Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- εξοχή
- η, Πτωχολ. N 459, Σοφιαν., Γραμμ. [Πόρτιος] 13.
Η λ. στον Αριστοτέλη και σήμ. (Δημητράκ.).
1) Έκφρ. κατ’ εξοχήν = κατ’ εξαίρεση: άλλην μάνναν ούκ ηξεύρει (ενν. το πουλάριν)· μόνον γαρ και τας βουβάλας.| Ηκολούθει γάρ βουβάλαν| και κατ’ εξοχήν απ’ όλας| έτρωγεν το γάλας όλον Βίος γέρ. V 467. 2) (Προκ. για φιλοφρόνηση) εξοχότητα: με γυμνά γόνατα ερχόμεστα να προσκυνήσομεν την εξοχήν σας Έγγρ. Σύρου Α΄ 182. 3) Έξοδος: Αι δε τριήρεις των Τούρκων ίσταντο εν τῳ λιμένι Καλλιουπόλεως έτοιμαι εις εξοχήν Δούκ. 14721. 4) Ύπαιθρο (Η σημασ. και σήμ., Πρωίας Λεξ.)·. εφιλεύσαμεν όλο το ρουφέτι … και εκαλέσαμεν και τον αρχιερέα εις την τράπεζα … και ο τράπεζος εγίνη απάνου εις την εξοχήν Συναδ., Χρον. 65.
ευφραντικός,- επίθ.
Το μτγν. επίθ. ευφραντικός.
Που προκαλεί χαρά, μεγάλη ευχαρίστηση: Σοφιαν., Γραμμ. 82.
ευχαριστικός,- επίθ., Βησσ., Επιστ. 265, Σοφιαν., Γραμμ. [Πόρτιος] 13.
Το μτγν. επίθ. ευχαριστικός. Η λ. στο Somav.
1) Ευχαριστήριος: στείλαντες ευχαριστικούς λόγους εκ ψηφισμάτων Βίος Αλ. 2798. 2) Ευχάριστος: Ας συντυχαίνωσι ολίγα μεν, έντιμα δε και ευχαριστικά Ψευδο-Σφρ. 56016.
ζωντικός,- επίθ.
Από το επίθ. ζωτικός με επίδρ. του επιθ. ζωντανός. Βλ. και Pern., Ét. linguist. III 407. Η λ. και σήμ. ιδιωμ. (Βογιατζ., Γλώσσα Άνδρ. 93).
Ζωογόνος: να αναπνέει (ενν. η Ελλάδα) έναν ζωντικότερον και καθαρότερον αέρα και ουρανόν Σοφιαν., Γραμμ. (Legr. Préface) 13.
θαύμασμα(ν)- το, Διήγ. εις τους κρασοπατέρας 157, Περί μεθύσου 157, Πόλ. Τρωάδ. 141, Ιμπ. (Legr.) 114, 364, Φαλιέρ., Θρ. 153, Βεν. 55, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 1031, Θησ. Δ΄ [153], I΄ [13]1, Χούμνου, Κοσμογ. 1109, 1949, 2647, Σκλέντζα, Ποιήμ. 1178, Ριμ. Απολλων. 33, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 119, Περί γέρ. 41, Διήγ. ωραιότ. 121, Βυζ. Ιλιάδ. 617, Αχέλ. 1417, 2327, Στάθ. (Martini) Γ΄ 475, Ιντ. κρ. θεάτρ. Γ΄ 61, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [911], Ε΄ [223], Λεηλ. Παροικ. 560, Τζάνε, Κρ. πόλ. 2546, 2643, 55115, 57717 κ.π.α.· θάμαγμα, Πεντ. Έξ. III 20, IV 21, VII 3, XI 9, 10, XV 11, XXXIV 10, Αρ. XXVI10, Δευτ. VI 22, VII 19, XIII 2, XXVI 8, XXVIII 46, XXIX 2· θάμασμα(ν), Αχιλλ. (Haag) L 477, Αχιλλ. L 457 (έκδ. θάμασμον· διορθώσ.), 1021, Φαλιέρ., Θρ. 296, Θησ. Ϛ΄ [124], Αλεξ. 2662, Περί γέρ. 111, Βυζ. Ιλιάδ. 108, Γύπ. Πρόλ. Διός 71, Πανώρ. Α΄ 70, 274, Ερωτόκρ. Α΄ 60, 643, Β΄ 392, 1171, 2076, 2157, Γ΄ 61, Ε΄ 1375, Ευγέν. 267, Στάθ. (Martini) Β΄ 106, Γ΄ 475, Ιντ. κρ. θεάτρ. Β΄ 125, Συναδ., Χρον. 56, Ροδολ. Α΄ [60], Διήγ. ωραιότ. 636, 690, Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 134, Πρόλ. κωμ. 8, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 8, Τζάνε, Κρ. πόλ. 17612, κ.π.α.
Από το θαυμάζω και την κατάλ. ‑μα. Ο τ. θάμασμα(ν) στο Meursius και σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex.). Ο τ. θάμαγμα (αναλογ. προς άλλα ουσ. σε ‑γμα) και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.).
1) α) Θαυμασμός: Ετράβηξες ... εις έπαινον και θαύμασμα δικό σου τες γλώσσες ώριμες των λαμπρών ποιητάδων, ολίγες απαληθινά, αν τες συγκρίνομεν με την αξίαν σου Σοφιαν., Γραμμ. (Legr. Préface) σ. 12· β) απορία, έκπληξη, ξάφνιασμα: Τα νυκτικά φαντάσματα, θάμασμα μη σου φέρου| να βλέπεις να σηκώνομαι, να πορπατώ ταχτέρου Ροδολ. Α΄ [559]· Κι έχω το θάμασμα πολύ να λέγουν οι ανθρώποι ... Σκλάβ. 207· θαύμασμαν έχουσιν φρικτόν τις να τ’ αναθιβάλει·| πολλά παραξενίζουνται μικροί τε και μεγάλοι Ιμπ. (Legr.) 1031. 2) α) Θαύμα: ένα μεγάλο θάμασμα στο παραθύρι γίνη:| οι πέτρες και τα σίδερα κλαίσι την ώρα κείνη Ερωτόκρ. Γ΄ 1567· Με χόρτα λέσι μια ’λοιφή πως κάνει και με γάλα| και μετά κείνη γίνουνται θαμάσματα μεγάλα Πανώρ. Α΄ 274· β) πράγμα, φαινόμενο φοβερό: όχι σα βλέπω μοναχάς να βλάφτει γεις τον άλλο,| μα και τον ίδιον του κιανείς, ω θάμασμα μεγάλο Στάθ. (Martini) Β΄ 106· Άκου καινούργιο θαύμασμα και μια ’δικιά μεγάλη| σε μιαν αδόλωτη καρδιά οπού ποτέ δεν σφάλλει Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [1121]· Γη, θρήνησον πικρώς και το θέαμα κλαύσον,| ότι είδες θαυμάσματα πολλά να σφάξουν την αδελφήν μας Διγ. (Trapp) Esc. 93· γ) (πληθ.) θαυμαστή πράξη, κατόρθωμα: Ο Βαραγάμος με θυμόν στη μέσην τους εμπήκεν,| μ’ επιθυμιά και όρεξιν θαυμάσματα εποίχεν·| εκεί ’ριχτεν κι εσκότωνεν με δύναμιν και ανδρεία Αχέλ. 641· Πολλά θαυμάσματά ’καμνε ο φουμιστός Αρκίτας| εδώ κι εκεί ανατρέχοντα Θησ. Η΄ [851]· Μ’ ολίγους άνδρας πάντοτε θαυμάσματα να κάμει Κορων., Μπούας 31.
κανοναρχώ,- Ιστ. πατρ. 1788· καλαναρχώ· καναναρχώ, Νομοκριτ. 68.
Από το ουσ. κανονάρχης. Ο τ. καλαναρχώ από παρετυμ. προς το καλά (Βλ. Χατζιδ., Αθ. 38, 1926, 23). Ο τ. στο ποντιακό ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. κανοναρχώ). Η λ. και σήμ.
α) Κάνω τον κανονάρχη, διαβάζω, υπαγορεύω μελωδικά στον ψάλτη: Ψάλλουν παπάδες, ιερείς, διάκοι κανοναρχούσι Αλφ. 1545· σώνει μου να διαβάζω καλά και να καλαναρχώ και να γράφω Σοφιαν., Γραμμ. 85· ολονένα αποκάτου εις τον άμβωνα έστεκεν διά να μην ψάλλει και καλαναρχίσει. Διότι ήτον ολίγος εις τα γράμματα Συναδ., Χρον. 71· β) (μεταφ.) υποβάλλω, υπαγορεύω σε κάπ. ενέργειες ή τρόπο συμπεριφοράς: Καλαναρχά η πολιτική και η μάννα της τα ψάλλει| και πολεμά τον πελελόν στα δίκτυα να τον βάλει Σαχλ. N 365.
κανονίζω,- Ασσίζ. 9316, Γράμματα Μετεώρ. 9438, Βακτ. αρχιερ. 167, Νομοκ. 38911, Νομοκριτ. 71.
Η λ. στον Αριστοτέλη και σήμ.
Α´ Ενεργ. 1) Υπάγω κάπ. σε κανόνα· εκπαιδεύω: Πώς χρη κανονίζειν τους ιέρακας Ιερακοσ. 35431. 2) Εφαρμόζω «γραμματικό» κανόνα: θέλει μάθει να κλίνει τα μέρη του λόγου και θέλει ξεύρει να κανονίζει και να τεχνολογά και τ’ άλλα ωσάν είναι γραμμένα Σοφιαν., Γραμμ. 84. 3) Ρυθμίζω (εκκλ.): Ίνα μη τρικυμίζονται οι ημέτεροι λογισμοί ..., εκανόνισεν η αγία του Θεού εκκλησία μετά επιτιμίων μεγάλων περί τούτο Μάρκ., Βουλκ. 34016‑17. 4) Επιβάλλω σε κάπ. «κανόνα μετανοίας»: θέλει απιλογιασθεί και κανονισθεί ν’ απέχει από την άχραντον μετάληψιν Χριστ. διδασκ. 495· Λέγει γαρ ο νόμος ότι ο γυναίκα σώφρονα μιγνύμενος μήτε αυτός έχων γυναίκα, μήτε αυτή έχων άνδρα, κανονιζόμενος, ας την ευλογηθεί Νομοκριτ. 73. 5) Ανακηρύσσω κάπ. άγιο: έσμιξέν τους η εκκλησία με τους μάρτυρες και εκανονίσαν τους Μαχ. 63814. Β´ (Μέσ.) (γραμματικώς προκ. για μέρη του λόγου) ρυθμίζομαι: κανονίζονται δε (ενν. τα ρήματα) χρονικώς τούτου του τρόπου Σοφιαν., Γραμμ. 48. Η μτχ. παθητ. παρκ. ως επιθ. = 1) Καθαγιασμένος: κανείς άνθρωπος κοσμικός, ιδιώτης ουδέν ημπορεί πράγμαν αγιασμένον ή κανονισμένον να το δώσει ετέρου ανθρώπου Ασσίζ. 15516. 2) (Προκ. για άνθρωπο) μοναχός (Βλ. Χατζ., Ξέν. στοιχ. 110): Περί τους ανθρώπους τους κανονισμένους, λεγομένους τερελετζιούν Ασσίζ. 1211.
κλίνω,- Προδρ. I 206, Διγ. (Trapp) Gr. 756, Διγ. Z 73, Βέλθ. 503, Χρον. Μορ. H 292, Αχιλλ. N 1441, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 108, Απόκοπ.2 51, 57, Κορων., Μπούας 65, Πεντ. Γέν. XII 8, XXXIX 21, Έξ. X 12, Αχέλ. 155, Αιτωλ., Μύθ. 1423, Χρον. σουλτ. 13427, Παλαμήδ., Βοηβ. 163, Ερωφ. Ιντ. δ΄ 94, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 699, 783, Δ΄ 943, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. γ΄ 59, Τζάνε, Κρ. πόλ. 23521· κλένω (?), Παρασπ., Βάρν. C 229· μτχ. ενεστ. κλιμένος.
Το αρχ. κλίνω.
I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) Στρέφω προς κάπ., στρίβω κ.: Ήτον η κόρη αληθώς ωσάν ζωγραφισμένη (παραλ. 3 στ.), το πρόσωπον ως ρόδον τε έκλινεν εις όλους Διγ. A 1772· έδειρεν ο Βιλεάμ το μουλάρι να το κλίνει εις τη στράτα Πεντ. Αρ. XXII 23. 2) α) Γέρνω κ., κάνω κ. να σκύψει: Πάγει στου ρήγα το ζιμιό, με γνώση χαιρετά τον,| λίγα σαλεύγει το κορμί, λίγα το κλίνει κάτω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 408· ακουμπιστό στη χέρα του ήκλινε το κεφάλι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1014· τα χόρτ’ ας κλίνουσιν κορφές| αχ τ’ άδικον π’ ακούσετε Κυπρ. ερωτ. 12515· β) κατεβάζω προς τα κάτω, χαμηλώνω: κλίνε το ραβδί σου και δέρε το χώμα της ηγής Πεντ. Έξ. VIII 12· έκλινεν ο Ααρών το χέρι του ιπί τα νερά της Αίγυφτος και ανέβην ο βατρακός και εσκέπασεν την ηγή Πεντ. Έξ. VIII 2· κι αν είχα δει κιανένα| πεθυμισμένον άγγουρο ...,| τα μάτια μου έκλινα ζιμιό κι είχα το για ντροπή μου Πανώρ. Γ΄ 189· Μά την αλήθεια, έν την εδώ! το πρόσωπό τση κλίνει Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 82. 3) Κάνω κ. υποχωρητικό: το άκλιτον της γνώμης μου δι’ αυτόν έκλινά το Λίβ. P 2204· της γυναίκας την καρδιάν η ευσπλαγχνιά την κλίνει Δεφ., Λόγ. 306. 4) Προσκυνώ με σέβας: ευχόμεθα τοις κλίνουσιν όνομα του Δαρείου Βίος Αλ. 4071. 5) (Γραμμ., προκ. για κλιτά μέρη του λόγου) σχηματίζω τους τύπους μιας λέξης, κλίνω: να κλίνει τα μέρη του λόγου Σοφιαν., Γραμμ. 252. Β´ Αμτβ. 1) Στρίβω, στρέφομαι, γυρίζω: εστάθην εις τόπο στενό ός δεν είναι στράτα να κλίνει δεξιά γή ζερβά Πεντ. Αρ. XXII 26· ώς ένα μίλι έλιπον μακράν από την τένταν| και από ’κει εκλίνασιν, ήλθον εμού πλησίον Διγ. A 2973. 2) (Με την προθ. από) απομακρύνομαι: έκλινεν το μουλάρι από τη στράτα και έφυγεν εις το χωράφι Πεντ. Αρ. XXII 23. 3) Κατευθύνομαι, ρέπω: διά να μην κλίνει ο λογισμός προς έρωτα αλλέως Διγ. Z 58· ηρξάμην από την χαράν να κλίνω προς το κλαίγειν Ριμ. Βελ. 148· εις κανένα πράγμα καλόν ολότελα δεν είσαι αρκετός, αμή εις κάθε κακόν να είσαι κλιμένος Χριστ. διδασκ. 360· διατί ’σαι αυθέντης δυνατός, σ’ ελεμοσύνην κλίνεις Ρίμ. θαν. 37. 4) Απλώνομαι: τι εγάθυναν οι τέντες σου Ιαακώβ, τα απλισέματά σου, Ισραέλ. Σα ποτάμια έκλιναν, σαν κήπους απάνου εις ποταμό Πεντ. Αρ. XXIV 6. 5) Εκτρέπομαι, παρεκκλίνω: να πεις προς αυτουνούς· ανήρ ανήρ ότι να κλίνει η γεναίκα του και να παρακαμμύσει εις αυτόν παρακάμμυσμα Πεντ. Αρ .V 12· Η ζυγαρά η άσφαλτος οπού τα δίκια κρίνει| πώς είναι μπορετόν εδά να σφάλλει και να κλίνει; Θυσ.2 664. 6) Σκύβω: κι έκλινε μια και δυο φορές χάμαι στη γη να δώσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 1092· ας την παρακαλέσω (ενν. την Πανύμνητον)| να κλίνει ολίγον προς εμέν και να με χαριτώσει Ντελλαπ., Ερωτήμ. 38· Έκλινες ’πού τους ουρανούς και ήλθες κι εσαρκώθης Θρ. Κύπρ. M 77· (μεταφ.): Τότες εκλίναν οι ουρανοί, ο ήλιος και η σελήνη| και προσκυνού μετά τιμής Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 736. 7) α) Υποχωρώ: οι Τούρκοι σχεδόν προς το κλίναι ολίγον αρχήν εποίουν και ο αμιράς εις δειλίαν ενέπεσε Ψευδο-Σφρ. 18012· β) συγκατανεύω: Ο πάπας επαρακάλεσεν τον ρήγα να κλίνει να ποίσουν αγάπην ... και να εβγούν και οι Χριστιανοί από τες ... φυλακές Μαχ. 20010· ως τέκνον της υπακοής έκλινεν, εσυβάστη Βίος αγ. Νικ. 106· Και το λοιπόν περηγορού κι έχε το για καμάρι| αυτόν τον άγιον θάνατον οπού ’κλινε να πάρει Φαλιέρ., Θρ. 72. 8) Σέβομαι: ομοίως και στους ιερείς κλίνουν και ευλαβούνται Ιστ. Βλαχ. 1767. II. Μέσ. 1) Κάμπτομαι, λυγίζω, γέρνω: ποσώς ουδέν εκλίθηκεν να έλθει εις αγάπην Αχιλλ. O 356· όταν τον δούσιν οι εχθροί, να κλίνονται ως θάμνοι Κορων., Μπούας 31· ταύτ’ ειπών εγέρθηκε την κεφαλήν κλιμένος Κορων., Μπούας 41· πολλά θλιμμένη, σοβαρή, την κεφαλήν κλιμένη Θησ. IB΄ [383]. 2) Υποχωρώ: Κλινομένης δε ήδη της ημών παρατάξεως Ψευδο-Σφρ. 42435. 3) Καταπέφτω, μαραίνομαι: αφού κλιθείς και μαρανθείς, πότε να εξαναθάλεις; Γλυκά, Στ. 219· αλλ’ ως φυτόν εκλίνετον και είχεν του πόθου πόνους Αχιλλ. L 939. Φρ. 1) κλίνω (-ομαι) εις αγάπην = πέφτω σ’ αγάπη, ερωτεύομαι: ο Αχιλλεύς ο μέγας| κατεδουλώθη εις έρωταν, εκλίθην εις αγάπην Αχιλλ. N 1399· 2) κλίνω (την) κεφαλή, κάρα, τον τράχηλο = α) υποχωρώ, λυγίζω: Οι δε Θηβαίοι στήσαντες μάχην γενναιοτέραν| κάραν ουκ έκλιναν εμοί· λοιπόν τελείᾳ πτώσει| πάντας κακώς επόρθησα Βίος Αλ. 2525· αλλ’ ου μη κλίνω κεφαλήν και πέσω εις αγάπην Αχιλλ. L 683· σον τράχηλον άκλιτον κλίνον εις έρωτάν του Λίβ. P 1315· είναι μου χρεια να κλίνω| την κεφαλή Ερωφ. Δ΄ 189· β) προσκυνώ, εκφράζω σεβασμό: Δεν έν’ να κράζω το λοιπόν τες Μούζες των Ελλήνω(ν),| μα στην Τριάδα την αγιάν την κεφαλήν μου κλίνω Δεφ., Λόγ. 4· 3) κλίνω κρίση = καταστρατηγώ, παραβιάζω το δίκιο: Μη κλίνεις κρίση ξένου, ορφανού και μη σημαδέψεις ρούχο χήρας Πεντ. Δευτ. XXIV 17· Καταραμένος οπού κλίνει κρίση ξένου Πεντ. Δευτ. XXVII 19· 4) κλίνω με την πρόθ. μετά + αιτ. = πηγαίνω με το μέρος κάπ.: Αφότου τους βουθήσουσιν και κλίνουν μετ’ εκείνους Ρίμ. θαν. 135· 5) κλίνω τέντα = στήνω σκηνή, εγκαθίσταμαι: έχτισεν εκεί θεσιαστήρι ... και έκλινεν εκεί τη τέντα του και έσκαψαν εκεί σκλάβοι τού Ιτσχάκ πηγάδι Πεντ. Γέν. XXVI 25· ο Μωσέ να πάρει την τέντα και να κλίνει αυτουνού από όξω ... μακριά από το φουσσάτο Πεντ. Έξ. XXXIII 7· 6) κλίνω το γόνυ = γονατίζω· εκφράζω σεβασμό: ονειδιζόμενος συχνώς, γόνυ μη κλινών όλως Προδρ. III 419s (χφφ CSA) (κριτ. υπ.)· 7) κλίνω το ους = ακούω με καταδεκτικότητα, εισακούω: κλίνον το ους σου, δέσποτα, εισάκουσον ευχής μου Διγ. (Trapp) Esc. 1828· 8) (Στρατ.) κλίνω (ή κλένω) φλάμουρον = ξεκινώ για επίθεση, επιτίθεμαι: τα φαριά συχνοπηδούν και πόλεμον ζητούσιν. (λείπει η παραπομπή) (αμτβ.) Φλάμουρον κλένει εκ των Ουγγρών εις τους Ισμαηλίτας| και όλους τους αζάπιδας τους †κατειχαγιά αμούρην†| εσκότωσαν και έκοφαν Παρασπ., Βάρν. C 199· Το φλάμουλόν του έκλινεν ο Λούξμπανος αυθέντης| και κράτει τα φουσσάτα του, εις αύτους εκατέβην Παρασπ., Βάρν. C 266· 9) κλίνει ο ήλιος = δύει: είδα τον ήλιον ότι έκλινεν, εσίμωσεν η εσπέρα Λίβ. Sc. 418.
κολλυβογράμματα- τα.
Από τα ουσ. κόλλυβα και γράμματα (Βλ. Ανδρ., Λεξ.). Η λ. στο Somav. και σήμ.
Στοιχειώδης μόρφωση: σώνει μου ... να γράφω και να ’χω πράξιν ας τα κολλυβογράμματα Σοφιαν., Γραμμ. 253.
κοπελόπουλο- το, Σοφιαν., Γραμμ. 212· κοπελόπλο.
Από το ουσ. κοπέλι και την κατάλ. ‑πουλο. Λ. κοπελοπούλα στο Βλάχ.
Μικρό παιδί: λέγει τον και παρακαλεί πως είναι βασιλόπλο| και όταν αυτόν εξόρισαν ήτονε κοπελόπλο Βίος Δημ. Μοσχ. 128· Αμή αυτός τους έπεψεν, στες όψιδες εθάρρει,| εις δύο κοπελόπουλα όπου εκράτει του ανθρώπου Χρον. Τόκκων 2811.
κρατώ (I),- Προδρ. I 182, III 401, IV 186, Καλλίμ. 661, Διάτ. Κυπρ. 50321, Ελλην. νόμ. 52229‑30, 53319, Ασσίζ. 32715, 37430, Διγ. (Trapp) Gr. 1248, Διγ. Z 774, 777, 1556, Χρον. Μορ. H 7357, Φαλιέρ., Ιστ.2 159, Μαχ. 2030, Απόκοπ.2 326, Πικατ. 461, Πανώρ. Α΄ 124, Ερωφ. Β΄ 64, Δ΄ 38, Ε΄ 308, Σεβήρ., Διαθ. 192100, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 319, Δ΄ 1718, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1162], κ.π.α.
Το αρχ. κρατέω. Η λ. και σήμ.
I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) α) Κυβερνώ, εξουσιάζω, διοικώ: Έρωτας (έκδ. Έρωτος) με επεσέβηκεν, αγάπη και κρατεί με Λίβ. Sc. 2032· άνθρωπον στήσε να κρατεί την χώραν ως αντί σου Λίβ. (Lamb.) N 584· άνθρωπός μου είσαι λίζιος,| αφόν κρατείς τον τόπον σου από την αφεντία μου Χρον. Μορ. H 1870· εκείνη οπού το σπίτι σου κρατεί και γοβερνάρει Στάθ. (Martini) Α΄ 146· β) ασκώ εξουσία· δικάζω: εις τον φούντικα εντέχεται να έχει ένα εμπαλήν, πιστόν άνθρωπον και καλής ακοής και οπού αγαπά πάσα λογής άνθρωπον δίκαια να τους κρατεί Ασσίζ. 4837· γ) διευθύνω, διαχειρίζομαι, έχω στη δικαιοδοσία μου: Εγώ κρατώ το οσπίτιν σου και την υποταγήν σου Προδρ. I 90· εις το ξενοδοχείον| τό ο Βερδερίχος έκτισεν και εκράτει η Ροδάμνη Λίβ. Sc. 1900· ουδόλως δεν ηθέλησε ...| τα πράγματα της εκκλησιάς άλλοι να τα κρατούσι Κορων., Μπούας 66· Περί εμβατικίου οπού δίδουν οι ιερείς και κρατούν χώρας και ενορεύουν Βακτ. αρχιερ. 153· Περί μοναχών ιερωμένων, ήγουν ιερομονάχων, ότι να μην κατοικούν εις τον κόσμον και ενορίες αυτοί να μην κρατούν Βακτ. αρχιερ. 166· δ) (προκ. για άνεμο) «κουμαντάρω»: ουδέ τρανός ουδέ μικρός ναύτης κανείς ουκ ήτον| να ξεύρει άστρον, να κρατεί αυτήν την τραμουντάνα Πουλολ. (Τσαβαρή) 544. 2) Υπερισχύω, νικώ: Διγ. Z 2677. 3) α) Κυριεύω, καταλαμβάνω: διά την αγάπην της τον πύργον να κρατήσω Φλώρ. 1379· ο ύπνος ο γλυκύς τα μέλη τους εκράτει Μαρκάδ. 549· Άλλοι Γενουβήσοι ήρτα να κρατήσουν τες πόρτες να μεν εβγούν εκείνοι Μαχ. 41816· ως πάλαι παρά των Τούρκων κατεχομένην (ενν. την Αρμενίαν) και υπό των Φράγκων κρατηθείσαν Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 135· β) (μεταφ. με υποκ. λ. που δηλώνει πάθος, συναίσθημα, κ.λ.π.): τον Ηράκλη ολημερνίς τρομάρα τον εκράτει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1113· Ο φόβος θε να τον κρατεί Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 881· Η πίκρα και η εντροπή τούς Οβριούς κρατούσε Μαρκάδ. 625· μη σε κρατήσει ο λογισμός ο της αποτυχίας Λίβ. Esc. 2996· γ) κυριαρχώ: έμαθα το ύψος να κρατώ, τα άστρα να τα βλέπω| και να προλέγω μαντικώς του άνθρωπου τας πασχίσεις Λίβ. Sc. 1635. 4) α) Κατέχω, έχω στην κατοχή μου, στην ιδιοκτησία μου: οι εκκλησίες κρατούσιν| σιμά το τρίτον του Μορέως Χρον. Μορ. H 2632· όλα να ένι κρατημένα του αυθέντη του τόπου, όλον τούτον τό είπεν εις αυτήν την διαθήκην Ασσίζ. 14413‑4· να χάσεις τά κρατείς, να είσαι ακληρημένος Χρον. Μορ. P 4241· β) είναι η επικράτειά μου, εκτείνομαι: ένι (ενν. η Κόρινθος) το κεφάλαιον όπερ γαρ αφεντεύει| όλην την Πελοπόννεσον όσον κρατεί ο Μορέας Χρον. Μορ. H 1447· το κάστρον επαράδωκεν να το έχουν οι Βενετίκοι| με όλην την διακράτησιν μέχρι κρατεί η Μεθώνη Χρον. Μορ. H 2856· Η Σαλονίκη είναι χώρα μεγάλη και κρατεί αποπάνω από το βουνί έως κάτω εις την θάλασσαν Πορτολ. A 22625· εκρατούσανε οι τέντες του από την μίαν μερέαν της Πόλης έως εις την άλλη Χρον. σουλτ. 606· εμεγαλώναν το φορτί κι εκράτει ένα μίλι Τζάνε, Κρ. πόλ. 45426· κρατεί (ενν. η ξέρη) μισόν πλωρήσι Πορτολ. A 3210· Η Νίος έχει ένα βουνί πλατύ και κρατεί όλον το νησίν Πορτολ. A 9210· γ) κατέχω παράνομα: Περί δούλων οπού τους κρατούν και τους πουλούν Βακτ. αρχιερ. 148· δ) κατέχω, συντηρώ: Κράτει ζαγάρια και σκυλιά κατά την κοντετσό σου Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 217. 5) Υποχρεώνω: εάν χρήζεσαι τίποτις εξ εκείνων (ενν. των φίλων),| έχεις τους κρατημένους σου πάλιν να σε βοθήσουν Σπαν. (Μαυρ.) P 370. 6) Βρίσκομαι: Τώρα τα ζα πιον δεν κρατούν τον ποταμόν,| γιατί νερόν ευρίσκουσιν όπου να παν Κυπρ. ερωτ. 9713· ο νους μου τα βουνιά κρατεί και μες στα δάση μπαίνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 359· να τα φάγουσι τα γίδια| οπού τα βουνά κρατούσιν Λέοντ., Αίν. I 85· Σ’ τσι πόρτες όλες στέκουσι, τσι γειτονιές κρατούσι Κατζ. Γ΄ 313. 7) α1) Ελέγχω: τον ληστήν, τον τας οδούς κρατούντα Διγ. Z 2675· την στράτα των πραγματευτών κρατούσι και σκοτώνουν Διγ. O 1413· εκρατούσαν το τειχόκαστρον από την πόρταν του Φόρου ώς τον πύργον του Αγίου Ανδρέου και εκτίσαν απάνω τούς τοίχους και εκρατούσαν το δυνατά Μαχ. 40416· προς το κρατήσαι πόλεις επιτηδειότατος ην (ενν. ο Ταγγρέ) Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 144· α2) (προκ. για δρόμο) αποκλείω, εμποδίζω τη διέλευση: Διγ. Z 2675, Διγ. O 1413· β) φρουρώ, φυλάγω: να κρατήξετε την εμπασία του παλατιού και μην αφήσετε να έρθει κανένας εδώ από τους ποπολάρους Σουμμ., Ρεμπελ. 189· μένει μ’ εσέν για ’θύμιον η καρδιά μου (παραλ. 1 στ.) κρατώντα την όσον καιρόν ν’ αργήσω| δεν έχεις έννοιαν άλλην ν’ αγαπήσω Κυπρ. ερωτ. 627· φυλακισμένος ων μωρός πάλιν ην λέγων μωρίας ρήματα προς τους κρατούντας αυτόν Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 255· γ) επιβλέπω, επιτηρώ: φύλαττε το κοράσιον, εσέν την παραδίδω·| δι’ αγάπην την εις Φλώριον εξακριβώς την κράτει Φλώρ. 735· Επειδή προσέταξας την κόρην να κρατούμεν (παραλ. 1 στ.) είχε λοιπόν προς σιωπήν (ενν. η κόρη) Καλλίμ. 2402· δ) φρ. κρατώ βλέπηση: βλ. βλέπησις ‑ση 3γ (Πβ. και σημασ. IB 6γ)· ε) (μεταφ. προκ. για δοχείο) συγκρατώ, δεν αφήνω να ξεφύγει κ.: νερόν ο κάδος ου κρατεί, δώσ’ να αγοράσουν άλλον Προδρ. II H 56. 8) α1) Παίρνω ή έχω κ. στο χέρι, βαστώ, πιάνω: εκράτιεν εις τα χέρια του κλαίγοντας το παιδάκι Στάθ. (Martini) Γ΄ 333· οπού κρατώ και οπού φιλώ και οπού περιλαμπάνω (ενν. εσένα, γλυκότατό μου ταίρι) Φαλιέρ., Ιστ.2 519· με το ’να χέριν να κρατεί τάχα το μάγουλόν της Λόγ. παρηγ. L 524· έρχονται (ενν. οι ιατροί), βλέπουσιν ευθύς, κρατούσι τον σφυγμόν του Προδρ. III 403· α2) φρ. κρατώ τ’ άρματα = ετοιμάζομαι να πολεμήσω (Πβ. άρμα I 1 φρ. πιάνω τ’ άρματα): εμείς σταλάρομεν εδώ, τ’ άρματα να κρατούμεν| να χύσομεν το αίμα μας Τζάνε, Κρ. πόλ. 1947· β) φρ. κρατώ στο χέρι μου = (μεταφ.) ελέγχω, εξαρτάται από εμένα: Εις τη βουλή του (ενν. τον ρηγός) βρίσκεται καλό μας και κακό μας| και μες στο χέρι του κρατεί ζωή και θάνατό μας Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 226· Όλα ας κρατεί εις τα χέρια της και ας έχει τα κλειδία| κι εσέν’ ας δίδει την τιμήν να ’χεις καλήν καρδία Δεφ., Λόγ. 302· γ1) σφίγγω: ποτέ μεν να αχαυνίζομεν το χαλινάριν εις τας επιθυμίας, ποτέ δε να το κρατούμεν Σοφιαν., Παιδαγ. 290· γ2) φρ. κρατώ (τα) σκήπτρα = εξουσιάζω: σκήπτρα κρατήσεις, κράτιστε, γης πάσης και θαλάσσης Προδρ. IV 144· (μεταφ.) υπερισχύω, νικώ: Εγώ στρατιώτες ταπεινούς τούς κάνω να γενούσι| μεγάλους κι εις τον πόλεμο τα σκήπτρα να κρατούσι Ζήν. Πρόλ. 84· δ) φέρω, έχω μαζί μου: κάπνισον αυτά με μαστίχην και ας τα κρατεί μετά της Ιατροσ. 21107· ε) φρ. κρατώ δυο μεριές = έχω δύο δυνατότητες, λύσεις: όταν υπάμεν ’ς πόλεμον και εις μάχην να σταθούμεν,| οι Τούρκοι δυο μεριές κρατούν: να διώξουν και να φύγουν Παρασπ., Βάρν. C 284. 9) «Πιάνω», επιχειρώ: ηυρέθη άφωνος πεσών εκ του φαρίου·| ευθύς δ’ εγώ επέζευσα, κρατώ να τον εγείρω Διγ. Z 3040. 10) α) Συγκρατώ, υποβαστάζω· στηρίζω, ενισχύω: ήλθεν και η μητέρα του μετά τις αδελφές·του (παραλ. 2 στ.)· όλοι τούς εκρατούσασιν, ου ημπορούν να στέκουν,| κλαίουν, φωνάζουν, δέρνονται Πόλ. Τρωάδ. 659· πυρ εις τα ξύλα των πουντελίων ανάψωσιν, όπως την ξυλίνην κατασκευήν την κρατούσαν το κάστρον καταφλέξωσιν και άφνω πεσούνται τα τείχη της πόλεως Καναν. 65 D· β) (μεταφ.) ενδυναμώνω, ισχυροποιώ: φόβῳ κατεκρατείσθε,| αλλ’ όμως έν μου βούλευμα πάντων ψυχάς εκράτει Βίος Αλ. 4502· έχε λιγάκι υπομονή και κράτει την καρδιά σου Ευγέν. 940· τούτους έχε πάντως φίλους| εις βουλήν και πράξιν πάσαν,| κράτει, τίμα και αγάπα Πτωχολ. α 387. 11) α) Έχω, διαθέτω (προκ. για γνώμη, βουλή, ψυχή, κ.λ.π.): άφησ’ τη γνώμη απού κρατείς, φρόνιμη α θέλεις να ’σαι Πανώρ. Γ΄ 158· έμαθες τείντα βουλήν κρατούσιν,| την πονηρίαν τήν έχουσιν οι δολεροί κριτάδες Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1093· δήμιου να εβάσταζε ψυχήν, θηρίου να εκράτει Λίβ. P 1583· αγαπημενα πάντα τως μια θέληση κρατούσα Ερωφ. Ε΄ 300· Μα τούτ’ αν ήσα Πνέματα και τω θεριώ κρατούσα| θωριά Ερωφ. Ιντ. β΄ 147· Η φρόνεσή τση, οι τάξε τση και τιμημένες διάξες| οπού κρατεί μπορούσινε τον Άδη να μερώσου Ροδολ. Δ΄ [251]· τσι λογισμούς απού κρατείς ν’ αφήσεις Ροδολ. Β΄ [483]· β1) έχω, διατηρώ μέσα μου, «τρέφω» (για κάπ.): όταν οι κατώτεροι ... χάσουν την υπόληψιν την πρωτύτερην οπού τους εκρατούσαν (ενν. τους μεγαλύτερους) Σουμμ., Ρεμπελ. 181· Τέτοια καμώματα μάχητα δεν κρατούσιν, ουδέ για μάχην τα ’χουσιν αυτείνοι οπού ποθούσιν Ριμ. κόρ. 642· β2) φρ. λογαριασμόν από κάπ. = δίνω σημασία σε κάπ.: ετούτος ο αφέντης εκράτησε όλον τον καιρόν της κυβερνήσεώς του πλέον λογαριασμόν από τους ποπολάρους παρά διά τους άρχοντας Σουμμ., Ρεμπελ. 174· γ) περιέχω: μετ’ αυτήν την ξεδρομήν νοούν και ’μολογούσι| μέσα τως το κορμί και ο νους την φύσιν τήν κρατούσι Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 26. 12) α) (Προκ. για παράνομη συμβίωση) συντηρώ (Για τη σημασ. βλ. Μιχαηλίδη, Δωδεκαν. Αρχ. 5, 1970, 87): όποιος την κρατεί κρυφά βιάζεται να του παίρνει| ρούχα και μπότες και φελλούς Σαχλ. N 259· Έάν γίνεται ότι είς άνθρωπος κρατεί μίαν γυναίκα, οπού ουδέν έχει παντός άνδραν, εις το σπίτιν του Ασσίζ. 37727· Περί γάμου ανευλογήτου, οπού κρατεί ο άνδρας γυναίκα εις το σπίτι του φανερώς και τεκνοποιεί εκ πορνείας Βακτ. αρχιερ. 140· β) χρησιμοποιώ κάπ. ως ...: ’ς τούτα της τα καμώματα θα σε κρατεί ρουφιάνο Κατζ. Β΄ 272. 13) α) Διατηρώ, διαφυλάττω: ποτέ μάχην να μη έχουσιν, αγάπην να κρατούσιν Χρον. Μορ. H 4339·· απ’ όλους έπαιρνε βουλήν και την δικήν σου κράτει Ιστ. Βλαχ. 1467· κρατείς μου κακοσύνη Ριμ. κόρ. 624· ένι κρατημένοι να στερεώσουν την κρίσιν τους και να την κρατήσουν Ασσίζ. 17613· οι άγιες εκκλησίες ... να ένι καλά διατηρημένα, και κρατημένες, στερεωμένα όλα τους τα προβελίτζια Ασσίζ. 2804· κανείς να μηδέν σηκώνει ταραχήν κατά τον άλλον, ... αμμέ να συνηθίζουν και να κρατούν καλήν αγάπην μέσο τους Ασσίζ. 45428· β) εξακολουθώ να διατηρώ κ.: Ο πατήρ εχήρευσεν και ηβουλήθη αυτεξουσιάσαι τον υιόν αυτού, εάν θέλει δύναται κρατήσαι την χρήσιν αυτού απέ τους καρπούς των προικιμαίων πραγμάτων Ελλην. νόμ. 5802· γ) εξακολουθώ κ., κάνω κ. να διαρκέσει: Τρεις μήνες την πανήγυριν του γάμου εκρατούσαν Διγ. O 2101. 14) α) Διατηρώ κάπ. ή κ. σε μια κατάσταση: με περίσσα ευγενικούς βοσκούς γυρίζ’ ομάδι| πασίχαρους κρατώντα τσι από ταχύ ώς βράδι Πανώρ. Πρόλ. 46· Λυπήθου με τον ξένον| και πιον μην με κρατείς σιδερωμένον Κυπρ. ερωτ. 9265· καλλιά ’χω να κρατώ τά πάσχω σωπασμένα Φαλιέρ., Ιστ.2 669· όλα τα ζώδια τ’ ορανού η χάρη σου (ενν. Θεέ μου) κρατεί τα| σε σύβαση παντοτινή Πανώρ. Δ΄ 289· εκείνος (ενν. ο ιατρός) ουκ εγίνωσκεν να το ανοίξει (ενν. την πληγήν), αμμέ εκράτειν το ούτως ωσοπού τα οστία τα τσακισμένα εγγίσασιν εις τον μυαλόν Ασσίζ. 1789· β) (τοπ.) διατηρώ κ. σε μία θέση: έφερέν το (ενν. το γεράκιν ή το φαρκόνιν) εκεί οπού ένι συνηθισμένον να πουλούν τα όρνια· και εκράτεν το εις το θέατρον τους λας τρεις ημέρας φανερά Ασσίζ. 2019. 15) α) Διατηρώ, συντηρώ, φυλάγω: να ποιήσω όσον θέλω| να ένι στερκτόν κι ασάλευτον ...| κι εις όσους χρόνους και καιρούς θέλω να το κρατήσω Χρον. Μορ. H 8737· εκείνη οπού μ’ εκήδευγε, θωρώντα με πώς ήμου,| με το ψυχρόν της φύσισμα εκράτιε την πνοή μου Φαλιέρ., Ιστ.2 284· Μόνον ετούτο με κρατεί: ολπίδα και το θάρρος Θησ. Πρόλ. [256]· εκείνον απού μου κρατεί και θρέφει τη ζωή μου Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 598· το δε ώδε και σημάδι μου σπουδάζεις να κρατήσεις| και ενέχυρον της αγάπης μου Λίβ. Sc. 668· β) διατηρώ (το ρυθμό): την μουσικήν εκράτησεν, τοιούτον τραγούδιν λέγει Αχιλλ. N 271. 16) α) Τηρώ κ., είμαι συνεπής σε κ.: ποίος να το ακούσει και να ειπεί ότι εις Θεόν πιστεύουν| άνθρωποι όπου ουδέν κρατούν αλήθειαν ούτε όρκον; Χρον. Μορ. H 1248· ουδέν πρέπει ν’ αξιάζει τίποτες εκείνη η διαθήκη με το κείμενον, ουδέ πρέπει να την κρατήσουν Ασσίζ. 39521· Εγώ κρατώ τό είπαμε και είτι βουλή εγίνη Χρον. Μορ. P 3914· β) (προκ. για το δίκαιο) τηρώ, εγγυώμαι, υπερασπίζομαι: να κρατεί (ενν. ο Πάρης) το δίκαιον κανείς μη αδικείται Βυζ. Ιλιάδ. 706· εκείνος ... να θελήσει να βαστάξει τζουίζαν, ήγου ορκωμοσίαν, ει δε ... ουκ ήλθεν ... να κρατήσει την τζουίζαν ..., το δίκαιον κρίνει ότι εντέχεται να ένι αποφγαλμένος απέ την φρουράν Ασσίζ. 47615. 17) α1) Συγκρατώ, χαλιναγωγώ (πβ. 7γ): Αν προς μικρόν εξέβημεν ...,| αύθις του λόγου την ορμήν κρατήσομεν Καλλίμ. 1565· Από σήμερον κράτησον (εκδ. ‑σουν) τον θυμόν σου Αχιλλ. L 1029· οπίσω τον εγιάγερνε κι εκράτιε τον η γνώση Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 916· σφίξον καλά τα οδόντια σου και κράτει την φωνήν σου Προδρ. III 365· α2) φρ. κρατώ τα χέρια = είμαι οικονόμος: Οι πατέρες θέλουσι να κρατούσι (υποκ. τα παιδία) τα χέρια και οι κόλακες παραινούσι να εξοδιάζουν Σοφιαν., Παιδαγ. 289· β) περιορίζω, ελέγχω, συγκρατώ: όσοι σφίγξουσι και κρατήσουσι τον λόγον πολύν καιρόν, εάν ποτέ ήθελαν έχει χρείαν να ειπούσι λόγον ..., όμως ήθελαν φυλάξει τον όμοιον χαρακτήρα και οικονομίαν του λόγου Σοφιαν., Παιδαγ. 275· να κρατούν (ενν. οι νέοι) την γλώσσαν τους και να μην οργίζονται Σοφιαν., Παιδαγ. 283. 18) α) Εμποδίζω, αποτρέπω: Τις με κρατεί στη ράχη σας να σπάσω το ραβδί μου; Πανώρ. Δ΄ 98· Μη με κρατείς, απόλυσ’ με να σφάξω την καρδιά μου Πανώρ. Β΄ 541· ο Μεχεμέτ πασάς έκραξε του γιανιτσάραγα και ... εκρατήσανε τους γιανιτσάρους να μην διαγουμίζουν Χρον. σουλτ. 1221· τ’ άρμενα τους κρατούσαν,| εις τον λιμέναν όλοι των καιρόν εκαρτερούσαν Αχέλ. 161· β) επιβραδύνω, καθυστερώ (κάπ. ή κ. από την εκδήλωση μιας δραστηριότητας): τα θηλυκά πανδρεύετε, τ’ αρσενικά κρατείτε Βεντράμ., Γυν. 270· Τσι μίνες τότες κράτησε, για νά ’ρθουσίνε κι άλλοι Τζάνε, Κρ. πόλ. 4577· γ) (πιθ.) κρατώ κ. μακριά (Πβ. πάντως Αλεξίου Στ. [Απόκοπ. σ. 233]): ωσάν τα ζάρια έβανεν τα έξι κι εκράτειν το ’να Απόκοπ.2 298· από δεκάξι το κρατεί στην όκαν πάντ’ αλλ’ άσσο (έκδ. πανδαλάσω· διόρθ. σιωπηρά Κουκ., ΒΒΠ Α΄1, 198, 222-3)| έχασα τα δηνέρια μου και πάλιν ας γελάσω Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 190· δ) ανακόπτω, αναχαιτίζω, σταματώ κάπ.: Πανάχραντέ μου, κράτει την, εμπόδιζε, Χριστέ μου,| μη παίξει κοντογύρισμα Προδρ. I 175· τα άλογα των Μακιδόνων ούδε ποτάμια τα κρατούν ούδε βουνά μεγάλα Διήγ. Αλ. G 28529· πήδησον, κατάδραμε τάχα να την κρατήσεις Προδρ. I 167· ε) αναγκάζω κάπ. να μείνει κάπου, καθυστερώ (κάπ.): Τους άρχοντας εκράτησεν και εγεύθησαν εντάμα Χρον. Τόκκων 275· ει δε συμβεί και κρατηθείς μετά τινος εις δείπνον Σπαν. B 258· σύντομα ας φθάσει, ας στραφεί, μην τον κρατήσεις ώραν Λόγ. παρηγ. O 700· ορίζομεν ότι υιός ή κόρη ... εκείνου οπού κρατηθεί εις πόλεμον έχει άδειαν να ορμαστεί ο άνθρωπος γυναίκα και η γυναίκα άνδρα δίχως να καρτερέσουν τον ορισμόν του πατρός αυτών Ελλην. νόμ. 5547. 19) Προφυλάγω, δίνω άσυλο σε κάπ.: Περί εκείνου οπού κρατεί εις τον οίκον του έναν σκλάβον ή μίαν σκλάβαν κλεψιμίαν Ασσίζ. 1728. 20) α) (Προκ. για εχθρό) συγκρατώ, αποκρούω: πέντε χιλιάδες μάς ηύρηκαν κι ου κατεχώρισάν μας| και πάλιν εκρατούμαν τους, κανείς ουκ εντραλίσθην Διγ. (Trapp) Esc. 1313· β) κρατώ κ. (μυστικό): πώς το κρατεί ο βασιλεύς και ουδέν το φανερώνει; Βυζ. Ιλιάδ. 37. 21) Συλλαμβάνω: εμέ δε πέμπει και κρατεί, σίδηρα με φοραίνει Λίβ. Sc. 1508· εδείμαινον μη νοηθούν και κρατηθούν ατίμως (ενν. η Χρυσάντζα και η Φαιδροκάζα) Βέλθ. 1080· κρατώ σε ένοχο ως κλέπτην! Ασσίζ. 44818· να λάβει την τιμωρίαν τοιούτην ως γιον εντέχεται να λάβει κλέπτης κρατημένος Ασσίζ. 42716. 22) α) Κρατώ κάπ. (ως όμηρο): ήρταν οι καβαλλάρηδες οπού εθέλα να εμπούν να τους κρατούν οι Γενουβήσοι διά να κατεβούν οι μαντατοφόροι Μαχ. 34212· αθθυμίζω σε πόσον κακόν θέλειν γινείν εις τους Γενουβήσους ... εκείνους όπου κρατούν αμάχιν διά λλόγου μου Μαχ. 48017· β) κρατώ κ. ως εγγύηση ή ενέχυρο: κρατούν και την Αμόχουστον, ώσπου να πλερώσομεν Μαχ. 52035· Ώδε λέγει διά τον πουλητήν και τον αγοραστήν οπού να περιλάβει ένα μέρος απού τον αγοραστήν να κρατεί εις αρραβώναν Ασσίζ. 3731· το υπέρπυρον, τό εκράτεις αρραβώνα Πουλολ. (Τσαβαρή) 150. 23) α) Κατακρατώ, αρνούμαι σε κάπ. (κ. που χρειάζεται): το κρασοβόλιν μου κρατούν το νεροκοπημένον Προδρ. III 120· όπου κρατεί του δούλου του την ρόγαν, τον μιστόν του| απιλογίαν τού δίδει ευθέως να υπάγει όπου θέλει Χρον. Μορ. H 5140· Το φυσικόν της αρχοντιάς δεν έναι να κρατήξει| την χρειάν τ’ ανθρώπου περιπλιός όντε τη θε ζητήξει Φαλιέρ., Ιστ.2 159· β) σφετερίζομαι, ιδιοποιούμαι· δημεύω: Περί εκείνου οπού αγκαλεί εις την αυλήν κανέναν κορμίν οπού του κρατεί μίαν κληρονομίαν Ασσίζ. 1821· περιορίσας γουν ο βασιλεύς πάντας εκράτησε και τας αυτών περιουσίας απάσας Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 232. 24) α) Δεσμεύω, περιορίζω, φυλακίζω: Τα πόδια σου ποιες άλυσες δένουσι και κρατούσι; Ζήν. Δ΄ 55· Εδώ κρατώ τούς άπιστους στην φυλακήν απέσω Χρον. Μορ. H 685· σε σκοτεινή φλακή τση φαίνεται εκρατείτο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 571· εις την φυλακήν με απέστειλεν και χρόνον εκρατόμην Λίβ. Esc. 3526· εκεί ευρίσκουνται πιασμένοι| ο υιός και η γυναίκα μου ’κ τους εχθρούς κρατημένοι Παλαμήδ., Βοηβ. 1242· β) «αγκαλιάζω»: εξήπλωσαν οι κλάδοι σου εις όλα μου τα μέλη| και αι ρίζαι σου εκράτησαν πάσαν μου αρμονία Αχιλλ. N 1544. 25) (Μεταφ.) πιέζω, βασανίζω: σκοτώνουντα Αγαρηνοί και Φράγκοι,| άντρες, γυναίκες και παιδιά κι εκράτιε τσι κι ανάγκη Τζάνε, Κρ. πόλ. 16916· Αν αρρωστήσει ο ηγούμενος ή πόνος τον κρατήσει,| ορίζει: «φέρετε ιατρούς τον δείνα και τον δείνα» Προδρ. III 401. 26) (Προκ. για αμαρτίες) δεσμεύω, αφήνω ασυγχώρητο: άν τινων γαρ αφήσετε αυτών τας αμαρτίας,| να είναι αφημένες προς αυτούς δίχως αντιλογίαν·| εί τινος δε κρατήσετε, να είναι κρατημένες Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 636. 27) α) Δέχομαι κ. (από κάπ.): Ουδέ εάν παραδώσει τις προς εμέ χώραν ή κάστρον, άπερ υπό τῃ σῃ βασιλείᾳ ήσαν ποτέ, κρατήσω εγώ ταύτα ως διαφέροντά μοι Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 432· β) κληρονομώ: δώδεκα σκήπτρ’ εκράτησεν, τά είχεν ο πατήρ του Σπαν. A 417· αφέντεψεν ο πάππους του οκτώ εννέα χρόνους,| κατόπι ο πατέρας του εκράτησε τους θρόνους Ιστ. Βλαχ. 452· τ’ Ορφέο το πλήκτρο εκράτουνα και τη δικήν του λύρα Ζήν. Β΄ 34· Περί χηρών ανδρών ..., ότι κρατούν τα πράγματα των γυναικών αυτών των απεθαμένων Βακτ. αρχιερ. 187. 28) α) Δέχομαι, παραδέχομαι, συνηθίζω: Εάν γένηται από κανέναν κακόν ριζικόν, κατά τό ένι κεκρατημένον, ότι καμμία γυναίκα ένι αμαρτωλή διά να της διδούν Ασσίζ. 16218‑9· β) (Με αιτ.) έχω αποκτήσει (από παλιά) και διατηρώ μια νοοτροπία, επιμένω σε κ.: πόθε το κρατεί να μηδέ θε να πάρει| το Γύπαρη ογι’ άντρα τση, πλούσο και παλληκάρι; Πανώρ. Ε΄ 229· Έλληνες είχαν το όνομα ...,| πολλά ήσαν αλαζονικοί, ακομή το κρατούσιν Χρον. Μορ. H 796· έναν περηφανιάρη| ένα που τόσο το κρατεί περίσσια Πιστ. βοσκ. I 3, 48. 29) α1) Θεωρώ, νομίζω: εκεί χορεύγομε μαζί γή πούρι τραγουδούμε| κι ίδια τα δάση αλλήλω μας παράδεισο κρατούμε Πανώρ. Πρόλ. 52· Τον χάρον δεν κρατώ δύσκολον πράμαν Κυπρ. ερωτ. 10113· δεν το κρατώ για θάμα Στάθ. (Martini) Β΄ 329· σ’ εκράτου γνωστικό, άνθρωπο παιδεμένο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 169· Μεν πιστεύσεις πάσα λόγον τό να γροικήσεις, μηδέν σε κρατήσουν μωρόν Μαχ. 39027· τον πελλόν κρατούν τον φρένιμον Άνθ. χαρ. 29831· εάν γίνεται ότι είς άνθρωπος ποντίσει παρθενίαν κορασίου και ουδέν εμπορούν να τον κρατήσουν ένοχον με τοιούτους μάρτυρες Ασσίζ. 34825· εις την αντρειά και δύναμιν την νίκη να κρατούμε| πως έχομε να κάμομε Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 199· α2) φρ. κρατώ κ. εις τιμήν ή κρατώ τιμήν σε κ. = αναγνωρίζω την αξία, εκτιμώ, σέβομαι: των παλαιών οι ποίησες (παραλ. 1 στ.) πάντ’ από τους ενάρετους ήσασιν (έκδ. ήτασιν) κρατημένες| εις μεγαλότατην τιμήν και πλήσια παινεμένες Σουμμ., Παστ. φίδ. Προσφών. [3]· δε νοούν το κρίμα οι οργισμένοι| να μην κρατούν τιμήν στην εκκλησία Λεηλ. Παροικ. 483· β) παραδέχομαι, υποθέτω: Βάσανα να ’χει ωσάν κι εμέ στον κόσμο δεν εκράτου άλλος κιανείς Πανώρ. Α΄ 41· γ) (προκ. για θρησκευτική πίστη) εμμένω σε κ.: άφησ’ την πίστη οπού κρατείς και πιάσ’ την εδική μας Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 60· η ιερά Ρωμαίων εκκλησία ... ούτε κηρύσσει, ούτε δογματίζει τίποτις σήμερον οπού να μην τα εκράτιε και πριν του σχίσματος Ροδινός (Βαλ.) 148. 30) Έχω στο νου, γνωρίζω, συνειδητοποιώ: τούτο κράτιε θαρρετά: εγώ στο μερτικό μου| θέλω να σ’ έχω Φαλιέρ., Ιστ.2 151· μα ο Μιχαήλ πως είν’ θνητός διατί ήξευρε και εκράτιε,| στον ιατρόν του πνεύματος χαρούμενα επερπάτιε Λίμπον. 345. 31) α) Ακολουθώ ορισμένη κατεύθυνση, προχωρώ: κόσμον περιεπάτουν (παραλ. 1 στ.) και ... εκράτησα και εγώ το μονοπάτι| τό εκράτει εκείνος στρατιώτης Λίβ. (Lamb.) N 48· η γης για σένα δε γυρίζει| και μιαν οδό Ορανός κρατεί δική ντου Ερωφ. Α΄ 608· στράταν κρατούμεν της χαράς και ου πρέπει να στενάζεις Λίβ. Sc. 2978· την μέσαν της οδού εκράτησα θλιμμένος Λίβ. Esc. 2572· Ο δε Απολλώνιος κρατεί τας όχθας της θαλάσσης Απολλών. 347· είδεν το φως κι εκράτει (ενν. ο ασκητής)| την κατοικιάν σου ολόγυρα κι είχε να σ’ εξορκίσει,| αν είσαι πνεύμα ή άνθρωπος Σκλέντζα, Ποιήμ. 1198· β) (μεταφ.) ακολουθώ, συμφωνώ· ανήκω (σε κάπ.): αυτών (έκδ. αυτόν· διορθώσ.) εδόθη οπού κρατούν του Πόθου την ομάδα Φαλιέρ., Ιστ.2 109· φρ. κρατώ μερίδι κάπ. = είμαι με το μέρος κάπ.: Διού υπάγει μου κριτής να ’μαι εδώ που στέκω,| ουχί μερίδι να κρατώ τινός απέ τους δύο Θησ. Ζ΄ [136]. 32) α) Συγκροτώ, οργανώνω: εκράτει παρλαμά διά υπόθεσες όπου είχεν Χρον. Μορ. H 7395· εζήτα σε γαρ δίκαιον·| κι εσύ ποτέ ουκ ηθέλησες κούρτην να της κρατήσεις| μόνι αυτεξούσιος έλεγες ότι δίκαιον ουκ είχεν Χρον. Μορ. H 7450· παζάριν εκρατήσασιν ένα ημερονύχθι Σαχλ., Αφήγ. 816. β1) συνάπτω (μάχη ή πόλεμο): να ένι μετ’ αύτον ενομού και να κρατούν την μάχην Χρον. Μορ. H 2566· αν θέλει να κρατεί μάχην με τους Ρωμαίους,| ... θέλει απορήσει ο τόπος Χρον. Μορ. H 8668· εκράτησαν πόλεμον ημέρας τρεις και απήλθαν κατησχυμμένοι Πανάρ. 6817· (Βλ. και Λαμψ., ΑΠ 21, 1956, 326-30)· β2) συμμετέχω σε κ.: να μεράσεις το έπαρμα ανάμεσα οπού κρατούσαν το πόλεμο οπού εβγήκαν εις τη στρατιά και ανάμεσα όλη τη συναγωγή Πεντ. Αρ. XXXI 27· γ) φρ. κρατώ (ή κρατούμαι) δίκην = εμπλέκομαι σε δικαστικό αγώνα, αντιδικώ, ασκώ ένδικα μέσα: μένει σιγός ο κριτής μέχρι και ημέρας δέκα ... και πληρουμένων των δέκα ημερών έρχουνται και κρατούν την δίκην, ήγουν γίνεται ή η άρνησις ή η ομολογία και ομνύουν εις τα άγια του Θεού Ευαγγέλια Ελλην. νόμ. 54715· εκείνος τόν εκατεκρίνασιν εις την απόφασιν κρατεί την δίκην λέγων ούτως διά του αβουκάτου «Αρνούμαι ... και λέγω τα αιτούμενα ουκ οφείλουσιν πληρωθήναι ...» Ελλην. νόμ. 5203· παύει ο κριτής μέχρι και ημέρας ι΄ και μετά τούτο κρατείται την δίκην ο άνθρωπος λέγων: «Αρνούμαι τα λεγόμενα ως λέγουνται ...» Ελλην. νόμ. 57510. Β´ Αμτβ. 1) α1) Κυριαρχώ, ασκώ εξουσία, έχω δικαιοδοσία: εις εγκλήτους και εις ετέρους ο λατίνος αρχιεπίσκοπος κρατείν ώσπερ και τοις ετέροις λατίνοις Διάτ. Κυπρ. 51229· α2) (με την πρόθ. από· πβ. και σημασ. Ι΄ Α΄ 1α) αντλώ εξουσία (από κάπ.): Αυτός ο ρήγας της Φραγκίας, όπου κρατείς απ’ αύτον,| πολλά αγαπά και βιάζεται γοργόν να καταλάβεις Χρον. Μορ. H 1804· β) κυριαρχώ οικονομικά, κατέχω ιδιοκτησίες: οι Συριάνοι εκρατούσαν εις την πλουσίαν χώραν την Αμόχουστον Μαχ. 14019. 2) α) Επικρατώ, επιβάλλομαι: ούτως η θαυμαστή γνώσις του βασιλέως εκατέρωθεν εκράτει Ιστ. πολιτ. 1215· β) (προκ. για καιρική κατάσταση) επικρατώ, εμφανίζομαι: αν τύχει, ως υπαγαίνομεν, αν ου κρατήσει ευδία,| αν ουκ αλλάξουν οι ταροί Προδρ. II H 96f. 3) α) Διατηρούμαι, υφίσταμαι· παραμένω: ήθελες το ’χει θάμασμα το πώς κρατεί η ζωή μου Πανώρ. Α΄ 70· Εις δε τα παθητικά (ενν. ρήματα) εκράτησε μέχρι της σήμερον η μετοχή του παρακειμένου Σοφιαν., Γραμμ. 244· να πολομούν καλήν βλέπησιν μέραν και νύκταν, ώσπου ο λύκος κρατεί εις την Κύπρον, μηδέν εύρει τούς λας κοιμισμένους Μαχ. 50817· β) (προκ. για φυτό) διατηρούμαι, καρποφορώ: Να ποίσεις να κρατήσει η ροδακινέα χρόνους πολλούς Ιατροσ. κώδ. χιβ΄. 4) Διαρκώ· παρατείνομαι, εξακολουθώ: Έλα κι εσύ, Φροσύνη,| τσι γάμους τούτους να χαρείς, γιατί ...| πέντ’ έξι μήνες θα κρατού Πανώρ. Ε΄ 375· είν’ πέντε χρόνοι σήμερο που η όργητά σου εκράτει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 1341· έναν χρόνον σωστόν εκράτιεν η χαρά εκείνη Αχιλλ. L 6· γιατί ’τον το θανατικό, οπού ’κοφτε κι εκράτει Τζάνε, Κρ. πόλ. 21118. 5) α) Αντιστέκομαι, αντέχω: εις ποίον βυθόν με εσέβασαν οι λόγοι σου του πόθου;| πόσον καιρόν εκράτουνα και ουδέν σε εγροίκουν Λίβ. Esc. 1670· β) εμμένω στην άρνησή μου: Μην ο Φαέθων άλλη μια σ’ το ζήτησε ν’ ανέβει;| κράτει, διά να μην ιδείς τον κόσμο να σαλεύει Χίκα, Επίγρ. 10· γ) μένω σταθερός: Ουρανός κρατεί και ο κόσμος πάλιν στέκει Απόκοπ.2 131. 6) α) (Με τοπ. προσδιορισμό) βρίσκομαι: μ’ από τση νύκτας το σκοπό μακρά πολλά εκρατούσα (ενν. οι καλεσμένοι) Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 498· Ετούτος λείπει από καιρό κι εις άλλα μέρη εκράτει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1331· Άρχος δεν έμεινε ποθές σ’ αρχοντικόν παλάτι,| αμ’ όξω στα παράτραφα και τες κοπρές εκράτει Σκλάβ. 68· β) παραμένω· εμμένω: ώσπερ η πέρδιξ κρατεί εν τῃ ιδίᾳ φωλείᾳ, ούτως κράτει και συ εν τῃ πίστει σου Φυσιολ. B 1123· γ) φρ. κρατώ με βλέπησιν = παραφυλάγω, ενεδρεύω (Πβ. και σημασ. Ι΄ Α΄ 7δ): τις ξεύρει πώς τ’ ακούσαν| οι Τούρκοι ... κι επήγαν κι εκρατούσαν| με βλέπησιν εδώ κι εκεί να έβγουν να τους σώσουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 1592· δ) (με τις προθ. μετά και με) παίρνω το μέρος κάπ.: Αθούσα: Κατέχω το γιατί κρατούν όλες τως μετά σένα| Φαλιέρος: Το δίκιο δεν παραπονά καλόγνωμον κανένα Φαλιέρ., Ιστ.2 559· όλοι του παλατιού οι άνθρωποι εκρατούσαν με δαύτους και εις ενάντιον των αρχόντων Σουμμ., Ρεμπελ. 185. 7) Κινούμαι, προχωρώ: όρισε Αλέξανδρος ομπρός για να κρατούσι Αλεξ. 673· Έπαρε ... την στράταν ...| και κράτει πάντα σου δεξιά, η οδός σε θέλει εβγάλει| όπου ανατέλλει ο ήλιος Χούμνου, Κοσμογ. 304. 8) Προέρχομαι, κατάγομαι: απ’ τη μερά του Κρητικού γνωρίζω πως κρατείτε Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 959· από την πατρίδα μας κατ’ ευγενειάν κρατούμεν Απόκοπ.2 289. 9) α) Σταματώ, παύω: άλλο παρέκει ου δύναμαι, κρατώ και ουχ υπομένω Γλυκά, Στ. 284· τα δάκρυα της ουδέν κρατούν, τρέχουσιν ως ποτάμι Πόλ. Τρωάδ. 170· β) στέκομαι, προσηλώνομαι: Τούτά ’ν’ τα ’μμάτια τα γλυκιά στα ποια κρατεί το βλέμμα| που πήρεν αντάμ με ’δασιν τέλεια ’πού μεν το πνεύμα; Κυπρ. ερωτ. 1143. 10) Λογαριάζω, τρέφω ελπίδες, περιμένω: Οι λωλοί εις τ’ όνειρό τους| βλέπουσι το ριζικό τους·| φαίνεταί τους ’τι πλουτίζουν| θαρρετά κρατούν, ολπίζουν Αλεξ. μετά στ. 124, κριτ. υπ.· στον Άδην να κατέβομεν ως θαρρετά εκρατούμαν Απόκοπ.2 352. 11) Φρ. κρατώ απάνω μου = βλ. επάνω III Β΄ 1β. 12) Έχω τη δύναμη ή την ιδιότητα να ...: αυτείν’ οπ’ αγαπά δεξά κρατεί ν’ αναβολεύγει Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 27· Τα φυσικά των γυναικών κρατούσι| να δείχνουσι ότι στανικώς συμπέφτουν στό ποθούσι Φαλιέρ., Ιστ.2 541. II. Μέσ. 1) Έχω δύναμη· αντέχω σε κ. (σωματικά): Τώρα να δοκιμάσομε ποίος δυνατά βαστιέται,| ποίος είναι δυνατότερος και πλιότερα κρατιέται·| ή εμένα οι βραχιόνες μου ή εσένα ο λαιμός σου Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [1264]. 2) Ισχύω· έχω νομικό κύρος ή εφαρμογή: ποία δόσις αξιάζει και ποία δόσις ουδέν αξιάζει ουδέν εντέχεται να κρατηθεί Ασσίζ. 14229. 3) Συντηρούμαι, διατηρούμαι: γή εσύ τα κάνεις όλα γή από σένα| θρέφουνται και κρατιούνται και πληθαίνου Ερωφ. Δ΄ 733· σε σένα η καρδιά μου| πάντα της ζωντανή θέλει κρατιέται Πιστ. βοσκ. IV 8, 269. 4) Στηρίζομαι: (μεταφ. με την πρόθ. εις και το επίρρ. επάνω) παίρνω ως ενέχυρο, εξασφαλίζω εγγύηση: εάν τύχει ότι οι εγγυτάδες επεράσασιν εξ αυτού του ρηγάτου, ούτως εντέχεται ο δανειστής ωσαύτως να κρατηθεί εις τα πράγματα τους εγγυητάδες Ασσίζ. 6518· εάν ουδέν ημπορήσει να ξιπλερωθεί απέ τα ευρισκόμενα πράγματα του οίκου, το δίκαιον ορίζει ότι ο νοικοκύρης ημπορεί να κρατηθεί επάνω εκείνου ή εκείνης οπού ενοικίασεν τον οίκον του Ασσίζ. 7510· Περί εκείνου οπού παίρνει έτερον πράγμα εις έφυτον και ουδέν θέλει να πλερώσει το έφυτον και πού μέλλει να κρατηθεί ο αφέντης του πραμάτου Ασσίζ. 2569. 5) Πιάνομαι, σκαλώνω: παίζει (ενν. ο δρωψ) τοις κέρασιν μετά της ερίκης και περιπλακέν κρατείται Φυσιολ. (Offerm.) M 1239. 6) α) Συγκρατιέμαι, κρατιέμαι μακριά από κ.: ’κεί που ’λεγε να κρατηχτεί ...| Έρωτας τσ’ ήφτε τη φωτιά Ερωτόκρ. Α΄ 2157· μαγάρι και αρετή ’ναι| να ξεύρει να κρατιέται| απού (έκδ. οπού· διορθώσ.) το πράγμα εκείνο οπού τ’ αρέσει Πιστ. βοσκ. III 3, 371· β) απέχω: ο ιερεύς οπού τους ευλόγησεν και εγίνωσκεν ότι εσυγγενιάζαν εντέχεται να ένι κρατημένος εις όλας τας ημέρας της ζωής του απού εφφίκιν Ασσίζ. 11419. 7) α) Αναγκάζομαι να μείνω κάπου, καθυστερώ (κάπου): αν πολλάκις κρατηθώ προς δεύτερον ημέραν Καλλίμ. 884· β) βρίσκομαι (κάπου): Στους ουρανούς ευρίσκομαι, ή ’δώ στην γην κρατιούμαι; Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [128]· εζήτησέν του β΄ κάτεργα, τά ήτον το νησσίν της Κύπρου κρατημένα Μαχ. 10022· γ) μένω κρυμμένος: τον δε απ’ εκείνον έβλεπες ότι βαστά λιθάριν| και δέρνει τάχα τον βυθόν μη κρατηθεί το ψάριν Λίβ. Sc. 1347. 8) Διακόπτομαι, σταματώ: Όταν της γυναικός τα συνήθη κρατώνται, ... τι δε να ποιήσουν να κινήσουν πάλιν; Σταφ., Ιατροσ. 5137· Όταν κρατηθεί το ούρος του ανθρώπου Ιατροσ. κώδ. ροδ΄· βαρύνονται τα ομμάτια μου, κρατείται και η φωνή μου Αχιλλ. N 1704· η εμιλιά εκρατήχτηκε κι η όψη απονεκρώνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1486. 9) «Πιάνομαι», παραλύω: Τα χέρια μου εκρατήθησαν και όλα μου τα μέλη Αχιλλ. L 1326· νευροχαλαστικόν εις κρατουμένα νεύρα Ιατροσ. κώδ. υλγ΄· εις άνθρωπον να κρατηθούν των ποδαριών τα νεύρα Ιατροσ. κώδ. ψλη΄. 10) Είμαι· γίνομαι, καθίσταμαι: όντα νά ’ρτεις θέλομεν συντύχειν αντάμα και θέλεις κρατηθείν ευχαριστημένος Μαχ. 65437· ποταποί εντέχεται να ένι οι κριτάδες ... και πώς να κρατιέται ο βισκούντης Ασσίζ. 2509· εάν εκείνος ή εκείνη έχουν τέκνα εις τον καιρόν οπού ήσαν ελεύθεροι ή κρατιέται εγγαστρωμένη, ότι αυτά τα παιδία ουδέν εντέχεται να ένι δούλοι Ασσίζ. 14717· αν εκείνος οπού τον έχει αμάχιν ουδέν κρατηθεί πλερωμένος απέ τα δέλοιπα πράγματα ..., εάν εκείνος ουδέν τον πλερώσει, ου μη εξέλθει παντός Ασσίζ. 40121. 11) Προέρχομαι, κατάγομαι: από ποίαν φυλήν είναι| και από τι γενεάν κρατιούνται Πτωχολ. A 15. 12) α) Θεωρούμαι, (αυτο)χαρακτηρίζομαι: ποία μοιχεία γεναμένη εις τα πρόσωπα δεν κρατείται διά μοιχεία Βακτ. αρχιερ. 170· απού το λαλείτε πως επήραμεν πολλά πράματα από τους λας και να κρατηθούμεν πλερωμένοι, τούτα όσα λαλείτε επήραν τα οι λας των αρμάτων και όχι εμείς Μαχ. 4764‑5· εσύ για τούτο κύρης (παραλ. 1 στ.) κρατιέσαι κακομοίρης; Πιστ. βοσκ. V 6, 134· καταπώς ατοί τους εκρατόντανε, έτσι ελόγιαζαν ναν τους έχουν και οι άλλοι άνθρωποι Σουμμ., Ρεμπελ. 184· β) έχω την ιδέα, φαντάζομαι: Εις το σονάρε παρ’ αυτήν κάλλιος κρατιέσαι να ’σαι; Ριμ. Απολλων. 20. 13) α) Έχω την ανάγκη, χρειάζομαι κάπ.: πονεί σου κρατημένος να ’σαι| μιας απού προσκυνά σε Πιστ. βοσκ. II 2, 113· β) εξαρτώμαι, υποτάσσομαι: κρατημένη βρίσκομαι εις τα καμώματά του,| γιατί, ως κι αν είμαι κοπελιά, γνωρίζω τα κρουφά του Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 895· Πως είμαι κρατημένος σου καλότατα γνωρίζεις| κι εις πράγμα μεγαλύτερο κάτεχε να μ’ ορίζεις Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 203. 14) α) Αναγκάζομαι, υποχρεώνομαι: ανισώς ότι κάτεργα αρματωμένα γενουβήσικα να έλθουν εις την Κύπρον και να μηδέν έχουν πραματείες, να μηδέν είναι κρατούμενοι να εμπούν εις την Αμόχουστον Μαχ. 13637· Εάν γένηται ότι είς άνθρωπος πολεμά στοίχημαν με έτερον άνθρωπον ότι να σκοτώσει τον εχθρόν του ... ουδέν ένι κρατημένος να ποίσει εκείνον το στοίχημαν, αν ουδέν θελήσει Ασσίζ. 8520· μέσα εις τείντα καιρόν ένι κρατημένος τού δούναι απόκρισιν Ασσίζ. 9512· β) αναλαμβάνω υποχρέωση, δεσμεύομαι· συμφωνώ: Ώδε λέγει ... το τι ένι κρατημένος εις τους ανθρώπους του και τείντα ένι κρατημένοι οι άνθρωποί του εις τον ρήγαν και εις τον όρκον του ρηγός Ασσίζ. 519· Ας ανακράξομεν το αγκάλεμάν μας έμπροσθεν του πάπα και τό να φανεί της αυλής της Ρώμης να κρατηθούμεν Μαχ. 35614· ήτον χρισμένος (ενν. ο ρήγας) και είστε κρατούμενοι του όρκου του Μαχ. 47437· έτσι ηξεύρει πολεμά ο πόθος κι η γι αγάπη| εις όποιον πλιο για δούλευση του έναι κρατημένος Θησ. Γ΄ [356]· ο Αμόν επήγεν και εκρατήθηκεν να του κόψουν την κεφαλήν του ανισώς και εκείνος (ενν. ο Φίσιας) δεν στραφεί Άνθ. χαρ. 29637· γ) έχω (ηθική) υποχρέωση, χρέος, οφείλω: Δεν είναι κρατούμενοι να διαφεντεύσουν τους πτωχούς απέ τους κλέπτες και αδύνατους απέ τα χέρια τους δυνατούς; Μαχ. 5305· είναι αγάπη σπλαχνική και από Θεού δοσμένη| απού οι κυρούδες στα παιδιά να ’χου είνιαι κρατημένοι Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 286· μπιστεμένα, καταπώς είμεστα κρατημένοι,| θέλομε δει το πράμ’ αυτό Ερωφ. Α΄ 557· θυσία δεν θυσιάσετε, σαν είστε κρατημένοι,| γιατί την νίκη από ’μέ έχετε γνωρισμένη Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ΄ 25· είμεστανε κρατημένοι να υποτασσόμεσθεν Μορεζίν., Λόγ. 469· δ) χρεωστώ ευγνωμοσύνη, ανταπόδοση: ώστε να ζείτε είναι πρεπό να τσ’ είστε κρατημένοι| και κάθα χρόνον από σας να ’ναι θυσιασμένη (ενν. η θεά) Πανώρ. Δ΄ 399· τον φίλον μου τον κάλλιστον ...| βεργέτησέ μου ...| και θέλω είσται πάντοτε σε σένα κρατημένος Θησ. Γ΄ [527]· ας τον κανισκέψω| ... να μ’ είναι κρατημένος Σαχλ., Αφήγ. 531. 15) Ενοχοποιούμαι, είμαι ένοχος: διά τα πράγματα τα ριζικάρικα ουδέν ένι τίποτες κρατημένος (ενν. ο δανειστής) εις την αυτήν αμαρτίαν, εάν ου μη γίνεται φανερή Ασσίζ. 464. Η μτχ. ενεργ. ενεστ. ως ουσ. = κυβερνήτης, άρχοντας: Καλλίμ. 2400. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = 1) Ιδιόκτητος (Βλ. Bakker-v. Gemert [Φαλιέρ., Ρίμ. σ. 160]): για το τι να κλαίγομε ...| στα τόσα τά μας έδωκεν ...| και τά μας ευεργέτησεν ογιά φιλανθρωπιά του| ως κρατημένα πράματα Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 275. 2) Διαλεγμένος, ξεχωριστός: επήρεν ο Μωσέ από το μισό των παιδιών του Ισραέλ το κρατημένο ένα από τα πενήντα από των αθρώπων και από το χτήνο Πεντ. Αρ. XXXI 47.
λαμβάνω,- Κομν., Διδασκ. Δ 334, Σπαν. P 65, Γλυκά, Στ. 299, Προδρ. II Η 19i, III 296 κριτ. υπ., 400ii, Καλλίμ. 1931, Ελλην. νόμ. 57317, Ασσίζ. 95, 15730, 18714, 24222, 25422, 2612, 28911, 32710, 34528, 36828, 43615, Διγ. Z 719, 3047, 3528, 4202, Διγ. (Trapp) Gr. 2596, 3038, 3125, Βέλθ. 840, Πόλ. Τρωάδ. 178, Πρέσβ. ιππ. 119, Ερμον. Β 303, Η 333, X 239, Chron. br. (Loen.) 150, Βίος Αλ. 2311, 3472, Απολλών. (Wagn.) 668, Αχιλλ. O 720, 735, Φυσιολ. (Zur.) XLV 12, XLVΙΙI7, Φυσιολ. (Kaim.) 24α22, Θρ. Κων/π. Βαρβ. 16, Δούκ. 15319, Σφρ., Χρον. μ. 12221, 22, Θρ. Θεοτ. 53, Ιστ. πατρ. 19217, Παϊσ., Ιστ. Σινά 28, 557, Διγ. O 389, Τζάνε, Κρ. πόλ. 55913 κ.π.α.· λαβαίνω, Μανολ., Επιστ. 173, Σουμμ., Ρεμπελ. 158, 173-4, Ερωτόκρ. Α΄ 430, Ευρετ. Ερωτοκρ. 769214, Ευγέν. 698, Ζήν. Β΄ 345, Μαρκάδ. 649, κ.α.· γ΄ πληθ. υποτ. αορ. λαβού· λαβάνω, Ασσίζ. 2803, 2972, 44110, Π. Ν. Διαθ. (Λαμπάκης) φ. 253v, στ. 4· μτχ. παρκ. λαβαιμένες Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 81.
Το αρχ. λαμβάνω. Ο τ. λαβαίνω [<αόρ. του λαμβάνω) στο Somav. και σήμ. Για το σχηματ. βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 293-5. Ο τ. λαβάνω, καθώς και τ. λαβαίννω και λαβάννω σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 626-7). Για το γ΄ πληθ. υποτ. αορ. λαβού βλ. Κριαράς, ΕΜΑ 1, 1939, 33-4 και Αλεξ. Στ. [Ερωτόκρ. σ. 427-8]. Για πιθ. εξήγηση του σχηματ. της μτχ. βλ. Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Β′ 490. Λ. λαμβαίνα σε έγγρ. του 17. αι. (Βλ. Πεντόγαλο, Παρνασσ. 16, 1974, 42).
I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) Παίρνω, παίρνω στα χέρια μου, πιάνω, βαστώ· κουβαλώ: Αχιλλ. N 661, Βέλθ. 1190· σταυρόν και ευαγγέλιον λαβόντες … οι ιερείς … τούτοις προσήλθον Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 26· (προκ. για το Χριστό): ηυδόκησεν ο υιός τον Υψίστου θελήματι εδικόν του … να λάβει αάρκα ανθρωπίνην Διγ. Άνδρ. 33711. 2) α) Αρπάζω, πιάνω, παίρνω με βία: Βίος Αλ. 4388, Διγ. Z 718· ουδέ πλούσιος ποτέ λαμβάνει δίκαιον άλλου Ελλην. νόμ. 5153· β) (προκ. για κυνήγι) πιάνω, συλλαμβάνω: η πέρδιξ με την τέχνην της τον κυνηγόν κομπώνει,| εκείνος φενακίζεται, θαρρεί αυτήν να λάβει Φυσιολ. (Legr.) 696. 3) Παίρνω κάπ. μαζί μου, οδηγώ, συνοδεύω, φέρω, (Για τη σημασ. βλ. Tabachovitz, Études sur le grec 57-8): λαβών τον γυναικάδελφόν του (παραλ. 1 στ.) … εξήλθε κυνηγήσαι Διγ. Z 1381· έλαβε (ενν. ο πατριάρχης) μερικούς κληρικούς … και υπήγε την Βλαχίαν Ιστ. πατρ. 15010· την κυράν σου έλαβεν (ενν. ο πατέρας σου) μέσα εις το καράβιν Απολλών. 445· έλαβαν αυτόν ψάλλοντα … και εις τον … θρόνον τον πατριαρχικόν ανέβασαν Κώδ. Χρονογρ. 574· (προκ. για το Χάρο): να γλυκοφιλούμεθα πριν …| … λάβει μας ο θάνατος και φάγει μας το χώμα Ερωτοπ. 259· Ογάι εις εκείνον πὄμεινε …| μ’ ελπίδα για να βοηθηθεί αφού τον λάβει ο Χάρος Πένθ. θαν.2 34. 4) α) Παίρνω, δέχομαι κ., παραλαμβάνω κ.: Βίος Αλ. 3844, Σεβήρ.-Μανολ., Επιστ. 171, Ασσίζ. 27922-3· (με αντικ. αφηρημένο ουσ.): λαμβάνει χάριν εκ θεού Κομν., Διδασκ. Δ 164· παρακαλώ να λάβω την σοφίαν Συναξ. γυν. 2· έλαβα … την ευχήν του (ενν. του πατέρα) Διγ. Άνδρ. 40723· ελευθερούται … η ψυχή από τας χείρας του διαβόλου και λαμβάνει ζωήν την αιώνιον Ιστ. πατρ. 12315· β) (με υποκ. τη λ. γη) σκεπάζω: Ο άδης νυν καταπονεί, τούτον (ενν. το Διγενή) η γη λαμβάνει Διγ. Z 4663. 5) Κυριεύω, καταλαμβάνω, κατακτώ, υποτάσσω: Συνάψαντες … πόλεμον … έλαβε … το φοβερόν και ονομαστόν Κάιρος Έκθ. χρον. 6617· εσέβησαν, εσκότωσαν, ελάβασιν το κάστρον Ριμ. Βελ. 375· έλαβεν (ενν. ο Διγενής) όλας τας άκρας και έγινεν εις όλον τον κόσμον περίφημος Διγ. Άνδρ. 3981· (προκ. για πάθος ή συναίσθημα): Διγ. Z 3662, Διγ. (Trapp) Gr. 3627, Παϊσ., Ιστ. Σινά 397, Αχιλλ. L 171· (προκ. για ασθένεια· εδώ προκ. για μορφή υπερπλασίας): Πριν ή ουν αυξήσει (ενν. το είδος … όμοιον νεύρῳ λευκῴ) και λάβει πάντα τον λαιμόν του κυνός, απόκοψον Κυνοσ. 59023. 6) Συλλαμβάνω, αιχμαλωτίζω: Αχιλλ. N 515, Βίος Αλ. 1756, Κώδ. Χρονογρ. 49. 7) Γίνομαι κύριος, αναλαμβάνω (εξουσία, βασιλεία, κ.λ.π.): Χρον. Μορ. P 1268, Σπαν. A 325, Έκθ. χρον. 5023· (προκ. για μητροπολιτικό θρόνο): Έλαβεν ο κυρ Δανιήλ τας Σέρρας Συναδ., Χρον. 41. 8) Υφίσταμαι κ., αντιμετωπίζω, παθαίνω κ.: Ροδινός (Βαλ.) 177, Κορων., Μπούας 139, Ασσίζ. 29713, Αχιλλ. L 418. 9) Αισθάνομαι, νιώθω: Μεγάλον πόνον έλαβεν απέσω στην καρδία Αχέλ. 1120· Όταν φλεγμαίνει ο λαιμός του ιέρακος, οδύνην λαμβάνει εσθίων Ιερακοσ. 43910-11· ποία καρδία να είναι τόσον λίθινη και να μην λάβει πίκραν διά την συμφοράν εκείνην; Μ. Χρονογρ. 348. 10) Αφαιρώ κ.· κατακρατώ κ.: Εκείνη (ενν. η δέσποινα) … ελεήσασα την γυναίκα … απεχαρίσατο ταύτην αυτό (ενν. το οσπίτιον) μηδέν από πράγματος αυτή λαβούσα τι Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 233· (μεταφ.) αγχόνη την ζωήν σου ελάμβανε Δούκ. 19931· Κρείττον αν ην μοι του στείλαι τον δήμιον και λαβείν την κεφαλήν μου απ’ εμού Δούκ. 38124. 11) (Προκ. για αποτέλεσμα αριθμτ.) εξάγω: Τρία μαζία έχων, χρυσάφιν, άργυρον και χαλκόν, θέλω εκ τούτων λαβείν λίτρ(ας) ρ΄ Rechenb. (Vog.) 61. 12) Αναλαμβάνω την ευθύνη για κάπ. ή κ.: Περί των ανδρογύνων οπού χωρίζουνται και έχουν τέκνα, τις να τα λάβει και να τα τρέφει Ασσίζ. 1248· ώσπερ εποίκεν (ενν. είς άνθρωπος) το κακόν μόνος του και μόνος του και να το λάβει Ασσίζ. 5014. 13) Κερδίζω: την νίκην οι πιστοί έλαβον Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 430· Εκ των πολέμων των πολλών και της δοκιμασίας| πάλιν έχω αποδοχήν και τούτον ίνα λάβω Διγ. Z 321. 14) Κληρονομώ: Ασσίζ. 1417. 15) α) Παίρνω (εισόδημα), καρπώνομαι: Ιστ. πολιτ. 3510· β) παίρνω φόρο ή δασμό· εισπράττω: Απέ το κωνάριν (έκδ. κονάριν· διορθώσ.) τό εβγάνουν έξω της χώρας κελεύει το δίκαιον να λάβουν το τέταρτον Ασσίζ. 24417· το δικαίωμαν του κρασιού το φέρνουν απέ τη Ναζαρέτ, το δίκαιον κελεύει να λάβουν … ιβ΄ αδράμια τέλος Ασσίζ. 24110· επέμφθην …| προς … Φίλιππον …| λαβέσθαι φόρους παρ’ αυτού Βίος Αλ. 2964· (μεταφ.) εξολοθρευτήκανε και επήγανε όλοι κακώς-κακού … και έλαβον επταπλασίως την πρέπουσάν τους πλερωμήν Σουμμ., Ρεμπελ. 192. 16) α) Αποδέχομαι: Ασσίζ. 35810· β) (με τις προθ. εις και επί) ερμηνεύω κ. ως …· θεωρώ, εκλαμβάνω κάπ. ή κ. ως …: εις πρόσωπον δε του Αδάμ και της Εύας λαμβάνονται ο ελέφας και η γυνή αυτού Φυσιολ. (Zur.) III 118· Λαμβάνεται … ο πελεκάν εις τον Κύριον Φυσιολ. (Zur.) VIII 412· Λαμβάνεται … η θάλασσα επί τον κόσμον και οι δύται επί τον χορόν των προφητών Φυσιολ. (Offerm.) G 1485. 17) Δέχομαι κ. ως σύμβολο· συμβολίζω: ο … φοίνιξ πρόσωπον του σωτήρος ημών λαμβάνει Φυσιολ. (Kaim.) 25α22. 18) Συλλαμβάνω, μένω έγκυος: Παϊσ., Ιστ. Σινά 208. 19) Τελώ: Περί τους γονείς τους λαβόντας δεύτερον γάμον Ελλην. νόμ. 5716· όπως … λάβει το μνημόσυνον ο πάπας εν τῃ Μεγάλῃ Εκκλησίᾳ Δούκ. 3154· μετά θανάτον της θυγατρός μου έλαβον (ενν. ο ρηθείς δείνα) δεύτερον συνοικέσιον Ελλην. νόμ. 57518. 20) Διενεργώ, πραγματοποιώ: πολλούς ελέγχους ο άγιος έλαβε βασιλεύς … ίνα πιάσει αυτόν Σφρ., Χρον. μ. 122. 21) Χρησιμοποιώ: Πρόθεσις έναι μέρος λόγου άκλιτον όπου λαμβάνεται πάντοτε στες αρχές ολωνών των μερών του λόγου Σοφιαν., Γραμμ. 248· τούτο το ξύλο έλαβε ογιά να ταξιδέψει Τζάνε, Κρ. πόλ. 3721. 22) α) Τρώω: Οπόταν δε εστιαθείς, λάβεις και Παναγίαν| … πίεις και πρεσβείαν Παϊσ., Ιστ. Σινά 963· β) (προκ. για τη Θεία Κοινωνία): κοινωνώ, μεταλαμβάνω: ετελεύτην αξηγόρευτος και χωρίς να λάβει τον πλάστην του εις τον θάνατόν τον Ασσίζ. 44010· σώμα λαμβάνω μυστικόν, τίμιον αίμα πίνω Σκλέντζα, Ποιήμ. 612. 23) Φορώ: Διγ. (Trapp) Gr. 1348 κριτ. υπ. 24) Καταχωρώ· συμπεριλαμβάνω: εγράφως γαρ τα έλαβον εις το ριτζίστρο απέσω| τα όσα εκερδίσασιν Χρον. Μορ. P 2077. B´ Αμτβ. 1) Αναλαμβάνω: είς εδικός μου σκλάβος έχει κακόν εις τον αφεδρώναν του και είς ιατρός λαμβάνει να τον γιάνει Ασσίζ. 18417. 2) α) Πληρώνομαι, ανταμείβομαι: να ’ρθεί η μέρα εκείνη, οπού έχει να ανασταθεί και το κορμί, τη Δευτέρα Παρουσία, να λάβει καθώς ήκαμε Αποκ. Θεοτ. II 111· β) τιμωρούμαι: οι άνδρες σ’ όσα σφάλλουν| αι γυναίκες τους λαμβάνουν Αιτωλ., Βοηβ. 281. 3) Δέχομαι χτυπήματα (πβ. και φρ. κρούω και λαμβάνω): Ούτως έναι συνήθεια εις όλους τους πολέμους,| οπού τριμώνει να σεβεί και οπού κρούει λαβαίνει Χρον. Τόκκων 2564. 4) Παίρνω φωτιά, καίγομαι (Για τη σημασ. βλ. Αλεξίου Στ. [Ερωτόκρ. σ. 427] και Ξανθουδίδη [Ερωτόκρ. σ. 438 και 592], καθώς και Αθ. 26, 1914, ΛΑ 154): Ουρανέ, ρίξε φωτιά, ο κόσμος ν’ αναλάβει| κι όλοι ας λαβού κι όλοι ας καγού κι η Αρετή μη λάβει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1724· οπόταν έλθει ο Βασιλεύς …| αυτοί να βάλοσι φωτιά και μόνος του να λάβει| να τόνε κάψουν … συζώντανον Βίος Δημ. Μοσχ. 316. 5) α) Τραυματίζομαι, πληγώνομαι (Για τη σημασ. βλ. Ξανθ., [Ερωτόκρ. σ. 438 και 592] ): ο κυρ Μουρίκης έλαβε στον πόλεμον την ώραν.| Τόσα λαβώθη δυνατά και απόθανε Κορων., Μπούας 6· Καλλίμαχε, τις επολέμησέ σε;| Αν από ξίφους έλαβες και πού το λάβωμάν σου; Καλλίμ. 1390· β) παθαίνω κακό· χάνω τη ζωή μου, πεθαίνω: Κάλλιον να λάβει ετούτος| παρά να ζει, ν’ απολεσθεί το γένος των Εβραίων Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 184· (μεταφ.) διατί έπεσες αυτού (ενν. στον βυθόν) …| χρείά ’ναι με την ’πομονήν να γλύσεις να μη λάβεις Δεφ., Λόγ. 560. 6) Συλλαμβάνω, μένω έγκυος: Αυτή (ενν. η νυμφίτσα) από του άρρενος εκ στόματος λαμβάνει| και γινόμενη έγκυος εκ τοις ωσί γεννά Φυσιολ. (Legr.) 446. 7) Περιλαμβάνω, περιέχω· αναφέρω, μαρτυρώ: ηθέλησε (ενν. ο Ηλιού) του ανελθείν στην Κορυφήν απάνου,| εκώλυσέ τον άγγελος, ως αι Γραφαί λαμβάνουν Παϊσ., Ιστ. Σινά 130. ΙI. Μέσ. (με ενεργ. σημασ.) 1) Παίρνω κάπ. μαζί μου, συνοδεύω (Πβ. Α΄ μτβ. 2): Ούς (ενν. τους αγούρους) παρευθύς λαβόμενοι (ενν. οι αδελφοί της κόρης) εις τον γαμβρόν απήλθον κατονειδίζοντες αυτόν Διγ. (Trapp) Gr. 470. 2) Συνάπτω: Μη προσδοκάτε παρ’ εμού λαβέσθαι συμμαχίαν Βίος Αλ.2 1925. Εκφρ. 1) Το δος και λάβε = αμοιβαία χτυπήματα· μάχη (Για το πράγμα βλ. Κουκ., ΒΒΠ Γ΄ 130· πβ. και ά. δίδω φρ. δίδω και παίρνω και δίδω και λαμάνω): από της μάχης της πολλής …| … κι από το δος και λάβε| οι κάμποι φόβον είχασιν Διγ. (Trapp) Esc. 34. 2) α) Το κρούειν και (το) λαμβάνειν, βλ. κρούω Έκφρ. α· β) το κρούειν και μη λαμβάνειν, βλ. κρούω Έκφρ. β. Φρ. 1) α) Κρούω και λαμβάνω = προσπαθώ, πασχίζω (Για τη σημασ. βλ. Τσολάκη [Γλυκά, Στ. σ. 31]): Όσα και αν λέγεις ο πονών και κρούεις και λαμβάνεις| πάντα δοκούσιν όνειρος εις άθλιβον καρδίαν Γλυκά, Στ. 252· β) δίδω και λαμβάνω αγωνίζομαι, πασχίζω, πολεμώ Προδρ. II G 85. 2) α) Λαμβάνω (προς γάμον)= παντρεύομαι : της αδελφής μου θυγατέραν λαμβάνειν ου δύναμαι προς γάμον Ελλην. νόμ. 56617· Ελλην. νόμ. 56621· β) λαμβάνω άνδρα ή εις άνδρα (Πβ. ά. επαίρνω 2ε φρ.)= παίρνω για σύζυγο, παντρεύομαι: ουκ έστι σύνηθες ότι να δίδοσιν αι γυναίκες χρήματα τους μέλλοντας λαβείν άνδρας Σφρ., Χρον. μ. 8215-6· εις άνδρα τον Αλέξανδρον ως ευτυχής λαμβάνει (ενν. η Ρωξάνη) Βίος Αλ.2 4091· γ) λαμβάνω γυναίκα = νυμφεύομα.ι (πβ. και ά. γυνή φρ. 3 και 4): εχώρισεν (ενν. ο Χατζηκάμαρης) αυτήν νομίμως και έλαβεν άλλην γυναίκα νόμιμην Συναδ., Χρον. 42· κάλλιον λάβε σιγαλήν (ενν. γυναίκα), να θέλει την τιμήν σου Σπαν. A 547. 3) Λαμβάνω απόφασιν ή βουλήν = αποφασίζω (Πβ. και ά. βουλή· φρ. δίνω ή παίρνω βουλή): ου γαρ υπέρογκα ζητώ, δέσποτα …,| να λάβω την απόφασιν ευθύς της αθυμίας Προδρ. III 433· βούλεσαι να μισεύσεις| και την βουλήν που έλαβες ου θέλεις να χαλάσεις Ιμπ. (Lambr.) 210. 4) Λαμβάνω την βαλβίδα = φτάνω στο τέρμα, τερματίζω: αποφαινόμενον … νικητάς εκείνους, τους πρώτους οπωσδήποτε λαβόντας την βαλβίδα Γλυκά, Αναγ. 253. 5) Λαβαίνω βάρος με βρίσκει κακό, παθαίνω κακό, στενοχωριέμαι (Πβ. φρ. παίρνω βάρος· βλ. ά. βάρος Β΄ 3β): Οι Τούρκοι … το μάθανε … κι εκρατούσαν (παραλ. 1 στ.) … όλους να τους σκοτώσουν.| Μα κείνοι δεν επήγαν πλιο να λάβουν τόσα βάρη Τζάνε, Κρ. πόλ. 1595·. 6) Λαμβάνω την γέννησιν = γεννιέμαι, δημιουργούμαι, προκαλούμαι· (εδώ μεταφ.): να σε διδάξω …| … πού έλαβεν (ενν. ο φθόνος) τη γέννησιν και πόθεν εγεννήθην Ντελλαπ., Ερωτήμ. 303. 7) Λαμβάνω (την) δειλίαν = δειλιάζω, γίνομαι δειλός (Πβ. και ά. δειλία 2): Της γυναικός γαρ εκείνης έλαβον την δειλίαν και ηλευθερώθη η πόλις Καναν. 81 Α· Επεί … διά τους … βουλκολάκους διαλέγονται οι άνθρωποι … λαμβάνουσι δειλίαν άπειρον και ανίατον Μάρκ., Βουλκ. 35110. 8) Λαμβάνω δίκην ή τιμωρίαν = τιμωρούμαι: Απολλών. (Wagn.) 360· Περί εκείνου οπού ευλογάται γυναίκαν και συγγενιάζει του και περί του ιερέως οπού τους ευλόγησεν και εκείνους οπού ήσαν εις τον γάμον ποταπήν τιμωρίαν να λάβουν Ασσίζ. 11331. 9) Λαμβάνω (ή λαβαίνω) δόξαν (ή και τιμήν) = δοξάζομαι (και τιμώμαι) (Πβ. ά. δόξα 3β): Έλαβες δόξαν, άνθρωπε, επλούτησες και εχάρης Αλφ. 1421· Να χύσεις αίματα πολλά, να κάψεις …,| να λάβεις δόξαν και τιμήν Διακρούσ. 7410. 10) Λαμβάνω εις νύμφην = βλ. ά. γυνή 4· (προκ. για τον πατέρα που εκλέγει ή δέχεται νύφη): Ταύτην (ενν. την κόρην) … έλαβον εις νύμφην τῳ υιῴ μου Ελλην. νόμ. 57026. 11) Λαμβάνω εις διάνοιαν ή νουν = α) σκέπτομαι, συλλογίζομαι· «μου περνάει απ’ το μυαλό» κ.: τα προγεγονότα εις νουν λαμβάνων υπό του συνειδότος εκωλύετο Δούκ. 2294· τα δε μη δέον εξειπείν παρέτρεχον τῳ λόγῳ,| ίνα μη σκάνδαλον ο παις εις διάνοιαν λάβει Διγ. (Trapp) Gr. 2319· β) λαμβάνω υπόψη μου κ.· υπολογίζω κ.: Ο δε τύραννος μηδ’ οπωσούν εις νουν λαβών τα του δεσπότου ρήματα στρατεύει κατ’ αυτού Δούκ. 26126. 12) Λαμβάνω κάπ. εις μνηστείαν = μνηστεύομαι: έλαβον κόρην εις μνηστείαν, ήγουν έλαβον μετ' αυτής ευχήν και ασπασμόν Ελλην. νόμ. 5686. 13) Λαμβάνω (ή λαβαίνω) εις τα χέρια μου το αίμα κάπ. = βάφω τα χέρια μου με το αίμα κάπ.· σκοτώνω κάπ.: Μη τον σκοτώσομεν, ότι αμαρτία έναι να λάβομε εις τα χέρια μας το αίμαν τον αδελφού μας Ντελλαπ., Ερωτήμ. 434. 14) Λαμβάνω εν γαστρί = συλλαμβάνω, μένω έγκυος: μανδράγορον … φαγών ο άρρην (ενν. ελέφας) συγγίγνεται τῃ θηλείᾳ και ευθέως εν γαστρί λαμβάνει Φυσιολ. 3658· (μεταφ.) Διά … τον φόβον σου. Κύριε, εν γαστρί ελάβομεν … και ετέκομεν πνεύμα σωτηρίας Φυσιολ. 3537. 15) Λαμβάνω ημέραν ή καιρόν = μου καθορίζεται ημερομηνία (παρουσίασης) (βλ. ά. ημέρα 12): εκείνος τον ποίον αγκάλεσεν λαμβάνει ημέραν και έπειτα ουκ έλθει, ουδέ έστρεψεν την ημέραν του Ασσίζ. 4706· Τότες εντέχεται να λάβει η εκκλησία καιρόν πότε να γίνεται ο γάμος Ασσίζ. 11618. 16) Λαμβάνω θάνατον: βλ. ά. θάνατος 1α φρ. α1. 17) Λαμβάνω ή λαμβάνομαι καιρού (Για τη χρ. του μέσ. αντί του ενεργ. βλ. Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Β′ 18-9)= α) εκμεταλλεύομαι την περίσταση: οι Τούρκοι … καιρού λαβόντες δικαίου τους μεν αιχμαλώτιζαν τους δε απέκτεινον Σφρ., Χρον. μ. 11417· Σφρ., Χρον. μ. 1147· β) πετυχαίνω ευνοϊκές καιρικές συνθήκες: ήλθεν (ενν. ο δεσπότης κυρ Θωμάς) εν τῳ Πόρτῳ Λόγγῳ … ίν’ απ’ εκείσε καιρού λαβόμενος εις την Κέρκυραν απέλθη Σφρ., Χρον. μ. 1229. 18) α) Λαβαίνω καλήν καρδιά = προθυμοποιούμαι, δείχνω καλοσύνη (πβ. ά. καλός, έκφρ. καλή καρδιά και φρ. παίρνω καλή καρδιά = ευχαριστούμαι, βλ. ά. επαίρνω 2α φρ.): Ελάβασιν καλήν καρδιά οι ποντικοί καημένοι| εις την αγάπην και φιλιά τήν είχαν καμωμένη Κάτης 23· β) λαμβάνω καρδιά = παίρνω θάρρος, αντρειεύω (Πβ. ά. επαίρνω 2α φρ. (ε)παίρνω καρδίαν = ενθαρρύνομαι): πρώτος στον πόλεμον … σεβαίνεις (παραλ. 1 στ.). Και βλέποντας οι συντρόφοι σου λαμβάνουσι καρδίαν| κι ορμούνται ως λιοντάρια Κορων., Μπούας 140. 19) Λαμβάνω κατά νου(ν) (μου) = έχω, λαμβάνω υπόψη μου· στοχάζομαι (πβ. φρ. 13 β): Τούτο πληροφορήθητι και λάβε κατά νουν σου Βέλθ. 194· σκέψαι, λάβε κατά νου και μάθε σου την φύσιν Αλφ. καταν. 42. 20) Λαμβάνω (ή λαβαίνω) κονταρίαν = δέχομαι επίθεση : τους εύρηκεν αρδίνιαστους ’ξ εκείνην την μερίαν,| διατί δεν επιστεύσασι να λάβουν κονταρίαν| … εκ την μεριάν αυτήν, γιατί δεν επατήθη Κορων., Μπούας 77. 21) Λαμβάνω (ή λαβαίνω) (τον) κόπον: κοπιάζω: ηύρε (ενν. ο ξυλοκόπος) ξύλα περισσά …| και κόπον ουδέν έλαβε, διατ’ ήσαν συναγμένα Κορων., Μπούας 36· αγρυπνήσετε και λάβετε κόπον ολίγον Διγ. Άνδρ. 33326. 22) Λαμβάνω κόρον: βλ. ά. κόρος 1 φρ. 23) Λαμβάνω κρότον = θορυβούμαι, ταράσσομαι. Βλ. και ά. κρότος 3α. 24) Λαμβάνω (το) μαχαίρι = σκοτώνομαι, αυτοκτονώ: Ο δούκας εζουγλάθηκε κι έμεινε δίχως χέρι| και μέσα εις τον θρόνον του έλαβε το μαχαίρι Τζάνε, Κρ. πόλ. 48618· Ο ρε Κάρολας την συμφοράν ιδόντας …| … ηθέλησε μαχαίρι διά να λάβει·| … αυτοφονεύς να γένει Κορων., Μπούας 29. 25) Λαμβάνω όρκον = ορκίζομαι (Πβ. φρ. παίρνω όρκον· βλ. ά. επαίρνω 1α): εκείνος όρκον έλαβεν …| εις γην ποτέ μηδέν εβγεί Απολλών. 454. 26) Λαμβάνω (την) πείραν = δοκιμάζω, αποκτώ εμπειρία: Διγ. (Trapp) Gr. 1633, 3319, Διγ. Z 3508. 27) Λαμβάνω περας = λήγω, παίρνω τέλος: βάλλουν εις έργον την απόφασιν, εάν ουδέν γένεται κράξιμον· ει δε γένει, μένουν έως ου να λάβει πέρας το κράξιμον Ελλην. νόμ. 5648. 28) Λαμβάνω πληγήν ή πληγές = πληγώνομαι, τραυματίζομαι: ουκ έλαβον αυτός (ενν. εγώ, ο Αλέξανδρος) πληγήν εν συμπλοκῄ Δαρείου; Βίος Αλ.2 4506· (μεταφ.) εσύ αμάθητη δεν είσαι των βασάνω,| γιατί πληγές κι άλλες φορές έλαβες Ροδολ. Ε΄ [336]. 29) Λαμβάνω (ή λαβαίνω) πλήρωμαν = συμπληρώνομαι· περνώ: πλήρωμαν ελάβασιν … δύο χρόνοι Λίβ. P 1974. 30) Λαμβάνω πνοήν = αρχίζω να αναπνέω, ζωντανεύω: φυσά τον (ενν. ο λέοντας τον σκύμνον) ως τρεις φορές στο στόμα του· ευθύς πνοήν λαμβάνει Φυσιολ. (Legr.) 968. 31) Λαμβάνω συμβούλιον = συσκέπτομαι, συνεδριάζω: συμβούλιον έλαβον οι του Μοράτ, πώς και τίνι τρόπῳ … ολέσοσι τον Μουσταφάν Δούκ. 21512. 32) Λαμβάνω τέλος = α) τελειώνω· συμπληρώνομαι: Όταν δε τέλος έλαβεν ο κύκλος των εννέα| μηνών εκ της συλλήψεως, η κορη εγεννήθη Διγ. Z 59· β) θανατώνομαι: σε δύο δεντρά διά να δεθείς στη μέση να σε σκίσου (παραλ. 2 στ.) Τούτο το τέλος έλαβε οκ την πολλή ευτυχία (ενν. ο Ψαμμήτιχος) Βεντράμ., Φιλ. 209· τέλος ο άδικος κακόν να λάβει μέλλει Κορων., Μπούας 14. 33) Λαμβάνω (ή λαβαίνω) μέγα τραύμα = τραυματίζομαι βαριά· (εδώ μεταφ.) παίρνω μεγάλη στενοχώρια ή απογοήτευση: Ο … σινιόρ Μαρτολομής, αφού ’μάθε …| πως οι εχθροί πληθύνασιν, έλαβε μέγα τραύμα Κορων., Μπούας 127· διδάσκει και ημάς πολλά καλά το γράμμα,| ότι ανήρ ασύμβουλος λαμβάνει μέγα τραύμα Κορων., Μπούας 121. 34) Λαμβάνω ύπνον και με λαμβάνει ύπνος = κοιμούμαι: ηθέλησεν ως άνθρωπος να λάβει λίγον ύπνον Κορων., Μπούας 25· όταν … ο κορκόδειλος ύπνος βαθύς τον λάβει,| το στόμα του ένι ανοικτόν Φυσιολ. (Legr.) 292. 35) λαμβάνω φόβον =φοβούμαι. Ψευδο-Δωρ. 54, Ζήνου, Βατραχ. 465. 36) Λαμβάνω χαρά(ν) = χαίρομαι: ελάβανε μεγάλην χαρά το πως ήρθε βοήθειαν Χρον. σουλτ. 11724· χαράν μεγάλην έλαβε το ακούσει το μαντἀτο Χρον. Μορ. H 339. 37) Με λαμβάνει η ώρα = με προλαβαίνει ο θάνατος, έρχεται η ώρα του θανάτου μου: επιμελήσου την ψυχήν πριν να σε λάβει η ώρα Αλφ. καταν. 45. — Βλ. και λαμπαίνω και λαμπάνω.
λόγος (I),- ο, Γλυκά, Στ. 116, Προδρ. III 419α, Διγ. Z 516, 586, 858, Διγ. (Trapp) Esc. 1813, Βέλθ. 2, 68, Πόλ. Τρωάδ. 381, Χρον. Μορ. H 5184, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 423, Λίβ. (Lamb.) Esc. 712, 1234, Αχιλλ. O 236, Πτωχολ. α 3, Πανώρ. Γ΄ 215, Ε΄ 173, Ερωφ. Α' 390, 470, Ιστ. Βλαχ. 446, 1032, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 80, 768, 1277, Β΄ 452, Θυσ.2 254, 608, Στάθ. (Martini) Ιντ. Β΄ 131, Β΄ 193, Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 240, Γ΄ 663, κ.π.α.· ’λλόγος, Μαχ. 5034, 31834, 64617, Κυπρ. ερωτ. 9475, 9526, 10417· πληθ. λόγια, Χρον. Μορ. H 928, 3836, Απόκοπ.2 212, Πανώρ. Α΄ 369, 371, Γ΄ 252, Ερωφ. Α΄ 385, Δ΄ 394, 603, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1862, 1904, Γ΄ 134, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [1220], Ε΄ [640], Τζάνε, Κρ. πόλ. 37911, 40315, κ.π.α.· λογία, Μαχ. 5021, 14821, 25422, 47814, Βουστρ. 413, 496, 525, κ.α.· λογιά, Πεντ. Δευτ. II 26 (αν δεν πρόκ. για εσφαλμ. γρ. αντί λόγια)· λογίατα, Βουστρ. 526· γεν. εν. ολόγου, Χρον. Μορ. H 1380, 3164, 3166, 7106, 8394.
Το αρχ. ουσ. λόγος. Ως β΄ πληθ. λόγια ο πληθ. του ουσ. λόγιον (βλ. ά.· για τις παλαιότ. χρ. βλ. κυρίως Lampe, Lex., λ. λόγιον). Για το σχηματ. του τ. λόγιατα βλ. Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Α′ 179. Για τη γεν. ολόγου βλ. Pernot, Neophilologus 8, 1923, 66· πβ. όμως και Σπυριδ., ΕΜΑ 1, 1939, 49-51. Η λ. και διάφ. τ. και σήμ.
1) α) Ό,τι λέει κάπ., κουβέντα: Διγ. (Trapp) Gr. 429, Απολλών. 325, Προδρ. I 231· Ποιος να ’ναι απ’ αφουκράται| τα λόγια μου των αλλωνώ βοσκώ να τα δηγάται; Πανώρ. Α΄ 294· πότε να ιδώ κοιτώναν της και λόγια της ακούσω; Λίβ. Esc. 1557· μην πιστεύετε … εις τα γλυκά της λόγια (ενν. της γυναίκας) Βεντράμ., Γυν. 37· Αυτά ’ναι λόγια των κλεπτών και ψεματολογίες,| ου στέργομεν, ου θέλομεν τέτοιες μυθολογίες Γαδ. διήγ. 349· (ως σύστ. αντικ. ή είδος σύστ. αντικ.· βλ. και Ανδρ., Αθ. 47, 1937, 191, 199): Καλλίμ. 1670, Περί ξεν. A 300, Κορων., Μπούας 23· λάλησε λόγον, τι σιγάς; Καλλίμ. 488· Πόσα εβαττολόγησας ληρήματα και λόγους Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 541· «Δεν τρώγω ωσάν εσύντυχα τα λόγια μου». Και είπεν: «Σύντυχε» Πεντ. Γέν. XXIV 33· β) λέξη: ήτον όλη η γης γλώσσα μια και λόγια μόνα Πεντ. Γέν. XI 1· γ) Πρόταση, φράση· ρητό, ρήση: να γράφει ορθά και να συντάσσει τα λόγια του με τέχνην γραμματικήν κατά την κοινήν συνήθειαν Σοφιαν., Γραμμ. 252· το «δεύτε οι ευλογημένοι του πατρός μου» και τα εξής του λόγου Περί ξεν. A 459· δ) νόημα, σημασία: Audi, ascolta, γροίκησε, τρία σε λόγον ένα Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 242. 2) α) Ομιλία: Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 298, Χούμνου, Κοσμογ. 596· έκφρ. από λόγου = προφορικά: τα οποία (ενν. υπέρπυρα) λέσι πως τα ’χεν και ο ποτέ Μιχάλης ταμένα ζώντας του από λόγου και ... δεν τα ’γραψεν Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 7014· β) λεκτική ικανότητα· αφηγηματική ευχέρεια: ο ασθενής … χάνει τον λόγον του ή στεγνώνει το στήθος Ασσίζ. 1838· ελπίζω και παρακαλώ να λάβω την σοφίαν,| μνήμην και λόγον και σπουδήν ορθώς να ερμηνέψω Συναξ. γυν. 3. 3) Γλώσσα: Ρωμογενής είσαι, φαίνεσαι εκ του λόγου Βέλθ. 1248. 4) α) Πρόταση: δεν εδέχθη τους λόγους τους διά να παντρευθεί Δωρ. Μον. (Hopf) 238· όσοι ελαλήσετε διά εμέν να γενώ βασιλέας,| επαίρνω εγώ τους λόγους τους και τες φωνές οπού είπαν| και θέτω απάνω εις αυτάς κι εγω τον εδικόν μου Χρον. Μορ. H 957· β) συμβουλή: πείσθητι γεροντικοίς και πατρικοίς μου λόγοις| και μάθε τα γραμματικά Προδρ. IV 13· τα λόγια, τα διατάματα πόσον κακόν εκάμα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1240· όποιες δεν αφουκρούνται| τα λόγια τω γονέω ντως ογλήγορα χαλούνται Πανώρ. Ε΄ 254· γ) διδασκαλία, κήρυγμα: βλάπτοντ’ οι μη ακούσαντες τον λόγον του Κυρίου Σπαν. A 187· επροσμένασι (ενν. οι Ιουδαίοι) … τρεις ημέρες νηστικοί να ακούσουσι τον λόγον Πηγά, Χρυσοπ. 58 (17)· τ’ αφτιά τως λόγια του Θεού ποτέ τως δε γροικούσι Ζήν. Δ΄ 323. 5) α) Γνώμη, κρίση, άποψη: είχεν αγάπην περισσήν εκ το κοινό της χώρας.| Όλοι τον ετιμούσασιν, τον λόγον του εστέργαν Χρον. Τόκκων 1314· επερπάτησεν απέ την χώραν όλην| εις άρχοντες οπού ήξευρεν ο λόγος του να αξιάζει Χρον. Τόκκων 1356· ευλαβής (ενν. ο κυρ Θεοφάνης) φιλοκκλήσιος και εις τον λόγον του στερεός Συναδ., Χρον. 28· β) σκέψη, υπόθεση: πλησίον είναι οι εχθροί και θέλουν μας κουρσεύειν·| αλλά μη τούτο γένειται, καν τολμηρός ο λόγος,| όρισε …| … τινάν πιστόν …| να προμηθεύειται καλώς την σύστασιν του τόπου Αχιλλ. N 644· γ) ερώτηση: ρωτημό ερώτησεν ο ανήρ …: «Αν … ο πατέρας σας ζωντανός; αν είναι εσάς αδερφός;». Και αναγγείλαμε αυτουνού διά στόμα τα λόγια ετούτα Πεντ. Γέν. XLIII 7. 6) Επιχείρημα: παραστήσαι διά λόγων πιθανών ότι τα συμβάντα τῳ Μουράτ ουκ ην αιτία ο βασιλεύς, αλλ’ ο Παγιαζίτ Δούκ. 2317· γράμματα έγραψεν σ’ αυτόν τον βασιλέα| δείχνοντας πως δεν έπταιεν με λόγια ωραία| και με πολλές απόδειξες πως τον συκοφαντούσαν Παλαμήδ., Βοηβ. 1088. 7) α) Εντολή, διαταγή: Πανώρ. Α΄ 376, Πικατ. 505, Διγ. Z 392, Πτωχολ. α 949· έκφρ.: (1) τα δέκα λόγια = οι δέκα εντολές: επαράγγειλεν (ενν. ο Θεός) εσάς να κάμετε τα δέκα λόγια Πεντ. Δευτ. IV 13· (1) χρυσόβουλλος λόγος = είδος αυτοκρατορικού προνομιακού ορισμού (Για το πράγμα βλ. Καραγ., Βυζ. διπλ.2 233 κε.): Τῃ ισχύι και δυνάμει του παρόντος χρυσοβούλλου λόγου της βασιλείας μου καθέξει και νεμηθήσεται η δηλωθείσα σεβασμία μονή τα ανωτέρω Γράμματα Μετεώρ. 58· β) απόφαση: ου παρασάλευσεν εκ την βουλήν τήν είπεν| τον λόγον της τον πρωτινόν ποσώς να μεταθέσει Ιμπ. 321· πολλούς εκρέμασεν (ενν. ο Κούλογλης) άκριτα χωρίς του κατή τον λόγον Συναδ., Χρον. 40. 8) Απειλή, εκφοβισμός: Εμέ δε μόνον βλέποντες (ενν. οι στρατώται) λόγοις ήλπιζον τρώσαι:| «Άφες την κόρην» λέγοντες «και σώσον εαυτόν σου· ειδ’ ου, κερδίσεις θάνατον απείθειαν ως έχων» Διγ. (Trapp) Gr. 2463. 9) α) Μήνυμα,παραγγελία: Του έστειλε λόγον ότι: «ο πατέρας σου σε θέλει να σου ομιλήσει» Χρον. σουλτ. 294· εξαπέστειλεν ο βασιλεύς ο μέγας| … τους δύο λογοθέτας·| κι εκείνοι … του βασιλέως λόγια τον πατριάρχην είπαν Αρσ., Κόπ. διατρ. [141]· (προκ. για επιστολή) Δάκρυα έχυνεν πολλά, παρηγοριάν ουκ είχεν,| στα λόγια τά έπεμπεν σ’ εκείνα ευφραινέτο (έκδ. ευφραίνετο) Σπαν. V 15· β) επιθυμία: της μητρός της ζήτησεν να έβγει από το σπίτι| και προς παραδιάβασιν ελθείν η κόρη είπεν.| Η μήτηρ δεν παρήκουσεν τον λόγον της φιλτάτης Διγ. Z 261· « … να πλαγιάσω με τους γονείς μου και να με θάψεις εις το θαφειό τους». Και είπεν: «Εγώ να κάμω σαν το λόγο σου» Πεντ. Γέν. XLVII 30. 10) Αγόρευση, ρητορεία: Ιστ. πατρ. 1172, Προδρ. III 14· έκφρ. ανήρ λογιών = εύγλωττος: είπε ο Μοσέ προς τον Κύριο: «Παρακαλώ, Κύριε, όχι ανήρ λογιών … ότι βαρύστομος και βαρύγλωσσος εγώ» Πεντ. Έξ. IV 10. 11) α) Διήγηση, εξιστόρηση, αφήγηση γεγονότων: Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 21, 845, Μάρκ., Βουλκ. 3447, Διήγ. εκρ. Θήρ. 11089, Ηπειρ. 2241· β) πλαστή διήγηση, μήθος: Λόγ. παρηγ. L 748. 12) α) Τμήμα συγγραφής, κεφάλαιο, ενότητα: Διγ. Z 247, 1630· β) (προκ. για νόμο) διάταξη, όρος: να φυλάξετε τα λόγια της διαθήκης ετουτηνής και να κάμετε, για να γνώθετε το όλο ος να κάμετε Πεντ. Δευτ. XXIX 8. 13) (Στον πληθ.) στίχοι τραγουδιών: Τα λόγια του (ενν. του τραγουδιστή) τα γνωστικά κάθομαι και λογιάζω,| γραμμένα τα ’χω και συχνιά κλαίγοντας τα διαβάζω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 875· Καλά και δεν τον είδαμε, δεν ξεύρομε ποιος είναι,| μ’ από τα λόγια τα ’μορφα κορμίν μεγάλον είναι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 886. 14) α) Υπόσχεση, ένορκη διαβεβαίωση: όρκον δεν κρατούσι,| δεν στέκονται στον λόγον τους, σ’ εκείνο που μιλούσι Σταυριν. 1258· είχε λόγον από τον πατέρα του· του είχε ταμένα ότι αυτουνού να δώσει την βασιλείαν … Χρον. σουλτ. 1373· «Μα τον ουράνιον βασιλιά …(παραλ. 1 στ.), ψυχήν, σώμα για λόγου σας να δώκαμεν με θάρρος». (παραλ. 6 στ.) Και οπού τα δάκρυα τους φηφά, τα λόγια τους πιστεύγει,| τ’ αγρίμια ’ς λίμνην κυνηγά κι εις τα βουνιά ψαρεύγει Απόκοπ.2 263· β) προφορική συμφωνία: λαλεί το δίκαιον ότι ουδέν ένι κρατημένος ο είς του άλλου διά λόγια κατά το κείμενον και κατά την ασσίζαν Ασσίζ. 15810· με τον Κα(ζά) Τσικάλε … δεν εποίκα(μεν) τίποτες σασμούς, λόγον είχαμεν μόνον, και ουδέ κείνος εκράτησεν τον λόγον του ουδέ εμείς Μαχ. 28034· γ) όρος: Δούκ. 41728, Διγ. (Trapp) Gr. 93. 15) α) Συζήτηση, συνομιλία: αφότου είπασιν πολλά κι επλήθυναν τα λόγια,| όρισεν ο πρίγκιπας κι ηφέραν το βιβλίον Χρον. Μορ. H 7566· Τούτα τα λόγι’ ας πάψομε κι ας έρθομεν εις άλλο Πανώρ. Γ΄ 327· β) (συν. στον πληθ.) διαπραγματεύσεις, συνεννοήσεις: Διεμηνύσατο … ο βασιλεύς τοις αρχιερεύσι … και τους μετέχοντας εν λόγοις (ενν. της ενώσεως) και ήλθον άπαντες εν Κωνσταντινουπόλει Έκθ. χρον. 610· Οι Γενουβήσοι … δεν εβγατίζουν … ουδέ με τους πολέμους ουδέ με τα λόγια τους Μαχ. 49027· είχαν συχνομηνύματα και λόγους καθεκάστην,| συνεβιβάστην ο Χρυσός μετά του Φερδερίχου Λίβ. Esc. 2255. 16) α) Μάθηση, παιδεία, επιστήμη: Γλυκά, Στ. 12, Θεματογραφία 20· έκφρ. μέτοχος λόγου = κάτοχος γνώσεων, μορφωμένος, επιστήμων: Ανήλθε δε εις τον πατριαρχικόν θρόνον ο κυρ Μάρκος ο Ξυλοκαράβης, Κωνσταντινουπολίτης και μέτοχος λόγου Έκθ. χρον. 288 (πβ. και αυτ. A 520 μέτοχος φιλοσοφίας)· β) ο νους, η λογική: θέλω σου ’μόσει με ψυχήν καθάρια …| το πως με λόγον και καρδιά … ουδέποτέ μου μετά με, ψυχή μου, να σ’ αρνήθη Φαλιέρ., Ιστ.2 719· τα γράμματα σπουδάζουσι …| να ’ναι εις λόγον φρόνιμοι και εις αξίαν μεγάλοι Φλώρ. 161· γ) (πληθ.) ασκήσεις λογικής (ή και ρητορικής· πβ. και σημασ. 10): Εις λόγους και μαθήματα γύμναζε τον εαυτόν σου| και προκοπή σοι γένηται από των μαθημάτων| και μετά πάντων θαρρικώς δύνασαι συντυχαίνειν Σπαν. B 172. 17) α) Πληροφορία, είδηση: Χειλά, Χρον. 349, Χρον. Μορ. P 3876· Σαρακηνόν ηπάντησαν απέξωθεν τας τέντας| και λόγια τούς ελάλησε μετά πολλής οδύνης Διγ. (Trapp) Esc. 65· β) μαρτυρία: Περί κριτού ότι να είναι εις πάντας συμπαθής και να μην πιστεύει λόγους τινός χωρίς να εξετάζει Βακτ. αρχιερ. 157· ταύτα τα λόγια οπού είπες έχεις μάρτυρες …; Ιστ. πατρ. 16123· γ) μυστικό: όπου εμπιστευθεί σε λόγον,| μη το φαυλίσεις πρόσεχε και μη το φανερώσεις Σπαν. A 391· εκφρ. απόκρυφος, μυστικός λόγος = μυστικό: λόγον τινά απόκρυφον βούλομαι σοι θαρρήσαι Διγ. (Trapp) Gr. 422· κόρη μου, μυστικόν τινά λόγον θέλιο ειπείν σου Διγ. Z 665· δ) κατηγορία, μομφή: υπήγεν εις τον πάπαν και ανήφερεν εις αυτόν λόγους σκληρούς και φοβερούς …, ως ότι οι Ρωμαίοι τον πάπαν έχουν διά αιρετικόν Ιστ. πατρ. 14813. 18) Φήμη: Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 61. 19) Προφητεία, πρόβλεψη: έφθασεν η κόρη εις τον δωδέκατον χρόνον κατά τον λόγον οπού προείπεν ο μάντης Διγ. Άνδρ. 3152. 20) Λογοδοσία, απολογία: όταν υπάγει εις τον κριτήν, τι λόγον να λαλήσει; Αλφ. (Μπουμπ.) I 56. 21) Αιτία: Είπον σοι, μάθε, βασιλεύ, τον λόγον και τον τρόπον,| ότι διά θλίψιν έφυγον από τα γονικά μου Βέλθ. 510· Όταν λυπείται άνθρωπος και φανερώνει λόγον,| τότε και το λυπούμενον φεύγει από τ’ εκείνον Διγ. A 2538. 22) Παροιμία: ο λόγος λαλεί: «Κρατεί με ο δυνατός και δέρνει με ο αδύνατος» Μαχ. 25619· εκφρ. δημοτικός, δημώδης, επιχώριος, παλαιός, παροιμιακός, χωρικός λόγος = παροιμία ή παροιμιώδης έκφραση (Βλ. Κουκ., ΒΒΠ Α2 47 και ά. δημοτικός 1 και δημώδης): μία βολά, λέγει ο χωρικός λόγος, επήρε το κουπί τους νερό Σουμμ., Ρεμπελ. 181· Είς λόγος είναι παλαιός κι αληθινό τον κρίνω: «οπ’ αφουκράται κοπελιού γίνεται σαν κι εκείνο» Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 967· Η δε των τριών μέθοδος ο της λογιστικής μάντις εστί, καθώς φησίν ο παλαιός λόγος (έκδ. παλαιολόγος· διόρθ. Kriar., BF 3, 1968, 144) Rechenb. 11· επληρώθη … λόγος ο παροιμιακός ον παλαιοί προείπον,| ως έγγιστα του κρείττονος και το κακόν εφύη Βίος Αλ. 608. 23) Παράκληση, δέηση: εζήτησαν βοήθειαν …(παραλ. 1 στ.).Κι η αυθεντιά των Βενετιών …| εδέχθηκε τους λόγους των Κορων., Μπούας 18· εις τον Θεόν εστείλασι λόγον να τους γλυτώσει,| από τα τόσα βάσανα να τους ελευθερώσει Αιτωλ., Μύθ. 1115. 24) Συγκατάθεση: Ο δε βασιλεύς Καντακουζηνός άπαξ αφείς και δόξαν και βασιλείαν … εζήτει παρά του βασλέως λόγον του εξελθείν της Πόλεως και ελθείν εν τῳ Αγίῳ Όρει Δούκ. 712. 25) Λογομαχία, φιλονικία: επράυναν τα λόγια τους κι έβαλάν τους σ’ αγάπην Χρον. Μορ. H 4191· σας παρακαλώ ως φίλους κι αδελφούς μου| να πάψουσιν τα σκάνταλα, η ταραχή, τα λόγια Χρον. Μορ. H 955. 26) Αναθεματισμός: της γραίας μ’ έπιασαν οι λόγοι κι οι κατάρες Γαδ. διήγ. 293. 27) Όρος μαθηματικός: Rechenb. (Vog.) 75. 28) Ο ενσαρκωμένος Χριστός (Για τη σημασ. της λ. ως θεολ. βλ. γενικ. Lampe, Lex.): Συ (ενν. Θεοτόκε) κατά σάρκα τον Θεόν εγέννησας και Λόγον Εις Θεοτ. 17· ο κατελθών εξ ουρανού ως ηθέλησας, Λόγε,| και σαρκοφόρος δι’ εμέ γεγονώς, πλαστουργέ μου Διγ. (Trapp) Esc. 1806. 29) Δικαιολογία: Αν αυτός ο Θεός δεν του το ήθελεν ειπεί (ενν. του Αδάμ), ήθελες έχει λόγον να μου ειπείς ότι εκείνο όπου έδωσεν ο Θεός εξανάκαμέ το Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 58r. Εκφρ. 1) Δυο λόγια = λίγες λέξεις, λίγες κουβέντες: μη το πάρεις σε βαρύ να μου γράψεις και εμένα δυο λόγια Μανολ., Επιστ. 173· Αυτός ο νιος οπ’ αγαπά ας τον παρηγορήσω,| δυο λόγι’ από το στόμα μου να τον καλοψυχίσω Ch. pop. 22. 2) Εκτός λόγου = χωρίς συζήτηση, αναντίρρητα: όταν … ανήρ τέλειος φθάσεις,| τότε λόγον εκτός πόλεμείν τα θηρία Διγ. (Trapp) Gr. 1041. 3) Εξ αέρων λόγος = θεία φώτιση: είς από τους άρχοντας πρακτικός τε και γέρων| πνεύση τον ήλθεν άνωθεν και λόγος εξ αέρων Ριμ. Βελ. 731. 4) Κατά λόγον βλ. κατά Εκφρ. 5) Με λόγια = θεωρητικά, υποθετικά: με λόγια είναι (ενν. οι Ρωμαίοι) χριστιανοί, το έργον γαρ τους λείπει Χρον. Μορ. H 825. 6) Ουδέ λόγος = οπωσδήποτε, αναμφισβήτητα (πβ. το σημερ. ούτε λόγος): Είχεν της κόρης ο κοιτών παρέξω μεσοκήπιν,| του παραδείσου απόκομμαν, της ηδονής κατούναν| και βρύσην της γλυκύτητος να το είπες ουδέ λόγος Λίβ. Sc. 1314. 7) Παλαιός λόγος = παράδοση (πβ. και σημασ. 22): λέγεται γαρ λόγος παλαιός ότι τούτο το μοναστήριον είχεν εισόδημα το τρίτον τον νησίου Χειλά, Χρον. 353. 8) Ο ρέων χύδην λόγος = άποψη που κυκλοφορεί γενικά για κ.: καινότερον συμβαίνει είναι και το ωφέλιμον, εκείνων εν γνώσει των ανθρώπων γεγενημένων, άπερ ο ρέων χύδην λόγος ουκ αληθώς αποφαίνεται Ψευδο-Σφρ. 15013. 9) Το του λόγου = όπως λέει ο λόγος, κατά τη συνηθισμένη έκφραση: μούλαν εκαβαλλίκευσε (παραλ. 1 στ.) και, το του λόγου, πετασθείς έφθασεν εις τον οίκον Διγ. (Trapp) Gr. 871. 10) Υπέρ λόγον = ανυπολόγιστα, σε υπερβολικό βαθμό: παράδεισος ευρέθη (παραλ. 1 στ.) από πνοής την ηδονήν υπέρ τον λόγον έχων Καλλίμ. 284. 11) Χάριν λόγου = για παράδειγμα: γνωρίζω τα λιθάρια,| τα πολύτιμα πετράδια,| χάριν λόγου, σαν διαμάντια,| σαν σμαράγδια Πτωχολ. B 64. Φρ. 1) Αίρω λόγους· βλ. αίρω. 2) Αλλάττω (ή αλλάσσω) (πάλιν) τον λόγον (μου)· βλ. αλλάασω Α΄ 1α φρ. 3) Αναφαίνω λόγους· βλ. αναφαίνω Α φρ. 4) Αποκρίνομαι λόγον· βλ. αποκρίνομαι 1 φρ. 5) βάλλω λόγια· βλ. βάλλω 12 φρ. 6) α) Βάνω λόγια, λόγους·βλ. βάνω 31β φρ.· β) βάνω λόγο στο στόμα κάπ. = καθοδηγώ, υπαγορεύω σε κάπ. τι θα πει: εσυντιάστην ο Κύριος προς τον Βιλεάμ και έβαλεν λόγο στο στόμα τον και είπεν: «Στράφου προς τον Βαλάη και έτσι να συντύχεις» Πεντ. Αρ. XXIII 16. 7) Βαστάζω τον λόγον κάπ.· βλ. βαστάζω I 13. 8) Βαστώ το λόγο κάπ.· βλ. βαστώ (Ι) Ι 15. 9) Βγαίνω από τον λόγον μου = αθετώ την υπόσχεσή μου: ο σουλτάνος τάζει των δουκάδων να παραδοθούνε και να τους δώσει άλλους τόπους με τα χαρτιά στο χέρι και αυτός εβγαίνει από το λόγον του και τους κόφτει το κεφάλι Χρον. σουλτ. 11428. 10) Βγάνω λόγους· βλ. βγάνω 143. 11) Γίνεται λόγος· βλ. γίνομαι 4ι. 12) α) Δίδω λόγον, δίδω λόγον καλόν ή δυο λόγια μειωμένα, δίδω λόγον φοβερόν· βλ. δίδω I Α΄ 7 φρ.· β) δίδω (τον) λόγον = (β1) υπόσχομαι γάμο: Ειπές μου, δεν εδώσετε τον λόγον ανάμεσα σας| και δεν εσταθερώσετε την πίστην της παντρειάς σας …; Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [286]· (β2) διατάζω: ο Αλμερίγος έδωκε λόγο για να κινήσουν,| ν’ αφήσουνε τον πόλεμον κι οπίσω να γυρίσουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 425525· Μα ’δωκε λόγο τσ’ εκκλησιές τες φραγκικές ν’ αδειάζουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 53915. 13) Εγείρω τον λόγον προς κάπ.· βλ. εγείρω I Α΄ 4. 14) Να μη έναι λόγος, ουκ ένι λόγος, ουκ έχω λόγον = (επιρρ.) «ούτε λόγος», αναμφισβήτητα: Οπόταν βλέπω την μορφήν … την εδικήν σου,| νομίζω εκείνην απατά βλέπω, να μη έναι λόγος Φλώρ. 1250· αν σε θέλω αφηγηθεί το τι έναι τό λυπούμαι (παραλ. 1 στ.), να συμπονέσεις μετ’ εμέν, έξευρε, ουκ ένι λόγος Λίβ. Sc. 2412· Λίβ. Esc. 3594. 15) Ενεργώ λόγον· βλ. ενεργώ A΄ 1 φρ. 16) Έρχομαι εις λόγον, έρχομαι εις λογία· βλ. έρχομαι φρ. 3 και 4α, β. 17) Έχω λόγο μέσα μου = προσέχω, φροντίζω, έχω το νου μου: Στολίζουν τους (ενν. τους άλλους) τα ρούχα σας, στρώνουν τους τ’ άλογά σας| κι έχουν και λόγο μέσα τους μη λέγουν τ’ όνομά σας Απόκοπ.2 174. 18) Μεταδίδωμι λόγους = μιλώ, συζητώ: η μηδέποτε ανδρί αλλοτρίῳ αφθείσα| λόγους νυν μεταδίδωμι όλως μη αιδουμένη Διγ. (Trapp) Gr. 1454. 19) Μοιράζω τον λόγον = μιλώ με σειρά: καθέζονται οι άρχοντες …| να δώσουν λόγον και βουλήν και φρόνεσιν και τάξιν,| τον λόγον να ημεράζουσιν και τάξιν να το λέγουν Βεν. 49. 20) Μπαίνω εις λόγια = α) διχογνωμώ, φιλονικώ: ενέβην εις λόγια ο κύρης σιρ Λούνκεν … με τον κύρην τον Ροκεφόρε Μαχ. 1886· β) μιλώ, συζητώ κ.: καλά ’χεις γροικημένο| το πράμ’ απού σου μίλησα, για κείνο δεν εμπαίνω| τώρα σε λόγια πλιότερα Ερωφ. Β΄ 25. 21) Περνάει ο λόγος μου = εισακούομαι: εδώσανε και άλλα εκατό ρεάλια ενός ανθρώπου του σπιτιού τού … πρεβεδούρου, του οποίου ο λόγος επέρνα καταπολλά εις τον αφέντη Σουμμ., Ρεμπελ. 167. 22) Πιάνω το λόγο ή τα λόγια κάπ. = εισακούω κάπ. (Για τη σημασ. βλ. Κριαρά [Πανώρ. 272]): αν ήθελε να πιάσει| τα λόγια μου, πει τσ’ ήθελα πως κρίμαν είν’ να χάσει| τούτη την καλοριζικιά Πανώρ. Γ΄ 450· Είχαν δε υιούς μέσα εις το σαράγι … εις τιμάς μεγάλας … και διά όνομα αυτών επιάνετον ο λόγος τους εις τον σουλτάνον Ιστ. πατρ. 10216. 23) Πλαταίνω λόγους διά κάπ. = συζητώ εκτενώς για κάπ.: Πλαταίνει λόγους δι’ αυτήν (ενν. την Πλάτζια-Φλώρην), λέγει διά τον πόθον Φλώρ. 207. 24) Προπέμπομαι λόγον = μιλώ: η κόρη, ως ήκουσεν, ενεός εγεγόνει,| μήτε λόγον προπέμψασθαι μηδόλως δυναμένη,| έμεινε δε στυγνάζουσα επί πολλάς τας ώρας Διγ. (Trapp) Gr. 513. 25) Στέκω ή στέκομαι εις τον λόγον μου = κρατώ την υπόσχεσή μου: τον ηξέρανε ότι ποτέ δεν έστεκε εις τον λόγο του Χρον. σουλτ. 8315· δεν εστάθη εις τον λόγο τον, … μόνε τους έπιασε όλους και τους έκαμε σκλάβους και μέρος απ’ αυτούς έκοψε Χρον. σουλτ. 1242. 26) Στήνω λόγον = κάνω συμφωνία: πέμπω κατά τον λόγον οπού εστήσαμεν ανάμεσόν μας πρότερον, να πέμψομεν δηλονότι εις το Καρπενήσιον τον Αναστάσιον τον υποδιάκονόν μας Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 653. 27) Στρέφω λόγο κάπ. = πληροφορώ κάπ. (για κ.): να απεστείλουμε ανθρώπους ομπροστά μας και να καταπατήσουν εμάς την ηγή και να στρέψουν εμάς λόγο τη στράτα ος να ανέβουμε εις αυτήν Πεντ. Δευτ. I 22. 28) Συναίρω λόγον ή λόγους = μιλώ, λέγω: μηνύει (ενν. ο Χαμζάς) τοις ηγεμόσιν τού ελθείν εις αυτόν εις είτε και δύο και συνάραι λόγον μετά Φραντζίσκου Δούκ. 4072· τα χαρτία είδασιν και λόγους εσυνήραν:| «Τι θέλετε; Τι χρήζετε; …» Διήγ. παιδ. 56. 29) Χάνω τα λόγια ή τους λόγους μου = ματαιοπονώ: άνθρωπε, τα λόγια σου χάνεις,| το πράγμα οπού κάμνω ’γώ στον νουν σου δεν το βάνεις Αιτωλ., Μύθ. 879· ήρξατο (ενν. η κόρη), παρακαλεί …| Ο δε Μαρκίωνος φησίν: «Τους λόγους μόνον χάνεις …» Απολλών. 552. 30) Χοντραίνω εις λογία = ανταλλάσσω άσχημες κουβέντες: ειστόσον εχοντρύναν εις τα λογία και διά να μηδέν συντύχει περίτου, έσυρεν ο σιρ Τζάκες τους λας της συντροφιάς του και ήλθεν εις τον ρήγαν Μαχ. 3205. Η γεν. εν. λόγου έναρθρη ή άναρθρη και με τα κτητ. μου, σου, τον, κ.τ.ό., συχν. με τις προθ. από, διά (για, ογιά), εις, εκ, με, μετά, προς, σε χρ. α) ως περιφραστική προσωπ. αντων. (Για την προέλ. και τη χρ. της βλ. Pern., Neophilologus 8, 1923, 64-7 και Σπυριδ., ΕΜΑ 1, 1939, 43 κε. Η δοτ. στο στ. Προδρ. III 268 λόγω μου να λέγουσι «ρωμάνισε την πόρταν» κατά Pern., Neophilologus 8, 1923 67 αντί γεν. πιθ. από δήθεν αρχαϊσμό): όρισεν και εδώκασιν τον πρίγκιπαν Γουλιάμον| δι’ ευεργεσίαν λόγου του μερίδι του πολέμου Χρον. Μορ. P 7106· Αυτό το θάρρος είν’ τρελόν …,| όποιος το συλλογισθεί, του λόγου του σκοτίζει Ιστ. Βλαχ. 2342· ποτέ από λόγου μου δεν έχουν ’λεημοσύνη Κατζ. Πρόλ. 26· ως άλυσιν τους έπλεξα (ενν. τους στίχους) διά λόγου εδικού σου Ερωτοπ. 161· έσερνε με του λόγου του τριακόσους αρματωμένους Χρον. σουλτ. 532· να λυτρωθώ από λόγου τως δεν το ’λπιζα ποτέ μου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 890· β) ως αυτοπαθής αντων.: αυτοί οπού φονεύουν του λόγου τους Βακτ. αρχιερ. 140· Δεν έκλαιγε του λόγου του πως θέλει να πεθάνει,| αλλά διά το βασίλειον πως παντελώς το χάνει Βίος Δημ. Μοσχ. 203· Ο μύθος εις αράθυμον άνθρωπον εξηγάται,| που βλέπει μόν’ του λόγου του και άλλον δεν θυμάται Αιτωλ., Μύθ. 11314· φρ. είμαι διά λόγου μου = είμαι ανεξάρτητος: εάν ο υιός τον ουδέν ένι υπό την εξουσίαν του πατρός του ή της μητρός, αλλά ένι διά λόγου του, ένι έξω απού τα αγαθά του κυρού του και της μητρός του Ασσίζ. 1612.
μακαριστός,- επίθ., Επιστ. Αδελφ. 526.
Το αρχ. επίθ. μακαριστός.
Αξιομακάριστος: Σοφιαν., Γραμμ. 252. Το ουδ. ως ουσ. = μακαρισμός, καλοτύχισμα: Προσγίνεται εις το καλόν ομού με το επαινετόν και το μακαριστόν, όταν και τα από τύχης συνευδοκούσιν Επιστ. Αδελφ. 523.
μέρος- το, Προδρ. III 139, IV Η χφφ CSA κριτ. υπ., Ασσίζ. 10024, 11730, 36528, Διγ. (Trapp) Gr. 856, 945, Διγ. Z 103, 1639, 2269, Βέλθ. 218, 283, 402, 1285, Χρον. Μορ. H 498, Ρ 1954, 2064, Βίος Αλ. 2528, 2915, Λίβ. Sc. 2671, Αχιλλ. N 174, Σφρ., Χρον. μ. 1025, Αχέλ. 2449, Πανώρ. Β΄159, Γ΄ 476, Ερωφ. Ιντ. α΄ 31, 79, Δ΄ 33, 758, Ε΄ 43, Διγ. Άνδρ. 3343, 36218, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 203, 322, Γ΄ 1662, Ε΄ 273, Ζήν. Γ΄ 69, Τζάνε, Κρ. πόλ. 39323, 52712, κ.π.α.· γεν. μέρου, Ασσίζ. 5918, Χρον. Μορ. H 2982.
Το αρχ. ουσ. μέρος. Η γεν. μέρου και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 656). Η λ. και σήμ.
1) α) Μερίδιο: Rechenb. (Vog.) 553, Αιτωλ., Μύθ. 379· β) κληρονομικό μερίδιο (εδώ μεταφ.): μέρος ουκ έχετε λοιπόν ουδέ κληρονομίαν| της βασιλείας της εμής ουδέ του παραδείσου Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. II 193· γ) (προκ. για φόρο): Έθνος δ’ επ’ έθνος έτερον ου συγκαταπατήσει| ειμή κατ’ εμπορίαν … (παραλ. 1 στ.) κἀγώ το μέρος λήψομαι, καθώς Δαρείῳ νόμος Βίος Αλ. 3963. 2) Ορισμένη ποσότητα: Μαρμάρου μέρος έν, οστράκου μέρος έν Ιερακοσ. 4902. 3) α) Τμήμα (ενός όλου), κομμάτι: Rechenb. (Vog.) 364, Ασσίζ. 25312, Ερμον. X 191, Κορων., Μπούας 17, Μαχ. 63230, Ερωφ. Ε' 192· β) (μεταφ.) ου μην αφήσω μην ειπώ μέρος εκ την αλήθεια Χρον. Μορ. P 4135· μέρος από την κακοσύνην τους Σουμμ., Ρεμπελ. 193· γ) τμήμα του ανθρώπινου γένους, φύλο: μεταμορφώνεται (ενν. ο διάβολος) εις σχήμα όφεως και διηγείται της Εύας ως πλέον μέρος αχαμνότερο παρά τον άνδραν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. 371r· δ) συστατικό μέρος, στοιχείο: το μέρος το θνητόν μου Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [366]· γράμμα είναι το μικρότερον μέρος όπου να ’ναι στην φωνήν του ανθρώπου Σοφιαν., Γραμμ. 203. 4) Τμήμα κειμένου, απόσπασμα: τελειώνω εκ του Σολομών μέρος εκ τά διηγάται Συναξ. γυν. 309. 5) Πλευρά, μεριά: εις θρόνον υψηλόν στεμμένος βασιλέας,| στα δυο του μέρη έστεκαν, δεξιά κι αριστερέας| οι δυο φωστήρες του ουρανού Τζαμπλάκ. 10· εκ της φισκίνας το πλευρόν, εκ το δεξιάν το μέρος| ήτον αμπέλι Λίβ. P 1055· εσυνάχθησαν του Βορέα το μέρος όλες οι γλώσσες Διήγ. Αλ. G 286· (σε ιδιάζ. χρ.) απαντοχήν εις τον Χριστόν διά το δεξόν του μέρος Ρίμ. θαν. 26. 6) Πλευρά του σώματος: ούτως έφη προς εκείνην:| «Γύρισον τα νώτια μέρη,| γύρισόν μοι και το άλλον …» Πτωχολ. α 556· έναν κοντάρι και σπαθί εις τα ζερβά του μέρη Διγ. O 2638. 7) α) Σύνολο, ομάδα ανθρώπων: Διγ. (Trapp) Gr. 567· β) (προκ. για αντίπαλες στρατιωτικές παρατάξεις) : σφάγηκαν πολλοί απέ τα δύο μέρη Θησ. Β΄ [104]· το μέρος των Γραικών εκέρδισεν το κάστρον Γεωργηλ., Βελ. 324· γ) (στον πληθ.) αυτοί που συνδέονται με κάπ. είδους σχέση (συν. προκ. για δύο πρόσωπα): γάμους πολεμούν μετά τιμής και δόξης.| Τρεις μήνας εχαιρόντησαν αμφότερα τα μέρη Ιμπ. 890· ως γουν εστράφησαν οι δυο και είδοσαν αλλήλους,| σ’ αναισθησία έπεσον αμφότερα τα μέρη Βέλθ. 849· εάν εφίλησεν ο μνηστήρ την μνηστήν εν τῳ καιρῴ της μνηστείας και τελευτήσει ένα των αμφοτέρων μερών … Ελλην. νόμ. 5292· είπε δε (ενν. Δανδάμης) προς Αλέξανδρον: «Άπελθε προς ειρήνην».| Ειθ’ ούτως ανεχώρησαν αμφότερα τα μερη Βίος Αλ. 4906. 8) (Νομ.) α) αντίδικη πλευρά, διάδικος: ο κριτής ορίζει και γράφουν … Και μετά την προθεσμίαν έρχεται το μέρος της γυναικός εγράφως και λέγει ούτως Ελλην. νόμ. 51816· στρέφεται (ενν. ο κριτής), λέγει προς το άλλον μέρος Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1043· β) (στον πληθ. συν. σε διαθ.) οικείοι, κληρονόμοι: να μη ηπορείς εξ αυτάς (ενν. τας καβαλλαρίας) τι κρατήσαι δι’ εσέν ή διά τα μέρη σου Συνθήκ. Καλλ. 309· εγώ, η Μαρούλα Ντεφαΐτζαινα … οικούσα εν Χανδάκῳ νήσου Κρήτης με τα μέρη μου … ηβουλήθην διατάξασθαι άπαντά μου όσα εστί πράγματα Διαθ. Ντεφαΐτζ. 76. 9) Τμήμα τόπου, θέση: τα δένδρα τα ευκάρπιμα εις μέρη τα του πύργου| εφύτευσεν ο Διγενής Διγ. Z 3920· εμπήκαν οι Τούρκοι το μέρος του Αγίου Ρωμανού Θρ. Κων/π. P suppl. 24826· το αμπέλι οπού έχει εις το μέρος του Αγίου Βλασίου Διαθ. ηγουμ. Μακαρίας 164· Εν μέρει κράζει ο ηγούμενος, εν μέρει ο οικονόμος Προδρ. III 113. 10) (Συν. στον πληθ.) τόπος, περιοχή: Πανώρ. Ε΄ 394, Ερωφ. Α΄ 62, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1232, Βέλθ. 1257, Μαχ. 10613, Ανακάλ. 6· (μεταφ.) με πολλήν ευλάβεια ʼπό της καρδιάς τα μέρη Λεηλ. Παροικ. Αφ. 31. 11) Κατεύθυνση: Ακουτισθείσα της φωνής πάραυτα η Χρυσάντζα| ως προς το μέρος της φωνής κακεί πάγει τρεχάτα Βέλθ. 1197· εις όποιο μέρος και αν στραφώ εκδίκησιν ξετρέχουν Λίμπον. 25. Η αιτιατ. επιρρ. = κατά ένα μέρος, ως ένα βαθμό: εφθόνησαν αυτόν πολλά αρχιερείς, κληρικοί και μέρος κοσμικοί Ιστ. πατρ. 1368· ά δη και υπέσχετο και μέρος εποίησεν Ιστ. πολιτ. 375. Εκφρ. 1) Άνω μέρου = περισσότερο: επήρεν το του Σαρακηνού εκείνον τον βίον τον διαφεντεμένον και εκείνον τό επήρεν ενέβαν πλείον παρά ένα μάρκον ασήμιν και άνω μέρου Ασσίζ. 2985. 2) Απάνω μέρου = παραπάνω, προηγουμένως: ώσπερ σας εδειξαμεν απάνω μέρου Ασσίζ. 3529. 3) Από μέρους = ως ένα βαθμό: αποκρισιαρίων αποσταλέντων παρά του βασιλέως—ήσαν δε … Διονύσιος ιερομόναχος … και Δισύπατος Γεώργιος—την μάχην από μέρους κατεπράυναν Σφρ., Χρον. μ. 569. 4) Από μέρους μου, από το μέρος μου· βλ. από 5α. 5) Εις ή σε (κάποιον) μέρος = κάπως, λίγο, ως ένα βαθμό: το μίλημά σου| εις μέρος έναι δύσκολον τινάς να το πιστεύσει Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1685· μήτε δάκρυα … δε φθάνουν (παραλ. 1 στ.), ούτε σε μέρος καν να τη λιγάνουν (ενν. την όργητα) Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ Χορ. [9]· ακούω να είναι εις εσάς χωρίσματα και εις κάποιον μέρος το πιστεύω Χριστ. διδασκ. 131. 6) Εις μέρος = παράμερα, στην άκρα: τον καιρού τα επώδυνα εις μέρος να τα χωρίζω Λίβ. Sc. 1651· πάλιν απεχωρίσθησαν εις μέρος τα φουσσάτα Αργυρ., Βάρν. K 328. 7) Εις μέρος μέν …, εις άλλο δε· βλ. εις έκφρ. 20. 8) Εκ το έν μέρος …, εκ το άλλο = από τη μια …, από την άλλη: εκ το έν μέρος εχάρηκεν, εκ το άλλο ελυπήθη Χρον. Μορ. P 4872. 9) Εκ (του) μέρους μου, εκ το μέρος μου = α) από εμένα, εξ ονόματός μου (για δήλ. προέλ. ή εξουσιοδότησης): υπήρχον εκβεβλημένα (ενν. τα γράμματα) … εκ του μέρους του αυτού αρχιεπισκόπου Λευκουσίας Διάτ. Κυπρ. 5042· τους άρχοντες χαιρέτησεν εκ μέρος του του δούκα Χρον. Τόκκων 1380· β) όσον αφορά εμένα, όσο εξαρτάται από εμένα: να μηδέν η αγάπη σου λιγότερή μοι γένει, επεί εκ το μέρος το εμόν, λέγω σου πιστοτάτως,| ου μη μικρύνει τίποτες Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.) 5807. 10) Κατά μέρη, κατά μέρος· βλ. κατά εκφρ. 11) Μέρος …, μέρος = α) κατά ένα μέρος (τους) …, κατά ένα άλλο· άλλοι …, άλλοι: μέρος είναι ζωντανά και μέρος είν’ πνιμένα Γαδ. διήγ. 218· μέρος ήτονε νεκροί και μέρος λαβωμένοι Τζάνε, Κρ. πόλ. 3152· β) από τη μια …, από την άλλη: μέρος καμάριν είχασιν και μέρος λυπηρούνται Βυζ. Ιλιάδ. 323· τα παιδιά τρέμουσι και απομαργώνουσιν εις την σπουδήν· μέρος μεν διά τον πόνον του δαρμού και μέρος διά την ύβριν Σοφιαν., Παιδαγ. 280. Φρ. 1) Γίνομαι εις μέρος = αποχωρίζομαι, αποσχίζομαι: παρευθύς εγένοντο τα δέκα σκήπτρα εις μέρος| και ο βασιλεύς απέμεινεν εις δυο και μόνα σκήπτρα Σπαν. P 238. 2) Έχω μέρος εις κ. = συμμετέχω· (εδώ) ενέχομαι: εάν γίνεται ότι εις άνθρωπος θέλει να σύρει μαρτυρίαν διά ένα άλλον άνθρωπον και έχει μέρος εις το αυτόν έγκλημαν Ασσίζ. 3512. 3) Έχω μέρος με (ή μετά) κάπ. = α) σχετίζομαι, συνδέομαι (φιλικά): μετά με δεν ήθελε ποτέ τση να ’χει μέρος Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 466· ο βλάσφημος ουκ εχει μέρος μετά τον Θεόν Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι XII 93· β) μοιάζω: τα γένια του ουκ έχουν μέρος με άνθρωπον Σπανός (Eideneier) Α 410. 4) Θέτω εις μέρος = παραμερίζω, αποβάλλω: εάν τύχει κανείς …| και θέσει εις μέρος τον φόβον Προδρ. III 371 χφ V κριτ. υπ. 5) Κόβονται τα μέρη μου = αποκάμνω, παραλύω (από έντονο συναίσθημα· πβ. και κόπτω φρ. 8): Αφότου γαρ τον έφθασεν αφέντης ο δεσπότης,| εκόπηκαν τα μέρη του και ουδέ να φεύγει ημπόρει Χρον. Τόκκων 2834.
μετέχω,- Διγ. (Trapp) Gr. 717, Μαχ. 49012, Χούμνου, Κοσμογ. 624, 1032, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 348, Π. Ν. Διαθ. 246β 13, Βακτ. αρχιερ. 185, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1451, 1567]· εμετέχω, Συναξ. γυν. 1125.
Το αρχ. μετέχω. Τ. μιτέχου σε ιδιώμ. (Andr., Lex., στη λ., Αντιχάρ. Ανδρ. 243 και Ξεινός, Γλωσσ. Ίμβρου 101). Η λ. και σήμ.
I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) α) Παίρνω μέρος, συμμετέχω σε …: μα στέκε με καλή καρδιά κι έγνοια κιαμιά μην έχεις| και μεγαλύτερες χαρές σου τάσσω να μετέχεις Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 586· β) έχω μέρος από κ.: τοσαύτης χάριτος μετέχεις και μεγάλης Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1179· όλοι τως ελιμάξασι, διατί ψωμίν δεν έχουν,| στάριν, αλεύριν ή καρπόν ουδεποσώς μετέχουν Χούμνου, Κοσμογ. 1786· η Ερωπρικούσα Ουράνιον σπέρμα κι αυτή μετέχει Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε' [1112]· γ) δέχομαι (μέρος από) κ.: Τούτων πάντων … καθέστηκα εν γνώσει,| μήπω φωτός τε μετασχών, ως αληθώς ετίμων τα σκότους όντως άξια Διγ. (Trapp) Gr. 769· Σίμωσε τώρα το λοιπόν κι άλλον καιρόν δεν έχεις| σαν τούτον και συμπάθιον απ’ αύτους να μετέχεις Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1613]. 2) Κατέχω: Είτι εκράτει πασαείς, πάλι ας το μετέχει Αλεξ. 1425. 3) (Προκ. για άνοδο σε επισκοπικό θρόνο): Διά δε των Γραικών εκκλησία ποιμένας χηρεύουσα, Λατίνος αρχιερεύς εξουσίᾳ ιδίᾳ προσεγγίσαι ή μεθέξαι, μη προσεγγίσαι ειμή αυτών αμελησάντων εκλέξασθαι Διάτ. Κυπρ. 50730. 4) Έχω δικαίωμα συμμετοχής σε κ., έχω δικαιοδοσία σε κ.: Τον τόπον του αυθέντη μου τίποτες δεν μετέχεις.| Μάλιστ’ οπού μοιράσετε και ο καθείς γνωρίζει| το πράγμα του το ίδιον Κορων., Μπούας 54. 5) (Γενικ.) έχω: Ουδ’ αίσθησιν ανθρωπινήν δεν ήθελε μετέχει| όποιος σε τέτοιαν συμφοράν λύπην σ’ εσέ δεν έχει Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [585]· θέρμανον αυτά εν τη πυρκαϊά μετεχούσῃ θερμότητος ου πολλής Ιερακοσ. 44512. 6) Ενέχω: Η μετοχή έναι μέρος λόγου όπου κλίνεται και λέγεται μετοχή διότι μετέχει τα ιδιώματα του ονόματος και του ρήματος Σοφιαν., Γραμμ. 244. 7) Έχω σχέση με κάπ.: ο Μύρτινος έχει| πατέρας δυο να τους τιμά κι όμοια να τους μετέχει Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄[1237]. Β´ Αμτβ. 1) α) Είμαι μέτοχος, παίρνω μέρος, συμμετέχω σε …: Διεμηνύσατο ουν ο βασιλεύς τοις αρχιερεύσι πάσιν Ανατολής τε και Δύσεως, ομοίως και τους μετέχοντας εν λόγοις <και> ήλθον άπαντες εν Κωνσταντινουπόλει Έκθ. χρον. 610· Και τι να κάμω τα καλά, σε τόσα να μετέχω;| λίγην χρειάν μου κάμνουσιν, άμα παιδίν ουκ έχω Χούμνου, Κοσμογ. 925· ώστε τον τοιούτον ίππον| ζην τε και δοκείν κι υπνείν τε (παραλ. 2 στ.) και ποιείν και τ’ άλλα πάντα,| όσα προς ζωήν μετέχουν Ερμον. X 147· οι ποταμοί τσ’ Ανατολής να τους ειπώ το ποιοι ’σαν. |Φεισών, Γεών γαρ τρέχουσι στην Δύσιν να μετέχου| και Τίγρις και Ευφράτιος σ’ Ανατολήν να τρέχου Χούμνου, Κοσμογ. 57· β) συμμερίζομαι: Εις την χαράν του φίλου σου τρέχε και εις την θλίψιν· (παραλ. 1 στ.) μέτεχε εις τά πάσχουσιν κι εις την περίστασίν τους Κομν., Διδασκ. Δ 382. 2) Κατέχω: την Μακεδονιά ωσάν εμέ να ʼρίσει,| από τον τόπον π’ όρισα αυτείνος να μετέχει Αλεξ. 2835. 3) Ανήκω, δίδομαι ως μερίδιο σε κάπ.: ω σπλάγχνος της θεότητος, οπού σ’ εμάς μετέχει Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1185]. 4) α) Έχω σχέση, είμαι συνεργός: γνωρίζοντας ο βασιλεύς πως φθαίσιμον δεν έχει,| σ’ αυτόν που τον εγκάλεσαν τίποτες δεν μετέχει Σταυριν. 828· β) επεμβαίνω, ανακατώνομαι σε κ.: καμία άλλη αυλή αν ουδέν εντέχεται να μετέξει εις την υπόθεσιν του ανδρογύνου παρού η αγία του Θεού εκκλησία Ασσίζ. 12724· Και τι μετέχεις, άνθρωπε, και το βεργί γυρεύεις; Βέλθ. 857. 5) Έχω συγγένεια με κάπ.: εμέτεχεν και ήτον ανεψιός του Χρον. Μορ. H 3256. IΙ. Μέσ. 1) (Προκ. για άνοδο σε επισκοπικό θρόνο): τον αυτόν Γερμανόν βουλόμεθα εις έτερον θρόνον μεθέξασθαι Διάτ. Κυπρ. 5113. 2) (Με την πρόθ. μετά και γεν. προσωπικής αντων.) ασχολούμαι με κάπ., μπλέκομαι με κάπ. (ερωτικά): Αδ δεν εν εμπιστός (ενν. ο πόθος) γοιον τον θωρούσιν,| για τείντα να μετέχουνται μιτά του; Κυπρ. ερωτ. 176· Έννοια γλυκιά που τόσ’ αγαλιασμένη| εποίκες και μετέχτηκα μιτά της Κυπρ. ερωτ. 9022. Φρ. 1) Μετέχω αναψυχήν = ανακουφίζομαι, ησυχάζω: Ταύτα ως ήκουσεν αυτή, αναψυχήν μετέσχεν| αλήθειαν νομίσασα τα ειρημένα πάντα Διγ. Z 3747. 2) Μετέχω βρώσεως = τρώω: ο δε (ενν. ο Διγενής) στο άριστον κληθείς βρώσεως ου μετέσχεν Διγ. Z 1769. 3) Μετέχω συγγένειαν μετά κάπ. = είμαι συγγενής κάπ.: ένι εκ της φυλής του γένους των Ρωμαίων| και ου μετέχω μετ’ αυτόν συγγένειαν καμίαν Χρον. Μορ. P 4156. 4) Μετέχω το φυσικόν = έχω τις ιδιότητες που μου έδωσε η φύση, «έχω από τη φύση μου»: πατήρ μου έναι φυσικός ο ρήγας και ο αυθέντης·| μητέρα μου η ρήγαινα, το φυσικόν μετέχω Ιμπ. 826. 5) Μετέχω ύπνου = κοιμούμαι: ουδείς ην τούτων ράθυμος, ουδείς μετέσχεν ύπνου Διγ. Z 958.
μήγαρι,- σύνδ.
Από το αρχ. μη γαρ (Ανδρ., Λεξ. λ. μήγαρις) ή από το μη άρα (Παπαδ. Α., Αθ. 55, 1951, 116-7). Η λ. και διάφ. τ. και σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex., λ. μη γαρ, Παπαδ. Α., Αθ. 55, 1951, 116-7, Γεωργακ., ΛΔ 2, 1940, 140, Καρανικόλα Σ. και Αλ., Παροιμ. Σύμ. 69, Λουκά, Γλωσσάρ. 308, λ. μήαρε και 309, λ. μηγάρις).
Μήπως: Απορηματικοί (ενν. σύνδεσμοι): άρα, άραμου, κάτα, μων, μη, μήγαρι Σοφιαν., Γραμμ. 251.
μηδεψίχα,- επίρρ.
Από το σύνδ. μηδέ και το επίρρ. ψίχα. Πβ. έκφρ. καν ψίχα στο ά. καν.
Ούτε λίγο, καθόλου: Απαγορευτικά (ενν. επιρρήματα): μη, μηδαμώς, μηδεποσώς … μηδέποτε, μηδεψίχα Σοφιαν., Γραμμ. 249.
να (II),- μόρ. δεικτ., Προδρ. IV 51, Καλλίμ. 1309, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ματθ. γ΄ 16· νάτε.
Από το αρχ. ήν >ηνί >να (Κοραή, Άτ. Α΄ 103, Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 100, 400, Φιλ., Γλωσσογν. Β΄ 47) ή ήν >ηνά >να (Γεωργακ., ΛΔ 2, 1940, 137 κε.). Ο τ. με την κατάλ. πληθ. της προστ. ‑τε (Βλ. Dawkins [Μαχ. Β΄ σ. 256]). Η λ. στο Βλάχ. και σήμ.
1) Προκ. να δείξουμε πρόσ. ή πράγματα (Βλ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 180-2) α) με ονομ. όταν ισοδυναμεί με τα εδώ ή αυτός είναι, κ.τ.ό.: να και ο Ιησούς Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ματθ. κη΄ 9· β) β1) με αιτιατ. όταν ισοδυναμεί με τα δες εδώ ή αυτόν, κ.τ.ό.: ανέν κι εμέν δεν μου πιστεύγετε, νάτε το χαρτίν τούτον τό μου επέψαν εις την Φραγκίαν Μαχ. 23211· β2) με αιτιατ. όταν σημαίνει πάρε, ορίστε: Αν ήτονε να πήγαινε στον Άδην άλλος γι’ άλλον,| πολλοί να μου ʼπαν: «Χάροντα, άσ’ τον αυτόν και να άλλον» Πικατ. 308· και νάτε την θυγατέραν μου καλύτερα και κάμετε είτι θέλετε, μόνον αυτούς μην αγγίξετε Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 130v· και νάτε τούτα τα άλογα, καβαλικεύσετέ τα,| περάσετε την θάλασσαν Λίβ. Esc. 2973· Λέγει του: Να και βάλε το (ενν. το δακτυλίδι) εις το δεξό σου χέρι,| σημάδι πως ώστε να ζω είσαι δικό μου ταίρι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1467· (με τους αδύνατους τύπους της προσωπικής αντων.· βλ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 181): Ανάγνωσέ μας τα χαρτιά και πε μας τα μαντάτα| και είτι στον Άδην έχομεν, δώσ’ μας - τ’ αυτά και να τα! Απόκοπ.2 108· Το φως μου αν είχες το ζητάν (ενν. κυρά μου), ήθελα πει «Και να το» Ερωτοπ. 537· γ) (με τη γεν. σου της προσωπικής αντων.) πάρε για σένα (βλ. και Κεχαγιόγλου [Πτωχολ. σ. 480]): Λέγει τον ο βασιλέας| τον καλόν τον γεροντάκη:| «Να σ’ εδά χίλια φλωρία,| να ’σαι κι ελευθερωμένος ... » Πτωχολ. A 315. 2) Μπροστά από πρόταση (συν. με προηγ. ή επόμ. το σύνδ. και επιτ.) για να γίνει έντονη η προεξαγγελία του περιεχομένου της (Βλ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. 182-3): να και ήλθαν μάγοι από την Ανατολήν Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ματθ. β΄ 1· και να κι εκείνοι γλήγορα ...| εκεί επερμαζωχτήκασιν όλοι, μικροί, μεγάλοι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1265. 3) Επαναλαμβανόμενο α) επιτ. για να δηλωθεί ειρωνεία και αγανάκτηση (Βλ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. 184): Να! Μπαρμπαρέση αδυνατέ, να! πόλεμο δικό σου,| που κάμετε στα λόγου σας, ογιά το θάνατό σου,| γυρίσετε στην Μπαρπαριά όσοι και αν απομείνα,| και ογιά την Κρήτη λέγετε πόσοι νεκροί απομείνα! Τζάνε, Κρ. πόλ. 31611· β) ως κλητικό (συν. για να φωνάξουμε ζώα): Ετούτος είν’ όμορφος Σίλβιος οπού φωνιάζει,| τον σκύλον του τον ακριβό μέσα στα δάση κράζει.| ΣΙΛΒ. — Να, να πετρίτη μου, να, να Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [427]· Κλητικά: ω, κούτσι, κούτσι ψι ψι, πίλο πίλο, ψίκο, να να Σοφιαν., Γραμμ. 251.
ναίσκε,- επίρρ., Σοφιαν., Γραμμ. 250, Ερωφ. Β΄ 417, Κατζ. Β΄ 113, Πιστ. βοσκ. ΙΙ 2, 109, III 5, 146, V 6, 124, Στάθ. (Martini) Α΄ 127, 199, Γ΄ 162, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [495, 1104], Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 86, Δ΄ 325, Χριστ. διδασκ. 181, 255, 261, 300, κ.α.
Από την έκφρ. ναι συ καλέ με συγκ. (Βλ. Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Α′ 490-5). Για διαφορετική ετυμ. βλ. Φιλ., Γλωσσογν. Β΄ 12, Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Γ΄, λ. ναίσ’κε(ς) και Ανδρ., Λεξ. Η λ. στο Βλάχ. και σήμ. ιδιωμ., καθώς και τ. ναίσκες (Βλ. Παγκ., ό.π., Κοντοσόπ., Γλωσσογεωγρ. κρητ. 55, Κονόμ., Ζακυθ. λεξιλ. 37, Λάζαρης, Λευκαδ. 116).
Ναι, βέβαια: Ξεύρεις| το σπίτι τση πού βρίσκεται; ...| Ναίσκε, κατέχω το καλά Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 309· Ζει το λοιπόν ακόμη;| Ζει, ναίσκε, (ενν. η κορασίδα) και η ζωή και ο θάνατός της| στέκει στο θέλημά της Πιστ. βοσκ. V 2, 49· Ερω. Νύμφ’ είμ’ εγώ Κορ. Νύμφ’ είσ’ εσύ, ναίσκε, και μην το χώνεις,| μα ’μέ που τόσο σ’ αγαπώ, για δεν το φανερώνεις; Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ 865· (ειρων.): ΤΖΑΒ. Ετότες μ’ επηδήξασιν αξάφνου, μα ήφυγά τως| πούρι σ’ όλο το ύστερο. ΜΠΕΡ. Ναίσκε, μα τα σκοινιά τως| εξετινάξασίν τηνε απ’ τα ρούχα σου τη σκόνη Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 86.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- η, Πτωχολ. N 459, Σοφιαν., Γραμμ. [Πόρτιος] 13.