Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- αφιερωτήριος,
- επίθ., Σημ. Δωρ. Τζυκ. 42.
Από το αφιερώ και την κατάλ. ‑τήριος.
Που έχει σχέση με αφιέρωση, που αναφέρεται σε αφιέρωση: άπαντα σχεδόν τα προσόντα εκείνῳ (ενν. τῳ μοναστηρίῳ) αφιέρωσέ τε και προσεκύρωσε δι’ οικείου αφιερωτηρίου και επιτελευτίου γράμματος Σημ. Δωρ. Τζυκ. 42.
γονικός,- επίθ., Προδρ. I 53, 64, III 377 (χφφ gV) (κριτ. υπ.), Διγ. (Trapp) Gr. 3251, Διγ. Z 3959, 4006, Διγ. (Trapp) Esc. 216, Βέλθ. 14, 141, 498, Χρον. Μορ. H 1010, 2452, Χρον. Μορ. P 4247, Act. Xér. 2668, 95, Αρμεν., Εξάβ. Ε΄ 825, Έγγρ. του 1355 (Θεοχαρίδης, Μακεδ. 5, 1963, 131 δις), Έγγρ. του 1356 (Θεοχαρίδης, Μακεδ. 5, 1963, 135 τρις), Σημ. Δωρ. Τζυκ. 45, Λίβ. P 301, Λίβ. Sc. 3237, Λίβ. Esc. 542 (κριτ. υπ.), 3487, Λίβ. N 583, 3819, Notizb. 86, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 794 κριτ. υπ., Πανώρ. Δ΄ 104, Διγ. O 596· ιγονικός, Χρον. Μορ. H 1383.
Η λ. στον Αριστοτέλη και σήμ. (Δημητράκ.).
1) Προγονικός (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. 2): εγεννήθην κι εμεγάλωσεν κι εγίνην τετραέτης,| εχέρισε κι εμάνθανε τας γονικάς του ανδρείας Διγ. (Trapp) Esc. 216. 2) α) Πατρικός (Βλ. Lampe, Lex. στη λ. 1, Preisigke-Kiessling, καθώς και Ostrog., Problèmes 62. H σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 3): Είχε δε πρόσοδον πολλήν των γονικών χρημάτων Διγ. Z 4006· πλησίον δε γενόμενος του γονικού του οίκου Διγ. Z 3959· φρόντισον πρώτα το καλόν της γονικής σου χώρας Λίβ. N 583· μέλλει του τόπου να γενεί του γονικού του ξένος Λίβ. Esc. 542 (κριτ. υπ.)· να ’χεις παντοτινόν καημόν και γονική κατάρα Πανώρ. Δ΄ 104· αφήτε εμένα τον Μορίαν, οπού ’ναι γονικός μου Χρον. Μορ. P 4247· β) κληρονομικός: ρήγας κι αφέντης γονικός της Σαλονίκης πόλης Χρον. Μορ. H 1010.
διενοχλώ,- Act. Xér. 1679, 312, Βίος Αλ. 5007, Αρμεν., Εξάβ. Γ́ 61δίς, Σημ. Δωρ. Τζυκ. 43.
Το μτγν. διενοχλέω.
Ενοχλώ πολύ, υπερβολικά (Η σημασ. μτγν., L‑S, λ. διενοχλέω): Ουδείς … πειραθεί όλως διενοχλήσαι τῃ μονῄ Act. Xér. 16312.
εδράζω,- Βίος Αλ. 5437, Σημ. Δωρ. Τζυκ. 4432, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1807.
Το μτγν. εδράζω.
1) Ιδρύω, εγκαθιδρύω, θεμελιώνω (Η σημασ. τον 4. αι., L‑S): Το μεν πολίχνιον εστί τῃ άμμῳ ηδρασμένον Παϊσ., Ιστ. Σινά 1807. 2) (Μέσ.) στηρίζομαι (Η σημασ. μτγν., L‑S): δείξατε υμείς οι Βατοπεδινοί επί ποίοις δικαίοις εδραζόμενοι ανακαλείσθε τούτο Σημ. Δωρ. Τζυκ. 4432.
έκδοσις- η, Διάτ. Κυπρ. 51016, Miklos.-Müller, Acta 5, 259, Act. Xér. 967, 9Β95, Αρμεν., Εξάβ. Ά́ 467, Σημ. Δωρ. Τζυκ. 4679, Βελλερ., Επιστ. 5542.
Το αρχ. ουσ. έκδοσις. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
1) (Πιθ.) παράγγελμα, εντολή: Όταν αυτοί των ιερών κανόνων τας εκδόσεις ενεργούσιν εκπληρώσαι Διάτ. Κυπρ. 51016· να γένει επίμων, να πάρει έκδοσιν από τον οικουμενικόν πατριάρχην,| να μας την στείλει να μετατεθούμεν εις την Ζάκυνθον Βελλερ., Επιστ. 5542. 2) Δήλωση, ανακοίνωση: Δύναται προτιμάν τον κατά προπέτειαν απολειφθέντα τῳ αντιδίκῳ αυτού· ου μέντοι τον μη πειθαρχήσαντα αυτῴ περί την έκδοσιν των ονομάτων των μαρτύρων Αρμεν., Εξάβ. Ά́ 467. 3) Δωρητήριο (Βλ. Act. Xér. σ. 96): (ενν. αφίημι) την του Ξηροποτάμου επικεκλημένην (ενν. μονήν) κατά την προτέραν μου έκδοσιν και υπόσχεσιν Act. Xér. 9Β95.
εκδοτήριος,- επίθ., Act. Lavr. 4923, Έγγρ. του 12. αι. (Σάθ., ΜΒ Ϛ́́ 6221), Έγγρ. του 14. αι. (Θεοχαρίδης, Μακεδ. 5, 1961/63, 140), Σημ. Δωρ. Τζυκ. 46, Γράμματα Μετεώρ. 20, 23.
Από το ουσ. εκδότης και την κατάλ. ‑τήριος. Η λ. στον Κουμαν., Συναγ.· πβ. Βαρναλίδης, Χαριστ., σ. 158 και σ. 210 σημ. 536.
α) (Προκ. για έγγραφο) που αναφέρεται στην εκμίσθωση ενός κτήματος: Άκτος εκδοτηρίου εγγράφου εις χωράφιον, ε[ι]ς σποράν έν τρίτον Έγγρ. του 12. αι. (Σάθ., ΜΒ Ϛ́́ 6221)· β) (προκ. για γράμμα) που αναφέρεται σε παραχώρηση, δωρεά κτημάτων: επειδή γνώμῃ και θελήσει αυτών το παρόν εκδοτήριον γράμμα εποιησάμην προς την μονήν Έγγρ. του 14. αι. (Θεοχαρίδης, Μακεδ. 5, 1961/63, 140)· τῃ εμφανείᾳ του παρόντος αποδεικτικού, εκδοτηρίου κ(αι) εξισαστικού ημ(ών) γράμματος Γράμματα Μετεώρ. 23.
ενοικιακός,- επίθ., Act. Xén. 64100.
Από το ουσ. ενοίκιον και την κατάλ. ‑ιακός.
Κατάλληλος για νοίκιασμα: τα οσπίτια αυτού μετά της αυλής αυτών και των ετέρων εκείσε ενοικιακών οικημάτων Σημ. Δωρ. Τζυκ. 4798.
έπαρχος- ο, Προδρ. III 216 ίί (κριτ. υπ.), Μανασσ., Χρον. 2168, 2868, 3355, Πωρικ. P 1092, Ελλην. νόμ. 55419, Αρμεν., Εξάβ. Γ΄ 840, Ε΄ 1216, Ϛ΄ 1412, Παράρτ. 16, 7, Σημ. Δωρ. Τζυκ. 4563, 65, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 915.
Το αρχ. ουσ. έπαρχος. Βλ. και Τωμ., Αθ. 62, 1958, 3.
1) α) Διοικητής, κυβερνήτης επαρχίας: ο Ισμαήλ αντεισήχθη κονοσταύλος και έπαρχος εν Χερρονήσῳ Δούκ. 41932· τῃ πίστει ταύτη επολέμησαν διά πολλών τιμωριών και φόνων οι βασιλείς τότε και οι έπαρχοι αυτών εν τῃ οικουμένῃ Ιστ. πατρ. 936· περί επάρχων του κάστρου Βακτ. αρχιερ. 152· β) αξιωματούχος με διάφορες αρμοδιότητες: Προστάσσω σε τον έπαρχον θαλάσσης συν τους πάντας κυβερνητάς Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 923· κρίσει του επάρχου της πόλεως Αρμεν., Εξάβ. Δ΄ 122. 2) (Ως επίθ.) έκφρ. έπαρχος αρχή = το αξίωμα του επάρχου, του πραίτωρα: εμοί την έπαρχον αρχήν ταύτην παρεσχηκότι Μανασσ., Χρον. 3385.
επιδημώ (II)·- απαρέμφ. επιδημήσαι.
Απαρέμφ. αορ. του αποδημώ· προσθετέον στο ά. αποδημώ.
Πεθαίνω: ενεφάνισαν ουν ημίν οι μοναχοί την του κτήτορος εκείνου Σαραντηνού του σκουτερίου έγγραφον επιτελεύτιον θέλησίν τε και βούλησιν, ήνπερ προ του επιδημήσαι τῃ τούτων μονῄ εκείνος εξέθετο Σημ. Δωρ. Τζυκ. 4434].
επιτελεύτιος,- επίθ. Σημ. Δωρ. Τζυκ. 4210.
Από την πρόθ. επί και το ουσ. τελευτή. Η λ. τον 6. αι. (Lampe, Lex.).
Έκφρ. έγγραφος επιτελεύτιος θέλησις ή επιτελεύτιον γράμμα = διαθήκη: Έγγραφον επιτελεύτιον θέλησίν τε και βούλησιν Σημ. Δωρ. Τζυκ. 4434· εγώ μοναχός Θεοδόσιος ο Σκαράνος το παρόν επιτελεύτιον γράμμα εξέβηκα Act. Xér. 9Β4.
ζευγηλατείον- το, Act. Esph. 75‑6, 15, Act. Xér. 18DI28, 2513, Διαθ. Θεοδ. Σαρ. 2062, 2167, 68, Σημ. Δωρ. Τζυκ. 4899· ζευγαλατείον.
Από το ουσ. ζευγηλάτης και την καταλ. ‑είον. Η λ. και τ. ζευγαλάτιον στο Du Cange (λ. ζευγαλάτης). Τ. ζευγολατειό και σήμ. (Δημητράκ., λ. ζευγολατειό).
Χωράφι καλλιεργήσιμο ή καλλιεργημένο: κάτωθεν της αυτής πόλεως υπό το αυτό μετόχιον ζευγηλατεία δύο, του Κομανίτζη και το Μακροχώριον λεγάμενα Σιγιλλ. Κωνστ. Μακρ. 318· όσοι επικρατώσι κτήματα ή ζευγαλατεία Ψευδο-Σφρ. 54213.
θεόσωστος,- επίθ., Σιγιλλ. Κωνστ. Μακρ. 30, Σημ. Δωρ. Τζυκ. 42, Ψευδο-Σφρ. 53835.
Από το ουσ. Θεός και το σώζω (Βλ. Γεωργακ., Αθ. 46, 1935, 131). Η λ. τον 9. αι., Lampe, Lex.· βλ. και Trapp, Stud. byz. Lexik. 24.
Προστατευμένος από το Θεό: εις την θεόσωστον Κωνσταντινούπολιν Notizb. 83· εν τῃ θεοσώστῳ πόλει Μονεμβασίας Ψευδο-Σφρ. 5408.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- επίθ., Σημ. Δωρ. Τζυκ. 42.