Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- άλειμμα(ν)
- το, Ασσίζ. (Σάθ.) 19814, Διγ. (Mavr.) Gr. VI 779, Ακ. Σπαν. (Legr.) 35209, Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) λε΄, Gesprächb. (Vasm.) 979, Πεντ. (Hess.) Έξ. XXV 6, XXIX 7, XXX 25, XXXI 11, Λευιτ. VII 35, VIII 30, XXI 10, 12, Αρ. IV 16· έλειγμα(ν), Σπανός (Eideneier) Α 525· ήλειγμα.
Το αρχ. ουσ. άλειμμα. Η λ. και σήμ. (ΙΛ). Βλ. και Ψάλτ., Αθ. 26, 1914, ΛΑ 62.
1) Αλοιφή (για θεραπευτικούς σκοπούς) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): Άλειμμα της αυτής οδύνης, εις την ανάγκην αυτήν Ιατροσ. κώδ. λε΄· δόκιμον εν τῃ πληγῄ άλειμμα επιθείσα Διγ. Gr. VI 779. Βλ. και τραυματάλειμμα. Πβ. αλοιφή 1· Ήλειγμα εις φλεγματικόν Ιατροσ. κώδ. ρμβ΄. 2) Ουσία αλειμμένη: εις κανέναν κυβέρτιν οπού ήτον τελείως εύκαιρον και έχουν απέσω κανέναν άλειμμαν διά να εμπούν τα μελίσσια Ασσίζ. 19814. 3) Λίπος, πάχος, ξίγγι (Για την εξέλιξη των σημασ. βλ. Ψάλτ., Αθ. 26, 1914, ΛΑ 62· η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 3): εκατόν καντάρια γραίας ψείρας άλειμμα Ακ. Σπαν. 35209· άλειψέ τα εις τον οφαλόν σου, να τρέχει η πίσσα απέ τον κώλον σου, και έλειγμαν από τον κώλον σου Σπανός (Eideneier) Α 524. 4) Χρίσμα, τελετουργική εκδήλωση των Ισραηλιτών: Και να πάρεις το λάδι του άλειμμα και να χώσεις ιπί το κεφάλι του και να αλείψεις αυτόν Πεντ. Έξ. ΧΧΙΧ 7· Και επήρεν ο Μοσέ από το λάδι του άλειμμα και από το αίμα ος ιπί το θεσιαστήρι Πεντ. Λευιτ. VIII 30.
άντζα- η· άτζα, Ακ. Σπαν. (Legr.) 45543, Σπανός (Eideneier) D 1733, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 119v, 285r, Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 130· άτζα, Χρον. Τόκκων 3355.
Από το ουσ. αντζί <αντίον (Άμ., ΛΑ 6, 1923, 112) ή από το λατ. anta (Κουκ., Αφ. Χατζιδ. 33 και Κουκ., Αθ. 35, 1923, 198 κε.). (Κατά Thumb, Germ. Neugr. στο German. Abhandl. 232, από το δημώδες λατ. ancia). Πβ. όμως και Χατζιδ., Αθ. 36, 1924, 184. Την άλλη σχετική βιβλιογρ. βλ. ΙΛ στη λ., ετυμ. Η λ. στον τ. άντσα, που και σήμ. στα ιδιώμ. (ΙΛ) και σε παροιμ. (Πολ. Ν., Παροιμ. Γ΄ 279), ήδη στον Ψελλό (βλ. Ψελλού, Ερμην. μερών σώμ. νγ΄ και Σανγιν., Ονομ. μελών 51)· στον τ. άνζα στον Ευστ., Παρεκβ. (βλ. Κουκ., Ευστ. Λαογρ. Β΄ 255). Η λ. ήδη στον Ψευδο-Γαληνό και τον Ηρωδιανό (βλ. Κουκ., Αφ. Χατζιδ. 34). Σχετικά με τη λ. βλ. και Pern., Ét. linguist. 354.
1) Ταρσός: επίασεν (ενν. ο γιατρός) τον σφυγμόν αυτού από την άτζαν Ακ. Σπαν. 45543. 2) Κνήμη: εμποδίσθηκεν από τα οπίσθια μέρη των ποδαρίων τα λεγόμενα άντζες, και δεν εδύνετον πλέον να περιπατήσει Διαθ. Νίκωνος 258.
άνω κάτω,- επίρρ., Διήγ. παιδ. (Wagn.) 952, Αχέλ. (Pern.) 2467, Κώδ. Χρονογρ. (Άμ.) 70, Θρ. Κύπρ. (Μ. Κιτίου) K 802, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 198, 222, 245, 294, 658, 972, 1177, Σταυριν. (Legr.) 112, 450, 976, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Β΄ 1932, Γ΄ 1277, Δ΄ 194, Θυσ. (Μέγ.)2 144, Ευγέν. (Vitti) 1353, Στάθ. (Σάθ.) Γ΄ 256, Διήγ. ωραιότ. (Ασώπ. Ειρ.) 262, Φορτουν. (Ξανθ.) Δ΄ 118, Λεηλ. Παροικ. (Κριαρ.) 260, 442, Διγ. (Lambr.) O 510, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 44814· άνου κάτου, Σπανός (Eideneier) Α 508, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 578· άνω κάτου, Βίος Δημ. Μοσχ. 270.
Το αρχ. επίρρ. άνω κάτω. Η έκφρ. και σήμ. (ΙΛ). Για το επίρρ. βλ. Κουκ., Ευστ. Γραμμ. 81.
1) Ανάποδα (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 3): τάσσω σου τα κουνενά άνω κάτω να γυρίσω Φορτουν. Δ΄ 118. Βλ. και ανάστροφα. 2) Φύρδην-μίγδην (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 4): μπήκασιν όλοι τους άνω κάτω Αχέλ. 2467. Βλ. και ανάκατα 1, ανάκατος 1. Φρ. 1) α) Βάνω, ρίχνω, σύρνω, κλπ., άνω κάτω (με αντικ. πράγμα) = ανατρέπω (Βλ. και Κουκ., ΕΕΦΣΠΑ 6, περ. β΄, 1955/ 6, 237): τα σπίτια και τα τείχη της [= Σιλίστρας] έβαλεν άνω κάτω Παλαμήδ., Βοηβ. 198· την αρμάδα ήθελεν να ρίξει άνω κάτω Τζάνε, Κρ. πόλ. 44814. Βλ. και ανακατώνω Α1β· β) γίνομαι, πηγαίνω άνω κάτω (με υποκ. πράγμα ή γεγονός) = ανατρέπομαι (κυριολ.)· υφίσταμαι αναταραχή, σύγχυση: η χώρα από την χαρά έγινεν άνω κάτω Διγ. O 510· όλα για μένα σφάλασι και πάσιν αν κάτω Ερωτόκρ. Γ΄ 1277. Βλ. και ανακατώνω Α6· (με το ρ. είμαι) = έχω ανατραπεί. 2) α) βάνω (ή βάλλω) άνω κάτω (με αντικ. πρόσωπο ή λ. όπως λογικά, ομυαλός)= φέρνω σε σύγχυση: ήρθ’ εγνοιανό μαντάτο,| οπού ’βαλε της Αρετής τον ομυαλό άνω κάτω Ερωτόκρ. Δ΄ 194· τους Τούρκους εχυμίστηκεν, άνω κάτω τους βάλλει Παλαμήδ., Βοηβ. 294. Βλ. και ανάκατα 2, ανακατώνω Β3· β) πηγαίνω άνω κάτω (με υποκ. λ. όπως κεφαλή, λογισμός, νους)= παθαίνω σύγχυση: Ο λογισμός του επήγεν άνω κάτω Λεηλ. Παροικ. 442· από την πίκραν μου επήγεν άνω κάτω| ο νους μου Ευγέν. 1353· (με ρ. έχω κι αντικ, τη λ. νουν)= είμαι συγχυσμένος: Και όλοι τον νουν τως είχαν άνω κάτω Λεηλ. Παροικ. 260. — Το επίρρ. και ως ουσ. = δίπατο σπίτι (Κουκ., ΒΒΠ Δ΄ 261-2). — Βλ. και επάνω κάτω.
βδέλλα- η, Ορνεοσ. αγρ. 56614, Φαλλίδ. 99· εβδέλλα, Σπανός (Eideneier) Β 119, 229, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 3522.
Το αρχ. ουσ. βδέλλα. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. αβδέλλα).
Υδρόβιο σκουλήκι που απομυζάει και πίνει το αίμα των ζώων και του ανθρώπου (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I1 και σημερ., ΙΛ, λ. αβδέλλα 1α): Εις τον τόπον εις ον πρησμονήν έχει βδέλλας επίθες προς ολίγον Ορνεοσ. αγρ. 56614· τα κανάκια τα δικά μου| που μου κάνασι οι κοπέλες,| που με τρώγα ωσά τζι βδέλλες Φαλλίδ. 99.
ετοιμόγεννος,- επίθ.· εντοιμόγεννος, Σπανός (Eideneier) B 115.
Από το επίθ. έτοιμος και το ουσ. γέννα. Η λ. και σήμ. (Πρωίας Λεξ.).
Ετοιμόγεννος: τσαπίν εγγαστρωμένον ά́ και δικέλλιν ετοιμόγεννον Ακ. Σπαν. (Eideneier) D 1690.
ζαμάλα- η· ζαμάρα, Σπανός (Eideneier) B 65.
Πιθ. από το ουσ. δαμάλα. Βλ. και Eideneier [Σπανός σ. 295]. Η λ. πιθ. σχετ. και με το ουσ. τζαμάλα (= καμήλα, ομάδα μεταμφιεσμένων σε καμήλα), που απ. στη Θράκη και την Ήπειρο (Βλ. Κουκ., Λαογρ. 7, 1923, 5, ΒΒΠ Ε΄ 451, Σαραντή-Σταμούλη, Λαογρ. 13, 1950-51, 109-110, Μπόγκα, Γλωσσ. Ηπείρου Α΄ 94, 383).
Αγελάδα: λέγει προς την εαυτού γυναίκα: «Χαίρου, ζαμάλα» Σπανός (Eideneier) D 663· χαίρου γραία ... χαίρου ζαμάρα ζουγραφιστή Σπανός (Eideneier) Α 250.
ζαρώνω,- Σπανός (Eideneier) A 90, D 626, 1237, 1334, 1566, Ριμ. Απολλων. 326, Πανώρ. Β΄ 26, Συναδ., Χρον. 39, Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 24.
Από το οζαρώνω <οζάριον. υποκορ. του αρχ. όζος (Ανδρ., Λεξ.). Κατά Καραποτόσογλου, ΛΔ 36, 1986, 270-4 από το αραβ. sarar. Η λ. στο Βλάχ. και σήμ.
1) Ζαρώνω, ρυτιδώνομαι: Το πρόσωπό μου εζάρωσε κι όλος εκατσουνιάσα Πανώρ. Δ΄ 13· η κοιλιά μου εζάρωσεν από της αφαγίας Προδρ. III 419h (κριτ. υπ.)· μη γέρο ζαρωμένο| γή άλλο κανένα άσκημο βοσκό ...| θέλει σου δώσου γι’ άντρα σου Πανώρ. Γ΄ 243. 2) α) Μαζεύομαι: ο βορθακός αρχίνησε ν’ απλώνει, να ζαρώνει Ζήνου, Βατραχ. 122· (μεταφ.): Από τον φόβον Φίλιππος ήτονε τρομασμένος·| εζάρωσε ο ταπεινός και στέκει φοβισμένος Αλεξ. 198· β) τσαλακώνομαι: εφόρει παλαιόγρυζον ζαρωμένον και εξεσχισμένον Παράφρ. Μανασσ. 286. 3) Κάμπτομαι, λυγίζω: τους πόδας αυτού (ενν. του ιέρακος) μετά οίνου πλύνουσι και εις κοντάριον πλατύ καθίζουσιν, ίνα οι δάκτυλοι αυτού μη ζαρωθώσι Ορνεοσ. αγρ. 5531.
ζεματίζω.- Από το ουσ. ζέμα και την κατάλ. ‑ίζω (Ανδρ., Λεξ.). Η λ. και σήμ.
Ζεματίζω· καίω: Των κόλακω τα στόματα θέλουν να ζεματίσουν,| την ώραν που τους λέγασι για ν’ αναθεματίσουν Τζάνε, Φυλλ. ψυχ. 419· ψιχίτσας ζεματίσετε μικράς εις το πινάκιν Προδρ. III 412b (χφ g) (κριτ. υπ.). Η μτχ. παρκ. ως επίθ.: ζεματισμένον το ποδοκέφαλόν του Σπανός (Eideneier) A 38· (μεταφ.): ως είδα κι ελαμπίριζεν (ενν. το φως της μέρας) ωσά ζεματισμένος| σηκώνομαι και ντύνομαι μισοξετρουμισμένος Φορτουν. (Vinc.) A΄ 254.
ζένω,- Σπανός (Eideneier) Α 326.
Για την ετυμ. της λ. βλ. Ανδρ., Λεξ. Η λ. και σήμ. (Ιδιωμ.).
1) Αναδίδω δυσοσμία, βρομώ: Βρομίζεις και ζένεις, τριγένη, παντέρημε Σπανός (Eideneier) Α 110. 2) Βράζω: Ιατροσόφ. (Oikonomu) 4714 (Βλ. και Andr., Lex., λ. ζέω).
ζεστός,- επίθ., Σταφ., Ιατροσ. 225, Ορνεοσ. αγρ. 53425, 53611, 55214, Σπανός (Eideneier) Α 383, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 76, 104, Θησ. Ι΄ [937], Χούμνου, Κοσμογ. 1028, Αιτωλ., Μύθ. 7121, 12514, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 431, Ερωτόκρ. Ε΄ 564, Τζάνε, Κρ. πόλ. 20120· ζευστός.
Το μτγν. επίθ. ζεστός. Για τον τ. ζευστός βλ. Γλωσσ. πραγμ. Κύπρ. 107. Η λ. και σήμ.
1) Βραστός, βρασμένος: έπαιρνεν καθημερινόν μίαν όρνιθαν κι επολόμαν την οπτήν ού ζευστήν Μαχ. 5442· εάν δ’ εκ τούτου ουκ ωφεληθεί, χρίε τούτον πάντοθεν τῳ νάρδῳ, και ες αύριον εσθιέτω περιστεράν ζεστήν και ιαθήσεται Ιερακοσ. 38417. 2) Ζεστός, θερμός: ήτανε πολλά ζεστόν το φαγί, να παγώσει Αιτωλ., Μύθ. 12516· ώρες ζεστός επόμενε κι ώρες κρυγιός σα χιόνι Ερωτόκρ. Α΄ 528· (προκ. για νεκρό) που μόλις έχει πεθάνει: εμείς ηύραμεν τούτον τον άνθρωπον τον θνητόν εις την στράταν νεκρόν και ήτον ακόμη ζεστός Ασσίζ. 22424. 3) Έντονος, ζωηρός: την μάχην άρχασε ζεστήν εκείσε εις τον Μορέαν Χρον. Μορ. H 4552· την μάχην εκείνην την ζεστήν με τον δεσπότην Άρτας Χρον. Μορ. H 8858. Το ουδ. ως ουσ. = η ζέστα: διά να είναι ομού ανακατωμένα το κρύο με το ζεστό και το ξερόν με το υγρόν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. 70r.
ζωγραφιστός,- επίθ., Διγ. Z 158, Παϊσ., Ιστ. Σινά 726· ζγουραφιστός, Πανώρ. Γ΄ 510, Ερωτόκρ. Α΄ 1531, Β΄ 1337, Γ' 1423· ζουγραφιστός, Σπανός (Eideneier) Α 250· ζωγγραφιστός.
Από το ζωγραφίζω. Η λ. στο Somav. (λ. ζωγραφισμένος) και σήμ.
α) Ζωγραφισμένος, που έχει ζωγραφιές: Απέ τα σκουτέλλια τα μαρμαρένα τα ζωγγραφιστά ... να πάρουν δικαίωμαν εις το πέρπυρον β΄ κουκία Ασσίζ. 49523· Εβλέπαν τα ζωγραφιστά σουραύλια να σημαίνουν Θησ. ΙΑ΄ [611]· β) ζωγραφιστός, ζωγραφισμένος: κασέλες κυπαρισσένιες μεγάλες, ... ζγουραφιστές με το μελάνι Έγγρ. του 1638 (Κωνσταντουδάκη Μ., Θησαυρ. 12, 1975,1169)· Εκεί δ’ εστί ζωγραφιστός εν μέρει της εώας| ο δικαιότατος κριτής μεθ’ άπαντας τους νόας Παϊσ., Ιστ. Σινά 919.
ηγούμενος- ο, Προδρ. III 32, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 507, 600, Γαδ. διήγ. 202, Αρσ., Κόπ. διατρ. [262, 601], Επιστ. Ηγουμ. 1749, 15, 16· ’γούμενος, Σπανός (Eideneier) A 343, Μαχ. 908, 11827, Πικατ. 102, Αχέλ. 1344, Διακρούσ. 9430, Τζάνε, Κρ. πόλ. 23518, 24316.
Τό μτγν. ουσ. ηγούμενος (Sophocl., λ. ηγέομαι). Ο τ. και σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. Β΄, σ. 514, λ. γουμένη). Η λ. και σήμ.
1) Αρχηγός· οδηγός (για τη σημασιολογική εξέλιξη της λ. βλ. Θαβώρ., Ουσιαστ. 47): Κατεδουλώσαμεν Ινδούς και βασιλέας τούτων συν ηγουμένοις τοις αυτών Βίος Αλ. 5472· εποίησεν αυτόν ηγούμενον ως έμπειρον των εκεί τόπων και εδίδου πάσαν συμβουλήν Ιστ. πολιτ. 764. 2) Ηγούμενος: ... άμε να ’σαι| στο μοναστήρι ’γούμενος Ζήν. Α΄ 302.
ηλικιώ ‑ώνω,- Δεφ., Λόγ. 544.
Από το ουσ. ηλικία. Για παλαιότ. μνείες βλ. Trapp, JÖB 35. 1985, 160. Η λ. και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. ηλικιούμαι).
Α´ (Ενεργ. Μτβ.) μεγαλώνω, ανατρέφω (παιδιά): Αν έτυχε ν’ απόθανεν η πρώτη σου γυναίκα (παραλ. 1 στ.), μην παντρευτείς διά τα παιδιά, ... πρόσεχε κι αποκράτει τα διά να τα ηλικιώσεις Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 292. Β´ (Μέσ.) ενηλικιώνομαι: Τότε εγεννήθην ο βασιλεύς ... και ηυξήνθην και ηλικιώθην και ήρξατο να αφεντεύγει εις τους σπανούς Σπανός (Eideneier) Α 174-5.
ημέρα- η, Σπαν. (Ζώρ.) V 141 (γεν. ημερού), 432 (γεν. ημερός), Καλλίμ. 2209, Ασσίζ. 34223, Πόλ. Τρωάδ. 445, Χρον. Μορ. P 1479, Αρμεν., Εξάβ. Γ΄ 343 σχόλ., Λίβ. P 1870, Λίβ. Sc. 1445, Λίβ. Esc. 2802, Λίβ. N 680, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2438, Αχιλλ. N 458, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 229, Μαχ. 4213, Κορων., Μπούας 101, Διήγ. Αλ. FE 2054 (γεν. ημερός), Πεντ. Γέν. I 16 (γεν. ημερούς), Θρ. Κύπρ. K 364 (γεν. ημερού), Δαρκές, Προσκυν. 17 (αιτ. πληθ. ημερές, πιθ. από μετρ. αν.), Παϊσ., Ιστ. Σινά 1961, Πανώρ. Γ΄ 336, Ερωφ. Δ΄ 680, Βίος αγ. Νικ. 100, Ιστ. Βλαχ. 1949, Διγ. Άνδρ. 316, Ερωτόκρ. Α΄ 7, Θυσ.2 7, Λίμπον. 496, Τζάνε, Κρ. πόλ. 15425, κ.π.α.· μέρα, Σπαν. (Ζώρ.) V 39, Χρον. Μορ. H 3664, Χρον. Μορ. P 648, Φαλιέρ., Ενύπν. (v. Gem.) 8, Χρον. Τόκκων 1377, Μαχ. 40815, Ch. pop. 845, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 222, Πεντ. Λευιτ. VIII 33, XXIII 28, Αιτωλ., Μύθ. 948, Θρ. Κύπρ. M 296, Κυπρ. ερωτ. 11020, Πανώρ. Γ΄ 176, Δ΄ 425, Ε΄ 54, Ερωφ. Β΄ 338, Γ΄ 33, Βοσκοπ. 441, Ερωτόκρ. Α΄ 1123 (γεν. μερού), Ροδολ. Α΄ [523], Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [368], Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 435, Ζήν. Πρόλ. 158, Απολλών. 131, Χρον. σουλτ. 13620 γεν. μερός, κ.π.α.· μερέα, Διάτ. Κυπρ. 50112, 16, Χρον. σουλτ. προσθ. 1809, 18368.
Το αρχ. ουσ. ημέρα. Για τη γεν. ημερός βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 22. Για τη γεν. ημερού βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 93, σημ. 1. Για τον τ. ημερούς πβ. τον αντίστοιχο της γεν. μηνούς (Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 93). Για τον τ. μέρα, που απ. και σήμ., βλ. Ξανθουδίδη [Ερωτόκρ., σ. 610], Φιλ., Γλωσσογν. Γ́ 204 και Tsop., Italia linguistica 1, 1976, 364. Για τον τ. μερέα πβ. τη λ. αντημερέα (Παπαδ. Α., Λεξ.). Η λ. και σήμ.
1) α) Ημέρα, το χρονικό διάστημα από την ανατολή ως τη δύση του ήλιου: τον καύσωνα της ημερού και το ψυχρόν της νύκτας Σπαν. (Ζώρ.) V 141· οκάποτε εκάλεσεν η εσπέρα την ημέραν Λίβ. N 186· β) (επιρρ.) μέρα και νύκτα, μερός νυκτός, μερού νυχτού, νύκτα μέρα = διαρκώς, πάντοτε (Βλ. και λ. ημερού, σημασιολ.): μέρα και νύχτα πορπατώ σε κάμπους, σε λιβάδια Πανώρ. Β΄ 157· μερός νυκτός εδέετον Βίος Δημ. Μοσχ. 580· χίλια μάτια ’χει ο λογισμός, μερού νυχτού βιγλίζου Ερωτόκρ. Α΄ 1123· κάρβουνο μες στα σωθικά τσ’ ηβραζε νύχτα μέρα Ερωτόκρ. Α΄ 43· γ) (η γεν. και αιτιατ. επιρρ.) = κατά τη διάρκεια της ημέρας: ό,τι τη νύκτα μεριμνώ χάνουνται την ημέρα Ερωφ. Αφ. 76· τας ημέρας σπουδάζετε, τας νύκτας αγρυπνείτε Διγ. (Trapp) Gr. 631· όξω από τούτο, τα θεριά γυρίζουν όλη μέρα Πανώρ. Β΄ 121· αρπαγμένη δεν έφερα προς εσέν, εγώ να την φταίσω, από το χέρι μου να την γυρέψεις κλεμμένη μερός και κλεμμένη νυχτούς Πεντ. Γέν. XXXI 39· δ) εκφρ. (1) άνεμος της ημερούς, βλ. λ. άνεμος, φρ. α· (2) εις την δύναμη της ημερούς ετουτηνής, εις το δυνάμωμα της ημερούς ετουτηνής, βλ. λ. δύναμη, σημασ. 4β, έκφρ. και δυνάμωμα, σημασ. 3· ε) φρ. (1) βλέπω ημέραν, βλ, λ. βλέπω, σημασ. 4· (2) βλέπω την ημέραν, βλ. λ. βλέπω, σημασ. 2α· (3) γελάει η ημέρα, βλ. λ. γελώ, σημασ. 3α. 2) Ημέρα, ημερονύκτιο: χρόνους με τους μήνες τως και μέρες και εβδομάδες Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 255· ήλθα εις ένα ποτάμιν πλατύν ημερός μίας Διήγ. Αλ. FE 2054. 3) Οι περιστάσεις: εμένα τόν εζήλωσε ο χρόνος τιμημένον (παραλ. 1 στ.), εμένα τόν ανέβασεν η μέρα και η τύχη Ριμ. Βελ. 708. 4) α) ημέραν = μια μέρα: φαίνεταί σου ουκ έζησες ημέραν εις τον κόσμον Σπαν. O 145· β) μέρες = (για) αρκετές μέρες: στο σπίτι εβάλθη να σταθεί (ενν. ο Ρωτόκριτος) μέρες, να μην τον δούσι Ερωτόκρ. Α΄ 2045. 5) Εκφρ. α) διά ... ημερών = έπειτα από ... μέρες: διά βραχέων ημερών έφθασαν τα φουσάτα Διγ. (Trapp) Gr. 60· β) εις την ημέρα, μέρα μέρα = κάθε μέρα: ετούτα να κάμετε εις την ημέρα εφτά μέρες Πεντ. Αρ. XXVIII 24· εσυντύχαινεν προς τον Ιοσέφ μέρα μέρα Πεντ. Γέν. XXXIX 10· γ) λαμπρά ημέρα, μεγάλη μέρα = γιορτινή μέρα: να μην υπάς στην εκκλησιάν και την λαμπράν ημέρα Ιστ. Βλαχ. 1649· την Πασκαλιά και το Πουρίμ και τη μεγάλη μέρα Εβρ. ελεγ. 164· δ) δ1) μέραν την ημέραν = από μέρα σε μέρα: μέραν την ημέραν επαντέχαινεν τον θάνατόν του Συναδ., Χρον. 52· δ2) (επιρρ.) μιαν ημέρα = κάποτε: μιαν ημέρα φέρασι έν’ άλογο Αλεξ. 241. 6) Φρ. α) ανοίγει η μέρα, βλ. λ. ανοίγω, σημασ. Β΄ 8β· β) γεμίζουν οι μέρες, βλ. λ. γεμίζω, σημασ. Β΄ β· γ) κάμνω ημέρες, παρατρέχω ημέραν, ποιώ ημέρες, βλ. αντιστοίχως λ. κάμνω, παρατρέχω και ποιώ, σημασιολ. 7) α) (Πληθ.) χρόνια, καιρός: τούτοι και άλλους έκαμαν υιούς και θυγατέρες,| που επροκόπταν θαυμαστά σε κείνες τες ημέρες Λίμπον. 104· β) έκφρ. εις τες ημέρες = τον κατάλληλο καιρό: επονόμασαν το όνομα του παιδιού εις τες ημέρες Αλέξανδρον Διήγ. Αλ. V 21· γ) (με γεν. προσ.) τα χρόνια της επικράτειας, της εξουσίας κάπ.: Εν τῃ ημέρᾳ των Ρωμαίων και τῃ ευημερίᾳ Διήγ. Βελ. (Foll.) 3· εις την ημέραν τούτου του κυρ Μανουήλ Chron. br. (Loen.) 103. 8) (Πληθ.) (με γεν. προσ.) τα χρόνια της ζωής κάπ.: να πληθύνουν οι μέρες σας και οι μέρες των παιδιών σας Πεντ. Δευτ. XI 21. 9) Ζωή: Τι γουν αργώ; τι κάθημαι; ...| ου τρέχω προς ανεύρεσιν ... της κόρης,| αλλά και ζω και φαίνομαι ...| χωρίς πνοής μου και ζωής και της ημέρας δίχα; Καλλίμ. 1457· (ως προσφών.): ήλιε μου, αυγή μου, ημέρα μου, ζωή, εμψύχωσίς μου Φλώρ. 468. 10) Ζωή (ή όραση): εκ του φθόνου του πολλού εχάσαν (ενν. οι άνθρωποι) την ημέραν Διήγ. Βελ. (Foll.) 9. 11) Καθορισμένη ημέρα (υπηρεσίας, δίκης, γιορτής, κλπ.): να τα προκρίνει ο αρχιερεύς ή ο κατά την ημέραν κριτής Ελλην. νόμ. 584· Περί εκείνου του εγγυτή οπού εγγυέται άλλον εις την αυλήν να έλθει εις την ημέραν του Ασσίζ. 25721· ο αγκαλών ουδέν έρχεται εις την ημέραν του, ουδέ έστρεψεν την ημέραν του, ως εντέχεται Ασσίζ. 2184‑5· Του σπανού την ημέραν και την ώραν τελούντες τον ανόσιον πάντες γελάσομεν Σπανός (Eideneier) Α 162. 12) (Προκ. για δίκη) προθεσμία: Έχει το έτερον μέρος άδειαν να επάρει ημέραν να σηκώσει τους μάρτυρας Ελλην. νόμ. 52213. 13) (Πληθ.) εργάσιμες μέρες, «καθημερινές» (Βλ. και Καραϊσκάκη [Δεφ., Λόγ. 318, κριτ. υπ.]): οι μέρες και οι εορτές· δεν είναι όλες ίσια Δεφ., Λόγ. 318. 14) Ως προσωποπ.: Ένεδος ο καλιππότης (παραλ. 3 στ.) Νήρεως υιός υπήρχεν, Ημέραν (έκδ. έτσι) μητέραν είχε Ερμον. Ε 6.
θαλάσσιος,- επίθ., Act. Lavr. 6721, Δούκ. 3394, Σπανός (Eideneier) A 183, Β 15, D 567, Λίβ. Esc. 150 (κριτ. υπ.), Φυσιολ. 35021.
Το αρχ. επίθ. θαλάσσιος. Η λ. και σήμ.
α) Που προέρχεται από τη θάλασσα ή που ζει στη θάλασσα· θαλασσινός: Θαύμασε και την σμέριναν πάλε την θαλασσίαν Λίβ. N 166· Τζεφρέ, Τζεφρίτα, μισθαργέ, δελφίνου θαλασσίου Πουλολ. 112· β) θαλασσής: σεντούκι κεντητό θαλάσσιον Σπανός (Eideneier) A 453.
θαυματουργός,- επίθ., Σπανός (Eideneier) Α 459, D 1713, Ιστ. πατρ. 9316, Μ. Χρονογρ. 378, Διγ. Άνδρ. 32930, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [526].
Το μτγν. επίθ. θαυματουργός. Η λ. και σήμ.
Θαυματουργός: είναι η εικόνα ... θαυματουργή Συναδ., Χρον. 43· (ως επίθ. αγίων): η ... μονή του αρχιεράρχου και θαυματουργού Νικ(ο)λ(άου) Γράμματα Μετεώρ. 8112· του αγίου Γρηγορίου του θαυματουργού Διήγ. Αγ. Σοφ. 1504.
θέα- η, Διγ. (Trapp) Gr. 2673, 3193, Διγ. Z 312, Βέλθ. 244, 405, Σπανός (Eideneier) A 163, Ερμον. Δ 134, 228, X 345, Ω 112, Βίος Αλ. 5679, Αρμεν., Εξάβ. Α΄ 1245, Β΄ 118, Λίβ. Sc. 1175, 1409, Λίβ. N 2009, 2250, Αχιλλ. (Haag) L 159, Αχιλλ. N 344, Αχιλλ. O 150, 177, Ιμπ. 33, Μάρκ., Βουλκ. 34811, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1214, Αιτωλ., Βοηβ. 336.
Το αρχ. ουσ. θέα. Ο τ. από μετρ. αν. Η λ. και σήμ.
Όψη, μορφή: ηλλοιώθη η θέα του από θυμού μεγάλου Αχιλλ. N 1490· ανθρώπου θέαν έχουσιν έως τον ομφαλόν Φυσιολ. 408· και ποία γλώσσα δυνηθεί κατά λεπτόν να γράψει| την θέαν (έκδ. κατά τυπογρ. πιθ. σφάλμα θεάν), την ηλικίαν του, την ωραιότητά του; Αχιλλ. N 97. Έκφρ. (προκ. για σκοπό) διά θέαν, εις θέαν, ως θέαν = για να φαίνομαι σαν ... ή για να δω: Κρεμώσι δε αυτό (ενν. το πτηνό) τινές διά θέαν θαύματος, ίνα οι παρατυχόντες θεωρώσιν αυτό Μάρκ., Βουλκ. 3476· πάντες δε συνεξήλθοσαν εις θέαν του πολέμου Διγ. Z 312· κείμενα δ’ αναθήματα ...| ... ως την ηρώων θέαν Βίος Αλ. 3758.
θέαμα(ν)- το, Μακρεμβ., Υσμ. 16419, Διγ. (Trapp) Gr. 1108, Διγ. Z 4489, Διγ. (Trapp) Esc. 92, 146 (κριτ. υπ.), 178, 1689, Σπανός (Eideneier) A 492, Λίβ. Sc. 907, Αχιλλ. N 586, 1343, Παρασπ., Βάρν. C 197, 249, Μάρκ., Βουλκ. 34018, Διγ. Άνδρ. 38336, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [83], Ζήν. Ε΄ 282, Διακρούσ. 825.
Το αρχ. ουσ. θέαμα. Η λ. και σήμ.
1) Καθετί που βλέπει κανείς, θέαμα: θέαμα τόσον φοβερόν κι έτσι φρικτόν Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [1226]. 2) α) Αξιοθέατο πράγμα: Έκτισεν την Αγίαν Σοφιά, το θέαμαν το μέγα Ανακάλ. 99· β) θεαματική πράξη: να ποίσω θέαμα μέγα, από στενοχωρίας μου να πνίξω τον εαυτόν μου Γλυκά, Στ. 287.
θείος (I),- επίθ., Προδρ. III 242, Ιμπ. (Legr.) 1016, Κορων., Μπούας 13, 25, 50, 61, 87, 106, 141, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 90, Κώδ. Χρονογρ. 57, Ιστ. πατρ. 16214, Ύμν. Παναγ. 18, Κυπρ. ερωτ. 13317, 15311, Παλαμήδ., Βοηβ. 247, Ιστ. Βλαχ. 1209, 2388 [= Γέν. Ρωμ. 30], 2496 [= Γέν. Ρωμ. 118], 2538, Θυσ.2 46 (κριτ. υπ.), Τζάνε, Κρ. πόλ. 58016· θείγος· θειός, Μαχ. 40425 (πληθ. θειούδες).
Το αρχ. επίθ. θείος. Η λ. και σήμ.
1) α) Που αναφέρεται στο Θεό, που προέρχεται από το Θεό, θεϊκός: Κι αν είν’ και φυλακίσει σε, ζήτα συγνώμη| και ίτσου κρινίσκουν οι σοφοί και θείγοι νόμοι Κυπρ. ερωτ. 15326· τότε και θείος άγγελος εφάνη να τον πάρει Λίμπον. 391· β) θρήσκος, ευσεβής· άγιος: έπειτα συνεκάθισαν αρχιερείς οι θείοι Αρσ., Κόπ. διατρ. 393837· εκείνοι γαρ οι βασιλείς οι ευσεβείς, οι θείοι Ανακάλ. 103· το θείον ευαγγέλιον και την θεογνωσίαν Ιστ. Βλαχ. 2724· έκφρ. θεία ζωή = αιώνια ζωή: εχάσαν πρόσκαιρον ζωήν, εχάσαν και την θείαν Ιστ. Βλαχ. 606. 2) α) Που ξεπερνάει τις ανθρώπινες δυνάμεις, πανίσχυρος, έξοχος: ο πρόθυμος στον πόλεμον, επιμελής και θείος Κορων., Μπούας 146· Γιατί δεν ιατρεύετον όστις εκ τ’ άρματά του (ενν. του Μερκουρίου)| τα θεία ελαβώνετον του πολεμικοτάτου Κορων., Μπούας 107· β) καθαγιασμένος: τον παμμέγιστον εκείνον ναόν και θειότατον Ψευδο-Σφρ. 4326· τοιαύτα λόγια ακούσαντα τότε η αυθεντία| συλλογισθέντες τα ’βρασιν επαινετά και θεία Κορων., Μπούας 35· την θείαν ταύτην μουστάκαν σου Σπανός (Eideneier) Α 129. Το ουδ. ως ουσ. = θεότητα, θεός: αλλά με ταπεινώσεως ευμένιζε το θείον Φυσιολ. 37112.
θερμοστάχτη- η· θερμοστάκτη.
Από το επίθ. θερμός και το ουσ. στάχτη. Τ. θερμόσταχτη στην Κύμη (Βλ. Κουκ., Αθ. 30, 1918, ΛΑ 48).
Ανθρακιά: η ευχή της πεθεράς σου θερμοστάκτη εις τα ορχίδιά σου Σπανός (Eideneier) Β 143.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- το, Ασσίζ. (Σάθ.) 19814, Διγ. (Mavr.) Gr. VI 779, Ακ. Σπαν. (Legr.) 35209, Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) λε΄, Gesprächb. (Vasm.) 979, Πεντ. (Hess.) Έξ. XXV 6, XXIX 7, XXX 25, XXXI 11, Λευιτ. VII 35, VIII 30, XXI 10, 12, Αρ. IV 16· έλειγμα(ν), Σπανός (Eideneier) Α 525· ήλειγμα.