Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- αγριωδώς,
- επίρρ., Σπαν. (Μαυρ.) P 198, Διγ. (Sath.-Legr.) Τρ. 541, Διγ. (Καλ.) A 1057.
Από το επίθ. αγριώδης.
Με τρόπο άγριο, φοβερό: Αυτίκα τε μετά θυμού και μετ’ οργής μεγάλης,| απειλικώς με ήλεγξαν αγριωδώς ιδόντες Διγ. A 1057. — Πβ. άγρια α.
αδικία- η, Γλυκά, Στ. (Τσολ.) 72, 295, Έκθ. χρον. (Lambr.) 298, 317, Συναξ. γυν. (Krumb.) 1203, Ιστ. πατρ. (Βόνν.) 10512, Νεκρ. βασιλ. (Μανούσ.) 89, κ.π.α.· αδικιά, Σπαν. (Μαυρ.) P 310, Φλώρ. (Κριαρ.) 1036, Θησ. (Βεν.) Πρόλ. 215, Γεωργηλ., Θαν. (Wagn.) 317, Γαδ. διήγ. (Αλεξ. Λ.) 523, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 317, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 12539, Δεφ., Λόγ. (Kar.) 772, Πεντ. (Hess.) Γέν. VI 11, Σταυριν. (Legr.) 61, 1105, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Έ́ 1043, Ευγέν. (Vitti) 581, 585, Ιντ. κρ. θεάτρ. (Μανούσ.) Ά́ 116, Ροδολ. (Μανούσ.) Δ́́ 144, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Ά́ 504, Δ́́ 1443, Έ́ 641, Φορτουν. (Ξανθ.) Β́́ 443, Διακρούσ. (Ξηρ.) 9417· αδικά, Πεντ. (Hess.) Γέν. XLIX 5 (πιθ. εσφαλμ. φωνητική απόδοση του αδικιά).
Το αρχ. ουσ. αδικία. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) α) Άδικο πράγμα· που δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, συκοφαντία (πβ. ΙΛ λ. αδικία 4 και άδικο 2): ω γλώσσης ψευδηγόρου, ήτις ελάλησε κακώς σήμερον αδικίαν Γλυκά, Στ. 72· β) απάτη: και άλλη τον λαλεί κουμπάρο,| διά ταυτό τάχα έχει θάρρο·| και άλλη δι’ αδελφοποιτόν| έχει τον αγαπητικόν·| μετ’ αυτήν την αδικίαν| κάμνουν φανερήν πορνείαν Συναξ. γυν. 1203. 2) α) Άδικο πράγμα, μη ορθό: Κι αναδικιά σού φαίνεται σήμερον ν’ απομείνει| ακδίκητη η λαβωματιά οπού σ’ εμέν εγίνη,| να παιδευτεί είναι το πρεπόν ετούτο το δοξάρι·| ετούτο οπού μ’ επλήγωσε την τιμωριάν ας πάρει Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Δ́́ 1443· β) κάτι που δεν το αξίζει κανείς να το πάθει: ελάλουν ότι εις όλα της| να ’ν’ ταπεινή γιόν έν’ γλυκειά·| αλίμονον, τείντα αδικιά| να λείπω ’που τα πλάγη της· Κυπρ. ερωτ. 12539· μά ’τονε κρίμα κι αδικιά, Ρωτόκριτε, μεγάλη| μέσα στα δάση να χαθού, να νεκρωθού έτοια κάλλη Ερωτόκρ. Έ́ 1043 (πβ. άδικος 2). 3) Βλάβη, κακό συμφορά (πβ. ΙΛ στη λ. 3): Γούι αδικιά να τονε βρει! Λογιάζω να μην έχει| η κεφαλή του πλια ομυαλό Φορτουν. Β́́́ 443. Εκφρ. 1) Εις ώραν αδικίας: Γλυκά, Στ. 295. 2) Αγγά της αδικάς = προκ. για ανθρώπους που έχουν «μέσα τους» την αδικία: Πεντ. Γέν. XLIX 5. — Πβ. αδικοσύνη.
άδικο(ν)- το, Σπαν. (Μαυρ.) P 302 (βλ. ιδικός· διορθώσ.) Ασσίζ. (Σάθ.) 11515, 17012, Διγ. (Καλ.) A 2796, Βέλθ. (Κριαρ.) 94, Εβρ. ελεγ. (Παπαγ.) 160, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 744, Φλώρ. (Κριαρ.) 1211, Αχιλλ. (Hess.) N 47, Θησ. (Βεν.) Πρόλ. [213], Θησ. (Foll.) I Υπόθ. 4, Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 74, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 917, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 2417, 351, 1284, Πένθ. θαν. (Ζώρ.) N 497, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 471, 746, Πεντ. (Hess.) Γέν. XVI 5, Λευιτ. V 23, XIX 35, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 616, Κατζ. (Πολ. Λ.) Β́́ 264, Έ́ 324, Πανώρ. (Κριαρ.) Β́́ 299, Γ΄ 216, Ερωφ. (Ξανθ.) Πρόλ. Χάρ. 118, Πιστ. βοσκ. (Joann.) V 5, 90, Βοσκοπ. (Αλεξ. Στ.) 377, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 168, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Β́́ 571, 792, 977, 1718, Γ́́ 1304, Δ́́ 762, Ιντ. κρ. θεάτρ. (Μανούσ.) Ά́ 104, 116, Δ́́ 94, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Ά́ 279, Λίμπον. (Legr.) 5, 238, 275, 431, Φορτουν. (Ξανθ.) Ιντ. Ά́ 150, Ιντ. Δ́́ 15, 36, Ζήν. (Σάθ.) Ά́ 282, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 21620, 41316, 4319 (έκδ. άδικα· Ξανθ., BZ 18, 1909, 596, διόρθ.: άδικο) 48725, 53518· άδικο το, Πεντ. (Hess.) Λευιτ. ΧΙΧ 15.
Το ουδ. του επιθ. άδικος ως ουσ. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) α) Αδικία (ως αφηρημένη έννοια): Τυχαίνει καθανός κριτή που μια δουλειά θα κρίνει (παραλ. 2 στ.) το δίκιον απού τ’ άδικο καλά να ξεχωρίζει Φορτουν. Ιντ. Ά́ 150· Γροίκα να πω το δίκιο μου, τ’ άδικο δε γυρεύγω Ζήν. Ά́ 282· β) αδικία (ως ενέργεια) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): πολλήν, πολλήν κατάκρισιν από παντός ανθρώπου| θέλεις λαβείν, ω βασιλεύ, και ψόγον ουκ ολίγον,| διότι μέγαν άδικον την σήμερον ειργάσω Βέλθ. 94· και να περάσει ο κλονισμός και το άδικον της μοίρας Φλώρ. 1211· γ) αδίκημα (ως παράνομη πράξη): Περί εκείνου οπού έβαλεν το σπίτιν του αμάχιν … και εκείνος οπού τα έλαβεν αμάχιν λέγει ότι ένι εδικά του, ποταπόν δίκαιον να γένειται περί αυτού του αδίκου Ασσίζ. 17012· δ) το αντικείμενο που αποκτάται με αδικία: Και ακόμ’ αν δε γυρίσουσι τ’ άδικα, τα παρμένα,| ας ξεύρουσι πως είν’ μακρά τα χέρια μου κι εμένα Τζάνε, Κρ. πόλ. 21620· φρ. (1) δίδω άδικον: μηδέν με καταγνώσεις,| μήδ’ άδικον μου δώσεις Κυπρ. ερωτ. 917· τους έδιδε άδικο και το πως το πταίσιμο είναι από αιτία εδική τους Σουμμ., Ρεμπελ. 168· (2) έχω άδικον: Και τέτοιο πράγμα με λαλείς, άδικον μέγαν έχεις Φαλιέρ., Ιστ. V 471. 2) α) Ζημία, βλάβη (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 3): κι ετούτο όλο τ’ άδικο ο ψύλλος μου το ποίκεν Φαλιέρ., Ιστ. V 746· να κάμεις έτοιο βλάψιμο κι άδικο του κορμιού σου Ερωτόκρ. Γ́́ 1304· β) δυστυχία, συμφορά: άδικο που μας ηύρηκε, άδικο που μας ήρτε Εβρ. ελεγ. 160.
άδολος,- επίθ., Σπαν. (Μαυρ.) P 438, Διγ. (Καλ.) A 1979, Διήγ. παιδ. (Wagn.) 985 (έκδ. άδηλος· Hess., Byz. 1 1924, 314, διόρθ.: άδολος), Φλώρ. (Κριαρ.) 1504, Σκλέντζα, Ποιήμ. (Κακ.) 1204, Λίβ. (Μαυρ.) P 2453 (βλ. Lambert, Λίβ., Γλωσσ. λ. άδουλος), Λίβ. (Lamb.) Sc. 2710, Δούκ. (Grecu) 15524, 21520, Φαλιέρ., Ρίμ. (Ζώρ.) L 88, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 3966, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Γ́́ 428, 436, Δ́́ 1125, Λίμπον. (Legr.) 240.
Το αρχ. επίθ. άδολος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
α) Ειλικρινής, πραγματικός, γνήσιος: ει να θελήσω εγώ ποτέ λυπήσαι την ψυχήν σου (παραλ. 1 στ.) και δεν φυλάξω άδολον την εδικήν σου αγάπην Διγ. A 1979· διατί είχασιν ελπίδα| ότι με πίστιν άδολον σ’ εμένα την πατρίδα (παραλ. 1 στ.) οστρακισμός γενεί ήθελε Λίμπον. 240· β) καθαρός, αγνός (πβ. ΙΛ στη λ. 1): Στ’ άδολα και τα καθαρά φιλιά ν’ ανακατώσεις| άλλα φιλιά της ασχημιάς Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́́ 428· Και το φαρμάκι εμπόδισα του πόθου να μη σώσει| στην άδολήν μου την καρδιάν και μου τηνε πληγώσει Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́́ 436· Επιλογήθης κι είπες του αν καλοεθυμάται| κάποτες μίαν αμαρτωλήν, ανέν και αναστοράται| πόθεν το γράφει το χαρτίν. Τότε επιλογήθη| και ως να ήτον άδολη σε το κατεξηγήθη Σκλέντζα, Ποιήμ. 1204.
αισθητώς,- επίρρ., Σπαν. (Μαυρ.) P 9, Λίβ. (Μαυρ.) P 1854, Λίβ. (Lamb.) Sc. 1554· αιστητώς, Λίβ. (Lamb.) Esc. 572, 584, 2704, Λίβ. (Lamb.) N 480, Λίβ. (Wagn.) N 2392.
Το αρχ. επίρρ. αισθητώς. Η λ. και σήμ. ως λόγ. (Δημητράκ.).
Με τρόπο αισθητό, όπως στην πραγματικότητα (Για τη σημασ. πβ. και Lampe, Lex., στη λ. 3): οπόταν σε ενθυμηθώ ή βάλω σε εις τον νουν μου,| δοκώ, εμπρός μου στέκεσαι αισθητώς και θωρώ σε Σπαν. P 9· είπα τον «ναι, παράξενε, όνειρον εφαντάσθην.| το βλέπω ακόμη αισθητώς και ακόμη αφηγούμαι σε το» Λίβ. P 1854. — Πβ. και αισθητά 1, αισθητικώς 2.
ακμήν,- επίρρ., Σπαν. (Μαυρ.) P 437, Προδρ. (Hess.-Pern.) III 67, Διγ. (Mavr.) Gr. VI 133, VIII 190, Διγ. (Sath.-Legr.) Τρ. 2018, Βέλθ. (Κριαρ.) 1238, Βίος Αλ. (Reichm.) 1103, 1705, 2323, 3546, Διήγ. παιδ. (Wagn.) 310, 472, 513, 535, 598, 878, 888, Βίος οσ. Αθαν. (Βέης) 241, 250, Λίβ. (Lamb.) Sc. 1645, Δούκ. (Grecu) 14510, 28732, Ζήν. (Σάθ.) Α΄ 19 (διόρθ. Κριαρ., B-NJ 12, 1936, 57, από: ακόμη)· ακμή, Γεωργηλ., Θαν. (Wagn.) 16, Γεωργηλ., Βελ. (Wagn.) 596· ακομήν, Φλώρ. (Κριαρ.) 1664· ακομή, Γλυκά, Στ. (Τσολ.) 178, Ασσίζ. (Σάθ.) 3016, 8525, 955, 11022, 1319, 1632, 5251, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 611, 796, 1028, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 1028, Πτωχολ. (Ζώρ.) N 686, Φλώρ. (Κριαρ.) 1285, Λίβ. (Lamb.) Sc. 462, 2634, 3197, Λίβ. (Lamb.) Esc. 3801 (έκδ. ακόμη· διόρθ. Πολ. Λ., Ελλην. 13, 1954, 421)· Λίβ. (Wagn.) N 3779, Δελλ. (Μανούσ.) Γ΄ 617, Μαχ. (Dawk.) 3210, 35, 3813, 425, 4623, 4824, 521, 15, 5433, 606, 27816, 31837, 32826, 33432, 55021, 6025, 60831, Αχέλ. (Pern.) 203, 1228, 2280, 2429, Ιστ. πατρ. (Βόνν.) 8222, 1756, Ερωφ. (Ξανθ.) Α΄ 440, Γ΄ 270, Δ΄ 505, Ε΄ 366, Πιστ. βοσκ. (Joann.) I 1, 168, III 5, 63, IV 5, 260· Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Χορ. [δ΄ 25], Ζήν. (Σάθ.) Γ΄ 327· ακόμη, Αιν. άσμ. (Παπαδ.-Κερ.) 65, Προδρ. (Hess.-Pern.) III 67 (χφ Η) (κριτ. υπ.), Παράφρ. Μανασσ. (Tièche) 34537, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 2629, 8669, Γλυκά, Στ. (Τσολ.) 184, Διήγ. παιδ. (Wagn.) 256, 597, 605, 625, 628, 914, 920, Απολλών. (Janssen) 457, Λίβ. (Wagn.) N 480, Λίβ. (Lamb.) Esc. 3801 (βλ. ακομή), Βησσ., Επιστ. (Λάμπρ.) 367, Γεωργηλ., Θαν. (Wagn.) 150, Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 77, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 402, Πεντ. (Hess.) Γέν. IV 25, VII 4, VIII 12, 21, 22, IX 11, 15, XLVI 29, Λευιτ. XXV 51, Αιτωλ., Βοηβ. (Băn.) 222, Πανώρ. (Κριαρ.) Α΄ 251, 438, Β΄ 51, 248, Γ΄ 274, 278, 335, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 558, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 457, Δ΄ 45, Ροδολ. (Μανούσ.) Ε΄ 278, Διήγ. πανωφ. (Φιλαδ.) 58, Βακτ. αρχιερ. (Μομφ.) 178, ρξθ΄, Λίμπον. (Legr.) 234, 298, Φορτουν. (Ξανθ.) Α΄ 286, Ζήν. (Σάθ.) Γ΄ 246 (βλ. και ακμήν), Ε΄ 315, Θυσ. (Μέγ.)2 303· ’κόμη, Πουλολ. (Krawcz.) 649 (έκδ. κόμη· βλ. και Πολ. Λ., Ελλην. 19, 1966, 178), Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 1047, 1438· ακόμα, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 145, 474, Ζήν. (Σάθ.) Ε΄ 299· ακομά, Πιστ. βοσκ. (Joann.) I 3, 158 (χφ ακόμα· όχι πιθ. διόρθ. Κριαρ., B-NJ 19, 1966, 281, σε ακομή).
Το αρχ. επίρρ. ακμήν (αιτ. του ουσ. ακμή). Η λ. ήδη στον Ξενοφ., Ανάβ. IV 3, 26 (βλ. και Κοραή, Λεξιλ. σημ., λ. ακόμη). Για τη χρήση της αιτιατ. του ουσ. ακμή βλ. Ανδρ., Σημασ. εξ. 67. Για το ο του τ. ακομή, καθώς και τον αναβιβ. του τόνου του τ. ακόμη, βλ. ΙΛ λ. ακόμη. Το α του τ. ακομά πιθανότερο αναλογικά προς πολλά επιρρ. σε α και όχι δωρικό (Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 55). Οι τ. ακόμη και ακόμα και σήμ. ως κοιν. και σε ιδιώμ., καθώς και οι τ. ακμήν και ακομή σε ιδιώμ. (ΙΛ λ. ακόμη). Για την προέλευση του τ. ακόμα βλ. και Joseph Brian, More on ακόμα (Die Sprache 26, τεύχ. 1, 1980, 58). Τ. αγμήν στο Ρωμανό (βλ. Μανδηλαρά, Αθ. 62, 1958, 336). Ο τ. ’κόμα στο Τραγ. Σούσ. (Δουλγ., Κρ. Χρ. 9, 1955, 369) και σήμ. σε ιδιώμ. (ΙΛ λ. ακόμη). Για τη νεωτερική εμφάνιση της λ. και το σχηματισμό των τ. της βλ. περαιτέρω ΙΛ λ. ακόμη (ετυμ.).
1) (Χωρίς άρνηση) εξακολουθητικά, ακόμη (Η σημασ. ήδη στον Ξενοφ., Ανάβ. IV 3, 26· πβ. και ήλθον ακμήν γ’ επ’ αυτήν Ευριπ., Φοίν. 1081, και σήμ. ΙΛ στη λ. ακόμη 1): Οράς εκείνους, βασιλεύ, τους περιφλέκτους οίκους| ακμήν τους επιστάζοντας εξ ουρανού την μήνιν; Βίος Αλ. 2323· να ρίψω| την άγκουραν στην θάλασσαν, πριν να συντρίψω| την πικραμμένην βάρκαμ μου, που ’κόμη ολπίζει Κυπρ. ερωτ. 1438· εφοβήθην μήπως και καταστήσει καμίαν παραβουλίαν, ότι ακόμη εφοβάτον Μαχ. 6025· Έχουν τους πόνους μου ακόμη και αντίς μου αναστενάζουν Λίβ. Sc. 2634· πολλά ήσαν αλαζονικοί, ακόμη το κρατούσαν Χρον. Μορ. (Καλ.) H 796. 2) (Με και ή χωρίς και) επιπροσθέτως, επίσης (Η σημασ. ήδη στις αρχές 5. αι., Λαυσιακή ιστορία Παλλαδίου Ελενουπόλεως, ΝΕ 13, 1916, 137, και σήμ., ΙΛ στη λ. ακόμη 3): και αν την ολοσκοτώσει| μπορεί ακόμη τη ζήση| να την ξαναχαρίσει Πιστ. βοσκ. Ι 1, 168· Πέρσαι γε και Σαρακενοί, ακμή και άλλα γένη Διήγ. Βελ. 596· ακμήν και το δερμάτι μου έχουν το οι σουλτάνοι Διήγ. παιδ. 878· ακομή τον ιούλην μήναν αξνζ΄ Χριστού όρισεν ο ρε Ούγκες και εφουρκίσαν ρ΄ ανθρώπους εις την Αμόχουστον, εις την Κερυνίαν, εις την Πάφον Μαχ. 606· ακόμη ενθυμίζω σε και έχεις τα στον νουν σου Απολλών. 461· ωσάν φύσει φιλόπατρις δεν ήλλαξε την γνώμη| και με τους ίδιους άρχοντες εγύρισεν ακόμη| εις την Κων/πολιν εμπρός εις τον ευχούχον Λίμπον. 298· και απάντεξεν ακόμη εφτά μέρες Πεντ. Γέν. VIII 12· καθώς το γράφεται ακόμη ο Δούκας της Βενετίας Χρον. Μορ. (Καλ.) H 1028. Πβ. αλλά 2. 3) (Χωρίς άρνηση) μόλις, προ ολίγου καιρού: Λέγει του: «Ναι, ακομή προχθές εξενοδόχησά τους» Φλώρ. 1285· της ηγεμονίας αυτού έτι μη παγιωθείσης, αλλ’ ακμήν εις σύστασιν προχωρησάσης Δούκ. 28732. 4) α) (Με συγκριτικά επίθ. ή επιρρ.) επιτατικό (Η χρήση ήδη στον 8. αι: ακμήν βαρύτερον, ΝΕ 12, 1915, 371 και σήμ., ΙΛ στη λ. ακόμη 3): ότι ακόμην ωραιότερο ουκ είδα γεννημένον Φλώρ. 1664· αν θέλει να κρατεί μάχην με τους Ρωμαίους,| ακόμη και χειρότερα θέλει απορήσει ο τόπος Χρον. Μορ. (Καλ.) H 8669· β) (Με το και και με άλλα μέρη του λόγου, εκτός από συγκριτικά επίθ. ή επιρρ.) επιτατικό: και μάλιστα (Η σημασ. ήδη μτγν.· πβ. ο δε Ιησούς είπεν: ακμήν και υμείς ασύνετοι έστε; Ματθ. 15, 16): Ακομή και η βασίλισσα επήγεν μοναχή της εις τον καθέναν και επαρακάλεν το να τελειωθεί Μαχ. 32826· και να στραφούν τα βιβλία και γραφές της λόντζας, τά αρπάξαν ακόμη και από τα σεντούκια τους πραματευτάδες Μαχ. 31837. 5) (Με άρνηση) ακόμα (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. ακόμη 2): Ο νους σου την αγάπην μας ακόμα να την μάθει; Φαλιέρ., Ιστ. V 474· τα γράμματα του τόμου ακομή δεν εστέγνωσαν Ιστ. πατρ. 1756· εάν ετελείωσεν εκείνην την δουλείαν ... και ουδέν επλερώθην ακομή και χρεωστεί του τα, εντέχεται να τον πλερώσει Ασσίζ. 8525· Μα τον Αρέτα ακομή δεν είδα να ’ρτει κάτω Στάθ. Α΄ 325.
ακολακεύτως,- επίρρ., Σπαν. (Hanna) A 309, Σπαν. (Μαυρ.) P 153, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 329.
Το μτγν. επίρρ. ακολακεύτως.
Χωρίς κολακείες, απερίφραστα: Φεύγε τους κολακεύοντας μετά κακοτεχνίας,| αγάπα δε τους λέγοντας ορθά και ακολακεύτως Σπαν. (Λάμπρ.) Va 329.
αλαφραίνω,- Ασσίζ. (Σάθ.) 478, 25212, 29517, Θησ. (Βεν.) Γ΄ [783, 8], Δ΄ [378], Θησ. (Schmitt) 335 III 75, Πεντ. (Hess.) Γέν. VIII 11, XVI 4, XVI 5, Πανώρ. (Κριαρ.) Α΄ 221, Ερωφ. (Ξανθ.) Α΄ 38, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 119, 372, 773, Β΄ 1580, Γ΄ 1293, Ε΄ 230, Ευγέν. (Vitti) 671, Ιντ. κρ. θεάτρ. (Μανούσ.) Α΄ 154, Λίμπον. (Legr.) 515· αλαφρύνω, Ιων. (Hess.) 21312-3· ελαφρύνω, Σπαν. (Hanna) A 419, 449, Σπαν. (Hanna) B 400, 426, Σπαν. (Legr.) P 201, 229, Σπαν. (Μαυρ.) P 165, 188, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 446, Φαλιέρ., Λόγ. (Ζώρ.) 76· ’λαφρύνω, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 470· ελαφραίνω, Κομν., Διδασκ. (Λάμπρ.) Δ 249, 278, 280, Ιατροσ. (Legr.) 15412, 416· ’λαφραίνω, Λίβ. (Lamb.) Esc. 1927, Θησ. (Schmitt) 335 III 75, Πεντ. (Hess.) Γέν. VIII 8, Έξ. XVIII 22, Δευτ. ΧΧV 3, XXVII 16, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 1499, Γ΄ 1631, Ε΄ 1207, Φορτουν. (Ξανθ.) Γ΄ 485, Ε΄ 108.
Από το μτγν. ελαφρύνω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. αλαφρένω).
Α´ Μτβ. 1) α) Κάνω κάτι ελαφρό, ανεκτό (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S, λ. ελαφρύνω 1, και σήμ., ΙΛ, λ. αλαφρένω 1): Ελάφρυνε τα βάρ’ ημών ημάς επαναπαύων·| πολλά γαρ βάρη εβάρυνε ημάς γε ο πατήρ σου Σπαν. (Λάμπρ.) Va 446· β) ανακουφίζω (Η σημασ. ήδη στον Ευσέβιο τον Μύνδιο, L‑S, λ. ελαφρύνω 2α, και σήμ., ΙΛ λ. αλαφρένω 2): το πράμα που ’χωνα ως εδά σήμερο μετ’ αυτείνο| να δηγηθώ αποφάσισα το νου μου ν’ αλαφρύνω Ερωφ. Α΄ 38· του φίλου τα διατάματα μες στην καρδιάν εμπαίνα| του Ρώκριτου και την πληγή δαμάκιν αλαφραίνα Ερωτόκρ. Α΄ 372· πβ. αλαφρός 5. 2) Κάνω κάποιον να φαίνεται «ελαφρός», ατιμάζω, καταφρονώ: καταραμένος οπού ’λαφραίνει τον πατέρα του και τη μάννα του Πεντ. Δευτ. XXVII 16. Β´ Αμτβ. 1) Γίνομαι ελαφρότερος (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. ελαφρύνω 4): κι ωσάν το κάν’ η ζυγαρά, π’ ανεβοκατεβαίνει| και κατά το γομάρι τση βαραίνει και αλαφραίνει Ερωτόκρ. Β΄ 1580. 2) Ανακουφίζομαι (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. ελαφρύνω 4· πβ. ΙΛ, λ. αλαφρένω 3): Κι εις τ’ όνομά του απόθανε, γιατί ζιμιό γλυκαίνου,| κάτεχε, τα κριτήρια σου κι οι πόνοι σου αλαφραίνου Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 154. 3) Γίνομαι ευκίνητος, αποσύρομαι, ελαττώνομαι: και ήξερεν ο Νοάχ ότι αλάφρυναν τα νερά από πάνου την ηγή Πεντ. Γέν. VIII 11· πβ. αλαφρός 2. 4) α) Γίνομαι «ελαφρός», παρεκτρέπομαι, ασχημονώ: σαράντα να τον δείρει να μην προσμίξει πρόσποτε να προσμίξει να τον δείρει ιπί ετούτα δαρμό πολύ και να ’λαφρύνει ο αδελφός σου εις τα μάτια σου Πεντ. Δευτ. XXV 3· β) γίνομαι «ελαφρός», θεωρούμαι επιπόλαιος, ξεπέφτω ηθικώς: και είδεν ότι εγγαστρώθην και αλάφρυνεν η κερά της εις τα μάτια της Πεντ. Γέν. XVI 4. Πβ. αλαφρός 3. — Πβ. και αλαφρυνίσκω, αλαφρώνω.
αλλέως,- επίρρ., Σπαν. (Hanna) A 304, Σπαν. (Μαυρ.) P 82, Ασσίζ. (Σάθ.) 55315, Διγ. (Καλ.) A 59, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 2439, 3023, 3871, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 2439, Πουλολ. (Krawcz.) 251 (χφ L) (κριτ. υπ.), Χρον. Τόκκων (Schirò) 1440, Αγν., Ποιήμ. (Ζώρ.) Α΄ 83, Θησ. (Foll.) I 39, 75, 123, Συναξ. γυν. (Krumb.) 551, 741, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 39, 54, 133, 152, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 450, Φαλιέρ., Ρίμ. (Ζώρ.) AN 242, Αχέλ. (Pern.) 912, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 758, Θρ. Κύπρ. (Μ. Κιτίου) K 811, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 7714, 10018, Αλφ. (Κακ.) 1036, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 688, 749, Σταυριν. (Legr.) 506, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 956, 1308, 1418, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 161, 178, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 31, Λεηλ. Παροικ. (Κριαρ.) 84, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 17424, Διακρούσ. (Ξηρ.) 772, 9212· αλλιώς, Ασσίζ. (Σάθ.) 16930, 20718, 23610, Πουλολ. (Krawcz.) 251, Θησ. (Βεν.) Δ΄ [244] (έκδ.: αλλίως από συντηρητικότητα γραφής), Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 9268, Φαλιέρ., Ρίμ. (Ζώρ.) L 238, Πανώρ. (Κριαρ.) Πρόλ. 70, Α΄ 439, Β΄ 21, 221, 637, Γ΄ 614, Ερωφ. (Ξανθ.) Αφ. 63, Β΄ 407, Πιστ. βοσκ. (Joann.) III 3, 344δις, Βοσκοπ. (Αλεξ. Στ.) 77, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 751, 752, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 1754δις, Γ΄ 686, Ε΄ 234, 529, 1040, Στάθ. (Σάθ.) Γ΄ 169, Ιντ. κρ. θεάτρ. (Μανούσ.) Α΄ 142, Δ΄ 97, 117, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Β΄ [468, 1228], Δ΄ [690δις, 1516], Ε΄ [1309], Φορτουν. (Ξανθ.) Α΄ 409, Ιντ. α΄ 105, Β΄ 40, Ιντ. β΄ 41, Γ΄ 167, Δ΄ 345, Λεηλ. Παροικ. (Κριαρ.) 377, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 36510.
Πιθ. από το επίθ. αλλέος κατά τα επιρρ. σε ‑έως (Χατζιδ., Αθ. 29, 1917, 217 και Ψάλτ., ΛΑ 6, 1923, 91-8). Για το ότι ο τ. αλλιώς δεν προέρχεται από το επίρρ. αλλοίως βλ. Ψάλτ., ΛΑ 6, 1923, 91-4. Η λ. και στο Du Cange και σήμ. (ΙΛ, λ. αλλεώς).
1) Αλλιώς, με άλλο τρόπο, διαφορετικά (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αλλεώς 1· πβ. το αρχ. επίρρ. άλλως): Διά τούτο λέγω προς εσέν, τέντα μου ηγαπημένη,| μην πιάσει κι απιστήσεις το, ότι ένι αλλέως το πράγμα Χρον. Μορ. (Καλ.) H 3871· με θέλημά σου το λοιπόν το πράγμα του ν’ αφήσεις·| σου το μηνύει καθαρά κι αλλέως να μην ποίσεις Κορων., Μπούας 54· κι έτσ’ οι προξενητάδες τως σ’ ετούτη μας τη χώρα| στέκου για την απόκριση την εδική μου τώρα·| κι αλλιώς να κάμω δε μπορώ παρά να τηνε δώσω Ερωφ. Β΄ 407· να κρίνουσι τον πούπουλον για τες πολλές λωλάδες (παραλ. 1 στ.), να τονε βάλουν στο σουβλί και να μη γένει αλλέως Ιστ. Βλαχ. 1308· πβ. αλλεοτρόπως. 2) Ειδεμή (Η σημασ. και σήμ, ΙΛ, λ. αλλεώς 2): να το θελήσ’ η μοίρα μου κι ο κύρης να τ’ ορίσει·| αλλιώς ποτέ δεν το θωρείς, ο κόσμος κι α βουλήσει Ερωτόκρ. Γ΄ 686· ή όμορφή ’σαι ή άσκημη τον σκύλο σου γυρεύγω| αν είδες κι αποκρίσου μου· αλλιώς εδώθε φεύγω Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [468]. Φρ. γυρίζω αλλέως = παρεξηγώ: και οι Τούρκοι το εγύρισαν αλλέως το πως είπεν τον Τούρκον οπού τα πουλεί χριστιανόν Συναδ., Χρον. 31. Ιδιάζουσα χρήση: α) αδές αλλιώς, ειδές αλλιώς = ειδεμή: όντε μιλώ αφουκρού καλά· ειδές αλλιώς σου κρούγω Φορτουν. Β΄ 40· β) ειδ(έ) αλλέως = ειδεμή: Δος μου, κόρη, το δροσάτο| το φιλί το ζαχαράτο,| του στομάτου σου το δρόσος,| να μου εβγεί ο καημός ο τόσος·| ειδ’ αλλέως απεθηνίσκω Αγν., Ποιήμ. Α΄ 83.
αλληλογώ,- Σπαν. (Μαυρ.) P 328, Χούμνου, Κοσμογ. 1483· αλληλοώ, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Γ΄ [715]· αλληλουώ, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 164.
Από την αντων. άλλος και το ουσ. λόγος (Ψάλτ., ΛΑ 6, 1923, 90-91 και Φάβ., Αθ. 46, 1935, 213). Η λ. και σήμ. σε ποικίλους τ. (ΙΛ). Απαντά με ειδική χρήση το ουσ. αλληλογία (η) σε κρ. συμβόλαιο (Κρ. συμβόλ. (Ξανθ.) 17). Μαρτυρείται σήμ. στη Νάξο και ουσ. αννηλόημα (= αλληλόγημα) (ΙΛ, λ. αλληλόγημα). Ο τ. αλληλουώ απαντά λίγο παραλλαγμένος: αλλαλουγώ στην Ήπειρο (ΙΛ).
Ά́ (Αμτβ.) αλλάζω γνώμη, παλινωδώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): δεν έκαμεν ο πρεβεδούρος ως εμιλήθη η δουλειά, μόνον αλληλούησε και έκαμεν την αρεσιάν του Σουμμ., Ρεμπελ. 164· Αποφάσισες να μην αλληλοήσεις Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [715]. Β́ (Μτβ.) αποκρούω, αρνούμαι (κάτι) (η λ. με τη σημασ. «αρνούμαι κάτι, αθετώ τη συμφωνία» στα Ναξ. έγγρ. 16. αι. 434, 821, κ.α., όπου 214, 325, 821, 1130, κ.α., απαντά επίσης και το ουσ. αλληλογία): Υιέ μου, ίδε αν έφαγες ξένον τίποτες πράγμα (παραλ. 1 στ.), μην κρύψεις τούτο, μη αρνηθείς, μην το αλληλογήσεις,| διατί ουκ είχε μάρτυρες, σημάδιν ενεχύρου Σπαν. P 328.
αμφοτέρως,- επίρρ. Σπαν. (Μαυρ.) P 425, Ερμον. (Legr.) A 259, E 438, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 688, 2515, 3197, 4290, 5933.
Το αρχ. επίρρ. αμφοτέρως.
1) Από κοινού, μαζί. Πβ. αμφότεροι, άμφω II: Βουλήν εζήτησε ολονών να του την έχουν δώσει| κι όλοι αμφοτέρως είπασιν κι εσυμβουλέψανέ τον Χρον. Μορ. (Καλ.) H 2515· Κι εκείνοι γαρ ενώθηκαν κι οι πέντε αμφοτέρως Χρον. Μορ. (Καλ.) H 3197. 2) Αναμεταξύ (μας, κλπ.). Πβ. αμφοτέρωθεν: Υιέ μου, αν έχεις γείτοναν ή συγγενήν ή φίλον| και ποίσετε δικάσιμον και μάχην αμφοτέρως Σπαν. P 425· με συμφωνίες, συμβίβασες, τές εποίκαν αμφοτέρως Χρον. Μορ. (Καλ.) H 5933.
αναβιβάζω,- Διδ. Σολ. (Legr.) Ρ 5, Σπαν. (Μαυρ.) P 224, Κρασοπ. (Λάμπρ.) 86, Ασσίζ. (Σάθ.) 10820, 29422, 35223, 35726, 3593, Βίος οσ. Αθαν. (Βέης) 255, Διήγ. Βελ. (Cant.) 456/7, Λίβ. (Lamb.) Sc. 3155, Λίβ. (Lamb.) Esc. 91, Λίβ. (Lamb.) N 110, Λίβ. (Wagn.) N 3737, Δούκ. (Grecu) 1275, Έκθ. χρον. (Lambr.) 2614, 2927, 468, 6918, Ιστ. πολιτ. (Βόνν.) 409, 415, 706, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 31629.
Το αρχ. αναβιβάζω.
1) α) Εξυψώνω κάποιον (Πβ. Δημητράκ. στη λ. 2): και ο Θεός ο δίκαιος παιδεύει και αφανίζει| και ατυχίζει άδικους, δικαιούς αναβιβάζει Διήγ. Βελ. 456/7· β) ανεβάζω, προάγω κάποιον σε ένα αξίωμα (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S στη λ. 7): εκβαλόντες ουν τον κύριον Μάρκον ληστρικώς ανεβίβασαν τον Συμεώνα τον Τραπεζούντιον Ιστ. πολιτ. 409· γ) (μέσ.) ανέρχομαι σε ένα αξίωμα (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S στη λ. 7): Και ανεβιβάσθη εις τον πατριαρχικόν θρόνον ο κύρι-Διονύσιος ορισμῴ του κρατούντος Έκθ. χρον. 2927. 2) Αυξάνω (το μισθό): Εζήτησαν ... και άλλο του μη καβαλικεύσαι Χριστιανόν και Εβραίον εντός της Πόλεως και ίνα μη έχωσι και εν τοις ιματίοις αυτών τραχηλίας και του αναβιβάσαι τα σιτηρέσια αυτών Έκθ. χρον. 6918. 3) (Μέσ.) Ανέρχομαι, φθάνω έως ένα ποσό χρημάτων: Αμμέ έχει πόλεμον εάν το έγκλημαν αναβιβάζεται έως έναν μάρκον ασήμιν Ασσίζ. 35223· Εάν το ζήτημαν αναβιβάζεται απού ένα μάρκον ασήμι και ανωμέρου Ασσίζ. 35726. 4) (Κατά παράλ. του «εις νουν») Φέρνω στο μυαλό, σκέπτομαι, κρίνω (Πβ. Ψάλτη, Αθ. 29, 1917, ΛΑ 27): αμ’ ως το γνώθεις έσω σου, ως το αναβιβάζεις Σπαν. P 224. — Πβ. αναβάλλω 2· φρ. (1) Αναβιβάζει ο νους μου = φέρνω στο νου, κρίνω: αμή ως το γνώθεις πάντοτε και αναβιβάζει ο νους σου Διδ. Σολ. Ρ 5· αν το αναβιβάζει ο νους σου Διγ. Άνδρ. 31629· (2) αναβιβάζω εις νουν = φέρνω στο νου, αναλογίζομαι, θυμούμαι: Αν γαρ εις αίσθησιν ελθώ και| εις νουν αναβιβάσω Λίβ. Sc. 3155. 5) Επιβιβάζω κάποιον (σε πλοίο) (Πβ. L‑S στη λ. 3): τον βασιλέα δε και πάντας τους άρχοντας αναβιβάσας εν πλοίοις έφερεν εν Κωνσταντινουπόλει Έκθ. χρον. 2614.
αναγελώ,- Σπαν. (Hanna) O 92, Διδ. Σολ. (Legr.) Ρ 133, Σπαν. (Μαυρ.) P 283, Πουλολ. (Ζώρ.) Z 307, Πουλολ. (Ζώρ.) Αθ. 24, Ερωτοπ. (Hess.-Pern.) 319, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Legr.) 167, Μαχ. (Dawk.) 6563-4, Θησ. (Βεν.) Θ΄ [477], Αρμούρ. (Κυριακ.) 33, Σαχλ. (Vitti) N 85, 381, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 253, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 470, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 267, Αχέλ. (Pern.) 1282, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 3812, Κατζ. (Πολ. Λ.) Γ΄ 315, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 2054, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 187, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 33128, 36331, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Γ΄ 783, Βακτ. αρχιερ. 153 ρμα΄, Ζήν. (Σάθ.) Δ΄ 214, Μαρκάδ. (Legr.) Πρόλ. 14, 597, Διακρούσ. (Ξηρ.) 977· αναελώ, Άσμα Μάλτ. 71· αναγελώ, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Γ΄ 783.
Το αρχ. αναγελώ. Η λ. και σήμ. κοιν. και στα ιδιώμ. με διάφορους τ. (ΙΛ).
(Ενεργ. και μέσ.) περιγελώ, κοροϊδεύω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): και απότις την εφίλησεν στέκει και αναγελά την Ερωτοπ. 319· Τότε, ως τα ήκουσε ο Μπαγιαζίτης, εγέλασε και αναγέλασε τα λόγια του Χρον. σουλτ. 3812· φοβούμαι το πολύν φουσσάτον μήπως χειρίσουν τινές και αναγελασθούσιν τίποτες και φανεί μου κακόν Διγ. Άνδρ. 36331· και θέλουσι σ’ ανεγελά όσοι κι α σε κατέχου Ερωτόκρ. Γ΄ 783. — Πβ. περιγελώ, περιπαίζω.
αναγκαλίζομαι,- Σπαν. (Μαυρ.) P 250, Σπαν. (Hanna) A 93.
Από την πρόθ. ανά και το αγκαλίζομαι Πβ.το σημερ. αναγκαλιάζω (ΙΛ, λ. αναγκαλεάζω). Για τη σύνθ. βλ. αναγκαλίζω (ετυμ.).
Αγκαλιάζω: κἄν μάθεις ότι καθαράν εφύλαξεν αγάπην,| τότε [κι εσύ] αναγκαλίσου τον και δέξου τον ως φίλον Σπαν. A 93. —Συνών.: αγκαλίζομαι, αγκαλίζω, αναγκαλίζω.
αναίσθητος,- επίθ. Σπαν. (Hanna) A 21, Κομν., Διδασκ. (Λάμπρ.) Δ 29, 34, Σπαν. (Μαυρ.) P 11, Καλλίμ. (Κριαρ.) 1058, 1421, 1745, Διγ. (Καλ.) A 107, 4118, Βέλθ. (Κριαρ.) 80, 864, 865, 1154, Ερωτοπ. (Hess.-Pern.) 113, Λίβ. (Μαυρ.) P 200, 2296, 2448, Λίβ. (Lamb.) Sc. 734, 2237, 2411, 2705 (έκδ. Lamb. αναίσθητα· έκδ. Μαυρ. Ρ 2448 αναίσθητη), Λίβ. (Wagn.) N 175, 318, 3116, Αχιλλ. (Hess.) N 898, 956, 1721, Ιμπ. (Wagn.) 405, Πένθ. θαν. (Ζώρ.) N 472, Διήγ. πανωφ. (Φιλαδ.) 58, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Γ΄ [970]· αναίστητος, Λίβ. (Lamb.) Sc. 892, Λίβ. (Lamb.) Esc. 159, 3420, 3593, 3837, Λίβ. (Wagn.) N 1634, 3040, Αχιλλ. (Hess.) N 554, 1029, 1666, Αχιλλ. (Λάμπρ.) O 448, 763, Παρασπ., Βάρν. (Mor.) C 187, Αργυρ., Βάρν. (Mor.) K 243, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [1177].
Το αρχ. επίθ. αναίσθητος. Η λ. και ο τ. της και σήμ. (ΙΛ).
1) α) Που έχει χάσει τις αισθήσεις του παροδικά (από συναισθηματική αντίδραση), λιπόθυμος (Πβ. την αρχ. σημασ., L‑S στη λ. 1 και τη σημερ., ΙΛ στη λ. 1): και αφ’ την θλίψην την πολλήν αναίσθητος εγίνη (παραλ. 1 στ.). Και μόλις εσυνέφερε τον νουν της η Χρυσάντζα ... Βέλθ. 1154· ενθυμηθείς εκείνην| αυτίκα ολιγοθύμησεν, έπεσεν προς την κλίνην| και εκείτεντον αναίσθητος επί πολλάς ημέρας Αχιλλ. N 898· φωνάζω, κράζω και ου λαλείς, και ευθύς κεντού με πόνοι| και γίνομαι αναίσθητος, κρύσταλλον παγωμένον Σπαν. P 11· Γίνομαι ώσπερ άφωνος και αναίσθητος, κυρά μου,| έρχομαι στην κατούνα μου, ολιγωρώ και πίπτω Ερωτοπ. 113· β) εξουθενωμένος, απονεκρωμένος (συναισθηματικά): όλου καθόλου εξεστηκόν εργάζεσαι τον νουν μου| και παντελώς αναίστητον το πάθος σου ποιεί με Αχιλλ. N 1666· Δέξου απ’ αναίστητον ψυχήν αισθήσεως πονοχάρτιν| και από καρδίαν ολόνεκρον γραφήν εμψυχωμένην Λίβ. Sc. 892· γ) που έχει χάσει τις αιθήσεις και τη συνείδηση (Η σημασ. και η χρήση ήδη μτγν., L‑S στη λ. 1· η έκφρ. νεκρός κι αναίσθητος και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): νεκρός τε και αναίστητος ήθελεν μεταπνεύσει Ιμπ. (Wagn.) 405· και είδες πως απόθανεν, νεκρόν ετήρησές τον,| άψυχον, ανενέργητον, αναίστητον τελείως Λίβ. Esc. 3420. Πβ. νεκραναίσθητος. 2) α) (Προκ. για τα άψυχα) που είναι δίχως ζωή, δίχως αισθήσεις, άψυχος (Πβ. αναίσθητος τόπος = βουβός, απαθής, Θεοδόσιος Διάκονος, Παναγιωτάκης, Α΄ 245): ει μη ψυχρόν και αναίσθητον, κρυσταλλωμένον ύδωρ Κομν., Διδασκ. (Λάμπρ.) Δ 34· κι εκείνα τα μηχανικά και αναίσθητα πουλία Διγ. A 107· Και ως χαράκι αναίσθητον θέλει να στέκει ακόμη Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [970]· Μόνον σ’ αναίστητα μαλλιά κάθε σου πόθον βάνεις Σουμμ., Παστ. φίδ. A΄ [1177]· β) (προκ. για τα ζώα και τα φυτά) που δεν έχει συνείδηση, λογικό, σκέψη: και ως ζώα, που είναι αναίσθητα, δεν εγροικούν το τι έχουν Πένθ. θαν. N 472· και από τα καταφιλήματα και τας περιπλοκάς τους| τα δένδρα τα αναίστητα αντοδονούσιν πλέον Αχιλλ. O 448· Έρως, ... των αναισθήτων αρχηγέ, των αισθητών κατάρχα Λίβ. P 200. 3) Ασυγκίνητος (ηθικά), ανάλγητος, σκληρός (Βλ. Ευστ., Opusc. (Tafel) 69, 10. Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): είσαι αναιστητότερος και παρά το λιθάριν Λίβ. Esc. 3593. 4) α) Που βρίσκεται σε σύγχυση, που σαστίζει: Τίνος ψυχή να ηυρίσκετον στην ώραν εδεκείνην| να μην εμετατέρπετον και αναίστητος να γένει; Παρασπ., Βάρν. C 187· τον νουν να χάσει παρευθύς, αναίστητος να γένει Αργυρ., Βάρν. K 243· β) που έχει χάσει το λογικό του, τρελός (από έρωτα) (Πβ. την αρχ. σημασ., L‑S στη λ. 2): νεκρός ο βασιλεύς εξ ερωτοληψίας| και παντελώς αναίσθητος εκ της απελπισίας Καλλίμ. 1058· ως άνθρωπος αναίσθητος, παραπεφρονημένος Καλλίμ. 1745.
αναλύω,- Σπαν. (Hanna) A 26, Σπαν. (Μαυρ.) P 12, Ιερακοσ. (Hercher) 33937, 40512, 48417, 49720, Ορνεοσ. αγρ. (Hercher) 53929, 56418 ,24, Κυνοσ. (Hercher) 59617, Διγ. (Mavr.) Gr. I 333, Rechenb. 23, Διήγ. Αγ. Σοφ. (Băn.) 15617, Πεντ. (Hess.) Δευτ. Ι 28, XX 8· αναλυώ, Βοσκοπ. (Γιάνναρη-Τωμ., Κρητικά Ι) 363· αναλώ, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Εξήγ., Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 424.
Το αρχ. αναλύω· οι τ. αναλυώ και αναλώ και σήμ. (ΙΛ).
Α´ Μτβ. 1) Λειώνω, ρευστοποιώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. A1α): χρυσάφι, ασήμιν ... τά έβαλαν εις το πυρ και τα εχώνευσαν ... Και ωσάν ανάλυσαν καλά τα επήραν οι τεχνίτες και τα έχυσαν εις καλούπιν Διήγ. Αγ. Σοφ. 15617· αλός αμμωνιακού μετά πυέλου αναλυθέντος εξ αυτού τον οφθαλμόν επίχριε Ιερακοσ. 40512. Πβ. αναλιγώνω Α1, αναλώνω 5. 2) Διαλύω, καταστρέφω (Πβ. ΙΛ στη λ. A1ε και αναλύω (κάποιον) = διαλύω τον «κατάδεσμο» που τον δεσμεύει, Κουκ., ΒΒΠ ϛ΄ 229): πυρ και φλογίζει κι αναλεί τα τείχη Γολετταίων Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 424. B’ Αμτβ. 1) Διαλύομαι, ρευστοποιούμαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. B1· η σημασ. «πεθαίνω» συχνή σε αγιολογικά κείμενα, Σπυριδ., ΕΕΒΣ 20, 1950, 101 και Beševl., Spätlat. Inschr. 2244, 2265‑6· πβ. και ΙΛ στη λ. B2): Σαν το κερί ανάλυε όνταν άφτει Βοσκοπ. 363. —Συνών.: αναλιγώνω Β1. 2) (Μεταφ.) λειώνω, εξουθενώνω (Πβ. ΙΛ στη λ. AϚ): Ανέλυσέ μ’ η φλόγωσις των πολυστεναγμάτων| και ’γάλιν ’γάλιν χύνομαι, λύομαι, υπαγαίνω Σπαν. (Hanna) A 26. Φρ. αναλύω την καρδιά (κάποιου) (πβ. ίνα μη δειλιάνει την καρδιάν του αδελφού ΠΔ,Tisch., Δευτ. XX 8) = αποθαρρύνω κάποιον, τον κάνω να δειλιάσει: τις ο ανήρ οπού φουβάται και αχαμνός καρδιάς; ας πάει και ας στραφεί εις το σπίτι του και να μην αναλύσει την καρδιά των αδελφιών του σαν την καρδιά του Πεντ. Δευτ. XX 8.
ανασασμός- ο, Σπαν. (Hanna) A 10, Σπαν. (Hanna) B 8, Κομν., Διδασκ. (Λάμπρ.) Δ 11, Ι 5, Σπαν. (Μαυρ.) P 5, Καλλίμ. (Κριαρ.) 261, 840, 1497, 1603, 1940, 1948, Διγ. (Sath.-Legr.) Τρ. 370, Διγ. (Καλ.) A 821, Φλώρ. (Κριαρ.) 299, 323, 876, 1583, 1642, Ερωτοπ. (Hess.-Pern.) 138 Λίβ. (Lamb.) Sc. 1293, Λίβ. (Lamb.) Esc. 2428, 3466, Λίβ. (Wagn.) N 2130, Αχιλλ. (Hess.) N 981, 1272, 1487, Ιμπ. (Κριαρ.) 219, Θησ. (Βεν.) Ε΄ [676], Η΄ [782], Νεκρ. βασιλ. (Μανούσ.) 92, Ιμπ. (Legr.) 243, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 33129, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Δ΄ [466, 1203], Ε΄ [57]· ’νασασμός, Θησ. (Βεν.) Γ΄ [385].
Από το ανασαίνω. Πβ. και το σημερ. ανάσασμα (ΙΛ). Η λ. και σήμ. (ΙΛ). Για τον τ. ’νασασμός πβ. το σημερ. ’νεσαμός (ΙΛ).
1) Ξεκούραση (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α): πολεμίζοντας πολληώρα οι στρατιώτες| πολλάκις για (έκδ. γι’) ανασασμόν και δύναμη, να πάρουν| έβγαιναν εκ τον πόλεμον Θησ. Η΄ [782]· ξεκούρασην και ανασασμόν Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [57]. —Συνών.: ανάπαυσις 1α. 2) Ανακούφιση (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): Ανασασμόν ελάβασι πατέρες οι καημένοι| π’ από τον φόβον στέκασι κλιτοί και πικραμένοι Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [466]· παρηγορείται μερικώς, ανασασμόν ευρίσκει Καλλίμ. 1497. —Συνών.: ανακουφισμός, ανάπαυσις 1β, αναπνοή 3, αναψυχή 1, κουφισμός. 3) Πνοή, αναπνοή (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2· πβ. τη σημερ. χρήση σε προσταγή Ανδρ., Αθ. 44, 1933, 221): έπεσεν άψυχος, νεκρός, ανασασμόν ουκ είχεν Καλλίμ. 1603· απέξω του φρουντζάτου μου και της κορτίνας πέσε·| ανθρώπων γαρ ανασασμόν ποσώς ουκ υποφέρω Καλλίμ. 1948. —Συνών.: αναπνιά 1, αναπνοή 1α. 4) (Ως τρυφερή προσφών.· βλ. Κουκ., ΒΒΠ Α2 20): Ω κόρη γατανόφρυδη και φως των ομματιών μου,| ανασασμέ των πόνων μου, τών έχω στην καρδιά μου Ερωτοπ. 138· κυράτσα ορωτική, ψυχή μου, ανασασμέ μου Αχιλλ. (Hess.) N 1487. —Συνών.: αναπνοή 1δ.
ανενέργητος,- επίθ., Τρωικά (Praecht.) 52716, Σπαν. (Hanna) B 509, Κομν., Διδασκ. (Λάμπρ.) Δ 390, Σπαν. (Μαυρ.) P 463, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 390, 564, Μανασσ., Αρίστ. (Τσολ.) I ζ΄ 7, Ιερακοσ. (Hercher) 50416, 50727, 5111, Διγ. (Mavr.) Gr. VIII 265, Λίβ. (Μαυρ.) P 2296, Λίβ. (Lamb.) Sc. 2237, 2834, Λίβ. (Lamb.) Esc. 3420, 4024, Λίβ. (Wagn.) N 3040, 3440, Χειλά, Χρον. (Hopf) 348, Σφρ., Χρον. μ. (Grecu) 1389, Μάρκ., Βουλκ. (Λάμπρ.) 34125, Χίκα, Μονωδ. (Μανούσ.) 179.
Το μτγν. επίθ. ανενέργητος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ και Δημητράκ.).
1) α) (Προκ. για πρόσ., το ανθρώπινο σώμα ή πνεύμα, καθώς και ζώα) που δεν μπορεί να ενεργήσει, αδρανής (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S στη λ. 1 και Lampe, Lex. στη λ. 2): άψυχον, ανενέργητον (ενν. το Λίβιστρο), αναίσθητον τελείως Λίβ. Sc. 2237· ω κοινή του γένους ψυχή, πού ανέβης και άφησες το σώμα ωσάν νενεκρωμένον και ανενέργητον; Χίκα, Μονωδ. 179· άπρακτον, ανενέργητον ποιούν τον λογισμόν μου Σπαν. V 569· αστοχών της θήρας και θλιβήσεται και οκνηρός εις το εξής γενήσεται και ανενέργητος Ιερακοσ. 50416· β) (προκ. για έργο) που δεν είναι αποτελεσματικός, που δεν εκπληρώνει τον προορισμό του (Η σημασ. ήδη μτγν., Sophocl.): ανενέργητον το τόξον του (δηλ. του Έρωτα) ονομάζεις Λίβ. Sc. 2834· γ) (προκ. για έργο, αποτέλεσμα εργασίας, επίτευγμα) μάταιος: ει τι εκατόρθωνε και ετεχνάζετο, όλον ήτον ανενέργητον Τρωικά 52716. Πβ. άκαιρος 3β· δ) (προκ. για πράγματα) που δε χρησιμοποιείται, άχρηστος: πονήματα και βιβλία, άπερ πεποιήκασιν οι αρχαιότεροι σοφοί και ούτως εισί κείμενα και ανενέργητα Μάρκ., Βουλκ. (Λάμπρ.) 34125. Πβ. άκαιρος 3α. —Συνών.: αδιαφόρητος. 2) (Εκκλησ.) α) (προκ. για τη φύση του Χριστού) που δεν έχει (θεία) ενέργεια (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S στη λ. 2 και Lampe, Lex. στη λ. 1): Πιστεύω μητέ ανενέργητον είναι την θείαν φύσιν και ενεργειών ουσιωδών έρημον, μήτε ταὐτόν είναι ουσίαν και ενέργειαν Σφρ., Χρον. μ. 1389· β) (προκ. για μοναστήρι) που δε λειτουργείται η εκκλησία του: η δε επισκοπή αύτη έμεινεν αργή και το μοναστήριον άπορον και ανενέργητον Χειλά, Χρον. 348.
ανήκοος,- επίθ., Σπαν. (Μαυρ.) P 201, Διγ. (Mavr.) Gr. IV 262, Σφρ., Χρον. μ. (Grecu) 1265.
Το αρχ. επίθ. ανήκοος. Στον Ιωσήφ φιλόσ. (Walz, Rhetores graeci, Γ΄ 471) απαντά τ. ανήκουος.
1) Που δεν άκουσε κάτι (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. Ι 1): Της ηδονής ως ήκουσαν τῳ οίκῳ οι παρόντες (παραλ. 2 στ.). Αλλ’ ουδ’ η κόρη έμεινεν ανήκοος του νέου Διγ. Gr. IV 262. 2) Που δεν υπακούει, που δε συμμορφώνεται με τις υποδείξεις κάποιου (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S στη λ. Ι 3): πολλά διορισαμένου και ζητήσαντος, ίνα ή μετ’ αυτού απέλθω ή ..., ανήκοος εγενόμην και εις αμφότερα Σφρ., Χρον. μ. 1265.
ανταμοιβή- η, Σπαν. (Μαυρ.) P 96, Γλυκά, Στ. (Τσολ.) 423, 480, Προδρ. (Hess.-Pern.) I 2, Καλλίμ. (Κριαρ.) 1309, Ασσίζ. (Σάθ.) 22225, 22814 Διγ. (Sath.-Legr.) Τρ. 470, 2241, Διγ. (Καλ.) A 983, 2722, 3318, Ερμον. (Legr.) M 137, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 692, 3319, 3343, 3434, 6321, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 4439, Φλώρ. (Κριαρ.) 419, 1133, 1150, Λίβ. (Μαυρ.) P 2608, Λίβ. (Lamb.) Sc. 2974, Λίβ. (Wagn.) N 3571, 3629, Θησ. (Βεν.) Β΄ [323], Ε΄ [545], ΙΒ΄ [286], Σκλέντζα, Ποιήμ. (Κακ.) 554, Ριμ. Βελ. (Wagn.) 579, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 149, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 151, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 113, 4020, Πιστ. βοσκ. (Joann.) Ι 2, 90, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 1328, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 1596, Διήγ. πανωφ. (Φιλαδ.) 57, Ζήν. (Σάθ.) Β΄ 208, Γ΄ 88, 163, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 1658· ανταμοιδή, Ασσίζ. (Σάθ.) 16031, 41217· αντιμοιβή, Λίβ. (Wagn.) N 3195 (έκδ. αντιμεικόν· διορθώσ.), Φαλιέρ., Ρίμ. (Ζώρ.) L 286, Βεντράμ., Γυν. (Knös) 107, Βεντράμ., Φιλ. (Ζώρ.) 228, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 3117, 5936, 946, Φορτουν. (Ξανθ.) Ιντ. β΄ 94, 126, 151, Ιντ. δ΄ 104.
Το αρχ. ουσ. ανταμοιβή. Η λ. και σήμ. Ο τ. αντιμοιβή (με αποκατάσταση της πρόθ. αντί· βλ. αντιμεύω, ετυμ.) και στον Κατσαΐτ., Ιφ. Ε΄ 141, 914, 919 και Κατσαΐτ., Θυ. Ε΄ 213 και σήμ. (ΙΛ). Για τον τ. ανταμοιδή βλ. Κονομή, Κρ. Χρ. 7, 1953, 149.
1) α) Ανταπόδοση ευεργεσίας, αμοιβή (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S στη λ. 2, και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): των ευεργετημάτω μου ποια ανταμοιβή έδωσές μου; Ζήν. Γ΄ 163· β) ανταπόδοση, ικανοποίηση (γενικά): εθάρρουν να κερδίσω βασιλικάς ανταμοιβάς και ευχαριστίας μεγάλας Φλώρ. 419· ανταμοιβή τσ’ αγάπης σου να δώσω θα γυρέψω Ζήν. Β΄ 208· για αντιμοιβή τάσσω κι εγώ να σου χαρίσω αντάμι| και να σου δώσω λυγερή με παινεμένα κάλλη Φορτουν. Ιντ. β΄ 126· να ποίσω αντίσηκον καλόν και αντιμοιβήν φιλίας Λίβ. N 3195. 2) α) Επανόρθωση: άρματα γαρ εβάσταξα με αυτόν να πολεμήσω,| αλλά ύστερον εγνώρισα ότι έσφαλα προς αύτον| κι εποίκα την ανταμοιβήν ως το όρισεν ατός του Χρον. Μορ. P 4439· β) ικανοποίηση, ηθική αποζημίωση: εκράτησεν του βασιλέως εκείνου του Ρομπέρτου| την θυγάτηρ του ... (παραλ. 1 στ.). Σ’ ανταμοιβήν του βασιλέως, διατί έσφαλεν προς αύτον (παραλ. 1 στ.), εποίησε την συμβίβασην Χρον. Μορ. (Καλ.) H 6321· Το κούρσον όπου εποίκετε και η αιχμαλωσία| ας ένι εις ανταμοιβήν του φόνου του λαού σας Χρον. Μορ. (Καλ.) H 692· γ) αποκατάσταση, αποζημίωση: και αν εποίκεν κανένα κακόν ού καμίαν κλεψίαν (ενν. ο υιός), ... το δίκαιον κελεύει ότι ένι κρατημένος ο πατήρ ού η μήτηρ ... και να ποιήσουν την ανταμοιδήν επάνω εις πάσα τους τα αγαθά Ασσίζ. 41217. 3) α) Ποινή, τιμωρία: Περί του βάνοντος πυρ εις χώραν και γίνεται τίποτες ζημία ποταπήν ανταμοιβήν εντέχεται να έχει ουπού εποίκεν την ζημίαν Ασσίζ. 22225· Τότε πτωχή η αλεπού, ως είδε φαγωμένα| τα τέκνα της, τα έκλαιε πικρά, φαρμακωμένα.| Και του Θεού δεήθηκεν ανταμοιβήν να ποίσει Αιτωλ., Μύθ. 113· μέσον φλογός ενέτυχεν ο πλούσιος εκείνος·| τοιαύτη γαρ ανταμοιβή κείται τοις αλαζόσι Γλυκά, Στ. 423· β) αντεκδίκηση, αντίποινα (Η σημασ. και σήμ. ΙΛ στη λ. 2): Δεν θέλω λείψει, έλεγε, ανταμοιβή να δώσω| κι ό,τι κακό εκάμανε για να τωνε πλερώσω Τζάνε, Κρ. πόλ. 1658. Εγώ δε την ανταμοιβήν αξίαν σοι παρέξω.| Και ραβδέα τον έκρουσεν άνω εις το μετώπιν Διγ. Τρ. 470· ο Τούρκος έκαμε την ανταμοιβή της Τρωάδας οπού εκάμανε οι Έλληνες και επειδή ο Τούρκος κρατεί από τα μέρη εκείνα της Ανατολής, εξεγδικιώθη εις την Πόλη Χρον. σουλτ. 946.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- επίρρ., Σπαν. (Μαυρ.) P 198, Διγ. (Sath.-Legr.) Τρ. 541, Διγ. (Καλ.) A 1057.