Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 3 εγγραφές  [0-3]

  Βιβλ.αναφορά : Σκουβαρά, Ολυμπιώτ.

  • ερωταπόκρισις  
    η, Σκουβαρά, Ολυμπιώτ. 411· ’ρωταπόκριση.
    Από τα ουσ. ερώτησις και απόκρισις. Η λ. στο Du Cange (λ. ερωταποκρίσεις).
    α) Ερώτηση και απάντηση, διάλογος, συζήτηση: δεινούς … (ενν. αποκρισαρίους), καλούς, φρονίμους τε εις ερωταποκρίσεις Γεωργηλ., Βελ. 619· β) απάντηση σε ερώτηση: έχομε ’ρωταπόκρισες να σας αποκριθούμε Αλεξ. 1924.
       
  • καλαμπόκι 
    το, Σκουβαρά, Ολυμπιώτ. 117, 461, 475.
    Από το αλβ. kalambok (Ανδρ., Λεξ.).
    Καλαμπόκι: επουλήθηκε το καλαμπόκι Κώδ. Χρονογρ. 63.
       
  • μοναστήριον  
    το, Ελλην. νόμ. 53512-13, Απολλών. (Wagn.) 412, Σφρ., Χρον. μ. 13036, Έκθ. χρον. 51, 6, 8326, Παϊσ., Ιστ. Σινά 301, 1255, 1366, 1869, Δωρ. Μον. XXXII, Διαθ. ηγουμ. Μακαρίας 164, 165, 177, Ιστ. Βλαχ. 1114, κ.π.α.· μοναστήρι(ν), Ιμπ. 575 κριτ. υπ., 590 κριτ. υπ., 605 κριτ. υπ., 734 κριτ. υπ., Σκουβαρά, Ολυμπιώτ. 339· μαναστήριον, Σκουβαρά, Ολυμπιώτ. 339· μοναστήρι, Νεκρολ. φ. 38 δις, Χρον. Μορ. H 2736, 4672, Χρον. Μορ. P 2745, Gesprächb. 8327, 841-2, 3, Απολλών. 409, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1621], Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 100r, 134r, Πορτολ. A 32726, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 32v, 36v, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 114, 689, Διακρούσ. 7420, 1067, Τζάνε, Κρ. πόλ. 23429, 25124, 4149, κ.π.α.· μοναστήριν, Προδρ. II Η 25e, III 224α χφφ CSA κριτ. υπ., 337, 378, 391 χφφ C8A κριτ. υπ., Ασσίζ. 4328, 1241, 36512, Χρον. Μορ. P 4672, Gesprächb. 11723, Ιμπ. 572, 734, Μαχ. 24632, 35, 2484, 62834, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 507, Πορτολ. A 2314, Βεντράμ., Γυν. 227, κ.π.α.· μοναστήριο, Μηλ., Οδοιπ. 640.
    Το μτγν. ουσ. μοναστήριον. Ο τ. μοναστήρι(ν) σε έγγρ. του 15.αι. (Darrouzès, Textes byzantins XX 36), στο Μακρυγιάννη (Βλ. Χαραλαμπάκης (Μελ. ελλην. γλωσσ.) Ϛ΄, 1985, 357) και σήμ. Ο τ. μοναστήρι στο Βλάχ., σε έγγρ. του 16. και 17. αι. (Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 4, 1951, 793·26, Τωμ., Κρητολ. 9, 1979, 14126, 15162, κ.π.α.) και σήμ. Ο τ. μοναστήριν σε έγγρ. του 13. και 16. αι. (Act. Xér. 9 Α35, Β53, Βισβίζ., ό.π. 798, κ.α.) και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.). Ο τ. μοναστήριο σε έγγρ. του 16. και 17. αι. (Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 23, 1980, 469 και 470· 26, 1983, 427 και 495).
    1) α) Τόπος όπου μονάζουν μοναχοί ή μοναχές, μοναστήρι: Τούτος δε ο πατριάρχης κύρης Ιερεμίας ανεκαίνισεν ... το μοναστήριον του Σταυρονικήτα Ιστ. πατρ. 16916· ήλθομεν πάλιν εις την Λαύραν, πολλά τρανό μοναστήρι Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 36v· ευρίσκει (ενν. η Μαργαρώνα) τόπον εύμορφον ...| κτίζει ... το άγιον μοναστήριν Ιμπ. 594· (σε παρομοίωση προκ. για μέρος ανυπεράσπιστο, ερημικό): Το κάστρον ηύραν (ενν. οι Φράγκοι) αχαμνόν, ως μοναστήριν το είχαν·| το σώσει το επολέμησαν, από σπαθίου το απήραν Χρον. Μορ. H 1712· β) (μεταφ.· ειρων.): ηγάπουν το μαυλισταρειόν, το μέγα μοναστήριν Σαχλ., Αφήγ. 99. 2) (Γενικ.) τόπος διαμονής· (εδώ σε ιδιάζ. χρ.): Εδά ʼχασες, βαριόμοιρε Αδάμ, αποκλειστήρι,| τον τόπον της παράδεισος και τ’ άγιον μοναστήρι Πικατ. 555. 3) (Συνεκδ.) ναός (συν. μεγάλος· η σημασ. και σήμ.· βλ. Ξανθ., Χρ. Κρ. 1, 1912, 339 και Δημητράκ., λ. μοναστήριος 3): τον παλαιόν καιρόν, οπού ήτον και όριζαν οι χριστιανοί βασιλείς, ήσαν μοναστήρια, ήγουν εκκλησίες, τξε΄ Προσκυν. Κουτλ. 390 13939. 4) (Συνεκδ.· στον εν. και πληθ.) μοναχοί, καλόγεροι: Ήλθαν τα μοναστήρια και πάντες οι  ηγουμένοι| και πήγαν και προσκύνησαν αυτόν Βίος Δημ. Μοσχ. 285· λύσον ταύτην την γραφήν, διά την αγάπην του Θεού, και χαροποίησον το μοναστήρι σου Επιστ. Ηγουμ. 175· Σημαίνουσιν οι εκκλησιές, ψάλλουν τα μοναστήρια Βίος Δημ. Μοσχ. 737. — Ο τ. Μοναστήρι ως τοπων.: Πορτολ. A 3537, 22, 23, 28δις.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης