Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- άμποτε,
- Παράφρ. Μανασσ. (Tièche) 34773, Παράφρ. Μανασσ. (Praecht.) Β 295, Διγ. (Καλ.) Esc. 1353, Ορισμ. Μαμελ. (Βόνν.) 992, Αχιλλ. (Haag) L 258, 259, Αχιλλ. (Hess.) L 238, Αχιλλ. (Hess.) N 319, Αχιλλ. (Λάμπρ.) O 137, 138, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Legr.) 1035, 1041, Βησσ., Επιστ. (Λάμπρ.) 2211, Χειλά, Χρον. (Hopf) 347, Θησ. (Βεν.) Πρόλ. 64, Ριμ. Βελ. (Wagn.) 935, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 99, 2312, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 61, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 35934, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 47, Διγ. (Lambr.) O 325, Διήγ. πανωφ. (Φιλαδ.) 58· άμποτες, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 172v, Πεντ. (Hess.) Δευτ. XXVII 15, Αιτωλ., Βοηβ. (Băn.) 257, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 58, Ροδινός (Βαλ.) 136, 150· έμποτες, Πεντ. Αρ. V 22 (δις).
Από την υποθ. έκφρ. αν ποτε (Ανδρ., Σημασ. εξ. 93 και Ανδρ., Λεξ., λ. άμποτε).
Είθε, μακάρι (Για τη χρήση βλ. Ανδρ., ΕΕΦΣΠΘ 8, 1960-3, 142): Άμποτε, τέκνον μου καλόν, να πάρεις ευτυχίαν Αχιλλ. L 258· άμποτε και του στέμματος να γένεις κληρονόμος Αχιλλ. L 259· άμποτε να ’βλεπ’ ο πτωχός κι ας ήμουν διακονιάρης Ριμ. Βελ. 935· και άμποτε τό μας έταξαν να το φυλάξωσι τελείως Βησσ., Επιστ. 2211· και άμποτε ο Κύριος να σας καταυοδώσει Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 1035· άμποτε, αφόν τον θάνατον μου δώσεις (παραλ. 1 στ.), τους πόνους με την ζωήν μου να τελειώσεις Κυπρ. ερωτ. 99.
Αμμοχωστιανός- ο, Ροδινός (Βαλ.) 192· Αμμουχουστιανός, Βουστρ. 455, 456, 463· Αμμοχουστιανός, Βουστρ. 539· Αμουχουστιανός, Μαχ. 15018, 3944· Αμοχουστιανός, Μαχ. 8030, 3946, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 771.
Από το τοπων. Αμμόχωστος και την κατάλ. ‑ιανός. Η λ. και σήμ.
Ο κάτοικος της Αμμοχώστου, ο καταγόμενος από την Αμμόχωστο: οι Αμουχουστιανοί αρματώσαν μίαν σατίαν και επήγαν εις την Συρίαν Μαχ. 27234· έμπαιναν και εβγαίνναν οι Αμοχουστιανοί εις την Λευκωσίαν Μαχ. 55028‑9.
βολετός,- επίθ., Αλφ. (Μπουμπ.) III 25, Τριβ., Ρε 141, Χρον. σουλτ. 1297, Σουμμ., Ρεμπελ. 161, 163, 168, Διγ. Άνδρ. 38920, Ερωτόκρ. Α΄ 1001, 1657, 1687, Θυσ.2 451, Ευγέν. 534, Ιντ. κρ. θεάτρ. δ́ 1, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1300], Χριστ. διδασκ. 206, 252, Ροδινός (Βαλ.) 188, 226, Μαρκάδ. 79, 405, Αλφ. IV 47· βουλετός.
Από το βολεί (Βλ. Κριαρ., B-NJ 19, 1966, 92). Βλ. Du Cange και Du Cange, Addenda. Ο τ. και σήμ. ιδιωμ. (ΙΛ). Η λ. και σήμ. (ΙΛ)· στην Κύπρο απ. και αβούλετον = ακατόρθωτο (Χατζ., Λεξ., λ. αβούλετον).
1) Εύκολος, κατορθωτός (Βλ. Du Cange, Addenda. Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1β): δεν ήτον βολετόν κανείς να το ξανοίξει (δηλ. το ξιφάρι) Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1300]. Βλ. και αλαφρός 5α, άνετος 2. τόσον πάσχει (ενν. η Παναγία) ακατάπαυστα προς τον Θεόν, ότι να ήτον βουλετόν να μην κολαστεί κανένας χριστιανός Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 142v. 2) Βολικός (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): όμως δεν ήτον βολετός να αγροικήσει και να καταπραΰνει Σουμμ., Ρεμπελ. 168.
εμπροστά,- επίρρ., Γαδ. διήγ. 320, Αλεξ. 2788, Αχέλ. 155, Αιτωλ., Μύθ. 57, 1043, Πανώρ. Δ΄ μετά στ. 208, Ερωφ. Ιντ. γ΄ 63, Παλαμήδ., Βοηβ. 156, Ιστ. Βλαχ. 559, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [85], Διήγ. πανωφ. 56, Διγ. O 1259· εμπροσθά, Αχιλλ. N 161, Ροδινός (Βαλ.) 227· έμπροστα, Σοφ. πρεσβ. B 339· εμπροστάς, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 5652, Πανώρ. Δ΄ 255, Αγαπητ., Εις αγ. Δέκα 225, Τζάνε, Κρ. πόλ. 19821· έμπροστας, Έγγρ. του 1631 (Καζανάκη, Θησαυρ. 11, 1974, 267), Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 84617 (χφ: έπροστας)· ενέμπροστας, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 311, 53, 77, 93· μπροστά, Κορων., Μπούας 150, Βεντράμ., Φιλ. 53, Αιτωλ., Βοηβ. 318, Θρ. Κύπρ. K 97, Ιστ. Βλαχ. 692, Λίμπον. 261· μπροστύτερα, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Μάρκ. α΄ 19· ομβροστά, Εβρ. ελεγ. 164, 166· ομπροσθά, Χρον. Τόκκων 1427, 1513, 2315, Χριστ. διδασκ. 44, 67, Μπερτολδίνος 94, 160, 164, 168· ομπροστά, Αλεξ. 342, Πεντ. Γέν. XXXII 18, Έξ. VIII 16, Λευιτ. V 26, Αρ. V 25, Δευτ. II 31, Χρον. σουλτ. 1259, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 425, Πανώρ. Δ΄ 191, Έ́́́ 322, Ερωφ. Α΄ 521, Δ΄ 209, Ε΄ 57, Ιστ. Βλαχ. 1731, Ευγέν. 459, Στάθ. Ιντ. β΄ 33, Ιντ. κρ. θεάτρ. δ΄ 63, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [242], Ε΄ [171 ], Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 155, Λεηλ. Παροικ. 577, Τζάνε, Κρ. πόλ. 8120, κ.α.· ομπροστάς, Χρον. σουλτ. 6129, Αγαπητ., Εις αγ. Δέκα 377, Τζάνε, Κρ. πόλ. 22412, 3369, 40411, 55912· οπροστάς Κομν., Διδασκ. I 14, Τζάνε, Κρ. πόλ. 41326.
Από το επίρρ. εμπρός (Βλ. Παπαδ. Α., Αθ. 29, 1917, ΛΑ 119). Ο τ. μπροστά στο Du Cange και σήμ. (Ανδρ., Λεξ., λ. μπροστά). Για τον τ. ομπροσθά βλ. Du Cange, λ. ομπρός· ο τ. και στο Somav. (λ. ομπροσθά). Ο τ. ομπροστά στον Κατσαΐτ., Ιφ. Β΄ 247, Θυ. Γ΄ 359 και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμα. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Η λ. και σήμ. σε δημ. τραγ. και στη λογοτ. (Δημητράκ.).
Α´ Επίρρ. 1) (Τοπικό) εμπρός (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ.).: ομπροστά επήγαινεν, οπίσω δεν εθώρει Διγ. O 2022. 2) (Χρονικό) πριν, προηγουμένως (Η σημασ. και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμα, Παπαδ. Α., Λεξ. στη λ. 2): Σύρε κοιμήσου, αμή ομπροστά τούτο δηγήσου μού το Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [1193]· εκφρ. (1) από (τα) τώρα κι ομπροστά = από τώρα και στο εξής: από τώρα κι ομπροστά σημάδι θες μ’ αφήσεις Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [508]. (2) αποδώ και ομπροσθά = του λοιπού, στο εξής: αρχίνισες να τους κάνεις να γελούν και αποδώ και ομπροσθά τους κάνεις να γελούν περισσότερο Μπερτολδίνος 119. Β´ α) (Σε θέση πρόθ. με την πρόθ. εις) μπροστά σε κάπ. ή κ., ενώπιον: να στήσεις αυτό ομπροστά στον Ααρών Πεντ. Αρ. III 6· εμπροστά στο Θεό νυν επαραδοθήκαν Ιστ. Βλαχ. 1836· φρ. φέρω κ. ομπροστά στα μάτια κάπ. = παρουσιάζω κ. σε κάπ.: θέλοντας μ’ επιθυμιάν ετούτον μου τον κόπον| να τονε φέρω ομπροστά στα μάτια των ανθρώπων| διά μέσου του τυπώματος Σουμμ., Παστ. φίδ. Αφ. [28]· β) (με γεν. προσωπικής αντων.) μπροστά σε κάπ.: οπόταν τον έχει (ενν. ο Βασιλεύς τον Μπερτολδίνο) ομπροσθά του λέγει του Μπερτολδίνος 152.
επαίρνω,- Διδ. Σολ. Ρ 16, Διγ. (Trapp) Esc. 1854, Χρον. Μορ. H 391, 564, 6307, Περί ξεν. A 31, Λίβ. P 2367, 2441, Λίβ. Sc. 2490, 3224, Λίβ. N 2929, Αχιλλ. L 235, Αχιλλ. N 164, Αχιλλ. O 248, Χρον. Τόκκων 1276, Χούμνου, Κοσμογ. 639, 640, 1252, 1603, 1839, Αλεξ. 2347, Σαχλ. N 285, Σαχλ., Αφήγ. 398, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 174, Δεφ., Σωσ. 109, Πτωχολ. α 255, Ιστ. πατρ. 1884, Βακτ. αρχιερ. 135, 147, 163, 170 κ.π.α.· απαίρνω, Παράφρ. Μανασσ. (Tièche) 344, Πόλ. Τρωάδ. 585, Χρον. Μορ. H 129, 138, 205, 397, 738, 1036, 1370, 1416, 1424, 5012, 5145, 6119, 7612, 7865, 9093, Σφρ., Χρον. μ. 429, 615-6, 8011, 12619, 12814, 32, 13213, 1404, 14226, Γεωργηλ., Βελ. 114, Ψευδο-Σφρ. 56420, 56635, κ.π.α.· απαίρω, Προδρ. I 173· επαίρω, Προδρ. II 19i (κριτ. υπ.), Λίβ. Sc. 149, Καλλίμ. 1763, Βυζ. Ιλιάδ. 28· παίρνω, Ασσίζ. 7826, 4284, Χρον. Μορ. H 8902, Αχιλλ. (Haag) L 1280, Πικατ. 352, ] Αιτωλ., Μύθ. 597, Θρ. Κύπρ. M 451, Χρον. σουλτ. 1107, Ερωφ. Δ΄ 561, Βοσκοπ. 260, Φαλλίδ. 119, Παλαμήδ., Βοηβ. 504, 746, Ερωτόκρ. Α΄ 1210, Β΄ 2273, Δ΄ 248, 500, 520, Ε΄ 387, Τζάνε, Κρ. πόλ. 18622, 22019, 24226, 38810, 5051, Αποκ. Θεοτ. II 84, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [49, 1218], Δ΄ [592], Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 182, Ε΄ 84, Ζήν. Α΄ 300 κ.π.α.· ’παίρω, Χρον. σουλτ. 6412, Έγγρ. του 1634 (Βισβίζη, ΕΚΕΙΕΔ 12, 1965, 7831)· προστ. ενεστ. έπαιρνε, Δεφ., Λόγ. 63· αόρ. ηπήρεν, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 59r.
Από το αρχ. επαίρω (Κοραή, Άτ. Α΄ 115 και Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 426 σημ. 1). Ο τ. παίρνω και σήμ. (Δημητράκ.). Για την παλαιότ. χρ. των τ. βλ. Psalt., Gramm. 246, Pern., Ét. linguist. B΄ 345, Χατζιδ., ΜΝΕ A΄ 295 και Καλιτσ., BZ 44, 1951, 308· για τη σημερ. χρ. βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 444, Ξανθουδίδη [Ερωτόκρ. σ. 649], Κριαρ., Ν. Εστ. 94, Χριστούγ. 1973, σ. 20 και [Ανακάλ. σ. 14, 38] και Andr., Lex., λ. επαίρω. Ο τ. ’παίρω και σήμ. σε ιδιώμ. (Andr., Lex.).
1) α) Παίρνω (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. παίρνω 1): ήπαιρνε το λαγούτον του και σιγανά επορπάτει Ερωτόκρ. Α΄ 391· εμείς το δίκαιο ας πάρομεν με τ’ άρματα απατές μας Θησ. (Foll.) I 35· (φρ.) (1) (ε)παίρνω απάνω ή επάνω μου = (α) αναλαμβάνω την ευθύνη (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. παίρνω 12): ει μεν τό ποιήσεις ως λαλώ, απάνω μου το επαίρνω Χρον. Μορ. H 6333· (β) αλαζονεύομαι (Η σημασ. και σήμ.): περίσσια το επήρε απάνου τους, διότι η δικαιοσύνη δεν τους επαίδευε και την κατεφρονούσαν και φόβον κανένα δεν είχαν από τινάν Σουμμ., Ρεμπελ. 147· (2) παίρνω απόφαση = αποφασίζω (Η σημασ. και σήμ.)· (3) παίρνω βεντέτταν, εκδίκησιν, σοτισφατσιόν =εκδικούμαι (Η φρ. παίρνω εκδίκησιν και σήμ.)· (4) παίρνω την βουλήν (μου, σου, κλπ.) =συσκέπτομαι, κάνω συμβούλιο: είχαν ποιήσει σώρεψην να επάρουν την βουλήν τους| διά τα μαντάτα οπού ήκουσαν Χρον. Μορ. H 4394· (5) δίδω και παίρνω βλ. ά. δίδω I Α΄ 1α φρ.· (6) παίρνω εγγράφως = καταγράφω: Γαδάρου τ᾽ αμαρτήματα εγγράφως να τα πάρει Γαδ. διήγ. 324· (8) παίρνω τα μάτια μου και … = φεύγω (από απογοήτευση, ανάγκη κλπ.) (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. παίρνω 1): επάρε τα μάτια σου και πήγαινε αλλού ποθές εις μακρινόν τόπον Συναδ., Χρον. 58· (9) επαίρνω οπίσω = (νομ.) ακυρώνω: Περί αρραβώνος, ότι τον επαίρνουν οπίσω οι γονείς, αν ευρεθεί αιτία χωρίσεως Βακτ. αρχιερ. 136· (10) παίρνω όρκον = ορκίζομαι (Η σημασ. και σήμ.)· (11) παίρνω τον όρκον κάπ. = ορκίζω κάπ.: έπεψεν α΄ καβαλάρην να πάρει τον όρκον τους εις την Κερυνείαν Μαχ. 524· (12) παίρνω τον σκοπόν μου = (α) παρατηρώ: ο φοβερός ο λέων (παραλ. 2 στ.) … το κεφάλιν του ψηλά σηκώνει και γυρίζει| εδώ κι εκεί τα μάτια του και παίρνει τον σκοπόν του Θησ. Ζ΄ [1216]· (β) προσέχω: να το μηνύσουν του αφέντη μου να παίρνει σκοπόν είντα ανθρούπους πέμπει μαντατοφόρους Μαχ. 1845· (γ) φυλάγομαι από κάπ.: Ηγαπημένε μας αδελφέ, έπαρε σκοπόν απέ τους Βουλγάρους, ότι συμβουλεύγουνται να σε σκοτώσουν Μαχ. 54626· β) παίρνω κοντά μου, μαζί μου (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. παίρνω 1): Έπαρ᾽ και τον Αλέξανδρον την τέχνη ν᾽ αρμηνεύσεις·| πάντα κοντά σου σύρνε τον να τονε μαθητεύσεις Αλεξ. 257· (φρ.) (1) με παίρνει ο άγγελος, ο θάνατος, ο Θεός, ο Χάρος = πεθαίνω (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. παίρνω 1)· (2) διάολ’ έπαρέ τονε (ως κατάρα): Χύσου διάολ’ έπαρέ τονε! και δε μπορά ᾽φουκρούμαι Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 222· γ) παίρνω μαζί μου βίαια, συλλαμβάνω (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. παίρνω 1): φοβούμεθα μηδέν έλθουν οι εχθροί σου και πάρουν σε, και δεν μας φαίνεται δίκαιο να σε πάρουν απέ τα χέρια μας Μαχ. 52629-30· δ) παρασύρω (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. παίρνω 1): εκατέβην ο ποταμός της Λεμεσού της βαθείας και επήρεν τα σπίτια Ανων., Ιστ. σημ. ρμα΄· μία βάρκα είδαμε κι η θάλασσα την παίρνει Διήγ. ωραιότ. 371· ε) παίρνω μακριά, απομακρύνω (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. παίρνω 2): όρισεν δε ο βασιλεύς … τον κλέπτην να μην πάρουσιν απάνω από την φούρκαν Συναξ. γυν. 383· Επάρετε τους φονιάδες και τους παράβουλους αππώδε! Μαχ. 57411· ϛ΄) αφαιρώ (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. παίρνω 2): οι χρόνοι και τα γερατειά την όρεξη μας παίρνου Πανώρ. Γ΄ 289· (φρ) (1) παίρνω τη ζωή κάπ. = σκοτώνω κάπ.: να τονε κατασφάξουσι, να πάρου τη ζωή του Τζάνε, Κρ. πόλ. 21921· (2) απαίρνω την κεφαλή = αποκεφαλίζω, σκοτώνω: πηδήσας κατά του θηρός, την κεφαλήν απήρα Διγ. Z 2839· (3) παίρνομαι από το νου μου = παραλογίζομαι, τρελαίνομαι: μιλώντας σαν μιλείς, από τον νου σου επάρθης.| Τ’ αλάφι να ’ναι ζωντανόν, πώς είναι μπορεμένον,| ανέν κι, ως λέγεις, στην καρδιάν βρίσκεται λαβωμένον; Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [658]· ζ) αναλαμβάνω: το επισκοπάτον του να το επάρει άλλος Σανκταμαύρας, Πράξ. Αποστόλ. 51· παίρνοντας την βασιλείαν ο Δαβίδ ... ελόγιασε να φέρει την κιβωτόν του Κυρίου στη Βηθλεέμ Ροδινός (Βαλ.) 96· η) οδηγώ, μεταφέρω κάπ. κάπου: αυτόν (ενν. τον Ισαάκ) διά αγάπην μου εις όρος έπαρέ τον Περί Ιωσήφ 25· παίρνοντάς τον μέσα στην θάλασσαν, να τον καταποντίσουν εις το πέλαγος Ροδινός (Βαλ.) 213. 2) α) Αποκτώ (Η σημασ. και σήμ.): να τον θαυμάσουσι πολλοί και όνομα να πάρει Αιτωλ., Μύθ. 964· Άμποτε, τέκνον μου καλόν, να πάρεις ευτυχίαν Αχιλλ. (Haag) L 258· (φρ.) (1) (ε)παίρνω καρδία(ν), ψυχή = ενθαρρύνομαι: επήραν καρδίαν και εστάθησαν και πολεμίζαν Μαχ. 13230· (2) παίρνω κακήν καρδία = στενοχωρούμαι: μεν πάρεις καμμίαν κακήν καρδία και εγώ να ποίσω πάσα πράμαν Βουστρ. 419· (3) παίρνω καλή καρδιά =ευχαριστούμαι: γιατ᾽ έρχουνται για λόγου τση μεγάλοι καβαλάροι| να κονταροχτυπήσουσι, καλήν καρδιά να πάρει Ερωτόκρ. Α΄ 1390· (4) παίρνω την πράξη = αποκτώ πείρα: είσαι| ακάτεχος στην αρχοντιά κι αμάθητος στην τάξη| και σήμερ’ από λόγου μου θέλω να πάρεις πράξη Ερωτόκρ. Β΄ 2122· β) (μεταφ.) μαθαίνω (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. παίρνω 14): Ω Παναγιά, πού τα ᾽μαθές και ᾽ς ποιο σκολειόν εμπήκες| κι εξόμπλιασες κι επήρες τα, τιβοτες δεν εφήκες Ριμ. κόρ. 689 (κριτ. υπ.)· γ) κερδίζω (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. παίρνω 10): εστάθηκε αδύνατά τον πόλεμον να πάρει Τζάνε, Κρ. πόλ. 16920· (φρ.) παίρνω καλόν = κερδίζω, ωφελούμαι: εσκοτωθήκανε πολλοί, και τι καλόν επήραν; Τζάνε, Κρ. πόλ. 45112· δ) κληρονομώ (Η σημασ. και σήμ.): Περί ανηλίκου, ότι είτι πουλήσει και απεθάνει, το επαίρνουν τα παιδιά του ύστερα Βακτ. αρχιερ. 135· ε) αποκτώ σύζυγο, παντρεύομαι (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. παίρνω 3): θέλει λάχει ως το ᾽στερο καμιά ʼλλη να τον (ενν. το Γύπαρη) πάρει Πανώρ. Γ΄ 371· παίρνοντας τον Πανάρετο κι όχι απ’ αυτούς κιανένα Ερωφ. Δ΄ 973· (φρ.) (1) (ε)παίρνω εις άντρα, εις γυναίκα, (για) γαμπρόν ή νύφην, εις δέσποιναν, συμβίαν = παντρεύομαι: απήρεν εις άντρα ευλογητικόν τον … Χρον. Μορ. H 3273· να επάρει εις γυναίκαν του του βασιλέως θυγάτηρ Χρον. Μορ. H 2477· μήνυμα τον εμήνυσεν γαμπρόν να τονε πάρει Λίβ. N 2476· να έπαιρνε διά νύφην του αυτός ο ρήγας Κάρλος Χρον. Μορ. H 6288· ει μη την κόρην την καλήν εις δέσποιναν επάρεις Καλλίμ. 1123· μετά παίρνει έτερην συμβίαν Ασσίζ. 14028· (2) επαίρνομαι εις ορμασίαν = παντρεύομαι: επάρθησαν εις ορμασίαν Ασσίζ. 3662· ϛ΄) ανακτώ: πάλιν η αυθεντιά της Βενετιάς επαίρνε τους τόπους οπού έχασε Κορων., Μπούας 102· ζ΄) καταλαμβάνω, κυριεύω (Η σημασ. σε δημ. τραγ., Δημητράκ., λ. παίρνω 2): επήρεν ο άνομος Τούρκος την Πόλην Μαχ. 68221· (μεταφ.) καταλαμβάνομαι, κυριεύομαι από κάπ. συναίσθημα: το τόσον μανικόν επήρεν η ψυχή σου| και ήθελες να είδες άνθρωπον άδικα νεκρωμένον Λίβ. Esc. 1959· (φρ.) με παίρνουν τα δάκρυα, το κλάμα = ξεσπώ σε δάκρυα, κλάμα (Η σημασ. και σήμ.): τότε πάλι η λυγερή τα δάκρυα την επήραν Ερωτοπ. 320· γροικώντα τούτα τα λογία, επήρεν τους το κλάμαν Μαχ. 65027· η) αρπάζω, κλέβω (Η σημασ. σε δημ. τραγ., Δημητράκ., λ. παίρνω 2): τους παίρνει το βασίλειον κι εις άλλους το χαρίζει Διακρούσ. 1024· μισέρη, κλέπτης, πιάσε τον, ’τι παίρνει τα καλίγια Πουλολ. 358. 3) Δέχομαι: σαϊτιά πάσα καρδιά ζητά από σε να πάρει Ερωφ. Ιντ. γ΄ 48· λουμπαρδιά δεύτερη παίρνει και εθανατώθη Τζάνε, Κρ. πόλ. 34622· εκ τες ξυλιές οπού ᾽παιρνε ώστε να ξεφορτώσει Γαδ. διήγ. (Wagn.) 20. 4) Θεωρώ (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. παίρνω 11 ): εσού οπού είσαι σοφός, γεμάτος σοφίαν, έπαρ’ τα ως γιο να ’χε σου πειν ο Αριστοτέλης Μαχ. 4726· (φρ.) (1) παίρνω βάρος ή σε βάρος ή σε βαρύ = (α) στενοχωριέμαι: αν είπαμε και τίποτες μηδέν το πάρεις βάρος Ch. pop. 846· αν δεν έρτεις, ξέρε το, πως το παίρνω σε βάρος Διγ. O 2004· (β) βαριέμαι: μη το πάρεις σε βαρύ να μου γράψεις κι εμένα δύο λόγια Μανολ., Επιστ. 173· (2) (ε)παίρνω κ. εις γέλιο = θεωρώ κ. γελοίο, κοροϊδεύω κ.: όρισεν ο βασιλεύς να το έχει εις άπαντας αιώνας και επήραν το ο κόσμος εις γέλιον Διήγ. Αγ. Σοφ. 1509· (3) (ε)παίρνω κάπ. σ’ έχθρητα ή από κακού = αντιμετωπίζω κάπ. εχθρικά, εχθρεύομαι κάπ.: γυναίκα πονηρά σ᾽ έχθρητα να σε πάρει Βεντράμ., Γυν. 10· επήρασί με από κακού Χειλά, Χρον. 356. 5) Χωρώ (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. παίρνω 13): οι κάμποι δεν τ’ αρέσουσι κι ο τόπος δεν τον παίρνει Ερωτόκρ. Β΄ 347. 6) Αρχίζω να …, ξεκινώ να … (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. παίρνω 17): όταν έπαιρνεν η ημέρα να βραδιάσει Διγ. Άνδρ. 39415· (φρ.) παίρνω γλώσσα = αρχίζω να μιλώ: Οι σανιτάδες ήσαν κει, κι απής επήρα γλώσσα,| σε λίγο τότες παρευθύς την πράτικα μας δώσα Στάθ. (Martini) Γ΄ 81. 7) Προχωρώ, κατευθύνομαι: γυρεύει τόπον για φορτί και προς τη ρούγα παίρνει Τζάνε, Κρ. πόλ. 1899· στα ξένα εδιάβηκεν, την ξενιτειάν επήρε Σπαν. O 5· (φρ.) (1) παίρνω αποπάνω κάτω = κατηφορίζω: αμεριμνήσαν κι εκάθουνταν κάτω χαμηλά· και τότε (ενν. οι Γενουβήσοι) επήραν απουπάνω κάτω Μαχ. 45213· (2) παίρνω τα βουνία = από φόβο ή παραφροσύνη κατευθύνομαι προς τα βουνά (Η σημασ. και σήμ.): ως είδαν δε ότι έφυγαν κι επήραν τα βουνία Χρον. Μορ. P 4852· (3) δεν παίρνω ζάλο = δεν κάνω βήμα από τη θέση μου: πήγαινε εσύ κι αποδεκεί ποτέ μην πάρεις ζάλο Στάθ. (Martini) Γ΄ 63· (4) (ε)παίρνω τα ζάλα, το πάτημά μου = περπατώ, προχωρώ: πλια βια ’χα ογιά το δάσκαλο και πλια ήπαιρνα τα ζάλα| παρά η γαϊδάρα όντας γλακά Στάθ. (Martini) Β΄ 79· θωρείς τηνε το πώς κλεφτά παίρνει το πάτημά της Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [1179]· (5) παίρνω την οδόν (μου, κλπ.) = φεύγω: ως το είπεν ο μισέρ Τζεφρές …,| ούτως και το επλήρωσεν κι επήρε την οδόν του Χρον. Μορ. P 1608· (6) παίρνω τα πόδια μου = περπατώ (Η σημασ. και σήμ.): Να μην δύναται ουδεποσώς να πάρει τα πόδια του Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 461. Φρ. 1) Παίρνω (σαν) αέρα = ανακουφίζομαι, ξεκουράζομαι: Ας πούμε άλλο τίποτες να πάρω σαν αέρα,| διατί σε τέτοιον λογισμόν αν ήμουν όλη μέρα,| ήθελα σκάσει ... ωσάν σύκο ή πεπόνι Δεφ., Λόγ. 509· Τώρα λοιπόν ανάσανα κι επήρα λίγο αέρα| από τα τόσα βάσανα τα έχω νύχτα μέρα Φαλιέρ., Ενύπν.2 7. 2) Παίρνω ανάπαψη = βρίσκω ησυχία: τ’ αλάφι ...| λογιάζοντας ανάπαψη στον πόνον του να πάρει| ώρες ʼς τσι κάμπους πορπατεί κι ώρες στα δάση μπαίνει Πανώρ. Β́ 150· τα μέλη μου είντ’ ανάπαψη να πάρουσι μπορούσα ...; Πανώρ. Α΄ 162· ήρθεν η γι-ώρα, Γύπαρη, να σμίξεις μετά κείνη| απού ’λεγες ανάπαψη να πάρεις δε σ’ αφήνει Πανώρ. Ε΄ 332. 3) Παίρνω βουλή = αποφασίζω: τινάς ουδέν επιάνε τον εις φρόνα και εις γνώσιν.| Εκείνος τες καλύτερες πάντα βουλές επαίρνε Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.) 4348. 4) Παίρνω εξουσιά μου = έχω υπό τον έλεγχό μου, εξουσιάζω: Όρισε τι έν’ τό ʼρέγεσαι. Τον πήρα εξουσιά μου| αυτόν που μέλλει ν’ αγρυπνά πλια παρά σεν, κυρά μου Φαλιέρ., Ενύπν.2 23. 5) Παίρνω θάνατο = πεθαίνω: να πάρεις θάνατο δε θέλω να σ’ αφήσω Πανώρ. Β́ 580· για τούτη θάνατους πικρούς χίλιους την ώρα παίρνω Πανώρ. Α΄ 110. 6) Παίρνω καλόν καιρόν = τυχαίνω σε καλοκαιρία: στο κάτεργον εμπήκασι …,| καλόν καιρόν επήρασι και μετ’ αυτόν επηαίναν,| νύκτα και μέρα περπατούν Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [881]. 7) Παίρνομαι κάτω = απογοητεύομαι, πέφτει το ηθικό μου: σαν τη λυγερήν ιδού κι είν’ πάντα ξεγνοιασμένη (παραλ. 2 στ.), παίρνουνται κάτω το ζιμιό σκολάζουσι τον κόπο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1130. 8) Παίρνω κρίση = ενημερώνομαι σε απόφαση: το πουρνό να έλθετε να πάρετε την κρίσιν Βυζ. Ιλιάδ. 217. 9) Παίρνω λόγο (από το στόμα κάπ.) = επιδιώκω να ακούσω κ.: εγύρευαν να πάρουν από το στόμα του λόγον Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Λουκ. ια΄ 54. 10) Παίρνω το νου κάπ. = αιχμαλωτίζω τη σκέψη κάπ.: την καρδιά μου εξέσκισε κι επάρε μου το νου μου Πανώρ. Α΄ 164. 11) Παίρνω ξόμπλι = παραδειγματίζομαι: όποιοι άλλοι τα διαβάσουσι να παίρνουσι από μένα| ξόμπλι να φεύγου τα μαλλιά τα παραχρουσωμένα Πανώρ. Β΄ 461· ιδές τα έργα των γονεών ...,| έπαρε ξόμπλι απ’ αυτούς ως για την κορασίαν Δεφ., Λόγ. 292. 12) Παίρνω (τ’) όνομα(ν), βλ. ά. όνομα Φρ. 8α. 13) Παίρνω την παραγωγή μου (προκ. για λέξη) = παράγομαι, ετυμολογούμαι: η πατρίδα ... εκράχτηκε μ’ αυτό το γλυκύ όνομα ... παίροντας την παραγωγήν του από όνομα οπού περισσότερον ... αγαπιέται Ροδινός (Βαλ.) 161. 14) Παίρνω παρηγοριά = παρηγορούμαι: πάντα παρηγοριά πολλή παίρνουν όσοι μπορούσι| την απονιά τση κόρη τως κλαίγοντας να μιλούσι Πανώρ. Α΄ 223· έπαρ’ κι εσύ παρηγοριά, ως έκαμεν κι εκείνος Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1516]. 15) Παίρνω πρίκα = πικραίνομαι, στενοχωρούμαι: αντίς χαρά π’ ανίμενα πολλήν επήρα πρίκα Πανώρ. Δ́ 246. 16) Παίρνω την τιμή κάπ. = ατιμάζω: όλοι τους θέλουν την εντροπή μας| κι ολημερνίς γυρεύγουσι να πάρουν την τιμή μας Πανώρ. Δ́ 26· φοβούμαι μήπως και κιανείς βοσκός την απαντήξει (παραλ. 1 στ.) κι οϊμέ χαλάσει μού τηνε και την τιμή τση πάρει Πανώρ. Β΄ 55. 17) Παίρνω χαρά = χαίρομαι: δε μπορεί κιανείς σωστή χαρά να πάρει| δίχως να γνώσει παραμπρός πρίκες πολλές και βάρη Πανώρ. Πρόλ. 85. — Βλ. και επαίρω.
ζερβός,- επίθ., Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Wagn.) 1022, Θησ. Γ΄ [182], ΙΑ΄ [403], Αλεξ. 1967, Διήγ. Αγ. Σοφ. 16013, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 320, Σαχλ., Αφήγ. 539, Σοφιαν., Παιδαγ. 103, Στάθ. (Martini) Γ΄ 180, 205, 224, Χρον. σουλτ. 3917, Συναδ., Χρον. 69, Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 149, Διγ. O 2638· ζαρβός, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 1023, Μαχ. 31010· θηλ. ζερβά, Πορτολ. A 32721, Χριστ. διδασκ. 45· ζερβέα, Αρσ., Κόπ. διατρ. [954]· ζερβιά, Πεντ. Γέν. XIII 9, XLVIII 14, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [247]· ουδ. ζερβί, Χρον. σουλτ. 7529, Ευγέν. 850, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [1194], Δ΄ [1507].
Από το ζαρβός <ζαβρός <ζαβός (βλ. Ανδρ., Λεξ.). Για τον τ. ζαρβός βλ. Χατζιδ., ΕΕΠ 3, 96 και Χατζιδ., Αθ. 25, 1913, 279. Για τον τ. ζερβί βλ. Παπαδ. Α., Αθ. 37, 1925, 167. Η λ. στο Du Cange και σήμ.
Αριστερός: Όταν ήθελε να γράψει κάτι, έγραφε με το ζερβί το χέρι κάτι μπακλαβάδες Συναδ., Χρον. 66· Εστέκαν στην δεξίαν μερίαν κι εις την ζερβή του πάλι Θησ. Ϛ΄ [167]. Το θηλ. ως ουσ. = το αριστερό χέρι: Σφίγγουνται κι αγκαλιάζουνται, με τη ζερβή παλεύγου,| με τη δεξά για να βαρού τόπ’ ακριβό γυρεύγου Ερωτόκρ. Δ́ 1843· η γη ... έχει... ουρανόν εις την δεξιάν και ουρανόν εις την ζερβιάν Ροδινός (Βαλ.) 63.
ζήτη- η, Συναδ., Χρον. 30, 61, 67, 648, Ροδινός (Βαλ.) 149, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Στεφ.-Παπατρ.) 27815, 27816.
Από το ζητέω. Η λ. στο Somav. και στο Βλαστού, Συνών. σ. 80, λ. ζήτηση.
Υποχρεωτική συνεισφορά των ενοριτών ως αμοιβή των ιερέων· έρανος: Και με το να πλεονεκτήσει εις την ζήτην τον έκαμαν αναφοράν Συναδ., Χρον. 30· όπως ποιήσει (ο κύρι Παχώμιος) ζήτην και θεωρήσει και τας εκκλησίας Έκθ. χρον. 6715
’ζούρα- η, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2512, Σκλάβ. 155, Κατά ζουράρη 16-7, 19· οζούρα· ουζούρα, Χριστ. διδασκ. 317, 366, Ροδινός (Βαλ.) σ. 134.
ο τ. αζούρα απ.
α) Τοκογλυφία, εκμετάλλευση: εδά είναι ο μεγαλύτερος πλούσιος, οπού να ’ναι όλο με τσι ’ζούρες και δεν ψηφά μήδε φοβάται μήδε Θεόν μήδε δικαιοσύνη Κατά ζουράρη 13· διότι με παραπραξίες και δυναστείες, τες κάμνουν,| και ’ζούρες και πολλά κακά πλουτίζουσιν αδίκως Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2512· β) τόκος: ζητά μου και περσότερο ’ζούρα να της πλερώσω Ζήνου, Βατραχ. 314· Διατί έδωσε και ’ζούρες και δεν είχε να κάμει έξοδες να γυρίσει στην Πόλη Χρον. σουλτ. 2627. γ) κατάχρηση, ακολασία: αγάπα (ενν. η Σεμίραμις) την οζούραν και έκανεν και την πορνείαν διχώς εντροπήν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 114r.
ζουρλός,- επίθ., Γύπ. Γ́ 178, Κατζ. Α΄ 158, Ροδινός (Βαλ.) 89, 123, 173.
Για την ετυμ. βλ. Ανδρ., Λεξ., Κοραή, Λεξιλ. σημ. 26 και Δαγκίτσης, Λεξ. Η λ. και σήμ.
Ανόητος, παλαβός: το ζουρλό κεφάλι; Ζήν. Ε΄ 353· όποιος στο σπίτι σου έμπαινε δυο μήνες έτρωγέ σε| κι ωσά ζουρλή οπού ’σουνα εκωλογύριζέ σε Κατζ. Β΄ 382.
κάντε,- σύνδ., Ασσίζ. 34719 (έκδ. κάτε· διορθώσ.), Ιστ. Βλαχ. 67, Χριστ. διδασκ.·42, Ροδινός (Βαλ.) 69.
Από τη συνεκφορά καν τε. Η έκφρ. κάντε ... ή (= είτε ... είτε) σε έγγρ. του 13. αι. (Act. Xér. 9Β 76).
1) Έκφρ. κάντε ... κάντε, καν ... κάντε, κάντε ... και = είτε ... είτε: Είτι και αν έχουν ..., κάντε του ανθρώπου, κάντε της γυναίκας, ... εντέχεται όλον να ένι του αυθέντη με δίκαιον Ασσίζ. 1147, 8· κάντε ζούσι, κάντε αποθαίνουσι, να είναι εις δόξαν εδικήν σου Χριστ. διδασκ. 440· Περί εκείνου οπού ταπεινώσει παρθένον, ήγουν να την ξιπαρθενέψει, κάντε με το θέλημαν αυτής, κάντε δυναστικού τρόπου Ασσίζ. 9627· Μην θελήσετ’, αδελφοί μου, υπηρέτην καλογράν·| του διαβόλου είν’ παγίδα, καν είν’ νέα, κάντε γρα Αλφ. 1924· απού πάσα πράγμαν το να αγοράσουν απέ το φούντικαν ... κάντε ρούχα και πάσα άλλον πράγμαν, κελεύει το δίκαιον ότι να δώσουν διά τέλος το δέκατον Ασσίζ. 24312. 2) Έκφρ. κάντε αν = ακόμη και αν: τείντα ένι κρατούμενοι (ενν. οι συγγενείς) μετά ταύτα να ποιήσου διά εκείνον τον τεθνεώταν, κάντε (έκδ. κάτε· διορθώσ.) αν ουδέν χρήζουν τα πράγματα του τεθνεώτος όσα μέλλει να δώσουν Ασσίζ. 2635.
καρποφορώ,- Παϊσ., Ιστ. Σινά 1893.
Το αρχ. καρποφορέω. Η λ. και σήμ.
Α´ Ενεργ. 1) Παράγω καρπούς: Χωράφια που ’χανε δεντρά κι έχουν τα κουκλωμένα,| εκείνα δεν καρποφορούν, μηδ’ είναι προκομμένα Τζάνε, Κρ. πόλ. 58024. 2) Κερδίζω, αποκτώ: σύννους, πραΰς και ταπεινός, διά να καρποφορήσεις| την βασιλείαν των ουρανών, λέγω, καλέ μου, ας είσαι Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2409. Β´ (Μέσ.) 1) Προσφέρω: ταύτης εκατέρωθεν άγγελος θεωρείται| μέγιστος και αγγελικώς ύμνον καρποφορείται Παϊσ., Ιστ. Σινά 946. 2) Αποδίδω ως καρπό· (μεταφ.) γεννώ: Η Παρθένος έκραζε του λόγου της γην διά την ταπείνωσιν, αμή ήτον γη καρπερά, διατούτο εκαρποφόρησε τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν Ροδινός (Βαλ.) 119.
κοιλιοπονώ,- Πεντ. Δευτ. XXXII 18· κοιλοπονώ, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1145].
Από το ουσ. κοιλιά και το πονώ. Η λ. τον 7. αι. (Lampe, Lex.). Ο τ. και σήμ.
Γεννώ με πόνους της κοιλιάς: αύξαινε και εις εκείνον η αγάπη της Αμμίας, διότι τον έβλεπεν ωσάν να τον ήθελεν κοιλοπονήσειν ατή της Ροδινός (Βαλ.) 209.
κοινός,- επίθ., Διδ. Σολ. Ρ 72, Καλλίμ. 383, 685, Ασσίζ. 2913, 7426, Διγ. (Trapp) Esc. 119, 189, Ερμον. Υ 335, Ωροσκ. 3910, Χρον. Μορ. H 352, 3532, Χρον. Μορ. P 343, 7760, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 756, Λίβ. P 980, Χρον. Τόκκων 1297, 1313, Μαχ. 6663, Δούκ. 18725, Ριμ. Βελ. 585, Διήγ. Αγ. Σοφ. 15815, Έκθ. χρον. 2315, Ζήνου, Βατραχ. 214, Κώδ. Χρονογρ. 47, Ιστ. πολιτ. 3421, Πανώρ. Πρόλ. 28, Ερωφ. Β΄ 476, Διγ. Άνδρ. 34110, Λίμπον. Αφ. 182, Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 62.
Το αρχ. επίθ. κοινός. Η λ. και σήμ.
1) Που ανήκει, αναφέρεται σε πολλούς ή σε όλους: Ασσίζ. 1337, Ιστ. πατρ. 9514, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. γ΄ 142, Ιστ. πατρ. 19621, Διάτ. Κυπρ. 50814, Γλυκά, Στ. 50. 2) Που ανήκει στην κοινότητα: αγαθός, φιλοκκλήσιος, μεγαλόφωνος, ψάλτης κοινός, γραμματικός Συναδ., Χρον. 49. 3) Απλός, συνηθισμένος: ου θέλω να είμαι βασιλεύς ή στρατηγός εις όλους,| αλλά στρατιώτης είς κοινός και σύντροφος τυγχάνω Αχιλλ. N 229. Το ουδ. ως ουσ.: 1) Αυτό που είναι κοινό σ’ όλους τους ανθρώπους, η κοινή μοίρα των ανθρώπων· ο θάνατος: Ύψιστε, μέγα βασιλεύ, άμετρε των θαυμάτων,| το φυσικόν και το κοινόν άνθρωπος να ’θυμάτον! Σκλάβ. 2· ως του ήλθεν το κοινόν του κόσμου, ν’ αποθάνει Χρον. Μορ. P 1225· όταν του έλθει το κοινόν, η ώρα του θανάτου Χρον. Μορ. P 6283. 2) Η κοινή χρήση, η κοινοκτημοσύνη: το μεν των καλογραιών το κοινόν της τροφής και φορεμάτων και το μη έχειν τι ίδιον Σφρ., Χρον. μ. 3429· ως γαρ ουκ έχει το κοινόν επί του πόθου χώραν,| ούτως ουδέ επί της αρχής την αυτοκρατορίαν Καλλίμ. 55. 3) Το πλήθος· ο λαός: το κοινό του φράγκικου φουσσάτου Χρον. Μορ. H 1013· σύντομα τον ετύφλωσεν κανείς μη το γροικήσει,| μη το νοήσει το κοινόν και ταραχήν σηκώσει Διήγ. Βελ. 351· οι άρχοντες και το κοινό της χώρας Ανδραβίδου Χρον. Μορ. H 1435. Εκφρ. α) Ο κοινός λαός = η λαϊκή τάξη: ιερέων και αρχόντων και του κοινού λαού πλήθος Έκθ. χρον. 3022· όρισε και τους άρχοντας ...| να έλθουν εις συγκάθεδρον εις μέγα το παλάτιν,| αλλά και του κοινού λαού πλήθος αναριθμήτου Βέλθ. 945· όταν εδίδασκε (ενν. ο Χριστός) τον κοινόν λαόν, τους απλούς ανθρώπους Ροδινός (Βαλ.) 128· β) κοινή αυλή (πβ. πολιτικήν αυλήν, Ασσίζ. 28331) = πολιτικό δικαστήριο: Αυτού λέγει περί ποίων πραγμάτων δύνουνται οι άνθρωποι να εγκλητεύσουν εις την πόλιν την κοινήν αυλήν και ποία όχι Ασσίζ. 2502· γ) κοινή φωνή = η γλώσσα του λαού: το δίκαιον κρινίσκει ότι ένι κρατημένος να ικανώσει, τό λέγεται κοινήν φωνήν να μεντιάσει Ασσίζ. 1819· δ) τα κοινά = η κοινότητα: άνθρωπος ευλαβής, κατά πολλά φιλοκκλήσιος, γραμματικός καλός, ψάλτης εις τα κοινά Συναδ., Χρον. 45· ε) τα κοινά γράμματα = τα πρώτα, τα στοιχειώδη γράμματα: εις τον διδάσκαλον ... έμαθα ... τα κοινά γράμματα Συναδ., Χρον. 29.
κοιτάζω,- Προδρ. I 239, Χρον. Μορ. H 8548, Ch. pop. 464, Πεντ. Γέν. XV 5, XIX 17, Αρ. XXIV 4, Χρον. σουλτ. 8519, 10135, Κυπρ. ερωτ. 1351, Παλαμήδ., Βοηβ. 33, 581, 643, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [447], Γ΄ [633], Δ΄ [480], Διακρούσ. 1034, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1454, 17621, 19027, 2013, 2138, 24025, 28419, 3982, 4321, 4792, 5003, 5432, 57219, 58528.
Το αρχ. κοιτάζω (Βλ. Ανδρ., Λεξ.). Η λ. και σήμ.
I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) α) Προσηλώνω σε κάπ. ή σε κ. το βλέμμα, παρακολουθώ με το βλέμμα, παρατηρώ, θεωρώ, αντικρίζω: Οι βρύσες πού ’ναι, τα νερά κι οι ανθισμένοι κήποι,| κι όσοι κι αν τα κοιτάζανε ποτέ δεν είχαν λύπη; Τζάνε, Κρ. πόλ. 57012· ο κηπουρός το κοίταξε (ενν. το δενδρόν) τότες και το σπλαγχνίσθη Τζάνε, Κρ. πόλ. 13424· σαν εβγαίνει ο Μοσέ προς την τέντα, να σηκωθούν όλος ο λαός ... και να κοιτάξουν οπίσου το Μοσέ ώς να έρτει εις την τέντα Πεντ. Έξ. XXXIII 8· εδιάβη εισέ τόπον ψηλό του Γαλατά και εκοίταζε τον πόλεμον Χρον. σουλτ. 8134· ήθελεν ο Μιχαήλ διά να τα κοιτάξει| αν ην φουσσάτα εκλεκτά και να ’χουν καλήν τάξη Παλαμήδ., Βοηβ. 1025· μόνον κοιτάζει έρημον όλον εκεί τον τόπον Τζάνε, Κρ. πόλ. 2524· η χώρα το Μπονιφάτσιο ... κοιτάζει την Σαρδένια Πορτολ. A 33324· β) εξετάζω: κράζει κι άλλους (παραλ. 3 στ.) για να ’ρθουσι εις τ’ αφεντός ομπρός να τους κοιτάξει Τζάνε, Κρ. πόλ. 3429· ένας που θέλει πράξει| εις χώρες των αλλογενών κι εκεί καλά κοιτάξει| τες γνώμες διάφορου λαού, τρόπους και πολιτείαν Λίμπον. 122. 2) Διακρίνω, ξεχωρίζω κάπ. ή κ.: επειδή ’τον λαγκάδια και θαμνά εσχιάζαν| τα φουσσάτα του Μιχαήλ και δεν τα εκοιτάζαν Παλαμήδ., Βοηβ. 282· να κοιτάξεις από όλο τον λαό αθρώπους φουσσάτου ... και να βάλεις απάνου τους άρχους χιλιαντάρους Πεντ. Έξ. XVIII 21· Εχθρός δεν είναι μπορετό το δίκιο να κοιτάξει Τζάνε, Κρ. πόλ. 5359. 3) α) Προσέχω, φροντίζω, νοιάζομαι για κάπ. ή κ.: Αν το μυστήριο [σου] δεν μπορείς ατός σου να φυλάξεις,| πώς ημπορούν οι απόλοιποι; αυτείνο να κοιτάξεις Δεφ., Λόγ. 184· μη θέλεις να θαρρευτείς σ’ εκειόν που σε κοιτάζει| και δείχνει ότι σ’ αγαπά Δεφ., Λόγ. 461· τον έσυρνε γελώντας| ... όσον δεν ήβρεσκε άλλον να την κοιτάξει και ... σ’ αγάπην να την κράξει Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [479]· β) προσπαθώ να ...: Αμή ας κοιτάξει όσο μπορεί περίσσιους να κερδαίσει Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [770]· γ) λογαριάζω: δε κοιτάζει εξοδιές, μόνο ακριβά κρατεί το Τζάνε, Κρ. πόλ. 4077· δ) επιβλέπω κάπ. ή κ., επιστατώ: έβγαλε τον Καμούτζο από την τιμή του και έβαλε τον Τζογάνο να κοιτάξει τα πράματα του Μορέως Χρον. σουλτ. 10634· ελπίδαν έχω στον Θεόν, τα πάντα που κοιτάζει Παλαμήδ., Βοηβ. 93. Β´ Αμτβ. 1) α) Πλαγιάζω, κοιμάμαι: την νύχταν πάσα ζον κάπου κοιτάζει Κυπρ. ερωτ. 7819· β) πλαγιάζω (ερωτικά): μετά τα φιλήματα και της νυκτός το πλέον| εκοίτασε μεθ’ ηδονής και συνεσωματώθην Καλλίμ. 1967. 2) Παρακολουθώ: οι Παριανοί ετρέμανε ...| οπού ’τονε εις τα βουνιά απάνω κι εκοιτάζαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 3409· οι δε Χανιώται οι πτωχοί εστέκαν κι εκοιτάζαν Διακρούσ. 972· Ώχου, Θεέ, οπού είσαι στα ψηλά και χαμηλά κοιτάζεις Εβρ. ελεγ. 168. 3) Προσέχω: είχαν κλεισμένα τρίγυρα κι οι Τούρκοι να κρατούσι| τσι πόρους, να κοιτάζουνε έξω να μην εβγούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 1582. II. Μέσ. 1) Πλαγιάζω να κοιμηθώ: Δούκ. 36314. 2) Περιεργάζομαι τον εαυτό μου στον καθρέφτη: οι γυναίκες ... οπού άλλο δεν κάμνουν ... μόνον να κοιτάζονται εις τον καθρέφτην Ροδινός (Βαλ.) 60.
κολόνα- η, Χούμνου, Κοσμογ. 590, Αλεξ. 1579, Διήγ. Αγ. Σοφ. 1484, Ιστ. πατρ. 1983, Πορτολ. A 1041, 3306, Παϊσ., Ιστ. Σινά 404, Ερωφ. Δ΄ 583, Πιστ. βοσκ. V 2, 91, Στάθ. (Martini) Β΄ 278, 284, Γ΄ 22, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [173], Ροδινός (Βαλ.) 59, 70, Διακρούσ. 9812.
Το ιταλ. colonna. Η λ. και σήμ.
1) Κίονας, στήλη: την κολόνα έσυρε (ενν. ο Σαμψών) και πιάνει και χαλά τη| και τότες επλακώθησαν μέσα εις το παλάτι Δεφ., Λόγ. 645· οράς απέξωθεν καμάραν κολλημένην| μετά πετρίνων κολονών Παϊσ., Ιστ. Σινά 378· Ωσάν κολόνα λαμπιρή (ενν. ο καπνός) ...| στους ουρανούς ανέβαινεν Χούμνου, Κοσμογ. 167· στέκεται (ενν. η Μαργαρώνα) ... ωσάν χρυσὴ κολόνα Ιμπ. (Legr.) 482. 2) α) Πρόσωπο γενναίο, ακατανίκητο: κολόνα βρέθ’ ατσάκιστος κι έδειξε την ανδρειάν του Κορων., Μπούας 37· β) στήριγμα: ντρόπιαζε τον άνδρα της που ’χε διά κολόνα Δεφ., Λόγ. 657. Η λ. ως τοπων.: Πορτολ. A XIII 27, 24814, 2717.
κομπολόγι- το.
Από το ουσ. κόμπος και την κατάλ. ‑λόγι. Η λ. στο Βλάχ. και σήμ.
α) Κομποσκοίνι: με ευλάβειαν πολλήν κρατούν (ενν. οι καλογεροπαπάδες) τα κομπολόγια Παϊσ., Ιστ. Σινά 638· β) προσευχή που συνοδεύεται από τη χρ. κομποσκοινιού: έχομεν την δόξαν του Θεού εις το στόμα μας και λέγομεν ψαλμούς και κομπολόγια Ροδινός (Βαλ.) 69.
κοντοκρατώ,- Μαχ. 63613, Χριστ. διδασκ. 496· κονδοκρατώ.
Από το κοντο‑ και το κρατώ. Η λ. στο Βλάχ., σε δημ. τραγ. (Βλ. Μπαμπιν., Υποκορ. 208) και σήμ. ιδιωμ. (Μπόγκα, Γλωσσ. Ηπείρου Α΄ 185).
Α´ (Μτβ.) συγκρατώ, παρεμποδίζω, κόβω το δρόμο κάπ.: κονδοκρατούν τα δάκρυα μη κεφαλοπονέσουν Εβρ. ελεγ. 164· ο λογισμός ωσάν αμαξάρης ... να κεντά συχνά το ένα (ενν. το οκνιάρικον άλογον) και να κοντοκρατεί το άλλο (ενν. το ογλήγορον άλογον) Ροδινός (Βαλ.) 72· σηκωνόμεθα, την γραίαν κοντοκρατούμεν Λίβ. Esc. 2959· τον ήθελεν χαλάσει (παραλ. 3 στ.). Αμή ο φόβος των Τουρκών εκοντοκράτησέν τον Χρον. Τόκκων 3165. Β´ (Αμτβ.) συγκρατούμαι, διστάζω: Θωρώντα Μέγα Μάστορας να μ’ έχει βοηθεία,| εκοντοκράτει πάντοτε οπίσω για την χρεία·| τες μπουμπαρδές και αρκομπουζές σαν πρώτι δεν απόλει Αχέλ. 1851.
κοπανίζω,- Σταφ., Ιατροσ. 13, 382, 4105, 5116, 7196, 13359, Προδρ. III 362, Ιερακοσ. 42318, Ορνεοσ. αγρ. 55526, 55815, Διγ. (Trapp) Esc. 1399, Σπανός (Eideneier) A 523, Σαχλ., Αφήγ. 150, Κατζ. Α΄ 203, Πιστ. βοσκ. V 7, 92, Στάθ. (Martini) Γ΄ 238, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 70, 716· κουπανίζω, Μαχ. 21432.
Το μτγν. κοπανίζω. Ο τ. στο Lampe, Lex. (λ. κουπανίζω) και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Για το σχηματ. του τ. βλ. Meyer, Γλωσσ. πραγμ. Κύπρ. 106. Η λ. και σήμ.
α) Χτυπώ στο γουδί και συντρίβω, λιώνω, στουμπίζω: φύλλου ινδικού γράμμ. πέντε, ξηρόν κόκκον δάφνης γράμμ. τρία ... ταύτα βάλλε εν ιγδίῳ και κόπτε και κοπάνιζε και κοσκίνιζε Ιερακοσ. 38312· βρίσκει το βοτάνι·| πιάνει και κοπανίζει το και το ζουμί του βγάνει Αλεξ. 93· του έδωκε πικρόν θάνατον, διότι τον εκουπάνισε μέσα εις ένα ’γδί Ροδινός (Βαλ.) 170· β) χτυπώ δυνατά: ο άρσην (ενν. ο δενδροκόλαψ) με την μύτην του το δένδρον κοπανίζει Φυσιολ. (Legr.) 846· Θωρείτε τούτη την καρδιά; Πυρρή φωτιά την καίγει,| στ’ αμόνι κοπανίζεται Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 198· γ) ξυλοκοπώ· εξουδετερώνω: όχι μόνον έφυγε, μα κι εκοπάνισέ μας,| ανόητους μας έδειξε Γαδ. διήγ. 529· να τον κοπανίσομεν να πάρομεν την κόρην Διγ. (Trapp) Esc. 1383· όλοι να μ’ ονειδίζουν| ʼς τόσα καταφρονέματα, και να με κοπανίζουν Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1538]· οπόταν έφθασαν οι δουλευτάδες, άρχισαν να τους κοπανίζουν ώστε οπού τους ετσάκισαν Μπερτόλδος 26. Φρ. κοπανίζω το νερό (εις το ’γδί ή το μουρτίρι) = ματαιοπονώ: όποιος εδώ εις τον κάτω κόσμον γυρεύει ησυχίαν, παρομοιάζει εκείνου οπού ... κοπανίζει το νερόν εις το ’γδί Ροδινός (Βαλ.) 76· εις το μουρτίρι το νερόν εύκαιρα κοπανίζει Δεφ., Λόγ. 580.
Κορφιάτης- ο, Ροδινός (Βαλ.) 194.
Από το τοπων. Κορφοί και την κατάλ. ‑ιάτης. Λ. Κορφιότης στο Βλάχ. και το Somav.
Κάτοικος της Κέρκυρας: Ελάτε, οι Ζακυθινοί, Κορφιάτες κι Απαξώτες Τζάνε, Κρ. πόλ. 49723.
κουρσάρος- ο, Ασσίζ. 713, 4927, 502, 25220, 29812, Ηπειρ. 2226, Απολλών. 509, 717, Μαχ. 62213, 65430, Ριμ. Βελ. 665, Ιμπ. (Legr.) 627, Κορων., Μπούας 6, Τριβ., Ταγιαπ. 229, Πορτολ. A 18315, Χρον. σουλτ. 8217, Πτωχολ. (Κεχ.) P 33, Σουμμ., Ρεμπελ. 157, Ροδινός (Βαλ.) 125, Λεηλ. Παροικ. 656· κρουσάρος, Καλλίμ. 878, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 241, Αχέλ. 120, Στάθ. (Martini) Γ΄ 318, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 294, Δ΄ 92, 440, 560.
Το ιταλ. corsaro. Για τη λ. βλ. και Kahane-Tietze, Lingua Franca σ. 193-4. Η λ. σε έγγρ. του 1153 (Act. Lavr. 6215), στο Du Cange (λ. κουρσεύειν) και σήμ.
Πειρατής, ληστής: εμάς σε ξύλο κρητικό έρχοντας μας επιάσα| κρουσάροι απού το Τούνεζι κι αυτοί μας εμοιράσα Στάθ. (Martini) Α΄ 256· είμεστεν πενήτες,| ότι κουρσάροι έρχονται και μας καταρημάζουν Διγ. O 2113· εφουρκίσασιν πολλούς κλέπτας και κουρσάρους ... όπου να εμπορήσουν να παύσουν τα κούρση και οι κλεψιές Byz. Kleinchron. Α΄ 2108.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- Παράφρ. Μανασσ. (Tièche) 34773, Παράφρ. Μανασσ. (Praecht.) Β 295, Διγ. (Καλ.) Esc. 1353, Ορισμ. Μαμελ. (Βόνν.) 992, Αχιλλ. (Haag) L 258, 259, Αχιλλ. (Hess.) L 238, Αχιλλ. (Hess.) N 319, Αχιλλ. (Λάμπρ.) O 137, 138, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Legr.) 1035, 1041, Βησσ., Επιστ. (Λάμπρ.) 2211, Χειλά, Χρον. (Hopf) 347, Θησ. (Βεν.) Πρόλ. 64, Ριμ. Βελ. (Wagn.) 935, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 99, 2312, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 61, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 35934, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 47, Διγ. (Lambr.) O 325, Διήγ. πανωφ. (Φιλαδ.) 58· άμποτες, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 172v, Πεντ. (Hess.) Δευτ. XXVII 15, Αιτωλ., Βοηβ. (Băn.) 257, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 58, Ροδινός (Βαλ.) 136, 150· έμποτες, Πεντ. Αρ. V 22 (δις).