Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- αφιέρωσις
- η, Σιγιλλ. Κωνστ. Μακρ. 31, Φλώρ. 795.
Το μτγν. ουσ. αφιέρωσις. Η λ. και σε επιγρ. (L‑S) και σήμ. (ΙΛ, λ. αφιέρωση).
1) Το να αφιερώνει κανείς (κ.) σε εκκλησία, μονή, κλπ. (Η σημασ. μτγν., L‑S και σήμ., ΙΛ, λ. αφιέρωση): βασιλικήν μονήν … έχουσαν εντός τ(ης) θεοσώστου πόλ(εως) Βερροί(ας) [εξ αφι]ερώσ(εως) σκουτ(ε)ρ(ίου) του Σαραντηνού Σιγιλλ. Κωνστ. Μακρ. 31. 2) Αφοσίωση (Βλ. και Δημητράκ. στη λ. 3): ευρίσκει δυο φουδούλες (παραλ. 3 στ.) ευγενικές από γενεάν, ήσαν διά πανδρείαν| εις πάσαν αφιέρωσιν διά λόγου του Φλωρίου Φλώρ. 795. Βλ. και αγάπησις 2, ασχόλησις 1, 2.
βρουλέα- η, Act. Xér. 2055, Σιγιλλ. Κωνστ. Μακρ. 36.
Από το ουσ. βρούλο και την κατάλ. ‑έα. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. βουρλεά).
Τόπος όπου φυτρώνουν βούρλα (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βουρλεά 3): διέρχεται το μνημείον ... και απέρχεται κατ’ ευθείαν εις την εκείσε βρουλέαν Σιγιλλ. Κωνστ. Μακρ. 36.
ζευγάριο(ν)- το, Act. Lavr. 6028, Act. Esph. 71, 86, 1417, 1512, 168, 274, Διαθ. Θεοδ. Σαρ. 2182, Σιγιλλ. Κωνστ. Μακρ. 3242, Έγγρ. του 1356 (Θεοχαρίδης Γ., Μακεδ. 5, 1961/63,135), Act. Xér. 18A5, 2827, 36, Καραβ. 4947, Βακτ. αρχιερ. 176· ζευγάρι(ν), Διγ. A 1970, Μαχ. 3223, Σαχλ., Αφήγ. 127, 153, Ιμπ. (Legr.) 1000, Ροδολ. Β΄ [348], Τζάνε, Κρ. πόλ. 18711, 36925.
Το αρχ. ουσ. ζευγάριον. Η λ. και σήμ.
1) (Προκ. για πρόσ. ή αντικ.) ζευγάρι: υπομανίκια ζευγάρια γ’ Έγγρ. του 13. αι. (Λάμπρ., ΝΕ 7, 1910, 40)· Σεβαστινός και Ουρβίκιος, διαβόλου το ζευγάρι Ζήν. Β΄ 99. 2) Αντρόγυνο: θλίψιν, πικρίαν περισσήν είχασιν το ζευγάρι Ιμπ. (Legr.) 303· στέκανε αγκαλιαστά σαν να ’τανε ζευγάρι Δεφ., Σωσ. 154. 3) Ζεύγος από βόδια για την καλλιέργεια της γης: άνθρωπον εύρε κάμνοντα την γην με το ζευγάριν Καλλίμ. 1486· βόδια οπού είχαν ζεμένα και έκαναν ζευγάρι Διήγ. πανωφ. 60. 4) Έκταση γης που μπορεί να οργωθεί από ένα ζευγάρι βοδιών μέσα σε ένα χρονικό διάστημα (Βλ. Πετρόπ., ΕΛΑ 7,1952, 91): Μετά δε την εμήν τελευτήν οφείλουσι λαβείν άπαν το εισόδημα της κατασποράς των ζευγαρίων μου και αυτά πάντα δη τα ζευγάρια και τα παλαιοχώρια Act. Xér. 2837.
ζευγηλατείον- το, Act. Esph. 75‑6, 15, Act. Xér. 18DI28, 2513, Διαθ. Θεοδ. Σαρ. 2062, 2167, 68, Σημ. Δωρ. Τζυκ. 4899· ζευγαλατείον.
Από το ουσ. ζευγηλάτης και την καταλ. ‑είον. Η λ. και τ. ζευγαλάτιον στο Du Cange (λ. ζευγαλάτης). Τ. ζευγολατειό και σήμ. (Δημητράκ., λ. ζευγολατειό).
Χωράφι καλλιεργήσιμο ή καλλιεργημένο: κάτωθεν της αυτής πόλεως υπό το αυτό μετόχιον ζευγηλατεία δύο, του Κομανίτζη και το Μακροχώριον λεγάμενα Σιγιλλ. Κωνστ. Μακρ. 318· όσοι επικρατώσι κτήματα ή ζευγαλατεία Ψευδο-Σφρ. 54213.
θεόσωστος,- επίθ., Σιγιλλ. Κωνστ. Μακρ. 30, Σημ. Δωρ. Τζυκ. 42, Ψευδο-Σφρ. 53835.
Από το ουσ. Θεός και το σώζω (Βλ. Γεωργακ., Αθ. 46, 1935, 131). Η λ. τον 9. αι., Lampe, Lex.· βλ. και Trapp, Stud. byz. Lexik. 24.
Προστατευμένος από το Θεό: εις την θεόσωστον Κωνσταντινούπολιν Notizb. 83· εν τῃ θεοσώστῳ πόλει Μονεμβασίας Ψευδο-Σφρ. 5408.
λόγγος- ο, Σιγιλλ. Κωνστ. Μακρ. 12, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 13, Βίος Αλ.2 117, Χρον. Τόκκων 2325, 2329, Γράμματα Μετεώρ. 6626, 691, 7011, 7428, Θησ. ΙΑ΄ [υπόθ. 5, 203], Μάρκ., Βουλκ. 34227, Ιστ. Βατοπ. 40, Πεντ. Δευτ. XIX 5, Χρον. σουλτ. 3421, Αρσ., Κόπ. διατρ. 1030, Δωρ. Μον. XXX, Σταυριν. 247, Ευγέν. 887, Βακτ. αρχιερ. 170, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [475], Δ΄ [577, 1216], Ροδινός (Βαλ.) 122, κ.α.· λογγός.
Από το παλαιότ. σλαβ. logằ (Βλ. Meyer, NS II 38· πβ. και Γεωργακ., Πελοπον. 1, 1956, 393. Για διαφορετική ετυμ. βλ. Φιλ., Γλωσσογν. Γ΄ 209). Ο τ. και σήμ. στην Άνδρο και τη Μύκονο (βλ. Γεωργακ., Πελοπον. 1, 1956, πβ. και τ. ’ογγός στη Νάξο· βλ. Ήμελλο, Αθ. 67, 1963/64, 37)· ως τόπων, ήδη σε έγγρ. του 11. (Act. Lavr. 2213, 24114, 22), 12. (Act. Lavr. 6125), 14. αι. (Act. Xér. 259, Act. Esph. 2211),κ.α., καθώς και σήμ. (Βλ. Γεωργακ., Μ). Η λ. τον 11. αι. (Κεδρ.) και σήμ. και ως τοπων. (Βλ. Γεωργακ., Μ ).
Πυκνό δάσος: ήτον λόγγος περισσός και δένδρη μεγάλα, πολλά δασέα Μαρτύρ. αγ. Νικολ. 166215· εις τα δάση και λογγούς είσαι (ενν. λύκε) κατακρυμμένος Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 841.
λογγώδης,- επίθ., Σιγιλλ. Κωνστ. Μακρ. 32, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 813 κριτ. υπ.
Από το ουσ. λόγγος και την κατάλ. ‑ώδης.
Που έχει πυκνά δάση: εξήλωσεν άνθρωπός τις … τόπον αλσώδη και λογγώδη, ήτοι άβατον κι εκαλλιέργησεν αυτόν Γράμματα Μετεώρ. 7648.
πανυπέραγνος,- επίθ., Σιγιλλ. Κωνστ. Μακρ. 304.
Από το α΄ συνθ. παν‑ και το επίθ. υπέραγνος. Η λ. το 13.-14. αι. (Steph., Θησ.).
(Επιτ.) αγνός στον υπέρτατο βαθμό· (εδώ ως επίθ. της Παναγίας): όμνυμι τον δεσπότην Χριστόν και την πανυπέραγνον αυτού μητέρα Δούκ. 6128.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- η, Σιγιλλ. Κωνστ. Μακρ. 31, Φλώρ. 795.