Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 103 εγγραφές  [0-20]

  Βιβλ.αναφορά : Σεβήρ., Σημειώμ.

  • βαπτίσιν  
    το, Σεβήρ., Σημειώμ. 79β.
    Από το βαπτίζω. Η λ. και σήμ. (στον πληθ.) (ΙΛ, λ. βαφτίσια).
    Βάπτιση (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βαφτίσια 1): Έβγαλα εις ένα βαπτίσιν L (= λίρες) 3 Σεβήρ., Σημειώμ. 79β. — Βλ. και βάπτισμα(ν).
       
  • βέστα (I) 
    η, Σεβήρ., Σημειώμ. 77β, Κατζ. Α΄ 316, 319, 333, Β΄ 127, 395, 399, Ε΄ 408, Ευγέν. 946, 955, 960, Στάθ. Α΄ 294.
    Το βενετ. vesta (Spadaro, Byz. 38, 1968, 450). Η λ. και σε έγγρ. του 1509 (Βαγιακ., ΕΜΑ 3, 1950, 153) και σήμ. στην Κάρπαθο (Μιχαηλ.-Νουάρ., Λεξ. 92).
    α) Ένδυμα (συνήθως μακρύ) (Για τη σημασ. βλ. Μιχαηλ.-Νουάρ., Λεξ. 92): δυο βέστες ομορφότατες είπα να τση χαρίσω Κατζ. Α΄ 316· μηδέ ακορτζέρομαι το πως φορώ ντοτόρε βέστα Στάθ. Α΄ 294· β) βασιλική τήβεννος: Γρήγορα αμέτε, φέρετε την βέστα οκ το παλάτι Ευγέν. 955. — Βλ. και βελέσσι, βεστιάριον 1β.
       
  • βομβύκινος,  
    επίθ.· βαβύκινος, Διαθ. Αγ. Γεωργ. Μαγγ. (REB 6, 1948, 46, 47δις), Ασσίζ. 2441 (έκδ. βιβήκια, πιθ. εσφαλμ. γρ. αντί βαβύκινα)· βαμβάκινος, Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 520· βαμβύκινος, Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 513, 520, 524, Act. Xér. 9A12, 9B16, Βίος Αλ. 5628, Βεν. κείμ. 3, βαμπύκινος, Σεβήρ., Σημειώμ. 100· παμπύκινος, Βεν. κείμ. 3.
    Από το ουσ. βόμβυξ.
    1) Μεταξωτός (Βλ. L‑S): σινδόνιον βαμβύκινον Βίος Αλ. 5628. 2) (Προκ. για βιβλία) (Βλ. Δημητράκ. και Atsalos, Term. A΄ 140): βιβλιδόπουλον βαμβύκινον Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 524. Το ουδ. στον πληθ. ως ουσ. = μεταξωτά υφάσματα: Απέ τα βαβύκινα και απέ τα βαμπακερά κελεύει το δίκαιον να λάβουν εις τα μάρκα ρ΄ Ασσίζ. 2441.
       
  • βούλλα  
    η, Λόγ. παρηγ. L 707, Act. Lavr. 6624, Ασσίζ. 2213, 22914, 18, 23, 4798, 12, Act. Xér. 209, 52, Διγ. A 4078, Χρον. Μορ. H 316, 2381, 3031, 8125, Βίος Αλ. 1875, Διήγ. Βελ. 136, 137, Μαχ. 5419, 808, 5089, 67424, Χρον. σουλτ. 9321, 1384, Γεωργηλ., Βελ. 193, Ριμ. Βελ. 214, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 129 κριτ. υπ., Έκθ. χρον. 3710, Κορων., Μπούας 4, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 718, 730, Σοφιαν., Παιδαγ. 100, Πεντ. Έξ. XXXIX 6, Ιστ. πολιτ. 4922, Ιστ. πατρ. 12116, Σεβήρ., Σημειώμ. 27, Αρσ., Κόπ. διατρ. σ. 391, 395, Δωρ. Μον. XXXIX, Ιστ. Βλαχ. 1570, Διγ. Άνδρ. 40038, 4012, Λίμπον. 307, Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 398, Πρόλ. άγν. κωμ. 39, Χριστ. διδασκ. 146, Διγ. O 650, Διακρούσ. 7430, Τζάνε, Κρ. πόλ. 4643.
    Το μτγν. ουσ. βούλλα (Sophocl.). Βλ. και Du Cange και Du Cange, Addenda. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) Σφραγισμένο δισκίο από μόλυβδο ή άργυρο ή χρυσό που κρεμόταν από επίσημα έγγραφα (Βλ. Du Cange και Καραγ., Βυζ. διπλ.2 119-28): προστάγματα του εποίκασιν με κρεμαστές τες βούλλες Χρον. Μορ. H 316· έδωκέ του χαρτία άγραφα με χρυσές βούλλες Δωρ. Μον. XXXIX. 2) α) Το όργανο με το οποίο σφραγίζεται κ., σφραγίδα (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 3α): Περί τον χρυσοχόν οπού ποιεί άνομας βούλλας Ασσίζ. 2213· βλ. και βουλιστήρι, βούλλωμα(ν) 1· β) το αποτύπωμα της σφραγίδας (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 3β): απήρεν μαρτυρίες| εγράφως με τες βούλλες τους Χρον. Μορ. H 8125· του ’δωκε την εξουσιά, τη βούλλαν του τού βάνει Τζάνε, Κρ. πόλ. 4643. 3) (Μεταφ.) στίγμα ηθικό: χίλιες μύριες εντροπές και βούλλες τσι κουκλώνου Φορτουν. (Vinc.) B΄ 398. 4) Επίσημο έγγραφο σφραγισμένο (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 7γ): δώσε μου βούλλα και άνθρωπον βασιλικόν να κάμεις Λίμπον. 307· την βούλλαν κράτει αυτουνού, επέρνα χωρίς φόβον Διγ. A 4078. Βλ. και αργυρόβουλλον. 5) Ύφασμα με το οποίο δένονται τα μάτια, «τυφλοπάνι» (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 8. Για πράγμα βλ. Κουκ., ΗΜΕ 1930, 424): σκύψε να λύσω τα δεσμά, να κατελύσω βούλλας Διήγ. Βελ. 137.
       
  • βούτυρος  
    ο, Ιερακοσ. 46610, 4689· βότυρος, Σεβήρ., Σημειώμ. 4γ.
    Το μτγν. ουσ. βούτυρος. Η λ. και ο τ. και σήμ. (ΙΛ, λ. βούτυρο).
    Βούτυρο (Η σημασ. μτγν., L‑S και σήμ., ΙΛ, λ. βούτυρο): Λέγουσι δε ως και ο βούτυρος ωφελεί Ιερακοσ. 46610.
       
  • δαγκάνω,  
    Γλυκά, Στ. 160, Πουλολ. 491, Διήγ. παιδ. 842, Διήγ. Βελ. 223, Θησ. (Foll.) I 75, Γεωργηλ., Βελ. 26, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 19, Σαχλ., Αφήγ. 455, Πεντ. Γέν. XLIX 17, Αιτωλ., Μύθ. 4015, 665, 995, 1187, 1403, Άλ. Κύπρ. 1783, Πανώρ. Β΄ 60, Κατζ. Γ΄ 201, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [1144, 1193], Δ΄ [232], Ερωτόκρ. Β΄ 1119, 1172, Ε΄ 919, 1042, 1442, Τζάνε, Κρ. πόλ. 19028, 27112· δακάνω, Φυσιολ. 3715, Γεωργηλ., Βελ. 496, Ριμ. Βελ. 370, Άνθ. χαρ. 30014, Σαχλ. N 17817, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 450, 683, Θρ. Κύπρ. K 59, Σεβήρ., Σημειώμ. 98, Ροδολ. Α΄ [37], Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 224, Δ΄ 589, Τζάνε, Φυλλ. ψυχ. 378.
    Το μτγν. δαγκάνω. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.). Ο τ. δακάνω και σήμ. στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Β΄ 301) και στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ σ. 519).
    I. Ενεργ. 1) Δαγκώνω (Η σημασ. μτγν., L‑S και σήμ., Δημητράκ., στη λ. 1): απού πιάνει το θεριόν απού την ουράν δακάνει τον Άνθ. χαρ. 30014· λύκου λέγω πρόβατα ποτέ να μη δακάνει Σαχλ. N 17817· εδάκασα κι εφίλησα τα νόστιμά της χείλη Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 450. 2) Τρώγω: αφέντη, μέσα ας μπούμε| στο σπίτι να δακάσομε τίβετας Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 224. 3) (Προκ. για έντομα) κεντρίζω, τσιμπώ (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 3): τρώγουν σε οι κώνωπες και σφήκες σε δαγκάνουν Διήγ. παιδ. 842· οι ψείρες της της φυλακής ωσάν κουρεοί δαγκάνουν Σαχλ., Αφήγ. 455· ποιος ουκ εδαγκάθηκεν υπό σκορπίου φθόνου; Γεωργηλ., Βελ. 26. 4) (Μεταφ.) βασανίζω: ο έρωτας φλόγα πολλήν απάνω τους θα βάνει| και για παρηγοριά τωνε θέλει να τους δακάνει Τζάνε, Φυλλ. ψυχ. 378. 5) Φρ. δαγκάνω τη γη = ματαιοπονώ: την γην δαγκάνεις, εύχεσαι, παρακαλείς και λέγεις Γλυκά, Στ. 160. II. (Μέσ.· μεταφ.) δαγκώνω τα χείλη μου από οργή (Η σημασ. και σήμ.· πβ. Δημητράκ. στη λ.): τότες ο Ισαάκ εδαγκάθη και ασηκώθη μετ’ οργής Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 138r.
       
  • δετικός, 
    επίθ., Σεβήρ., Σημειώμ. 42, 61.
    Από το δένω και την κατάλ. ‑ικός. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
    Το ουδ. στον πληθ. ως ουσ. = τα έξοδα της βιβλιοδεσίας (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2): έδωκα … εις τα βιβλία δουκάτα 30. Εις τα δετικά L 16 Σεβήρ., Σημειώμ. 61.
       
  • διάκος 
    ο, Ασσίζ. 35826, 30, Μαχ. 363, 67429, Σεβήρ., Σημειώμ. 20, 29.
    Από το ουσ. διάκων (Βλ. Ανδρ., Λεξ.). Η λ. στο Βλάχ. και σήμ. (Δημητράκ.).
    Βοηθός επισκόπου ή ιερέα, που κατέχει τον τρίτο βαθμό της ιεροσύνης (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ.): ήτον διάκος εις την ανορίαν της Μαραθάσας Μαχ. 363. Η λ. και ως επών. (Βλ. Βαγιακ., Αθ. 63, 1959, 209). — Βλ. και διάκων.
       
  • ενέμπροσθεν,  
    επίρρ., Ψευδο-Σφρ. 19013, 15, Σεβήρ., Σημειώμ. 20.
    Από τη συνεκφ. της πρόθ. εν και του επιρρ. έμπροσθεν.
    1) Ενώπιον: Και του δουκός ενέμπροσθεν και των αρχόντων έστη Κορων., Μπούας 36. 2) Προηγουμένως, στην αρχή: Ο δε αμιράς … στρατόν στείλας ενέμπροσθεν εις βοήθειαν τῳ βασιλεί Ιωάννῃ Ψευδο-Σφρ. 1885.
       
  • επιγονάτιον  
    το, Κώδ. Πάτμου 514, Σεβήρ., Σημειώμ. 4γ, Σεβήρ., Διαθ. 19193.
    Από την πρόθ. επί και το ουσ. γονάτιον. Η λ. στο Du Cange (λ. υπογονάτιον) και σήμ. ως εκκλησιαστικός όρος.
    Άμφιο σε σχήμα ρόμβου.
       
  • ζιπόνι(ν) 
    το, Σεβήρ., Σημειώμ. 101· ζιπούνιν, Βουστρ. 429, 461· ζουπόνι, Διαθ. του 1487 (Σάθ., ΜΒ Ϛ΄, 65627)· τζιπόνι, Κατζ. Α΄ 181.
    Από το βενετ. zipon (Βλ. Μανούσακα [Σεβήρ., Σημειώμ. σ. 61]). Για τον τ. ζουπόνι βλ. Du Cange, λ. ζούπα. Η λ. και σήμ. στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Β΄ 362) και την Κύπρο (Παπαδ. Θ., Δημ. κυπρ. άσμ. 294). Βλ. και Kahane, Sprache 556.
    Είδος γιλέκου: έβγαλε την κότταν του και έμεινεν με το ζιπούνιν Βουστρ. 429· την κοράτζα πέρασε, το σιδερό ζιπόνι Ερωτόκρ. Δ΄ 1877.
       
  • θηλύκι(ο)ν 
    το, Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 514.
    Υποκορ. του επιθ. θηλυκός (Βλ. Ανδρ., Λεξ. λ. θηλύκι). Η λ. και σήμ. στον τ. θηλύκι (Βλαστού, Συνών.). Για τη λ. βλ. και Θαβώρ., Ουσιαστ. 67.
    α) Θηλιά ή κουμπότρυπα: τρανά μαργαριτάρια είχεν (ενν. η εσθής) αντί κομβίων,| τα δε θηλύκια στρεπτά εκ καθαρού χρυσίου Διγ. (Trapp) Gr. 1176· β) θηλυκωτήρας χειρογράφου (βλ. Μανούσακα [Σεβήρ., Σημειώμ. 61 ] και Atsalos, Πεπρ. ΙΔ′ ΔΒΣ 44 και 48): Ευαγγέλιον μετά χρυσογραμμίας βεβράινον πρώτου μήκους ενδεδυμένον μετά καμουκά κοκκίνου και τα θηλύκια του ασημένια Σεβήρ., Σημειώμ. 83.
       
  • ιντιμέλα 
    η.
    Το βενετ. intimela Η λ. και τ. εντεμέλα σε έγγρ. του 16. αι. (Πρακτ. Γ′ Παν. Σ Α΄ 224).
    Μαξιλαροθήκη: έδωκα του ιερομονάχου μία σκλαβίνα, ένα προσκέφαλον και μίαν ι[ν]τιμέλαν Σεβήρ., Σημειώμ. 69.
       
  • ιντσίρκα, 
    επίρρ., Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 346.
    Το ιταλ. incirca. Η λ. και σε έγγρ. του 16. αι. (Βλ. Βισβίζ., ΕΚΕΙΕΔ 12, 1965, 102). Τ. ιντσίρκας σε έγγρ. του 16. αι. (Βλ. Βισβίζ., ΕΚΕΙΕΔ 12, 1965, 102.). Τ. ίντσιρκα σε έγγρ. του 17. αι. (Βλ. Κωνσταντουδάκη, Θησαυρ. 12, 1975, 124107).
    Περίπου: βαρύ ουγγίες ιβ΄ ιντσίρκα Σεβήρ., Σημειώμ. 63.
       
  • καλαμάρι(ον) 
    το, Διγ. Z 169, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 616, Αχιλλ. N 860, Βουστρ. 500, Γαδ. διήγ. 323, Σαχλ., Αφήγ. 23, 47, Κορων., Μπούας 3, Σεβήρ., Σημειώμ. 50 γ, Διγ. Άνδρ. 31524, 31, Πτωχολ. α 728, Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 169, Ε΄ 389.
    Το ουσ. καλαμάριον που απ. σε σχόλ. (L‑S). Βλ. και Ανδρ., Λεξ. (λ. καλαμάρι). Η λ. και σήμ.
    1) Μελανοδοχείο: κοντύλι εκράτειν ο καθείς, χαρτίν και καλαμάρι Απόκοπ. 474. 2) Γένος κεφαλοπόδων μαλακίων, καλαμάρι: η τροφή αυτού ας ένι εύχυμα, ήτοι ... καλαμάρια Σταφ., Ιατροσ. 360.
       
  • καλτσόνι 
    το, Σεβήρ., Σημειώμ. 101· σκαρτσούνι.
    Από το ιταλ. calzone. Η λ. και στο Κυπρ. χφ. στον τ. κλατσούνι. Τ. καρτσούνι στο Somav. και σήμ. σε ιδίωμ. (Βλ. Dieterich, BZ 10, 1901, 589).
    Κάλτσα: σφάνω τορνέσια όντε μετρώ, σκαρτσούνια μου δε δένω Κατζ. Α΄ 257.
       
  • καμηλαύκι(ν) 
    το, Διγ. (Trapp) Gr. 3049, Περί γέρ. 127, Σεβήρ., Σημειώμ. 77β· καλαμμαύχιν, Προδρ. II H 261· καλυμμαύχι, Αρσ., Κόπ. διατρ. [556], Δωρ. Μον. (Βαλ.) 45· καλυμμαύχιον, Αρσ., Κόπ. διατρ. [558]· καμελαύκι(ν), Προδρ. I 171, Σεβήρ., Σημειώμ. 37α· καμελαύχιν, Προδρ. I 165· καμηλαύχι(ν), Διγ. Z 1401· καμηλαύχιον, Διγ. Άνδρ. 34415, Βακτ. αρχιερ. 183· καμηλάχι(ον), Ιστ. πατρ. 17519.
    Από το ουσ. καμηλλαύκιον <camellaucium <camella (Βλ. Παπαδ. Α., ΕΕΒΣ 5, 1928, 293-9). Η λ. τον 9. αι. (Leroy, Byz. 13, 1938, 536) και στο κυπρ. ιδίωμ. (Λουκά, Γλωσσάρ. 184). Για το πράγμα βλ. Elizabeth Piltz, Kamelaukion et mitra, Stockholm 1977. Πβ. και K. Wessel, BZ 72, 1978, 114-8. Για τη λ., τους τ. της και παλαιότερες μνείες, καθώς και για την αρχική της σημασ., βλ. Taxiarchis Kolias (JÖB 32-3, 1982, 493-502).
    Κάλυμμα της κεφαλής των ορθοδόξων ιερέων: Περί ιερέως δευτεροπανδρεμένου, ότι δεν του εβγάζουν το καμηλαύχι Βακτ. αρχιερ. 155· (με επέκταση) κάλυμμα κεφαλής: έβαλον και σγουρούτσικον, κόκκινον καμηλαύχιν Διγ. Z 3616.
       
  • κανέλα 
    η, Ασσίζ. 23920, 49017, Rechenb. 141, 641, Σεβήρ., Σημειώμ. 38.
    Το ιταλ. cannella (Ανδρ., Λεξ.). Η λ. και σήμ.
    Κανέλα: έπαρε εσέν μυρωδικά μόσκο άκρατο πεντακόσια και κανέλα Πεντ. Έξ. XXX 23· βράσε το εντάμα με το μέλι και κανέλα φίνα Σταφ., Ιατροσ. 12349. Ως προσωποπ.: Κρόκου και Κανέλης Πωρικ. (Winterwerb) III 38.
       
  • κάουζα 
    η, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 4565.
    Το λατ. causa.
    Υπόθεση: Έδωκα του μισέρ Ανδρέα ... διά την κάουζαν του μισέρ Λεωνή δουκάτα 9 Σεβήρ., Σημειώμ. 40.
       
  • κιννάμωμο(ν)  
    το, Σεβήρ., Σημειώμ. 38, 50β, 60, 78γ.
    Το αρχ. ουσ. κιννάμωμον.
    Είδος μπαχαρικού, κανέλα (Βλ. Κουκ., ΒΒΠ Ε΄ 42-3): Πραγματευτής τις έδωκεν πρός τινα άσπρ(α) ‚γ ...’ προστάξας αυτόν αγοράσαι κανέλ(α) και πιπέρι ... Πωλείται δε το μεν κιννάμωμον η λίτρ(α) αθ΄, το δε πιπέρι άσπρ(α) η΄ Rechenb. 142.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης