειλα ετούτην την γραφήν και αντίσηκον ουκ είδα Λίβ. Esc. 1870· εδώκε με πιττάκιν σου τάχα της συμπαθείας·| αντίσηκον τον έποικα πάλιν ελευθερίας Λόγ. παρηγ. L 704. 2) Ως επίρρ. = σαν σε αντάλλαγμα, σε ανταπόδοση: και συ καθόμοιον έπαθες όσα και εγώ εις τον κόσμον·| θέλω και εγώ αντίσηκον να σε δουλεύσω εσένα και να πασχίσω μετά σε τά έπαθες διά εμένα Λίβ. N 3635· ... ποίον εκ τας πασχίσεις σου, τάς έπαθες μετά μου,| αντίσηκον να δυνηθώ το να σε αντιπασχίσω; Λίβ. Sc. 2596.
       
  • άνω,  
    επίρρ., Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 4103, Σπαν. (Hanna) A 152, Σπαν. (Hanna) B 188, Γλυκά, Στ. (Τσολ.) 562, Προδρ. (Hess.-Pern.) Ι 214, ΙΙ Η 25b, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. (Miller) 752, Ασσίζ. (Σάθ.) 4420, 637, 29218, Επιθαλ. Ανδρ. Β' (Strzyg.) 554, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 1666, 1983, 2557, 4152, 6643, Βίος Αλ. (Reichm.) 4016, 4396, Διήγ. Βελ. (Cant.) 449, Πανάρ. (Λαμψ.) 7917, Περί ξεν. (Wagn.) V 113, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 430, Παϊσ., Ιστ. Σινά (Παπαδ.-Κερ.) 1368, Σταυριν. (Legr.) 1284, Διήγ. ωραιότ. (Ασώπ. Ειρ.) 83, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Ε΄ [1013]· άνων, Ασσίζ. (Σάθ.) 4234.
    Το αρχ. επίρρ. άνω. Η λ. και σήμ. σε ιδιώμ. (ΙΛ).
    1) α) Επάνω (σε κάτι): ουδέν έχει άνω της γης Ασσίζ. 4420· β) επάνω (σε κάποιους)· επικεφαλής: τον είχεν ο βασιλεύς άνω εις τον λαόν του Χρον. Μορ. P 6643· γ) περισσότερο (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 3): όσοι κρατούνε και έχουσι άνω των φιέ τεσσάρων Χρον. Μορ. P 1983· ένα μάρκον ασήμιν και άνων Ασσίζ. 4234· δ) μεταξύ: εις αντρείαν εξάκουστος άνω των στρατιώτων Χρον. Μορ. P 4152· ε) (επιθ.) που βρίσκεται επάνω· εκλεκτός: Τον δ’ ευγενή, τον δ’ υψηλόν, τον εκ της άνω μοίρας Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 752· Εκφρ. (1)  (με άρθρο ενίοτε) οι άνω = οι ευγενείς: Επιθαλ. Ανδρ. Β′ 554· (2) άνω εις την θάλασσαν = παραθαλασσίως: Τα κάστρη ...| που ένι άνω εις την θάλασσα ...| έως έχομε τα πλευτικά, εκεί ας απελθούμε Χρον. Μορ. P 1666· (3) η άνω βασιλεία = η βασιλεία των ουρανών: Γλυκά, Στ. 562· (4) η άνω πατρίς = η βασιλεία των ουρανών: Παϊσ., Ιστ. Σινά 1368· (5) η άνω θεία Πρόνοια = η θεία Πρόνοια: Βίος Αλ. 4016, 4396· (6) τ’ άνω φροντιστήρια = η θεία βούληση: Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1013] (πβ. αι άνω δυνάμεις Ιατροσόφ., Legr., XVIII)· (7) (με εμπρόθ. προσδιορ. προκ. για χρόνο) κατά τη διάρκεια: άνω εις την σταύρωσιν Περί ξεν. V 113. 2) Προς τα επάνω· προς τον ουρανό (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α): ομνύετε μήτε άνω μήτε κάτω Σπαν. B 188· επήγεν κάτω το παιδίν κι άνω η ψυχή μου εξέβη Απόκοπ. 430· (προκ. για τον ουρανό με άρθρο) τα άνω = τα ύψη: Διήγ. Βελ. 449. 3) Προηγουμένως: ως φθάσας είπον άνω Προδρ. Ι 214· (με άρθρο) τα άνω = τα προηγούμενα: αν εξετάσεις ακριβώς έμπροσθεν και τοις άνω Προδρ. ΙΙ Η 25b. 4) Φρ. κενώνω άνω = βγάζω τροφή από το στόμα, κάνω εμετό: Σταφ., Ιατροσ. 4103.
       
  • από (I),  
    πρόθ., Φυσιολ. (Karn.) Μ 326, Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 249, Σπαν. (Hanna) Α 18, 131,164, 524, 532, 551, Β 124, 347, Σπαν. (Ζώρ.) V 69, Σπαν. (Hanna) V 122, 126, 167, Σπαν. (Hanna) Ο 53, Λόγ. παρηγ. (Λάμπρ.) L 457, Λόγ. παρηγ. (Lambr.) O 493, 626, Αιν. άσμ. (Παπαδ.-Κερ.) 120, Προδρ. (Hess.-Pern.) II G 18, III 45, Καλλίμ. (Κριαρ.) 193, 284, 2271, Έκφρ. ξυλοκ. (Λάμπρ.) 156, Ασσίζ. (Σάθ.) 611, 75 , 8921, 1443, 18711, 40030, Ελλην. νόμ. (Σάθ.) 53720, Ορνεοσ. άγρ. (Hercher) 51924, 53714, 5392, Διγ. (Mavr.) Gr. IΙΙ 266, IV 131, 926, VIII 43, 185, Διγ. (Hess.) Εsc. 136, 138, 1316, 1589, 1759, Διγ. (Sath.-Legr.) Τρ. 2835, Διγ. (Καλ.) Α 1440, 2113, 3759, Βέλθ. (Κριαρ.) 71, 248, 249, 328, 405, 530, 538, 566, 700, 714, 914, 1213, 1277, Εβρ. έλεγ. (Παπαγ.) 174, Ερμον. (Legr.) Λ 70, Ν μετά στ. 392, Ξ 73, 105α, Ψ 317, Χρον. Μορ. (Καλ.) Η 439, 940, 1255, 1599, 1675, 1713, 2562, 2738, 2827, 2918, 3531, 4969, 5797, 6107, 6534, 6549, 7290, 7625, 8420, 8683, Χρον. Moρ. (Schmitt) Ρ 3865, Πουλολ. (Krawcz.) 213, Βίος Αλ. (Reichm.) 3661, Φλώρ. (Κριαρ.) 494, 1264, Σπαν. (Ζώρ.) V 41, Περί ξεν. (Καλιτσ.) A 275, 400, Περί ξεν. (Wagn.) V 31, 404, Ερωτοπ. (Hess.-Pern.) 133, Λίβ. (Μαυρ.) P 61, 1867, Λίβ. (Lamb.) Sc. 933, 2213, Λίβ. (Lamb.) Esc. 1077, 3262, 4019, Λίβ. (Lamb.) N 46, 155, Λίβ. (Wagn.) N 838, 1889, Αχιλλ. (Haag) L 284, Αχιλλ. (Hess.) N 39, Αχιλλ. (Λάμπρ.) O 106, 149, 266, 347, Ιμπ. (Κριαρ.) 178, 233, 434, Γράμμ. κρ. διαλ. (Μανούσ.) σ. 7, Χρησμ. (Trapp) I207, V3, VI28, VII14, IX11, Φυσιολ. (Zur.) I 2α5, Χειλά, Χρον. (Hopf) 356, Μαχ. (Dawk.) 803, 25410, 3204, 3729, 57822, 38626, 42010, 42214, Σφρ., Χρον. μ. (Grecu) 628, 83, 10, 23, 1010, 34, 1212, 28, 31, 1418, 29, 32, 1082, 1149, 1244, 26, 1264, 12617, 12829, Θησ. (Foll.) I 125, Θησ. (Schmitt) 339 IV 5, Ch. pop. (Pern.) 20, 30, Καραβ. (Del.) 49226, 49316, 30, Γεωργηλ., Θαν. (Legr.) 197, Ριμ. Βελ. (Wagn.) 683, Βουστρ. (Σάθ.) 414, Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 46, 53, Σοφιαν., Παιδαγ. (Legr.) 92, Διήγ. Αγ. Σοφ. (Băn.) 14715, 14811, Αγν., Ποιήμ. (Ζώρ.) 16, Σαχλ. (Vitti) N 93, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 535, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 395, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 771, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 3, 13, 31, 120, 197, 448, 479, 485, 487, Ριμ. Απολλων. (Morgan) 356, Σκλάβ. (Μπουμπ.) 183, Πένθ. θαν. (Ζώρ.) N 212, 343, 344, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 10, 360, Θρ. Θεοτ. (Μανούσ.) 119, Πεντ. (Hess.) Γέν. IΙΙ 1, VIII 8, XIV 20, XX 6, XXVII 30, Έξ. I 9, XIV 5, XXX 2, Αρ. XIII 25, XXII 16, 23, XXIV 11, XXXIII 8, Δευτ. IX 1, XX 1, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 511, Ιστ. πατρ. (Βόνν.) 7916, 12425, 1497, Μηλ., Οδοιπ. (Παπαγ. Σπ.) 636, Παϊσ., Ιστ. Σινά (Παπαδ.-Κερ.) 282, 1307, Κατζ. (Πολ. Λ.) Α΄ 78, Β΄ 98, 387, Γ΄ 378, Δ΄ 291, Ε΄ 188, 209, 453, Βοσκοπ. (Αλεξ. Στ.) 397, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 195, 440, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 754, Γ΄ 696, 1501, Στάθ. (Σάθ.) Πρόλ. 19, Α΄ 239, 272, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 29, 55, 67, Ροδολ. Α΄ [68], Ε΄ [549], Διήγ. ωραιότ. (Ασώπ. Ειρ.) 76, 428, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Δ΄ [506], χορ. δ΄ [8 ], Λίμπον. (Legr.) Αφ. 38, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 44, 77, Λεηλ. Παροικ. (Κριαρ.) 670, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 26017, Αλφ. (Mor.) ΙΙΙ 10· ’πό, Διγ. (Καλ.) A 1908, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 393 (μετά διόρθ. Ξανθ., Παναθήν. 18, 1909, 180· έκδ. παραλ.), Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 33, 1003, Θρ. Κύπρ. (Μ. Κιτίου) K 295, 468, 803, Βοσκοπ. (Αλεξ. Στ.) 222, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 44525· αποτά, Φαλιέρ., Ιστ.2 740 χφ V· απού, Ασσίζ. (Σάθ.) 828, 129, 2125, 3114, 4131, 5531, 8327, 924, 934, 9710, 10618, 1092, 1272,1446, 2203, 3122, 34022, 3526, 38829, 40130, 4145, 4212, 4619, Λίβ. (Lamb.) Sc. 1357, Μαχ. (Dawk.) 223, 226, 3826, 701, 19631, 25410, 3404, 36231, 36417, 4066, 45615, 47211, 52235, 6064, 60832, 62011, 16, 63038, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 137, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 28, 1513, 1613, 248, 578, 588, 766, 771, 805, 9131, 923, 9361, 9914, 22, 10823, 10930, 38, 11030, Αχέλ. (Pern.) 310, Πανώρ. (Κριαρ.) Β΄ 447, Γ΄ 180, Ερωφ. (Ξανθ.) Αφ. 42, Α΄ 488, Β΄ 254, 385, 410, Γ΄ 272, Δ΄ 120, Ιντ. δ΄ 109, Ε΄ 142, Πιστ. βοσκ. (Joann.) I 2, 208· III 6, 8· V 6, 329, Βοσκοπ. (Αλεξ. Στ.) 85, Επιστ. Ηγουμ. 168, 175, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 217, 314, 507, 512, 565, 732, 919, 926, 1200, Β΄ 1283, Ε΄ 470, Θυσ. (Μέγ.)2 24, 31, 288, 814, 1079, Στάθ. (Σάθ.) Ίντ. α΄ 11, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [9, 66, 173], Δ΄ [119], Ε΄ [272], Ροδολ. Α΄ [344], Ε΄ [588], Αποκ. Θεοτ. (Dawk.) II 12, Φορτουν. (Ξανθ.) Α΄ 144, Γ΄ 57, Δ΄ 407, Ζήν. (Σάθ.) Πρόλ. 59, Β΄ 196, Λεηλ. Παροικ. (Κριαρ.) 634, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 28714, 3038, 5473, Διακρούσ. (Ξηρ.) 8022, Αλφ. (Mor.) III 48· ’πού, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 211, 2, 325, 351, 592, 643, 9232, 9444, 965, 10624, 1073, 25, 11031, 34, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 197, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 32217, 3787· απέ, Ιων. (Hess.) 2168, Ασσίζ. (Σάθ.) 49, 1521, 1612, 1923, 2214, 3516, 27, 386, 391, 413, 12, 4514, 4710, 5114, 552, 6416, 653, 6915, 803, 6, 8, 11, 8230, 889, 8921, 9022, 9121, 9831, 1098, 11415, 1214, 12413, 12721, 14217, 15028, 15227, 15422,1593, 16322, 17622, 1784, 17922, 2286, 23711, 25413, 2618, 27121, 28227, 30226, 3049, 32329, 3414, 35318, 3591, 3624, 3777, 41024, 4137, 41524, 4166, 13, 4219, 17, 4234, 4799, 4813, 5217, Ελλην. νόμ. (Σάθ.) 52014, 55125, 57714, Βέλθ. (Κριαρ.) 574, 978, Ακ. Σπαν. (Legr.) 167, Πόλ. Τρωάδ. (Μαυρ.) 138, 153, 572, 641, 687, 794, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 570, 3175, 6519, 6864, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 4159, 4901, 6226, 6687, 6808, 8967, Πτωχολ. (Schick) P 144, Διήγ. Βελ. (Cant.) 23, Φλώρ. (Κριαρ.) 74, 108, 306, 547, 681, 730, 896, 916, 1020, 1064, 1082, 1454, 1549, 1617, 1797, Ερωτοπ. (Hess.-Pern.) 317, Απολλών. (Janssen) 770, Λίβ. (Lamb.) Esc. 4207, Λίβ. (Lamb.) N 155, Λίβ. (Wagn.) N 247, 1631,1948, 2167, 2405, Αχιλλ. (Hess.) L 271, 582, 713, Αχιλλ. (Hess.) N 278, 316, Αχιλλ. (Λάμπρ.) O 13, 477, Ιμπ. (Κριαρ.) 209, 343, 358, Χρον. Τόκκων (Schirò) 1392, Ανακάλ. (Κριαρ.) 11, Θρ. Κων/π. διάλ. (Ζώρ.) 120, Παρασπ., Βάρν. (Mor.) C 191, 423, Μαχ. (Dawk.) 48, 22, 64, 1020,1823, 2013, 2622, 3812, 18631, 30626, 3641, 37032, 34, 37237, 41223, 43611, 4664, 46835, 48232, 53221, 55815, 59014, 67626, Θησ. (Foll.) I 5, 30, 58, 63, 64, 75, 96, 132, Θησ. (Βεν.) Πρόλ. 127, 154, 192, Β΄ [96], [104], Βουστρ. (Σάθ.) 413, 417, 452, 456, 46828, 50223, 51921, 53411, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 704, Πικατ. (Κριαρ.) 417, Συναξ. γυν. (Krumb.) 99, 871, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 14, Πεντ. (Hess.) Γέν. II 6, 9, IV 13, XVI 2, XXVI 10, Αρ. X 12· ’πέ, Αχιλλ. (Hess.) L 1134, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 128· απ’ (μπροστά από φωνήεν), Σπαν. (Hanna) V 24, Προδρ. (Hess.-Pern.) I 82, Ασσίζ. (Σάθ.) 1818, Διγ. (Καλ.) A 242, Βέλθ. (Κριαρ.) 366, Περί ξεν. (Καλιτσ.) A 378, Απολλών. (Wagn.) 550, Λίβ. (Lamb.) Esc. 974, Λίβ. (Lamb.) N 836, 841, Αχιλλ. (Λάμπρ.) O 33, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 197 (έκδ. αποκάτω· διόρθ. Ειδική Χρήση: Ξανθ., Κρ. Λαός 1, 1909, 10, σε απ’ εκατόν), Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 418, Ερωφ. (Ξανθ.) Αφ. 50, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Β΄ 2071, Ιντ. κρ. θεάτρ. (Μανούσ.) Δ΄ 62, Λίμπον. (Legr.) 68 κ.ά.· απ’ (μπροστά από τ), Χρον. Τόκκων (Schirò) 2009, Ερωφ. (Ξανθ.) Αφ. 50, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Β΄ 2071, Γ΄ 67· ’π’ (μπροστά από φωνήεν), Κορων., Μπούας (Σάθ.) 50, Λίμπον. (Legr.) 262, κ.ά. ’π’ (μπροστά από σύμφωνο), Αλφ. (Κακ.) 1158· αφ’ (μπροστά από τ), Βέλθ. (Κριαρ.) 442, 1154, 1279, 1312, Σωσ. (Legr.) 53, 73, Χρησμ. (Trapp) I 302, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Legr.) 419, 428, Γεωργηλ., Θαν. (Legr.) 32, 408, 459, 460, 493, 637, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 8636, Διγ. (Lambr.) O 722, 1705, 2414.
    Η αρχ. πρόθ. από. Για τη νεωτερ., ιδίως τη νεοελλην. χρ. της, βλ. Άμ., ΛΑ 5, 1918/20, 132 κέ. Για τους τ. της βλ. επίσης Άμ., ΛΑ 5, 1918/20, 132 κέ. και Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 478, Χατζιδ., ΕΕΠ 7, 1910/11,83 και ΙΛ στη λ., ετυμολ. Για την παλαιότ. σύνταξη και χρ. της πρόθ. βλ. Hatzid., Einleit. 224 Jannaris, Hist. Gramm. 373, Raderm., Neutest. Gramm. 21925, 143, Treu (Aus der Byz. Arbeit der DDR 1, 1957, 17-23), Mihevc (Ziva antika 15, 1966, 355), Lampe, Lex. στη λ. VI και Sophocl. στη λ. 13. Για τη σημερ. σύνταξη της απόβλ. ΙΛ στη λ. (ετυμολ.) και για τη χρ. της με γεν. σε ορισμένες νεοελλ. εκφρ. βλ. Κριαρ., ΕΕΦΣΠΘ 8, 1960, 221. Για τον τ. απού μπροστά από τ βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 478 και Ξανθουδίδη, Ερωτόκρ., σ. 388. Η άποψη του Ξανθ. ορθότερη.
    1) α) Απομάκρυνση από πρόσωπο, τόπο, πράγμα, ενέργεια, κλπ. (Η χρ. μτγν., Bauer, Wört. στη λ. IΙΙ, Lampe, Lex. στη λ. I Α2, Sophocl. στη λ. 5 και σήμ.,ΙΛ στη λ. Α14α [α]): έκλινεν το μουλάρι από τη στράτα Πεντ. Αρ. XXII 23· να τον διώξουν απέ το ρηγάτον Ασσίζ. 2286· σηκώνετ’ αφ’ την κλίνην του Διγ. O 1705· με το γλυκύν το δείσ σου δώσ’ μου θάρος| … και θέλει λείψειν απού μεν ο χάρος Κυπρ. ερωτ. 9922· οι Γενουβήσοι, διά να μηδέν δράξουν τον ρήγα απού τα χεργία τους οι Βενέτικοι εις το έλα του, αρματώσαν ϛ΄ κάτεργα Μαχ. 6064. τώρα είναι καιρός να μού βουθήσετε και να με αποβγάλετε απέ το πρόσωπον τους Γενουβήσους Μαχ. 53221· Σηκώσου απού τα πόδια μου, τίβοτας μη φοβάσαι Ερωφ. Ιντ. δ΄ 109· ώσπερ από πορνείαν φεύγε, (ώ) υιέ, ώσπερ από φαρμάκι Σπαν. O 53΄ και το καλό απού το κακό ποιόν είναι δε γνωρίζεις Ερωτόκρ. A΄ 1200· έβγαλε τέτοιο λογισμό απού την όρεξή σου Θυσ.2 814· από τα μάτια μου εχάθηκεν το ’λάφιν Απόκοπ. 13· και είπεν ή Σαρράι … εμπόδισε με ο Κύριος απέ του γεννήσει Πεντ. Γέν. XVI 2· απεστείλαμε (= ελευθερώσαμε, απαλλάξαμε) το Ισραέλ από να μας δουλέψουν Πεντ. Έξ. XIV 5· Αρ. XIII 25· φρ. (1) βγάνω από τον νουν μου, την όρεξη, κτλ. =λησμονώ: απολησμόνει το γουργόν, έβγαλ’ τ’ από τον νουν σου Σπαν. B 347· Θυσ.2 814· (2) βγαίνω από τον νουν μου = τα χάνω, σαστίζω, γίνομαι «αλλόφρων»: απέ τον νουν του έβγαινεν απέ τόν πόνον οπού είχεν Θησ. I 58· Ιμπ. 178· (3) βγαίνει (κάτι) από τον νουν μου = ξεπερνά το μυαλό μου, δεν το θυμούμαι: εις το με βιάζεις να σε πω τούτο πότες εγίνη | λανθάνομ’ από τον καιρόν και από τον νουν μου εβγαίνει Απόκοπ. 448· (4) βγαίνω από τα πρόσωπα του … και συνεπαίρνω από τα πρόσωπα = απομακρύνομαι, φεύγω από (κάποιον) Πεντ. Γέν. XXVII 30, Αρ. XXXIII 8· (με επιρρ. όπως έξω, μακρά, παρέξω, πέρα, κλπ.): είσ’ άπ’ την περηφάνεση μακρά του κόσμου …| τη σκοτεινή Ερωφ. Αφ. 50· σκλερόν είναι πολλά να παραδώσω| έξ’ άφ’ την δούλεψήσ σου Κυπρ. ερωτ. 8636· Αχιλλ. L 582· Διακρούσ. 8022· Ασσίζ. 828· ξεχωριστά από = εκτός από: Πόσες φτωχές εκακομοιριαστήκα| ξεχωριστά ’πού τσ’ άνδρες που πιαστήκα Λεηλ. Παροικ. 634· β) απόσταση (Η χρ. μτγν.· βλ. Κριαρ., Ελλην. 12, 1953, 378): απεξέβηκαν ως από μίλιν ένα Διγ. Esc. 1316. 2) Απαλλαγή (Η χρ. μτγν., L‑S στη λ. 110· βλ. και Lampe, Lex. στη λ. I C1· και σήμ., ΙΛ στη λ. Α 13): εις είντα μόδον να γλυτώσουν απέ τούτην (την) ταραχήν Μαχ. 1020· Χάρε, … απού τα τόσα πάθη λύτρωσέ με Κυπρ. ερωτ. 578, σ’ έβγαλεν ο Θεός άφ’ τον ζυγόν τον ένα Γεωργηλ., Θαν. 408· Σπαν. A 532· Ασσίζ. 6915· Θρ. Θεοτ. 119· Ερωφ. Δ΄ 120· Διγ. O 2414. 3) Στέρηση (Η χρ. και παλαιότ., Sophocl. στη λ. 9): ακληρήθη η αρχόντισσα, η ντάμα Μαργαρίτα,| από το κάστρον κι αφεντίαν Χρον. Μορ. (Καλ.) H 7625· οι Τούρκοι ωσάν είδασι κι ήτονε νικημένοι| κι απού τα τείχη έρημοι Τζάνε, Κρ. πόλ. 28714· λείποντας ξύλ’ απού το καμίνι Ροδολ. Ε΄ [272]· Γεωργηλ., Θαν. 197· Ριμ. Βελ. 683, Πεντ. Αρ. XXIV 11. 4) Αλλαγή (Η χρ. μτγν., L‑S στη λ. 19 και Lampe, Lex. στη λ. I D2): δύνεσαι απού νεκρόν να μ’ αναστήσεις Κυπρ. ερωτ. 588. 5) α) Προέλευση από πρόσωπο ή τόπο (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. III 4 και III 1b, 5· πβ. και Bauer, Wört. στη λ. IV, Lampe, Lex. στη λ. ΙΙb και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1): επήρεν ορισμόν η άγια δέσποινα Ελένη … απέ τον υιόν της Μαχ. 48· επερίλαβεν τίποτες απέ τον απεθαμένον Ασσίζ. 17922· το θάνατό μου επήρα (παραλ. 1 στ.) απού τον απονώτατο τον ίδιον αδερφό μου Ερωφ. Γ΄ 272· απέ γυναίκα τίποτε τόσον κακόν ούκ ήλθεν Πόλ. Τρωάδ. 794· ο κοντοσταύλης … εστράφην απού την Κερυνίαν Μαχ. 36417· ως αστραπή ’π’ Ανατολής τρέχει να πάει στην Δύσην Κορων., Μπούας 50· να φέροσι τον Μουσταφάν από τον Μυζήθρα Σφρ., Χρον. μ. 1212· τότες απού το χάλασμα βγαίνουν οι αντρειωμένοι Ερωτόκρ. Α΄ 565· βάλε και καβούρους από ποταμού και κρασί και ας βράσουν Σταφ., Ιατροσ. 249· να δω παιδία έμορφα ’πέ (έκδ. απέ· διορθώσ.) τα εδικά σας μέλη Αχιλλ. L 1134· Κυπρ. ερωτ. 766· Αχιλλ. O 33· εκφρ. (1) από λόγου μου = από δικό μου, εγώ ο ίδιος, από δική μου πρωτοβουλία: λάλησε και από λόγου σου· είπε τους πονεμένους Απόκοπ. 487· Όρα τί είπαν οι πρέσβεις τον Αχιλλέαν από λόγου τους χάριν διδασκαλίας Ερμον. Ν τίτλ.· (2) από δικού μου = εγώ μόνος μου (πβ. το αρχ. άφ’ εαυτού, L‑S στη λ. Α6): ας το λογιάσει κι ας το δει κι από δικού ντ’ ας κρίνει Ερωτόκρ. Γ΄ 1501· (3) από ’ξαυτόν μου ή από ’ξαύτου μου = από εμένα, από κοντά μου: Γιατί κυρά μου φεύγει απού ’ξαυτόν μου,| ήλθα, πουλλιά, μ’ εσας να καταντήσω Κυπρ. ερωτ. 771· Κυπρ. ερωτ. 1513· (4) από μέρους μου, από το μέρος μου, από την μεριάν μου ή απέ την μερίαν = από μέρος μου, στη θέση μου (πβ. Lampe, Lex., λ. μέρος D7a): είπες του από το μέρος μου αν χρήζει πλέον φουσάτα,| ας έχω είδησην μικρήν κι ευθέως να του αποστείλω Χρον. Μορ. (Καλ.) H 6549· (5) (και με το σύνδ. ως) ως από = σαν από: ως από λόγον μας γραφές αυτές βάστα μετ’ εσού Απόκοπ. 485· (6) οι από ξένης = οι ταξιδιώτες, οι οδοιπόροι Λίβ. Sc. 2213· (7) (με επιρρ. όπως απέσω, από πάνω, μέσα, πάνω) απέσω απέ = μέσα από: ως ήλιος εμπρόβαλεν απέσω απέ το νέφος Αχιλλ. L 271· (8) μέσα από = από: ας μπαίνει ο ένας έκ τ’ άλλου μέσα απού την αγκάλη Ροδολ. Γ΄ [66]· έλεγες ότι αστράπτουσιν από το χιόνι μέσα Λίβ. N 889· (9) απ’ όνομα· βλ. ά. όνομα Έκφρ. 2· (10) πάνω από = από: αρχίσανε οι λουμπαρδές ’πού τα καράβια πάνω Τζάνε, Κρ. πόλ. 3787· (11) αποπάνω από = από: αποπάνω από το παλούκι πολλά τους ονειδούσεν και έβριζεν Συναδ., Χρον. 29· β) εξουσιοδότηση, εντολή (Για την έκφρ. ως από προσώπου ή ως εκ προσώπου στην επιστολογραφία βλ. Τωμ., Βυζ. επιστολογραφία 3 Γ΄ 95-6 και Τωμ., Αθ. 64, 1960, 8-11): τιμητικά τόν χαιρετούν (ενν. τον βασιλέα) από τους κεφαλάδες Χρον. Μορ. (Καλ.) H 570· Αφέντη, εγώ λαλώ σου από τον ρήγαν ότι εσού ήσουν η αφορμή … Μαχ. 3201· παρακαλούν και λέγουν τον … απέ τον ρήγαν Ιμπ. (Wagn.) 371· ου λέγω εξ εμού άλλ’ από της κυρας μου, … Χρυσάντζας της ωραίας Βέλθ. 914· 6) Καταγωγή (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. III Ια και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1β): αν ένι γνήσιες και από ενού πατρός και απέ μιας μητρός Ασσίζ. 42117· ψουμάτους καβαλάρηδες απού μεγάλην γενιάν Μαχ. 3404· Ημεις γάρ ευρισκόμεθα από γενεάς μεγάλης Διγ. Esc. 136· Γνωρίζω τη, και πούρι δα δεν είμαι απού τα όρη Φορτουν. Α΄ 144· Ασσίζ. 889· Διήγ. Αλ. V 53· Κατζ. Ε΄ 209. 7) α) Αφετηρία (ιδίως χρον.) ήδη από … (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. II· βλ. και Bauer, Wört. στη λ. II, Lampe, Lex. στη λ. II A3, Sophocl. στη λ. 4· και σήμ., ΙΛ στη λ. Α 14β [α]): απέ κείνην την ημέραν ευρίσκουνταν καβαλάρηδες εις την Κύπρον Μαχ. 55815· απού την πρώτ’ αργατινή πού ’παίξε το λαγούτο| ελόγιασά το κι είπα το: για μένα είναι τούτο Ερωτόκρ. A΄ 919· οι άνθρωποι του νόμου απού ιδ΄ ετών και η γεναίκα απέ ιβ΄ ετών ημπορούν καλά να ποίσουν διαθήκην Ασσίζ. 40130· απέ το τάρμενον τών ζ΄ ημερών Ασσίζ. 14217· εποίκαν … διαλαλημόν: «Πάσα άνθρωπος απού ιε΄ χρονών και απάνω να έλθουν να τους δώσουν όρδινον» Μαχ. 36231· απέ ένα μάρκον ασήμιν και άνων Ασσίζ. 4234· Κατζ. Β΄ 387· εκφρ. (1) από την πρώτη = ήδη από την αρχή: αρχή μικρή κι αψήφιστη ήτον απού την πρώτη,| μα εδά ’χει τόση δύναμη κ’ έτσι μεγάλη εγίνη … Ερωτόκρ. Α΄ 314· (2) από καιρό(ν) = όπως και σήμ.: ερώτουνα (διορθ.) και από καιρό μου ’λεγες κ’ ήχασές το Στάθ. Α΄ 239· Κυπρ. ερωτ. 9131· σώζεται όμως και η σύνταξη με γεν.: από καιρού, Ξανθουδίδη, Ερωτόκρ., σ. 501· β) (αφετηρία με δήλωση και τέρματος)· από … έως (Η χρ. μτγν., L‑S στη λ. I 8, Sophocl. στη λ. 5β): τα κάγκελα εξηλώθησαν άπ’ άκρας έως άκραν Προδρ. I 82· απέ το Νίκλι έως την Λακιδαιμονίαν ένι δασώδης τόπος Χρον. Μορ. P 6687· επηγαίναν οι ανθρώποι απού τόπον εις τόπον με τα κτηνά τους να εύρουν νερόν Μαχ. 226· είδαμ’ από γης ως γή τον άθρωπο να πέσει Ερωτόκρ. Α΄ 754· ξεφάντωσ’ απού το ταχύ ως το βραδίν εκράτει Ερωτόκρ. Α΄ 512· έριξεν τες σαγίτες της απ’ ύστερην ως πρώτην Απόκοπ. 418· Βέλθ. 366· φρ. (1) (Προκ. για κτήριο και με ρ. όπως κατεδαφίζω, αφανίζω, κλπ.) από τα θεμέλια — συθέμελα, σύριζα· εντελώς, ολοκληρωτικά (πβ. το αρχ. και μτγν. εκ θεμελίων και το σημερ, από θεμελίου· για το τελευταίο βλ. Ξανθουδίδη, Ερωτόκρ. σ. 501): Κατηδάφισαν … και το του αγίου Δημητρίου μοναστήριον από τα θεμέλια Ηπειρ. 25116·. (2) (Με ρ. όπως ποιώ, κτίζω, κλπ.) απού γής = από τα θεμέλια: όρισεν και εποίκαν εκκλησίαν απού γης Μαχ. 3826· Μαχ. 701·. (3) Αποκάτω από τον πάτο = σύριζα· ολοκληρωτικά: την χώραν την αφάνισεν ’πουκάτω ’πού τον πάτο|· τα σπίτια και τα τείχη της έβαλεν άνω κάτω Παλαμήδ., Βοηβ. 197. 8) Διαμέσου τόπου (Η χρ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α 14α [β]): ας υπαγαίνωμεν … από της στερέας Χρον. Μορ. (Καλ.) H 1599· τα έστελναν … εις την Κωνσταντινούπολη από θαλάσσης Διήγ. Αγ. Σοφ. 14811· έφυγαν και επεράσαν απέ το ρηγάτον Ασσίζ. 25413· από το πόρτο τσ’ Άγουσας εβγαίνει| τότε και από τη Μύκονο παγαίνει Λεηλ. Παροικ. 670· περάσαντος τον Παϊζίτη από το επάνω Στενόν εις την Δύσιν Σφρ., Χρον. μ. 1231. 9) Εξάρτηση (Η χρ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α2): κρέμμασεν και κείνον απέ τα ποδία Βουστρ. 456· απέ το χέριν τόν κρατεί Φλώρ. 1454· ’πού τα μαλλιά τες σύρνουσιν Θρ. Κύπρ. M 765· βουηθάτε μου να σηκωθώ· κράτει μ’ απού το νώμο Θυσ.2 1079· τόν ανακρεμάσαντα τον ουρανόν από της γής Φυσιολ. M 326. 10) Ύστερα από, μετά (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. II· και παλαιότ. βυζ., Lampe, Lex. στη λ. I Bl, Sophocl. στη λ. 6· και σήμ., ΙΛ στη λ. Α 14 β [δ]: από θανάτου του ρέ Πιέρ … αρμάστην με τον υιόν του πρίντζη Μαχ. 57822· Ασσίζ. 40030· Η Σωφροσύνη απ’ αυτήν (= μετά τη Δικαιοσύνη) ανέβη εις γήν ολίγον Λίβ. Esc. 974· Λίβ. N 836, 841· έκφρ. απέ τούτον (ουδ.) = κατόπιν· έτσι: παρακαλεί σας να πιάσετε την εζήτησήν του, αν φανεί της αυλής. Και απέ τούτον εμπαίνει εις την αυλήν Μαχ. 30626. 11) Ποιητ. αίτ. (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. III 4· βλ. και Bauer, Wört. στη λ. V 6, Lampe, Lex. στη λ. III Β και Sophocl. στη λ. 1· και σήμ., ΙΛ στη λ. A3): Κατεφρονέθης απ’ εμού, δέσποτα αυτοκράτορ Διγ. A 242· απέ τους αρχιερείς Λατίνων να χειροτονούνται διάκονοι Μαχ. 2622· αφ’ τον Θεόν και αφ’ τους αγιούς τέλεια ευλογημένος Γεωργηλ., Θαν. 493· απ’ ολωνών των βασιλιών του κόσμου ζηλεμένος Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ΄ 62· Πιστ. βοσκ. I 2, 208· Κυπρ. ερωτ. 1073. 12) Αναγκ. αίτ. (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. III 6· βλ. και Bauer, Wört. στη λ. VI και 3, Lampe, Lex. στη λ. II Α2· και σήμ., ΙΛ στη λ. Α4): Μιαν από κόπου νύσταξα να κοιμηθώ εθυμήθην Απόκοπ. 3· μίαν σκλάβαν απού πέφτει απού κακήν αρρωστίαν Ασσίζ. 4131· από την αστένειαν σου πολλά το λυπούμεθαν Μαχ. 3729· απού την πείνα την πολλή συχνιά το νου μου χάνω Φορτουν. Γ΄ 57· από νερό διψούσαν Αιτωλ., Μύθ. 511· ήρξατο από πόνου του τα τέτοια να τον λέγει Λόγ. παρηγ. L 457· Πολλά ’μαι κουρασμένος ’πό τα όρη Βοσκοπ. 222. από άμετρου και πολλής πεσούσα αθυμίας| επί του νέου συμπαθώς εξέπνευσεν η κόρη Διγ. Gr. VIII 185· εξέβηκα από λύπης μου και κόσμον περιεπάτουν Λίβ. N 46· τρέμει αφ’ τον φόβον Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 428· απέ τας πικρίας λιγνεύω Συναξ. γυν. 871· Αν είχεν είσταιν χιόνιν, ώ κυρά μου,| έλυεν απού τον πόθον κι αχ την βράστην Κυπρ. ερωτ. 10938· ο πλούτος, το λογάριν σου ως άνεμος παγαίνουν,| λαχαίνουσιν και χάνονται από φωτιά ή κούρσας Σπαν. V 41· περί των πραγμάτων τών να ρίξουν εις την θάλασσαν από κακού καιρού Ασσίζ. 75· απέ τον μέγαν πλούτον τόν είχαν εκαταφρονούσαν τους λας Μαχ. 4664· επίασε το Εξαμίλιον και έκτισεν αυτό, κακώς δε από της συντομίας Σφρ., Χρον. μ. 12829· απού το δείσ σου πάντα μαρτυρίζω, αλλ’ όμως ο φτωχός πάντα ποθώ το Κυπρ. ερωτ. 9914· είχα εις τον νουν μου| να οικοδομήσω εκκλησίαν, να ποιήσω μοναστηρι κι ουδέν το εκατευόδωσα από τες αμαρτίες μου Χρον. Μορ. (Καλ.) H 2738· Δεν έχω παραπόνεσην ’πού σέναν,| άμμε ’πού το πικρόν το ριζικόν μου Κυπρ. ερωτ. 212· ποντίκιν κακορίζικον από την κακοτύχην Πουλολ. 208· Σπαν. (Hanna) V 122· Σπαν. A 18, 524· Προδρ. Η G 18· Ασσίζ. 1092, 1272· Χρον. Μορ. (Καλ.) H 2918, 8420· Λίβ. Esc. 4019· Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 419· Γεωργηλ., Θαν. 32· Κυπρ. ερωτ. 1613, 248· Σκλάβ. 183· Αχέλ. 310· Κατζ. Α΄ 78, Β΄ 98, Γ΄ 378, Δ΄ 291, Ε΄ 453, υμείς από κάπου εστέ και από οδού πολλής Νικήτα, Βίος Φιλαρ. 13927· (με το σύνδ. ως) ως από ομαλότητος και του πολλού του κάλλους| ύδωρ εμφαίνειν πεπηγός και καθαρώτατόν τε Διγ. Τρ. 2835· Απόκοπ. 120· έκφρ. απέ τούτο = γι’ αυτό Ασσίζ. 8921. 13) Αφαίρεση από το όλον (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. 16· βλ. και Lampe, Lex. στη λ. I A1, I D1, καθώς και Psich., Qu. tr. 862· και σήμ., ΙΛ στη λ. AΙΙ): αυτή δε ήτο ονομαστή από τους ανδρειωμένους Διγ. A 3759· πολύν φουσάτον σύντριψαν οι Τούρκοι απέ τους Ούγγρους Παρασπ., Βάρν. C 423· ο ρήγας μια απού τσί πολλές εθέλησε να μάθει … Ερωτόκρ. Α΄ 507· Εάν τύχει … και ρίψει απέ το γομάριν του … διά να αλαφρύνει το καράβιν Ασσίζ. 4710· δεν δίδει τίποτες απέ το εδικόν του … Ασσίζ. 28227· ο πουλητής οπού πουλεί σιτάριν δείχνει του (ενν. του αγοραστή) απέ το σιτάριν Ασσίζ. 4514· έλα στο θάνατό μου| να πιείς από το αίμα μου Πανώρ. Β΄ 447· ηύρασιν πολλά πράγματα απού τες πρα(μα)τείες τους Σαρακηνούς Μαχ. 63038· Ταύτα εγράψαμεν απά των καθ’ εαυτόν και τινων μερικών γεγονότων Σφρ., Χρον. μ. 22· να έχει ο εις ώσπερ τον άλλον απέ τά αγαθά εκείνης της οικίας … Ασσίζ. 4166· απέ τα δέκα ου μη εδυνήθη| να ’γράψε θρήνον, τον εποίκαν Πόλ. Τρωάδ. 687· ουδετίποτε θέλει να ποιήσει απού όσα να του ειπεί η αυλή Ασσίζ. 4619· Καλλίμ. 2271· Ασσίζ. 23711· κάνει (ενν. η αρετή) τον άνθρωπο κι άνθρωπον τόνε κράζου κι από τα ζώα τ’ άλογα λόγιον τον ονομάζου Πρόλ. κωμ. 34. 14) (Επιμερισμός) (Η χρ. μτγν., Lampe, Lex. στη λ. II Al, IV, Sophocl. στη λ. 8·βλ. και Δημητράκ. στη λ. 18) (προκ. για πολλούς ή σαν να πρόκειται για πολλούς) ο καθένας τους: εκείνος εγλυκάθηκε και απ’ εκατόν (πβ. ίσως και από δεκάξι 190) θα βάλει Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 197 (πβ. φρ. από ολίγον-ολίγον = λίγο-λίγο, σιγά-σιγά: με θέλει καταπιεί από ολίγον-ολίγον Φυλλ. Αλ. (Πάλλης) 143)· Μοιράζουσιν και άλευρον από μισόν ποτήρι Παϊσ., Ιστ. Σινά 1307· τους τριακόσιους αφήνω σας από ενός φαριού Διγ. Esc. 1759· οι εξής ας δίδουσιν απ’ ενός δηναρίου Απολλών. (Wagn.) 553. 15) Σύγκριση (Για τον υπερθετ. βλ. Κριαρ., Αθ. 45, 1933, 242-45 και Lampe, Lex. στη λ. V· η χρ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α9): σοφώτερη καμιά δεν βρίσκεται απ’ εκείνης Λίμπον. Αφιέρ. 68· τους Αλαμάνους είχασιν κάλλιον απέ τους Φράγκους Χρον. Μορ. P 6808· και θέλει τον καλύτερο απού τσι δυο να γνώσει Ερωφ. Β΄ 254· εναι γληγορώτερον, πονετικόν απ’ όλα (ενν. το τρυγόνι) Περί ξεν. A 378· το φίδι ήτον πονηρό από παν αγρίμι Πεντ. Γέν. IΙΙ 1· κορνέλα … μακρέα από την άλλην τόσον όσο … Καραβ. 49226. πλι’ άπονη απού τον άδην Πιστ. βοσκ. ΙΙΙ 6,8· ουδέ να ένι άνθρωπος ανήλικος παρακάτω από ιδ΄ χρονών Ασσίζ. 1443· τούτη ζωή ’ν’ θλιμμένη| πως δεν ’παντά περίτου ’πού μιάν ώραν Κυπρ. ερωτ. 9232· κείνα τόσον απού ’ξίζουν| κάλλιον παρά ’πού τούτα Κυπρ. ερωτ. 9444· Πεντ. Γέν. IV 13· Πιστ. βοσκ. V 6, 329. 16) α) Ύλη (συστατική) (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. ΙΙΙ 2· βλ. και Sophocl. στη λ. Β· και σήμ., ΙΛ στη λ. Α 10): ημφιεσμένους περσικήν στολήν από βλαττιού Διγ. Gr. IV 926· Και εκ της φισκίνας το πλευρόν, εκ το δεξιόν της μέρος| ήτον αμπέλιν ριζωτόν απού υαλίου εκείνο Λίβ. Sc. 1357· Ητον το τρικλινόκτισμα από ζαφείρου λίθων Βέλθ. 328· έλαιον παλαιόν από καρύιον μετά βουτύρου συμμίξας τον ουρανίσκον του ιέρακος τρίβε Ορνεοσ. αγρ. 5392· Βέλθ. 248, 538, Πεντ. Έξ. XXX 2· β) περιεχόμενο (Πβ. ΙΛ στη λ. 10): το άλλον της (ενν. χέρι) εβάσταζεν χαρτίν από γραμμάτων Λίβ. N 838. 17) Όργανο, μέσο, τρόπος (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. III 3· βλ. και Bauer, Wört. στη λ. V2, Lampe, Lex. στη λ. IΙΙ Α· Sophocl. στη λ. 10· και σήμ., ΙΛ στη λ. Α7): να ζούσιν απού τα καλά της (=της εκκλησίας) Ασσίζ. 3114· Καλέ, παρά να με θανατώσεις απού την πείναν όρισε είντα να γενεί Μαχ. 4066· να θανατωθούν απού κακού θανάτου Ασσίζ. 2125. από βίας τον στρέφεται, θεωρεί με Λίβ. P 61· Προσέχω, ιχνεύω, κυνηγώ, πουλιά κρατώ από τέχνης Λίβ. N 933· Οφρύδια κατάμαυρα εφύσησεν η τέχνη,| γιοφύρια κατεσκεύασεν από πολλής σοφίας Βέλθ. 700· χαίρομαι και ζώ απέ την γραφήν σου Λίβ. N 1631· Τα μήλα της εφέγγασιν από ψιλής θεωρίας Βέλθ. 714· άνθη και φύλλα γέμων (ενν. ο «παράδεισος») από πνοής την ηδονήν υπέρ τον λόγον έχων Καλλίμ. 284· αφύρωσέν τα (δηλ. τα κάστρα) σφόδρα| από λαόν κι από τροφής να ζουν να τα φυλάττουν Χρον. Μορ. (Καλ.) H 3531· Λόγ. παρηγ. O 626· Αχιλλ. O 149· Ιμπ. 233 Βέλθ. 249, 530, 700· εκφρ. (1) (με ρ. όπως αγαπώ, αναστενάζω, βρυχούμαι, θρηνώ, κλαί(γ)ω, κράζω, κράζω (μετά θρήνων), ’παινώ, προσεύχομαι, στενάζω, κλπ.) από καρδιάς = έντονα, επίμονα, «σφόδρα» (πβ. το αρχ. εκ της καρδίας φιλείν Αριστοφ., από καρδίας φιλέειν Θεόκρ.· εξ όλης της καρδίας, βλ. Lampe, Lex., λ. καρδία Α4· πβ. επίσης από καρδίας μέσης Βέλθ. 1277· η  χρ. και σήμ. ΙΛ, λ. από Α7): ν’ αναστενάζω από καρδιάς, πολλά και να θρηνήσω Περί ξεν. A 275· γιατ’ ήκουσά τον από καρδιάς πολλά να σέ ’παινέσει Ερωτόκρ. Γ΄ 696· Αλφ. III 10, Βίος Αλ. 3661, Ροδολ. Ε΄ [549], Διήγ. ωραιότ. 428, Περί ξεν. V 31, Ριμ. Απολλων. 356, Στάθ. Α΄ 272, Σπαν. V 126, κ.π.α. (2) από βάθους (ενν. καρδίας) = έντονα, επίμονα (πβ. βάθος καρδίας ανθρώπου ΠΔ Ιουδ. 8, 14· βλ. και Lampe, Lex., λ. βάθος 2· εκ βάθους αναστέναξεν ψυχής Διγ. (Καλ.) A 1589· βλ. και ΙΛ, λ. βάθος Ια: τσή καρδιάς τα βάθη): από βάθους στενάξασα Διγ. Gr. 43· (3) από ψυχής = με ζήλο, επίμονα, έντονα (πβ. το νεώτ. με την ψυχή μου): ψάλλε από ψυχής και φώναζε μεγάλως Προδρ. III 45· χαιρετισμόν από ψυχής πέμπω σου, καλή κόρη Ερωτοπ. 133· (με το αναστενάζω:) να αναστενάζει από ψυχής , να αναθυμάται εσένα Φλώρ. 1264· Βέλθ. 566 (πβ. και το από ψυχής καημένης Βέλθ. 1213)· (με το τάσσομαι = υπόσχομαι): Και από την χείρα τον κρατεί, καλά τον συμβουλεύει| και τάσσεταί του από ψυχής, πάντα να τον δουλεύει Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 395· (4) από προαιρέσεως = θεληματικά, αυτοβούλως (πβ. το εκ προαιρέσεως = Lampe, Lex., λ. προαίρεσις I G): ουδ’ από προαιρέσεως αφήνεις τα κακά σου Πένθ. θαν. N 344· (5) από ριζικού = κατά τύχην: Εάν γίνεται απού ριζικού ότι εις άνθρωπος ου μία γυναίκα έχει καμμία αστένειαν … Ασσίζ. 38829· Χρον. Μορ. (Καλ.) H 4969, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [503]· (6) περνώ (κάποιον) από σπαθί ή από σπαθίου (ή σπαθιού) = σφάζω (πβ. Από σπαθιού Μαλάλ., Βόνν., 49320): από σπαθιού επέρασεν όλους τους Σιλιστριώτες Παλαμήδ., Βοηβ. 195· (7) από σπουδής (πβ. L‑S, III 6) = γρήγορα, αμέσως: Εκείνος δε από σπουδής εξάπλωσε την ράβδον Διγ. A 1440· (8) από πτερού πετώντας: και από πτερού εκατέφυγεν εις τον κόλπον σου απέσω Λίβ. (Μαυρ.) P 1867· (9) από κακού = με δυσμενή προκατάληψη Επείρασί με από κακού Χειλά, Χρον. 356· (10) από κομματιού — κομματιαστά Χρησμ. (Trapp) VI28, VII14· (11) (καμιά φορά και με το σύνδ. ως) ως από βιας = σαν ύστερα από βία, πίεση, βιασύνη: ως από βίας ηκούμπησα του περιανασάνω Απόκοπ. 31· (12) (προκ. για εξόρμηση ίππων) από περιστηθίου = ακάθεκτα, ακατάσχετα πβ. το αρχ. από ρυτήρος): ως αστραπή εξεπήδησεν από περιστηθίου Διγ. Gr. IV 118· φρ. (1) διαβαίνω από σπαθί = σφάζομαι: έξω ο κόσμος να χαθεί| κι εγώ να διάβω από σπαθί Αγν., Ποιήμ. Α 16· (2) πιάνω ή παίρνω χώραν από σπαθίου = καταλαμβάνω, κυριεύω: Εν τούτω οι Φράγκοι πρόθυμα μετά σπουδής μεγάλης| πεζεύουν εκ τα κάτεργα, την χώραν πολεμούσιν| από σπαθίου την έπιασαν, της Βενετίας την δίδουν Χρον. Μορ. (Καλ.) H 439· Τούτος ο σουλτάνος επήρε την Μεθώνη από σπαθίου, οπού την όριζαν οι Βενέτικοι Ιστ. πατρ. 1497· 18) Συνοδεία (Για τη χρ. βλ. Lampe, Lex. στη λ. ΙΕ και Sophocl. στη λ. 6· βλ. και το θεωρήσασα η σύμβιος αυτού από υποκαμίσου όντα, δηλ. ότι φορεί μόνο πουκάμισο Βίος αγ. Φιλαρέτου, Byz. 9, 1900, 17· απίθ. ότι πρόκειται για ξενισμό, όπως δέχεται ο Αλεξίου Στ., Κρ. Χρ. 6, 1952, 409 σημ. 25· βλ. και Ξανθουδίδη, Ερωτόκρ. σ. 501, λ. από και σ. 426, καθώς και ΙΛ στη λ. 6β) με: Εκεί ’τον κι ο Ρωτόκριτος κι ο ρήγας άπ’ τ’ αμάξι| να δούσι το Χαρίδημο σήμερο πως θα διάξει Ερωτόκρ. Β΄ 2071· η Κατερίνα η μαστόρισσα από τ’ οξύ μαντίλι Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 535 (περιττή κάθε διόρθ., βλ. Λαογρ. 3, 1911, 616-7 )· Ερωτόκρ. Β΄ 1283, 2071, Γ΄ 67. 19) α) Το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος: Λοιπόν λέγω να ’ξηγηθώ απέ τους δυο Θηβαίους Θησ. Πρόλ. [154]· περί της αμαρτωλής γυναικός και απ’ εκείνον το της δίδουσιν αν ημπορεί πλείον να της το πάρουν Ασσίζ. 1818· επήγε να τον ιδεί και ερωτήσαν τον απέ τους δικούς του Μαχ. 46835· μ’ αυτόν εσύντυχαν από πολλών πραγμάτων Θησ. I 125· β) αναφορά (Η χρ. μτγν., L‑S στη λ. III 2· βλ. και Lampe, Lex. στη λ. II Β1· και σήμ., ΙΛ στη λ. Α8 και Δημητράκ. στη λ. 19): κανέναν αγκάλεμαν το να ποίσει η γυναίκα απέ τον άνδραν της ή ο άνδρας απέ την γυναίκαν του Ασσίζ. 12721· ένας … ο ποιός ήτον καβαλλιέρης και καλός απέ το κορμίν του Βουστρ. 534· ημπορεί να φέρουν μαρτυρίαν τοιούτοι άνθρωποι εις την αυλήν απού πάσα πράγμαν Ασσίζ. 10618· επούλησες την μούλαν διά πέρπυρα ρ΄ απέ τῳ ποιών σου ήμουν εγγυητής Ασσίζ. 6416· είναι έτοιμος να τον απολογηθεί απού πάσα ζήτημαν όπου να του ζητήσει Μαχ. 19631· Περί το δίκαιον το εμπαίνει του αυθέντη απέ όλην του την γην Ασσίζ. 2214· μαύρον φαρίν τον έστρωσαν το πολυαγαπημένον,| μέγαν από του σχήματος, φριχτόν από της θέας Αχιλλ. L 284· Εσύ ομνύεις εις τα άγια του Θεού Ευαγγέλια απέ το σε θέλομεν ερωτήσειν να ειπείς την αλήθειαν; Ελλην. νόμ. 5217· απέ το λαλείτε να σας ποίσωμεν όρκον είμεστεν έτοιμοι Βουστρ. 502· απέ το μηνά η αφεντιά, της δια τα άλογα έμεις άλλα δεν έχουμε να καβαλικεύσωμεν Βουστρ. 519· αν εθυμάται από γονιούς τίποτες ρώτηξέ τη Κατζ. Β΄ 188· Ασσίζ. 9029· 3624· Χρον. Μορ. (Καλ.) H 6864· Βέλθ. 405. 20) Με ουσ. = γενική ιδιότητας (Πβ. ΙΛ στη λ. Α 16): όλοι από μίαν γνώμην ήσαν Σοφιαν., Παιδαγ. 92· ήσαν όλοι απόκοτοι και από καλήν καρδίαν Πόλ. Τρωάδ. 518. — Βλ. και επίρρ. με α΄ συνθ. την από, όπως απαρχής, απεδώ, αποκάτω, απομέσα, κλπ.
       
  • απολαυστικός,  
    επίθ., Σπαν. B 452, Σοφιαν., Παιδαγ. 110· Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 153· απολαυτικός, Σπαν. A 476, Φαλιέρ., Λόγ. 130 (έκδ. απηβλεπτικός· διορθώσ.).
    Η λ. στον Αριστοτέλη και σήμ. από τη λόγια παράδοση.
    α) Που παρέχει απόλαυση, ευχαρίστηση (Η σημασ. στον Αριστοτέλη, L‑S): παν πράγμα απολαυστικόν έχει και χορτασίαν Σπαν. B 452· β) που αγαπά την απόλαυση: Ο ανθρώπινος ούτος και σωματικός βίος προς τους απολαυστικούς τε και φιληδόνους αναφερόμενος Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 15 .
       
  • αποξενώνω,  
    Σπαν. B 37, Σπαν. V 29, Κομν., Διδασκ. I 27, 46, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 37, Ευγεν., Δρόσ. Α΄50, Βέλθ. 499, 1283, Φλώρ. 248, Λίβ. P 1031, 1826, 2575, Λίβ. Sc. 1528,1780, 2679, 2697, 3113, Λίβ. Esc. 3845, 3859, 4248, 4271, Λίβ. N 2167, 3695, Κολοφ. (Darrouzes, Χαριστ. Ορλάνδ. Α΄) 306, 307, Ιωάνν. ιερ. 15.
    Το μτγν. αποξενόω<αρχ. αποξενούμαι. Η λ. και σήμ. (ΙΛ). Βλ. και ποθοαποξενώνω.
    I. Ενεργ. α) Απομακρύνω, αποχωρίζω (κάπ.) και τον καθιστώ ξένον (Πβ. την αρχ. σημασ. L‑S, λ. αποξενόω I 1· η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α ): Τέχνη γυναικός δολεροκακογάμου | την κόρην τήν ολιγωρείς θέλει σε αποξενώσει Λίβ. Sc. 1528· καλώς την με απεξένωσεν η τέχνη της μαγείας Λίβ. Sc. 2697 (βλ. και αναγυρίζω Β1α, αναμερίζω α, αναχωρίζω Α, απαφήνω 3, αποβγάνω 1, αποδιαβάζω 1, αποδιώχνω β, αποκόπτω 4α, Αποκρούω 1α , απομακρύνω Α1α1)· β) υπεξαιρώ: Το παρόν βιβλί(ον) υπάρχει της αγιοτ(ά)της μ(η)τροπόλε(ως) … και όστις βουληθεί αποξενώσει τούτο εκ της μονής ταύτης … Κολοφ. (Darrouzes, Χαριστ. Ορλάνδ. Ά́) 306. IΙ. Μέσ. 1) α) Φεύγω μακριά από ένα τόπο και κόβω τους δεσμούς μου, αποδημώ, ξενιτεύομαι (Πβ. την αρχ. σημασ., L‑S, λ. αποξενόω I 1): πώς από γης ρωμαϊκής και γονικής σου χώρας απεξενώθης και έφυγες, ελήλυθας ενταύθα Βέλθ. 499· Τά πάσχεις ως παντόρφανον και ως αποξενωμένον Σπαν. B 37 (βλ. και αποξενιτεύομαι)· β) Απομακρύνομαι (από κ.), αποχωρίζομαι (κ.) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αποξενόω I 1): της ειμαρμένης το κακόν αποξενώνεσαι το Λίβ. Sc. 1780 (βλ. και αλαργάρω, αλαργώ, αναμεριάζω, ανασπώ II 1, αναφεύγω, αναχωρίζω Β, απεκβαίνω α, αποβγαίνω 1, αποδιαβαίνω 1, απολείπω 1, απολύω Β1, απομακρύνω A3)· γ) (μέσ.) παύω να έχω σχέση με κάτι, λησμονώ: ζήσε και τας οπίσω συμφοράς αποξενώθησέ τας Λίβ. Esc. 4271 (βλ. και αθετώ 1α , αμνημονώ, απαρνούμαι, απολανθάνομαι, απολησμονώ α). 2) Χάνω τις αισθήσεις μου και την επαφή με το περιβάλλον, λιποθυμώ: απεξενώθην, έφυγεν, εις Αδην εκατέβην Λίβ. Sc. 2679 (βλ. και αναισθητώ 1α, ανακεφαλίζω β, απαφήνω 5 φρ. α, απολεγαίνω 2, απολιγώνω 2).
       
  • αποχωρίζω (I),  
    Σπαν. A 95 (έκδ. αποχωρίσθησε, χφ. αποχωρίστησε), Σπαν. B 80, 93, Σπαν. V 89, Κομν., Διδασκ. Δ 109, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 99, Προδρ. I 12, Καλλίμ. 1464, Διγ. Gr. VIII 99, Διγ. Esc. 851, Διγ. Τρ. 3013, Διγ. A 2050, Βέλθ. 545, Χρον. Μορ. H 149, Περί ξεν. A 420, Ερωτοπ. 58, 341, 621, Λίβ. Sc. 3090, 3143, Λίβ. Esc. 70, Λίβ. (Lamb.) N 91, Λίβ. N 3727, Αχιλλ. (Haag) L 1271, Αχιλλ. N 218, Ιμπ. 299, 300, Φυσιολ. (Zur.) IX14, Θρ. Κων/π. διάλ. 130, Μαχ. 15029, Θησ. I΄ [758], Γαδ. διήγ. (Wagn.) 176, Αλφ. (Μπουμπ.) II 15, Σαχλ. N 107, Σαχλ., Αφήγ. 41, 388, 670, 715, Πένθ. θαν.2 108, 165, Σοφιαν., Κωμωδ. Ricchi 133, Θρ. Κύπρ. K 30, Ερωφ. Α΄ 80, 214, Πιστ. βοσκ. I 2, 286, Ιστ. Βλαχ. 1080, Διγ. Άνδρ. 35829, 4085, Ερωτόκρ. Γ΄ 1363, Δ΄ 336, 451, Ευγέν. 1271, Διήγ. ωραιότ. 98, 628, Μαρκάδ. 383, Λεηλ. Παροικ. 630, Τζάνε, Κρ. πόλ. 2499 κ.π.α.· απεχωρίζω, Χρον. Μορ. H 8515, Λίβ. Esc. 2268, 3600, Βεντράμ., Γυν. 157· ’πεχωρίζω, Βεντράμ., Γυν. 175· ’ποχωρίζω, Αχιλλ. (Haag) L 162, 440, Παρασπ., Βάρν. C 328, Διγ. Άνδρ. 3953.
    Το αρχ. αποχωρίζω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    I. Ενεργ. α) χωρίζω (κάπ. από άλλον) (Πβ. L‑S στη λ. 1. Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 3): τις απεχώρισεν ημάς, ώ γλυκυτάτη μήτερ; Διγ. Τρ. 3013· την με απεχώρισεν η επίβουλος η Τύχη Λίβ. N 3727· βουλήν εδώκασιν να μάς αποχωρίσουν Ερωτοπ. 58·   β1) αποχωρίζομαι, απομακρύνομαι: Από γυναίκα πονηρή καθαείς ας ’πεχωρίσει Βεντράμ., Γυν. 175 (βλ. και αποχύνω)· β2) αποχωρίζομαι (κάπ.): Πως ήταν μπορεζάμενον να σας αποχωρίσω | γυναίκα και παιδάκια μου, στα όρη να σας αφήσω! Ευγέν. 1271· γ) αποφεύγω (κάπ.): αμμή, απήν εγένομουν χρονών δεκατεσσάρων (παραλ. 2 στ.) και ήρχισα τον διδάσκαλον να τον αποχωρίζω | και τα στενά του κάστρου μας τριγύρου να γυρίζω Σαχλ., Αφήγ. 41 (βλ. και αποκρούω 3, απομακραίνω Αβ, αποστρέφω Γ1α, βαριούμαι, φεύγω)· δ) περιφρονώ: Μη ουν αποχωρίσεις τους (ενν. τους στίχους), μηδ’ αποπέμψεις, μάλλον | ως κοδιμέντα δεξου τους ποσώς αν ου μυρίζουν Προδρ. I 12 (βλ. και απορρίπτω 1, καταφρονώ)· ε) εγκαταλείπω: κι αν έσφαλα ποτέ μου τέτοιο αγαφτικόν ν’ αποχωρίσω Πιστ. βοσκ. I 2, 286 (βλ. και απολησμονώ, απολυταρίχνω, απολύω Α8, αρνούμαι 3α, αφήνω)·   στ1) κάνω διάκριση, ξεχωρίζω (κάπ. η κ.) (Πβ. ΙΛ στη λ. 1): Παιδιά, γονείς μου, αδέλφια μου, και ουδέν σάς έγνωρίζω· από τους άλλους πού είναι αυτού δεν σάς αποχωρίζω! Εβλέπ΄ ότι όλοι ομοιάζετε ο ένας με τον άλλον Πένθ. θαν.2 108· φόβος και τρόμος φαίνονται το στόμα και τα μάτια! Και τ’ άλλα μέλη του κορμιού ποιός να τ’ αποχωρίσει; το ’ν’ από τ’ άλλο καθαρά να ιδεί και να γνωρίσει; Πένθ. θαν.2 165 (βλ. και αφορίζω, διαχωρίζω)· στ2) ξεχωρίζω, υπογραμμίζω: Και πάλιν να το ειπώ απαρχής να το εξεκαθαρίσω· των αβουκάτων την κλεψιάν να την αποχωρίζω Σαχλ., Αφήγ. 388. IΙ. Μέσ. α) Απομακρύνομαι (από κάπ. η κ.) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 4): εγώ δ’ αποχωρίζομαι των αδελφών μου πάλιν Καλλίμ. 1464· και πώς να σ’ αποχωριστώ και πώς να σου μακρύνω; Ερωτόκρ. Γ΄ 1363· μη με απεβγείς, μη ξενωθείς, μηδέ αποχωρισθείς με Λίβ. Sc. 3090 (βλ. και αποχύνω)· β) εγκαταλείπω: και την πατρίδα την γλυκειά πώς ν’ αποχωρισθούσι; Τζάνε, Κρ. πόλ. 2499· γ) (αλληλοπαθές) αποχωρίζομαι (αμοιβαία με κάπ.): αυτά ήσαν τά μ’ έλεγες να μη αποχωριστούμεν; Αχιλλ. (Haag) L 1271· όρκον ποιούσιν δυνατόν να μη αποχωριαθούσιν Ιμπ. 299.
       
  • απροσεξία  
    η, Σπαν. B 190, Σπαν. (Ζώρ.) V 61, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 206, Ερμον. Θ 271, Ψ 155, Ω 264, Φυσιολ. (Legr.) 251, Θρ. Κων/π. Βαρβ. 23, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 526 (κριτ. υπ.), Ιστ. Βλαχ. 702· απροσεξιά, Ερμον. Θ 327, Φυσιολ. (Legr.) 42.
    Το μτγν. ουσ. απροσεξία. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. απροσεξιά).
    Έλλειψη προσοχής, επιπολαιότητα, απερισκεψία (Πβ. τη μτγν. σημασ., L‑S· η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. απροσεξιά): ταύτα μεν ούτως υπήρχεν | εις τε της Τροίας την μάχην | ένεκα του Αλεξάνδρου | του τε Πάριδος | εκείνον την κακήν απροσεξίαν Ερμον. Ω 264 πίπτει (ενν. ο ελέφας) εξ αμελείας του και εξ απροσεξίας του Φυσιολ. (Legr.) 42. — Βλ. και αγνωσία 1α, αγνωσύνη, ανοστάγρα, αφροσύνη, ευκολότητα.
       
  • αργός (Ι), 
    επίθ. και ουσ., Σπαν. B 313, Ιερακοσ. 34524-5, 51624, Διγ. A 4119, Εξήγ. πέτρ. 276, Διήγ. παιδ. 339, 801, Gesprächb. 16115, Δούκ. 20927, Θησ. Γ́ [786],Η΄ [483], Πικατ. 345, Φαλιέρ., Λόγ. 174, Δεφ., Λόγ. 205, 210, Κώδ. 16. αι. (Κρ. Χρ. 5, 1951, 239), Ιστ. Βλαχ. 1874, Ερωτόκρ. Δ́ 1731, Συναδ., Χρον. 54, Βακτ. αρχιερ. 133,184· αργιός, Ερωφ. Έ 135, Πιστ. βοσκ. V 4, 165, Ροδολ. (Μανούσ.) Έ [242].
    Το αρχ. επίθ. αργός (L‑S στη λ. Β). Η λ. και σήμ. κοιν. και ο τ. της στη Ρόδο (ΙΛ).
    Α´ Επίθ. 1) α) Που δεν εργάζεται, οκνηρός, νωθρός (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. ΒΙ1 και σήμ. ΙΛ στη λ. Α1α): μην κάθεσαι αργός ποτέ κατά την πολιτειά σου Δεφ., Λόγ. 205· και μη των αργών τις έστω, αλλά των μάλιστα ενεργών Ιερακοσ. 51624· βλ. και αράθυμος 1· β) βραδυκίνητος (στην εκτέλεση έργου), νωθρός, απρόθυμος (Πβ. ΙΛ στη λ. Α2): και δη λαβών εκείνος τούτο, ουκ αργός απεφάνθη, αλλά συνέργησε και αυτός το κατά δύναμιν Εξήγ. πέτρ. 276. 2) α) Που κινείται αργά, βραδυκίνητος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α2): πλιά αργός φαίνετ’ ο Ρώκριτος εις τα καμώματά του | δείχν’ Άριστος πλιά γλήγορος και τ’ άλογο βουηθά του Ερωτόκρ. Δ́ 1731· είσαι αργοκίνητη, αργή ώσπερ χελώνα Διήγ. παιδ. 801. Βλ. και αργητός, αργοκίνητος, αργόπους· φρ. αργός εις το χωνεύσαι (προκ. για τροφή ) = δύσπεπτος: και γάρ τα κρέατα τα σα κακόψητα υπάρχουν | και μάλλον κακοστόμαχα, αργά εις το χωνεύσαι Διήγ. παιδ. 339· β) βραδυκίνητος, διστακτικός: τό θα κάμω στο παιδί σου | δεν ήθελά ’σθαι αργιός και εις το δικό μου | να κάμω Πιστ. βοσκ. I 4,165. Βλ. και απομουδιάζω β. 3) Που δεν έχει απασχόληση (Πβ. ΙΛ στη λ. Α1γ): ο κόσμος μύλος έναι | και νοικοκύρης τον κρατεί και αργός ποτέ δεν έναι Πικατ. 345. 4) (Προκ. για μέλος νεκρού) ακίνητος, αναίσθητος: πόδες αργοί, αναίσθητοι, ακίνητοι, δεμένοι Διγ. A 4119. Βλ. και αγροίκητος, αναισθητώ 2, ασάλευτος, άψυχος. 5) α) (Προκ. για κληρικό) που τιμωρήθηκε με «αργία», που στερήθηκε το δικαίωμα να ιερουργεί (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1β): περί φυγής κληρικού αργού και πάγει εις άλλην επαρχίαν ξένην και εκεί τον δεχθεί ο αρχιερεύς του τόπου και τον συγχώρησει να λειτουργεί Βακτ. αρχιερ. 184· β) (προκ. για πολεμιστή) που απολύεται ή παύεται από τον πόλεμο (Πβ. Δημητράκ. στη λ. 4): και τότ’ αφόν εγνώρισε το πως αργός εγίνη, | απέ τον πόλεμον φημί, επήγε ν’ αποθάνει Θησ. Ή [483]. 6) Που δε γίνεται την ώρα πού πρέπει, καθυστερημένος: Λύπησ’ αργιά κι ανέφελος μεταγνωμός Ερωφ. Ε΄ 135. 7) (Προκ. για λόγια) μάταιος (Πβ. L‑S στη λ. Β Ι2β και Bauer, Wört. στη λ. 3): λόγους αργούς μηδέν λαλείς, μηδέ ακούειν [σε] θέλεις Σπαν. B 313. Βλ. και άδηλος 2, ανωφέλητος 1, εύκαιρος. 8) (Προκ. για εκκλ.) που δε λειτουργεί, κλειστή: αι εκκλησίαι αυτής αργαί έσονται έως τριών Κώδ. 16. αι. (Κρ. Χρ. 5, 1951, 239). Β´ Ουσ. Η μέλισσα που δεν εργάζεται, ο κηφήνας (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β1· βλ. και Κουκ., ΒΒΠ Ε΄ 304): και τα μελίσσια τ’ άγνωστα πώς τά ’δωκεν η φύση | να εργάζονται και τους αργούς όλους να καταλύσει Δεφ., Λόγ. 210.
       
  • αρκώ,  
    Βίος Ευθυμ. πατριάρχ. 157, Σπαν. A 34, 434, Σπαν. B 518, Σπαν. V 28, Κομν., Διδασκ. Δ 264, 401, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 36, 368, Μιχ. ιερομ. 18, Λόγ. παρηγ. L 693, Προδρ. I 65, 117, II Η 26η, Προδρ., Κατομυομ. 333, Μανασσ., Αρίστ. I γ΄ 44, Καλλίμ. 1386, 1654, 1836, Ιερακοσ. 3992, 48414, 4907, 4977, Κυνοσ. 59424, Ορνεοσ. αγρ. 5462, Διγ. Gr. ΙΙ 6, IV 491 (έκδ. ηρκέσθη· Τσοπ., Ελλην. 17,1962, 85, προτ. ηρέσθη ή ηράσθη· βλ. και Eideneier Ν., Ελλην. 23, 1970, 309), Διγ. Z 538, 2102, Χρον. Μορ. H 2582, 4116, Χρον. Μορ. P 4159, Εξήγ. πέτρ. 276, Διήγ. παιδ. 263, 357, 815, 981, Διήγ. Βελ. (Cant.) 68, Βίος οσ. Αθαν. 244, Λίβ. P 206, 1554, 1691, 2091, Λίβ. Esc. 450 (κριτ. υπ.), Λίβ. N 1566, 2100, 2706, Φυσιολ. B 1119, Βησσ., Επιστ. 3511, Δούκ. 18128, 1971, 3473, Ριμ. Βελ. 114, 672, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 659, Αιτωλ., Μύθ. 5715, 1072, Ιστ. πολιτ. 699, Διακρούσ. 1002.
    Το αρχ. αρκέω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) α) Είμαι αρκετός, είμαι επαρκής, επαρκώ (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. αρκέω III 1 και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): τα γονικά σου πράγματα και η οικοσκευή σου | αρκούν τας θυγατέρας σου να τας εξωπροικίσεις Προδρ. I 65· σώνει ο κόπος ο πολύς, αρκεί η παίδευσή σου Διακρούσ. 1002· βλ. και αποσώνω A3· β) (απρόσ.) είναι αρκετό, φτάνει (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. αρκέω III 5 και σήμ., ΙΛ, στη λ. 1): αρκεί· το λοιπόν βαίνε μη περαιτέρω· ήδη βλέπω γαρ άγγελον ταχυδρόμον Προδρ., Κατομυομ. 333· πάλε ουδέν σε άρκησε να έλθεις εις εμένα (παραλ. 1 στ.), αλλά ήλθες στον αφέντη μου … να επάρεις το βασίλειόν του Χρον. Μορ. H 4116. Βλ. και ακανητός Β απρόσ., αυταρκώ, σώνω. 2) (Μέσ.) μένω ικανοποιημένος, αρκούμαι (σε κ.) (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. αρκέω IV και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): το πλήθος ουκ ηρκήθηκεν εις την βουλήν εκείνη Ριμ. Βελ. 672· Ο μύθος λέγει: οι πτωχοί πρέπει τους να αρκούνται, | ότι οι άρχοντες πολλά τα κίνδυνα φοβούνται Αιτωλ., Μύθ. 5715· Επαίνει πάντα το καλόν, πλην μη αρκεσθείς εν τούτῳ Σπαν. (Λάμπρ.) Va 368· πυκνότερον διήρχοντο (ενν. συγγενείς βασιλέων) του οίκου μου πλησίον, | αλλ’ ουδενί το σύνολον ηρκέσθη ο πατήρ μου Διγ. Gr. IV 491.
       
  • αρρώστια  
    η, Ασσίζ. 25112, 29030, Φλώρ. 257, Πανώρ. Α΄ 87, Εγκ. αγ. Δημ. 111224· αρρωστία, Σπαν. B 277, Προδρ. ΙΙΙ123, Ασσίζ. 4131, 37710, Ελλην. νόμ. 52515, Ορνεοσ. αγρ. 57113, Rechenb. (Vog.) 222, Κορων., Μπούας 63, Μυστ. παθ. 100, Σοφιαν., Παιδαγ. 105, Χρον. σουλτ. 12116, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1649, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 435, Άλ. Κύπρ. 1565, Βίος Δημ. Μοσχ. 197, Ιστ. Βλαχ. 2131, κ.π.α.· αρρωστιά, Διδ. Σολ. Ρ 72, Φλώρ. 1687, Ερωτοπ. 230, Γεωργηλ., Θαν. 324, Σαχλ. N 71, Κυπρ. ερωτ. 9354, Πεντ. Δευτ. VH 15, XXVΙΙΙ 61, Αιτωλ., Μύθ. 13616, Άλ. Κύπρ. 1515, Βοσκοπ. 424, Ερωτόκρ. Α΄ 1008, 1413, Ροδολ. Β΄ [431 ], Φορτουν. Γ΄ 325, Τζάνε, Κρ. πόλ. 42812, κ.π.α.
    Το αρχ. ουσ. αρρωστία. Για τη μεταφορά του τόνου βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 102. Η λ. και οι τ. της και σήμ. (ΙΛ).
    α) Ασθένεια (σωματική και ψυχική) (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. αρρωστία 1 και σήμ. ΙΛ στη λ. 1α): Μέσα σε τούτον τον καιρό εις αρρωστιά μεγάλη| ήπεσεν ο Πεζόστρατος με κάηλα και με ζάλη Ερωτόκρ. A΄ 1413· Ελόγιασά το αληθινά πως λυγερής αγάπη| θε να ’ν’ αιτιά του πόνου σου …| μια αρρώστια έχομε κι οι δυο Πανώρ. Α΄ 87· βλ. και αρρώστημα α, βάρος, πληγή· β) αρρώστια από απογοήτευση: Μα ο γενεράλης φτάνει κει να τόνε συμπονέσει,| να του ειπεί (έκδ. ’πήν· διορθώσ.) παρηγοριές εις αρρωστιά μην πέσει Τζάνε, Κρ. πόλ. 42812. Βλ. και ασθένεια.
       
  • αρχινίζω,  
    Διγ. A 1379, Διγ. Z 2387, Θησ. Γ΄ [67], Δ΄ Υπόθ. [4], Γαδ. διήγ. (Wagn.) 172, Γαδ. διήγ. 352, 452, Απόκοπ. 44, 225, Ιμπ. (Legr.) 348, Συναξ. γυν. 476, Αχέλ. 430, 1506, 2489, Θρ. Κύπρ. M 455, Κατζ. Ε΄ 206, 221, Ερωφ. Α΄ 175, 348, 373, 400, Β΄ 89, Δ΄ 720, Πιστ. βοσκ. I 1, 23, 33· 2, 215· II 1, 59· 4, 60· III, 2, 34· 6, 362· IV 2, 104· 3, 153· V 2, 104, 189· 6, 52, 268, Βοσκοπ. 34, 227, 269, 376, 405, Ερωτόκρ. Α΄ 102, 383, 939, 1411, Γ΄ 451, Ε΄ 1389, Σπαν. B 53, Ιντ. κρ. θεάτρ. Β΄ 100, Δ΄ 110, Ροδολ. Α΄ [266], Διήγ. ωραιότ. 148, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [386], Ε΄ [1298], Φορτουν. A΄ 89, 97, Ζήν. Γ΄ 239, Λεηλ. Παροικ. 512, Διγ. O 1465, 2259, 2536, Τζάνε, Κρ. πόλ. 5241· αόρ. ερχίνησα, Ερωτόκρ. Α΄ 480.
    Κατά Χατζιδ. (Αθ. 1, 1889, 263 και Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 293, Β΄ 446 από το (εγ)χειρώ ‑ εγχειρίζω ‑χερίζω με παρετυμ. προς τα αρχή, αρχίζω. Πιθανότερο κατά Thabores, BZ 55, 1962, 247-52 από το αρχινώ και την κατάλ. ‑ίζω Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. αρχινώ).
    1) (Μτβ.) κάνω αρχή, έναρξη μιας πράξης, ενός έργου (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αρχινώ): το τραγούδι με γλυκειά φωνή το αρχινίζω Διγ. O 2536· τη μάχη εκερδίσετε, που ’χετε αρχινισμένη; Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ΄ 110· και τώρα αρχινίζομεν λέγειν τας διηγήσεις Διγ. Z 2387· κι απόκεις αρχινίζει| να τη διατάσσει τα πρεπά Ερωτόκρ. Γ΄ 451· με προθυμιά και πόθον αρχινίζει| και τζόγια χάνει ολόχρυση Ερωτόκρ. Α΄ 1411· τότες αρχινίζουν| και την βουλήν εδώκασιν τι μέλλει να ποιήσουν Ιμπ. (Legr.) 348. 2) (Αμτβ.) βρίσκομαι στην έναρξή μου (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αρχινώ): σήμερ’ απονωρίτσα,| που ρόδισε η ανατολή κι αρχίνιζε η αυγίτσα,| ήρθε ο πρεσβύτης στον ναόν Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [386].
       
  • ασυμβούλευτος,  
    επίθ., Σπαν. B 328, Χρον. Μορ. H 7452, Ιστ. Βλαχ. 1473, 1477.
    Από το στερ. α‑ και το συμβουλεύομαι. Η λ. ήδη τον 4. αι. (Lampe, Lex.) και σήμ. (Δημητράκ.).
    1) α) Που δε δέχεται συμβουλές (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2· βλ. και Lampe, Lex.): Άνθρωπος ασυμβούλευτος, είτι επιχειρίσθη,| δεν το εκεφαλαίωσε κι υπό πολλών υβρίσθη Ιστ. Βλαχ. 1473· βλ. και άμετρος, άπορος (I)4, άπραχτος 5, ασυλλόγιστος 2, ασύμβουλος β· β) (προκ. για ενέργ.) ασύνετος, απερίσκεπτος (Βλ. Δημητράκ. στη λ. 3): πράξις γάρ ασυμβούλευτος ουκ ωφελεί, αλλά βλάπτει Σπαν. B 328. Βλ. και απερισκόπητος. 2) Που δεν έχει κάποιον να τον συμβουλεύσει: ετούτη ως ασυμβούλευτος γυναίκα άνευ φίλους| εστρέφετον στο οσπίτι της ωσάν απεγνωσμένη Χρον. Μορ. H 7452.
       
  • ασχόλησις ‑ση  
    η, Σπαν. A 108, Σπαν. B 95, Σπαν. V 91, 101, Κομν., Διδασκ. Δ 117, 128, Σπαν. P 40, 44, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 101, Λόγ. παρηγ. O 725, Φλώρ. 506, 1022, 1036, 1521, 1541, 1640, 1668, 1673, 1721, Λίβ. P 135, 574, 608, 1689, 1784, 2175, 2493, 2515, Λίβ. Sc. 1, 333, 780, 805, 850, 1087, 1112 (κριτ. υπ.), 1448, 1997, 2035, 2408, 2693, 2762, 3152, Λίβ. Esc. 1114 (κριτ. υπ.), 3167, Λίβ. N 245, 748, 1300, 1323, 1475, 1659, 1671, 1696, 1905, 1934, 2289, 3734, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 586 κριτ. υπ.· ασκόλησις, Φλώρ. 825, 1510, Λίβ. Esc. 134, 846, 883, 1450, 1932, 2165, 2593, 3160, 3211, 3591, 3855, 3949, 4211.
    Από το ασχολώ.
    1) α) Φροντίδα, αφοσίωση: αυτού όπου ηκούμπησες κι ετάχθης να δουλεύεις| έχε τιμήν κι ασχόλησιν και καθαράν αγάπην Σπαν. B 95· βλ. και αδημονία 2γ, ακρίβεια 1γ, αναγραμμός, αφιέρωσις 2, έγνοια, ζάλη, λογισμός· β) στοργή: Στέργετε εις την ασχόλησιν, ποσώς μη αποδημείτε·| η αναμονή καλόν έναι, πληρώνει ακέραιον πράγμα Λίβ. Sc. 1. Βλ. και πόθος. 2) α) Ερωτική έγνοια, φροντίδα: θεωρώ το δακτυλίδιν σου και άκουσον τί με λέγει:| Φόρει με, πόθου είμαι δεσμός, αγάπης είμαι πράγμα·| κράτει με ότι απ’ ασχόλησιν φουδούλας απεστάλθην Λίβ. Sc. 805· Ο Φλώριος έν’ ο πόθος μου και η ασχόλησις μου Φλώρ. 1640· βλ. και ασχόλημα· β) έρωτας: τας μυριοτυραννήσεις μου μόνος ας τας λυπούμαι| και τά έπαθα δι’ ασχόλησιν εγώ ας τα (κριτ. υπ.) πάσχω μόνος Λίβ. Sc. 2408· βλ. και αγάπη 1β, αγάπησις 2, ερωτιά, επιθυμία· γ) ερωτική επιθυμία, λαχτάρα, πόθος: περιπλεμένη ερωτικά με ασχόλησιν μεγάλην| και την εμήν ασχόλησιν έταξεν ως αράχνην Φλώρ. 1721. Βλ. και αγάπη 1ε, αμαρτία 5β, επιθυμία, ερωτιά, φωτιά. Έκφρ.: σεβαίνω εις ασχόλησιν = αρχίζω να σκέφτομαι ερωτικά (κάπ.): πώς εις την ασχόλησιν εσέβηκες της κόρης Λίβ. Sc. 748. 3) Ανακούφιση: ηγαλλιάτο εις την ελεημοσύνην και εις τας ευεργεσίας και ασχολήσεις των ανθρώπων Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 586 κριτ. υπ. Βλ. και αλάφρωση, απλοχωριά 2, ξεγκουσεμός. 4) Άνεση: προβοδόν μ’ εδώκασιν την στράταν να με ορτώσει,| λιβαδωτήν και ομαλήν, δενδροαναγεμάτην,| έχουσαν βρύσεις και νερά και άλλας ασχολήσεις Λόγ. παρηγ. O 725. Βλ. και άδεια 3, ανάπαυσις 1γ, παράταξις.
       
  • ασχολούμαι, 
    Σπαν. A 310, 444, 468, Σπαν. B 421, Σπαν. P 164, 224, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 332, 466, 490, Σπαν. (Μαυρ.) P 46, Προδρ. I 213, Ευγεν., Δρόσ. Α΄ 65, Ιερακοσ. 5067, Διγ. (Trapp) Gr. 2120, 2841, 2875, Φλώρ. 1679, Λίβ. P 575, Λίβ. Sc. 689, 825, 2934, Λίβ. N 723, 1589, 1716, 1934, 3537, Αχιλλ. N 1434, Δούκ. 612, 28310, 3734, Φαλιέρ., Λόγ. 98, 122, κ.π.α.· ασκολούμαι, Λίβ. Esc. 847, 1791, 1907· ’σχολούμαι, Διγ. Gr. VI 508, Βέλθ. 798, Λίβ. P 1661, 1688.
    Η λ. στον Αριστοτέλη και σήμ. (Δημητράκ.).
    1) (Συνήθως με εμπρόθ. προσδιορ.) είμαι απασχολημένος, καταγίνομαι (με κ.) (Η σημασ. μτγν., L‑S, λ. ασχολέω Ι· και σήμ., Δημητράκ., λ. ασχολούμαι 2): αυτός εις πόλεμον ησχολείτο Δούκ. 612· ίνα μη … και επανέλθωσι προς σε, εμού ασχολουμένου,| και προφανής ο κίνδυνος εκ τούτου μοι επέλθει Διγ. (Trapp) Gr. 2875. Βλ. και ασχολώ 1. 2) α) (Μτβ.) περιποιούμαι, φροντίζω, νοιάζομαι (με αγάπη) (Βλ. και Χατζιδ., Βυζαντίς 2, 1911-12, 516 και Ανδρ., Προσφ. Κυριακ. 54-55): Ασχολουμένων τοιγαρούν των γυναικών και πάντων (παραλ. 1 στ.) του βρέφους τῳ συμπτώματι και του παιδός τῳ πάθει Προδρ. I 213· πώς το εκράτησα το χαρτίν και πώς το ασχολήθην| και μετά ποίας μου της χαράς ουκ ημπορώ του λέγειν Λίβ. Sc. 689· Αγάπα και τους συγγενείς και τίμα κι ασχολού τους,| ότι ο νόμος λέγει το Σπαν. A 310· βλ. και αγωνούμαι 2β, αναγράφω 5, αναθυμούμαι 2β, αναμάσσομαι, αναπαύω Α΄1ε, ανατρέφω Α΄1β, αποκρατώ Ά́7, εγνοιάζομαι, κανακίζω, λογιάζω, σπουδάζω· β) (μτβ.) ενδιαφέρομαι, δίνω προσοχή, χρησιμοποιώ: αφήκεν την ως άχρηστον (ενν. την βουλήν των γερόντων), ουδέν την ασχολήθην Σπαν. A 444· βλ. και αναμνιάζω 2, αργάζω 2, κρατώ)· γ) (με τη λ. νους) προσέχω και περιμένω: ιστάμην δε εγώ τηρών ει εγερθήναι έχει. Και ως εν τούτῳ μου τον νουν εις ώραν ησχολούμην,| λαθών με ο Φιλοπαππούς … Διγ. (Trapp) Gr. 2841. Βλ. και ακοή 2 φρ., ανοιχτός 1α φρ. (3), αντιπροσέχω, απαντέχω 1, 8, βλέπω, στοχάζομαι. 3) (Προκ. για φιλοφρόνηση) αγκαλιάζω: ασπασίως χαιρετούν, αλλήλους ασχολούνται Αχιλλ. N 1434. 4) α) Αγαπώ (κάπ.), είμαι ερωτευμένος (με κάπ.): Κοράσιον ηλιογέννητον στρατιώτην ασχολείται Λίβ. Sc. 825· βλ. και μυριορέγομαι, ορέγομαι, πιάνω φρ., πολυαγαπώ· β) αγκαλιάζω, φιλώ ερωτικά (κάπ.): αντί εμέναν κράτει το (δηλ. το μαξιλάρι), φίλει, περίπλεκέ το, νόμιζε ότι είμαι μετά σε και εμέναν ασχολείσαι Λίβ. Sc. 2934 (κριτ. υπ.)· βλ. και αγκαλιάζω, αναγκαλίζω, αναπλέκομαι 1, ανασπάζομαι, περιλαμπάνω, φιλώ· γ) αγκαλιάζω, ενώνομαι (ερωτικά): ώσπερ κισσός εις το δενδρόν, ούτως περιεπλακήκαν,| γλυκοφιλούν ενήδονα, αλλήλως ασχολούνται Φλώρ. 1679. Βλ. και ανταμώνω IIΒ΄3. 5) (Με αιτιατ. προσ. και αντ.) παρακαλώ (κάπ. για κ.): έπαρε μίσσον εξ ημών, τούτο ’σχολούμαι σε το Βέλθ. 798.
       
  • άτακτος,  
    επίθ., Σπαν. A 157, 254, Σπαν. B 158, Σπαν. V 159, Κομν., Διδασκ. Δ 199, Σπαν. V Suppl. 8, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 169, 267, Μανασσ., Αρίστ. I ε΄ 50 [= Μανασσ., Αρίστ. (Mazal) 1027], Μανασσ., Χρον. 6154, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 576, Παράφρ. Μανασσ. 312, Ασσίζ. 10528, 17828, Διγ. (Trapp) Gr. 2046, 2731, Διγ. (Trapp) Esc. 1555, Διγ. Z 1772, 2265, 2672, 3273, 4196, Ωροσκ. 4123, Ανακάλ. 47, Θρ. αλ. 24, Μαχ. 1409-10, Σφρ., Χρον. μ. 13225, Διαθ. Αλ. 2551, Ψευδο-Σφρ. 51212, Αχέλ. 2504, Αλφ. καταν. 63, Διγ. Άνδρ. 36215, 3729, 3867, Βακτ. αρχιερ. 213, Λεηλ. Παροικ. Αφ. 10, Τζάνε, Κρ. πόλ. 841.
    Το αρχ. επίθ. άταχτος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. άταχτος).
    1) Ακατάστατος (Πβ. L‑S στη λ. I2,II2· η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. άταχτος 1): οι άνεμοι οξείς και άτακτοι Ωροσκ. 4123· ιδών τον τούτων διωγμόν άκαιρον και άπραχτον και άτακτον … επιστρέψας κατ’ αυτών, έτρεψε και εδίωξεν αυτούς Σφρ., Χρον. μ. 13225. 2) Αντικανονικός, παράνομος (Πβ. L‑S στη λ. III): είχεν από τον ρήγα πογέριν να σωρεύγει τους εισσόδους τους άτακτους Μαχ. 1409-10· Νεότης πάσα αληθώς ματαιότης υπάρχει,| οπηνίκα προς ηδονάς εκτείνει τας άτακτους Διγ. (Trapp) Gr. 2046· ουδέν ημπόρεσεν να βαστάξει τοιούτον ριζικόν καλόν και τόσην ευημερίαν της τύχης, αμή ήθελεν να πολεμεί άτακτα έργα Παράφρ. Μανασσ. 312. Βλ. και άθεσμος, άτοπος. 3) Που παραβαίνει κ.: Πάντα όσα διεταξάμην περί τους επιβούλους και άτακτους ανθρώπους Διαθ. Αλ. 2551. 4) Απειθάρχητος (Πβ. L‑S στη λ. III): όταν οι Τούρκοι άτακτοι σαν όρνιθες εμπήκαν| με τους καλούς Χριστιανούς και όλ’ ανακατωθήκαν Αχέλ. 2504· ένα καλόν παιδευτήριον, οπού να παιδεύουσι τους άτακτους τους πταίστας Βακτ. αρχιερ. 213 (βλ. και άπιστος Α1γ). 5) Αναιδής, θρασύς, βίαιος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. άταχτος 3): πώλον παραζηλούντα| και πωλικά σκιρτήματα και λακτισμούς ατάκτους Μανασσ., Χρον. 6154· και θέσει πόδαν άτακτον εις τον εμόν αυχένα·| (εις βασιλέως τράχηλον δεν πρέπει πους ανόμου) Ανακάλ. 47· ως άτακτο στο ύστερο με διώξει η αρχοντιά σου Λεηλ. Παροικ. Αφ. 10· Μη χράσαι λόγον άτακτον ακαίρως, απαιδεύτως Σπαν. (Λάμπρ.) Va 267. Βλ. και αδιάκριτος 2β, αδιάντροπος, αυθάδης, αυθέκαστος 1α. 6) Ληστής, «απελάτης»: να αφανίσει τους ατάκτους εκείνους, οπού εκαταπατούσαν τους τόπους του Διγ. Άνδρ. 36215. Βλ. και αρχιληστής.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης