Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 6 εγγραφές  [0-6]

  Κείμ.αναζήτησης : % | Βιβλ.αναφορά : Σκούφ. Φ.

  • ξεχωριστά,
    επίρρ., Μορεζίν., Λόγ. 482, Σκούφ. Φ. 269, Διαθ. 17. αι. 916, 11186, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [612], Λεηλ. Παροικ. Αφ. 6, 141, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Λουκ. θ́ 10· ξεχωριστός, Αποκ. Θεοτ. II 102.
    Από το επίθ. ξεχωριστός. Η λ. σε έγγρ. του 16. (Δετοράκης, Κρητολ. 16-19, 1983/4, 112) και 17. αι. (Αμάλθ. 10, 1979, 253, Κωνσταντουδάκη, Θησαυρ. 12, 1975, 116, κ.α.), στο Βλάχ. και σήμ.
    1) Κατ’ ιδίαν, ιδιαίτερα, παράμερα: Για τούτο σ’ έκραξα εδεπά ξεχωριστά, ν’ αφήσεις| σε μια μερά τσι λογισμούς όλους, να μου γροικήσεις Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 89· εγύρισεν εις τους μαθητάς και ξεχωριστά τους είπε Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Λουκ. ί́ 23. 2) α) Μεμονωμένα: ανεχώρησεν απεκεί με καράβι ξεχωριστά εις ένα έρημον τόπον Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ματθ. ιδ́ 13· επήγαν εις ένα έρημον τόπον με καράβι ξεχωριστά Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Μάρκ. ϛ́ 32· ανέβασέν τους εις ένα όρος υψηλόν ξεχωριστά μοναχούς Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Μάρκ. θ́ 2· β) (με επόμ. γεν. προσωπικής αντων.): Η Σάρα με τον Αβραάμ επήγεν κι ενεπάγη| κι ο βασιλεύς με λογισμόν ξεχωριστά του πάγει Χούμνου, Κοσμογ. 726. 3) Χωριστά ο καθένας ή το καθένα: εμείνασι του χρυσαφιού και τση πλουσότης δούλοι| και βαρεμένους λογισμούς κι έγνοιες επροκαλέσα| με χίλια πάθη και καημούς στο λογισμό ντως μέσα,| πάσα κιανείς για λόγου του ξεχωριστά κοπιώντας,| φυλάττοντας το πράμα ντου και των αλλών αρπώντας Πανώρ. Πρόλ. 37· ας σέρνουν άλλοι τα θεριά τ’ άγρια και μερωμένα| πάσ’ ένα τως ξεχωριστά, μ’ ολόχρουση καδένα Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 82. 4) α) Ιδίως, ιδιαιτέρως: Τώρα μια κοπανιά ʼμορφη να κάμω μου τυχαίνει| στους δυο τους, μα ξεχωριστά ’ς τούτην την ντροπιασμένη Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [1366]· πρέπει τους προεστώτας των εκκλησιαστικών, ήγουν τους ιερείς και αρχιερείς και εις όλας μεν τας ημέρας, αμή ξεχωριστά εις τες Κυριακές όλου του χρόνου, να διδάσκουσιν όλον τον κλήρον και τον λαόν τους λόγους της αρετής και της ευλαβείας Δαμασκ. Στουδ., Διάλ. 454· ξεχωριστά δε επαράγγειλε (ενν. ο Σελίμ) του Μουσταφά Μπασία, ότι, αν δεν τον κάμει να στέρξει, θέλει κόψει το κεφάλι του Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 350· (με επόμ. γεν.): αφήνω αγάπη και συγχώρεσην ολωνών των ορθοδόξων χριστιανών και ξεχωριστά ολωνών εκεινών απού εις όλον τον καιρόν της ζωής μου με εβλάψασιν εις κανένα μόδον Διαθ. 17. αι. 318· Δεν είναι ... μεγαλύτερη κόλασις ουδέ φοβερότερη ... ωσάν του πόρνου και του κλέφτη, ξεχωριστάς του χωστού πόρνου και τση χωστής πόρνης· ετούτοι κολάζουνται περισσότερο Αποκ. Θεοτ. II 102· ξεχωριστά του λόγου μας τόσες και τετοιανής λογής χάριτες μας εχάρισες, οπού δεν ημπορούμεν να τες διηγηθούμεν Χριστ. διδασκ. 433· β) ιδιαιτέρως, περισσότερο: Ξεχωριστά αφεντάκης του παρ’ άλλο είχε διά το παιδί καημό μεγάλο Λεηλ. Παροικ. 453. 5) Επιπλέον: έχω καμπόσες βίζιτες κι αποδεκεί ασπετάρω| τορνέσα, και όσα σου χρειαστού, εγώ σε κοντεντάρω.| Και πάλι αλεύρι και τυρί ξεχωριστά και λάδι| και ό,τι άλλο έχω στο σπίτι μου πάντα θες έχει αμάδι Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 343· Κι εις την γαστέρα είπε τους διά να τηνε γεμώσουν| αίμα από την καρδίαν μου να πιει να τησε δώσουν·| είπε τους και ξεχωριστά τα χέρια να μου πάρου,| διατί σαν μου τα κόψουνε θέλω διαβεί εις του Χάρου Ευγέν. 1323. 6) Τόσο περισσότερο, κυρίως: Για τούτο δεν ετύχαινε σ’ εμέ να κρύβεις τόσον| την αφορμήν της παίδας σου, για να μηδέν την γνώσω.| Ξεχωριστά γιατί ποτέ δε σου ʼτον μπορεμένον| τον πόνον σου τον άμετρον να μου κρατείς κρυμμένον Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά́ [337]· Μ’ ανίσως κι άλλοι την γροικούν (ενν. την αγάπη) και καίγονται για κείνη,| λογιάζω κι άσφαλτα κρατώ να την γροικά κι αυτείνη.| Ξεχωριστά γιατί το πως τηνε θωρώ αλλαμένη| στην όψη και στο λογισμό και στέκεται γνοιασμένη Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά́ [1039]. Έκφρ. ξεχωριστά από, βλ. ά. από Ια.
       
  • ό,
    σύνδ., Κυπρ. ερωτ. 1032.
    Το ιταλ. ο. Η λ. σε έγγρ. του 16. (Ναξ. έγγρ. 16. αι. 1018, Δημητροκάλλης, Παρνασσ. 163, 1974, 407, Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 23, 1980, 483), 17. (Μαυροειδής, Δωδώνη 7, 1978, 14866, Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 24, 1981, 509' 26, 1983,492, 526) και 18. αι. (Σιγάλας, Ελλην. 2, 1929, 2841, Έγγρ. Σύρου Ά́ 268).
    1) (Προκ. για απλή διάζευξη) ή, είτε: είς άνθρωπος ενοικιάζει το σπίτιν του ετέρου ανθρώπου ό μιας ετέρας γυναίκας Ασσίζ. 3232· να πέμψω τες κασέλες στο Τζάντε ό με τον καπετάν - Κώμη ό με άλλον πασάτζον Σκούφ. Φ. 268. 2) Στη θέση του και: Επιστολήν σου προβοδώ, φίλε μου Μανογήλη,| και μηδέν δεις του μελανιού ό του χαρτιού την ύλην,| αλλά την γνώμην της φιλιάς του πέμποντος γραφέως Κυπρ. ερωτ. 1412.
       
  • οκαζιόν
    η, άκλ., Σκούφ. Φ. 269, Μπερτόλδος 84· πληθ. οκαζιόνες, Μπερτόλδος 62, Μπερτολδίνος 99.
    Το βενετ. occasion. Τ. οκαζιό σε έγγρ. του 1643 (Vincent, Θησαυρ. 4, 1976, 64) και οκατζιόν σε έγγρ. του 1603 (Κρ. συμβόλ. 343). Η λ. σε έγγρ. του 17. [Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 10417, 14432, κ.α.] και του 18. αι. (Μπόμπου - Σταμάτη, Πρακτ. Ε′ Παν. Σ 472).
    Ευκαιρία· περίπτωση: ήμουν και είμαι έτοιμος προς τον πλουν. Όμως ουδεμία οκαζιόν ως τώρα έτυχε Βελλερ., Επιστ. 62· Ανίσως και η βασίλισσα εγέλασε εις τοιούτην οκαζιόν αφήνω να το λογιάσει ο καθένας Μπερτολδίνος 155.
       
  • προγράφω,
    Ωροσκ. 4116, Βυζ. Ιλιάδ. 490, Τσιρίγ., Επιστ. 1689, Μανολ., Επιστ. 17323, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 246156, Χριστ. διδασκ. 412, 461, Σκούφ. Φ. 2688.
    Το αρχ. προγράφω. Η λ. και σήμ.
    1) Γράφω κ. πιο πάνω (στο ίδιο γραπτό μου): Ελλην. νόμ. 5646, Ιστ. πατρ. 115. 2) Έχω στείλει επιστολή σε κάπ.: επροέγραψα της πανιερότη σου και μία και δύο φορές και η πανιερότη σου δε μου έκαμες δύο λόγια Σεβήρ.-Μανολ., Επιστ. 17123· Προέγραψα τῃ σῃ λογιότητι ... πλην βραχέα, της ώρας κατεπειγούσης· έδει γαρ εν πλάτει πολλῴ γράφειν τῃ σῃ αντιλήψει Lettres 1453 52. 3) Έχω δώσει γραπτές υποδείξεις/συμβουλές: να κάμετε ... την ίδιαν εκείνην διδαχήν οπού σας επρογράφθη Χριστ. διδασκ. 412. 4) Καταγράφω τα μέλλοντα: Θαρρούντες ... εις την άφατον του Θεού μακροθυμίαν και (ενν. το) πολύ έλεος προγράφομεν τα εσόμενα εν τῳ παρόντι ενιαυτῴ Ωροσκ. 386.
       
  • προφασίζομαι,
    Γλυκά, Αναγ. 23, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. II 44, IV 31-32, Σκούφ. Φ. 26928, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 91r, 102V,109r.
    [Το αρχ. προφασίζομαι. Η λ. και σήμ.]
    Ά (Μτβ.) (με αιτιατ.) προβάλλω κ. ως δικαιολογία, προφασίζομαι: Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. II 28· (με ειδική πρόταση): Ιστ. πολιτ. 652· (με σύστ. αντικ.): Ευγ. Γιαννούλη, Επιστ. 1105. Β́ Αμτβ.   α) Βρίσκω δικαιολογίες/προφάσεις: Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. II 32· φρ. προφασίζομαι εν αμαρτίαις = προσπαθώ να δικαιολογήσω ένα ατόπημά μου/μια πράξη μου: Μη είπεις έτσι, αδελφέ μου, και προφασίζεσαι εν αμαρτίαις, διότι όταν τρώγεις εσύ ... τότες δεν είσαι επτωχός Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ 102v· β) (εδώ ) χρησιμοποιώ ως πρόσχημα/δικαιολογία τη θλίψη μου/λύπη μου για να κάνω κ.: Γυνή τις προφασιζομένη τον άνδρα της έθαψε και υπήγαινε καθημερινόν εις το μνημείον του ανδρός της και έκλαιεν Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Α’ 4812.
       
  • συνώνυμος,
    επίθ.
    Το αρχ. επίθ. συνώνυμος. Η λ. και σήμ. με διαφορ. σημασ.
    Που έχει το ίδιο όνομα με άλλον, συνονόματος· (εδώ το αρσ. ως ουσ.): Ο ευλαβέστατος Μπουνιαλής προσκυνά την πανιερότην σου, ο ηγούμενος Μπαλιαρής ... και όλοι απού τον πτωχικόν μας οίκον ... Εγώ δε ασπάζομαι ευλαβώς τα ίχνη των αγίων ποδών της πανιερότη σου. Χαιρετώντας και τον ... συνώνυμον από καρδίας ... Σκούφ. Φ. 26919.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης