Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 17 εγγραφές  [0-17]

  Βιβλ.αναφορά : Ριμ. κόρ. V

  • πόθος 
    ο, Σπαν. (Ζώρ.) V 38, Γλυκά, Στ. Β′ 326, Λόγ. παρηγ. L 753, Καλλίμ. 762, Διγ. (Trapp) Gr. 417, 502, 1396, Διγ. A 1946, 2451, Διγ. Z 540, 647, 892, 1291, 2208, 2413, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 866, 899, 1210, 1773, Rebâb-nâmè 13, Divān 5043, Βέλθ. 397, 1052, Ερμον. Α 297, Ερωτοπ. 480, 507, Λίβ. Sc. 205, 1128, Λίβ. (Lamb.) N 244, 397, Λίβ. Esc. 151, 353, 847, Λίβ. N 776, 1692, 1962, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2448, Αχιλλ. L 506, 936, 976, Αχιλλ. (Smith) N 123, 858, 1162, Αχιλλ. (Smith) O 427, Ιμπ. 290, Φαλιέρ., Ιστ.2 191, 482, Διήγ. Βελ. N2 12, Θησ. Γ́ [426], Θ́ [246], ΙΒ́ [635], Ch. pop. 137, 290, 786 Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 23, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 50, 765, Απόκοπ.2 344, 381, 397, Ριμ. κόρ. A 43, 87, Ριμ. κόρ. V 43, 85, Κορων., Μπούας 22, Κυπρ. ερωτ. 25, 102, 8610, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 177, Β́ 189, Έ 364, Πιστ. βοσκ. I 1, 127, 135, (έκδ. πούθου· διορθώσ.), IV 7, 113, Διγ. Άνδρ. 3242, 3551, 3669, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 68, Γ́ 50, Δ́ 726, Έ 661, Στάθ. (Martini) Ά 65, Β́ 196, Γ́ 343, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [870], Δ́ [580], Έ [1254], Φορτουν. (Vinc.) Ά 7, Β́ 128, Δ́ 10, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 77, Διγ. O 164, 1724, Τζάνε Εμμ., Αφ. 14221, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 16015, 27722, 36813, κ.π.α.
    Το αρχ. ουσ. πόθος. Η λ. και σήμ.
    1) Σφοδρή, έντονη επιθυμία· λαχτάρα: Σπαν. A 520, Διγ. (Trapp) Gr. 1024, Διγ. Z 2304, Μαχ. 5928· (σε μεταφ.): έρως σαγίταν έσυρεν και κατεχάλασέν τον (ενν. τον πύργον της καρδίτσας μου)| και εις πόθον της αγάπης σου ήφερεν την ζωήν μου Αχιλλ. O 389. 2) α) Σφοδρή ερωτική επιθυμία· ερωτικό πάθος: Καλλίμ. 16, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 362, Ιστ. πατρ. 9721, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 39, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 15· (ως σύστ. αντικ.): οπού τον πόθον μου ποθεί μ’ αληθινήν καρδίαν Θησ. Ζ́ [915]· (μεταφ.): κλωνάριν πόθου εις την εμήν εφύτρωσεν καρδίαν Λίβ. Sc. 2788· (σε μεταφ.): ο σταλαγμός του πόθου μου την πέτραν της ψυχής σου| χάρβαλον να την έποικεν Λίβ. Sc. 531· ήτον πνιγμένη (ενν. η κόρη) εκ τον βυθόν του πόθου του Λιβίστρου Λίβ. N 1372· (σε προσωποπ.): θαύμασε τον λίθον τον μαγνήτην| πώς έλκει από τον πόθον του την φύσιν του σιδέρου Λίβ. Va 173· (σε όρκο): λάλει με το ορέγεσαι, το θέλεις τώρα ειπέ το,| και μα τον πόθο τον εις σε, γοργά να το πληρώσω Λίβ. Sc. 2211· (σε παροιμ. φρ.): Ο έρως τίκτει το φιλίν και το φιλίν τον πόθον Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 702· Αμ’ η γιαγάπη κλάηματα τρώγει και δε χορταίνει| γιαταύτος κακορίζικος είν’ όποιος ’ς πόθο μπαίνει Πανώρ.2 Δ́ 150· φρ. (1) βάλλω κάπ. εις πόθον = κάνω κάπ. να νιώσει ερωτική επιθυμία: μην εύρῃ χώραν ... το βέλος της αγάπης| και τρώσῃ την καρδίαν της και βάλῃ την εις πόθον (ενν. την κόρην) Διγ. Z 90· εκαλέσασιν εντίμως (παραλ. 5 στ.) την χρυσήν γαρ Αφροδίτην,| όπως γαρ εις πόθον βάλει| τους νεόνυμφους γαρ τότε Ερμον. Α 219· (2) βάνω πόθο, βλ. βάνω (Ι) Ά 52· (3) εισβαίνει/συμβαίνει πόθος (με αιτιατ. και γεν. προσώπου) = ερωτεύομαι κάπ.: πόθος με εσυνέβηκε, πάτερ μου, του Λιβίστρου Λίβ. P 892· πόθος γαρ με εσέβηκεν, πατήρ μου, του Λιβίστρου Λίβ. Esc. 2228· (4) έχω/ρίχνω (τον) πόθον εις άλλον/‑ην/αλλού = είμαι ερωτευμένος με κάπ. άλλον/ην: Καλή μου, αν εμετάγνωσες και έχεις αλλού τον πόθον,| ειπέ μου την αλήθειαν, κυρά, να υπαγαίνω Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 881· Πιστεύω, αυθέντη μου ευγενή, να μη έβγω από τον νουν σου| και αλλού να ρίξεις πόθον σου κι εμέν να λησμονήσεις Φλώρ. 1033· όμοσες και μὄλεγες ποτέ μη με ’ξαφήσεις,| κι εδά θωρούν τα μάτια μου, εις άλλην πόθον έχεις Ερωτοπ. 26· β) (συνεκδ.) το αντικείμενο της ερωτικής επιθυμίας (η χρ. ήδη μτγν.): και νυν εμέ χωρίζουσιν εκ τον εμόν τον πόθον,| ζωήν να ζω επώδυνον, πάντοτε πονεμένην Φλώρ. 1010· Ο πρώτος πόθος ήτον της καρδιάς μου| η όμορφη, οϊμέ, Ερωπρικούσα Πιστ. βοσκ. III 6, 208· (εδώ σε προσφών.): αναπλοκή μου, κρεμασμέ και ενήδονέ μου πόθε Λίβ. P 1493· γ) (προσωποπ.) ο Έρωτας (η χρ. ήδη αρχ.): Φαλιέρ., Ιστ.2 630, Κυπρ. ερωτ. 10041· δ) το ερωτικό πάθος ως αρρώστια: μην τον αφήσεις να χαθεί (ενν. το Γύπαρη), μα δώσ’ του το βοτάνι| και τη γιατρειά του πόθου του σαν τὄρχεται να γιάνει Πανώρ.2 Γ́ 218· Άλλο δεν είν’ το γιατρικό του πόθου, οντέν αρχίσει| παρά ζιμιό να βρει αφορμή να του ξελησμονήσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 707· ε) ο πνευματικός έρωτας (για τη σημασ. βλ. και Lampe, Lex., στη λ. 1): έπεσεν ο πόθος αυτού (ενν. του πατριάρχου) και η αγάπη εις την μελέτην της Αγίας Γραφής Ιστ. πατρ. 1975. 3) Αγάπη, στοργή α) για συγγενικό ή αγαπημένο πρόσωπο: και κατησπάζοντο αυτόν (ενν. τον αμιράν) μοιράζοντες τον πόθον| εντεύθεν μεν οι συγγενείς, εκείθεν δε η μήτηρ Διγ. (Trapp) Gr. 733· Εμέναν ο πατέρας μου μικρόθεν με είχεν πόθο·| τώρα με κατεχόρτασεν, θωρώ παραβαρώ τον Ιμπ. 174· φίλο αγαπημένο| θέλομε σ’ έχει πάντα μας με πόθο εμπιστεμένο Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. δ́ 112· (στον πληθ. προκ. για εκδηλώσεις αγάπης): Εκείνοι (ενν. οι θείοι μου) με ανέθρεψαν με αμετρήτους πόθους Διγ. A 519· β) προς τον γενέθλιο τόπο: Στην Καλομάτα εδιέβηκεν (ενν. ο πρίγκιπας Γυλιάμος) όπου είχεν μέγαν πόθον| διατί εγεννήθηκεν εκεί κι ήτον ιγονικόν του Χρον. Μορ. H 7761· γ) (θεολ.): εκδίδομαι παρά μητρός εις Αραβίτας θείους,| οί με και αναθρέψαντες εις Μωάμετ τον πόθον Διγ. Z 483. 4) Προθυμία, ζήλος: ούτως ο άγιος, με πόθον πολύν, έκτισε την αυτήν μονήν εις το όνομα της Υπεραγίας Θεοτόκου της Αντιφωνήτριας Σουρούμης, Ιωάνν. Ξέν. Κ 46· κάλλια βαλθείν ήθελα την άμμο| με ίδρωτα, με πόθο να μετρήσω| παρά τέτοιο βοσκό να μη βουηθήσω Βοσκοπ.2 79. 5) Διάθεση για φαγητό, όρεξη: εμένα, κακοτύχερε, τον γερανόν υβρίζεις,| τόν τρώγουσιν οι βασιλείς μετά πολλού του πόθου …; Πουλολ. (Τσαβαρή)2 84. 6) Ευχαρίστηση: Διήγησις παιδιόφραστος περί των τετραπόδων,| ίνα αναγινώσκωνται και χρώνται τούτα παίδες,| οι φοιτηταί και νεαροί διά την ευνοστίαν·| γέγραπται γαρ εις ένωσιν μαθήσεως και πόθου Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 4. Η λ. ως κύρ. όν.: Notizb. 26.
       
  • σβήνω, 
    Ερωτοπ. 285, Φαλιέρ., Ιστ.2 259, 348, κ.α. Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 171, 326, Μαχ. 6729, Χούμνου, Κοσμογ. 2736, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 4799, Ριμ. κόρ. A 147, V 25, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 119v, Μορεζ., Κλίνη φ. 191v, 289r, v, Κυπρ. ερωτ. 8312, 1494 κ.α., Πανώρ.2 Ά 227, Β́ 483, Δ́ 306, κ.α., Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. Χάρ. 79, 133, Γ́ 24, κ.α., Ιντ. κρ. θεάτρ. Β́ 17, κ.α., Πιστ. βοσκ. III 6, 36, IV 5, 69, κ.α., Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 15414, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 1131, 1964, Δ́ 641, κ.α., Στάθ. (Martini) Ά 6, κ.α., Ροδολ. (Αποσκ.) Πρόλ. Μέλλ. 41, Β́ 28, Δ́ 98, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [809], Γ́ [440], Έ [1410], κ.α., Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 194, 214, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 214, Δ́ 22, Έ 44, κ.α., Λεηλ. Παροικ. 541, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 3559, κ.π.α.· εσβένω, Φλώρ. 1809· εσβήνω, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 901, Δεφ., Λόγ. 432, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 173, 186 δις, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 116, Γ́ 905· σβένω, Θησ. Γ́ [434], Ριμ. κόρ. V 129, Κορων., Μπούας 152, Αιτωλ., Ρίμ. Α. Καντ. 63, Μορεζ., Κλίνη φ. 140r, Πιστ. βοσκ. II 1, 307, Διγ. Άνδρ. 3277, 4048, Ροδολ. (Αποσκ.) Έ 260, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ [321], Λίμπον. 456, Προσκυν. α′ 11222, 24, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 161, Ροδινός (Βαλ.) 78, κ.α.· σβήννω, Κυπρ. ερωτ. 855, 15116, Θρ. Κύπρ. M 546· μτχ. παρκ. σβεμένος, Θησ. Δ́ [726]· σβημένος, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 757, Στάθ. (Martini) Ά 10, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [999].
    Από το γ́ πληθ. έσβησαν του αόρ. έσβην (> έσβησα> ενεστ. σβήνω κατά τα ρήμ. σε -ω) του αρχ. σβέννυμι με μεταπλ. (Ανδρ., Λεξ., Χατζιδ., ΜΝΕ Ά 55, 288, Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Α′ 202, 511, Β́ 576, 597). Ο τ. εσβήνω (με διατήρηση της αύξησης ε‑, Hatzid., Einleit. 70) σε κείμ. του 17. αι. (Αγαπητ., Εις αγ. Δέκα 105, 114) και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ. λ. σβήνω, Τσικής, Γλωσσ. Χίου, λ. σβη’ω). Ο τ. σβένω (<αόρ. έσβησα και αναλογ. προς τα ρήμ. σε –αίνω/‑ένω, Χατζιδ., ΜΝΕ Ά 295, Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Β′ 157, Jannaris, Hist. Gramm. 902) τον 11. αι. (TLG, βλ. και LBG λ. σβέν(ν)ω), στο Βλάχ. (λ. σβήνω), στο Κατσαΐτ., Ιφ. Έ 128, Θυ. Γ́ 138 κ.α., σε κείμ. του 18. αι. (Προσκυν. β′ 136) και σήμ. ιδιωμ. (Ζώη, Λεξ. Ζακ.2 Β′, Καλαντζάκος, Λεξ. ρουμελ., Δημητρίου, Λεξ. Σάμ. (τ. σβένου) λ. σβω)· πβ. τ. ησβένω το 17. αι. (Αγν., Θρησκ. δράμ. 285). Ο τ. σβήννω σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. B́ 777, Χατζ., Γραμμ. κυπρ. διαλ. 161, 166). Η μτχ. σβημένος (<σβησμένος με ανομ., Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Β′ 490) στο Somav. Η λ. στο Βλάχ. και σήμ.
    Ά Μτβ. 1) Κάνω κ. να πάψει να καίει, να λάμπει ή να φωτίζει: αν είχεν μείνειν το λαμπρόν, ούλη η χώρα εκαίγετον, αμμέ εσβήνναν το οι χριστιανοί τέσσερα μερόνυκτα Μαχ. 6729 χφ O· Έρχεται ο πορτάρης του Αγίου Τάφου και σβένει όλα τα κανδήλια Προσκυν. α′ 11220· (σε μεταφ.): Το πνεύμα μην το σβήνετε Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Θεσσ. Ά έ 19· ήριχνε σπίθες στην καρδιά ο πόθος να με κάψει,| με λογισμούς κι εντήρησες τες σπίθες ήσβηνά του Στάθ. (Martini) Β́ 211· πώς παράκαιρα εχάθης και έσβησες των οφθαλμών μας το φως! Διγ. Άνδρ. 32221. 2) (Μεταφ.) κάνω λιγότερο έντονο, καταπραΰνω, καταπαύω (κυρίως για οργανικές εκδηλώσεις, αισθήματα και συναισθήματα): με γλυκό και κρύο νερό την δίψα του να σβήσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 317· περί τας ημέρας του χρόνου ..., πότε να φλεβοτομεί ο άνθρωπος ... Εις τας κδ́ σβήνει την χολήν Σταφ., Ιατροσ. 15418· όλα σου τα πεισματικά κι όλες οι όργητές σου| δε θέλουσι μπορεί ποτέ τον πόθο μου να σβήσου Πανώρ.2 Β́ 403· να κάμεις με τα δάκρυα σου μια πρικαμένη βρύση| να τρέξει, και τη μάνητα την πλήσα να του σβήσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 418· (σε υπερβολή): ήτονε ο πυρετός απού είχεν τόσα πολύς, απού όλα τα νερά των βρυσών δεν εδύνουντανε να της τονε σβήσουν Μορεζ., Κλίνη φ. 191r. 3) Εξαλείφω κ. γραμμένο, ζωγραφισμένο, χαραγμένο: από τες εκκλησίες έσβησε (ενν. ο Κοπρώνυμος) τους αγίους και έγραψε άλογα και κυνήγια Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 316v. 4) (Μεταφ.) εξαφανίζω, εξαλείφω, σταματώ κ.: να σβήσεις (ενν. Δέσποτά μου) και να παύσεις ετούτον το σκάνδαλον οπού μέλει να ξάψει του άνωθεν μοναστηρίου Βλαστού, Επιστ. 17732· αρχίζει με γνωστικά λόγια να τόνε νουθετά (ενν. η τιμία γυναίκα) ... αναθυμίζοντάς του και την αιωνίαν κόλασιν απού του προξενά αυτείνη η πονηρά επεθυμία, ... και να τηνε σβήσει να μην τον αφήσει να τονε νικήσει Μορεζ., Κλίνη φ. 68v· τον παπα-Μάρκον ..., του οποίου οι δέκα χρόνοι απού είναι απόσταν εκοιμήθην δεν εδυνηθήκασι να του σβήσουσι την θύμησιν Μορεζ., Κλίνη φ. 491r· το κακό, ως κι αν είν’ μικρό κι άφαντο στην αρχή του,| α δεν το σβήσεις, γίνεται πολύ στην τέλειωσή του Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Γ́ 282 κριτ. υπ.· φρ. σβήνω το βιο/τη ζωή κάπ.= σκοτώνω κάπ.: τσ’ οχθρούς όλους θα τους νικήσω,| τον ’να να θάψω ζωντανό, τ’ αλλού το βιο να σβήσω Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 112· οι αναστεναγμοί μας| μίνα να δώσου στην καρδιά να σβήσουν τη ζωή μας Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1958. 5) Βυθίζω κ. πυρακτωμένο σε υγρό: να πίνει νερόν ή κρασί οπού να σβησθεί σίδηρον ή τζελίκι εις αυτό πολλές φορές Νικ. Ιερόπ., Εκδ. ιατρ. 25· Το όμοιον κάμνει και η πέτρα να την πυρώνεις να την σβήνεις εις το ξίδι Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 244. 6) Διαλύω ασβέστη σε νερό: Ασβέστην άσβηστον σβήσε εις το νερόν, ανακάτωσέ τον, βάλε τον εις το βαρέλι Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 171· Στούπισε τον χόρτον, οπού λέγουν υπερικόν ..., και με τον ζουμόν του σβήσε ασβέστην και τρίψον τας τρίχας σου μετ’ αυτόν να ψοφήσουν (ενν. οι κόνιδες) Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 248. Β́ Αμτβ. (ενεργ. και μέσ.) 1) Παύω να καίω, να φωτίζω, να λάμπω: Προστάσσει ο Θεός ... τα ξύλα από το θυσιαστήριον να μην λείψουσι, και η φωτία ποτέ να μην σβέσει Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 61· ωσάν ψηλώσει τση φωτιάς η φλόγα τση η μεγάλη,| και ξύλα δεν τση ρίξουνε, σβήνεται αγάλι αγάλι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 52718· πολυτίμητον διαμάντι (παραλ. 20 στ.) κι είχεν ένα σκωληκάκι| οπού το ’διδε την λάμψην· (παραλ. 18 στ.) και ψοφίσθη το σκωλήκι| και τυφλώθηκεν ο λίθος (παραλ. 6 στ.) Και περάσαν δύο μήνες αφού σβήστηκεν ο λίθος Πτωχολ. A 183· σε σχ. αδυνάτου: όντε το φέγγος τ’ ουρανού πέσει στη γη να σβήσει,| τότες εσέν, αφέντη μου, θέλω γλυκοφιλήσει Ριμ. κόρ. A 25· (σε προσφών.): ήλιε μου, μαυροφόρεσε, οι ακτίνες σου ας σβήσουν Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 378· ω λύχνε φωταυγέστατε, πώς εσβέσθηκες και μας άφησες; Χίκα, Μονωδ. 179· (σε παρομοίωση): αγάλια αγάλια εχάνετο, σαν το κερί όντε σβήνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Έ 923· Ως γαρ ένα κηρίν μικρόν την νύκτα αναμμένον,| όταν λαμπάδα φέρουσι, κείνο μένει σβεσμένον,| τούτῳ τῳ τρόπῳ η περισσή ανδρεία του Μερκουρίου, (παραλ. 1 στ.) ανδρείαν των άλλων σκοτεινήν και εις ουδέν την δείχνει Κορων., Μπούας 145· (σε μεταφ.): να θρηνήσεις τον ήλιον της εκκλησίας οπού έσβεσε σήμερον Χίκα, Μονωδ. 142· Το δέντρον όπου μ’ έσκεπε πούρου τσακκίστη,| κι η φωτεινή λαμπάδα μου μοναύτα σβήστην Κυπρ. ερωτ. 1468· προκειμένου για το αιώνιον/ατελεύτητον πυρ· βλ. και ά. πυρ 2 εκφρ. (1): στο σκότος το εξώτερον και εις το πυρ, στην φλόγα,| οπού ποσώς δε σβήνεται ποτέ εις τον αιώνα Περί ξεν. (Μαυρομ.) 472· προκ. για τα μάτια, για να δηλωθεί ότι κάπ. είναι νεκρός: Τα μάτια τως εσβέσασιν τα ωραιοπλουμισμένα·| το χώμαν τα εσκέπασεν κι είναι κατακλεισμένα Απόκοπ. (Vejleskov) Α 497. 2) (Μεταφ.) ηρεμώ, καταπραΰνομαι, καταλαγιάζω: την ίδιαν ώραν εκείνην της σβήνει όλη η καΐλα και ιατρεύεται το θανατερόν νόσημα Μορεζ., Κλίνη 191v· η πεθυμιά τση γδίκιας ..., ξεύρε, ποτέ δε σβήνει Ροδολ. (Αποσκ.) Έ 49· Τυραννισμένη μου καρδιά ...,| ..., ζήση μου πρικαμένη, (παραλ. 2 στ.) πότε να πάψου οι πόνοι σας ...,| ... να σβήσουν οι καημοί σας; Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 368· να βρούμ’, Αφέντη, την οργή και το θυμό σβησμένο| της αφεντιάς σου, να μπορού τα δάκρυα τα δικά μας| να κάμου να ’χεις λύπηση στον πόνο τση κεράς μας Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 424. 3) (Μεταφ.) εξαφανίζομαι, χάνομαι: Ωσάν ξυράφι η γλώσσα του ήσφαξε την καρδιά μου,| οπού μου εχάθη η εμιλιά κι εσβήστη η αναπνιά μου Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 184· η δύναμις οπού του έδιδε την ζωήν εσβήσθηκε, τα μέλη του όλα ενεκρώθησαν Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 11530· Ω, γιάντα τόσες αρετές κι ύψιστα τόσα κάλλη (παραλ. 2 στ.) να σβήσου, να ψυγούσινε κι άδικα να τελειώσου; Ροδολ. (Αποσκ.) Έ 562· Δε θέλ’ αφήσει να χαθεί, ουδεποτέ να σβήσει| το γένος μας από την γην Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [1095]· (σε υπερβολή): λουμπάρδες τότες άρχισαν ... (παραλ. 2 στ.) Από το τόσον βρόντισμα πολύς καπνός, εσβέστη ο κόσμος Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 1303· φρ. σβήνει η ζωή μου = πεθαίνω: Φρικτός πόλεμος έγινεν ...| και η ζωή τως έσβηνεν του κόσμου του παρόντος Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 6546. Φρ. 1) Άφτω και σβήνω ή η όψη άφτει και σβήνει = το πρόσωπό (μου) κοκκινίζει και χλομιάζει εξαιτίας ψυχικής ταραχής (πβ. σήμ. φρ. αλλάζω χρώματα): Άφτει και σβήνει, δέρνεται και απού τη μάνητάν του,| απ’ την πολλήν του ανάγκαση και την αγριότητάν του,| ένα μαχαίρι ελόγιασε στα χέρια του να πιάσει Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1934· Ως ήκουσ’ είντα τση ’πα, άφτει και σβήνει·| ωσάν το σφακολούλουδον εγίνη·| τα ρόδα τση επληθύνασι κι εφάνη| ωσάν εις το σκοτίδι πυροφάνι Βοσκοπ.2 205· το γέλιο του ’δωκε τση κακοσύνης τόπο| κι η όψη του άψε κι έσβησε, να λέγει σ’ τέτοιο τρόπο (παραλ. 4 στ.) «Σκύλε, ...,| γδίκια να πιάσω απάνω σου ...» Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 66. 2) α) Σβήνω το όνομα, βλ. Επιτομή όνομα Φρ. 7α· β) Σβήνει/σβήνεται το όνομα, βλ. Επιτομή όνομα Φρ. 7β. 3) α) Σβήνω την οργή/όργητα, βλ. Επιτομή οργή Φρ. 2, όργητα Φρ. 8· β) σβήνει η οργή, βλ. Επιτομή οργή Φρ. 15. 4) Σβήνεται η όψις κάπ. = χάνεται η ζωντάνια της έκφρασης του προσώπου κάπ. εξαιτίας φόβου κλπ. (πβ. Επιτομή όψις II 2γ φρ.): κι από τον φόβον τον πολλύν η όψις του εσβήσθην Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 76.
       
  • σημαντήριον 
    το, Σταφ., Ιατροσ. 1948· σημαντήρι, Τζαμπλάκ. (Λαμπ.) 15, Ριμ. κόρ. A 2· σημαντήριν, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 635· σημαντήρι(ο)(ν), Επιστ. Μωάμ. 6715, Ιμπ. (Legr.) 1027, Ψευδο-Σφρ. 58831.
    Το αρχ. ουσ. σημαντήριον. Ο τ. σημαντήρι τον 9.‑12. αι. (LBG, στη λ.), στο Βλάχ., σε έγγρ. του 17. αι. (Μαυρομάτης, Θησαυρ. 20, 1990, 486, 488) και σήμ. (Κριαρ., Λεξ., Μπαμπιν., Λεξ.)· βλ. και LBG.
    Ξύλινη σανίδα ή πλάκα από μέταλλο που κρούεται ρυθμικά (συν. σε μοναστήρια, για το πράγμα βλ. Κουκ., ΒΒΠ ΣΤ́ 81· πβ. και ά. σήμαντρον): τας εκκλησίας κτίζομεν μέσα στης γης το βάθος| από τον φόβον των Τουρκών εις μήκος και εις πλάτος.| Καμπάνες δεν σημαίνομεν, μηδέ τα σημαντήρια,| τα ξύλα κάπου κρούουσιν έξω στα μοναστήρια Ιστ. Βλαχ. 2659· εσήμανε (ενν. ο μοναχός) το σημαντήριον κι εσυμμαζώχθη όλος ο λαός της χώρας εις τον ναόν του αγίου Διαθ. Νίκωνος 260· (σε επωδή): ύπαγε εις του Αραράτ το όρος, όπου σημαντηρίου φωνή ουκ ακούγεται, όπου αλέκτορος φωνή ουκ ακούεται· εκεί να φας, εκεί να πιεις, εκεί τον θυμόν σου να διαβάσεις Σταφ., Ιατροσ. 1715· (εδώ μεταφ.): Κόρη και νέος δικάζεται από ’να παρεθύρι,| μίαν νύκταν όσο ’πόδωσεν τσ’ αυγής το σημαντήρι.| Ο νεότερος ζητά φιλί κι η κόρη δακτυλίδι·| κι ο νέος το δακτυλίδι του της κόρης δεν το δίδει Ριμ. κόρ. V 2.
       
  • σιχαίνομαι, 
    Διήγ. σεβαστ. Θωμά 405, 408, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 230, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 4916, Ριμ. κόρ. A 88, Ριμ. κόρ. V 86, Σκλάβ. 151, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 354r, Δεφ., Λόγ. 594, Πεντ. Γέν. XXVII 46, Έξ. Ι 12, Λευιτ. XX 23, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 6712, Μορεζ., Κλίνη φ. 86r δις, 161v, 165r, 262r, Ιστ. Βλαχ. 856, Σουμμ., Ρεμπελ. 186, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 12232, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 504, É 238, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 17917, 1499 νά 1, νβ́ 1, 1519 ζ́ 3, 1520 ζ́ 9, κ.α., Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [28], Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 44117, Τζάνε, Κατάν. 30, Βίος Αισώπ. (Eideneier) I 25121, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Επιστ. Γαλ. δ́ 14, Τιμ. Ά ς́ 20, Αποκάλ. Ιω. κά 8· σιγχαίνομαι, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 AZ 19, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. Ι 100, 824, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 348v, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 260, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 76, Μαργουν., Βίοι2 273, Κανον. διατ. Β 980, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 13927, Βίος Αισώπ. (Eideneier) D 21315, 21831, 2209, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 176107, 108, 110, 112, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 3192, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Επιστ. Ρωμ. ιβ́ 9· σικχαίνομαι, Ορνεοσ. αγρ. 55927· σχαίνομαι, Στάθ. (Martini) B́ 254· ενεργ. σιχαίνω, Πεντ. Λευιτ. XI 11, 13· μτχ. σιχαϊμένος, Άνθ. χαρ. 29921.
    Από το μτγν. σικχαίνω. Ο τ. σιγχαίνομαι ήδη μτγν. (TLG, γρ. συγχαίνομαι)· για την τροπή του κ σε γ βλ. Jannaris, Hist. Gramm. 59b, αλλά και Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 434. Διάφ. τ. και σήμ. ιδιωμ. (Δουγά-Παπαδ.-Τζιτζιλής, Γλωσσ. ιδίωμ. ορ. Πιερίας, λ. ασκαίνουμι, Τσιτσέλη, Γλωσσάρ. Κεφαλλ., σκαίνομαι, λ. σκασιά, Δημητρίου, Λεξ. Σάμ., λ. σ’χαίνουμι κλπ.). Η λ. το 12. αι. (LBG), στο Βλάχ. (γρ. και συχ-) και σήμ.
    1) Απεχθάνομαι, αποστρέφομαι: Ούτως ποιεί και η χάρις της αγάπης· ουδέν εβλέπει κανένα ελάττωμα, αμή πάντοτε σιχαίνεται πάσα πράγμα άτυχον και απομένει με την χάριν και με το καλόν Άνθ. χαρ. 29115· Να κάμεις άνθρωπον να σιχαθεί ένα φαγί Ιατροσ. κώδ. 163 χκβ́· (με σύστ. αντικ.): τα πελεκητά των ειδώλων τους να κάψετε εις την ιστιά, μη πεθυμήσεις ασήμι και μάλαμα απάνου τους και να πάρεις εσέν ...· σιχαμό να το σιχάνεις και εβδελιασμό να το εβδελιάσεις, ότι αφόρεσμα αυτό Πεντ. Δευτ. VII 26. 2) (Αμτβ.) νιώθω αίσθημα αποστροφής (για κάποια δραστηριότητα), χάνω το ενδιαφέρον μου για κ.: Εάν ο ιέραξ σικχανθῄ και το κυνήγιον αποστρέφηται … Καύξον μετά υδρομέλιτος συντετριμμένον εις ποτόν τῳ ιέρακι δος, και την σικχασίαν επαίρει Ορνεοσ. αγρ. 56314. 3) Αισθάνομαι έντονη δυσαρέσκεια ή απογοήτευση: Διατούτο εσιχάθηκα την γενεάν εκείνην και είπα: Αυτοί πάντα πλανώνται εις την καρδίαν Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Εβρ. γ́ 10 (πβ. ΚΔ, Παύλ. Εβρ. 3, 14: δυσηρεστήθην εις την γενεάν εκείνην)· Χαρτί σε πέμπω, μάτια μου· ψυχή μου, ανάγνωσέ το,| μη σιχαθείς τα γράμματα, μη ψέξεις το μελάνι Ερωτοπ. 332. 4) Καθιστώ κ. σιχαμερό, βρομερό· (εδώ μεταφ.): μη σιχάνετε τις ψυχές σας εις το χτήνο και εις το πουλί και εις όλο ος να σερπετεύγει ηγής ος εχώρισα εσάς να μαγαρίσετε Πεντ. Λευιτ. XX 25. 5) (Εδώ) φοβάμαι κάπ.: όταν είδαν (ενν. τα παιδία) τον Αίσωπον εσιγχάθησάν τον και έβαλαν φωνήν και έκλαυσαν Βίος Αισώπ. (Eideneier) I 25114. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = 1) (Εδώ προκ. για ζώο) βρόμικος, σιχαμερός: βλέπει τον ουρανόν ανοικτόν, και ένα αγγείον οπού εκατέβαινεν εις αυτόν ωσάν σεντόνι μεγάλον, … εις το οποίον σεντόνι ήταν όλα τα τετράποδα της γης … Και φωνή ήλθε προς αυτόν και έλεγεν: «Ω Πέτρε, σήκω και σφάξε και φάγε». Και ο Πέτρος είπεν: «Όχι, Αυθέντη, διατί ποτέ δεν έφαγα τίποτες σιχαμένον και ακάθαρτον» Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πράξ. ί 14. 2) Αηδιαστικός, αποκρουστικός: ο σαπρός ετούτος και σιγχαμένος (ενν. ο Αίσωπος) έκαμε πλέον φρονιμότερα από όλους Βίος Αισώπ. (Eideneier) D 21332. 3) Που προκαλεί ηθική αποστροφή, αισχρός: τους φοβιτσάρηδες και απίστους και σιχαμένους και φονείς και πόρνους και μάγους ... το μέρος τους είναι εις την λίμνην οπού καίεται με φωτίαν Χριστ. διδασκ. 112.
       
  • σκλάβα 
    η, Ελλην. νόμ. 54030, Ασσίζ. 1729, 4218, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Εsc. 359, Βέλθ. 888, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 328, 489, Χούμνου, Κοσμογ. 586, Ριμ. κόρ. A 119, Ριμ. κόρ. V 117, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 7r, Δεφ., Σωσ. 269, Πεντ. Γέν. XII 16, Έξ. XXIII 12, Δευτ. V 14, Πηγά, Χρυσοπ. 103 (36), Διήγ. Αλ. E (Lolos) 30310, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 407, Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ́ 112, Σταυριν. 483, Διγ. Άνδρ. 33115, 3967, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Έ́ 327, Στάθ. (Martini) Ιντ. ά́ 3, Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 582, Έ́ 354, Λεηλ. Παροικ. 146, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 18110, 25911, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 761, 833, κ.α.
    Το θηλ. του ουσ. σκλάβος (βλ. λ.). Η λ. τον 12. αι. (LBG, TLG), στο Meursius και σήμ.
    α) Υπόδουλη· αιχμάλωτη: είς αισχρός και βδελυρός γέρων απέ την χώραν| χρυσίνους δίδει εκατόν κι επαίρνει με διά σκλάβα,| εις το πορνείον μ’ έστειλεν με άλλες οπού είχεν,| γράφει και τίτλον άνωθεν στ’ ανώφλιον της πόρτας:| όστις την πρώτην νύκταν κοιμηθεί μετά μέναν,| χρυσάφιν λίτραν ήμισην να έναι η τιμή μου Απολλών. (Κεχ.) 733· αρχόντισσες μεγάλες,| ευγενικές και φρένιμες, ακριβαναθρεμμένες (παραλ. 1 στ.) και καλογριές ευγενικές, παρθένες, ηγουμένες (παραλ. 2 στ.) ηρπάγησαν ανηλεώς ως καταδικασμένες.| Πώς να τες πάρουν στην Τουρκιά, σκλάβες να πουληθούσιν| και να τες διασκορπίσουσιν Ανατολήν και Δύσην. (παραλ. 3 στ.) και το βραδί να μένουσιν με τους μουσουλουμάνους| και να τες μαγαρίζουσιν, μπαστάρδια να γεννούσιν Ανακάλ. 78· Τες σκλάβες φέρνου στου πασά ομπρός να τσι περάσου,| γιανίτσαροι κι άλλοι πολλοί Τούρκοι να τσι μοιράσου Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2077· (μεταφ. για δήλωση απόλυτης υπακοής και υποταγής): Θωρώ, με δίχως αφορμήν αγριεύγεις και μανίζεις,| παιδί σου είμαι και σκλάβα σου και τη ζωή μου ορίζεις,| μπορείς να κάμεις εις εμέ τό βούλεται η καρδιά σου,| ο θάνατος κι η ζήση μου βρίσκεται στην εξά σου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 416· « … Σκλάβα σου έγινα τώρα και πίστευσόν μοι.» Ετούτα τα λόγια έλεγεν η κόρη προς τον έρωτα Διγ. Άνδρ. 31717· (σε προσωποπ.): Το πνεύμα, ήγουν η ψυχή, απομένει θλιμμένη, πικραμένη, ασθενημένη, σκλάβα του κορμιού, και κάμνει είτι θέλει εκείνο Ροδινός (Βαλ.) 83· Σκλάβαν γαρ κάμνει πάντοτε (ενν. ο έρως) την γνώμην των ανθρώπων,| υποτάσσει τον λογισμόν ως χαλινός το ζώον Διγ. Ζ 1736· β) υπηρέτρια, δούλα (για τη σημασ. και το πράγμα βλ. και Τσαβαρή [Πουλολ.2 σ. 357] και Κουκ., ΒΒΠ Β′2 206): εκατέβην η θεγατέρα του Φαρώ να πλυθεί ιπί το ποτάμι ... και είδεν το κιβωτό ... και απέστειλεν τη σκλάβα της και επήρε το Πεντ. Έξ. II 5· λυπήσου κι αφουκράσου μου, τση σκλάβας του σπιτιού σου| και μπιστικός βλεπάτορας και νένα του παιδιού σου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 531· Χήρα γυναίκα ήτονε κι αγάπα την δουλεία| και είχε σκλάβες περισσές διά υπηρεσία·| νύκτα πολλά τες σήκωνε πάντα εις την δουλεία Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 792.
       
  • σκύλος 
    ο, Σπαν. (Ζώρ.) V 639, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 113, Βέλθ. 1009, Σπανός (Eideneier) A 312, D 667 κ.α., Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 196 κ.α., Συναξ. γαδ. (Βασιλ.) 31, Σαχλ. N 215, 301, Σαχλ. Β́ (Wagn.) PM 353, Λίβ. Esc. 2313, Φαλιέρ., Θρ. (Bakk.-v. Gem.) 227, Ανακάλ. 44, 85, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 471, Πλουσιαδ., Θρ. Θεοτ. 139, Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 85, 86, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 831, Έπαιν. γυν. (Vuturo) 487, 526, Λίβ. Va 897, Πικατ. (Bakk.-v. Gem.) 87, Τριβ., Ρε 322, Κακοπ. 53, Αχέλ. 1663, 1991, 2170 κ.α., Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 331, 4 κ.α., Hist. imp. (Iadevaia) IIa 2005, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2002, 3061, 3345 κ.α., Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 645, Έ 101, Παλαμήδ., Βοηβ. 254, 318, Σουμμ., Ρεμπελ. 179, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 1015, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 536, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 14r, Ροδολ (Αποσκ.) Γ́ 18, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [414], Δ́ [115] κ.α., Διακρούσ. (Κακλ.) 566, 818, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 21024, 26111, Βίος Αισώπ. (Eideneier) K 18416, 17, κ.π.α.· σκύλλος, Μαχ. 21417, 24426, Βουστρ. (Κεχ.) 24411, Ξόμπλιν φ. 130v, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 1892, 9143· σύλλος, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 8840· χχύλλος, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 41.
    Από το αρχ. ουσ. σκύλαξ με μεταπλ. (Μπαμπιν., Ετυμ. λεξ.)· βλ. και λ. σκύλλον στον Ησύχ. (TLG). Οι τ. σκύλλος και σύλλος και σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα (Σακ., Κυπρ. Β́ 790, λ. σ(κ)ύλλος). Η λ. τον 9. αι. (TLG), στο Βλάχ. και σήμ.· βλ. και LBG.
    1) Το ζώο σκύλος: Επήν με πήγε εις το χωριόν, και απήν εσυνεπήρα,| δεν μ’ έμαθεν η τύχη μου, η δολερή μου μοίρα,| ν’ αποκρατήσω κτήματα, να περνώ με ζευγάριν,| αμή έμαθέν με κυνηγόν, με σκύλους, με ζαγάριν Σαχλ., Αφήγ. 128· ο μεν σκύλος ο κυνηγάρης όρμησεν εις τον λαγόν· ο δε άλλος έδραμεν εις το τσικάλιν Σοφιαν., Παιδαγ. 99· Περί ανθρώπου οπού τον δαγκώσει σκύλος λυσσιάρης Γιατροσ. Ιβ. 88· και πρόβατα τυφλάθησαν, γαδάροι και βουδάκια| και κάτες και οι όρνιθες, σκύλοι και γουρουνάκια Διήγ. ωραιότ. 770· ως και το σπίτιν του πτωχού κανείς δεν το κατέχει,| και σκύλος αν διαβεί απεκεί, στην πόρτα ουδέν ιστέκει Σαχλ. Β́ (Wagn.) P 159· (σε παρομοίωση): Και απού τη βιάση μου ήριξα το χέρι μου και πιάνω| το χοιρομεροκόκκαλο τούτο, κι ευθύς το βάνω| μέσα στη μπουζουνάρα μου, κι ήθελα ν’ αρχινίσω| το κρας απὄχει απάνω του σα σκύλος να το γλείψω Φορτουν. (Vinc.) Á 98· τον ρήγαν και τους άρχοντας φέρνουν της Εγγλιτέρας,| εκείνους οπού εσκύλευσεν ο μέγας Βελισάρις| και εφάνηκεν απάνω τους ωσάν σκύλος λυσσάρης Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 484· Έσωσαν εις το Γολγοθάν και τότες ορδινιάζου (ενν. οι Οβριοί),| για να σταυρώσου το Χριστό, και σα σκύλοι γρινιάζου Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 3551· Κι οι δαίμονες ’ς τσι αμαρτωλούς ως σκύλοι θέλου ’ράξει,| και ποια ψυχή να τους θωρεί και να μηδέν τρομάξει;| Τα νύχια τως να μπήχνουσι μέσα εις την καρδιάν τως (παραλ. 1 στ.) άγρια να τους κρίνουσι, στην πίσσα να τσι οδεύγου| κι εις τα πυροχαρκώματα να τουσε μαγερεύγου Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 4956· οχουθρός του γένου μας, αχόρταγος Τρωσίλος,| πλια από λιοντάρι αγριότατος κι άπονος παρά σκύλος,| απού εκατέβαψε άδικα τα χέρια τ’ άνομά του| στο αίμα μας, δίδει αφορμή κι εμέ κακού θανάτου Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 546· Χίλιοι βοσκοί την αγαπού (ενν. τη θυγατέρα μου) κι ως σκύλοι τσ’ ακλουθούσι Πανώρ.2 Β́ 57· Κι εισέ φυγήν ετράπηκεν (ενν. ο Κάιν) και τρέμει σαν το φύλλο,| μαύρος πολλά και αδύναμος σαν τον λυσσάρη σκύλον Χούμνου, Κοσμογ. 210· τώρα βλέπετε τι άξιζεν ο Μιχάλης,| επήραν σας την Ερδελιάν και κάθετ’ άλλος κράλης,| και σας σάς απεδίωξε απέκει εντροπιασμένους,| δερνόμενους με το ραβδί σαν σκύλους ψωριασμένους Σταυριν. 1182· θαρρώ και δυναστεύετε (ενν. ω άρχοντες Ρωμαίοι) τους επτωχούς τους Βλάχους,| και η πλεονεξία σας τους κάμνει ρωμαιομάχους,| και δεν μπορούν να σας ιδούν μηδέ ζωγραφισμένους·| ωσάν σκύλους τους έχετε πολλά ονειδισμένους Ιστ. Βλαχ. 436· (σε σχ. αδύνατον): όντεν ο σκύλος κι ο λαγός ποιήσουν αδελφοσύνη,| κι η κάτα με τον ποντικόν ποιήσουν συντεκνοσύνη, (παραλ. 5 στ.) τότες εμέν και σεν, κυρά, θέλουσιν ευλογήσει Ριμ. κόρ. V 11. 2) Μεταφ. α) (μειωτ., υβριστ.) άγριος, σκληρός, κακός άνθρωπος: Επά πώς ήλθες, λυγερή, σ’ τούτην την ερημία;| Τα χέρια ποιος σου τα ’κοψε με άπονη καρδία;| Πες μου, ποιος σκύλος ήτονε να πα να τονε σώσω,| με το σπαθί οπού βαστώ θάνατον να του δώσω; Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 803· Σ’ τούτο φωνιάζει ο βασιλιός με πλια θυμό, κι αρπούσι (ενν. οι ’πηρέτες και δούλοι)| τη γλώσσα του (ενν. του Πανάρετου) και βγάνου τη και χάμαι την πατούσι·| και μετά ταύτα τσ’ άκουσα τ’ αφτιά να πει «Ερωφίλη»,| την ώρα που τη ρίξασι στη γην εκείνοι οι σκύλοι Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 150· Και απέ τας πικρίας λιγνεύω| και αποθνήσκω, και πτωχαίνω| μετά τούτον τον ζουλιάρη,| τον λωλόν, τον δαιμονιάρη (παραλ. 56 στ.) Και αν σταθώ εις το παρεθύρι,| θέλει ο σκύλος να με δείρει,| ουδέ μ’ άνδρα να συντύχω,| ουδέ να τον χαιρετήσω,| ουδέ να παραδιαβάσω,| ειμή μόνον αν γεράσω Έπαιν. γυν. (Vuturo) 456· β) υβριστικός χαρακτηρισμός για αλλόθρησκο ή αλλόδοξο: επήρασι την Πόλιν,| οι Τούρκοι σκύλοι ασεβείς· ω συμφορά μεγάλη!| Όποιος έναι χριστιανός την Πόλιν ας την κλαύσει Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 124· Να φέρομεν κατ’ όνομαν αυτούς τους καταράτους,| αυτούς τους ασεβέστατους που πήγαν ...| κάτω εις το ανάθεμα ...,| διά την απιστίαν τως και και ασεβείαν μόνην (παραλ. 2 στ.) πρώτος ο Νέρων είπαμεν, Δομετιανός, Τραϊανός αυτείνοι (παραλ. 4 στ.) Αναστάσιος και Δυόκορος, ο σύλλος, ο φορφάντης Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 8840· ήλθασι Άραβοι κουρσάροι οι σκύλοι| και κουρσεύσασιν τον τόπον Πτωχολ. (Κεχ.) P 33· Τις να πιστέψει εις Ρωμαίον εις λόγον είτε εις όρκον;| λέγουσιν ότι είναι χριστιανοί και στον Θεόν πιστεύουν·| εμάς τους Φράγκους μέμφονται, λέγουν, κατηγορούν μας,| σκύλους μας ονομάζουσι, ατοί τους επαινούνται Χρον Μορ. H 761· Πάσα λοής θαμάσματα ήκαμε στην πατρίδα,| καθώς το μαρτυρήσασι εκείνοι απού την είδα.| Και απού τσι Εβραίους δεν έλειπε ποτέ η ζηλοφθονία,| οι σκύλοι πάντα εγέμασι ’ς τό ’βλέπα απιστία Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2361· Ώχου, ακούστε με να διηθώ να σύρω μοιρολόι,| ώχου, για το Ιερουσαλάιμ το πολυζηλεμένο,| ώχου, οπού ’μουν κυρά βασίλισσα, κυρά καμαρωμένη,| ώχου, και τώρα μ’ εκρουσέψανε οι σκύλοι Αραβίτες Εβρ. ελεγ. 160· (εδώ προκ. για ζώο): και τότες τον κυρ γάδαρον γυρίζει κι ατιμάζει (ενν. η αλουπού): «Αφορεσμένε γάδαρε και τρισκαταραμένε,| αιρετικέ κι επίβουλε, σκύλε μαγαρισμένε,| να φας το μαρουλόφυλλον εκείνο χωρίς ξίδι!| Και πώς δεν επνιγήκαμε ετούτο το ταξίδι! ...» Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 366· γ) (γενικ.) υβριστικός χαρακτηρισμός για μισητό πρόσωπο, για εχθρό: να λέγει σ’ τέτοιο τρόπο| προς τον Πανάρετο άρχισε (ενν. ο βασιλιός) ... (παραλ. 3 στ.) «Σκύλε, δοξάζω το Θεό, πως σε θωρώ ομπροστά μου,| γδίκια να πιάσω απάνω σου, σαν πεθυμά η καρδιά μου ...» Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 71· Τρίμουρε σκύλε, το λοιπό εις τέτοιο τρόπο μ’ έχεις| βαλμένο εις χίλια βάσανα ...; Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Á́ 152· Έδε αμαρτίαν, τήν εποικαν οι σκύλοι οι Κατελάνοι,| και τέτοιον κάστρο εχάλασαν και μέγαν δυναμάριν! Χρον. Μορ. Ρ 8091· Μ’ αυτό το σκύλο (ενν. τον Πανάρετο) συντηρώ και φέρνουσι δεμένο·| θωρώντας τονε μοναχάς άφτω όλος και κρυγαίνω Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 645· (εδώ προκ. για ζώο): ο λούπος επεχείρησεν υβρίζειν το γεράκιν:| «Ήλθες και εσύ, φονέα, ληστή, αιματοπότα λύκε| και συγγενοσαρκόφαγε ιέραξ, εις τον γάμον,| να ποίσεις και την πέρδικαν, πάλιν την περιστέραν,| αφασιανόν και φάσαν τε, την κίσσαν, το τρυγόνιν| και τα μικρά στρουθόπουλα τα όλα να μισεύσουν.| Φύγε, διώκτα, τύραννε, αιματοπότα σκύλε ...» Πουλολ. (Τσαβαρή)2 375· δ) (σπαν. με θετική σημασ.) αφοσιωμένος και γενναίος : αξίωσέ με (ενν. Θεέ) πάντοτε να ’χω να ’ναι κοντά μου,| σαν τούτον άξιον σύμβουλον εις πράγματα δικά μου,| διά να είναι πάντοτε εδραίωμα και στύλος| στα πράγματά μου, ως εικός, κι εις τους εχθρούς μου σκύλος Κορων., Μπούας 23. Φρ. 1) Αποθαίνω ως σκύλος/ψοφώ σαν σκύλλος = πεθαίνω χωρίς φροντίδα (πβ. νεοελλ. φρ. ψόφησε/ πέθανε σαν το σκυλί, ΛΚΝ, λ. σκυλί): εις την μέσην των εχθρών ... εφάνη (ενν. ο Μερκούριος) (παραλ. 1 στ.) Και μέρος τούτων έκοψε, κι άλλους εποίκε σκλάβους,| και οι λοιποί επήγασι στην Τέλαν χωρίς βλάβους·| κι εκεί τους αποκλείσασι, κι όλοι λιμοκτονούσαν,| χωρίς ψωμί, χωρίς κρασί, κι ως σκύλοι αποθνούσαν Κορων., Μπούας 17· Θάλασσαν και διά ξηράν αυτοί να ’ναι κλεισμένοι,| όσο που να ψοφήσωσιν σαν σκύλλοι ψωριασμένοι Ιωακείμ Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 1892. 2) Τρώγονται (κάπ.) σαν σκύλλοι = (κάπ.) μαλώνουν, καβγαδίζουν συνεχώς: Μες στην Κωνσταντιόπολιν πολλά ’ναι συγχυσμένα| αυτά τα μιαρότατα Τουρκία οργισμένα.| Αλλήλως των δεν παύουσιν να τρώγονται σαν σκύλλοι| από την δυσθυχίαν τως Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 6083. Η λ. σε τοπων.: Πορτολ. A 22116.
       
  • σπαθίον 
    το, Διγ. Z 616, 1809, 2838, κ.α., Διγ. Άνδρ. 32717, 33214, 37612, κ.π.α., Νικ. Ιερόπ., Εκδ. ιατρ. 32 δις· σπαθί, Χρον. Μορ. H 619, 2558, 4289, 6315, κ.α., Χρον. Τόκκων 206, 657, 1110, 2256, Παρασπ., Βάρν. C 168, Ch. pop. 804, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 633, Διήγ. Αλ. V 56, 66, κ.α., Λίβ. Va 811, 3148, κ.α., Αγν., Ποιήμ. Ά́ 16, Ριμ. κόρ. V 64, Πένθ. θαν.2 623, Διήγ. Αλ. G 2801, 28626, κ.α., Διήγ. Αλ. F (Lolos) 12021, 2066, 7, κ.α., Πεντ. Γέν. XXXI 26, Έξ. V 21, Λευιτ. XXVI 6, Δευτ. XIII 16, κ.α., Αχέλ. 99, 103, Χρον. σουλτ. 3736, 8814, 11734, Hist. imp. (Iadevaia) I 2966, IIb 1679, κ.α., Πανώρ.2 Β́ 554, Γ́ 195, κ.α., Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 277, 408, Κατζ. Β́ 57, 77, 86, Σταυριν. 31, 521, 656, Ιστ. Βλαχ. 147, 2517, κ.α., Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 325, Δ́ 1612, κ.α., Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 273, 877, κ.α., Στάθ. (Martini) Ιντ. β́ 98, Γ́ 51, 179, κ.α., Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 309, Έ́ 40, κ.α., Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 108, Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 18, Δ́ 191, κ.α., Χριστ. διδασκ. 447, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 142, Δ́ 359, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Κaplanis) 1792, 4809, 8462, κ.α., Διακρούσ. (Κακλ.) 570, 1222, κ.α., Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 18220, 43714, 55520, κ.α., κ.π.α.· σπαθίν, Καλλίμ. 887, Ασσίζ. 22523, Διγ. (Trapp) Gr. 377, 2549, κ.α., Διγ. Z 1340, 2463, κ.α., Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 671, 1528, 5167, κ.π.α., Χρον. Μορ. P 2918, 4694, 6315, κ.α., Φλώρ. 529, 1705, Απολλών. (Κεχ.) 508, 727, Λίβ. διασκευή α 107, 939, 4155, κ.α., Αχιλλ. (Smith) N 264, 322, 600, κ.α., Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 682, 882, Μαχ. 26628, 29038, 66412, κ.α., Διήγ. Βελ. Ν2 246, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 768, Γεωργηλ., Θαν. 89, Βουστρ. (Κεχ.) 1021, 30416, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) Α 701, 1238, Διήγ. Αλ. G 27411, Διήγ. Αλ. F (Lolos) 1708, 2629, κ.α., Βυζ. Ιλιάδ. 943, Αχέλ. 512, Παλαμήδ., Βοηβ. 641, 651, 963, κ.α., Διγ. Άνδρ. 33125, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 804, κ.π.α.· σπαθί(ο)(ν), Χρον. Μορ. H 439, 919, 1675, 1713, 4821, κ.α., Χρον. Μορ. P 550, 2039, κ.α., Ιστ. Ηπείρ. XXV 2, Θησ. Β́ [544], Έ́ [733], [848], Byz. Kleinchron. Ά́ 25042, 26086, 30120, 30724, 48410, κ.α., Βεντράμ., Φιλ. 318, Διήγ. Αλ. F (Lolos) 12022, 24619, 20, Ανων., Ιστ. σημ. ρμά́, Ιστ. πατρ. 12425, 1497, 19915, Ιστ. Βλαχ. 1673, 2796, Διγ. Άνδρ. 3201, 34123, κ.π.α.· σπατί, Ανακάλ. 55.
    Το μτγν. ουσ. σπαθίον. Ο τ. σπαθί τον 9. αι. (TLG), στο Βλάχ. και σήμ. Ο τ. σπαθίν τον 8.-9. αι. (LBG, TLG), στο Du Cange και σήμ. ιδιωμ. (Μηνάς, Λεξ. ιδιωμ. Καρπάθου, Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ., λ. σπαθί(ν), Παπαδ. Α., Λεξ., λ. σπαθί(ν)). Για τον τ. σπατί βλ. Κριαράς [Ανακάλ. σ. 45]. Η λ. στο Du Cange.
    1) α) Όπλο με μακριά, κοφτερή λεπίδα, ξίφος: ειδέ παραπικράνεις με και την ψυχήν μου θλίψεις,| πάντως να σύρω το σπαθίν, και να σφαγώ ατός μου Διγ. Z 784· Με το σπαθίν το φοβερόν (ενν. ο Τρώιλος) κόπτει και θανατώνει Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 9443· Ο ρήγας το Ρωτόκριτο με πόθον αρματώνει (παραλ. 3 στ.). Ζώνει του τ’ όμορφο σπαθί, δίδει του το κοντάρι| κι αποκαμάρωνέ τονε στ’ άλογο καβαλάρη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 1585· (μεταφ.): υιέ μου, ψευδομάρτυρας ποτέ σου μηδέν γένεις·| βλέπε τον όρκον του Θεού, φοβού τον ως ρομφαίαν·| μάχαιρα ένι δίστομος, σπαθίν ακονισμένον Σπαν. O 100· Σπαθί μας λείπει και δίδει μας το σήμερον ο μέγας στρατιώτης ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, τον σταυρόν Lucar, Sermons 116· Σπαθί δίστομον είναι ο λόγος του Θεού, κατά τον μακάριον Παύλον Γεργάν., Εξήγ. Αποκ. 262· Τον δεύτερόν του (ενν. του δούκα) τον υιόν Τόρνον τον ονομάζαν·| άνδρας θρασύς και δυνατός και τολμηρός εις άκρον,| άγριος εις το βλέμμαν του, σπαθίν η συντυχιά του Χρον. Τόκκων 1947· η ρίζα των φρονήσεων, η δόξα των Ρωμαίων (ενν. ο βασιλεύς Καλοϊωάννης),| κλέος και κάλλος και τιμή, δεύτερος Πτολεμαίος,| της ορθοδόξου πίστεως σπαθίν ακονισμένον Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 99· (εδώ προκ. για την Παναγία): Χαίρε, σκάλα του ουρανού, πόρτα της Παραδείσου,| χαίρε, σπαθί με δύναμιν αντίδικα τσ’ αβύσσου Ύμν. Παναγ. 6· (σε μεταφ.): ας προκαθίσουν οι έρωτες, ας κρίνουν, ας διδάξουν,| και αν ευρεθεί, κυράτσα μου, ότι είπα εγώ διά σένα,| τα μέλη μου ας τα κόψουσιν με το σπαθίν του πόθου Ερωτοπ. 344· Έκλωσεν πάλιν η βουλή της τύχης της αδίκου,| μετεκυλήθην κατ’ εμού του χρόνου ο τροχός του| και του θανάτου το σπαθίν δι’ εμέναν εστομώθην Λίβ. διασκευή α 4562· Τση δικιοσύνης το σπαθί βάλε το στο φηκάρι| και πιάσ’ τσ’ ελεημοσύνης σου, που έχει μεγάλη χάρη Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 185· (σε παρομοίωση): Έπαινός σου Ισραελ· τις σαν εσέν λαός σωτεραμένος με τον Κύριο, σκουτάρι το βοθιό σου και ως σπαθί η παρουσιά σου και να άρχουνται οι οχτροί σου εσέν και εσύ ιπί τα ψηλά τους να πατήσεις Πεντ. Δευτ. XXXIII 29· Τον αυτόν μήναν εφάνην εις τον ουρανόν ωσάν σπαθί καθολικόν εις την μεσημβρίαν και ήστεκεν και εφαίνουνταν απάνου από τες είκοσι ημέρες Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 22r· (προσωποπ.): Τας πρέσας όλας τας πολλάς κόπτει, διαχωρίζει (ενν. ο Αχιλλέας),|και το σπαθίν του έπινεν αχόρταστον το αίμα Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 9503· ας εγνωρίσει (ενν. πας άνθρωπος αδούλωτος εις Ερωτοκρατίαν) δήμιός του γίνεται το σπαθίν μου,| και εγώ πικρός του τύραννος Λίβ. διασκευή α 299· Να χορτάσω τις σαγίττες μου από αίμα και το σπαθί μου να φάει κρεάς Πεντ. Δευτ. XXXII 42· (σε σχ. αδύνατον): ήρξατο (ενν. ο σπανός) κτενίζειν την πανάσχημον και πανάτσαλον αυτού γενειάδα. Ουκ έπιπτον ψύλλοι ή ψείρες, αλλ’ έπιπτον ψύλλοι μετά σπαθίων, φθείρες μετά μανδύων Σπανός (Eideneier) D 671· εάν ο πόθος μου, ξανθή, εισέλθει εις την ψυχήν σου, μήτε ο πατήρ σου ο στρατηγός μήτε όλον σου το γένος αν γένουν σπαθία, δοξάρια και σαγίττες, δεν θέλουν δυνηθεί να με φοβίσουν Διγ. Άνδρ. 3529· (σε παροιμ. φρ.· η χρ. της και σήμ., βλ. Πολ. Ν., Παροιμ. Β́ 70): κεφάλι οπού προσκυνά, σπαθί ουδέν ημπορεί να τον κόψει Διήγ. Αλ. F (Lolos) 16012· (σε όρκο· για το πράγμα βλ. Κουκ., ΒΒΠ Γ́ 369): ομνέω σας τον Θεόν του ουρανού και της γης και τον προφήτην Μωάμεθ ... και εις την ψυχήν μου, και εις την κεφαλήν μου, και εις το σπαθί οπού ζώνομαι Ορισμ. Σινανπασίας (Rigo) 6220· μα το σπαθίν το δίστομον των ερωτοκρατόρων,| ου λέγω σε το τίποτα διά τρόπον κολακείας Λίβ. Va 249· (σε κατάρα): Σε τούρκικα σπαθιά βρεθείς, σε Κατελάνου χέρια·| τα κριάτα σου να κόφτουσι με δίστομα μαχαίρια! Ριμ. κόρ. Α 165· (σε προσφών.): κι εσύ σπαθί, που πάντοτε ήσουνα βοηθός μου,| αλύπητα το θάνατο, παρακαλώ σε, δώσ’ μου Πανώρ.2 Β́ 535· β) (ως σύμβολο εξουσίας, δηλωτικό αξιώματος): του βασιλέως τα χρυσά ετότες τον ενδύσαν (ενν. τον Μιχάλη),| και το σπαθί το έκλαμπρον τον ζώνουν εις την μέση Σταυριν. 547· Κράζομ’ ακόμη στρατηγός και βασιλιό με λέσι,| στέφος βαστώ, σκήπτρο κρατώ, ζώνω σπαθί στη μέση; Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 8· γ) (εκκλ.) η πύρινη σπάθα των αρχαγγέλων, ρομφαία: Εκεί θέλεις ευρεί άγγελο, το Χερουβείν, να στέκει,| την πόρτα της Παράδεισος με το σπαθί να βλέπει Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1335· Άγγελοι, λυπηθείτε μας, ψυχοπονέσετέ μας,| με τα σπαθιά σας τα λαμπρά δέτε, απαντήξετέ μας Ρίμ. θαν. 130· για ιδές πώς έστεκεν ο άγγελος Κυρίου απάνωθεν του Δαβίδ ξεγυμνωμένο το σπαθί Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 185r· δ) (ως γεν. της ιδιότητας· βλ. και ά. άνθρωπος σημασ. 1α6): Ο προβεδόρος κι οι άρχοντες είχανε πλήσια πρίκα| πως οι ανθρώποι του σπαθιού εις τα τειχιά χαθήκα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 17316· εβγήκαν οι υιοί του Ισραήλ από την Αίγυπτον και ήσαν τετρακόσιοι άνδρες του σπαθίου διχώς τες γυναίκες και τα παιδία Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) 164r· στη στράτα το διαλαλημόν έγραψε για να δώσει:| να βγου χωριάτες του σπαθιού, νά ’ρθου κι οι ’ξορισμένοι| κι απού την εξορία τως να ’ν’ ελευθερωμένοι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 39213· Πάραυτα έστειλε (ενν. ο βασιλεύς) γραφάς εις όλους τους ανθρώπους,| στα κάστρη οπού όριζε και στους δικούς του τόπους,| όσοι κι αν είναι του σπαθιού να έλθουν εις την Πόλη Διακρούσ. (Κακλ.) 67. 2) (Μετων.) α) χτύπημα με σπαθί· (γενικ.) χτύπημα, πλήγμα: Τον Θεόν έχω μάρτυρα ότι δεν έσυρα καθόλου εις αυτούς κονταρέαν ή ραβδέαν, αλλά σπαθίον μόνον Διγ. Άνδρ. 39133· αυτός (ενν. ο Χασάν πασιάς) τα έμαθεν αυτά που τον φυλάγουν,| το πως αυτούς την άνοιξην πάνω του θεν να πάγουν.| Και ετοιμάζεται και αυτός απόκρισιν να σώσει| και πάνω εις τους εχθρούς βαρύ σπαθί να δώσει Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Κaplanis) 8516· β) αγώνας, μάχη με σπαθιά: Ετούτο οι πάντες ξεύρουσιν σ’ όλην την οικουμένην,| εις το κοντάρι και σπαθίν καλοί εισίν οι Φράγκοι Χρον. Μορ. P 4913· Μάννα, τον νεόν τόν αγαπώ, καλά τον εγνωρίζω,| στην Βενετιά ’ν’ βενέτικον, στα ξένα γενοβήσον,| και στο σπαθίν Τουρκόπουλον και στο κοντάρι πρώτος Ερωτοπ. 449· γ) πόλεμος, μάχη, ένοπλη σύγκρουση: Λοιπόν, αφέντη βασιλέα, εγώ εξουσίαν ουκ έχω| να δώσω πράγμα τίποτε από τον τόπον που έχω| διατί τον εκερδίσασιν με το σπαθί οι γονείς μας Χρον. Μορ. H 4289· εγράφασιν (ενν. τα ψευδοχάρτια) τα σύνορα με ψεύματα περίσσα| κι οι Τούρκοι σαν τα ήκουσαν επίασέν τους λύσσα,| πως εύκολα εκλήρωσαν δύο κάστρη και τόπον| χωρίς σπαθί, χωρίς φωτιά, χωρίς κανένα κόπον Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Κaplanis) 410· ήρθες (ενν. συ, Τούρκε) και μ’ επολέμησες (ενν. εμέ, το Κάστρο), και θέλεις το δηγάσαι,| μα πως μ’ επήρες με σπαθί ποτέ σου μην καυχάσαι.| Τα κρίματα εσυντρέξανε, αμ’ όχι η δυναμή σου Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 55326· δ) σφαγή, εξόντωση: τα δόντια τους έτριζαν και άπιστους και σκύλους τους έλεγαν (ενν. οι Τούρκοι τους Χριστιανούς) και «όλοι διά το σπαθί είστε» Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 17r· με τα ψεύματα εφέρετέ μας ώδε| και μετά δολιότητος σκυλεύσατε μας ώδε.| Ας είν’ καλά ο πρίντσιπος, έχει πολλούς ανθρώπους| που να σας αποκρένονται τους δόλιούς σας τρόπους.| Σπαθί, φωτιά και έτερα θέλει σας ετοιμάζει| και μες στα καταχθόνια θέλει σας κατεβάζει Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Κaplanis) 7901· ε) ισχύς, δύναμη: ο Θεός ... την χώραν σου εις το έν εκατόν να την ποιήσει, και το σπαθίν σου εις τους εχθρούς σου φοβερόν να το ποιήσει Ορισμ. Μαμελ. 9824· στ) (στον πληθ.) στρατιωτικές δυνάμεις, στρατιώτες: εάν τον Τάρειον τσακίσεις και τα σπαθία του τσακίσεις, έλα ... εις την Ιερουσαλήμ και ολουνού του κόσμου να σε ευφημίσομεν βασιλέα Διήγ. Αλ. F (Lolos) 22311· Την επιστολήν του Αλεξάνδρου ο Τάρειος εδέχθην ... Και έγραφεν ούτως το πιττάκιν· «... γύρισε το κεφάλιν σου και πέσε και προσκύνησέ με και δος μου δόσιμον και δώρα και ας είσαι αυθέντης εις τον κόσμον όλον της Περσίας, ειδεμή να σφαγούν από της Μακεδονίας τα σπαθία ...» Διήγ. Αλ. F (Lolos) 2769· (περιληπτ.): ο πεττός εγύρισε, της τύχης το τροχίλι,| και τους Ρωμαίους βασιλείς όλους εγκρέμνισέν τους, τους Τούρκους δε και ασεβείς όντας και ύψωσέν τους (παραλ. 2 στ.). Τούτο το τούρκικο σπαθίν, Χριστέ, και έως πότε| να κατακόπτει σώματα Χριστιανών βαπτισμένων; Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 809· ταύτα πάντα εγίνησαν ογιά να μας διδάξει (ενν. ο Θεός),| και α δε μετανοήσομεν, θέλει μασε πατάξει,| με το σπαθί το τούρκικο να κόψει τα κορμιά μας Σκλάβ. 145· άνδρας, παιδία, βρέφη, πτωχούς, πλουσίους όλους εθέριζέν τους το σπαθί των Ελλήνων Hist. imp. (Iadevaia) I 2076. 3) Σπαθοράβδιν (βλ. ά., καθώς και Αλεξίου Στ. [Βοσκοπ. σ. 35]): με πλήσια προθυμιά κινώ να πάω| κρατώντας το ραβδάκι ν’ ακουμπάω.| Μεγάλο φόβον είχα και περίσσο| και δεν εμπόρου να καλυτερίσω,| γιατί ’πεσα κι ερράγη το σπαθί μου| κι εγιάγειρα εις την αποστροφή μου Βοσκοπ.2 323. 4) Εργαλείο για την κατεργασία μαρμάρου ή πέτρας, σμίλη: αν θεσιαστήρι λιθαριών να κάμεις εμέν μη χτίσεις αυτές πελεκητό· ότι το σπαθί σου ύψωσες απάνου της και ελίτωσές την Πεντ. Έξ. XX 25. Εκφρ. 1) Διά στόμα σπαθιού = με σπαθί: τον Χαμορ και τον Σεκεμ τον υιό του εσκότωσαν διά στόμα σπαθιού Πεντ. Γέν. XXXIV 26· εχάμνισεν ο Ιοσουα τον Αμαλεκ και τον λαό του διά στόμα σπαθιού Πεντ. Έξ. XVII 13. 2) Με το σπαθί(ν) μου/ με το σπαθί(ν) στο χέρι = με μάχη, με (ένοπλο) αγώνα: Ο Αλέξανδρος ... εστράφην εις την Μακεδονίαν με το φουσσάτο του όλο ... είχαν διαβεί χρόνοι τρεις οπού ήτον εις το ταξίδι και επαρέλαβεν κάστρη με το σπαθί του Διήγ. Αλ. V 59· θα πάρω το φουσσάτο μου, την Κρήτη σας να πιάσω·| να πάρω και το Κάστρο σας εγώ με το σπαθί μου,| με του Θεού το θέλημα και με τη δύναμή μου Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 22325· εγίνη διά κάλλιον του αφεντός του δούκα| να την επάρει (ενν. την Άρταν) έντιμα, με το σπαθίν στο χέρι Χρον. Τόκκων 2039· επήραν το (ενν. το Ρέθυμνον) οι ασεβείς με το σπαθί στο χέρι Διακρούσ. (Κακλ.) 919. 3) Με του σπαθίου το ξίφος, βλ. ά. ξίφος σημασ. 3. 4) Πόλεμος σπαθίου = μάχη, πόλεμος, ένοπλη σύγκρουση: Διατί Μάλτα δεν παίρνεται με πόλεμον σπαθίου| πάρεξ να είναι από λιμόν και ακρίβειαν ψωμίου Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Κaplanis) 1477. 5) Σπαθί(ν) με σπαθί(ν) = (πολεμώντας) ένας προς έναν, εκ του συστάδην (πβ. νεοελλ. έκφρ. σώμα με σώμα): επολέμησαν σπαθίν με σπαθίν όλη μέρα Byz. Kleinchron. Á́ 51518· Αφόντις ... επλησίασαν τα δύο τούτα φοβερά φουσσάτα εις αγχεμαχίαν, ήγουν να πολεμούσι σπαθί με σπαθί, οι Τσερκέζηδες με μίαν φοβεράν βοήν και ταραχήν εκτύπησαν εις τους Τούρκους από τρεις μερές Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 406. 6) Φόνος του σπαθίου = σφαγή: Όταν λοιπόν εισέβη το σιφέρι των Τουρκών όλον μέσα εις το Μισίρι, και με πολύν φόνον της φωτίας και του σπαθίου εκαταπατούσαν τα παζάρια και τα οσπίτια, διαρπάζοντες και φονεύοντες ... Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 432. Φρ. 1) α) Αποθαίνω/αποκοιμούμαι (απάνου) εις το/στο σπαθί(ν) μου = σκοτώνομαι στη μάχη, πολεμώντας: κάλλιον ν’ αποθάνομεν απάνου στο σπαθί μας| μετά τιμής και έπαινος χωρίς κατηγορίας Παρασπ., Βάρν. C 168· μη εντραπώμεν, αδελφοί, μηδέ δειλοί φανώμεν,| τον θάνατον ας λάβομεν γενναίως και ανδρείως,| εις το σπαθίν μας άπαντες ας αποκοιμηθούμεν,| μη αισχυνθεί το γένος μας το φοβερόν και μέγαν Διήγ. Βελ. Ν2 236· και εβάσταξε (ενν. ο κυρ Κωνσταντίνος Παλαιολόγος εις την Πόλιν) και τους άρχοντας και απέθαναν εις το σπαθί τους όλοι εις την χαλάστραν του αγίου Ρωμανού ως άνδρες και μάρτυρες Χριστιανοί εις την πατρίδα τους Byz. Kleinchron. Á́ 27221· β) αποθαίνω εκ το σπαθί = σκοτώνομαι στη μάχη, θανατώνομαι βίαια: Όσοι επαρεδόθησαν ελεημοσύνην ηύραν,| όσοι εστάθηκαν εις πόλεμον εκ το σπαθί αποθάναν Χρον. Μορ. P 1487· Όσοι αποθάνουν ’κ το σπαθί εις το ταξίδι εκείνο,| να έχουσιν συμπάθειον εκ τον Χριστόν τον ζώντα Χρον. Μορ. P 6213. 2) α) Βάζω/βάνω κάπ. εις το σπαθί(ν), βλ. ά. βάνω (I) σημασ. Ά́ 41α· β) Βάλλω σπαθί εις κάπ. = σκοτώνω, δολοφονώ κάπ.: μη μεμφθεί τινάς τον άξιον τούτον βασιλέα, πως έβαλλε σπαθί ούτω σκληρόν εις το γένος του, διότι άλλος τρόπος δεν ήτονε να παύσει τα πολλά σχίσματα της βασιλείας, παρά με τούτο Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 352. 3) Η χέρα (μου) βασταίνει το σπαθί, βλ. ά. βασταίνω σημασ. Ά́ 1β. 4) Διαβάζω κάπ. εις το σπαθίν = θανατώνω, σκοτώνω, εκτελώ κάπ.: τῃ επαύριον παρελαβώθησαν (ενν. οι φυλακισμένοι εις το μέγα Παλάτιν) υπό του πλήθους της Πόλεως, παροτρύναντος τούτους του Τζεφρέ, και διέβασαν τούτους  (ενν. τους φυλακισμένους) εις το σπαθίν Byz. Kleinchron. Á 8444. 5) Διαβαίνω από/εκ σπαθί(ν), βλ. ά. από (I) σημασ. 17 φρ. 6) Με τρώγει το σπαθί(ν) = πεθαίνω στη μάχη, σκοτώνομαι βίαια: Άνδρες πιστοί, ομόψυχοι, νυν ας περιπλακούμεν| αλλήλως τε ας φιλήσομεν, πριν ν’ αποχωριστούμεν,| πριν να μας φάγει το σπαθί ... Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 353· Ώχου, άλλους έφαγε το σπαθί άλλους έφαγε η πείνα Εβρ. ελεγ. 162· Θεέ και πλάστη του παντός και Δέσποινα παρθένη,| δώσε βοήθειαν σ’ εμάς, να ’μεσθεν σκεπασμένοι·| πριχού μας φάγει το σπαθίν και να ’μεσθαν θαμμένοι,| κάμε σημείον θαυμαστόν, να ’μεσθεν γλυτωμένοι Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 869. 7) Παραδίδομαι στο σπαθί = εκτελούμαι, φονεύομαι: Αν τον κάμει τον φόνον πτωχός, παραδίδεται στο σπαθί, κόπτουσι το κεφάλι του Zygomalas, Synopsis 300 Φ 13. 8) Περνώ κάπ. από σπαθί ή από σπαθίου/σπαθιού, βλ. ά. από (I) σημασ. 17 φρ. 9) Πιάνω ή (ε)παίρνω (χώραν, κάστρον κ.α.) από σπαθί/σπαθίου/σπαθιού, βλ. ά. από (I) 17 φρ. 10) Ρίπτω το σπαθί(ο)(ν) = (α) βλ. ά. ρίπτω Φρ. 40· (β) χτυπώ με το σπαθί, σπαθίζω: Ρίξε, κυρά μου, το σπαθί, κόψε μου το κεφάλι,| να μην ιδούν τα μάτια μου άλλως αυτά τα κάλλη Ch. pop. 251. 11) Σύρω σπαθί (απάνω κάποιου) = κάνω επίθεση, επιτίθεμαι (εναντίον κάπ.): Εβλέποντας ο Λίβερηςτην χώραν της Γλαρέντζας| μόνον με την πριγκίπισσαν και με λαόν ολίγον,| εσέβην, έσυρεν σπαθίν, ηπήρεν την Γλαρέντζαν Χρον. Τόκκων 3562· Τότε εθυμώθη ο Χαγάνος και όρισεν και έσυραν σπαθί και κατέσφαξαν και τας ιβ́ χιλιάδας Hist. imp. (Iadevaia) IIb 1435· ουδ’ ο σακτίσιμος πάπας από την Ρώμα,| ουδέ ο μέγας βασιλεύς εκείνος Μοσχοβίας| σπαθί ποτέ δεν έσυρεν απάνω της Τουρκίας Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Κaplanis) 6848. 12) α) Υπαγαίνω/χάνομαι από σπαθιού/σπαθίου = σφάζομαι, φονεύομαι, θανατώνομαι βίαια: Φεύγετε από την ταραχή των στρατηγώ, φευγάτε!| Φεύγετε, γή από σπαθιού όλοι σας τώρα πάτε Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 150· αυτούς να κατακόψομεν ή να παραδοθούσι,| από σπαθίου άπαντες τρέμοντες μη χαθούσι Κορων., Μπούας 79· οκτώ μέρας εμάχετον, τότεσον παρεδόθη,| κι από σπαθίου να μην χαθεί εις διάκρισίν του ’δόθη Κορων., Μπούας 109· β) Υπαγαίνω κάπ. από σπαθιού = σφάζω, φονεύω, θανατώνω βίαια κάπ.: τότε έκαμε (ενν. ο Ηρώδης) διαλαλημό ...| όσα παιδιά βυζάνουσι τριώ χρονώ και κάτω| να τα μαζώξου πάραυτας ’ς τση Βηθλεέμ τον πάτο. (παραλ. 2 στ.) Από σπαθιού τα πήγασι μονόφλογα την ώρα| κι επήε το αίμα ποταμός στη βουλισμένη χώρα Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2280. Ο τ. Σπαθίν ως τοπων.: Πορτολ. A 729.
       
  • σπείρω,  
    Κομν., Διδασκ. Δ 366, Metrol.2 5918, 24, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 682, Φυσιολ. (Legr.) 402, Θεματογραφία 14, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1382, 1383· σπείρνω, Πεντ. Δευτ. XXI 4· σπείρω ή σπέρνω, Απολλών. (Κεχ.) 487, Πεντ. Έξ. XXIII 16, Λευϊτ. ΧΙ 37, ΧΙΧ 19, XXV 3, 4, Δευτ. XXIX 22, Μαλαξός, Νομοκ. 391, Πιστ. βοσκ. I 1, 394, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 933, Επιστ. Κρ. 1574 148, Σουμμ., Παστ. φίδ. Á́ [309], Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 35· σπέρνω, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 13722, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 447, 448, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 677, Συναξ. γαδ. (Βασιλ.) 362, Σαχλ. N 5, Σαχλ., Αφήγ. 127 (έκδ. να περνώ· διόρθ. Ξανθ., Βυζαντίς 1, 1909, 362 σε: να σπέρνω), Λίβ. διασκευή α 1140, 1169, Λίβ. Esc. 1081, 1083, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 319, 2371, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 653, Ch. pop. 49, Μαχ. 60431, Λίβ. Va 917, 941, 944, Δευτ. Παρουσ. 348, Ριμ. κόρ. A 11, Ριμ. κόρ. V 9, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 1151, 1845, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 104r, 256r, 361r, Δεφ., Λόγ. 98, Θεματογραφία 14, Μορεζ., Κλίνη φ. 52r, 68r, 147r, 267v, Ιστ. Βαρλαάμ 144, Ολόκαλος 324, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1262, Γεργαν., Εξήγ. Αποκ. 85, 128, 168, Κυπρ. ερωτ. 2011, 368, Πανώρ.2 Πρόλ. 28, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 284, Γ́ 275, Ιντ. κρ. θεάτρ. (Μανούσ.) Γ́ 5, κ.α., Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 19014, 61418, κ.π.α., Σουμμ., Ρεμπελ. 162, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 3215, 9639, 12032, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 309, 494, Διήγ. πανωφ. 57, 60, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 463 ρλβ́ 2, 8, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [571], χορ. Έ́ [2], Νεκταρ. Ιεροκοσμ. Ιστ. 356, Φορτουν. (Vinc.) Β́ 197, Έ́ 134, Ιντ. β́ 109, Μετάφρ. Ακάθ. Ύμν. 14013· σπέρω, Μανασσ. Ποίημ. ηθ. 621 σημ. 5· γ́ πληθ. υποτ. παθητ. αορ. να σπερτούν, Ασσίζ. 15614.
    Το αρχ. σπείρω. Ο τ. σπέρνω (από το σπείρω αναλογ. με τα ρ. σε –νω, Jannaris, Hist. Gramm. 903, Χατζιδ., Γλωσσ. ερ. Β́ 394) στο Βλάχ., σε κείμ. του 18. αι. (Πρωτοπ.-Μπουμπ., Θέατρ. Ζακ. 96) και σήμ. Ο τ. σπέρω τον 8. αι. (LBG· για πιθ. παλαιότερη μνεία (4. αι.) βλ. Pern., Ét. linguist. II 345 και TLG), σε έγγρ. του 13. αι. (Caracausi, λ. σπέρνω) και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ. (όπου και μέσ. σπε(ί)ρκο(υ)μαι, σπάρκουμαι), Μηνάς, Λεξ. ιδιωμ. Καρπάθου, Δουγά-Παπαδ.-Τζιτζιλής, Γλωσσ. ιδίωμ. ορ. Πιερίας (σπέρου), Παπαϊωάννου, Γλωσσάρ. Γρεβ. (σπέρου), Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 406). Τ. π̒είρου σήμ. ιδιωμ. (Κωστ., Λεξ. τσακων., στη λ., όπου και μέσ. π̒ειρκ̒ούμενε). Μτχ. παρκ. (από το θ. σπερμ‑) σπερμένος (Σακ., Κυπρ. Β́ 793 (λ. σπέρνω), Papadopoullos, Momum. litt. popul. 127) και σπερμένο/σπιρμένο (με κώφωση ε>ι, Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ., λ. σπέρνω, σ. 473) σήμ. ιδιωμ. Τ. σπέρρω (με αφομοίωση ρν>ρρ· πβ. και αρχ. σπέρρω, L‑S, στη λ.) σήμ. ιδιωμ. (Καραν., ό.π. (όπου και τ. εσπέρνω, ισπέρνω, ισπέρρω), Rohfls, Et. Wört., λ. σπέρνω, Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 128). Τ. σπρένω σε έγγρ. του 18. αι. (Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 27, 1984, 428). Η λ. και σήμ. ιδιωμ. (Jannaris, ό.π.)· πβ. και τ. σπείρνου (Χατζιδ., ΜΝΕ Ά́ 261).
    1) (Αμτβ. και μτβ.) α) Φυτεύω, ρίχνω, σκορπίζω σπόρους σε κατάλληλα προετοιμασμένη γη (ή τους τοποθετώ μέσα στο έδαφος) για να φυτρώσουν, να βλαστήσουν και να αναπτυχθούν φυτά: μήτε αροτριάν, μήτε σπείρειν, ούτε των πόλεων εξιέναι εδύναντο επί έτος έν και μήνας δέκα Ψευδοσφρ. 17223· Θερίζω γης γεννήματα, τά έσπειρα μετά κόπου Λίβ. Esc. 1058· και έσπειρεν ο Ιτσχακ εις την ηγή εκείνη και ευρήκεν εις το χρόνο εκείνο εκατό μόδια και ευλόγησέ τον ο κύριος Πεντ. Γέν. XXVI 12· να σπείρεις την ηγή σου και να μαζώξεις την εσοδιά της Πεντ. Έξ. XXIII 10· τα χωράφια μου να σπαρτούν εις τον καιρόν του σπόρου Ασσίζ. 40726· μη σπείρεις το αμπέλι σου δίλογο Πεντ. Δευτ. XXII 9· (εδώ προκ. για τα δόντια του δράκοντα): τα δόντια του (ενν. του όφεως) όλα εξέβαλε και εις την γην τα σπείρε· (παραλ. 1 στ.) να ιδείς ευθύς να γεννηθούν εκ την γην καβαλλάροι,| αρματωμένοι δυνατά, πολέμου ευτρεπισμένοι Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 574· (σε παρομοίωση): Ωσάν να σπέρνεις, λυγερή, βασιλικά στην γάστραν,| και βάλεις τα εις τον κόρφον σου, και όπου διαβείς μυρίζεις, (παραλ. 1 στ.) έτσε ανέσπασα κι εγώ στίχους εκ της καρδιάς μου Ερωτοπ. 157· (με σύστ. αντικ.): να σπείρετε εύκαιρα το σπόρο σας και να το φαν οι οχτροί σας Πεντ. Λευιτ. XXVI 16· Αν δώσεις τίποτε τινάν, μηδέν το ονειδίσεις,| και χάσεις και το δώρον σου και την ευχαριστίαν|και ομοιάσεις γεωργόν άπορον κατά πάντα,| αφότου σπείρει την σποράν και κλείσει το χωράφιν,| αποστερείται τον καρπόν και χάνει και τον σπόρον Σπαν. A 380· β) σε παροιμ. φρ.: Ο γαρ εις αχαρίτωτον κακεντρεχή καρδίαν| λόγους προτείνων νουθετών και λέγων και διδάσκων,| έοικε γράφειν γράμματα καθ’ ύδατος θαλάσσης, (παραλ. 1 στ.) ή σπείρειν αυ κατά πετρών, ή τον αέρα παίειν Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 621· (μεταφ.): Όποιος σπέρνει τα ακάνθια, ας μην περιπατεί χωρίς παπούτσια Μπερτόλδος 22· γ) συχν. σε αντίθ. με το ρ. θερίζω· (εδώ μεταφ.): όμως τελειώνω σε εδώ και θέλω να γυρίσω·| διατί απ’ εκείνο, τό έσπειρα, θέλω διά να θερίσω Συναξ. γυν. 174· Αλί τούς καρτερεί το δολερόν μαντάτον,| οπού στον Άδην έπεψαν μιαν νύκτα, μιαν εσπέραν| τούς είχασιν παρηγοριάν, δυο υιούς και θυγατέραν!|Τον Χάρον τους εσπείρασι, θάνατον εθερίσαν Απόκοπ.2 407· (εδώ σε παροιμ. φρ.· βλ. και Πολ. N., BZ 7, 1898, 161-162): Ο σπείρων γαρ εν δάκρυσι μεθ’ ηδονής θερίζει Γλυκά, Στ. 325· καθείς κοιμάται ως έστρωσεν, ως έσπειρεν θερίζει Γλυκά Στ. 365· Όποιος σπέρνει ανομίαν, θερίζει κακά Μπερτόλδος 22. 2) α) Προκ. για τη συμμετοχή του άνδρα στη διαδικασία της τεκνοποίησης (πβ. νεοελλ. φρ. σπέρνω παιδιά): Όταν ουν πάλιν γεννηθεί παιδίον και τινάς δεν το ηξεύρει ποίος πατέρας το έσπειρεν, ... λέγεται σκότιον Μαλαξός, Νομοκ. 328· από έναν πατέρα και δύο μητέρες γεννώνται δύο παιδία και λέγονται αδέλφια και δεν έχει να ειπεί, ότι αδελφός μου δεν έναι, επειδή από άλλην μητέρα εγεννήθη, εάν και ένας πατέρας έσπειρεν ημάς Μαλαξός, Νομοκ. 290· Πατήρ μου, λέγει, εγώ ειμί ον έσπειρας εις Κίρκην,| την βασίλισσαν την καλήν οπού πολλά σε ηγάπα Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 14028· μάννα ουκ έτεκεν παιδίν απάνω εις γης την όψιν,| μάννα ουκ εσυνέλαβε άλλη εις τον παρόντα,| κύρης γαρ ουκ ηκούστηκεν να σπείρει τέτοιον ξένον,| εξάκουστον παράδοξον έξωθεν εκ της φύσης Βυζ. Ιλιάδ. 469· (εδώ με σύστ. αντικ. και σε μεταφ.): Οι πατριάρχαι σπέρματα σωματικά εζήτουν σπείραι,| οι δε απόστολοι τα νοερά τέκνα και πνευματικά Φυσιολ. (Zur.) XXXVI 15· Οι πατριάρχαι σπέρμα σωματικόν εζήτουν σπείραι, οι δε απόστολοι τα νοερά τέκνα Φυσιολ. (Kaim.) 28a9· β) τεκνοποιώ, δίνω γέννηση σε κάπ.: Η Σάρρα, που ’τον άκαρπη και γρα κατά τη φύση| μηδ’ ήτο για να γαστρωθεί και τέκνο να ποιήσει,| ο Κύριος την ευλόγησε, και μετά σένα ομάδι| τον Ισαάκ εσπείρετε κι εκάμετε ομάδι Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 670· ποίον να θυμηθώ μεν πρώτα| και να παραπονεθώ περίσσα·| τον πατέρα και μητέρα,| οπού μ’ έσπειραν οι άθλιοι· (παραλ. 1 στ.) ή τον ακριβόν μου άνδρα·| που μ’ αγάπ’ αυτός περίσσα Λουκάνη, Άλ. Τροίας [896]· (εδώ σε προσωποπ.): Τα γέλια με τα κλάηματα, με την χαράν η πρίκα| μιαν ώραν εσπαρθήκασι κι ομάδι εγεννηθήκα·| γιαύτος μαζί γυρίζουσι και το ’να στ’ άλλο αλλάσσει,| κι όποιος εγέλα το ταχύ, κλαίγει πριχού βραδιάσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 2. 3) (Μεταφ.) α) σκορπίζω, διασκορπίζω, απλώνω, διαχέω: τις των Αγαρηνών αλάστωρ της θαλάττης (παραλ. 2 στ.) ... έγενεν επί την Αφρικήν, την εις την Βαρβαρίαν. (παραλ. 1 στ.) κι ευθέως Τούρκοις εν αυτῄ ῳκίσαντα και σπείρας,| σπευδόμενος σουλτανικήν κράτησιν ενδυθήναι| και πλείσθην γην αραβικήν ιδιοποιηθήναι Αξαγ., Κάρολ. Έ́ 894· Δεν έχει εκεί να εύρει έλεος, παρά όποιος έχει σήμερον έλεος σπαρμένον εδώ· μη μου ελπίσεις τότε να εύρεις συμπάθειαν, τώρα την γύρεψε. Εκεί τότε έλεον δεν σε πουλιέται, μηδέ αγοράζεται Πηγά, Χρυσοπ. 140 (41)· όπου διαβαίνεις και πατείς ήθελα σπέρνει μόσχον| και να μυρίζει η στράτα σου κι εσύ να μην το ξεύρεις Ερωτοπ. 6· β) διαδίδω, διδάσκω, μεταδίδω κ. σε μεγάλη έκταση: Των παλαιών οι ποίησες, που μ’ αρετή εγινήκαν (παραλ. 1 στ.) πάντ’ από τους ενάρετους ήτασιν κρατημένες| εις μεγαλότατην τιμήν, και πλείστα παινεμένες.| Διά τούτο από τους ίδιους εμεταγλωττιστήκαν,| κι εις γένη διαφορετικά μ’ όφελος εσπαρθήκαν Σουμμ., Παστ. φίδ. Προσφ. [6]· Τα μαντάτα εγλήγορα σπέρνονται εις τον κόσμον Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 1744· διά μεν του λόγου αυτού έσπειρε την αλήθειαν ο παντοδύναμος και αόρατος Θεός εν Ιερουσαλήμ, διά δε του πνεύματος αυτού εφώτισε και ενίσχυσε τους αποστόλους αυτού, ίνα σπείρωσιν αυτοί την αλήθειαν και εις πάντα τον κόσμον Ψευδοσφρ. 45049, 4521· γ) (προκ. για κ. κακό) προκαλώ και διαδίδω σε μεγάλο βαθμό: ο Θεός έσπειρε λογισμόν απωλείας εις την καρδίαν Φαραώ και εις τον λαόν του Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 35· να τελειωθεί ο πόνος| εκείνος, οπού έσπειρε (ενν. ο Διγενής) βεβαίως στας ψυχάς μας Διγ. Z 3213· (σε προσωποπ.): όπου βάλει| τα πόδια τση, ζηλειές και πάθη σπέρνει (ενν. η Περηφανειά) Ερωφ. Β́ 514. Φρ. 1) Σπέρνω στον άμμο, βλ. άμμος Φρ. α. 2) Σπείρω ζιζάνια, βλ. Επιτομή, ά. ζιζάνιον. 3) Σπέρνω χολόκοκκα πικρά, βλ. πικρός 2α. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = (προκ. για χωράφι) που έχει σπαρθεί: αφήνω της θυγατέρας μου της Καλής την σποράν, σπαρμένα και άσπορα, να τα ορίζει ... και ωσάν αποσπείρει, να έναι το ένα του μοναστηρίου, το νεότερον το ρούσιον, και το άλλο να πουληθεί Ολόκαλος 22211· Η μτχ. παρκ. ως ουσ. = (περιληπτ.) τα φυτά που σπάρθηκαν, τα σπαρτά: όποιαν ώρα θερίσει ο λεγόμενος πουλητής το σπαρμένο όπου έχει στο άνωθεν χωράφιν, τότες να είναι και ν’ απομένει ο άνωθεν αγοραστής νοικοκύρης εις εκείνο Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 29311.
       
  • σπουργίτας 
    ο, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 162 κριτ. υπ., Μπερτόλδος 30· ασπούργιτας, Ριμ. κόρ. V 8· σπούργιτας, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Εξήγ.· σπρουγίτας.
    Από το ουσ. σπουργίτης. Ο τ. σπούργιτας στο Meursius (γρ. σπούργητας), σήμ. ιδιωμ. (Κόμης, Κυθηρ. Λεξ., Άμ., Χιακ. Χρον. 6, 1925, 62) και στο ΑΛΝΕ λογοτ. Τ. σπόργιτας σήμ. ιδιωμ. (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ.).
    Σπουργίτης (βλ. ά.): Εις ένα, λέγουν, παλαιόν μαντείον οπού ήταν| επήγεν ένας άνθρωπος κι εκράτιε σπρουγίταν,| και τον θεόν ηθέλησε να τονε δοκιμάσει Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 162· (εδώ σε σχ. αδύνατον): όντεν ιδείς ασπούργιτα να διώχνει το ξιφτέρι,| όνταν η θάλασσα σπαρθεί σιτάρι και κριθάρι (παραλ. 2 στ.), τότες εμέν και σεν, κυρά, θέλουσιν ευλογήσει Ριμ. κόρ. A 10· (σε παροιμ. φρ.): Κάλλιον είναι να έχει ένα σπουργίτα εις τον κόρφον παρά δέκα εις το λογικόν Μπερτολδίνος 116. — Βλ. και σπουργίτης.
       
  • συγγενικόν 
    το, Διγ. (Trapp) Gr. 1404, 1413, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 483 κριτ. υπ., 530, 871, 1045, Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 291· συγγενικό, Φορτουν. (Vinc.) Β́ 218· συγγενικό(ν), Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 280, Ριμ. κόρ. A 173, Ριμ. κόρ. V 76, Ιμπ. (Legr.) 536, 868, Δεφ., Λόγ. 532.
    Το ουδ. του επιθ. συγγενικός ως ουσ. Η λ. σε έγγρ. του 16. αι. (Sérémetis, Actes du XIIe Congrès International des études byzantines, tome II, Beograd 1964, 516). Ο πληθ., καθώς και πληθ. συενικά, και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. συγγενικός σημασ. 2).
    1) (Εν. και πληθ.) το σύνολο των συγγενών, οικογένεια, σόι: ει μεν εισέλθει ο πόθος σου εις την ψυχήν μου απέσω,| ο πατήρ σου ο στρατηγός και το συγγενικόν του| και άπαντες οι μετ’ αυτού, εάν γένονται βέλη| και ξίφη απαστράπτοντα, ου δύνανταί με βλάψαι Διγ (Trapp) Gr. 1288· πεθυμώντας ... να μη μπορεί ποτέ ό,τι πράμα και αν έχομε στεκάμενο να αλιεναριστεί και να βγει απού το σπίτι και συγγενικό μας, διατούτο ήρθαμεν εισέ τούτο το ινστρουμέντο ... και θέλομεν και τα λεγόμενά μας στεκάμενα να πηαίνου εις τα παιδία μας τα ασερνικά έως ασερνικά εγγόνια μας και τεσετέντζια μας ... αιωνίως Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 1304· Είντα κακό θες να γροικώ, κυρά, στην ευγενειά σου,| και τι κακό μπορώ να πω προς τα συγγενικά σου;| Ο κύρης σου έναι ευγενικός, μάλλον κι η μητέρα,| και συ ’σαι αστέρας λαμπιρός, νύκτα και την ημέρα Ριμ. κόρ. A 78· Εξενιτεύθ’ Ιμπέριος από τα γονικά του,| κλαίσιν τον οι γεννήσαντες και τα συγγενικά του Ιμπ. (Legr.) 266. 2) Ο συγγενής: τα τρία μου παιδιά οπου επάντρεψα σε συγγενικά μου, με όλον απού τα πάνδρεψα με ντεσπένσες, δεν εχαρήκασιν το στεφάνιν τως, μα εποθάνασιν λιγόχρονα Διαθ. 17. αι. 3160· ορδινιάζω, εξορτάρω και προτεστάρω όλους εκείνους απού θέλουσιν κατεβαίνει από εμένα, ήγουν όλους μου τσι ντεσεντέντους, ... να μη βαλθούσιν ουδέ να λογιάσου ποτέ να πανδρέψουσιν παιδίν τως εισέ συγγενικόν τως ως το τέταρτο βαθμό Διαθ. 17. αι. 3168. 3) Συγγένεια, δημιουργία συγγένειας, συνοικέσιο: πολλά εφοβούμουνε μήπως και θε να στέσου,| σε τούτο το συγγενικό, βρόχια να μας μπερδέσου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 516.
       
  • συζώντανος, 
    επίθ., Διήγ. παιδ. (Eideneier) 684 κριτ. υπ., Σαχλ., Αφήγ. 559 κριτ. υπ., Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1708, Πλουσιαδ., Θρ. Θεοτ. (Βασιλείου) 107, Χούμνου, Κοσμογ. 2692, Αλεξ.2 2811, Απόκοπ.2 79, 262, Ριμ. κόρ. Α 74, Ριμ. κόρ. V 72, Πανώρ.2 Ά́́ 195, Δ́ 136, Έ́ 286, Πιστ. βοσκ. ΙΙ 7, 170, Βίος Δημ. Μοσχ. 317, Φορτουν. (Vinc.) Β́ 132, 384, Γ́ 76, 477, Δ́ 38, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2803· συνζώντανος, Σαχλ. Β́ (Wagn.) PM 431, Σαχλ., Αφήγ. 559, 667.
    Από την πρόθ. συν και το επίθ. ζωντανός. Η λ. και σήμ. ιδιωμ. (Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ., Παπαδ. Α., ΑΠ 16, 1951, 57-58).
    (Επιτ.) ολοζώντανος: Όταν μανίσει η γυνή και όταν χολιάσει,| αν είχεν τότε δύναμιν, αν είχεν εξουσίαν,| τον άνδρα της να έβανεν συζώντανον στον τάφον| και πάλιν να μη εχόρταινε εκ την εκδίκησίν της Αλφ. 2359· Στον νουν τους είχαν το λοιπόν (ενν. ο λύκος και η αλουπού) να λάβουσι την χάρην,| κι εις αυτεινού (ενν. του γαδάρου) τον σφόντυλα να δέσουσι λιθάρι,| και τότες εις την θάλασσαν συζώντανον να ρίξουν| και να τον κωλοσύρουσι, ώστε να τονε πνίξουν Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 427.
       
  • συμβίβασις 
    η, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.) 11282, Χρον. Μορ. H 1626, 1785, 6323, 7247, 8027, Χρον. Μορ. P 49, 2475, 8813, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 57, Λίβ. διασκευή α 3321, Λίβ. Esc. 696, Λίβ. Va 2957, 3946, Δούκ. 11715‑16, Σφρ., Χρον. (Maisano) 566, 1228, Χούμνου, Κοσμογ. 1578, Παράφρ. Χων. (v. Dieten) III 3, 106, Επιστ. κλήρου Καλλιπ. 15442, 45, Έκθ. χρον. 2012, 7228‑29, Ολόκαλος 22, Ψευδο-Σφρ. 54816· συβίβασις, Λίβ. Va 607· συμβίβαση, Χρον. Μορ. Η 432, 3367, 5932, Χρον. Μορ. P 2537· συνέβασις Ασσίζ. 825, 8· συνήβαση, Ριμ. κόρ. A 104· συνήβασις, Χρον. Μορ. P 473, Θησ. (Foll.) I 123, Ριμ. κόρ. V 32, 102, Αχέλ. 1172, Ολόκαλος 5024, 724, Ιστ. Βλαχ. 1439, Ψευδο-Σφρ. 17825, 1982, 21628, 2221635013, 41017, κ.α.
    Το μτγν. ουσ. συμβίβασις (TLG). Ο τ. συβίβασις, από τον αόρ. του τ. συβιβάζω του συμβιβάζω (βλ. ά.), σε έγγρ. του 16. αι. (Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 4, 1951, 57, 249, 298). Ο τ. συμβίβαση και σήμ. Ο τ. συνέβασις από τον αόρ. του τ. συνεβάζω του συμβιβάζω (βλ. ά.). Ο τ. συνήβασις, από τον αόρ. του τ. συνηβάζω του συμβιβάζω (βλ. ά.), σε έγγρ. του 18. αι. (Αλιπράντης, Αθ. 75 (1974/5) 129).
    1) Συνεννόηση, αμοιβαία κατανόηση: ήλθεν του νόμου ηλικίας κι εγίνετον γυναίκα,| άντραν της εδώκασιν μισσίρ Νικόλαον εκείνον (παραλ. 1 στ.)· ποτέ καλήν συμβίβασιν ουκ είχασιν τα δύο Χρον. Μορ. H 8036· την φήμην σου εγνωρίζουν την και την ανδρείαν σου πάλε| ο κόσμος όλος γέμει την και οι πάντες την ηξεύρουν,| και μετά συμβιβάσεως ο πόθος σου να γένει Λίβ. διασκευή α 771· λαός πολύπλοκος εις διαφόρες γλώσσες| ποτέ καλήν συμβίβασιν ουκ έχουσιν αλλήλως Χρον. Μορ. P 3842. 2) α) Συμβιβασμός μεταξύ δύο αντίθετων πλευρών· συμφωνία, συνθήκη: Έρων, απάρτι αρνούμαι σε και ψεύτην σε ονομάζω,| κόπτω και την συνήβασιν τήν έποικα μετά σεν Λίβ. Va 3674· μαντατοφόρους έστειλαν (ενν. οι αρχηγοί) στον πρίγκιπα Γυλιάμον,| συμβίβασιν εζήτησαν τού να έχουσιν εγκούσιον Χρον. Μορ. H 3025· Πώς η βασίλισσα Ιππόλυτα εμετεχειρίσθη συνήβασιν με τον Θησέον, και πώς επαραδόθη εις αυτόν Θησ. (Foll.) I μετά 123· ο αμιράς έχει ορέξεως απελθείν εις εκείνον τις των αρχόντων σου, και γενήσεται συμβίβασις μέσον υμών αγάπης Σφρ., Χρον. (Maisano) 16618· φρ. έρχομαι εισέ/εις, κάνω συμβίβασιν/συνήβασιν = συμβιβάζομαι, συμφωνώ: Ημείς, ο Παύλο Καλούτζης και ο Δημήτρη Καλούτζης, υιοί του ποτέ Αντωνίου ... ήλθαμεν εισέ συμβίβασιν οδιά δύο περβόλια οπού μας εφηκεν ο πατέρας μας ... να πάρει καθαείς το ένα Ολόκαλος 454· πολλών πολέμων εμφυλίων γεγονότων και φόνων και πάλιν εις συνηβάσεις ήλθον Ψευδο-Σφρ. 17810· Το να τους δουν οι αδελφοί (ενν. τους πραγματευτάδες), τρέχουσι να μιλήσουν,| να κάμουσι συνήβασιν, τ’ αδέλφιν να πουλήσουν Χούμνου, Κοσμογ. 1578 κριτ. υπ.· κάμνουσι συμβίβασιν, πιστά να του ποιμαίνει| τα πρόβατα του Ραγουήλ και να ’ν’ ηγαπημένοι Χούμνου, Κοσμογ. 2137· β) (εδώ) γραπτό συμφωνητικό: θέλουσι (ενν. οι αδελφοί Βαρούχα) ωσάν καλά αδέλφια και συβάζουνται με τη λεγόμενη κερα-Ζαμπέτα, την αδελφήν τως ..., και κάνουσι την παρούσαν συβίβασιν, η οποία θέλουσι να είναι στερεά και βέβαια και ατσάκιστη πάντα Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 6376. 3) Κοινωνική σύμβαση, συμφωνία: ΒΑΣΙΛΕΥΣ: Ω τι μυαλά διαβολικά (ενν. οι γυναίκες) να στοχασθούν πως εγώ επρόσταξα ότι κάθε άνθρωπος να παίρνει εφτά γυναίκες, πράγμα οπού ποτέ μου δεν το ελογίασα μήτε το ονειράσθηκα ... ΜΠΕΡΤΟΛΔΟΣ: Εσύ ηξεύρεις τες συνήβασες, οπού έχομεν ανάμεσόν μας Μπερτόλδος 20. Φρ. πίπτω/πέφτω εις συμβίβασιν/‑εις, βλ. ά. πέφτω φρ. 26. — Βλ. και σύμβασις.
       
  • συνανάτροφος, 
    επίθ., Σπαν. Β 415, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 460, Ιμπ. 157, Λίβ. Va 2195· συνανάθροφος, Διήγ. παιδ. (Eideneier) 459 κριτ. υπ., Φλώρ. 196, 1205, Πανώρ.2 Β́ 503, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 160, Δ́ 155, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά́ 820, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 927, Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 388, Φορτουν. (Vinc.) Β’ 230· συναναθροφός, Κομν., Διδασκ. Δ 266, Ριμ. κόρ. Α 179, Ριμ. κόρ. V 155.
    Από το συνανατρέφω και την κατάλ. ‑ος υποχωρ. Ο τ. συνανάθροφος και σήμ. στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ.2 Έ́ 294). Η λ. στον Ησύχ.
    α) Που ανατράφηκε, μεγάλωσε μαζί με κάπ.: αλλά τους νέους έκραξεν (ενν. ο βασιλεύς) μάλλον τους θρασυτέρους,| οπού ’σαν συνανάθροφοι φαινόμενοι εκείνου Σπαν. Α 437· Η συνανάτροφος αυτή της κόρης κακή Τύχη| εκεί και πάλιν έφθασεν εις τον κοιτώνα ταύτης Καλλίμ. 2237· (το αρσ. και θηλ. ως ουσ.): ο πατρός μου αδελφός ην αυτού (ενν. του δεσπότου κυρ Κωνσταντίνου) τατάς και οι υιοί αυτού συνανάτροφοι και φίλοι και δούλοι αυτού και εγώ μετ’ αυτών Σφρ., Χρον. (Maisano) 343· Μα τον Καρποφόρο θωρώ, το συνανάθροφό μου,| το φίλο μου το μπιστικό, τον ίδιον αδερφό μου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 35· β) σύντροφος, φίλος: λέγουσιν οι αρχόντισσες, οι συνανάθροφές μου,| ότι μ’ επελησμόνησες κι άλλην καμίαν βλέπεις Ερωτοπ. 387· Οι δε Σμυρναίοι ... ως έμαθον ότι ο Τζινεήτ έστιν, άπαντες συν γυναιξί και τέκνοις έθεον επί τῃ θέᾳ του Τζινεήτ· ην γαρ Σμυρναίος γέννημα και θρέμμα και συνανάτροφος πάντων Δούκ. 22124.
       
  • συνομήλισσα 
    η.
    Από το ουσ. συνομήλιξ και την κατάλ. ‑ισσα (αν δεν πρόκ. για εσφαλμ. γρ. αντί συνομήλικες).
    Αυτή που έχει την ίδια ηλικία με κάπ. άλλη/άλλες, συνομήλικη: Ακούσετε, γειτόνισσες και συνανάθροφές μου,| και σεις, κοράσια, ξεύρετε, και συνομήλισσές μου,| αμέριμνα μην κάθεστε Ριμ. κόρ. V 156.
       
  • σφάλλω, 
    Σπαν. A 94, 253, 326, 642, Σπαν. B 92, 247, 322, Κομν., Διδασκ. Δ 220, Σπαν. P 37, 135, 172, Σπαν. (Μαυρ.) P 251, Χρον. Μορ. H 4253, 4438, 5802,  Χρον. Μορ. P 1731, 3886, 4253,  Φλώρ. 859, 1146, Σαχλ., Αφήγ. 754, Λίβ. διασκευή α 1047, 1233, 1831, Λίβ. Esc. 967, 1980, 1983, Χρον. Τόκκων τίτλ. μετά στ. 3815, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 206 κριτ. υπ., Χειλά, Χρον. 348, Θησ. Ζ́ [35, 7], Καραβ. 4924, 13, 49525, 49615, Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 126, 153, Ριμ. κόρ. V 50, 51, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) E 177, Κορων., Μπούας 18, 31, 46, 141, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 57v, 63v, Δεφ., Λόγ. 47, 149, Κατζ. Β́ 263, Πιστ. βοσκ. V 2, 38, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Γ́ 867, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 1389 ρνς́ 2, Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Ά́ 1313, Δ́ 39, Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 6729, 1059, Γεργάν., Εξήγ. Αποκ. 77, 161, 214, κ.π.α.· εσφάλλω, Σαχλ. Β́ (Wagn.) P 183, 186· ησφάλλω· σφαίνω, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά́ 1052, 2105, Β́ 1552, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 85, Στάθ. (Martini) Ιντ. β́ 121, Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 164· σφαίνω ή σφάλλω ή σφάνω, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 872, 2996, Απόκοπ.2 419, Πικατ. (Bakk.-v. Gem.) 384, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 176, 1903, Αχέλ. 2370, Μορεζ., Κλίνη φ. 31v, 116r, 227v, 442v, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 459, Β́ 267, Γ́ 241, Δ́ 301, Πιστ. βοσκ. IV 8, 92, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 568, 9124, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά́ 229, 2175,  Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 664, 838, Στάθ. (Martini) B́ 69, 187, Ιντ. β́ 63, Ροδολ. (Αποσκ.) Πρόλ. Μελλ. 64, Διακρούσ. (Κακλ.) 1320· σφαίρνω, Τζάνε, Φιλον. 58618 (γρ. σφέρνω)· σφάλλω ή σφάλνω, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 73v· σφάλνω, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 61r, Πηγά, Χρυσοπ. 247 (42) δις· σφάνω, Χούμνου, Κοσμογ. 1215, 2078, Ριμ. κόρ. A 95, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 177, Μορεζ., Κλίνη φ. 351v τρις, 462r, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 245, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Γ́ 45 δις, Κατζ. Ά́ 251, 289, Πιστ. βοσκ. I 1, 302, III 5, 310, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 9611, 9717, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 951, 1567,  Στάθ. (Martini) Á́ 38, Ροδολ. (Αποσκ.) Έ́ 258, 336, 459, Φορτουν. (Vinc.) B́ 178, 354, Δ́ 570, Έ́ 220, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 13523, 57919, κ.α.
    Το αρχ. σφάλλω. Ο τ. σφαίνω στο Βλάχ. και σήμ. στο κρητ. ιδίωμα (Andr., Lex., στη λ., Παγκ., Ιδίωμ. Κρ.2 Έ́ 308, Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ.), όπου και τ. σφαίλνω (Andr., ό.π., Παγκ., ό.π., Ξανθιν., Λεξ. δυτικοκρ. ιδιώμ., γρ. σφέλνω). Για το σχηματ. των τ. σε ‑νω (με ανάπτυξη ‑ν‑ αναλογ. με τα ρ. σε ‑νω) βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Ά́ 291 κε., Χατζιδ., Αθ. 22, 1910, 235-6, Jannaris, Hist. Gramm. 229. Η λ. και σήμ.
    I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) α) Kάνω κ. εσφαλμένα, κάνω κ. λάθος: τα χείλη των κακόγλωσσων, τά σφάνω να σωπούσι,| κι ουδένα εισέ ψέγωση λόγο ποτέ να πούσι Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Αφιέρ. 19· και λόγιασε σα φρόνιμη, κερά μου, να σκολάσεις.| Ετούτη την κακήν αρχήν και τά ’σφαλες να σάσεις Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά́ 1596· με σύστ. αντικ.: Σκόπησε, ιδέ την την γραφήν, ανάγνωσε τά γράφει, (παραλ. 1 στ.) σκόπησε, ιδέ το σφάλμαν του τό έσφαλεν εις εσένα Λίβ. διασκευή α 2131· β) (με υποκ. λέξεις όπως νους, λογισμός, κλπ.) πιστεύω, νομίζω κ. εσφαλμένα: Ευλόγησεν ο έρωτας τον κουρσεμένον πόθον·| πώς θες ν’ αλλάξω το λοιπόν εκείνον οπού γνώθω;| Λοιπόν, μαλαματένια μου, τούτο ο νους σου σφάλλει·| κι ας φάμε την αγάπην μας με διχωστά στεφάνι! Ρίμ. κορ. V 93. 2) Δεν πετυχαίνω κ., αποτυχαίνω σε κ.: εις έν κοφίνιον έσωθεν τον Φλώριον σεβάζει (ενν. ο καστελλάνος)| και βάνει ρόδα επάνωθεν, σκεπάζει τον καθόλου,| δήθεν ότι να φαίνεται ότι άνθη έναι γεμάτον.| Και εκείνος έσω εκάθετον να τον σκεπάζουν τα άνθη,| να μελετά η καρδία του την ένεδραν μη σφάλει,| μη σφάλει το μηχάνημαν και εις κίνδυνον εμπέσει| και στερηθεί και την ζωήν, χάσει και την φουδούλαν Φλώρ. 1598, 1599· Τό ετρέχαμεν να πιάσομεν ημείς εσφάλαμέν το Φλώρ. 850. 3) Βλάπτω, κάνω κακό σε κάπ., αδικώ κάπ., φταίω σε κάπ.: η οξυθυμία,| που’χει ο σινιόρ Μπαρτολομαίος, σφάλλει τον στην καρδίαν Κορων., Μπούας 119· Και ο αυθέντης ο πικρός οπού εμέναν είχεν,| κανείς ουδέν τον έσφαλεν να μην τον θανατώσει Συναξ. γαδ. (Moennig) 26· δε θέλω να μανίσεις,| μα ό,τι κι α σου ’σφαλε ως εδά να τση τα συμπαθήσεις Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά́ 286. 4) Προδίδω, απαρνιέμαι, εγκαταλείπω κάπ.: Πολλοί γαρ επροσκύνησαν Ρωμαίοι και Αλβανίται| και ήλθαν και εγίνησαν του δούκα του δεσπότου.| Ευεργεσίες τους έδωσεν, χαρίσματα μεγάλα.| Και ύστερα τον έσφαλαν, έφυγαν εξοπίσω Χρον. Τόκκων 3822· Αρχάρης ήτον ακομή και αχαμνός του τόπου| και δουλοσύνην έδειχνεν ώστε να δυναμώσει·| και όρκους έκαμνεν πολλούς και συμφωνίες του δούκα,| πάντα να έναι φίλος του ώστε εις την ζωήν του.| Και βοηθήματα πολλά είχε από τον δούκα.| Αλλ’ ύστερον τον έσφαλεν Χρον. Τόκκων 852· σε παροιμ. φρ.: Καλλιά του φίλου του κιανείς να σφάλει, παρά να ’χει| απ’ όλους καταδίκαση, πάντα εντροπή και μάχη Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 213. 5) Ξεγελώ, εξαπατώ κάπ.: Τα μάτια σου τα πλουμιστά, τα χείλη τα βαμμένα,| απού με τη θωριάν τωνε ήσφαλλες κάθα ένα Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 441· Πράμα θωρούμε ξυπνητές και πάλι μασε σφάνει| κι εσύ ό,τ’ είδες στον ύπνο σου απαρθινό σου εφάνη; Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.2) Δ́ 147. 6) (Με αντικ. το Θεό) προσβάλλω το Θεό κάνοντας κάπ. αμαρτία, αμαρτάνω ενώπιον του Θεού: τις να ηκούσει, να ειπεί ότι εις Χριστόν πιστεύουν| άνθρωποι όπου ουδέν κρατούν αλήθεια ουδέ όρκον; (λείπουν 7 στ.) Φευ γαρ και τι κερδίζουσιν και σφάλλουν τον Θεόν τους;| και πώς τους απετύφλωσεν η αμαρτία που πράττουν Χρον. Μορ. P 1256· ο προφήτης εδειλοσκοπάτονε τίνος να δώσει έτοιον θησαυρόν, τις να είναι άξιος να παραλάβει έτοιαν βασίλισσα. Και οδιά να μην σφάλει του Θεού, επαρακάλεσε τον Θεόν να του δείξει τον άξιόν της φύλακα (ενν. της Παρθένου) Μορεζ., Κλίνη 6v. 7) α) Παραβαίνω νόμο, εντολή: Το δε ομάτζιον και λιζίαν, τό όρισεν να ποίσουν| του μπάιλου εκείνου ντε Σουλή, ποτέ ουδέν το κάμνουν,| διού σφάλλουν τα συνήθια και νόμους του Μορέως Χρον. Μορ. P 7876· Η Εύα επιλογήθηκε: «Κύριε και Θεέ μου,| ο όφης, το κακό θεριό ήρθε κι εμίλησέ μου,| εκείνος μ’ εξαπάτησε κι ήσφαλα τση εντολής σου,| ...» Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1136· β) αθετώ, προδίδω όρκο, φιλία: τον όρκον όπου όμοσεν έσφαλε, επάτησεν τον Χρον. Μορ. P 80· Ήσαν γαρ άνθρωποι ψευδοί και έσφαλαν τους όρκους Χρον. Τόκκων 3824· ήτον ομόσοντα μετά τον βασιλέαν| να στήκουν πάντοτε ενομού, αγάπην να κρατούσιν,| την συντεκνία όπου έποικαν ποτέ να μη την σφάλουν Χρον. Μορ. H 5491· ωσάν την είδε ο βασιλιός εσφάγηκε εις λιγάκι,| γιατί το πιάσε εισέ πολλή πρίκα του και μεγάλη| πως τση φιλιάς σας τση πιστής κι ακράτης είχε σφάλει Ροδολ. (Αποσκ.) Έ́ 506. 8) (Με αντικ. την στράτα(ν), την οδόν, τον δρόμον) εκτρέπομαι από το σωστό δρόμο, χάνω το δρόμο: Εμάς είν’ το ταξίδι μας να πάμε εις την Τάνα,| και θέλει να ’ν’ η πλώρη μας μέσα στην τρεμουντάνα,| εσύ την στράταν έσφαλες κι επήγες περ πονέντε,| κι εγκρέμνισάν μας τα νερά ως μίλια δεκαπέντε Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 163· εσίμωσ’ ο καιρός οπού πολλά πεθύμουν,| όταν μακρά στο πέλαγος και με φουρτούναν ήμουν| κι έτρεμ’ μήπως και γερόν το ξύλον δεν με σύρει (παραλ. 1 στ.) μήτε και σφάλω την οδόν και πού’τρεχα ξεχάσω κι εις άλλα μέρη άτυχα και ξένα να περάσω Αχέλ. 2370· (σε προσωποπ.): Ακτίνα τ’ ουρανού χαριτωμένη, (παραλ. 2 στ.) τον ουρανό στολίζει ...| ... κι όλη τη γη η πορπατηξά σου,| δίχως ποτέ τη στράτα τση να σφάλει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 716· (μεταφ.): Μα είντα μου ’ξάζει να γροικώ και τα πρεπά να γνώθω,| εδά που σκλάβος βρίσκομαι και δούλος εις τον πόθο;| Είντα μου ’ξάζει να γροικώ, τι με φελά να ξεύρω,| απής το δρόμον ήσφαλα, δε βλέπω να τον εύρω; Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά́ 266. Β´ Αμτβ. 1) α) Διαπράττω σφάλμα, πέφτω σε σφάλμα: Εγώ σφάλμα ουκ έποικα και τις να με έχει μέψει,| έτοιμος να διαφεντευτώ και να τον πολεμήσω| όποιος να ειπεί ότι έσφαλα, άνευ της αφεντίας σου,| όπου είσαι αφέντης μου λίζιος κι ουδέν σε αντιτείνω Χρον. Μορ. H 3886· Μόνον ας έναι ευγενική κι απόκει α σφάνει εις άλλα,| να τ’ απομένεις δύνεσαι, διατί δεν είν’ μεγάλα Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 311· προκ. για ερωτικό παραστράτημα: Σαν είδαμε και στέκανε απάνω είς του άλλου,| πολλά το εθαυμάξαμε αυτείνοι διά να σφάλου,| και δράμαμε να σώσομε να ιδούμε το ποιος ήτον Δεφ., Σωσ. 156· Δεν είναι τούτη μοναχή, μα εσφάλασινε κι άλλες,| πλια φρόνιμες και γνωστικές, πλια άξες και πλια μεγάλες,| νιες και στεμένες του καιρού και γρες, να ’ξαφορμίσου,| κι οι πονηριές του Έρωτα όλες να τσι νικήσου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Γ́ 1597· εις τα πάθη της σαρκός θέλω να σ’ αθιβάλω,| μήπως και δράμει ο λογισμός της νιότης σου και σφάλεις Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 47· προκ. για λάθος στο γραπτό λόγο: όσοι αναγινώσκετε την σύνθεσιν του λόγου,| παρακαλώ σας το πολλά να μη το βαρεθείτε,| όλον το διαβάζετε, τελειώνετε, τον λόγον·| και, αν ησφάλω πούβετις, μη με κατηγορείτε Ψευδο-Γεωργηλ. Άλ. Κων/π. 24· Όποιος δε γράφει ογια καπνό, αμ’ ογιά ν’ αποβγάλει| μέρος απού τα πάθη του, ψέγος δεν έχει, α σφάλει Ροδολ. (Αποσκ.) Τοις αναγν. 32· διήγησιν γαρ βούλομαι υμίν να ανθιβάλω,| αλλ’ ευλαβούμαι μήπως γε ως αδόκιμος σφάλω Παϊσ., Ιστ. Σινά 14· σε παροιμ. φρ.: Όλοι οι αθρώποι σφαίνουσι, μα ο φρόνιμος, σα σφάλει,| το σφάλμα με τη γνώση του θωρεί να σάσει πάλι Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 37 δις· β) κάνω λάθος στην κρίση μου, στην αντίληψή μου, στους υπολογισμούς μου: Αν ελογιάζεις λοιπόν πως θεληματικώς εμίσησα το καλόν μου και επροτίμησα τον θάνατον από την ζωήν, φαίνεταί μου πως σφάνεις εις την ορθήν κρίσην Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 9522· δε βλέπεσαι το πως περίσσια σφάλλεις,| και δε θωρείς ποιος είσ’ εσύ, κι ουδεποσώς λογιάζεις| ποιος είμ’ εγώ, μα κάθεσαι κι εύκαιρα λογαριάζεις! Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Ά́ 222· Ετούτη, δίχως άλλο,| είν’ η λαλιά του αληθινά κι ουδεποσώς δε σφάλλω Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Β́ 428· Οχτώ και τέσσερις και εφτά και δώδεκα, α δε σφάνω,| κάνουσιν όλοι δεκατρείς, και πούρι δεν ξεχάνω Φορτουν. Έ́ 49· Τούτος ο πόθος μου κρατεί το νου διασκορπισμένο,| σαν είναι των αγαφτικών το φυσικό δοσμένο. Μα τούτο δεν είν’ τίβοτσι σιμά σε σφάλματ’ άλλα| οπού με κάνει ολημερνίς και κάνω πιο μεγάλα:| σφάνω τορνέσια όντε μετρώ, σκαρτσούνια μου δε δένω,| σαν αφορμάρης περπατώ ’ς τσι στράτες που πηγαίνω Κατζ. Ά́ 257. σε παροιμ. φρ.: Σφαίνει οπού πει κι οι λογισμοί τ’ ανθρώπου δε γροικούνται,| γιατί με δίχως εμιλιά στο πρόσωπο θωρούνται Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά́ 1953· Δασκάλοι, αθρώποι φρόνιμοι κομπώνουνται και σφάνου,| σ’ έτοιες δουλειές δεν ξεύρουσι τά λέσι και τά κάνου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Γ́ 313· γ) είμαι εσφαλμένος: Ω λογισμοί, πώς σφάνετε, ω γνώμη τυφλωμένη,| ω των ανθρώπων ολωνών ελπίδα κομπωμένη! Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. Χάρ. 121· σφάνουσι τά λογιάζεις,| κακό θεμέλιον έχουσι τούτα που λογαριάζεις Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Γ́ 171· Τ’ Αφέντη μας οι προφητειές και τ’ άλλα,| οπού δηγούνταν ογι’ αυτόν, ήρθαν και δεν εσφάλα Φαλιέρ., Θρ. (Bakk.-v. Gem.) 272· ανισώς και πάλι| δε γένει τό είπε ο Απόλλωνας, κι η προφητειά του σφάλλει,| εμείς μ’ όλον αυτό ποτέ άλλη δεν καρτερούμε| ελπίδα Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Ά́ 648. 2) Φταίω: κι αν ήσφαλες, κατέχω το, δεν ήτονε από σένα,| και χωρίς φταίσιμο ποτέ δε θέλεις βρει κιανένα Στάθ. (Martini) Ιντ. β́ 63. 3) α) Αστοχώ: ρίπτει ο Σαρπηδών το δόρυ| κι έσφαλεν εκ του Πατρόκλου,| αλλ’ έκρουσε τον ίππον τον γοργόν του Αχιλλέως Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΙϚ´ [210]· όπου ξαμώνει εκεί ’δωκε κι η χέρα του δε σφάνει| και βροντισμό και ταραχήν η κονταρά του κάνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 1911· β) αποτυγχάνω: Εις όρεξ’ ήλθε μου λοιπόν διαστίχου για να γράψω| πολλά παραπονετική ιστοριά παλαία· (παραλ. 3 στ.) λοιπόν δότε μου δύναμιν, ο κόπος μου μη σφάλει,| ... όσοι την διαβάσουν| με όρεξη και πεθυμιά να την εξετελειώσουν Θησ. (Foll.) I 2· ήλθασιν όσες πορπατούν στην χώρα κι αστοχούσιν| και τους κοπέλους θέλουσιν και κλαιν και ξεψυχούσιν·| κι όταν δεν εύρουν κόπελον και σφάλλουν κι αστοχούσιν,| λιγώνουνται και χάνουνται, πέφτουν, λιγοθυμούσιν Σάχλ. Β́ (Wagn) PM 558· γ) παύω να είμαι στην εξουσία, «πέφτω» (πβ. ιταλ. πρότυπο: falli el sacerdotio Κακουλίδη-Πάνου [Καρτάν., Π. Ν. Διαθ., σ. 323 σημ. 598]): τότες ετελειώθη η πέμπτη γενεά, η οποία εδούρησε επτακοσίους τριάκοντα και ένα χρόνον· ... Και τότες ακόμη έσφαλε η ιεροσύνη της βασιλείας των Ιουδαίων εις την Ιερουσαλήμ Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 224v. 4) Αμαρτάνω: στείλε τη χάρη σου σ’ εμάς, αγιότατη Μαρία,| να ’χομε μοίρα εις εσέ ως μάννα στα παιδία.| Κι ανέ και σφάλομε κι εμείς ως τέκνα δίχως γνώση,| μπορεί η ελεημοσύνη σου πάλι να μασε σώσει Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 5328· προκ. για το προπατορικό αμάρτημα: Αδάμος πώς εγίνηκε κι η Εύα πώς εσφάλα| και πώς αυτείνοι επέσασι εις κρίματα μεγάλα; Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2308· Όλοι να πάρου θάνατο, καθώς έναι γραμμένο, (παραλ. 1 στ.) καθώς Αδάμης ήσφαλε και η Εύα το βουλήθη Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 968. 5) Αθετώ, παραβαίνω νόμο: εσύ, Πιλάτο, να βρεθείς αντίδικος του ρήγα,| του Καίσαρη τ’ αφέντη μας, ξεύρε, δε σφάνει ελίγα Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 3439· κάμνει χρεία να προσέχουνται, μήπως και καμίαν φοράν παράρθουσι και σφάλλουσιν από τες νομοθεσίες και ορδινίες του ενού μας διδασκάλου Χριστού Χριστ. διδασκ. 139· Το δε ομάτζιο και λιζίαν, τό ορίζει να έχουν ποιήσει| του μπάιλου ... ποτέ ουδέν το κάμνουν,| διότι γαρ εθέλασιν σφάλλει από τα συνήθια,| τά ορίζει ο νόμος του Μορέως Χρον. Μορ. H 7876. 6) Κάνω κακό σε κάπ., είμαι άδικος απέναντι σε κάπ.: εγνωρίζετε καλά ότι έσφαλα μεγάλως| εις τον αφέντην λίζιον μου, τον πρίγκιπα Γυλιάμον Χρον. Μορ. H 5867· προσέχετε μη σφάλετε απάνω εις τας ψυχάς σας Χρον. Μορ. H 7548· του έφταισεν και έσφαλεν προς αύτον Χρον. Μορ. H 3317. IΙ. Μέσ. 1) Σφάλλω· διαπράττω κ. κακό: λέγει· μη κάτι εσφάλθην;| και εμέν με λέγει ο λογισμός κακόν ουδέν εποίκα Φλώρ. 403. 2) Κάνω λάθος, γελιέμαι, απατώμαι: Τούτον που βλέπετεν εδώ …| τούτος ήτον που κάθετον τυφλός στην γειτονιά μας (παραλ. 6 στ.). Όμως πώς εγιατρεύτηκεν κι επήρεν και το φως του,| δεν ξεύρω, γιατί σφάλλομαι Προσοψάς, Δράμα γενν. τυφλού 188. 3) Αποτυγχάνω, ηττώμαι: Σφαλείς δε ο αμιράς και ψευσθείς υπό τας αυτάς ελπίδας έτερα νέα εφευρέματα και μηχανάς εις πολιορκίαν εποίει Ψευδο-Σφρ. 38834· αύθις ο βασιλεύς μεθοδεύων μηχανάς, ίνα παντελώς νικήσει τον Μωσήν, ... έφερε τον ... Ορχάνην και εν τῃ Ευρώπῃ αυθέντην επέβαλε. Και πολέμου γεγονότος, τα του Ορχάνου εσφάλησαν, ... και πιάσας αυτόν ο Μωσής ο και θείος ετύφλωσε Ψευδο-Σφρ. 22627. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = 1) Που έσφαλε· αμαρτωλός: έρχεται ο Ιούδας ο σφαλμένος,| απού απ’ αυτόνο ο Ιησούς ήτονε πουλημένος Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2854. 2) Που δεν έχει την ορθή αντίληψη για το Θεό: Την θείαν δόξαν κάτινες και παντοκρατορίαν| Τριάδος εκατέλαβον, καν σκοτεινόν το ίχνος,| καν εσφαλμένοι ’τύχαννον, αλλ’ όμως εδοξάσαν Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 273. 3) (Προκ. για γραπτό κείμενο) που έχει λάθη: Δυο βέρσα που βουλήθηκα στον κόσμον διά να δώσω (παραλ. 1 στ.) και όποιος διαβάσει και ’βρει τα και είναι πολλά σφαλμένα (παραλ. 1 στ.) παρακαλώ τονε λοιπόν εμέ να συμπαθήσει Διήγ. ωραιότ. 7. Το ουδ. της μτχ. παθητ. αορ. και παρκ. ως ουσ. = σφάλμα, λάθος: Ήδη γαρ ο εμός κύριος Μωράτ διά παρακλήσεως των αυτού μεγιστάνων και εμού αφίησι πάντα τα σφαλέντα και παρά σου πραχθέντα και τας αντάρσεις και ων επεχειρίσω κατ’ αυτού και κατά του πατρός αυτού και της ηγεμονίας αυτών και ιλέῳ όμματι προσβλέπει σε Δούκ. 21730· Τότε ο Καραμάν ακούσας την άφιξιν του Μεχεμέτ έστειλε πρέσβεις εκ των μεγιστάνων αυτού, αιτών λύσιν των εσφαλμένων συν αποδόσει των, ων αφείλετο, φρουρίων. Και ο τύραννος κατένευσεν Δούκ. 2935.
       
  • σχίνος (II) 
    ο· σκίνος.
    Από το αρχ. ουσ. σχοίνος με επίδρ. του αρχ. ουσ. σχίνος η. Η λ. και ο τ. και σήμ.
    Το φυτό σχοίνος (βλ. ά. σχοίνος I σημασ. 1): όντεν ιδείς ασπάλαθρο να γένει ως μερσίνη,| όντεν γενούσιν οι μηλίες του λαγκαδίου σκίνοι (παραλ. 1 στ.), τότες εμέν και σεν, κυρά, θέλουσιν ευλογήσει Ριμ. κόρ. V 16.
       
  • σχολείον 
    το, Μορεζ., Κλίνη φ. 58r· σκολείο, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ.10v, 246r· σκολειό, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 1138, 1718, 1722, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 928, Φορτουν. (Vinc.) Ά́ 412, Β́ 209, Δ́ 572, Ροδινός (Βαλ.) 209, 210, Διγ. O 1251, Βεστάρχης, Στίχ. πολιτ. Ελεάζ. 1597· σκολείο(ν), Ροδινός, Ιγνάτ. Παφλαγ. 5425· σκολειό(ν)· σκολείον, Ασσίζ. 16019, 4125, Φλώρ. 239, Σαχλ., Αφήγ. 32, Απολλών. (Κεχ.) 408, Ριμ. κόρ. V 113, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ.10v, 244v· σκολειόν, Σαχλ., Αφήγ. 112, Ριμ. κόρ. Α 115, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 1318, Καβαλίστας 95, Φορτουν. (Vinc.) Ά́ 43· σχολείο(ν), Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 7029· σχολειό(ν), Λίμπον. 11, 21, 92.
    Το μτγν. ουσ. σχολείον. Οι τ. σκ‑ με ανομ. τρόπου άρθρωσης (σχ> σκ). Οι τ. σκολείο (Κόμης, Κυθηρ. Λεξ., Δράκου, Ιδίωμ. Κάλυμν.), σκολείον (Παπαδ. Α., Λεξ., Σακ., Κυπρ. Β́ 787, Παπαγγέλου, Κυπρ. ιδίωμ.) και σήμ. ιδιωμ. Ο τ. σκολειό, με συνίζ. (πβ. CGMG 609), στο Βλάχ., σε κείμ. του 18. αι. (Ρούσμ. - Σαβ. (Πρωτοπ. – Μπουμπ.) Ιντ. 192, 200, 350) και σήμ. Ο τ. σχολειόν στο Somav. Η λ. και σήμ. στους τ. σχολείο και σχολειό.
    1) Ίδρυμα όπου παρέχεται εκπαίδευση· σχολείο: Ανάθεμαν τα γράμματα, Χριστέ, και οπού τα θέλει,| ανάθεμαν και τον καιρόν και εκείνην την ημέραν,| οπού με παρεδώκασιν εις το σκολειόν εμέναν Προδρ. (Eideneier)2 Γ́ 87 χφ P κριτ. υπ· Δεν έμαθα παπλωματάς, δεν έμαθα τσαγκάρης, (παραλ. 1 στ.) εις το σκολείον εκάθηκα, κερά μου, απομικρόθεν,| έμαθα τάχα γράμματα φράγκικα και ρωμαίκα Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1209· Ποιος να ’δωκε του αφέντη μου τόσα κακά μαντάτα (παραλ. 1 στ.), το πως γυρίζω οληνυχτίς, ρουφιάνες πως γυρεύω| και χίλιες άλλες μαριολιές και το σκολειό ’ξωφεύγω; Φορτουν. (Vinc.) Ά́ 353· (σε παρομοίωση): εδασκάλευε τους ποπολάρους (ενν. ο Χριστόδουλος Τζίμας) καθημερινώς, ωσάν ο δάσκαλος τα παιδιά εις το σκολειό Σουμμ., Ρεμπελ. 170. 2) (Συνεκδ.) α) κτήριο που στεγάζει το σχολείο· το εκπαιδευτήριο: Μα ας πηαίνομε αποδεπά να πάμε στο σκολειό σου,| γιατί για κάποια μου δουλειά θέλω το δάσκαλό σου Φορτουν. (Vinc.) Ά́ 71· Όταν, λοιπόν, εγύριζεν (ενν. ο Νεόφυτος) από το σκολειόν εις το σπίτι του, παίρνοντας αντάμα του τα παιδιά … τα πτωχά και ορφανά, έθρεφέν τα όσο ημπόριεν εκείνο όπου του έδιδαν οι γονέοι του Ροδινός (Βαλ.) 225· β) τα μαθήματα, η εκπαίδευση που παρέχει το σχολείο: Ερμήνευσέ με (ενν. η μοίρα) να αγαπώ πολλά την αμαρτία,| και αφήκα ο κακορρίζικος γράμματα και χαρτία (παραλ. 1 στ.) και φαίνετό μου το σκολειόν ωσάν κακόν θηρίον Σαχλ., Αφήγ. 52· με την ώρα του σκολειού εγώ ’θελα ξυπνήσει Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 494. 3) (Μεταφ.) ό,τι προσφέρει γνώση και εμπειρία στη ζωή: Ολίγα γράμματα έμαθα και τότε τα εξαφήκα| και εις το σκολειόν των πολιτικών εγύρεψα και εμπήκα Σαχλ., Αφήγ. 60· όλα της γνώσης το σκολειό καθάρια τ’ αρμηνεύει Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 87· σκολειό τση πρίκας και του πόνου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 4· οι εμιλιές του ήσα σκολειό και νόμος των ανθρώπω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά́ 32. 4) Πορνείο: εισμίον την αγοράζει (ενν. ένας ρουφιάνος την Τάρσια)| κι επαίρνει τη με τη χαρά, στο σπίτιν του να στρέψει,| και βάνει την εις το σκολειό, να του τα ξεδουλέψει,| και τότες, ο παντέρημος, άρχισε να της λέγει (παραλ. 1 στ.) «Παιδί μου, εσύ ’χες ριζικό να τύχεις μετά μένα (παραλ. 3 στ.) να σε στολίσω φορεσιές, πολλά μαργαριτάρια,| μόνο να μ’ αποδέχεσαι όλα τα παλληκάρια!| Και κάμε να πλερώνεσαι, τινός μηδέ χαρίσεις» Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 1298. 5) (Εδώ) σκηνή, τέντα: ήτον ο Εσαύ ανήρ ξέρει κυνήγι, ανήρ χωραφιού και ο Ιαακώβ ανήρ θέλειος, κάθεται εις τα σκολειά Πεντ. Γέν. XXV 27.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης