Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- περιπλέκω,
- Καλλίμ. 730, 1401, 1968, Διγ. Z 976, 1191, 3963, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1155, Φλώρ. 307, Λίβ. P 877, Λίβ. Sc. 1052, 1114, 2132, 2933, Λίβ. Esc. 292, 1576, 2125, 4093, Λίβ. (Lamb.) N 387, Λίβ. N 1410, 1872, 1951, 2708, 3514, Σκλέντζα, Ποιήμ. 1136, 46, Θρ. Θεοτ. 86, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 625 κριτ. υπ., Καλόανδρ. (Δανέζης) 48 (32v), Διακρούσ., Πένθος 145· β́ εν. προστ. αορ. περιπλάκησε, Λίβ. P 2439· περιπλέκησε, Λίβ. P 2581· γ́ εν. μέσ. αορ. επεριπλάκηκεν, Αχιλλ. (Smith) N 1159, 1619· επεριπλάκησεν, Αχιλλ. L 1082· επεριπλέκτη(ν), Μαχ. 645, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 1758· περιπλέκτηκεν, Χούμνου, Κοσμογ. 1955· γ́ πληθ. μέσ. αόρ. περιεπλακήκαν, Φλώρ. 1678· μτχ. ενεστ. περιπλιόντα, Κυπρ. ερωτ. 85· μτχ. παρκ. περιπλεμένος, Φλώρ. 1700, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 707, Θησ. Γ́ [241], Πανώρ. Β́ 190 κριτ. υπ., Γ́ 111 κριτ. υπ., 206 κριτ. υπ., Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 127, 508, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ [594].
Το αρχ. περιπλέκω. Η μτχ. περιπλιόντα πιθ. με επίδρ. του πλέω (βλ. και Siapkaras-Pitsillidès [Κυπρ. ερωτ. σ. 395]). Η μτχ. περιπλεμένος στο Somav. και στον Κατσαΐτ., Ιφ. Β́ 536. Η λ. και σήμ.
I. Ενεργ. 1) Πλέκω κ. (βλ. όμως και Αλεξίου [Βοσκοπ. σ. 31, 47]): Εστράφηκα στο σπήλιο κι εσυντήρου| την ομορφιάν, οπού ’χε γύρου γύρου·| απ’ όξω είχε κισσό, περιπλοκάδι,| οπού το περιπλέξασιν ομάδι Βοσκοπ.2 160. 2) α) Μπλέκω κ. ανάμεσα σε άλλα πράγματα: παώνια επεριέπλεκαν τα πτερά τους εις τα άνθη και έλαμπαν τα πτερά τους ωσάν τες χρόες των ανθών Διγ. Άνδρ. 3753· β) μπερδεύομαι, μπλέκω με κ.: Ως είδασι γαρ τα θηριά εκείνους οπού στέκουν,| νομίζουν ’τι είναι άνθρωποι, τες στήλες περιπλέκουν Αλεξ.2 1856. 3) Εμποδίζω κάπ: δεν εδυνόμουν να περπατήσω, ... περιπλεκόμενος από τες πέτρες οπού εγκρεμνίζονταν Ιερόθ. Αββ. 331. 4) α) Τυλίγω κ. γύρω από κ. άλλο ή με κ. άλλο: ά θέλεις να ίδεις δύναμιν τό έχει το γαϊτάνιν,| δέσε το εις το τραχήλι σου, σφικτά περίπλεξέ το Λίβ. Esc. 4085· τότε άνω εις αυτόν (ενν. τον κράββατον) τον έθεσαν εκείνον (ενν. τον Αρκίτα),| στεφανωμένον έμορφα, με δάφνη στολισμένον,| με πλούσιον χρυσογάϊτανον όλον περιπλεμένον Θησ. ΙΆ [158]· β) τυλίγομαι γύρω από κ.: Τούτα ’ναι τα μαλλιά που περιπλιόντα| ’ποθαίνουν την καρδιάν πάντα σ’ αυτόν μου; Κυπρ. ερωτ. 85. 5) α) Δένω κάπ. σφικτά, κρατώ δέσμιο κάπ.· (εδώ σε μεταφ.): βλέπε την πολιτικήν σκοινίν σου θέλει πλέξει,| τα πόδια και τα χέρια σου σε θέλει περιπλέξει:| με συργουλίσματα γλυκά βλέπε μη σε κομπώσει Σαχλ. N 386· εις εμένα εψυχώθη (ενν. το τριχογάϊτανόν σου) απέσω εις την καρδίαν μου, και όλον περιέπλεξέ με Λίβ. N 3526· Η ψυχή παρακαλεί τον Θεόν ... να την βοηθήσει από τους διαβόλους οπού την έχουν περιπλεμένην Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ.401r· β) (συνεκδ.) σφίγγω, πιέζω ασφυκτικά: σφάζει και περιπλέκει με (ενν. η αγάπη σου), δεν ημπορώ ανασάνω| αμμή έχει με πολλά στενά, πάγω διά ν’ αποθάνω Ch. pop. 206· γ) παγιδεύω· (σε παρομοίωση): Ωσάν σεβαίνειν ο λαγός, πλέκεται εις το δίκτυν,| ούτως τον επερίπλεξαν εκείνον τον Γιαγούπην,| και έπεσεν εις τα χέρια του· ηπήρεν την ζωήν του Χρον. Τόκκων 2674. 6) Περιβάλλω, περικλείω: οι ποταμοί ...| την κούνια επεριπλέξασι, να την εσυντροφιάζουν| κι εμείνασι το γύρο της, κι έκαμε σαν νησάκι,| κι εφύλαγε οχ τα κύματα, το γύρο το παιδάκι Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ [700]· εγέμισεν όλος ο τόπος εκκλησίες και οσπίτια, οπού τα έχουν μέσα τα τείχη περιπλεμένα Δωρ. Μον. XXIX 29· Εκείν’ η χώρα το λοιπόν σε δυό ποτάμια στέκει,| και το νερό ’τονε πικρό, οπού την περιπλέκει Αλεξ.2 2044. 7) α) Αγκαλιάζω: Να σε δεκτώ, καθώς ποθώ και να σε κανακίσω,| να σε κρατώ, να σε φιλώ και να σε περιπλέκω Φαλιέρ., Ιστ.2 427· β) (αλληλοπ.) αγκαλιάζομαι: τι εσυνέβηκε λοιπόν συχνοπατώ τα πλέο,| το πώς επεριπλέκαμε και μετά πόθου ποίου Λίβ. Esc. 2214 χφ. II. Μέσ. Ά Μτβ. 1) Τυλίγομαι γύρω από κ. ή κάπ.· (συχνά προκ. για φίδι): απάνου εις το κεφάλιν του να κείτεται είς όφις,| πλην και να περιπλέκεται τάχα την κεφαλήν του Λίβ. Esc. 393· τότες τον κάνει και πέφτει εις απώλεια (ενν. το φίδι τον άνθρωπο) και περιπλέκεταί τονε έτσι ώσπερ την σμίρναν ο όφις ο αισθητός Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 55v. 2) Περιβάλλω: ο ποταμός ο πύρινος εσέβην εις την Πόλιν,| την Δύσιν περιπλέκεται με παρακλάδια έξι Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 620. 3) α) Αγκαλιάζω: Περιστεράκιν να γενώ να έλθω όπου κοιμάσαι,| σφικτά να σε περιπλακώ, πάντα να με θυμάσαι Ερωτοπ. 126· ώσπερ κισσός εις το δενδρόν, ούτως τον επεριεπλάκην| και ήτον δυσαπόπλεκτη η κόρη απέ τον νέον Αχιλλ. (Smith) N 1338· β) (μεταφ. προκ. για αφηρημένη έννοια) εγκολπώνομαι: Δίδασκε την αλήθειαν και περιπλέκου ταύτην Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 250· την πολυστένακτον περιπλακείς κακίαν| έργα νυκτός αποπληρώ Μιχ. ιερομ. 26· γ) παντρεύομαι: Υιέ μου, μη περιπλακείς γυνήν δι’ ευμορφάδα| ή διά χρήματα πολλά ή διά ευγένειαν Σπαν. A 539. Β́ Αμτβ. 1) Τυλίγομαι γύρω από κ.: εις του δένδρου τον κορμόν περιπλεγμένος όφις Λόγ. παρηγ. L 520. 2) α) Πλέκομαι σε κ. άλλο, μπλέκομαι, μπερδεύομαι: στα ξαθά σου τα μαλλιά να ήμουν περιπλεμένος Ch. pop. 365· κι εκείθε τ’ αποδέλοιπα (ενν. μαλλιά), στέκουνται κλαδωμένα, περιπλεμένα εδώ κι εκεί, κι ως δίχτυ κρεμασμένα Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [1182]· Ο Δουρίλος αβγατίζοντας περπάτημα με περπάτημα επεριπλέχθη εις τα δάση Καλόανδρ. (Δανέζης) 48 (7v)· (μεταφ.): Εκάθισα εις τες πρασινάδες περιπλεγμένος εις χιλίους πικρούς συλλογισμούς Καλόανδρ. (Δανέζης) 54 (29V)· (συχν. σε παρομοίωση, ιδ. προκ. για την αγάπη): Η αγάπη σου έναι τρυφερή σαν χόρτον εις λιβάδι,| ανθεί και περιπλέκεται σαν το περιπλοκάδι Ch. pop. 205· ωσάν είν’ τα μαλλία σου κατάκλωστα κλωσμένα,| έτσ’ έναιν και η αγάπη σου παντού περιπλεγμένη Ερωτοπ. 397· β) αναμιγνύομαι σε επιζήμια υπόθεση: ήτονε στον έρωτα του πόθου πλανεμένη| και στης αγάπης την φιλιάν ήτον περιπλεμένη Ριμ. κόρ. 617 (κριτ. υπ.)· πόσοι μεγάλοι άνθρωποι ... πέφτουσιν ... οπόταν ... περιπλεχθούσιν εις τα γήινα πράματα Πηγά, Χρυσοπ. 131(19)· γ) βρίσκομαι σε δύσκολη κατάσταση: ω πώς εκαταστάθηκε το γένος των Ελλήνων,| και επεριπλεχθήκετε μέσον πολλών κινδύνων Ιστ. Βλαχ. 2362 [= Γέν. Ρωμ. 4]. 3) α) (Με την πρόθ. εις) αγκαλιάζω: επεριπλέκοντο εις αυτόν (ενν. η μητέρα και οι συγγενείς και φίλοι), και τον χωρισμόν, οπού έλειπεν, ποσώς δεν τον ενθυμούνταν Διγ. Άνδρ. 33520· β) (αλληλοπ.) αγκαλιάζομαι· (προκ. για ερωτική περίπτυξη): Ώσπερ κισσός εις το δενδρόν ούτως περιεπλακήκαν,| γλυκοφιλούν ενήδονα, αλλήλως ασχολούνται Φλώρ. 1678· τα χείλη μου τα χείλη σου τα κοκκινοβαμμένα| να εσμίγα και τα δυο κορμιά νa ’τουν περιπλεμένα Πανώρ. Β́ 190. Φρ. περιπλέκω λόγον/λόγους = μακρηγορώ: τι τα πολλά πολυλογώ και λόγον περιπλέκω| και τόσην την αφήγησιν του λόγου μου πλατύνω; Λίβ. Esc. 3313· τι τα πολλά πολυλογώ και λόγους περιπλέκω| ...; Λίβ. N 2945. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = διεστραμμένος (πβ. Septuaginta Πεντ. Δευτ. 32 5): γενεά στραβή και περιπλεγμένη Πεντ. Δευτ. XXXII 5. — Πβ. και περιμπλέκω.
περίτου,- επίρρ., Ασσίζ. 721‑22, 817, 3726, 414, 5, 551‑2, 6011, 782, 1042, 10931, 1447, 14819, 1505, 15224, 15426, 1582, 17120, 3109, 10, 32429, 3253, 33411, 34222, 36011, 3865, 4765‑6, Μαχ. 4212, 2582, 43621, 25, 48828, 49035, 55618, 20, 62634, 64213, Βουστρ. (Κεχ.) 1216, 249‑10, 887, χφ Β 28513, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 73, 75 τρις, 80, 81, 86, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) V 779, 1406, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 628, Ανων., Ιστ. σημ. ρμ́, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 67, 361, Κυπρ. ερωτ. 293, 9232, 37, 9318, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 4530, Κανον. διατ. Α 351, Β 433, Παλαμήδ., Βοηβ. 544, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 38, κ.α.
Κατά Συμεων., Ιστ. κυπρ. διαλ. 138 από υπέρ τι> υπέρ το> περίτο> περίτου· για ετυμ. από το περιττός, ‑ώς ή από έκφρ. εκ περιττού βλ. Χατζ., Διασπ. 521, Georgac., Glotta 31, 1951, 228 (για την απλοποίηση του διπλού ττ βλ. Χατζ., Διασπ. 521, Χατζ., Διασπ. 234). Τ. πιρίτου (πιρίττου) σήμ. στη Μακεδονία (Andr., Lex., λ. περιττός) και πουρούτου σε δημ. τραγ. της Ρόδου (Παπαχριστοδούλου, Λαογρ. 19, 1960-61, 144). Η λ. και σήμ. ιδιωμ. (Λουκά, Γλωσσάρ., Φαρμακ., Γλωσσάρ. 88, Παγκ., Ιδίωμ. Κρ.2 Δ́ 504, Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ. (‑ττ‑), Καρανικόλας Αλ., Συμ. 3, 86, Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ. (‑ττ‑)).
1) Περισσότερο (σε ποσότητα, ένταση): σκορπίζοντα, διαμοιράζοντα και διδόντα τες χάριτές του περίτου χαίρεται (ενν. ο Θεός) και αγάλλεται παρά εκείνον οπού τες περιλαμβάνει Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 445· ο ρήγας δεν είχεν τινάν απού τον αγάπαν περίτου του αποστολέ Βουστρ. (Κεχ.) 3614· (για χρον. διάστημα): τους υί Χριστού ήλθεν άλλον θανατικόν όπου ’πάντησεν περίτου παρά ά χρόνον Μαχ. 6224· (για έκταση σε χώρο): αν γίνεται ... το εξωπέταστον να εμπαίνει εις τον στενόν το ρηγάτικον περίτου παρά το τρίτον του στενού ... Ασσίζ. 20315· όσον/ώσπου περίτου ... οτόσον/τόσον = όσο περισσότερο ... τόσο: Όσον περίτου, πόθε, με παθιάζεις| οτόσον πεθυμώ να σ’ ακλουθήσω Κυπρ. ερωτ. 381· Όντας σ’ εμέν γυρίζουν (ενν. τα ’μνοστα ’μμάτια) και θωρούμ με,| νιώθω κι άφτει καρδιά μου μαρτυρώντα| κι εκείνα νιώθουν κι αξανά βιγλούν με| κι ώσπου περίτου πάσκει πολεμώντα (παραλ. 1 στ.) τόσον εκείνα στέκω πεθυμώντα Κυπρ. ερωτ. 612· όσα ... τόσον περίτου = όσο ... τόσο περισσότερο: όσα ’πό ’ξαυτόν της ’ξωμακρίζω| τόσον περίτου αξάφτω και βακρύζω Κυπρ. ερωτ. 648. 2) α) (Με επόμ. επίθ., μτχ. επίθ. ή επίρρ. θετ. βαθμού σχηματίζει περιφραστικό τ. του συγκρ. βαθμού· βλ. και Συμεων., Ιστ. κυπρ. διαλ. 213) πιο: καλλιότερον και περίτου αρεστόν του Θεού, ... το πάσα άνθρωπος θεοσεβής και φιλόχριστος να καθαρίζεται απατός του με πάσα αγαθοεργίαν Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 503· δεν έν’ θαύμα, αν είσαι| αξαύτου μου περίτου αγαπημένη| παρά που ’σαι γλυκιά Κυπρ. ερωτ. 8716· εθέλησεν ο πάπας να μάθει περίτου καθαρά Μαχ. 149· (με επίθ. συγκρ. βαθμού για επίταση της σημασ. του): είναι περίτου μεγαλύτερον το διλίτιν το γνωστικόν παρά το αισθητόν του κορμιού Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 80· β) (με άρθρο και επόμ. επίθ. θετ. βαθμού σχηματίζει περιφραστικό τύπο του υπερθ. βαθμού): ήτον ο περίτου δυνατός και ομορφόττερος καβαλλάρης οπού ευρίσκετον εις την Κύπρον Μαχ. 7229· εποίκα ως γιον εκείνον οπού ένι εις ένα λιβάδιν μεγαλότατον εις το ποιον ένι διάφοροι και παράξενοι αθθοί και διαλέγει πάντα τες περίτου άξιες κορφές διά να ποίσει το στεφάνιν του Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 73. 3) Ως ουσ. (συν. με το άρθρο) α) η πλειονότητα, οι περισσότεροι: το δίκαιον ... ορίζει ότι εκεί οπού οι περίτου συμπαύγουν εκείνο να ένι στερεωμένον Ασσίζ. 17626· εβουλεύσαν τον οι συγκριτικοί να συντύχῃ με τον ρήγα, και .. να ελευθερώσει τους λας τους περπεριάρηδες, όπου ήσαν ... περπεριάρηδες, οι περίτου του συγκρίτου και ούλον το αρχοντολόγιν Μαχ. 14017· β) ο πληθ. ουδ.: τα περίτου = τα υπόλοιπα, τα επιπλέον: Περί εκείνου οπού πουλεί το αμάχιν του εγγυητή του περίτου παρά του εχρώστεν, και πώς να στρέψει τα περίτου Ασσίζ. 817‑18· γ) (με επιρρ. σημασ.) τες περίτου = τις περισσότερες φορές: Ελάφιν τόσα γλήγορα στην στράταν| δεν τρέχει ..., (παραλ. 3 στ.) γιον φεύγουν ταύτης της ζωής οι χρόνοι.| Ω ψευδείς και προσωρινοί μας χρόνοι,| που τες περίτου λείβγιετε την στράταν Κυπρ. ερωτ. 1078· δ) το περίτου (με επιρρ. σημασ.) = ο κυριότερος λόγος, κυρίως: η βασίλισσα επήγεν μοναχή της εις τον καθέναν και επαρακάλεν το να τελειωθεί, ότι το περίτου τό ήλθεν, ήλθεν διά να το τελειώσει Μαχ. 32828· ε) ? ούλοι οι περίτου / ούλοι ή περίτου = η πλειονότητα, οι περισσότεροι/όλοι ή οι περισσότεροι (βλ. Dawkins [Μαχ. σ. 261]· βλ. και Κεχαγιόγλου [Βουστρ. σ. 285 κριτ. υπ., 481]): ο αφέντης μας ο ρήγας ... και ο αφέντης μας ο πρίντζης και ούλοι οι περίτου καβαλλάρηδες, δεν τους ακανεί; Μαχ. 37231· ούλοι ή περίτου ήτον αρμασμένοι και με παιδία Βουστρ. (Κεχ.) χφ Μ 28513· στ) διά περίτου = για περισσότερα χρήματα: εάν το σπίτιν πουληθεί διά περίτου παρά όσα ένι το χρείος, η αυλή ένι κρατημένη να περιλάβει τα περίτου και να τα στρέψει εκείνου ού εκείνης οπού ήσαν τα σπίτια Ασσίζ. 28931. 4) (Ως επίθ. με επόμ. ουσ.) περισσότερος, μεγαλύτερος: διά περίτου στερέωμαν στέλλω σου οκτώ καραβοκυρούς εις την συντροφιάν σου να τους κρατείς διά σιγουρτάν εις το κάτεργόν σου Μαχ. 50229· Γροικώντα το κουμμούνιν της Βενετίας τα μαντάτα της Αλεξάνδρας, επικράνθησαν πολλά, διότι το περίτου διάφορος των πραματείων ήτον εκεί Μαχ. 15613· (εδώ με άρθρο και ουσ. στον εν. = το μεγαλύτερο μέρος από): Κυρά μου, ... να ηξεύρει η αφεντιά σου, ότι η περίτου τζούρμαν των καραβίων εθελήσα να σας θανατώσουν Μαχ. 39628· (εδώ με β́ όρο σύγκρισης): περίτου παρά είκοσι ...| στον άδην έπεμπεν εχθρούς Παλαμήδ., Βοηβ. 607· αναμίκτησαν και εσυμπιάστησαν περίτου παρά γ́ χιλιάδες άνδρες καβαλλάρηδες Μαχ. 37227. Εκφρ. α) ή περίτου ή παρ(α)κάτω (βλ. και Χατζ., Διασπ. 521) = ή περισσότερο ή λιγότερο: Ώδε λαλεί το δίκαιον εκείνου οπού δανείζει το εδικόν του ετέρου ανθρώπου, και όταν του το ζητήσει, εκείνος απολογάταί του ή περίτου ή παρακάτω οπού του ζητά, και διά τούτο έρχεται εις την κρίσιν Ασσίζ. 5213· β) περίτου και περίτου (βλ. και Λουκά, Γλωσσάρ. 369) = όλο και περισσότερο: καθημερινόν περίτου και περίτου με βλέπουν και διαφεντεύγουν με να μεν έβγω αππώδε Μαχ. 3802.
πικραίνω,- Σπαν. A 361, Λόγ. παρηγ. O 81, 413, 595, Καλλίμ. 2279, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 605, Φλώρ. 1653 δις, Λίβ. P 351, 1317, 2564, Λίβ. Sc. 976, 2360, Λίβ. Esc. 600, 2057, Λίβ. N 1726, 3047, Ιμπ. 549, Χρον. Τόκκων 2942, 2986, Θησ. Γ́ [517], Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 132r, 197v, Πεντ. Γέν XLIX 23, Έξ. I 14, Αχέλ. 575, 1646, Χρον. σουλτ. 4916, 7718, 13010, Διγ. O 181, 1419, 2942, κ.π.α.· πρικαίνω, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 1575, Απόκοπ.2 257, Αχέλ. 780, Πανώρ. Ά 189, 367, Β́ 504, Έ 259, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 471, Β́ 294, Γ́ 187, Δ́ 365, Έ 273, Κατζ. Δ́ 406, Βοσκοπ.2 396, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 1963, Β́ 1751, 2298, Γ́ 1526, 1677, Δ́ 1229, Έ 940, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 289, 403, Στάθ. (Martini) Ά 27, Β́ 65, Φορτουν. (Vinc.) Β́ 249, Γ́ ́278, Δ́ 83, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 110, Τζάνε, Κρ. πόλ. 17319, 25619, 30424, 4285, 49012, 56514, κ.π.α.· μτχ. παρκ. πικραμμένος, Μαχ. 4631, 2645, 43631, 49030, 64625, 64627, 65028, Γεωργηλ., Θαν. 55, 188, 391, Θρ. Κύπρ. M 712, Κυπρ. ερωτ. 201, 1163,1319, 1408, 1547· πρικιαμένος, Πανώρ. Á 4 κριτ. υπ., 352 κριτ. υπ., Β́ 418 κριτ. υπ., Γ́ 583 κριτ. υπ., Έ 243 κριτ. υπ., Γύπ. Πρόλ. Διός 83, Κατζ. Ά 34, Β́ 141, Ιντ. κρ. θεάτρ. B́ 1, Δ́ 175, Πιστ. βοσκ. III 6,348, 8,11, 8,28, IV 3,53, 3,149, V 5,398, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) 1756 κριτ. υπ., Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [540], [661].
Το αρχ. πικραίνω. Ο τ. με μετάθεση συμφώνου στο Βλάχ. και σήμ. ιδιωμ. (Ξανθιν., Λεξ. δυτικοκρ. ιδιώμ., Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ. (λ. πρικαίνομαι), Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ., Μιχαηλ.-Νουάρ., Λεξ.). Η λ. και σήμ.
I. Ενεργ. Ά Μτβ. 1) Καθιστώ κ. πικρό (στη γεύση): Ελλίγη χολή πολομά να πικράνει πολλύν μέλιν, ίτσου έναν μικρόν βίτσιον πολομά να ποντιστούν πολλές βιρτούς Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 152. 2) (Μεταφ.) α) θλίβω, στενοχωρώ κάπ.: απόδος ημίν την αδελφήν, ώσπερ ημίν υπέσχου,| και μην πικράνεις τας ψυχάς , καθώς ημίν υπέσχου Διγ. Z 372· Ήξευρε, πατέρα, ότι πολλά με επρίκανες, ωσάν ήκουσα να γυρεύγεις της νύφης σου νοίκια και να τηνε πρικάνεις Γράμμα κρ. διαλ. 7· β) προκαλώ οδύνη, βάσανα, πόνο σε κάπ.· βασανίζω, ταλαιπωρώ: Εύξου με τόν ηθέλησεν η τύχη να πικράνει| την όρθωσιν, το δύσφορον ν’ ανάβω της οδύνης Λόγ. παρηγ. O 423· Ειπέ ότι τον επίκρανες αφότου εγεννήθη,| τον έποικες ως δυστυχήν κι εγέμισές τον πόνους Λόγ. παρηγ. O 586. Β́ Αμτβ. 1) Αποκτώ πικρή γεύση, γίνομαι πικρός, πικρίζω· (σε μεταφ.): ο πόθος| γλυκιά ...έχει ρίζα, μα πρικαίνει| πολλά το πωρικόν τση Πιστ. βοσκ. II 1, 80. 2) (Μεταφ., προκ. για πρόσωπο) θλίβομαι, πικραίνομαι: ο Ιμπέριος τον λόγον του πατρός του| καλά τον αποδέκτηκεν, μα πίκρανεν ατός του·| εσέβηκεν στην κάμεραν και μοναχός καθίζει,| παραπονάται μέσα του, κλαίει κι αναδακρύζει Ιμπ. (Legr.) 170. II. Μέσ. 1) α) Θλίβομαι, στενοχωρούμαι, λυπούμαι: Λόγ. παρηγ. O 277, Καλλίμ. 2279· δεν εδυνήθηκε (ενν. ο γάδαρος) να σηκωθεί απέκει,| έξω να βγει ακ το νερό και να υπά παρέκει·| έκλαιεν, επικραίνουντον πὂπαθε τέτοιον πράγμα Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1135· Μηδέν πρικαίνεστε λοιπό, μ’ από καρδιάς χαρείτε,| γιατί το τέλος σήμερο του κόπου σας θωρείτε Πανώρ. Δ́ 359· Θλίβομαι και πρικαίνομαι πως χάνω το παιδί μου ... Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 615· (με αιτ. της αιτίας, βλ. Κριαρ., ΕΜΑ 1, 1939, 34): Μάθε τά πικραίνομαι, γνώρισε τά λυπούμαι Λίβ. P 1494· Επήγασιν οι φρόνιμοι, του βασιλιού τα λέσι| όλοι το επρικαθήκασι και μετ’ εκείνον κλαίσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ 366· β) θρηνώ, «πενθώ»: Επικράνθη τριάντα ημέρες ο Τάρειος, οπού ουδέν εξέβηκεν έξω Διήγ. Αλ. E (Lolos) 25719· Ώχου, τώρα πρέπει να κλαύσομε, πρέπει να πικραθούμε.|Ώχου, κακό απού μας ηύρισκε κι αδέξιο που μας ήρτε Εβρ. ελεγ. 166. 2) Ανησυχώ, φοβάμαι για κ.: Ταύτα οπού έγιναν εκεί απάνω, τα εμάθαμεν εμείς ύστερα και πολλά επικραινούμασταν, μην τύχει και καμίαν φοράν εις εμάς Διήγ. πανωφ. 60· Εκάθουντον και έκλαιε (ενν. ένας ξυλοκόπος) και πικραμένος ήτον,| μήνα ελθεί τότ’ ο Ερμής και δει και λυπηθεί τον| και δώσει τον τσικούρια, σαν έδωκε τον άλλον Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 4323. 3) Θυμώνω, οργίζομαι: Ως γαρ είδεν Έκτωρ τούτον (παραλ. 2 στ.) και κατά μικρόν γαρ πίπτων| τον Πολύδωρον εκείνον,| επικράνθηκεν γαρ λίαν| κι εναντίον Αχιλλέως| ως πυρός φλόγαν ομοίως| εις τον Αχιλλέαν τρέχει| κατασείοντα το δόρυ Ερμον. Υ 166· του λέγει: «Αυθέντη, από τους καλεσμένους φιλοσόφους τινάς δεν ήλθεν, μόνον ένας ετούτος». Και ο Ξάνθος επικράνθην πολλά θαρρώντας πως τον εγέλασαν Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Γ́ 793· πηγαίνοντα είδεν τον η ρήγαινα και επικράνθην και είπεν του: «Eίντα θέλει τώρα ώδε;» Μαχ. 5805. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = 1) Θλιμμένος, στενοχωρημένος: ο Γύπαρης απού ποτέ δεν ήτο πρικαμένος,| μα πάντα του χαιράμενος και καλοκαρδισμένος Πανώρ. Ά 51· Εμίσεψε ο Ρωτόκριτος κι η Αρετή ανεβαίνει| στην κάμερά τση κι ηύρηκε τη νένα πρικαμένη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 632· Εις λίμνην δύο βαθρακοί ήσαν κατοικισμένοι,| κι η λίμνη εξηράθηκε, και ήταν πικραμένοι Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 192. 2) Που έχει περάσει/περνάει βάσανα, θλίψεις, συμφορές· δυστυχισμένος, βασανισμένος: και το ταχύ εσηκώνετο κι ήρχετο με την ώρα| πολλή βοήθειαν ήδωκε στην πρικαμένη χώρα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 946· Κι ώρες με «ναι» δροσίζει με κι ώρες με τ’ «όχι» πάλι·| τση πρικαμένης μου καρδιάς δίδει φωτιά μεγάλη Πανώρ. Γ́ 436· γή δώσ’ μου σκιας το θάνατο τον πολυζητημένο| να λείψου οι πόνοι εκ το κορμί τούτο το πρικαμένο Πανώρ. Ά 352. 3) Που φέρνει θλίψη, πόνο, βάσανα, θλιβερός: Ήγραφεν ο Πολύδωρος μαντάτα πρικαμένα, πού βρίσκετον η Αρετή με την καημένη νένα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 801· Παιδάκι μου, και να θωρείς όνειρο πρικαμένο,| για κείνο κείτεσαι κλιτό και παραπονεμένο; Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 417· (με ουσ. που δηλώνουν χρόνο): Έναν Σαββάτον δύσκολον και πικραμμένην ώραν| βουλήθην κεινός ο παχιάς να βγεί να πα στην χώραν Θρ. Κύπρ. M 198· όντε ξάφνου μού το ’φέρα (ενν. το πολύ πρικύ μαντάτο) (παραλ. 1 στ.) μιαν πικραμένη Παρασκή,|δυστυχισμένη Κυριακή Αγν., Ποιήμ. Ά 69· κι εις καιρόν αναστάσεως, ημέρα πικραμένην, (παραλ. 2 στ.), τα βάθη θέλουν ταραχθεί, τα μνήματα ανοίξει Ρίμ. θαν. 57. 4) Δεινός, επώδυνος: βασιλέα δε ντρέπεται (ενν. ο θάνατος), πτωχόν δεν τον γυρίζει· |θανάτου το ποτήριον πολλά ’ναι πρικαμένο Αλεξ.2 1373· κι εκείνος (ενν. ο έρωτας) μ’ αποφάσισε θάνατο πρικαμένο Πανώρ. Ά 115. 5) (Επιτ., προκ. για μεγάλη στενοχώρια, λύπη, θρήνο): Αφησ’ αυτά τα δάκρυα σ’ εμένανε Καρτίνο,| στο αίμα μου να κάμω εγώ τον πικραμένο θρήνο Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ [892]· έτσι δίχως ελπίδα η καημένη,| συντροφιασμένη μόνο από μια δόλιαν και πικραμένην λύπην, οπού σε μένα| όφελος δε χαρίζει; Πιστ. βοσκ. IV 5, 195· (στον πληθ. στην) έκφρ. δάκρυα πικραμένα· πβ. φρ. πικρά δάκρυα, βλ. πικρός 3β: Παρηγορήσου και μη κλαις δάκρυα πικραμένα Συναξ. γυν. (Spadaro) 396· Είν κι άλλοι που ’χουσι ζωήν με δάκρυα πικραμένα,| και μ’ αναστεναγμούς πολλούς, Μυρτίνε, σαν κι έσενα Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [519]. Το αρσ. της μτχ. παρκ. ως ουσ. = ταλαίπωρος, δύστυχος, κακόμοιρος: Τώρα στη φυλακή καδενωμένος,| θάνατο εκ το θυμό τού βασιλιά μας| σκληρότατο ανιμένει ο πρικαμένος Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 755· Έτσι με δίχως οφθαλμούς να ’χα γενεί ο καημένος| και μήτε να ’χα γεννηθεί στον κόσμ’ ο πικραμένος Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [1222]· Οϊμένα, αποθαμένη| βρίσκομαι η πικραμένη Πιστ. βοσκ. II 7, 2.
πισσώνω,- Διήγ. σεβαστ. Θωμά 340, Απολλών. (Κεχ.) 394, 459, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2510, 2555, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 261, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 9, Κρασοπ. (Eideneier) I 167.
Το μτγν. πισσόω (απ. και σε επιγρ.). Το μέσ. ήδη αρχ. Η λ. στο Βλάχ. και σήμ.
I. (Ενεργ.) αλείφω κ. με πίσσα ώστε να γίνει· α) (προκ. για θήκη, κασέλα, κιβώτιο, κ.τ.ό., όπου (προ)φυλάσσεται κάπ. ή κ.) στεγανό και αδιάβροχο: Τότες την εσφαλίσασι (ενν. την κασέλα) ...| ... και λίγο με στουπί την εκαλαφατίσαν| και, για να μηνε βρέχεται, εισμίον την επισσώσαν, (παραλ. 2 στ.) και τότες τηνε πιάνουσιν, εις τον γιαλόν τη ρίκτου Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 941· είπεν ο Θεός του Νόαχ ... κάμε εσέν κιβωτό ξύλα αδρινά (έκδ. ξυλά αδρυνά) ... και να πισσώσεις αυτό απομέσα και από όξω με τη πίσσα Πεντ. Γέν. VI 14· ο Άβραμ ... κάνει έναν αρκλόπουλον και πισσώνει το καλά και βάνει το παιδίον τον Μωυσήν μέσα και υπαγαίνει και ρίχνει το εις τον ποταμόν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 154v· Το δε άλλον βαλάντιον εκέλευσεν (ενν. ο βασιλεύς) ενδύσαι| δέρμα αμνών μετά τριχών και άνωθεν πισσωμένον·| άσχημον γαρ ετύγχανεν, μη χρῄζον δηναρίου,| έσωθεν δε εγέμωσεν άμπαρ, μόσχου και νάρδου Διήγ. σεβαστ. Θωμά 331· β) (προκ. για φρούτο) ανθεκτικό στη διάβρωση: Τα δε απίδια, όταν θέλεις να τα φυλάξεις καιρόν πολύν, ... πίσσωσε τους πάτους και τα ραβδία τους, κρέμασέ τα ... και φυλάγονται Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 153. II. (Μέσ.) λερώνομαι με κ., πασσαλείφομαι: βλέποντάς τον (ενν. η Μαρκόλφα τον Μπερτολδίνο) έτσι πισσωμένον αποπίσω από τους κρόκους των αβγών, τα οποία εκείνος είχεν τσακίσει με τα κωλόμερά του εις το καλάθιον, όλη κακιωμένη άρχισεν να λέγει ... Μπερτολδίνος 128.
πλάγιον- το, Ελλην. νόμ. 56413, Διγ. (Trapp) Gr. 2842, 3197, Διγ. Z 3391, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1451, Metrol.2 5310, 11, 14, 32, Δούκ. 33917, Έκθ. χρον. 7412, 7931, Διγ. Άνδρ. 38828· πλάγι, Χρον. Μορ. P 6209, Ερωτοπ. 265, 409, Τζαμπλάκ. (Λαμπ.) 19, Χρον. Τόκκων 1766, 2835, Θησ. Πρόλ. (Κακλ.) 8, Ch. pop. 306, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 434, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) Ε 1197, Κορων., Μπούας 80 δις, 122, Βεντράμ., Φιλ. 82, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΙΒ́ [148], Πεντ. Έξ. XXX 4, XXVI 13, 20, 27, XXXVII 3, 5, Λευιτ. I 11, Αρ. III 35, XXXIII 55, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 960, Αχέλ. 1358, 1806, Χρον. σουλτ. 7222, 32, προσθ. 60217, Αρσ., Κόπ. διατρ. [134], [351], Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2640, 3914, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 410, Παλαμήδ., Βοηβ. 1331, Σταυριν. 929, Ιστ. Βλαχ. 17, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 1420, Β́ 671, 1240, Γ́ 387, Δ́ 1707, Έ 649, Στάθ. (Martini) Γ́ 24, Ροδολ. (Αποσκ.) Ά 360, 668, Έ 146, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 716 ρνθ́ 2, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [114], Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 566, Διγ. O 2751, Διακρούσ. 8311, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 56024, κ.α.· πλάγι(ν), Αχιλλ. (Smith) N 839, Αχέλ. 1713, Βεν. 30, Παλαμήδ., Βοηβ. 275· πλάγιν, Προδρ. (Eideneier) IV 221, Λίβ. P 34, 130, Λίβ. Esc. 21, 3056, Ιμπ. (Legr.) 368, Χούμνου, Κοσμογ. 689, Νεκρ. βασιλ. 12, 18, 19, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 40, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 1197, Αχέλ. 2404, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 461, Διγ. Άνδρ. 32913· πλάγι(ον), Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 902, Χρον. Μορ. H 5051, 7039, Χρον. Μορ. P 5051, 7039, Ιστ. πατρ. 9810, Hagia Sophia ω 5276, ν 5563, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 160· πλάι, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2762, Πανώρ. Β́ 26, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 17917· πλάιν, Φορτουν. (Vinc.) Β́ 184· πληθ. πλάγη, Κυπρ. ερωτ. 12540.
Το αρχ. ουσ. πλάγιον (L‑S, λ. πλάγιος). Ο τ. πλάγι στο Βλάχ., σε έγγρ. του 11. (Act. Xér. 336, 37), 15. αι. (Act. Vat. I App. III53) και σήμ. Ο τ. πλάγιν στο TLG, σε έγγρ. του 11. (Act. Lavr. I 3543, Act. Vat. I 532), 12. αι. (Caracausi, LBG, λ. πλάγιος) και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Ο τ. πλάι και σήμ.· βλ. και LBG (λ. πλάγιος).
1) α) (Προκ. για κτίσμα ή αντικείμενο) πλευρική επιφάνεια, πλαϊνή πλευρά: Του παρόντος τόπου ευρέθη η κεφαλή έχουσα σχοινία δ́ και ο πους σχοινία δ́ ... Ομοίως ευρέθη το εν πλάγιον έχον σχοινία δ́ και το έτερον ομοίως σχοινία δ́ Metrol.2 5322· Τα δε πλάγια (ενν. του ναού) και τα έξω και τα πέριξ κατέστρωσε διά λευκών λίθων πολυτίμων μεγίστων Hagia Sophia α 45411· τον πάτον είδα (ενν. του Αγίου Μάρκου) κι έφριξα τα πλάγια πώς τα ’στέσαν| και το κουβουκλοσκέπαστον το πώς το κουβουκλώσαν Βεν. 36· (προκ. για καράβι): τα κύματ’ ήρχοντα ενάντιον του ανέμου (παραλ. 1 στ.). Κι ευθύς καθούριν έσωσε μετά βροχίν και χιόνιν (παραλ. 1 στ.)· τότε το ξύλον έπεσεν στ’ αριστερόν το πλάγι| κι εποίκεν κτύπον φοβερόν και, ως έδειξεν, ερράγην Απόκοπ.2 357· (εδώ για την Κιβωτό του Νώε): Και στένει ο Νώε κιβωτόν, αυτήν διά να κτίσει,| τριακόσες να ’ν’ το μάκρος της πήχες ... (παραλ. 2 στ.). Η πόρτα να ’ν’ στο πλάγιν της, τα ζα δια να βάλει Χούμνου, Κοσμογ. 445· β) (συν. στον πληθ.) πλαγιά βουνού: Κλεισούρες ήσαν δυνατές, στενώματα μεγάλα,| αμή ήσαν τόσα πεζικά, εγέμωσαν τα πλάγια Χρον. Τόκκων 2508· Και από κει εδιάβησαν εις την Θεσσαλίαν και ετεντώσανε εισέ ένα πλάγι βουνού Χρον. σουλτ. 4810· Οι άγγελοι ευρήκα τσι βοσκούς στα πλάγια κι εκοιμούντα| και του Θεού τη γέννηση αυτώνω εδηγούντα Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2110· φρ. πιάνω τα πλάγια = πιάνω τα βουνά για να σωθώ (Για τη σημασ. βλ. Ξανθ., Κρ. Χρ. 1, 1912, 536· πβ. και πιάνω Φρ. 9): Και μέσον οπού εδιάβαιναν αδιάβατον καλάμιν,| λεοντάριν είδαν δυνατόν τρώγοντα δαμαλίναν·| και τότε ωσάν το είδασιν οι αγούροι του νεοτέρου,| ομπρός οπίσω εστράφησαν και επίασαν τα πλάγια Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 516. 2) Το καθένα από τα δύο πλάγια μέρη του ανθρώπινου σώματος, πλευρά (η σημασ. ήδη στον Αριστοτέλη): Την μάχαιραν ακόνισε (ενν. ο Αβραάμ), στο πλάγιν του την βάνει,| τον Ισαάκ εκάλεσε ... Χούμνου, Κοσμογ. 1245· την ζωσιάν του πιάνει| και από το πλάγι του έβγαλε κλειδιά Πικατ. 280. 3) (Συν. εμπρόθ. σε επιρρ. χρ.) α) πλευρικά, πλάγια, από το/στο πλάι: Ήτον και λόφος εκ πλαγιού Χρον. Τόκκων 2325· είμαι δουλωμένος να μην κτίσω τίποτες έμπροσθέν σου ή από πλαγίου σου Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 716 ρνθ́ 4· (προκ. για στρατιωτική παράταξη): Παλαμήδ., Βοηβ. 275· (εδώ προκ. για τη διεύθυνση του ανέμου): άλλαξεν (ενν. ο άρχων του κακού) ευθύς τον πρώτον τους αέραν| κι εις άλλα μέρη τσ’ άμπωθεν νύκταν και την ημέραν,| στην άλλην δε τον άλλαξεν από το πλάγι πάλιν Αχέλ. 1278· β) δίπλα, κοντά· στο πλευρό μου (σου, του ...): Και εκεί εις το καμποήδονον λιβάδιν ...| θέλεις ιδείς παράξενον κάστρο της Δυστυχίας (παραλ. 2 στ.) και παρεκ’ εις το πλάγιν του άλλο να ίδεις κάστρο| της Ευτυχίας παράξενον κάλλιον περί εκείνο Λόγ. παρηγ. L 143· πάντα διδάσκω, παραινώ τα άλλα μου τα πουλία| να κάθονται εις πλάγι μου, μη τα ’βρει ο πετριτάρης Πουλολ. (Τσαβαρή)2 204· απέρασε (ενν. ένας αρνιγάδος) τα κάτεργα όλα από το πλάγι της στερέας Χρον. σουλτ. 817· Κι οι δυο μας εσυρθήκαμε, πλακώνοντας το βράδυ,| σ’ ένα παβιόνι μοναχοί κι εις ένα στρώμα ομάδι·| κι εκείνη ...| στο πλάγι μου έπεσε, γιαμιά στην αγκαλιά μου μπαίνει Ροδολ. (Αποσκ.) Ά 288· (για δήλ. τιμής ή αναγνώρισης σε κάπ.): Κι εκείνος (ενν. ο ρήγας) ...| ... εδιέβη εις τον Πάπα, (παραλ. 1 στ.). Κι ο Πάπας τον ευλόγησεν και τον σταυρόν του εποίκεν·| όρισεν και εθέσαν τον στο αριστερό του πλάγι,| του αγίου σταυρού την τύπωσιν να την βαστά μετ’ αύτον Χρον. Μορ. P 6209· Και ως με ’δε, με πολλή χαρά στο πλάιν του έβαλέ με,| κι απάνω στα φουσσάτα του να ’ρίζω επόθεκέ με Φορτουν. (Vinc.) Β́ 45· γ) (προκ. για πόλη ή χωριό) στα περίχωρα: ίσια (ενν. ο Μιχαήλ) τον δρόμον πάγει| ώστε που ’λθεν εκεί σιμά εις της χώρας το πλάγι Παλαμήδ., Βοηβ. 552· Ωσάν αυτόν επόγραψεν, ’σηκώστηκεν να πάγει| απάνω εις τα Λεύκαρα κι εις των χωριών τα πλάγη Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 318· δ) (ιατρ., προκ. για τομή) πλάγια, εγκάρσια: έπρεπε (ενν. ο ιατρός) να κόψει την πληγήν, ή να ανοίξει το αβγάσιμον, ή το απόσταμαν του μάκρου, και εκείνος έκοψέν το εκ πλαγίου, τό λέγεται τραβέρσο Ασσίζ. 17714. 4) (Σε μεταφ., προκ. για τον τροχό της τύχης και την αρνητική μεταβολή της· για τη σημασ. βλ. Bakk.-v. Gem. [Ριμ. Βελ. ρ σ. 285]): ο τροχός γυρίζει,| πότε μεν άνω φέρεται, πότε δε κάτω υπάγει,| πότε δε εκ της καταφθοράς γυρίζει και εις το πλάγι Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 236. 5) (Νομ., έναρθρ. σε εμπρόθ. προσδ. με την πρόθ. εκ, στη θέση του επιθ. πλάγιος) οι συγγενείς από την πλευρά του πατέρα και της μητέρας: εάν θέλεις να ερευνήσεις τους βαθμούς ... τότε έρχου εις το εκ πλαγίου πρόσωπον, ήγουν τους θείους ... και ούτως απόδος την κληρονομίαν Ελλην. νόμ. 56522· η εξ αίματος συγγένεια χωρίζεται εις τρία: εις ανιόντας, εις κατιόντας και εις τους εκ πλαγίου Μαλαξός, Νομοκ. 292. Εκφρ. από το ένα πλάγι ... από την άλλην την μεράν ή σε ένα σε άλλο πλάι ή στο ένα κι άλλο πλάγι = από τη μια και από την άλλη (πβ. και Επιτομή, μερέα (I) Εκφρ. 9): συντρίβει και χαλάει| Τούρκους σε ένα σε άλλο πλάι Τριβ., Ταγιαπ. 222· Πρώτα Ρεσβάνης έφθασεν με το δικόν τ’ αλλάγι,| και το γεφύρι έπιασε από το ένα πλάγι,| και από την άλλην την μεράν έρχετον του Μιχάλη| και του ρηγός η στρατιά Σταυριν. 366· Κι ωσάν παρθένες βάνω τες στο ένα κι άλλο πλάγι| σαγίτες να ’τοιμάζουσι να βρίσκουνται κοπάγι Γεωργίου ρήτορος, Στίχ. ά 71. Φρ. 1) α) Ακ(ο)λουθώ στο πλάγι κάπ. = συντροφεύω κάπ.· (σε προσωποπ.): Χριστιανοί, .. (παραλ. 3 στ.) ... η στράτα σας σπλάχνος και καλοσύνη,| αγάπη και πολύ καλό, χαρά κι ελεημοσύνη| για να ακλουθά στο πλάγι σας, κι η πρίκα να γυρίσει Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 5591· β) είμαι στο πλάι κάπ. = (συμ)παραστέκομαι, βοηθώ κάπ.: Είς καπετάνιος ήτονε, Πασκή τον ονομάζα, (παραλ. 4 στ.) κι ήτον εκεί στο πλάι του δύο καλοί σολντάδοι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 31022. 2) Πέφτω στα πλάγια κάπ. = συμπαρατάσσομαι με κάπ.: ’γροικήθην εις όλον τον κόσμον τα καλά έργα του ρε Πιέρ, επεθυμήσαν να ππέσουν εις τα πλάγια του Μαχ. 9836. 3) Στέκομαι εις το/στο πλάγι κάπ. = α) προσφέρω την υποστήριξή μου, συντάσσομαι με κάπ.: Και οι Λεβαντίνοι σύντομα όλοι εμαζωχθήκαν,| μ’ άλογα μπάλια και γριβιά στο πλάγι του σταθήκαν (παραλ. 2 στ.). Κι ένα λόγον του είπασιν ...| Αφέντη κόντο ήξευρε, ...,| διά σένα να πεθάνομεν, διά σένα να θανούμεν Κορων., Μπούας 10· β) στέκομαι απέναντι σε κάπ. ως άξιος αντίπαλος, τολμώ να αντιμετωπίσω κάπ.: ουκ ηύρηκα τινάν να με παραπονέσει,| και να σταθεί εις το πλάγι μου και εμπλήσει με ραβδέας Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1192. Η λ. ως επίρρ. = α) πλάγια, στο πλάι· (εδώ) στο πλευρό: υφάπλωμα σωληνωτόν με τας χρυσάς νεράδας| και κείται απάνω ο Διγενής πλάγιον ακουμπισμένος Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1686· β) δίπλα: να κάμεις αμπάρες ξύλα εδρινά πέντε εις τα σανίδια, πλάγι του μισκαν το ένα Πεντ. Έξ. XXVI 26.
πλάστης- ο, Γλυκά, Στ. 506, Χρον. Μορ. P 99, Μαχ. 6423, Νεκρ. βασιλ. 134, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 355, 857, 1074 κ.π.α., Συναξ. γυν. 62, 77, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 1871, Κορων., Μπούας 23, 147, Πένθ. θαν.2 432, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1856, Σταυριν. 1312, Εις Θεοτ. 33· πλάσθης, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 3047, Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 382, Ντελλαπ., Λόγ. παρακλ. 10.
Το αρχ. ουσ. πλάστης. Για τον τ. βλ. Μανούσακας [Ντελλαπ., Ερωτήμ. σ. 143]. Η λ. και σήμ.
1) Δημιουργός: Λόγια μετά δακρύων ο μέγας Αχιλλεύς| εις τον φρικτόν τον Έρωταν και πλάστην της αγάπης Αχιλλ. (Smith) N 907. 2) Ο Θεός, ως δημιουργός του κόσμου και του ανθρώπου: Ακούγοντας η δολιερή η Εύα του δαιμόνου,| εβγήκε εκ τον ορισμό του Πλάστη και του νόμου Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1111· Ω Κύριε, Πλάστη τ’ ουρανού, Θεέ, της γης ο Κτίστης,| ελεημοσύνην προς αυτήν την σάρκα τήν εχρίστης! Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 295· φρ. λαμβάνω τον Πλάστην μου = κοινωνώ, μεταλαβαίνω: ετελεύτην αξηγόρευτος και χωρίς να λάβει τον Πλάστην του εις τον θάνατόν του Ασσίζ. 44010-11.
πλέα (I),- επίρρ., Σταφ., Ιατροσ. 15412, Φλώρ. 896, Σαχλ., Αφήγ. 465, Χρον. Τόκκων 1445, Φαλιέρ., Θρ. (Bakk.-v. Gem.) 313, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 245, Θησ. Γ́ [328], Ριμ. κόρ. 765, Σκλέντζα, Ποιήμ. 153, Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 21, Βεντράμ., Γυν. 118, 238, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 82r, 115v, Πορτολ. A 82, Αχέλ. 238, 1352, Πηγά, Χρυσοπ. 153 (13), 303 (3), 305 (1), Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 393, Πανώρ. Γ́ 142, 358, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 596, Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ́ 37, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 218, 8514, Σταυριν. 1116, Ιστ. Βλαχ. 96, 540, 682, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 3818, 4410, Λίμπον. 40, Προσκυν. Κουτλ. 390 14833, Ροδινός (Βαλ.) 136, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 51, κ.π.α.· πια, Κυπρ. ερωτ. 718 (ή ως επίθ.), 8710, 10013 (ή ως επίθ.), 10219, 1082, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) 655, 9034· πιλιά, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [173]· πλεά (/πλεα), Σαχλ., Αφήγ. 642, Αχιλλ. L 212, Γεωργηλ., Θαν. 98, Βυζ. Ιλιάδ. 373, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 12326, Σταυριν. 397, Διαθ. 17. αι. 9195· πλεία (ή γρ. πλία), Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) ΕΝ 169, Ε 353, ΑΕ 380 κ.α., Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 65, Παλαμήδ., Βοηβ. 296, Σταυριν. 1158, Θρ. Μιχ. 154· πλια, Φαλιέρ., Ιστ.2 147, 698, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 271, Φαλιέρ., Ενύπν.2 24, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 146, 147, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 5163, 5164, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 353, Πεντ. Γέν. IX 11, Πανώρ. Ά 121 δις, Β́ 7, Γ́ 150, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 248, 341, Β́ 68, Γ́ 188, Έ 41, Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ́ 39, Φαλλίδ. (Παναγ.) 171, Βοσκοπ.2 352, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 229, Β́ 365, 688, Γ́ 1210 τρις, Έ 36, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 114, 169, 274, 361, 650, 711, Στάθ. (Martini) Β́ 291, Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 28 δις, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [512], Έ [1357], Λίμπον. 259, Φορτουν. (Vinc.) Β́ 358, Γ́ 442, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 50, Β́ 36, Διγ. O 2244, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 26010, κ.π.α.· πλιαν, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 2130· πλιας, Πιστ. βοσκ. ΙΙΙ 4, 60.
Από πληθ. πλέα (του πλέον)· βλ. και Ανδρ., Λεξ., λ. πλια. Ο τ. πια και σήμ. Ο τ. πλεα σήμ. ιδιωμ. (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ.2 Δ́ 540). Ο τ. πλεία στο Somav. (λ. πλεια) και σήμ. ιδιωμ. (Κωστ., Λεξ. τσακων., λ. πλέα). Ο τ. πλια στο Βλάχ. (πλεια, λ. πλέα) και σήμ. ιδιωμ. (Ξανθιν., Λεξ. δυτικοκρ. ιδιώμ., (μ)πλια, όπου και τ. μπλια, Δημητρίου, Λεξ. Σάμ., Πασχαλούδης, Τερπν. Νιγριτ., κ.α.) και κοιν. λαϊκ. (Κριαρ., Λεξ., λ. πια, βλ. και Μπαμπιν., Λεξ., πια). Η λ. στον Κατσαΐτ., Ιφ. Ά 198, Β́ 294, στο Βλάχ. και σήμ. ιδιωμ. (Μπόγκα, Γλωσσ. Ηπείρου Β́ 91, Κωστ., Λεξ. τσακων., Κόμης, Κυθηρ. Λεξ.).
1) α) Περισσότερο, πιο πολύ: σ’ έκαμεν (ενν. ο Θεός) εις όλους βασιλέα,| και χρεωστείς απ’ ολουνούς να τον φοβάσαι πλέα Ιστ. Βλαχ. 1386· Μοιάζ’ η Αρετούσα τ’ άρρωστου οπού πολλά τον κρίνει| κάηλα βαρά κι όλο διψά, πάντα ζητά να πίνει| κι όσο του δίδουν το νερό, πλια καίγεται και βράζει| και πλια πληθαίνει η δίψα του και πλια τονε πειράζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 3, 4· με τση τιμής περιντυμένη (ενν. η Περηφανειά)| τ’ όνομα, πορπατεί και βασανίζει| πλια από θανατικό την οικουμένη Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 508· Χωρίς γαρ φρόνησιν η δύναμις πλέα βλάβει παρ’ ωφελεί Βασιλ. Κεφάλ. Παραιν. 112· να λευτερωθώ τέλεια ’πό κείνον| απού μ’ έκαψεν πια παρά κανέναν Κυπρ. ερωτ. 1411· β) παραπάνω, επιπλέον: όλα τα άρμενα από δεκατεσσάρων οργίων και απάνω, θέλει να έναι το φίλον των μακρύν ωσάν το αντενάλι και πλεία δύο ποδάρια Καραβ. 50211· γ) (εδώ προκ. για χρον. διάστημα· πβ. 3α): πέμπ’ ευθύς μαντάτα (ενν. ο Μιχάλης) (παραλ. 1 στ.) της ώρας που ’δούν την γραφήν να μην καρτερούν πλεία,| μόνον για να κινήσουσιν γοργά σ’ αυτόν να φτάσουν Παλαμήδ., Βοηβ. 932. 2) α) (Για το σχηματ. του συγκρ. βαθμού επιθ., μτχ. επιθ., επιρρ. ή (με το άρθρο) του υπερθ. βαθμού) πιο, περισσότερο: πια ’φκολον έν’ η θάλασσα να πήξει| παρά ’πού μέναν το λαμπρόν να λείψει Κυπρ. ερωτ. 357· Δεν βολεί, λέγει, να ευρεθεί πράγμα πλέα γλυκύ, πλέα θείον και πλια σεμνόν από την πατρίδα Ροδινός (Βαλ.) 159· βρέθησαν πάντες οι φονεμένοι| δύο χιλιάδες μετρητοί κι οι πλέα προκομμένοι Αχέλ. 717· Πια γλήγορα στη γη να ζήσει ψάρι| κι ο Έρωτας να χάσει το δοξάρι| κι η νύκτα δίχως άστρα και δροσούλα| παρά ν’ αφήσω τέτοια βοσκοπούλα Βοσκοπ.2 293· Χωρίς δε του βαπτίσματος, αν ήτον ο πλέα ευσεβής, δεν ημπορεί να λάβει της μακαρίας εκείνης ελπίδος τα αγαθά Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 5322· (ακολουθούμενο από τον αδύνατο τ. της προσωπ. αντων.): μαθών πως ο άνω ειρημένος παιδαγωγός είναι από όλους ο πλέα του ηγαπημένος, τον κράζει ξεχωριστά και λέγει του ... Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 4736· β) (με το συγκρ. βαθμό επιθ., επιρρ.· συν. με το άρθρο ως υπερθ.): Ποιος άλλος έχει ωσάν εσέ στρατιώτες αντρειωμένους (παραλ. 1 στ.); Ο πλια μικρότερος σ’ αυτούς ’ξάζει τον πλια μεγάλο,| ’ξάζει τον πλια καλύτερον απ’ το φουσσάτο τ’ άλλο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 1455, 1456· με τον πλέα ευκολότερον μόδον τον κάνομεν πάλι τον υιόν σου να επιστρέψει απού την διδασκαλίαν εκεινού του πλάνου Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 8517· ημείς οι παραβάται των θείων εντολών είμεστεν οι πλέα δυστυχέστεροι και ταλαίπωροι άνθρωποι του κόσμου Δαμασκ. Στουδ., Διάλ. 452· τα πλούτη εις τους νέους πλια γρηγορύτερα είναι υπηρέτης των ηδονών παρά της αρετής Πηγά, Χρυσοπ. 305 (1)· γ) (με ουσ.· εδώ ισοδυναμεί με το «καλύτερος», «ικανότερος», «μεγαλύτερος», βλ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β́ 231· βλ. και πλέα (II), πλέον (II) 1β): Θέλεις να δεις στον ζαριστήν έναν καλόν σημάδιν; Οπὄναι πλέα μάστορας, έναιν και πλεά ρημάδιν Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 169. 3) α) Πια, στο εξής, από εδώ κι εμπρός: τρέχαν και πιλαλούσι,| και πλέα δεν ακαρτερούν σ’ εμάς ν’ αντισταθούσι Αλεξ.2 1650· στην Πόλιν έδραμαν, στον μέγα βασιλέα,| διά να ’χουσι το σκέπος του, να μην φοβούνται πλέα Κορων., Μπούας 6· να μη κραχτεί πλια το όνομά σου Αβράμ και να είναι το όνομά σου Αβραάμ, ότι πατέρα μάζωμα εθνών έδωκά σε Πεντ. Γέν. XVII 5· (με τον αδύνατο τ. της προσωπ. αντων. ενδεχομ. για έμφαση ή/και δήλωση προσωπικής συμμετοχής): η Κορίσκη πονηρή, δεν με θωρεί πιλιά της| τόσ’ αχαμνόν κι αδύναμον αγαφτικόν κοντά της Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [1286]· Πόθε σκληρέ, άπον’ έρωτα, κι είντα ανιμένω πλια μου,| λειψός εκ την αγάπη μου, γδυμνός εκ τη φιλιά μου; Ροδολ. (Αποσκ.) Έ 525· (κυρίως για να υποδηλώσει κ. οριστικό και τελεσίδικο): Ήπρεπέ σου πρωτύτερα αυτά δα να λογιάζεις,| μα τώρα δεν είν’ πλια καιρός αυτά να λογαριάζεις Αλφ. 1126· β) επιτέλους: Τριπλόν πάθος σε τούτα που διαβάζω| αν έχω θάρρος θέλω να παθιάσω·| και αν έν’ και πια να βγω ’χ τα πάθη ολπίζω,| όμως πλάσιν για σεν δεν απολπίζω Κυπρ. ερωτ. 707· Πιάσ’ την κακόμοιρε δειλέ, τι ακαρτερείς πιλιά σου,| λογιάζεις νά ’ρθει μοναχή, νά μπει στην αγκαλιά σου; Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [173]. 4) Πρωτύτερα, πιο μπροστά: εκείνο που δεν ήξευρα μηδ’ άκουσά το πλέα,| πως είναι του Θρασύμαχου παιδί του βασιλέα,| μου ’πε, το ποιο πρωτύτερας αν ήθελα γροικήσει,| τόσα περίσσα και πολλά δεν ήθελα μανίσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 347. Εκφρ. 1) Το πλέα = το περισσότερο, το πολύ πολύ: Τα εξάρτια ενός καταρτίου οργίες δεκάξι ήμισυ, το πλέα έως δεκαπτά Καραβ. 49910. 2) α) Πλια (...) παρ’ άλλη/ο (πβ. πλέα (ΙΙ), Έκφρ. 1) = περισσότερο από κάθε άλλη/ο ή πιο ... (= συγκρ.) από κάθε άλλη/ο: τούτο με παρηγορά στον κόσμο πλια παρ’ άλλο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ 180· σ’ αγαπά εσένα πλια παρ’ άλλη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 930· έδειξε τούτη η φορεσά όμορφη πλια παρ’ άλλη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 510· β) πλια παρά φοράν άλλη / πλια παρά ποτέ = περισσότερο από κάθε άλλη φορά: απόψε πλια παρά φοράν άλλη είχε με σηκώσει| το πρικαμένον όνειρο που είδα πριν ξημερώσει Ροδολ. (Αποσκ.) Ά 535· τώρα πλια παρά ποτέ λέγω και τω δυονώ σας,| τούτους τσι δυο να πάρετε, στην ψη μου, για καλλιό σας Πανώρ. Δ́ 75. 3) α) Όσο (πλια) ... πλια τόσο/((ε)τόσο(ν)) πλια ή πλέο(ν) = όσο (περισσότερο) ... τόσο περισσότερο: όσο τση φεύγει τση φωτιάς πλια τόσο τση σιμώνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 487· Όσο πλια λες κι είναι βαρύ ετούτο το μαντάτο,| ετόσο πλια τα λογικά μού βάνεις άνω κάτω| κι ετόσο πλια αυτή η καρδιά με ξεκινά και θέλει| να μάθω τι ’ναι το βαρύ κακόν οπού μας μέλλει Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 149‑51· απ’ άθρωπο σταλαρισμό μηδεποσώς δεν έχει,| αμ’ όσο πλια ’μποδίζεται, πλια θυμωμένος τρέχει Πανώρ. Γ́ 404· όσο πλια το νικημένο αξίζει,| τόσον ο νικητής πλέο τιμάται Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. γ́ [89]· β) όσο ... τόσο και πλια = όσο ... τόσο και περισσότερο: όσο και δυναμώνουσι, τόσο και πλια δριμώνου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 1795· γ) όσο πλια ... τόσο και πλιότερα = όσο περισσότερο ... τόσο και περισσότερο: όσο πλια η Μοίρα στα ψηλά τον άθρωπο καθίζει,| τόσο και πλιότερα πονεί, όντε τονε γκρεμνίζει Ερωτόκρ. Δ́ 609. — Βλ. και πλέα (II), πλέον (I), (II), πλέος.
πλέον (I),- επίρρ., Σπαν. A 233, Καλλίμ. 554, Διγ. Z 1895 (βλ. και κριτ. υπ.), Διγ. Esc. 894, 960, 1385, 1668, Χρον. Μορ. H 5033, Χρον. Μορ. P 611, 4062, 6746, 7350, 9037, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 538, Φλώρ. 1415, Ερωτοπ. 285, 600, Αχιλλ. (Smith) N 89, Αχιλλ. (Smith) O 176, 505, 737, Ιμπ. 757, 857, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 160, Ανακάλ. 118, Σφρ., Χρον. (Maisano) 14423, Θησ. Πρόλ. (Κακλ.) 89, 117, 152, Γεωργηλ., Θαν. 141, Απόκοπ.2 283, Ιμπ. (Legr.) 707, Hagia Sophia ω 518, Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 12128, Κορων., Μπούας 59, Περί γέρ. (Δαν.) 58, Πτωχολ. α 66, Σταυριν. 1122, Ιστ. Βλαχ. 1287, Σουμμ., Ρεμπελ. 159, Διγ. Άνδρ. 32120, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 70r, Διήγ. πανωφ. 57, Μπερτόλδος 39, κ.π.α.· μπλιο, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 339, Διαθ. 17. αι. 10103, Πανώρ. Ά 116, Β́́ 230, 382, Γ́ 146, 356, 383, 413, Δ́ 60, 96, 121, Έ 174, 278, Στάθ. (Martini) Á 74, B́ 299, 321, Γ́ 168, 358, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 48, 144, 255, Έ 174, 216· πγιον, Μαχ. 67817· πέλον, Μαλαξός, Νομοκ. 477· πιλιό, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [862], Γ́ [510], [589], Δ́ [210], Έ [358], [1662]· πιο, Ανακάλ. 60· πίον, Ασσίζ. 16630, Μαχ. 1425, 13411, 1848, 3529, Βουστρ. (Κεχ.) 1347, 21010· πιον, Κυπρ. ερωτ. 54, 103, 1111, 1414, 219, 326, 393, 405, 462, 618, 7715, 901, 923, 65,, 9314, 21, 9422, 9713, 1021, 10412, 59, 1097, 11136, 1228, 1496, κ.α.· πλείο, Σπαν. (Μαυρ.) P 183, Ασσίζ. 29719, 36429, Μαχ. 3426, Θησ. Πρόλ. [89], [117], [152], [210], Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) V 380 κ.α. (γρ. πλίο), Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Η [260], [280], ΙΖ [357]· πλείον, Αναγν., Στ. πολιτ. 10, Ασσίζ. 2917, 8118, 1154, 11719, 16215, 16530, 31, 17425, 19126, 29719, 41719, 4613, Διγ. (Trapp) Gr. 2310, Ανάλ. Αθ. 28, Ερμον. Κ 295, Φ 2, 328 (ή επίθ. πλείων), Χρον. Μορ. H 4062, 6674, Μαχ. 17622, 4281, Μάρκ., Βουλκ. 33920, Θησ. Πρόλ. (Κακλ.) 141, κ.α.· πλέο, Σταφ., Ιατροσ. 15424, Ασσίζ. 4210, 1511, Χρον. Μορ. P 1657, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1197, 1372, Φαλιέρ., Ιστ.2 24, Θησ. Πρόλ. (Κακλ.) 210, Θησ. Β́ [625], Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 68, Αλεξ.2 862, 1899, Σκλάβ. 276, Πένθ. θαν.2 47, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 100v, Πορτολ. A 22110, 34524, Αχέλ. 145, 2322, Βίος Δημ. Μοσχ. 427, Ιερόθ. Αββ. 333, Διήγ. πανωφ. 56, κ.α.· πλεό (/πλεο), Θησ. (Morgan) X 113, Δευτ. Παρουσ. 41, Δεφ., Λόγ. 204, 341, 521, Βυζ. Ιλιάδ. 122, 270· πλεόν, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 85, Χρησμ. I 120, Χ 38, Φυσιολ. (Legr.) 215, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 148 κριτ. υπ., Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 359, 1028, Αιτωλ., Βοηβ. 210· πλιο, Φαλιέρ., Ιστ.2 359, Ch. pop. 295, Κορων., Μπούας 136, Πανώρ. Γ́ 250, Δ́ 239, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 486, Γ́ 239, Δ́ 162, Έ 127, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Ά 49, Ιντ. κρ. θεάτρ. Ά 23, Πιστ. βοσκ. Β́ 2, 255, Βοσκοπ.2 408, 471, 474, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 9240, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 96, 453, 721, 914, 992, 2077, Β́ 60, 965, Γ́ 1123, Δ́ 1117, Έ 583, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 9, 43, 219, 373, 781, 1041, Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 476, Έ 216, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [1143], Δ́ [17], [784], Φορτουν. (Vinc.) Ά 373, Δ́ 152, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 296, Δ́ 114, Τζάνε, Κρ. πόλ. 15326, 54322, κ.π.α.· πλιον, Ερωτοπ. 703, Χούμνου, Κοσμογ. 2705, Απόκοπ.2 459, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) N 167, Ιμπ. (Legr.) 707, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 381, Πιστ. βοσκ. III 1, 24 (γρ. πλιον του· διαφορ. γρ. πλιο ντου), IV 3, 117, 8, 146, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 606, 796, Β́ 1582, Έ 614, 1293, Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 497, Δ́ 338, Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 201 (γρ. πλιον του· διαφορ. γρ. πλιο ντου).
[Το αρχ. επίρρ. πλέον - πλείον (βλ. τ.). Ο τ. πιο και σήμ. Οι τ. μπλιο (Ξανθιν., Λεξ. δυτικοκρ. ιδιώμ.), πιλιό (Μπόγκα, Γλωσσ. Ηπείρου Β́ 169, λ. πηλιό), πίον (Σακ., Κυπρ. Β́ 734), πλείον (Andr., Lex., λ. πλείων), πλέο (Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ., λ. πλέο(ν), Κόμης, Κυθηρ. Λεξ., Andr., Lex., λ. πλείων), πλεο (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ.2 Δ́ 540, λ. πλεά), πλιο (Μπόγκα, Γλωσσ. Ηπείρου Ά 311, Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. πλιο(ν), Ζαφειρίου, Ιδίωμ. Σάμ., λ. πλια, Χαντζιάρας, Θεσσαλ. γλωσσάρ., λ. πλειό, Κουσαθανάς, Λεξ. Μυκόν., λ. πλια), πλιον (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ.) και σήμ. ιδιωμ. Ο τ. πιον σε δημώδη κυπρ. άσματα (Παπαδ. Θ., Δημ. κυπρ. άσμ. Α.28 60Β, Β.11 87, Β.17 7, 8 κ.α.) όπως και τ. πκιον (Παπαδ. Θ., Δημ. κυπρ. άσμ., Β.34, 42, Β.40 197 κ.α.) που απ. και σήμ. στο κυπρ. ιδίωμ. (Λουκά, Γλωσσάρ., λ. πκιον). Τ. bλεο, μπιλιό, πεό(ν), πλέ’, πλέεν κ.ά. τ. σήμ. ιδιωμ. (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ.2 Β́ 374, λ. bιλεό, Δ́ 540, λ. πλεά, Ξανθιν., Λεξ. δυτικοκρ. ιδιώμ., λ. μπιλιό, , Σακ., Κυπρ. Β́ 726, λ. πεό(ν), Andr., Lex., λ. πλείων). Η λ. και σήμ.]
1) α) Πιο πολύ, περισσότερο (συν. με β́ όρο σύγκρισης): η γλώσσα η κακή πλέο ’κ την στια φλογίζει| κι εις βάσανα και πειρασμόν και χαλασμόν εγγίζει Δεφ., Λόγ. 191· Διγ. Z 1327· Μια λυγερή που πλιότερον παρά το χιόνι ασπρίζει,| κι από το ρόδον της αυγής, πλιο του δροσομυρίζει Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [76]· (εδώ με τον επιδοτικό και): οι μανικόν υλάσσοντες και πλέον του Κερβέρου Γλυκά, Στ. 463· β) (συν. με αριθμητ.) περισσότερο, παραπάνω (σε θέση επιρρ./επιθ. ή πρόθ.): άργησεν εις την Βενετίαν πλέον από μήνες δύο Χρον. Μορ. P 2187· γράφοντα ...| το πότε εκατέλαβεν εκεί εις την Βενετίαν| και πώς τον εμποδίσασιν μήνας δύο και πλείον Χρον. Μορ. H 2223· επετάξανε πλέο παρά 150 λουμπαρδές Χρον. σουλτ. 8225· έκφρ. ή πλέον ή έλαττον = πάνω κάτω, περίπου: Δούκ. 2777. 2) α) (Με επόμ. επίθ., μτχ. επίθ., επίρρ. θετ. βαθμού σχηματίζει το συγκρ. ή το σχετικό υπερθ. βαθμό): τα πλι’ ακριβά μου πράματα έριξα της θαλάσσου Βεντράμ., Φιλ. 172· τους πιον χαμηλούς εποίκεν τους να έχουν ελευθερίες Μαχ. 2412· Λέγει: «Δεν ξεύρεις, άλλονε δεν έχω ’μπιστεμένον| ωσάν τον Αλοΐζιον και πλιο ηγαπημένον;» Τριβ., Ρε 244· Ωσάν το κάμνει η μέλισσα, θέλει πνιγεί απέσω,| δεν ξεύρω πλιο τιμητικά τέτοιαν αιτιά να χύσω Δεφ., Λόγ. 494· β) (με επόμ. επίθ./επιρρ. συγκρ. βαθμού ενδεχομ. κάπ. φορές για περισσότερη έμφαση· βλ. και Κακουλίδη-Πάνου - Καραντζόλα [Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. σ. 523]): Εάν λέγουν διά αρχιερέα ή ιερέα ότι κάμνει τα πλέο χειρότερα αμαρτήματα ... Μαλαξός, Νομοκ. 127· ο Κάιν ... επρόσφερνε εις τον Θεόν ... τα πλέον χειρότερα και ατυχότερα πράγματα οπού να είχεν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 82r· Εφάνη μου λοιπόν κι εμέν, κυρά μου, να σε γράψω| μίαν ιστόριαν παλαιά ... (παραλ. 8 στ.). Για πλείο ηδονικότερον εσένανε, κυρά μου,| διαστίχου θέλω να γενεί τούτη η πεθυμία μου Θησ. Πρόλ. 115· γ) (εδώ ισοδυναμεί με το «πιο σημαντικός»): την τιμήν τους πὄναι πλέο από τη ζωήν τους Συναξ. γυν. 782. 3) Επιπλέον (πβ. επιθετ. χρ., βλ. και πλέον (ΙΙ) 1): τα ιγονικά τους να έχουσιν κι άλλα πλείον να τους δώσει Χρον. Μορ. H 1637 (βλ. και Lex. Chron. Mor., σ. 375, λ. πλείον). 4) Τίποτε περισσότερο (πβ. ονοματική χρ.): αν ένι ότι εκείνος οπού το εγόρασεν εκείνον τον βίο, μετανώσει απέ κείνη την αγορά τήν εποίκεν, εντέχεται να χάσει την αρραβώνα του, χωρίς πλείον, και με τούτον να ένι αμέριμνος Ασσίζ. 28614. 5) (Με ρ. που δηλώνουν υπεροχή) κατά πολύ: των επιλοίπων γαρ ναών υπερβέβηκε πλέο επί τῃ ωραιότητι Παϊσ., Ιστ. Σινά 1239. 6) Πια, πλέον (βλ. και Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β́ 230)· ειδικ. α) από δω και πέρα, στο εξής: αφόν τον επήραν πγιον δεν εγέλασεν από την πικρίαν του Μαχ. 67817· Ήλιε μου, ... (παραλ. 1 στ.) ... εις την Κωσταντινόπολην, την πρώην φουμισμένην| και τώρα την Τουρκόπολην, δεν πρέπει πιο να φέγγεις Ανακάλ. 60· Γιατί σε βλέπω ανήμπορο, γιαύτος δε σε ’ξορίζω| μα ο γιος σου μην πατήσει πλιο σ’ τσι τόπους οπ’ ορίζω Ερωτόκρ. Γ́ 926· (στην αρχή της πρότ. για έμφαση): έναι χρήση,| αδ δεν ευρώ τινάν να μου γροικήσει| με λύπην, πιον οτόσα μην βακρύζω Κυπρ. ερωτ. 904· (σε επανάληψη για λόγους έμφασης): Ώχου, να μην ιδιούν πιλιό τα μάτια μας πιλιό την εξουρία Εβρ. ελεγ. 162 δις· (σε παροιμ. χρ.): καιρός οπ’ απερνά ουδέ γυρίζει πλέο Φαλιέρ., Ενύπν.2 97· β) τώρα (σε αντίθεση προς το παρελθόν): Κείνη η φωτιά που μου ’φεγγε πλιο λάμψη δε μου δίδει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 761· γ) (με τον αδύνατο τ. της προσωπ. αντων. ενδεχομ. για έμφαση ή/και δήλωση προσωπικής συμμετοχής): Δεν έχω πλιο μου ’νάκαρα, η δύναμή μου εχάθη·| ετούτα φέρνουν οι καημοί, τω σωθικώ τα πάθη Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 325· όσοι περάσουν την πλατεάν εις κόλασιν παγαίνουν| και σκότος το αιώνιον, και πλέο τους δεν εβγαίνουν Πένθ. θαν.2 586· από την ώρα εκείνη| οπού ’χασε το ταίρι του, ολόμαυρος εγίνη·| κι α ζήσει χρόνους εκατό, πλιο του δε θε ν’ αλλάξει,| ’πειδή κι η Μοίρα του ήθελε, έτσι να τον πειράξει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 767· δ) (επιφ., για την υποδήλωση συναισθημάτων όπως ανησυχία, έντονη θλίψη, απογοήτευση κλπ.): Μα σ’ είντα βρίσκομαι ο φτωχός, α λάχει και ξυπνήσει| και δει με πως τηνε φιλώ κι αδυνατά μανίσει!| Ποια λόγια τη μερώνου πλιο; Ποια δούλεψη μεγάλη| στην όρεξή τση το φτωχό ... με θέλει βάλει; Πανώρ. Β́ 229· Μοίρα μου, κι είντα λείπεσαι να κάνεις πλιο σ’ εμένα;| Τη σήμερο μ’ ενίκησες, όχι στα περασμένα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ 1007· Είντα μας ’ξίζου οι θησαυροί, τι πλιο οι φιλιές φελούσι,| αν οι ζωές τελειώνουσι κι οι βασιλειές χαλούσι ...; Ροδολ. (Αποσκ.) Έ 623. Εκφρ. α) Όσον πλέον ... εισπλέον = όσο πιο πολύ ... τόσο περισσότερο: Ο αφέντης της Καρύταινας ανεψιός μου υπάρχει| και άνθρωπός μου λίζιος ευρίσκεται και πρώτος·| και όσον πλέον έσφαλεν εισπλέον θλίψιν το έχω Χρον. Μορ. H 5898· β) όσον ... πλέον = όσο ... τόσο περισσότερο: όσον τον μαστιχώνει πλέον πρέπει να τον προσέχει Χρον. Μορ. H 4875· γ) πλιο ... πλιο = όσο περισσότερο ... τόσο ... (βλ. Κριαράς [Ιμπ. σ. 273]): Ηγάπησέν τον εκ ψυχής σουλτάνος τον Ιμπέρη,| αυθέντην τον εποίησεν εις την Σαρακηνίαν.| Δίδει τον άδειαν και τιμήν, φουρκίζει και απολλαίνει.| Πλιο ετρέμαν τον Ιμπέριον, πλιο τον επροσκυνούσαν Ιμπ. 631 δις· δ) τόσον (...) γιον πιον = όσο το δυνατόν πιο ... ή όσο το δυνατόν πιο πολύ: τόσον βουργά γιον πιον να με πληγώσεις| γιατί δεν πλήσσω αν είμαι λαβωμένος Κυπρ. ερωτ. 6920. — Βλ. και πλέον (ΙΙ), πλέα (Ι), (ΙΙ), πλείων, πλέος.
πλέος,- επίθ., Χρον. Μορ. P 2459, 3851 (ουδ. πλέον) (ή <πλέων), Χρον. Μορ. H 5876 (ουδ. πλέον) (ή <πλέων), Χρον. Τόκκων 422, 1187, 1284, 1740, 2321, 2572, 2625, 2699, 3013, 3519, Ολόκαλος (Μαυρομάτης) 676, 14113, 1677, 1765, 2386, Ch. pop. 431, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 1195, Αχέλ. 1281, Σκορδύλης, Λόγ. Θεοτ. 439368, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 135, 10915, 16728, 28711, κ.α.· πλείος, Προδρ. (Eideneier) IV 539, Χρον. Μορ. H 2202 (ουδ. πλείον) (ή <πλείων), 9096 (ουδ. πλείον) (ή <πλείων), Έκθ. χρον. 7422, Μηλ., Οδοιπ. 635, Στάθ. (Martini) Γ́ 4 κριτ. υπ.· αιτιατ. αρσ. πλεόν, Λίβ. P 2513· πλιος, Ασσίζ. 28913 (ή άκλ. πλια) (έκδ. διαπλιά), Φαλιέρ., Ιστ.2 235, 608, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 13, 148, Ch. pop. 432, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 3736, Πανώρ. Δ́ 245, Ερωφ. Β́ 346, Γ́ 123, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 2634, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 132, Β́ 2375, Γ́ 703, Έ 888, Ροδολ. (Αποσκ.) Ά 606, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. ά 58, Στάθ. (Martini) Β́ 263 δις, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 183, Δ́ 201, Λεηλ. Παροικ. 21, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 27919, κ.α.· ουδ. πλέο, Χρον. σουλτ. 7215.
Πιθ. από το συγκρ. πλεότερος (βλ. ά.) ή από τα αρχ. πλέων-πλείων (πβ. και πλέον) με μεταπλ. κατά τα επίθ. σε ‑ος· πβ. και αρχ. τ. πλείος, πλέος του πλέως («γεμάτος»). Ο πληθ. πλείοι τον 11. και θηλ. πλέαι τον 8.-10. αι. (LBG, λ. πλείοι). Ο πληθ. πλέοι και πλέα (ουδ.) και ουδ. εν. πλέο και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., πλέοι, πλείον, βλ. και Σιδηροπούλου, Λεξιλ. Κοτυώρων, λ. πλέα· βλ. και ά. πλείων, ετυμολ.).
α) Περισσότερος, πιο πολύς· (και ουσιαστικοπ.): πολλοί εβουλεύθησαν του να με θανατώσουν| και πάντα τους εζύγωνα και άλλα πλέα έκαμά τους Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1789· επτώχυνεν, εξέπεσεν, ...,| οι άρχοντες τον άφηκαν οι εδικοί του πλέοι Χρον. Τόκκων 3716· οι πλέοι απέ τα Ιωάννινα τον Δούκαν ηγαπούσαν Χρον. Τόκκων 1412· με την χάριν του Θεού ηπήραν τους τα πλέα και εσυντάρχησαν καλά και εδυνάμωσάν τα Χρον. Τόκκων 3830· έχουν οι πλείες των γυναικών υποκρίσεις μεγάλας Σπαν. O 227· έκφρ. όλα τα πλια = τα περισσότερα: Ετούτον (ενν. τ’ όνειρο) είδα την αυγή, ... (παραλ. 1 στ.) εις ώρα που τα ονείρατα όλα τα πλια αληθεύγου,| γιατί τα βάρητα του νου το πνέμα δεν παιδεύγου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 111· (μετά από αριθμητ.· για τη χρ. πβ. πλέον (I) 1β): Τι θέλει ο κακότυχος την δευτερογαμίαν;| και πώς δεν τον εδάμασεν η γυναίκα η μία;| και τι λέγω γυναίκα μια; στεφάνι’ έξι και πλέα| έβαλεν η βιλλάναινα η Κώτισσα η γραία Γεωργηλ., Θαν. 428· β) περισσότερος, μεγαλύτερος: Πολλά μεγάλη δύναμην έχει ο Καραμανίτης,| πλιας τέχνης και πλιας μαστοριάς είν’ το παιδί της Κρήτης Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 1068 δις· άνθρωπος να ’ναι δυνατός, να ’χει αντρειά και χάρη,| πλια δύναμη και πλιαν αντρειάν έχει το λεοντάρι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 1166 δις· έκφρ. πλια (θηλ.; πβ. πλέα (Ι) Έκφρ. 2, πλέα (ΙΙ) Έκφρ. 1) παρ’ άλλη = περισσότερη, μεγαλύτερη από άλλη, πολύ μεγάλη: με λύπη, με λακτάρα πλια παρ’ άλλη Λεηλ. Παροικ. 287· (με το άρθρο, ουσιαστικοπ.) το μεγαλύτερο (τμήμα): Όταν επέρασε ο καιρός το πλέον δε της νύχτας,| κι ελάλησεν ο πετεινός ... Χρον. Μορ. P 2202· γ) (εδώ) ακόμη περισσότερος, μεγαλύτερος: της τύχης ο τροχός ήρχισε να σε γέρνει| και αυτά τά σ’ έδωκεν γοργόν με πλια σπουδή να παίρνει Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 4· δ) υπολειπόμενος, αυτός που απομένει: Εμένα πρέπει να γενώ καλόγρια εις μοναστήριν| και να δουλεύσω τον Θεόν να εσώσω την ψυχήν μου·| ότι ο Θεός εσκότωσεν το πλέον το ριζικόν μου, |και εμέν, ωσάν με βλέπετε, τι με ωφελεί ο κόσμος; Σπαν. (Ζώρ.) V 530· ε) (με το άρθρο ουσιαστικοπ.) περισσότερο, μεγαλύτερο κακό: Παρακαλώ σας, άρχοντες, το πράγμα να πραΰνει·| ας λείψουσιν τα σκάνταλα, μηδέν γενεί το πλείον Χρον. Μορ. H 684. Το ουδ. το πλέον / το πλείον με το άρθρο ως επίρρ. = α) ως επί το πλείστον, κατά το μεγαλύτερο μέρος, κυρίως: Απαύτου πάλιν άρχισεν ο δούκας να συνάζει| φοσσάτον ρογατόρους τε πεζούς, καβαλλαρέους,| Φράγκους, Ρωμαίους, Σέρβους τε, το πλέον Αλβανίτας Χρον. Τόκκων 202· Όλον το πλήθος του λαού θέλουν και αγαπούν τον,| μάλλον δε και ηυχαρίστουν τον, τον μέγαν στρατιώτην,| τιμούσιν και δοξάζουν τον διά τον βασιλέα,| το πλέον διά τον πατέρα του, τον μέγαν Βελισάρην Διήγ. Βελ. χ 439· β) σε πολύ μεγάλο βαθμό: Ήτον γουν δόκιμος πολλά, ’πιτήδειος το πλέον, επιδέξιος και πονηρός εις πάσαν την δουλείαν Χρον. Τόκκων 2690· γ) κατά το δυνατόν, όσο γίνεται πιο ...: να κοιμηθεί ο λίος λαός να μην τους έχουν νοήσει,| το πλείον κρυφώς και σιγαλά όπου να ημπορέσουν| να ορμηθούν του φεγγαρίου και να έχουν μισέψει Χρον. Μορ. H 3851. — Βλ. και πλείων, πλέα (I), (II), πλέον (I), (II).
πλευρόν- το, Σπανός (Eideneier) Α 333, Χρον. Μορ. H 4104, Ερωτοπ. 477, Λίβ. P 651, 729, 730, 1055, Λίβ. (Lamb.) N 878, 879, Λίβ. Esc. 1016, 1017, 2455, Λίβ. N 2156, 2193, Θρ. Κων/π. διάλ. 78, Μαχ. 2664, 60220, Σκλέντζα, Ποιήμ. 614, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 154, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [1456], Έ [1348], Μπερτολδίνος 94· πλεύρο, Πεντ. Γέν. II 22, Έξ. XXV 12 δις, XXX 4· πλευρό, Πένθ. θαν.2 628, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1045, 3495, Διγ. O 2456, 2524· πλευρό(ν), Σταφ., Ιατροσ. 6157, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 170, Gesprächb. 721509, Χρον. Τόκκων 1140, Θρ. Κων/π. B 78, Θησ. Ή [697], Βεντράμ., Γυν. 99, Hagia Sophia ω 52413, Ιστ. Βλαχ. 1056, Διακρούσ., Πένθος 64, Νικ. Ιερόπ., Εκδ. ιατρ. 7516.
Το αρχ. ουσ. πλευρόν. Ο τ. πλευρό και σήμ.
1) Καθένα από τα οστά που απαρτίζουν τη θωρακική κοιλότητα: έριξεν ο Κύριος ο Θεός βαθυπνιά ιπί τον άνθρωπο κι εκοιμήθην και επήρεν ένα απέ τα πλεύρα του και εσφάλισεν κριάς κατωθιό της Πεντ. Γέν. II 21· έκφρ. πλευρόν εκ την πλευρά μου, βλ. πλευρά 1α έκφρ. 2) Καθένα από τα πλάγια μέρη του σώματος ανθρώπου ή ζώου: Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [1272], Ιστ. Βλαχ. 2645, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1127. 3) Το πλάγιο τμήμα αντικειμένου ή χώρου, η πλευρά: Λίβ. Sc. 1319, Λίβ. (Lamb.) N 787· δυο κρικέλια μαλαματένια έκαμεν αυτουνού (ενν. του θεσιαστηρίου) αποκατωθιό το στεφάνι του ιπί τα δυο πλεύρα του, ιπί τα δυο πλάγια του, για τόπους για τους λοστούς να σηκώνουν αυτό μετ’ αυτά Πεντ. Έξ. XXXVII 27. 4) (Τοπ.) α) (συν. με γεν. προσώπου ή πράγματος) α1) ο χώρος που βρίσκεται στα πλάγια προσώπου ή αντικειμένου, το πλάι (προσώπου ή πράγματος): Από το μέρος το δεξό του βασιλιά του κόσμου| τι στέκεις; Δε σηκώνεσαι, Βασίλισκε, απομπρός μου;| Εσέ μιλώ! Γή δε γροικάς; Σηκώσου απ’ το πλευρό μου,| να μη σε βλέπει ουδεποσώς τούτο το πρόσωπό μου Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 252· επέζευσα εις το δεντρόν κι έδεσα τ’ άλογόν μου| και τ’ άρματα εξεζώστηκα, θέτω τα στο πλευρόν μου Απόκοπ.2 22· εις το πλευρόν του βημάτου προς τον νότον έχει λάκκον και περνούν και προποτίζουνται, όπου πολομά μεγάλες ίασες εις γαρισούραν και εις τας πύρεξες Μαχ. 3817· ’Σ τούτην την μάζαν των κλαδιών θε να κρυφτώ αποπίσω,| κι ως έλθει νά μπει στην σπηλιάν, θέλω να τον πηδήσω| οχ το πλευρόν και παρευθύς ξάφνου να του καρφώσω| ετούτο τ’ άρμα που βαστώ και να τον θανατώσω Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [1283]· έκφρ. εις το/στο πλευρό(ν) κάπ. = στο πλάι κάπ., δίπλα σε κάπ. (προκ. να δηλωθεί στενή σχέση με κάπ.): Οκ τ’ άλλο χέρι έπιασεν τον αφέντη Καρυταίνου,| τιμητικά τον έβαλεν, εις το πλευρόν του εκάτσεν Χρον. Μορ. P 4104· Ω μάννα μου, ... (παραλ. 1 στ.) γιάντα δε μ’ έχες μετά σε, μ’ εσέ να καταντήσω| κι εις το πλευρό σου τ’ ακριβό ογιά να ξεψυχήσω; Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 1394· βιγλώ την θέισσάμ μου στο πλευρόν μου,| πως μ’ αθθυμίζει πάντα το καλόν μου Κυπρ. ερωτ. 126· φρ. βρίσκομαι/είμαι εις το πλευρό(ν) κάπ. = υποστηρίζω, συμπαραστέκομαι, βοηθώ κάπ.: αξάδερφός μου α βρίσκεται πάντα εις το πλευρό μου,| ποτέ κακό δε σκιάζεται να ’χει το ριζικό μου Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 25· Πάπας ο αγιότατος να ’ναιν εις το πλευρόν σας,| και τον σταυρόν σηκώσετε σημάδι στ’ άρματά σας Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 854· α2) (προκ. για ποτάμι) όχθη: επήγε να το ιδεί το θαύμα και ηύρεν εις το πλευρόν του ποταμού τον έναν μικρόν σταυρόν από τους δ́ Μαχ. 81· β) μεριά, τόπος: οι Αρμένηδες και ελεύθεροι και επήγαν εις έναν πλευρόν και επαβεζώσαν ως γιον ορδίνιασεν ο ρήγας και εκδέχουνταν τους Σαρακηνούς Μαχ. 66024. Έκφρ. από πλευρού = από το πλάι, πλάγια: Εκείνοι εστοιβάκτησαν κι εκλείσασι τον δρόμον,| Αλέξανδρος από πλευρού περνά με δίχως τρόμον Αλεξ.2 340· κονταρία τον έδωσεν τον Σγούρον ο Γαλιάσσος| στο στόμα όσον εδύνατον, αλλ’ ουδ’ εσπάραξέν τον·| πάλιν άλλον τον έδωσεν από πλευρού εις το χέρι Χρον. Τόκκων 1075. Φρ. 1) Ακουμπίζω στα πλευρά (πόλης), βλ. ακουμπίζω Φρ. 2) (Ε)βγάζω κάπ. μέσ’ από το πλευρό μου = αφήνω, εγκαταλείπω κάπ.: « ... φοβούμαι μήπως βούλεσαι και θέλεις να μ’ αφήσεις,| μέσα ’ς καμίαν ερημιάν να με αξαπολύσεις».| Απιλογάτ’ ο Βδόξιος, λέγει της (ενν. της κόρης): «στον Θεόν μου,| δεν σε εβγάζω ’γώ ποτέ μέσ’ από το πλευρό μου» Διγ. O 2266. 3) α) Σπά(ζ)ω/τσακίζω τα πλευρά κάπ. = (συν. σε απειλή) χτυπώ, δέρνω κάπ. πολύ: Εδά σου δίδω μια ραβδέ να σπάσω τα πλευρά σου.| Τα πρόβατά ’ναι ανάρμεγα, σκύλα, συναφορμάς σου Πανώρ. Β́ 85· Ασήκω, φεύγε, μίσευσε σύντομα εκ τον γάμον,| μη βάλω από το γένος μου και σε κλωτσοκοπήσουν| ή, αν ειπείς πλιότερον, τσακίζουν τα πλευρά σου Πουλολ. (Τσαβαρή)2 AZ 49· β) τσακίζω ένα πλευρό κάπ. = καταφέρω ισχυρό ψυχικό πλήγμα, προκαλώ έντονη απογοήτευση, στενοχώρια: του Ηρώδη ο Μαρχαλάθ ετότες αποκρίθη:| «Παιδί Θεού στα μέρη σας βλέπομε κι εγεννήθη».| Και τότες λέγει ο Χαρχαλάθ: «Ρήγας είν’ των Εβραίω»·| ένα πλευρό ετσάκισε τότες των Ιουδαίω Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2203. — Βλ. και πλευρά.
πλέω,- Σπαν. V Suppl. 120, Ασσίζ. 512, Διγ. (Trapp) Gr. 2907, Διγ. Z 3477, Ερμον. Β 130, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 147, Σαχλ., Αφήγ. 325, 326, Διήγ. Βελ. χ 249, 251, Διήγ. Βελ. N2 269, 271, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 405, 411, Δεφ., Λόγ. 162, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 324, 603, Χρησμ. (Brokkaar) 5, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 413, 8, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά 3822, Διγ. Άνδρ. 39030, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 251· πλέγω, Φλώρ. 17, Ιμπ. κριτ. υπ. μετά στ. 559, Σκλέντζα, Ποιήμ. 738, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 307, Ζήνου, Βατραχ. 136, 189, 255, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 97v, Μηλ., Οδοιπ. 637, Σταυριν. 266, Ιστ. Βλαχ. 190, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 144, Γ́ 243, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 3406, 3497, 37424, 26· αόρ. έπλεξα, Πιστ. βοσκ. I 4, 101, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [927], Ροδινός (Βαλ.) 188· έπλεψα, Χρον. Μορ. H 746, 1305, 8787, Χρον. Μορ. P 746, Φλώρ. 1058· γ́ πληθ. υποτ. παθητ. αορ. να πλευτούν, Διήγ. Βελ. χ 249 κριτ. υπ.· μτχ. ενεστ. πλιόντα, Ασσίζ. 29921 (έκδ. πλειώντα), Μαχ. 12228 χφ Ο (Dawkins [Μαχ. II σ. 262])· μτχ. παρκ. πλεμένος, Ρίμ. θαν. 85.
Το αρχ. πλέω. Ο τ. πλέγω (από τον αόρ. έπλεξα· βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 326, Ανδρ., Λεξ., πλέγω, και Dieterich, Unters. gr. Spr. 291) στο Somav. και σήμ. ιδιωμ. (Dawkins, Αφ. Χατζιδ. 50, Ανδρ., Ιδ. Μελ. 70, πλέγου, Τάσιος, Γλωσσ. Πολυγ., πλέgου). Ο αόρ. έπλεξα (από τον αόρ. έπλεψα με ανομ.· βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Ά 283, 329)· πβ. σήμ. ιδιωμ. ήπλεξα (Μιχαηλ.-Νουάρ., Λεξ., στη λ.). Ο αόρ. έπλεψα (από τον αόρ. έπλευσα· βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Ά́́ 329, Β́ 326) και σήμ. στο ποντ. ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ.). Η λ. και σήμ.
Ά Αμτβ. 1) α) (Για πρόσωπα) ταξιδεύω με πλωτό μέσο, αρμενίζω: Απολλών. (Κεχ.) 437, Ερμον. Β 154· βαρκέτταν αρματώσασιν (ενν. τινές από την Πόλιν) πενήντα δύο κουπίων·| επλέψασιν κι απήλθασιν, εσώσασιν τους Φράγκους Χρον. Μορ. H 746· (μεταφ. προκ. για την ανθρώπινη ζωή): το έποικες άλλον σήμερον, εσέν το κάμνουν αύριον,| και αν σε μέλλει η τύχη σου, στανέο σου να το πάθεις· μέσα εις αύτα πλέομεν οι όλοι μας του κόσμου Σπαν. O 95· β) (για σκάφη) κινούμαι πάνω στο νερό, ταξιδεύω: Χίκα, Μονωδ. 41· (εδώ με ενεργ. σημασ.): Ορίζει ο Βελισάριος ...| ... όσες γαλιότες είχαν,| ... να πλευτούν μόνον εις δύο μήνας Διήγ. Βελ. χ 249 κριτ. υπ. 2) Επιπλέω· επιπλέοντας στο νερό μεταφέρομαι εδώ κι εκεί: ήτον το πηγάδι εκείνο γεμάτο νερόν και το ξύλον έπλεγεν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 204v· και να γεμίσει η θάλασσα τόσους νεκρούς, να πλένε,| κι εκείνοι που τους βλέπανε ετύχαινε να κλαίνε Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 37517. 3) Κολυμπώ: εππέσαν κάποσοι (ενν. λας του κατέργου του Σιρ Φραντζική Σπινόλα) εις την θάλασσαν και επήγαν πλέοντα εις το άλλον κάτεργον Μαχ. 12228· λέγει ο βαθρακός του ποντικού: «Έλα και συ νυν μετ’ εμού ... Μη οκνήσεις διατί εβλέπεις τον ποταμόν και ουδέν ηξεύρεις να πλέγεις, αλλ’ εγώ δήσω τον πόδα σου εν τῳ ποδί μου» Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Β́ 601· (μεταφ.): Ας είναι ολίγον το ζουμί εις τες τράπεζες, ότι το περισσό βλάπτει, διατί πλέγουσι τα φαγητά εις τον στόμαχον και γεννούσι πολλήν υγρότητα Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 181. Β́ Μτβ. 1) Διαπλέω, διασχίζω (θάλασσα, λίμνη κλπ.): Πουλολ. (Τσαβαρή)2 539. 2) (Ιδιάζ. σύντ.) κατακλύζω (με νερό): ος (ενν. ο Κύριος) έπλεψεν τα νερά θάλασσα του Σουφ ιπί τα πρόσωπά τους, όνταν έδραμαν καταπόδου σας και έχασέ τους ο Κύριος ως την ημέρα ετούτην Πεντ. Δευτ. XI 4. Η μτχ. παρκ. (με ενεργ. σημασ.) ως ουσ. = ταξιδιώτης (με πλοίο)· (εδώ μεταφ. προκ. για κεκοιμημένο που είχε ζήσει σύμφωνα με τη διδασκαλία του Χριστού)· βλ. και Κακουλίδη [Ρίμ. θαν. σ. 144], πβ. όμως και πλέκω: Πρώτον καλέσει (ενν. ο Υιός Θεού) δίκαιους με τους αυτού πλεμένους| (παραλ. 1 στ.) «Δεύτε οι ευλογημένοι μου, παιδία του πατρός μου,| εσείς κληρονομήσατε τόπον τον εδικόν μου...» Ρίμ. θαν. 85.
πλήρωμα- το, Σπαν. (Μαυρ.) P 101, Λόγ. παρηγ. O 27, Καλλίμ. 896, Διγ. Z 1166, Βέλθ. 178, Φλώρ. 1275, Σαχλ. N 280, Σαχλ., Αφήγ. 281, 283, 287, 291, 295, 438, 719, Αχιλλ. L 711, Φαλιέρ., Ιστ.2 153, Χούμνου, Κοσμογ. 2060, Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 365, Διακρούσ., Αφ. 99, Ολόκαλος 2518, Βεστάρχης, Στίχ. πολιτ. Ελεάζ. 391· πλέρωμα, Ασσίζ. 4421, Πεντ. Δευτ. XXXII 35, Πανώρ. Ά 194, Γ́ 592, Έ 402, 418, Ιντ. κρ. θεάτρ. Ά 186, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 741, Δ́ 886, 896, 951, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [6], [143], Έ [1564], Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 62, Βεστάρχης, Στίχ. πολιτ. Ελεάζ. 1555· πλέρωμαν, Ασσίζ. 309, 384‑5, 10, 4418‑19, 19, 549, 9224, 10429, 10515‑16, 1894, 23427, 28619, 25‑26, 3245, 35510, 48423, Μαχ. 17835, 18015, 1828‑9, 35415, 38032, 4367, 47619, 49032, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 146· πλήρωμαν, Καλλίμ. 1114, Λίβ. P 108, 1974, Λίβ. (Lamb.) N 127, Ιμπ. 560, 651, Ιμπ. (Legr.) 43, 627, Ολόκαλος 1915· γεν. εν. πλερωμάτου, Ασσίζ. 25022, 23, 28620‑21, Μαχ. 4767.
Το αρχ. ουσ. πλήρωμα, με επίδρ. του ρ. πληρώνω. Ο τ. πλέρωμα στο Βλάχ., στον Κατσαΐτ., Κλ. Β́ 170 και σήμ. ιδιωμ. (Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ., Παπαδ. Α., Λεξ., πλέρωμα(ν), Κωστ., Λεξ. τσακων.). Ο τ. πλέρωμαν στο Meursius (πλέρομαν) και σήμ. ιδιωμ. [Σακ., Κυπρ. Β́ 739, Παπαδ. Α., Λεξ., πλέρωμα(ν)]. Η γεν. πλερωμάτου και σήμ. στο κυπρ. ιδίωμ. (Σακ., Κυπρ., Β́ 739 ). Η λ. και σήμ. (ΛΚΝ).
1) Τέλος, oλοκλήρωση: Έχει και άλλα η φυλακή πολλά κακά και θλίψεις| ανέν και ορέγεται κανείς να γράψει τα κακά της| ποτέ να μην εσχόλαζεν, αν έζει χίλιους χρόνους.| Και ήθελεν φρόνεσιν πολλήν, και ’πείκασιν μεγάλην| διατί έν’ πολλά και αρίφνητα και πλήρωμα ουδέν έχουν Σαχλ., Αφήγ. 438· και προς αργά το δειλινό προς πλήρωμαν ημέρας,| εις δέντρου κλώνον ηύρηκα πουλία τρυγόνια δύο Λίβ. Esc. 107· (σε επιρρ. χρ.): Σαράντα χρόνους είχασιν το ανδρόγυνον εκείνον| άτεκνοι εδιάβησαν τους χρόνους τους τοιούτους (παραλ. 3 στ.). Και πλήρωμαν των ημερών των χρόνων των σαράντα| χάριν ελάβαν εκ Θεού και η κόρη εγγαστρώθη Ιμπ. 46. 2) Τελείωση: διότι πάντων των καλών το πλήρωμα η αγάπη Διακρούσ. 1193. 3) Εκπλήρωση, ικανοποίηση: Τι, βασιλεύ, αγανακτείς; τι, βασιλεύ, στενάζεις;| τι παραιτείσαι την αρχήν της αυτοκρατορίας| και θάνατον επιζητείς εις παρηγόρημάν σου,| ειμή την κόρην την καλήν εις δέσποιναν επάρεις| και πλήρωμαν και θέλημαν ερωτικόν σου λάβεις; Καλλίμ. 1124. 4) Τήρηση: πλέρωμα λοιπόν του νόμου είναι η αγάπη Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Ρωμ. ιγ́ 10. 5) Καταβολή χρημάτων για εξόφληση χρέους, πληρωμή αγαθών κ.λ.π.: Περί εκείνου οπού πουλεί ά άλογον ετέρου ανθρώπου εις καιρόν ποσούμενον εις το να ’σάσουν να έχει το πλέρωμάν του, και έρχοντα ο καιρός δεν έχει να πλερώσει το πλέρωμαν της αγορασίας Ασσίζ. 4412, 13. 6) Μισθός, αμοιβή: Θωρώντα ο λαός της Αταλείας ότι ο ρήγας δεν έπεψεν το πλέρωμάν τους και βιτουάλιαν κατά τον καιρόν είπασιν: «Ο ρήγας ελησμόνησέν μας» Μαχ. 1804· (μεταφ.): Διότι ουδείς λαμβάνει μισθόν χωρίς κόπου. Έκαστος κατά τον κόπον αυτού λαμβάνει και το πλήρωμα Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι II 9. 7) Ανταμοιβή: νίκας εποίησα πολλάς, μεγάλας δουλοσύνας,|και τώρα εχάσα τά έπασχα, όλας τας καλοσύνας·| το πλήρωμά μου εγίνετο και η ανταμοιβή μου| να κάθομαι ως σκοτεινός, να λείπουν οι οφθαλμοί μου Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 647. 8) Τιμωρία: άρχισε και παρέβηκεν (ενν. ο ρήγας) από τον ορισμόν του (ενν. του Κυρίου)| κι ήθελε να πορεύεται με νόμον εδικόν του| αμ’ εβαρέθηκεν πολλά ο Κύριος την ζωήν του,| εις τά ’πραξε, για πλέρωμα, έπεψεν την οργήν του Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 56. Εκφρ. το πλήρωμα του Χριστού = ο κλήρος: ημείς οι κατωγεγραμμένοι του των Γραικών κλήρου προϊσταμένοι, ιδίᾳ και αγαθῄ διαθέσει ως άνδρα άξιον του πληρώματος του Χριστού ομολογούμεν και μαρτυρούμεν και ... διαφαινόμεθα ότι ο ειρηθείς αιδεσιμώτατος Ζένος ... Επιγράμμ. ιερέων 392.
πνίγω,- Γλυκά, Στ. 288, Γλυκά, Αναγ. 32, Καλλίμ. 1973, Ιερακοσ. 44126, Διγ. Z 2902, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 286, Βέλθ. 1217, Σπανός (Eideneier) A 200, Χρον. Μορ. H 819, Χρον. Μορ. P 1243, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 285, Σαχλ., Αφήγ. 343, Λίβ. P 848, Λίβ. Sc. 516, Λίβ. Esc. 1450, Λίβ. N 1392, Λίβ. (Lamb.) N 159, Ιμπ. 617, Φυσιολ. (Legr.) 329, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 241, Χούμνου, Κοσμογ. 472, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 52, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1455, Συναξ. γυν. 367, Κορων., Μπούας 97, Βεντράμ., Φιλ. 255, Διήγ. Αλ. G 27032, Πορτολ. A 2184, Αχέλ. 1746, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1613, Χρον. σουλτ. 473, Πανώρ.2 Γ́ 50, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 324, Παλαμήδ., Βοηβ. 373, Ιστ. Βλαχ. 586, Διγ. Άνδρ. 39224, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 78, Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 294, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [649], Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 425 Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 204, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 1365 ρλζ́ 67, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 20211, κ.π.α.· γ́ εν. αορ. έμπνιξε, Χρον. Τόκκων 2261· μτχ. παρκ. πνιμένος, Ασσίζ. 2245, Χούμνου, Κοσμογ. 492, 493, Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 218, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 334, 1824, Ζήνου, Βατραχ. 246, Τριβ., Ταγιαπ. 93, Αχέλ. 1751, Σταυριν. 378, 392, Στάθ. (Martini) Γ́ 392, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 33r, Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 381, Δ́ 290, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [944], [1016], Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 43523, 44014.
Το αρχ. πνίγω. Η μτχ. παρκ. πνιμένος στο Βλάχ. (πνιμμένος· το ουδ. πνιμένο ήδη στο Meursius) και σήμ. ιδιωμ. (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. πνιάρης, Σακ., Κυπρ. Β́ 741, λ. πνίω, Μηνάς, Λεξ. ιδιωμ. Καρπάθου, λ. πνίω, Ζώη, Λεξ. Ζακ.2 Β′, στη λ.). Η λ. και σήμ.
I. Ενεργ. 1) Στραγγαλίζω: Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 292, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. Ι 156· (μεταφ., προκ. για φυτά): Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. ιγ́ 7. 2) (Μεταφ.) α) στενοχωρώ, βασανίζω: ας δέξομαι πιττάκια σου, ας ίδω γράμματά σου,| και τό με πνίγει τίποτες, ας το περιανασάνω.| Αλλά πολλά εκακώθηκεν διά εσέναν η ψυχή μου Λίβ. N 1481· στενοχωρείται (ενν. ο άγουρος), ουκ εμπορεί, πνίγεται από την λύπην Λίβ. P 1462· β) προκαλώ δυσφορία: Η κόρη γουν προς τον λαόν από ψυχής θλιμμένης| λέγει: «Μικρόν αφήτε με, … (παραλ. 1 στ.) Αγανακτώ τους λόγους σας, φονεύει με το πλήθος,| ο τόπος τούτος πνίγει με και το παλάτιν τούτο …» Καλλίμ. 1868· παγαίνοντας (ενν. ο Ιησούς) διά την υπόθεσιν της θυγατρός του αρχισυναγώγου, οι όχλοι, το πλήθος του λαού, τον επνίγασιν από το πολύ πλήθος και διά τον περισσά πλησιασμόν τόσον τον έσφιγγαν! Πηγά, Χρυσοπ. 233 (7). 3) Προκαλώ το θάνατο κάπ. με πνιγμό σε νερό: η θάλασσα εθυμώθηκε, μόνο για να με πνίξει! Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 238· Ο ποταμός με πνίγει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 86· ανοίγα| οι βάρκες κι εβουλούσανε και τον λαόν επνίγα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 5162· Στον νουν τους είχαν το λοιπόν (ενν. ο λύκος και η αλουπού) … εις αυτεινού (ενν. του γαδάρου) τον σφόντυλα να δέσουσι λιθάρι,| και τότες εις την θάλασσαν συζώντανον να ρίξουν| και να τον κωλοσύρουσι, ώστε να τονε πνίξουν Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 428· (μεταφ., προκ. για φυτά): ωσάν τα φυτά τρέφονται με τα μέτρια νερά και με τα παραπολλά πνίγονται, τον όμοιον τρόπον η ψυχή και ο νους αυξάνει με τους συμμέτρους κοπους και με τους παραπολλούς πνίγεται και ουδέν ωφελείται Σοφιαν., Παιδαγ. 113. IΙ. Μέσ. 1) Πεθαίνω από ασφυξία α) (συν.) λόγω πνιγμού σε νερό: Χούμνου, Κοσμογ. 476, Αχέλ. 1740, Κορων., Μπούας 37· β) εξαιτίας συνωστισμού, κατά την κατάποση τροφής, κλπ.: Ο δε λαός της Πόλεως ήτον έξω και ως ήκουσεν τας φωνάς του αλαλαγμού … όρμησαν να έμπουν από την πόρταν της Χαρσής … και εμπαίνοντες την πόρταν επλάκωσαν ένας τον άλλον· και εκεί επνίγησαν οι περισσότεροι Μ. Χρονογρ. 3310· μη δώσεις έτοιου κηπουρού το μήλο να το φάγει| κι άξα δεν είναι η χέρα του σ’ έτοιο δεντρό ν’ απλώσει,| δε μοιάζει ν’ αναμουρδωθεί στο στόμα του έτοια βρώση· (παραλ. 1 στ.) γιατί, αν τη φάγει, δε μπορεί ποτέ να τη χωνέψει· | ξερνά τη, δεν τη δέχεται, πρι στην κοιλιά του σώσει·| πνίγεται, γιατί έτοιος λαιμός δεν είναι για έτοια βρώση Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Γ́ 82. 2) Καταποντίζομαι, βυθίζομαι: Μπορά νοιαστείς και τ’ άστρη κατεβήκαν| χαμαί στην γην και τα βουνά ’ν’ πνιμένα| και πως τα ψάρια ζούσιν μες στα δάση …; Κυπρ. ερωτ. 1374· (συνηθέστ. για πλεούμενο): έγινεν ένας σεισμός μέγας και φοβερός, ώστε … εις μεν την θάλασσαν εκ του μεγάλου κλύδωνος του σεισμού πολλά καράβια επνίγησαν, εις δε την γην πολλά ζώα εκ της αμέτρου κινήσεως της γης εψόφησαν Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 289· βλέπε των Χριστιανών πως στέκεται να σβήσει| η πίστη η καθολική, που ’ναι τριγυρισμένη| κι ωσά μια βάρκα στέκεται για να πνιγεί η καημένη Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 330. 3) (Μεταφ., μτβ. και αμτβ.) υποφέρω, ταλαιπωρούμαι: Ημέραν όλην τας φωνάς της κόρης ου βαστάζει (ενν. ο Καλλίμαχος)| και πνίγεται τας πνιγμονάς, αγανακτεί τους πόνους,| αλλ’ υποφέρει και ζητεί και μηχανάται τέχνην| πώς ίδη λάθη τους πολλούς και γνωρισθεί τῃ κόρῃ Καλλίμ. 1709· Ο κηπουρός επνίγετον και μισταργόν εζήτα| και σύντροφον εγύρευεν εις του νερού τον κόπον Καλλίμ. 1651.
ποδέα- η, Διγ. (Trapp) Gr. 2009, Κώδ. Πάτμου II Α 8, Λίβ. Va 939, Λίβ. (Lamb.) N 937, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 305, 511, 740, 758 κριτ. υπ., Ολόκαλος 611, 713, 915, 108, 1310 κ.α., Προσκυν. Κουτλ. 156 8119, Πορτολ. A 225, Προσκυν. Ολυμπ. 177 908, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά 1117 χφ Μ κριτ. υπ.· ποδεά, Λίβ. P 782, Ολόκαλος 1606· ποδία, Προδρ. (Eideneier) IV 190 χφ Α κριτ. υπ., Πουλολ. (Τσαβαρή)2 37 κριτ. υπ., 337 κριτ. υπ., Λίβ. Esc. 1081, Θησ. Γ́ [105], Ζ́ [687], Ή [612], Ολόκαλος 516, Β17, Γ13, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 61r, 247v τρις, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Ζ́ [254], [280], Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 225, 4117, Παϊσ., Ιστ. Σινά 618, Λίβ. (Αγαπητός) 135, Σεβήρ., Σημειώμ. 62α, Δωρ. Μον. XXXII, Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 131, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 282, Αγαπ., Καλοκ. 338, Προσκυν. Μεταμ. 50 1167, Hagia Sophia f 59716, Νομοκ. Αγ. Γεωργ. 146· ποδιά, Ch. pop. 362, Αλεξ.2 170, κριτ. υπ. 206 α, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2330, 3970, 4048, Πεντ. Δευτ. III 17, Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 724, Νομοκ. Αγ. Γεωργ. 126· πληθ. ποδές, Ημερολ. 49, Ιστ. πατρ. 1981‑2, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 50r.
Από το αρχ. ουσ. ποδείον (Ανδρ., Λεξ., λ. ποδιά). Ο πληθ. ποδές (από ποδέες με συναίρεση· πβ. Georgac., The -ιτσ- suffixes 311-12) σε κείμ. του 13.αι. (LBG). Ο τ. ποδεά στον Ησύχ. και σε έγγρ. του 13. αι. (Act. Xér. 9A16). Ο τ. ποδία στο L‑S (Γλωσσάρ.,· λ. ποδηνεκής), στο Du Cange, σε έγγρ. του 17. αι. (Πεντόγαλος, Παρνασσ. 16, 1974, 38, 42, Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 27, 1984, 437) και σήμ. στο τσακων. ιδίωμα (Κωστ., Λεξ. τσακων.). Ο τ. ποδιά (από ποδέα με συνίζ.· πβ. ΛΚΝ) στο Somav., σε έγγρ. του 16. (Γρηγορόπ., Έγγρ. στ. 111, στ. 318, στ. 514), 17. (Μαυρομάτης, Θησαυρ. 20, 1990, 447, 486), 18. (Apostolopoulos, Ελλην. 27, 1974, 103) και 19. αι. (Παπανικολάου, Λαογρ. 19, 1960-61, 185-86) και σήμ. Η λ. τον 9. αι. (TLG· για πιθ. παλαιότ. μνείες βλ. LBG), σε έγγρ. του 9., 11., 12. (LBG), 13. (Act. Xér. 9B24, Βραν. Ε., Βυζ. έγγρ. Πάτμου Α′ *89), 14. (Act. Vat. I 6119, ΙΙ 12010, 12, Act. Doch. 1738, Act. Lavr. III 14710, 11, 12, 13, 14), 16. αι. (Γρηγορόπ., Έγγρ. στ. 111, στ. 318, στ. 514, στ. 1312, 16, στ. 1726, Μαράς, Κατάστιχο 149 Γ′ 21029), στο Meursius και σήμ. στο τσακων. και το ποντ. ιδίωμα (Κωστ., Λεξ. τσακων., Παπαδ. Α., Λεξ.).
1) α) Περίζωμα που φοριέται στη μέση, πάνω από το ρούχο: Ουδ’ έπλυνε (ενν. η Παναγία) ουδ’ έραφτε ουδ’ έλλασσε ποτέ τση| κι ήσα τα ρούχα τση λαμπρά κι εστράφτα οι ποδιές τση Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 4329· Μα τούτοι ποιος ποκάμισο μας δίδει, ποιος φιστάνι,| ποιος μπόλια, ποιος άλλος ποδιά, ποιος τα παπούτσα κάνει Φορτουν. (Vinc.) Έ 34· β) (μεταφ., προκ. για πουλί) κοιλιά: Η κίσσα ευθύς εγύρισεν, λέγει την πασιδόνα: ... αυτήν την εμπαλωματούν, τάχα την καμαρώνεις,| οπὂχει κόκκινον ομπρός και μαύρον εξοπίσω| και εις την ποδέαν σου (ενν. έχεις) βένετον, στην ράχην σου γαλάζιον Πουλολ. (Τσαβαρή)2 337· γ) (συνεκδ.) γ1) γόνατα: Ημέρες περαζόμενες στον Φίλιππο ’ρθ’ ορνίθι,| κι εις την ποδιά του γέννησε κι ύστερα καρκαρίθη Αλεξ.2 208· γ2) κόλπος, αγκαλιά: Εσίμωσε η Σολομή ν’ απλώσει τση κεράς τση| και γεννημένον εύρηκε το τέκνο στην ποδιά τση Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2087· Επόμεινεν η Αρετή μόνο με τη Φροσύνη·| πράμα μεγάλο εγίνηκε σ’ αυτή, την ώρα κείνη:| εις την ποδιά τση νένας της ήπεσε κι ελιγώθη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Γ́ 1575· Λοιπό, μητέρα μας γλυκιά, στρέψε προς τα παιδιά σου,| φίλησε και σιργούλισε, βάλε τα στην ποδιά σου Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 5245. 2) α) Φόρεμα, ένδυμα, χιτώνας (κυρίως ανδρικός): εις τον δρόμον οπού υπήγαιναν, ήλθε του Ξάνθου να κατουρήσει και εσήκωσε την ποδίαν του και περιπατώντας εκατούρει Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά 1117· ως τον είδεν (ενν. τον Ξάνθο) ο Αίσωπος, πως περιπατώντας εκατούρει, επίασέ τον εξόπισθεν από την ποδίαν αυτού και λέγει τον Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά 1119· β) στρατιωτική στολή/ένδυμα (για το πράγμα βλ. Jeffreys [Διγ., Εισαγ. σ. Xl]): ο γέρων ο Φιλοπαππούς ούτως τον απεκρίθην (ενν. τον Διγενή):| «Θεωρώ σε, κύρκα, υπόλυγνον και ως αχαμνά ζωσμένον| και χαμηλά η ποδέα σου και ου ποιείς εσύ απελάτης» Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 658· (μεταφ.,. προκ. για πουλί): Αν ου ’γερθείς εις το γοργόν να επάρεις τας ποδέας σου,| αυτάς τας κακοεντύλικτας και επάρεις και υπαγαίνεις,| τώρα να ιδείς το πλεότερον το τι σε θέλω ποίσει Πουλολ. (Τσαβαρή)2 37· γ1) κάτω άκρη ενδύματος: πιάνει τον ( ενν. η Τάρσια τον Απολλώνιο) εκ την ποδιά να σηκωθεί τον γέρνει Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 1534· τον είδε (ενν. τον φονέα) το σκυλάκιον και τον εγνώρισε. Και πάραυτα τον επίασεν από την ποδίαν και τον τραβίζει και φωνάζει ωσάν λυσσασμένον Διον. ρήτ., Ιστ. 254· γ2) (στον πληθ.) οι κάτω άκρες του χιτώνα των ακριτών, που κρέμονταν (για τη σημασ. βλ. Κοραή, Άτ. Ά 256 και Πολ. Λ., Πριν Άλ.2 21 σημ.): Ω τις Ακρίτης έτερος εκεί να ευρέθην τότε,| και τας ποδέας του να έμπηξεν, να επήρεν το ραβδίν του| και μέσα να εκατάβηκεν ευθύς ως αγουρίτσης Προδρ. (Eideneier) IV 190· φωνής ως ήκουσε του θείου το παιδίον,(παραλ. 1 στ.) εκδύει το υπολούρικον (ήτον πολύς ο καύσων)| και τας ποδέας οχυρώς πήξας εις το ζωνάριν Διγ. (Trapp) Gr. 1067· Ρούχα τίτοια τους δίδει (ενν. ο Ιουστινιανός) |ενδύματα παράξενα, πολλά παρηλλαγμένα,| επάνωθε της τραχηλιάς, κάτω εις τας ποδέας| και κάτω εις τα μανίκια, τα πάντα χρυσωμένα Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 357· δ) ποδόγυρος: Άλλες να έχουσι χρυσές άλυσες να φορούσιν (παραλ. 3 στ.) και πασαένα φόρεμα που να ’ναι τιμημένον| χρειά ’ναι ’που κάτω στην ποδιάν τριγύρα να ’ν’ ραμμένο Γεωργηλ., Θαν. 139. 3) (Προκ. για όρος) α) πρόποδες, υπώρειες: εκλερονόμησαν την ηγή του ... όλο τον κάμπο απέραμα του Ιαρδεν ανατολικά και ως τη θάλασσα του κάμπου κατωθιό τις ποδιές του λαγκαδιού Πεντ. Δευτ. IV 49· εις την ποδιάν του όρους των Ελαιών είναι το σπήλαιον οπού ήτον ο Χριστός με τους αποστόλους, όταν ήθελε να παραδοθεί τοις Ιουδαίοις Προσκυν. Κουτλ. 390 14115· β) πλαγιά: εις τη μερέα του σιρόκο δείχνει ποδέα μακρέα κάβο χαμηλό φουρνάνο και ωσά σιμώσεις, γνωρίζεις καλύτερα Πορτολ. A 625. 4) α) Πολύτιμο λειτουργικό ύφασμα που τοποθετείται κάτω από την εικόνα σε ένδειξη σεβασμού (για τη σημασ. βλ. Du Cange, λ. ποδέα και Καζανάκη, Θησαυρ. 11, 1974, 259): Ήτον εικόνες θαυμαστές εγκαψοσμαλδωμένες,| όλες με λίθους εκλεκτούς με τίμιες ποδίες Αρσ., Κόπ. διατρ. [873]· Αύθις τε αι βημόθυραι πέλουσι καμουχένιες,| των δε εικόνων αι ποδιαί καμουχοτζατουνένιες Παϊσ., Ιστ. Σινά 1098· Είχαν (ενν. αι εικόνες) ποδίες εύμορφες μεγάλες ώσπερ πεύκια| με τέχνην ωραιότατην με πάσαν ευκοσμίαν Αρσ., Κόπ. διατρ. [1050]· β) ύφασμα που σκεπάζει το μπροστινό μέρος της Αγίας Τράπεζας (για τη σημασ. βλ. Somav., λ. ποδιά): είτις τολμήσει και επάρει ... πράγμα της εκκλησίας ... ή ποδέα ή μανάλι ... αφορισμῴ εις αυτούς καθυποβάλλομεν Μαλαξός, Νομοκ. 188· γ) παραπέτασμα, θωράκιο (για τη σημασ. βλ. Sophocl., λ. ποδέα και Πεντόγαλος, Παρνασσ. 16, 1974, 38, 42, 38): δεν έχει (ενν. η εκκλησία της Αγίας Βάτου) ... Τέμπλον· αλλά όταν λειτουργούσι, κλείουσι και χωρίζουσι ωσάν Άγιον Βήμα με μίαν μεγάλην ποδίαν, από ένα μέρος έως το άλλο, ωσάν καταπέτασμα Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 156· τότε γαρ και γέγονεν σεισμός εκείσε μέγας, και κεραυνός έπεσεν εν τῃ ιερᾴ μονῄ της Περιβλέπτου, και έκαυσεν εκείσε εικόνας και ποδέας και άλλα τινά Byz. Kleinchron. Ά 35210· δ) ιερό πέπλο που σκεπάζει άγαλμα (για τη σημασ. βλ. Du Cange, App., λ. ποδέα και App. alt., λ. ποδέα): Έλενος δε ο αδελφός του Έκτορος εσυμβούλευσε τον Έκτορα ίνα υπάγει ... και να ειπεί της μητρός του της Εκάβης, να παρακαλέσει (ενν. η Εκάβη) την θεάν την Αθηνάν, και να της δώσει μίαν ποδίαν εύμορφην, διά να αποδιώξει τον Διομήδην εκ τον πόλεμον Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Υπόθ. Ζ́· Ειπές δε και της μητρός μας,| να συνάξει τας γυναίκας| να ανοίξουσι τας θύρας| του ναού της Αθηναίης| και να φέρει μίαν ποδίαν,| την πολλά ωραιοτάτην| κι έμπροσθεν αυτήν να θέσει,| της θεάς της Αθηναίης Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Ζ́ [138]. 5) Η βάση, η κάτω πλευρά ενός σχήματος, μιας επιφάνειας (για τη σημασ. βλ. Fisc byz. 290): εάν δε έχει (ενν. το χωράφιον) κοιλίαν εις το έσω χείλος είτε εις το έξω, μέτρει το πλάτος της κεφαλής και της μέσης και της ποδέας, και έπαρον την τρίτην μοίραν Metrol.2 5822. 6) Μονάδα μέτρησης επιφάνειας/έκτασης: κυρ Νικολο Παουλη, υιός του κυρ Τζανάκι,... ότι δίδει και πακτώνει του Μοσκολεο ... χωράφια ποδέα μια Ολόκαλος Ζ3. Φρ. 1) Αποσκεπάζω την ποδιά κάπ., βλ. Επιτομή, αποσκεπάζω β φρ. (α) και ασχημία 5β φρ. (α). 2) Φιλώ την ποδιά κάπ. = προσκυνώ, ικετεύω κάπ. (για τη σημασ. βλ. Κουκ., ΒΒΠ Α2 109-110 και Έ Παράρτ. 20-21): απήτις εις το κάτεργον εμπήκαν| οι προεστοί και τον πασάν ευρήκαν,| σκύφτουσι και κλιτά τον προσκυνούσι| και την ποδιά του ρούχου του φιλούσι Λεηλ. Παροικ. 340.
ποίημα- το, Ασσίζ. 4342, Χρον. Μορ. P 1856, Θησ. Δ́ [673], Ϛ́ [392], Ζ́ [683], [1248], ΙΒ́ [158], Συναξ. γυν. 344, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 129, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 1901, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 17v τρις, 51v, Μαλαξός, Νομοκ. 479, Ιστ. πολιτ. 753, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Αφ. 13, Διήγ. ωραιότ. 780, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. β́ 112, Χριστ. διδασκ. 163, Διακρούσ. 857· ποίημαν, Sprachlehre 168, Αχέλ. 739· ποίμα(ν), Ιων. III 10· γεν. εν. ποιημάτου, Ασσίζ. 46926.
Το αρχ. ουσ. ποίημα. Ο τ. ποίμαν και σήμ. στο ποντ. ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ., Andr., Lex. στη λ.). Η λ. και σήμ.
1) α) Λογοτεχνικό έργο σε στίχους: Σφρ., Χρον. (Maisano) 48· β) (γενικ.) γραπτό κείμενο, έργο, χωρίο συγγραφέα: πρωτύτερα να ξηγηθώ κάτι ποιήματα τους φρενίμους οπού είπασιν καλόν διά τες γυναίκες, τάπισα να πω τα ποιήματα εκείνους οπού είπασιν κακόν Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 83. 2) α) Πράξη, έργο: Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 104r· β) (στον πληθ.) β1) κατόρθωμα: ο οποίος Ακρίτης έκαμεν ποιήματα μεγάλα εις τον κόσμον, και από τότε καυχάται η Ρωμανία ότι υπέταξε και ενίκησε τους εχθρούς Διγ. Άνδρ. 40517· β2) πράξη εντυπωσιασμού: Το κεφάλιν του έκαμεν (ενν. o Νεκτέναβος) ως αετού και εις την κεφαλήν του κερατόπουλα χρυσά και ουράν ώσπερ του βασιλίσκου· τα ποδάρια του εποίησεν και τους ελάτες ωσάν του γρύψου και τα πτερά του χρυσά και μαύρα. Και εσέβην εις την βασίλισσαν την Ολυμπιάδα με φόβον και τρόμον μέγαν και έμειναν οι δύο και πάλιν εξέβη οπίσω με πολλά ποιήματα και θαυμαστός εφάνη εις το ξέβαν του Διήγ. Αλ. V 26. 3) Δημιούργημα (συνηθέστ. του Θεού): Ίδε, Χριστέ, την κάκωσιν εξ ύψους σου αγίου (παραλ. 1 στ.) σκύψε από τον ουρανόν, ίδε το ποίμνιόν σου,| διότι όλοι είμεστε ποίημα των χειρών σου Ιστ. Βλαχ. 2498 [= Γέν. Ρωμ. 120]· Και καθώς, οπόταν ιδεί τινάς έναν σπίτι εύμορφον ή άλλον σκεύος καλά καμωμένον, επαινά εκείνον τον τεχνίτην οπού το έκαμε, ούτως δη και επί τα ποιήματα του Θεού· από αυτά γινώσκομεν την δόξαν και δύναμιν εκεινού οπού τα εποίησε Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 7431.
ποιητής- ο, Σπαν. (Μαυρ.) P 453, Ωροσκ. 3813, Gesprächb. 469, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 107, 547, Αχιλλ. (Smith) N 1902, 1904, Φαλιέρ., Θρ. (Bakk.-v. Gem.) 286, Μαχ. 64228, Θησ. ΙΒ́ [876], Σκλέντζα, Ποιήμ. 714, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 10, Συναξ. γυν. 62, 85, Απόκοπ.2 254, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 1785, Θρ. Θεοτ. 80, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 25, 215, Εις Θεοτ. 33, Διήγ. ωραιότ. 60, 92, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [1295], Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1344.
Το αρχ. ουσ. ποιητής. Η λ. και σήμ.
1) Λογοτέχνης που συνθέτει ποιήματα: Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 13527, Μεταξά, Επιστ. 4715. 2) Δημιουργός (προκ. για το Θεό): Πώς δίψαν ενυπέφερες ο πλαστουργός του κόσμου,| ο της θαλάσσης ποιητής και πάντων των υδάτων; Θρ. Θεοτ. 15· (απολ.): Ω Βενετιά καλότυχη, οπού ’σαι ευλογημένη,| ο Ποιητής σ’ ευλόγησεν να ’σαι χαριτωμένη·| από όλες τες χώρες πὄχει η γη, εσύ είσαι τιμημένη Θρ. Κύπρ. M 234.
ποιώ,- Ελλην. νόμ. 527, 556, Ασσίζ. 967, 1454, 8, 1876, 25, κ.π.α., Διγ. (Trapp) Gr. 1460, 1882, Διγ. Z 394, 1908, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 828, Βέλθ. 204, 277, Σπανός (Eideneier) Α 444, Χρον. Μορ. H 579, 921, 2418, κ.π.α., Χρον. Μορ. P 921, 2418, κ.π.α., Βίος Αλ. 612, 3001, 4494, Απολλών. (Κεχ.) 4, Λίβ. P 2753, Λίβ. Sc. 58, Αχιλλ. (Smith) N 44, 920, 1329, Αχιλλ. (Smith) O 11, Ιμπ. 646, 711, Χρον. Τόκκων 707, 939, Φυσιολ. (Zur.) VIII10, XII 2b3, Φυσιολ. B 109, Διαθ. Αλ. 25613, Δούκ. 3523, Σφρ., Χρον. (Maisano) 5017, 6023, Αλεξ.2 1451, Λίβ. Va 89, 103, 636, κ.α., Έκθ. χρον. 275, 281, 354, Κορων., Μπούας 135, Διήγ. Αλ. G 26618, Διήγ. Αλ. E (Konst.) 154, Διήγ. Αλ. F (Lolos) 25620, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 39r, Βυζ. Ιλιάδ. 8, Ιστ. πολιτ. 5619, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1594, 1902, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 3513, 4734, κ.π.α.· ποιγώ, Ασσίζ. 27021· γ́ εν. ενεστ. ποίει, Ερμον. Β 211· γ́ εν. παρατ. έποι’, Gesprächb. 727, Απολλών. (Κεχ.) 588· αόρ. εποίγησα, Ασσίζ. 26429, 2653, 26924-25, 33419-20, 40720, 4811, Κυπρ. ερωτ. 14216· εποίηκα, Τρωικά 5208, Sprachlehre 168· (έ)ποικα, Σπαν. O 93, Διδ. Σολ. Ρ 80, 148, Λόγ. παρηγ. L 8, 337, Προδρ. (Eideneier) III 89 χφ G κριτ. υπ., Καλλίμ. 1098, 2389, 2581, Ιων. I9, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 94, 1621, Βέλθ. 789, 1304, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 322, 657, 838, Ερμον. Α 223, Χρον. Μορ. H 257, 566, 620, κ.π.α., Χρον. Μορ. P 50, 82, 257, κ.π.α., Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 317, Φλώρ. 1723, Ερωτοπ. 484, Λίβ. P 644, 1059, 1973, Λίβ. Sc. 1806, 2764, Λίβ. Esc. 400, 1107, 3988, Λίβ. N 1780, 2443, 2457, Αχιλλ. (Smith) N 994, Αχιλλ. (Smith) O 206, Ιμπ. 146, 451, Χρον. Τόκκων 932, Φαλιέρ., Ιστ.2 741, 258, Διήγ. Βελ. χ 205, Διήγ. Βελ. N2 126, 136, 162, Θησ. (Foll.) I Υπόθ. 12, I 98, Θησ. Πρόλ. [120], Ά Υπόθ. [12], Β́ [294], Λίβ. Va 2548, 2640, 2668, κ.α., Απόκοπ.2 358, 417,κ.π.α.· (ε)ποίκα, Κομν., Διδασκ. Δ 198, 353, Γλυκά, Στ. 262, Καλλίμ. 714, 1165, 2481, Ασσίζ. 34, 246‑7, 599, 4622 κ.α., Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 100, 565, 727, Βέλθ. 652, Χρον. Μορ. H 638, 883 1915 κ.π.α., Χρον. Μορ. P 49, 1209, 2430 κ.π.α., Φλώρ. 404, 417, Ερωτοπ. 484, Λίβ. P 2495, 2504, Λίβ. Sc. 2483, 2764, 3077, Λίβ. Esc. 2268, 4080, Λίβ. (Lamb.) N 194, Λίβ. N 1576, 2194, 2638, Ιμπ. 779, Μαχ. 85, 168, 1611 κ.π.α., Γεωργηλ., Θαν. 447, Βουστρ. (Κεχ.) 2045, Λίβ. Va 1066, 1170, 1821, κ.α., Απόκοπ.2 358, Κορων., Μπούας 14, 20, 21, 49 κ.α., Αχέλ. 164, 559, 1076, 1547, Κυπρ. ερωτ. 7541, Διγ. O 583· (έ)ποισα, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 448, Λίβ. P 160, Λίβ. Esc. 2967, 3523, Λίβ. (Lamb.) N 793, Ch. pop. 44, 45, 539 Βεντράμ., Φιλ. 34, 171, 311, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 736· (ε)ποίσα, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 7300, Θησ. Β́ Υπόθ. [4], Ch. pop. 493, Κορων., Μπούας 127, Πένθ. θαν.2 158 κριτ. υπ., Πτωχολ. α 736, Ιστ. Βλαχ. 503, Ψευδο-Σφρ. 53613· γ́ εν. ορ. αορ. ’μποίκε, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) N 892· υποτ. αορ. (ε)ποίσω, Κομν., Διδασκ. Δ 83, Σπαν. O 50, Καλλίμ. 653, 1188, 2409, Ασσίζ. 38, 11, 47, 2515 κ.π.α., Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1000, 1265, 1343, Βέλθ. 1171, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 351, 372, 395, κ.α., Χρον. Μορ. H 303, 669, Χρον. Μορ. P 206, 4611, 4738 κ.π.α., Φλώρ. 797, 893, 942, Ερωτοπ. 17, 483, Λίβ. Sc. 2287, 2475, Λίβ. (Lamb.) N 576, Ιμπ. 246, 283, 324, Μαχ. 434, 820, 2022 κ.α., Θησ. Πρόλ. [90], [153], Ζ́ [82], Λίβ. Va 777, 1102, 1413, κ.α., Κορων., Μπούας 24, 27, 35, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 673, 691, 1037, Κυπρ. ερωτ. 478, 10048, 10614, 11917, κ.π.α.· προστ. αορ. ποίσε, Λόγ. παρηγ. L 460, Καλλίμ. 1692, Βέλθ. 765, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 587, Χρον. Μορ. H 2516, Χρον. Μορ. P 2516, Φλώρ. 352, Λίβ. Esc. 1192, Λίβ. N 1041, Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 400, Αχιλλ. (Smith) N 1124, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 541, Μαχ. 83, 41026, 6462, κ.α., Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 52, Βουστρ. (Κεχ.) B 6314, Λίβ. Va 1048, 2702, 3106, 3109, Συναξ. γυν. 997, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Β́ 5416, Αγν., Ποιήμ. Β́ 56, Βεντράμ., Φιλ. 150, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1297· ποίσον, Ερμον. Η 262, Φλώρ. 222, Ιμπ. 202· απαρέμφ. αορ. ποίσαι, Ερμον. Χ 170· ποίσει, Ασσίζ. 11410, 3179, 3225, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1172, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 3160, Χρον. Μορ. H 8873, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 39, Συναξ. γαδ. (Βασιλ.) 101, Ερωτοπ. 548, Θρ. Κων/π. (Mich.) 16, Κορων., Μπούας 45, 65, Αχέλ. 2091, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1810, 618, 1251· ποίσειν, Ασσίζ. 4169, Μαχ. 1903, 30615, 47625, 48010, 57031, Βουστρ. (Κεχ.) 527· μτχ. ενεστ. (άκλ.) ποιών, Κανον. διατ. Β 744· μτχ. αορ. (άκλ.) ποιήσοντα, Χρον. Μορ. H 2421, 3409· μτχ. παρκ. ποιμένος, Μορεζίν., Λόγ. 467.
Το αρχ. ποιέω. Ο τ. ποιγώ σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα (Andr., Lex. στη λ.· πβ. και τ. ποίγω σήμ. στο ποντ. ιδίωμα, Andr., Lex., Παπαδ. Α., Λεξ. λ. ποίω). Ο τ. γ́ εν. ενεστ. ποίει από μετρ. αν.· πβ. όμως και τ. ποίω στο ποντ. ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ., Andr., Lex.) και τ. ποίου τσακων. (Andr., Lex., Κωστ., Λεξ. τσακων.). Για τον τ. γ́ εν. παρατ. έποι’ βλ. Κεχαγιόγλου [Απολλών. σ. 667]. Για τον τ. αορ. εποίγησα πβ. προστ. αορ. ποίγησε (17. αι., Κουκ., ΒΒΠ ΣΤ́ 231) και τ. ποιγήσω σήμ. στη Λευκάδα (Κοντομίχης, Λεξ. λευκ. ιδιώμ. 411). Οι τ. αορ. με κατάλ. ‑κα με επίδρ. του παρκ. (Jannaris, Hist. Gramm. 440· βλ. και Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 547, 548). Ο τ. αορ. εποίηκα και σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα (Σακ., Κυπρ. Β́ 746 στη λ.). Ο τ. έποικα <εποίκα (Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 156· μάλλον από τον πληθ. εποίκετε Hatzid., Einleit. 438)· πβ. αορ. έπ’κα <έποικα σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex., Δεληγιάννης, Ιδίωμ. Κουβουκλ. Προύσας 7). Ο τ. αορ. εποίκα (<εποίηκα, Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 156) και σήμ. στο ποντ. (Andr., Lex., Παπαδ. Α., Λεξ.) και στο κυπρ. ιδίωμα (Σακ., Κυπρ. Β́ 746 στη λ.). Ο τ. αορ. ’μποικα στην Καππαδοκία (Andr., Lex.)· τ. εμποίκα στο τσακων. ιδίωμα (Κωστ., Λεξ. τσακων. λ. ποίου). Ο τ. αορ. ’ποίκα σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex., Λουκά, Γλωσσάρ. λ. ποίσω, Κωστ., Λεξ. τσακων. λ. ποίου)· πβ. και ενεστ. ποίκω (από αόρ. με κατάλ. ‑κα, Krawczynski [Πουλολόγος σ. 104], Οικονομ., Γραμμ. Πόντ. 261 κε.) σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ. λ. ποίω, Andr., Lex., Χατζιδ., ΜΝΕ Ά 278). Ο αόρ. έποισα (<εποίσα, Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 156) και σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα (Σακ., Κυπρ. Β́ 746 στη λ.)· πβ. και τ. αορ. έπ’σα στη Θράκη (Andr., Lex.). Ο αόρ. εποίσα (<εποίησα, Χατζιδ., ΜΝΕ Ά 278, Β́ 156) σε έγγρ. του 11. αι. (Caracausi, εποίσαν, στη λ.) και σε κυπρ. δημ. τραγ. (Eideneier, Πρακτ. Β′ Κυπρ. Σ 3, 418). Η υποτ. αορ. ποίσω (<ποιήσω) και σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. Β́ 746 στη λ., Λουκά, Γλωσσάρ., Γλωσσάρ. Λέσβ.)· πβ. και τ. μέλλ. ποίσου (Andr., Lex., Κοσμάς, Ιδίωμ. Ιωανν., Μπόγκα, Γλωσσ. Ηπείρου Ά 313, Μηνάς, Πρακτ. Β′ Κυπρ. Σ 3, 261) σήμ. ιδιωμ. και bοίσω στη Βιθυνία (Andr., Lex.). Η προστ. αορ. ποίσε και σήμ. στο ποντ. (Andr., Lex., Παπαδ. Α., Λεξ.) και το ιδίωμα της Προύσας (Δεληγιάννης, Ιδίωμ. Κουβουκλ. Προύσας 83, 93). Η προστ. αορ. ποίσον (<ποίησον, Χατζιδ., ΜΝΕ Ά 209) σε παπυρ. (Hatzid., Einleit. 309) και σήμ. ποντ. (Andr., Lex., Παπαδ. Α., Λεξ.). Ο τ. του απαρέμφ. αορ. ποίσαι από ποιήσαι (Jannaris, Hist. Gramm. 84). Για τον τ. της άκλ. μτχ. αορ. ποιήσοντα βλ. Jannaris, Hist. Gramm. 207. Η λ. και σήμ. στα ιδιώμ. της Προύσας και της Κύπρου (Andr., Lex.), καθώς και σε λόγ. φρ. και χρ.
Ά Μτβ. 1) α) Κατασκευάζω, φτιάχνω : Και το θρονίν το φοβερόν, τις να το εξετιμήσει;| (παραλ. 1. στ.) οι βασιλείς της Σπάνιας και της Αλαμανίας| με όλην τους την δύναμιν τέτοιoν ου μη το εποίσαν Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 7300· Είδες το τι παράξενα έποικεν ο τεχνίτης! Λίβ. Va 961· Πώς ο χιούχας κι η ξυφτέρα| μιαν φουλιάν θέλουν ποιγήσειν; Κυπρ. ερωτ. 14216· (με σύστ. αντ.): ο Θεός ο δυνατός οποὔδωκε την γνώσιν,| να με φωτίσει και εμέ εις τας πλοκάς του στίχου,| και να ποιήσω και εγώ ποιημάτι τοιούτον,| να μη το βαρεθεί τινάς, αμή ολωνών ν’ αρέσει Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 10· (μεταφ.): χέρια ζωγράφου το έποικαν, να είπες, το λιβάδιν| και εποίκεν το χιλιόμορφον, μυριοχαριτωμένον Λίβ. Va 202, 203· (μέσ.): Καναν. (Pinto) 121· Ιερακοσ. 33726· β) στήνω, εγκαθιστώ, ιδρύω: βούλομαι ... ξενοδοχείον να ποίσω| να ’χει πλησίον και λουτρόν να λούγονταιν οι ξένοι Λίβ. Va 3111· στο μέτωπόσ σου ηθέλησεν να ποίσει| ο Πόθος το θρονίν του Κυπρ. ερωτ. 89. 2) α) Παράγω: Μηλ., Οδοιπ. 635· προκ. για ζώα και φυτά: εάν τα μελίσσιά μου ποίσουν μέλιν εις άλλον δένδρον Ασσίζ. 19826· Σταφ., Ιατροσ. 12· (μέσ.): Διγ. Z 3791· εδώ μεταφ. (πβ. ΚΔ Λουκ. 3, 8 ποιήσατε ουν καρπούς αξίους της μετανοίας): με πολέμους και με πείνες δεν εποιούμαν καρπούς μετανοίας Διήγ. πανωφ. 55· β) γεννώ, φέρνω στον κόσμο: Εποίκαν παίδας ευειδείς, ωραίους και ανδρείους| και μετά ταύτα εποίκασιν και εμέν την παναθλίαν Λίβ. Va 2920· γ) επινοώ: εάν ποιήσῃς τρόπον και αποκτείνῃς αυτόν, έξεις ... δωρεάς και τιμήν Έκθ. χρον. 7611. 3) α) Αναπτύσσω, αποκτώ: έκτοτε γαρ και μέχρι νυν ουκ έποικες μαλλία Πουλολ. (Τσαβαρή)2 247· Εάν την ανορεξίαν ο ιέραξ υπό μόχθου κέκτηται ... ούτω ποιήσει όρεξιν ταχέως Ιερακοσ. 45119· β) (προκ. για ασθένεια) εμφανίζω (σύμπτωμα): Εάν ο ιέραξ σκωλήκια ποιήσῃ εν τοις πτεροίς Ορνεοσ. αγρ. 56623· οι οφθαλμοί αυτού αφρόν ποιούσιν Ορνεοσ. αγρ. 55017. 4) (Προκ. για χρήματα) βγάζω, κερδίζω: το πρωί γαρ έλαβεν τα χρήματα τά έποι’ Απολλών. (Κεχ.) 588· οι πένητες και οι φτωχοί πολύ λογάρι εποίκαν Χρον. Μορ. P 8471. 5) Συντάσσω, εκδίδω έγγραφο: Ορκωμοτικόν του εποίσε| με τας ίδιας του τας χείρας ο τοπάρχης παραυτίκα Πτωχολ. α 736. 6) α) Πράττω, κάνω: Διά πολλές και περισσές δουλείες και εμπιστιοσύνες οπού εποίκεν εις το ρηγάτον, τον ακριβόν μας κούντην τε Ρουχάς ορδινιάσαμέν τον διά βιζόρρε Βουστρ. (Κεχ.) 2241· Προσκύνημα να δώσουσιν, δουλείαν των αρμάτων,| ώσπερ το εποιούσασιν μετά τον βασιλέα Χρον. Μορ. P 3029· γυρίζω εις την τέντα μου και πέφτω εις το κλινάριν| με κόπον και με λογισμόν το τι πάλε να ποίσω Λίβ. Va 1413· (με είδος σύστ. αντ.): δεν είν’ δίκιον να θρηνίσεις| ’δέ για μέναν να ’χεις κλάμαν| αφόν δεν εποίκα πράμαν| ζώντα να καλοκαρδίσεις Κυπρ. ερωτ. 12931· (μέσ.): Καναν. (Pinto) 409· Διγ. (Trapp) Gr. 3483· β) εκτελώ, πραγματοποιώ, υλοποιώ: άννοιξε το χαρτίν το βουλλωμένον και ό,τι λαλεί ποίσε ότοιμα Μαχ. 1436· Αυτείνος του μαστόρου του τον ορισμόν εποίκε Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 1007· Το ανυπόληπτον κανείς ουκ επαινεί ποτέ του,| αλλ’ επαινεί τους Έρωτας οπού ποιούν τό τάξουν Λίβ. Va 971· (με είδος σύστ. αντ.): Τι έν’ τό μας λέγεις, δέσποτα, τι μας κατονειδίζεις;| ’ς ποίον πόλεμον μας έβαλες κι ουδέν εποιήσαμε έργον; Χρον. Μορ. H 5119· γ) επιτυγχάνω κ.: Τι να σε λέγω τα πολλά ...| τα όσα εποίησε ο πρίγκιπας εις την Μονοβασίαν Χρον. Μορ. H 2924· αν καλλωπισθεί ευειδές γύναιον ... διά του μεθοδικού καλλωπισμού ποιεί φαντασίαν υπερβάλλουσαν Μάρκ., Βουλκ. 3487. 7) Με αντικ. διάφ. ουσ. αποδίδει κάθε φορά περιφραστικά τη σημασ. του ομόρριζου με το ουσ. ρ.: αν ου ποιήσεις παίδευσιν εις αύτα, ως τους πρέπει,| βγάνουν σε εκ το βασίλειον, παίρνουν την αυθεντία σου Πουλολ. (Τσαβαρή)2 AZ 116· εποίκαν κλεψίαν ενθάδιαν εις την τζάμπραν του ρηγός Ασσίζ. 22029· απήγαν να σφαγούν και να καταφθαρώσιν,|να ποίσουν και αφανισμόν και θλίψιν των ορνέων Πουλολ. (Τσαβαρή)2 652 κριτ. υπ. χφ E· από τους πολέμους όλους οπού εποίσετε, εις ετούτον τον πόλεμον να ποιήσητε κάλλιον ανδραγαθίαν Διήγ. Αλ. G 26937, 38· ευεργεσίαν τους έποικεν άλογα και φαρία Χρον. Μορ. H 2953· (μέσ.): τοσούτον λόγον εποιήσαντο υπέρ βοηθείας, όσον εποιήσατο ο σουλτάνος του Κάρεος Σφρ., Χρον. (Maisano) 13825 Ην δ’ έστειλά σοι κιβωτόν έχουσαν το χρυσίον| κελεύω σοι μερίσασθαι τούτον τοις συλλησταίς σου, (παραλ. 2 στ.) πρόνοιαν σου ποιούμενος, μήπως ουκ έχων δούναι (παραλ. 1 στ.) σφαγιασθείς συ παρ’ αυτών Βίος Αλ. 1727· καν τους γειτνιώντας εις μαρτυρίαν καλέσει ο επίσκοπος, φροντίδα ποιούμενος του αποδείξαι τῃ συνόδῳ πάσας τας συμβάσας τῃ εκκλησίᾳ αυτού περιστάσεις Ιστ. πατρ. 18220. 8) Προξενώ, προκαλώ: Γέγονε δε κατά πολύ φοβερός ο Ακρίτης,| ώστε η θεωρία του εποίει την δειλίαν Διγ. Z 2284· του εποίκεν πληγήν φανερήν Ασσίζ. 739· εάν εύρω από τας βάιας μου ...| να δέχεται πιττάκια ...,| τούτο ας ηξεύρει απ’ εμέν, κακόν την θέλω ποιήσειν| και θάνατον μετά εντροπής, πληροφορώ τας όλας Λίβ. Va 1297. 9) α) Διαπράττω (σφάλμα): ηύρα την παράξενον κόρην την Πλάτζια-Φλώρα| ένδον του πύργου, εκείτετον μέσον εις το κλινάριν| με άγουρον πανεξαίρετον ... (παραλ. 2 στ.) κείνη μ’ εκατεφρόνησεν κι έποικεν τέτοιον πράγμαν Φλώρ. 1723· λέγει, ο βαριόμοιρος: «Είντά ’τονε τό ’ποίκα;| Και, πάλι, από τον ορισμόν τίποτες δεν εβγήκα» Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 225· εσύ, πουλίν κακότυχον και ψοφοζαρωμένον,| όλως εμέ περιγελάς, ειπέ και πώς το εποίκες; Πουλολ. (Τσαβαρή)2 365· β) κάνω σε κάπ. κ. κακό, βλάπτω: Τι σ’ έποικα και υβρίζεις με; Λόγ. παρηγ. L 607· ου θέλω το, κακόν να πάθει ο Θόας.| Ευγενικός ένι πολλά, πολλοί τον αγαπούσι| και εξ ων να του εποίσαμεν, ομοίως να μας το εκάμαν Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 4921· εις τα αμπελίτσια βόσκομαι, ποτέ ζημίαν ου κάμνω| να ποίσω τον αμπελικόν εις κλήμα ή εις σταφύλιν Πουλολ. (Τσαβαρή)2 514· (ως απειλή): Αν ου ’γερθείς εις το γοργόν ..., (παραλ. 1 στ.) τώρα να ιδείς το πλεότερον το τι σε θέλω ποίσει Πουλολ. (Τσαβαρή)2 39· υβριστ., σε έκφρ. περιφρόνησης (βλ. όμως και Τσαβαρή [Πουλολ. σ. 362, 403]): να ποίσω την υπόληψιν και την απαιδευσίαν σου Πουλολ. (Τσαβαρή)2 317· να έποικα την υπόληψιν και την θωρίαν σου, λούπη Πουλολ. (Τσαβαρή)2 415· να ποίσω και το πρόσωπον και την υπόληψίν σου,| να ποίσω την κουδούπαν σου αυτήν την μαδισμένην Προδρ. (Eideneier) I 153, 154· γ) προκ. για σεξουαλική πράξη (υποτιμ.): Ειδέ αν ορμείς να πορνευθείς, εγώ να σου το ποίσω Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1574· τό επεθύμα η Μαξιμού γοργόν της το εποίκα Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1576· και ο Δαυΐδ ηθέλησε αυτείνην ν’ αγαπήσει (ενν. τη Βερσαβέ)| και τό ’χε αυτούνου η όρεξη με δαύτην να ποιήσει Δεφ., Λόγ. 636. 10) α) Φροντίζω να γίνει κ.: ποίησον αυτόν ησυχάσαι ημέρας επτά Ορνεοσ. αγρ. 570· το χαρτίν είναι της κυράς, της ρήγαινας. Και ποίσετε να ποίσετε τον ορισμόν της Βουστρ. (Κεχ.) B 2618· ποίσε με καλόν κι άγιον ψιχάδιν| το πνεύμα προς εσέν να βρει την στράταν Κυπρ. ερωτ. 10735· β) τα φέρνω ώστε: η τύχη εποίκεν, Χρυσταλλένη,| να ’ναι τόση σκλεριά σ’ αυτός σου σέναν Κυπρ. ερωτ. 10014· Ο δαίμονας εζήλεψε θωρώντας τ’ ανθρωπάρι,| να το ποιήσει ο καιρός τους τόπους του να πάρει.| Όφις εγίνηκε ζιμιό και αγάλια αγάλια εσέβη| απόξω στην Παράδεισο Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1077. 11) α) Γίνομαι αιτία να, αναγκάζω: τούτο σου το πιττάκιν| εποίκεν την καρδίαν μου να κακωθεί εις εσένα Λίβ. Va 1793· Ήλθες κι εσύ, ...| ... ιέραξ, εις τον γάμον,| να ποίσεις και την πέρδικαν, ... (παραλ. 1 στ.) και τα μικρά στρουθόπουλα τα όλα να μισεύσουν Πουλολ. (Τσαβαρή)2 372· β) πείθω, καταφέρνω κάπ. να κάνει κ.: έχτισεν το κάστρον του Αβαρίνου| ... εις σκοπόν να ποιήσει προς τον ρήγαν,| να το έχει δώσει εις κληρονομίαν εκεινού και του ανεψίου του Χρον. Μορ. H 8097· Ανάθεμά σε, λογισμέ, πού μ’ έποισες και μπήκα; Γεωργηλ., Θαν. (Wagn.) 446· Εποίησα τον Λίβιστρον, επέρριψεν τον φόβον,| και ευθύς καβαλικεύομεν την στράταν να υπάμεν Λίβ. Va 2798· γ) διατάζω, ορίζω: ανίσως ο κύρης ή η κυρά ... να ποίσουν να τον δέρουσιν άμετρα τον σεργέντην Ασσίζ. 738. 12) (Μαθημ.) α) πολλαπλασιάζω: ποίησον β́γ́́ ́επί ιβ́, γίνονται κή Rechenb. (Vog.) 865· β) διαιρώ: τα ιά κεράτια ποίησον εις τα κδ́, γίνονται γ́ ́ή ́ Rechenb. (Vog.) 795· φρ. ποιώ τον μερισμόν επί των ... / την μοιρασίαν = διαιρώ: επειδή γ́ ́ και δ́ ́ ο λόγος έχει, τα γ́ επί τα δ́ γίνονται ιβ́, εξ ων δέον ελέσθαι μονάδα. Επί γαρ τούτων ποιήσειν έχεις τον μερισμόν. Rechenb. (Vog.) 76· ποιούμεν εν αυτοίς τοις έ την μοιρασίαν των ζ́ Rechenb. (Vog.) 337. 13) α) (Για θρησκ. τελετή) τελώ: δι’ αίγων και αρνίων| ουκ εποίσαμεν θυσίας,| κι ένεκεν τούτου βαρείται (ενν. ο Απόλλων) Ερμον. Η 240· Ουδέν γαρ άργησαν ποσώς τον γάμον να ποιήσουν Χρον. Μορ. H 3131· β) διεξάγω: τον εκατέριξα πολλά εντροπιαμένα,| στην τζούστριαν οπού εποίκαμεν ομπρός στον βασιλέα Λίβ. Va 2373· γ) οργανώνω: Άρα διά τείντα εποίκεν το συμπόσιον, εδήγησεν την τράπεζαν, παρού διά να προσδεκτεί τους φίλους του και να τους κανακίσει; Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 442. 14) (Προκ. για ομάδα) συγκροτώ: έξι χιλιάδες ευρέθησαν όπου ήσαν καβαλλάροι· | αλλάγια εποίησαν δεκαοχτώ, προς τρία είχε η χιλιάδα Χρον. Μορ. H 4659. 15) (Με κατηγ. του αντικ.) α) καθιστώ, καταντώ κάπ.: η όποια φλόγα, ομμάτια μου, και η εμορφία σου η τόση| εξεστηκόν με έποικε κι επήρε με την γνώση Θησ. Πρόλ. (Κακλ.) 62· Ερίξασί με την γραφήν, απλώνω, εκράτησά την|και τα μεν πρώτα λόγια ολόχαρον με εποίκαν Λίβ. Va 1643· Ζει, τόν εποίκεν άψυχον ο φθόνος ο εδικός μου;| Ζει, τόν εποίκεν άψυχον η τέχνη της μαγείας; Λίβ. Va 3363, 3364· εδώ με ειδική πρόταση: Δέσποτα, παρίσταται η δείνα ... έμπροσθεν της αγιοσύνης σου και ποιεί την αγιοσύνην σου ότι να το εγνωρίσεις, ότι ο πατήρ αυτής ... εμνηστεύσατο εαυτήν μετά του δείνα Ελλην. νόμ. 55723· (σε μεταφ.): ο σταλαγμός του πόθου μου την πέτραν της ψυχής μου| χάρβαλο να την έποικεν, αφού την καταδέρνει Λίβ. Esc. 1638· (μέσ., συχνά για ωφέλεια του υποκ.): Διγ. Z 3300· β) προσδίνω μια ιδιότητα ή ένα χαρακτηριστικό: είναι προφητευμένον| για τούτον τον Αντίοχον τον τύραννον γραμμένον (παραλ. 2 στίχ.) ... εμάς να φέρει ομπροστά και να μας τιμωρήσει,| για να μιαροφαγήσωμεν, Έλληνας να μας ποίσει Βεστάρχης, Στίχ. πολιτ. Ελεάζ. 130· Εδάρε και τα γράμματα, αν με έποισαν τεχνίτην Προδρ. (Eideneier) ΙΙΙ 89· (προκ. για φιλική, ερωτική ή συγγενική σχέση): είμαι απεδά παρέτοιμος του να τον ποίσω φίλον Λίβ. N 1035· Τον Λίβιστρον βουλεύεται πάλιν ο εδικός του| το πώς τον ευνουχόπουλον ως φίλον τον εποίκεν Λίβ. Va 1038· κόρη,| ποίσε με και μένα φίλον Ch. pop. 5· ενίκησαν τον αμηράν και γαμβρόν τον εποίσαν Διγ. Άνδρ. 31727· γ) αποδεικνύω ότι κάπ. έχει μια ιδιότητα· φρ. ψεύστην να με ποιήσεις! = μακάρι να διαψευστώ: επουράνιε Θεέ, ψεύστην να με ποιήσεις! Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 983· δ) αποδίδω σε κάπ. ή κ. μια αρνητική ιδιότητα, που δεν έχει, με ιδιοτελείς σκοπούς: ορίζει το δίκαιον να κόψουν το τρίτον της γλώσσας του, ίνα μη ποτές τορμήσει να ποίσει την αυλήν άδικην Ασσίζ. 2105· αγάπα την αλήθειαν, θεός γαρ τούτο θέλει·| λόγον αν ξεύρεις αληθή, μη τον ποιήσεις ψέμαν Σπαν. A 555· (εδώ με δευτερεύουσα πρόταση): Εάν ο ανήρ ποιήσει τον εμαυτόν του ότι υπάρχει δαιμονιάριος ως αφορμής ότι έχει ασθένειον ... Ελλην. νόμ. 5386. 16) Μεταβάλλω, μετατρέπω: και του παμφάγου δράκοντος εκφόρησον το σώμα (παραλ. 1 στ.) άψον πυράν, κατάκαψον, στάκτην λεπτήν το ποίσε Καλλίμ. 635· έγραψα, φίλε, την γραφήν, εποίκα την πιττάκιν Λίβ. Va 1821· τα δάκρυα μου να τα ’ποισα μελάνη για να γράψω| και τ’ ακριοδακτυλίτσα μου να ’ποισα το κοντύλι Ch. pop. 44, 45· την κλίνην έποισα ληνόν και την ανάπλαν σκάφην Κρασοπ. (Eideneier) ΑΟ 105. 17) Διαμορφώνω, αναδεικνύω: εν τῃ μήτρᾳ τους εννέα| μήνας τε τους πληρεστάτους,| εμετέστρεψέν το η φύσις,| έποικέν το (ενν. το κοράσιον) ρωμανάτον| ωραιότατον εις όψιν Πτωχολ. α 688· εις τον λαόν του Ισραήλ πρώτον τους έποικά σε Χούμνου, Κοσμογ. 2172. 18) α) Ορίζω: εκάτσαν εις βουλήν, διά να ποίσουν άλλον μαντατοφόρον Βουστρ. (Κεχ.) Μ 7318· κράζει τον μισίρ Φλοράν και ερρεβέστισέ τον| ως αβουέρην, τον έποικεν ομοίως και κληρονόμον Χρον. Μορ. H 8604· β) χρίζω, δίνω αξίωμα, διορίζω: καβαλιέρους έποικαν έξι ανδρειωμένους Κορων., Μπούας 146· βουλήν επήραν οι αρχηγοί ποίον να ποίσουν ρήγαν Χρον. Μορ. P 100· κόντε τον Πιτιλιανόν ...| γουβερναδούρον έποικε (ενν. της Βενετιάς η αυθεντιά) Κορων., Μπούας 25· (μέσ., συχνά για ωφέλεια του υποκ.): Ιστ. πολιτ. 109· γ) χειροτονώ: Περί μοναχών ότι, όταν τους ποιούν καλογήρους, να μην τους παίρνουν δώρα Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 12277. 19) (Σε ερωτ. πρόταση για κ. που δε φαίνεται χρήσιμο) χρησιμοποιώ ως, χρειάζομαι για κάπ. σκοπό: ω κακιωμένη της φιλιάς και φύσης,| λοιπόν την ομορφιάν τείντα να ποίσεις; Κυπρ. ερωτ. 478. 20) Υποθέτω, θεωρώ: ποίσε ότι πλέρωσε τούτα τα πέρπυρα διά τον δείνα απέ τους εγγυτάδες μου Ασσίζ. 6118. Β́ Αμτβ. 1) Κάνω, ενεργώ, πράττω: σου το μηνύει καθαρά κι αλλέως να μην ποίσεις Κορων., Μπούας 54· ποίσε ως θέλεις Μαχ. 15811· ωσάν ορίζεις, πατέρα, ούτως να ποιήσομεν Διήγ. Αλ. G 2675. 2) (Μαθημ.) υπολογίζω: ποιήσομεν ούτως: πολλαπλασιάσομεν τας έ λίτρας του μέλιτος επί τα ζ́, γίνονται λέ Rechenb. (Vog.) 116· έρχομαι γουν επί το ευρείν, πόσα είχεν ο πρώτος, και ποιώ ούτως Rechenb. (Vog.) 5718. 3) Γράφω ποιήματα, στιχουργώ: Ποιος κάλαμος να ημπορεί να γράψει, να ποιήσει| τα άνθη των χαρίτων τως στον κόσμον να τα αφήσει Τζάνε, Κατάν. Αφ. 27. 4) (Σε παρομοίωση) συμπεριφέρομαι ως, κάνω σαν: Εσύ ποσώς δεν έποικες ωσάν καλός στρατιώτης,| οπού με όμοιον του ποθεί δικαίως μάχην ν’ αρχίσει,| αμμή ...| κατά της ώρας άρχισες τες χώρες μου να βλάπτεις Θησ. (Foll.) I 105· Διατί ’ς τούτον τον πόλεμον καθένα παλληκάρι| ανδρείαν μεγάλην έδειξε, και ’ποίκεν ως λεοντάρι Κορων., Μπούας 117. 5) (Με κατηγ.) είμαι κατάλληλος για: ο γέρων ο Φιλοπαππούς ούτως τον απεκρίθην (ενν. τον Διγενή):| «Θεωρώ σε, κύρκα, υπόλυγνον και ως αχαμνά ζωσμένον| και χαμηλά η ποδέα σου και ου ποιείς εσύ απελάτης» Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 658. 6) α) Διανύω, περνώ κάπ. χρονικό διάστημα (με χρον. προσδ.): χωρίς οδύνης και κλαυθμού ώραν αν ποίσεις μίαν Καλλίμ. 2029· εκ της πικρίας της πολλής και του δεινού μαντάτου| ημέρας τρεις εποίησεν να πα τινάς κοντά του Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 130· Μετά της κόρης ο Αχιλλεύς εξάχρονον εποίκεν| τερπόμενος Αχιλλ. (Smith) N 1642· β) καταναλώνω χρονικό διάστημα για να κάνω κ.: Οι μαντατοφόροι … εποίκαν ς́ ημέρες να σάζουνται και να ξηλώννουνται Μαχ. 49014· ημέρες δύο έποικαν να θάψουν τους νεκρούς τους Χρον. Μορ. P 4194· γ) παραμένω κάπου (με χρον. προσδ.): Βάλε ψαρόγαλον εις το οξίδιν και ας ποιήσει ημέρας γ́ Ιατροσόφ. (Oikonomu) 882· εποίησαν εις φυλακήν την εβδομάδα εκείνην Χρον. Μορ. H 4217· εποίκεν (ενν. ο ρήγας) έναν χρόνον εις το κρεβάτιν πιασμένος χέρια και πόδια Μαχ. 67818· Καιρόν εποίησεν (ενν. του Πέτρου η γυναίκα) αυτού εις την Αγίαν Μαύραν Χρον. Τόκκων 939· (σε αξίωμα): Ποιήσας ουν (ενν. ο κύρης Διονύσιος) εν τῃ πατριαρχίᾳ έτη δύο και μήνας εξ ... Έκθ. χρον. 481. 7) Διατελώ, είμαι, μένω· (με κατηγ.): εις το Σπιτάλιν έποικες φρέρης καν έξι χρόνους Πουλολ. (Τσαβαρή)2 242· πλέον να ποίσω μοναχός και να ’μαι τιμημένος,|περί με τέτοιαν συντροφιάν, διά να ’μαι εντροπιασμένος Θησ. (Foll.) I 65· (μέσ.) οίκησις τούτων μήκοθεν υπήρχεν εκ της τέντας,| ουχί δε άπαντες ομού, αλλ’ άνδρες μεν ιδίως,| αι δε γυναίκες άποθεν εις μέρος εποιούντο Διγ. Z 3626 κριτ. υπ. χφ. T. Φρ. 1) Ποιώ αγανάκτησιν = (α) πειράζω, ερεθίζω κάπ. με εχθρικές ενέργειες: ανισώς και η μεγάλη σου βασιλεία πας να τους ποίσεις αγανάκτησιν, κρατούν εκείνοι το εδικόν μας, και θέλομεν γινείν έρημοι εις τον κόσμον τούτον Μαχ. 1586· (β) ενεργώ αγανακτισμένος (εναντίον κάπ.), εκδικούμαι: εκείνοι όπου σου το είπαν ..., είπαν το ... διά να το μάθει ο υιός μου, να ποίσει αγανάκτησιν του μισέρ Αντρία, και θέλειν τραβενιάσειν μέγα κακόν! Βουστρ. (Κεχ.) 443. 2) Ποιώ αγάπην = (α) αγαπιέμαι (με κάπ.): έλα, κυρά, ας ποιήσομεν πολλών χρονών αγάπην Ερωτοπ. 316· (β) συνθηκολογώ, κάνω ειρήνη· συμφιλιώνομαι: αγάπην εμηνύσασι μετ’ έμας να ποιήσουν| μήνας ή τρεις ή πλεότερον, τους νεκρούς διά να θάψουν Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 5475· τον πόλεμον κατάλειψον και ποίησον αγάπην Διγ. Z 3125· Στα γόνατά του έπεσαν, όλοι παρακαλούν τον (ενν. τον πρίγκιπαν),| να συμπαθήσει τό έποικεν ετότε ο Μέγας Κύρης, (παραλ. 3 στ.) κι ενταύτα γαρ του έποικεν το ομάντζιον που εχρεώστει,| στο στόμα τον εφίλησεν κι εποιήσασιν αγάπην Χρον. Μορ. H 3341· (εδώ) συμφιλιώνω: θωρώντα το πράμαν πως ήτον να γινεί χοντρόν, εποίκαν στράταν και εποίκαν τους αγάπη Βουστρ. (Κεχ.) 2441. 3) Ποιώ ακρατισμόν, βλ. Επιτομή, ά. ακρατισμός Φρ. 4) Ποιώ αναλογίας = αντικρούω, διαψεύδω: αν ένει ότι ο Ρενάτ έχει β́ μάρτυρας ... πως τον είδασι να δώσει το ζωνάρι κλειδωμένον, και ήκουσάν τον να πει ότι εις το ζωνάρι είχεν ρ́ πέρπυρα, άνευ αναλογίας να ποίσει ο χανιέρης των περπύρων, εντέχεται να ικανώσει τα παρκάτω των περπύρων, με το δίκαιον και με την ασσίζαν Ασσίζ. 33025. 5) Να ποίσει άνεμον, βλ. Επιτομή, ά. άνεμος 1 φρ. 6) Ποιώ απογραφάς, βλ. Επιτομή, ά. απογραφή φρ. 7) Ποιώ απόφα, βλ. Επιτομή, ά. απόφα φρ. 8) Ποιώ άργητα, βλ. Επιτομή, ά. άργητα 1 φρ. 9) Ποιώ αργίαν, βλ. Επιτομή, ά. αργία 2 φρ. 10) Ποιώ άρμενα, βλ. Επιτομή, ά. άρμενο(ν) 1 φρ. 11) Ποιώ άρνησιν, βλ. Επιτομή, ά. άρνησις ‑ση 1 φρ. 12) Ποιώ (την) αρμάδα(ν) = εκστρατεύω: η ρήγαινα της Κύπρου εμήνυσέν τους να ποίσουν αρμάδα να έλθουν εις την Κύπρον, από το αίμαν του ρε Πιερ του αντρός της να πάρουν βεντέτταν Μαχ. 3343· πολλά τον εβίασεν να σμικτεί με τους Γενουβήσους να ποίσουν την αρμάδαν διά την Κύπρον Μαχ. 33429. 13) Ποιώ (την) αρχήν, βλ. Επιτομή, ά. αρχή Ά 1α φρ. 14) Ποιώ την ασσίζαν, βλ. Επιτομή, ά. ασσίζα 3 φρ. 15) Ποιώ ατάκτως, βλ. Επιτομή, ά. ατάκτως φρ. 16) Ποιώ όλην μου την αφεντίαν = μαζεύω/χρησιμοποιώ όλη μου τη δύναμη, «βάζω τα δυνατά μου»: προυμουτιάζω του εις τον Θεόν, να ποίσω όλην μου την αφεντίαν να δω αν ημπορίσω να βγω εις την άκραν του Μαχ. 64014. 17) Ποιώ αφορμήν, βλ. Επιτομή, ά. αφορμή 1β φρ. 18) Ποιώ κάπ. αφροντισίαν, βλ. Επιτομή, ά. αφροντισία 2 φρ. 19) Ποιώ βεντέττα = εκδικούμαι: επρουμουτίασέν τους, ότι, αν τους βάλει στο χέριν του, να ποίσει του ρηγός βεντέτταν από τα κρίατά τους Μαχ. 9212. 20) Ποιώ βίγλα ή (καλές) βίγλες, βλ. Επιτομή, ά. βίγλα 3 Φρ. α. 21) Ποιώ βουλήν = συγκαλώ το συμβούλιο, συνεδριάζω, αποφασίζω: εσωρεύτησαν ούλοι εις το σπίτιν του κουδουνά και εποίκαν βουλήν Βουστρ. (Κεχ.) 21012. 22) Ποιώ διαταγήν, βλ. Επιτομή, ά. διαταγή 1 Φρ. 23) Ποιώ δίκαιον απέ κάπ.= δίνω δίκιο (σε κάπ.), απονέμω δικαιοσύνη (τιμωρώντας άλλον): μαθάνοντα πως ο ρήγας εσκότωσεν τον αδελφόν της και τους Σαρακηνούς, επήγεν ομπρός του σουρτάνου. Και εζήτησεν να της ποίσει δικαίον απέ τον ρε Τζακ Βουστρ. (Κεχ.) Β 13711. 24) Ποιώ δοκιμήν, βλ. Επιτομή, ά. δοκιμή 4 Φρ. 25) Ποιώ, ποιούμαι εκδίκησιν, βλ. Επιτομή, ά. εκδίκησις ‑ση 1β φρ. 26) Ποιώ επιμέλεια, βλ. Επιτομή, ά. επιμέλεια 1β φρ. 27) Ποιώ την ζήτησιν προς κάπ. = υποβάλλω ερώτημα: τότε προς Απολλώνιον την ζήτησιν εποίει:| Ηξεύρεις ποιος έν’ τόν ζητεί, ποιος έναι ο τσακισμένος; Απολλών. (Κεχ.) 324. 28) Ποιώ κάπ. θαρρούμενον, βλ. Επιτομή, ά. θαρρώ Ά 4β φρ. 29) Ποιώ θαύμα/θαύματα = θαυματουργώ: ο Σαν Τζουάνης τε Μουφόρτε ... ποιεί άξια θαύματα εις τους αστενείς και εις πύρεξες Μαχ. Ο 3213 (βλ. Dawkins [Μαχ. ΙΙ σ. 263])· ποιεί μεγάλα θαύματα εις ούλον τον κόσμον (ενν. ο άγιος Μάμας) Μαχ. Ο 3230 (βλ. Dawkins [Μαχ. ΙΙ σ. 263])· (εδώ σκωπτ.): Εάν σε βάλω εις τα χέρια μου, μέγα θαύμα θέλω ποιήσει απάνω σου Διήγ. Αλ. G 26321‑22. 30) Ποιώ το ικανόν, βλ. Επιτομή, ά. ικανός Το ουδ. ως ουσ. 2 Φρ. 31) Ποιώ ιστία = αποπλέω: απήλθον εν τοις πλοίοις, και, ποιήσαντες ιστία, απέδρασαν Έκθ. χρον. 1329. 32) Ποιώ εις καλλύτερον = κάνω κάτι καλύτερα: αν είχεν το ποίσειν, εγινίσκετον μέγα σκάνταλον. Αμμέ ως φρόνιμος, διά να ποίσει το πράμαν εις καλλύτερον, εμήνυσεν του σιρ Αντωνή Σουλουάνη, του αβικάρη Βουστρ. (Κεχ.) 527. 33) Ποιώ κατάκλειστον, βλ. Επιτομή, ά. κατάκλειστος Φρ. 34) Ποιώ δ́ κομμάτια = εκτελώ κάπ. με διαμελισμό: τῃ ιά Αυγούστου τον άνωθεν Βαλιαντήν εκόψαν την κεφαλήν του και εποίκαν τον δ́ κομμάτια Βουστρ. (Κεχ.) 1588. 35) Ποιώ κούρτην = συγκαλώ συνέλευση: να ελθούν οι άπαντες λίζιοι του Μορέως,| οι αρχιερείς κι οι φρόνιμοι όλου του πριγκιπάτου,| να ποιήσει (ενν. ο ρήγας) κούρτην δυνατήν Χρον. Μορ. H 8141. 36) Ποιώ το κρεβάτι μου = στρώνω, τακτοποιώ το κρεβάτι μου: εδώκαν του την τσάμπραν,| εποίησαν το κρεβάτι του κι εκοίτετον εκείσε Χρον. Μορ. H 8242. 37) Ποιώ κρίσιν, βλ. Επιτομή, ά. κρίσις ‑ση Φρ. 5. 38) Ποιώ λιθάρι κάπ., βλ. Επιτομή, ά. λιθάριον Φρ. 2. 39) Ποιώ λύπην, βλ. Επιτομή, ά. λύπη Φρ. 3. 40) Ποιώ μάθησιν, βλ. Επιτομή, ά. μάθησις ‑ση 1δ φρ. 41) Ποιώ (την) μαντατοφορίαν, βλ. Επιτομή, ά. μαντατοφορία 1α φρ. 42) Ποιώ ως (πιστός) μάρτυρας ότι/πως ... = καταθέτω (αξιόπιστη) μαρτυρία στο δικαστήριο ότι/πως ...: αν εκείνος (ενν. ο λαβωμένος) επέθανεν, και ο έτερος έχει τους μάρτυρας οπού να ποίσουν ως πιστούς μάρτυρας ότι εσκότωσέν τον διαφεντεύγοντα το κορμίν του, το δίκαιον κελεύει ότι αυτός να μείνει κίτες περί εκείνου του φόνου Ασσίζ. 45717· αν ένι ότι ο Ρενάτ έχει β́ μάρτυρας, οπού να ποίσουν ως μάρτυρες, πως τον είδασι να δώσει το ζωνάρι κλειδωμένον και ήκουσάν του να πει ότι εις το ζωνάρι είχεν ρ́ πέρπυρα ... Ασσίζ. 33023. 43) Ποιώ μαρτυρίαν, βλ. Επιτομή, ά. μαρτυρία Φρ. 6. 44) Ποιώ ’μάτζε = υποβάλλω τα σέβη μου, διακηρύσσω την (φεουδαρχική) υποταγή μου, εκφράζω την αφοσίωσή μου: Και εφίλησεν το χέριν της (ενν. της ρήγαινας) κι εποίκεν ’μάτζε διά τον υιόν του, τον Γιάκουμον. Και εδώκεν του και το βισκουντάτον, εις όλην του την ζωήν Βουστρ. (Κεχ.) 20418. 45) Ποιώ μέλη (και μέλη) κάπ. = κόβω σε κομμάτια, διαμελίζω κάπ., βλ. και φρ. μέλη και μέλη ποιώ ή κόβω κάπ., ά. μέλος (I) Φρ. 1: Και μέλη αν σε ποιήσουσιν, βλέπε εντροπήν μη ποιήσεις Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 4. 46) Ποιώ από το μέλος μου = πράττω ο ίδιος ή μέσω του απογόνου μου: Βλέπεις αυτά (ενν. τα δένδρη) πώς δίδουσι εκείνον τό ’χου φύση,| και πούρι από το μέλος των έναι του χρειά να ποίσει;| Κάμε κι εσύ το λοιπονίς σ’ αυτείνον τό μετέχεις,| και μη γυρεύεις να θωρείς εκείνον τό δεν έχεις! Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 36. 47) Ποιώ μετάνοια(ν), βλ. Επιτομή, ά. μετάνοια 4 φρ. 48) Ποιώ μηνίον, βλ. Επιτομή, ά. μηναίο(ν) Φρ. 2. 49) Ποιώ κάπ. στο (εις τον) μόδο(ν) μου, βλ. Επιτομή, ά. μόδος Φρ. 8. 50) Ποιώ μοιρασία(ν), βλ. Επιτομή, ά. μοιρασιά 1 φρ. 51) Ποιώ μονέδαν, βλ. Επιτομή, ά. μονέδα α φρ. 52) Ποιώ μονήν, βλ. Επιτομή, ά. μονή Φρ. 2. 53) Ποιώ νίκην, βλ. Επιτομή, ά. νίκη Φρ. 5. 54) Ποιώ (το) νίκος, βλ. Επιτομή, ά. νίκος 1α φρ. 55) Ποιούμαι νομήν, βλ. Επιτομή, ά. νομή 1α φρ. 56) Ποιώ νώσιν, βλ. Επιτομή, ά. γνώσις ‑ση 6 Φρ. α. 57) Ποιώ ξένον εκ, από …, βλ. Επιτομή, ά. ξένος Φρ. 4. 58) Ποιώ ξηροφαγία, βλ. Επιτομή, ά. ξηροφαγία φρ. 59) Ποιώ την οδό(ν) (μου), βλ. Επιτομή, ά. οδός 4 φρ. (1). 60) Ποιούμαι την οίκησιν, βλ. Επιτομή, ά. οίκησις 1 φρ. (2). 61) Ποιώ την οίκησιν, βλ. Επιτομή, ά. οίκησις 1 φρ. (3). 62) Ποιώ οικονομίαν, βλ. Επιτομή, ά. οικονομία 3 φρ. 63) Ποιώ ομάδα, βλ. Επιτομή, ά. ομάς ‑δα Φρ. 2. 64) Ποιώ ορδινιά, βλ. Επιτομή, ά. ορδινιά 9α φρ. (1). 65) Ποιώ προς κάπ. την όρεξίν μου = ικανοποιώ την επιθυμία μου: Εκείνου που εστέκετον απάνω στο κορμί του,|για να του δώσει θάνατον, να πάρει την ζωή του,| λέγει του «ποίσε προς εμέν όλην την όρεξίν σου| κι ας αποθάνω γλήγορα ...» Θησ. Β́ [631]. 66) Ποιώ ορισμόν, βλ. Επιτομή, ά. ορισμός Φρ. 6. 67) Ποιώ (κάπ. ή προς κάπ. ή μετά κάπ.) όρκο(ν) ή όρκους να, ποιώ τον όρκον ότι, βλ. Επιτομή, ά. όρκος (Ι) Φρ. 1α. 68) Ποιούμαι (την) ορμήν (άπασαν), βλ. Επιτομή, ά. ορμή Φρ. 2. 69) Ποιώ όφελον, βλ. Επιτομή, ά. όφελος Φρ. 5. 70) Ποιώ παιδί, βλ. Επιτομή, ά. παιδίον 1α φρ. 3. 71) Ποιώ την παντιέραν = υψώνω τη σημαία, το έμβλημα: εποίκαν την παντιέραν της ρήγαινας Βουστρ. (Κεχ.) 21014. 72) Ποιώ παραβουλίαν = προδίδω: από τό μου λαλείτε, πως επήγα ... διά να την σκοτώσω, δε θέλειν το προβιάσειν ποττέ τινας και εγύρεψα να ποίσω ... τίτοιαν παραβουλίαν Βουστρ. (Κεχ.) 6019. 73) Ποιώ παραίτησιν, βλ. ά. παραίτησις φρ. β. 74) Ποιώ παρακάλεσιν, βλ. ά. παρακάλεσις ‑ση Φρ. 75) Ποιώ παράμερα, βλ. ά. παράμερα φρ. 76) Ποιώ παρκάτου = ελαχιστοποιώ, λιγοστεύω: Ο πόθος, ουρανός κι άστρη ας χιονίσουν,| δέομαι να βαλθούν με σπουδοσύνην| παρκάτου την σκλεριάν σ’ εσέν να ποίσου,| αφόν δεν θέλουν να ’χεις ’λεμοσύνην Κυπρ. ερωτ. 10048. 77) Ποιώ πείραν, βλ. ά. πείρα Φρ. 3 (η φρ. ποιούμαι πείραν ήδη αρχ.). 78) Ποιώ πήξιν, βλ. ά. πήξις Φρ. 79) Ποιώ πιλάλημα, βλ. ά. πιλάλημα 1β φρ. 80) Ποιώ κάπ. εις πόλεμον = προκαλώ κάπ. σε δικαστική μονομαχία: να ποίσουν τον έναν απέ τους μάρτυρας εις πόλεμον και ο νικητής εντέχεται να κάμει το ζητούμενον με δίκαιον Ασσίζ. 13019. 81) Ποιώ πόρον = διακορεύω: Ο προς ελευθέραν κόρην ποιήσας επ’ αυτής πόρον, ήγουν εξηπαρθενέψει αυτήν, απ’ αυτήν την ημέραν εστίν γυναίκα του Ελλην. νόμ. 55615. 82) Ποιώ ποσχάδα, βλ. Επιτομή, ά. μποσκάδα φρ. 83) Ποιώ καλόν/κακόν πρόσωπον = δείχνω εύνοια/δυσαρέσκεια προς κάπ., ότι είμαι ευχαριστημένος/δυσαρεστημένος με κάπ.: ο σουλτάνος εποίκεν τους καλόν πρόσωπον Βουστρ. (Κεχ.) 7212· θωρώντα τον ο ρήγας, άρχεψεν να του μαλλώσει και εποίκεν του κακόν πρόσωπον Βουστρ. (Κεχ.) 266. 84) Ποιώ στράταν = ακολουθώ μια μέθοδο, ενεργώ κατάλληλα, βρίσκω τρόπο: στράταν χαράς εποίσαμεν και ου πρέπει τώρα να στενάζεις Λίβ. Esc. 4153· θωρώντα το πράμαν πως ήτον να γινεί χοντρόν, εποίκαν στράταν και εποίκαν τους αγάπην Βουστρ. (Κεχ.) 2441· Θωρώντα και ρεμέδα δεν ήτον να ’χει την αρχιεπισκοπήν, εφάνην του να ποίσει την καλλύτερην στράταν διά την ζωήν του και διά την τιμήν του Βουστρ. (Κεχ.) Μ 137. 85) Ποιώ στρέμμα(ν) (οπίσω) = επιστρέφω, ξαναγυρίζω, υποχωρώ (βλ. Επιτομή, οπίσω Ά Φρ. 5): ξυπνώντα ποίκα στρέμμα στην κυράν μου Κυπρ. ερωτ. 116· κι ανίσως κι εις εμέναν ποίσω στρέμμαν| ποτέ, θέλω να γράψω ν’ αγροικάται:| ο πόθος, ποθητέ, μπορεί καμπόσα Κυπρ. ερωτ. 675· εσκοτώσαν πολλούς Σαρακηνούς, και οι Σαρακηνοί εποίκασιν στρέμμα Μαχ. 66036. 86) Ποιώ συντροφίαν/συντροφιάν = συντροφεύω, κάνω παρέα (σε κάπ.): εκαβαλλίκευσεν και ο αποστολές ... και ο παλίος εποίκεν του συντροφία, και επήγαν ως την Αγίαν Παρασκευήν Βουστρ. (Κεχ.) 2616· τ’ αδόνιν κλαίγει πάσα μέραν· | στο κλάμαν συντροφιάν θεν να του ποίσω,| δίχως να πάψω ’δέ πωρνόν ’δέ σπέραν Κυπρ. ερωτ. 343. 87) Ποιώ σχήμα(ν) = (εκκλ.) υποκλίνομαι: Και σχήμα τότες έκαμεν ο μέγας πατριάρχης| προς βασιλέα μέγιστον ο πρώτος αρχιθύτης Αρσ., Κόπ. διατρ. [1497]· Εποίκεν σχήμαν ο παπάς, υπάγει προς τον όρθρον Πουλολ. (Τσαβαρή)2 491 (βλ. όμως και Τσαβαρή [Πουλολ. σ. 371]). 88) Ποιώ σχήμα(ν) εντροπής = δείχνω συστολή: εξέβην, είδα την, και εκείνη μ’ εντρανίζει·| εποίκεν σχήμαν εντροπής, πεζεύει εκ τον δάον Λίβ. P 1799. 89) Ποιώ σχήμα σιωπής = παίρνω σιωπηλή έκφραση, στέκομαι σιωπηλός: ως ήκουσεν ο βασιλεύς αυτούνον, εφοβήθη,| έποικε σχήμα σιωπής, μικρόν επιλογήθην Χούμνου, Κοσμογ. 722· απείτις τους εσύντυχα και αυτοί αποκριθήκαν,| έποικαν σχήμα σιωπής και το ρωτάν αφήκαν Απόκοπ.2 238. 90) Ποιώ σχήμαν (χαιρετίσματος) = κάνω χειρονομία χαιρετισμού: επρόσκυπτεν εκείνος εκ το κάστρον, (παραλ. 1 στ.) και σχήμαν χαιρετίσματος έποικεν προς εμέναν Λίβ. Esc. 1207· εσηκωθήκασιν οι νέοι εκ το τραπέζι (παραλ. 1 στ.). Εποίκαν σχήμαν κι έγνεψαν στα μέρη των Σοδόμων Χούμνου, Κοσμογ. 1047. 91) Ποιώ τέλειωσιν = βάζω τέλος: με τον χάρον τέλειωσιν εποίκασιν| στες έννοιες, πλήξες και λαμπρά, που φράγησα Κυπρ. ερωτ. 9747. 92) Ποιώ τίποτα/τίποτε(ς)/τίβοτες (εις κάπ.) = (α) αντιμετωπίζω κτ. ενεργητικά, καταβάλλω προσπάθειες για να πετύχω κτ.: Ποίσε τίποτα, φόβον μη δειλιάζεις,| μόνον την κόρην σύδραμε εις το να την ιδούμεν Λίβ. Va 2702· ποίσε τίποτες να επάρομεν την κόρην Λίβ. Esc. 2922· (β) βοηθώ κάπ. έστω και λίγο: Ξένον μ’ εποίκαν τα κακά, Τύχη, τα εδικά μου| και ποίησον τίποτε εις εμέ, ψυχοπονέθησέ με Λόγ. παρηγ. O 621· ποίσετε τίβοτες εις εμέν, Αγάπη μου και Πόθε,| συντύχετε τον Έρωταν, παρακαλέσετέ τον Λίβ. Esc. 343· να σε ποιήσει τίποτες να σε παρηγορήσει Λόγ. παρηγ. O 463. 93) Ποιώ το εκ κοιλίας = προκαλώ έκτρωση: Εάν γυνή ποιήσει φοράς το εκ κοιλίας, χρόνους ιέ ακοινώνητη Κανον. διατ. B́ 748. 94) Ποιούμαι τινά υφ’ εαυτόν/υπό την εαυτού (ενν. εξουσίαν) = υποτάσσω κάπ. (το αρχ. υφ’ εαυτῴ): επιδημεί τῃ εν Ελλάδι Βλαχίᾳ εκ της βασιλίδος των πόλεων ο ... Νικηφόρος ο δεσπότης, και ταύτην υφ’ εαυτόν ποιησάμενος ... πάσαν περιζώννυται την αρχήν της εν Ελλάδι λέγω Βλαχίας και αυτής της Αιτωλίας Ιστ. Ηπείρ. ΙΙΙ5· έσπευδε γαρ κἀκείνην υφ’ εαυτόν ποιήσασθαι Ιστ. Ηπείρ. V6· πάσαν πόλιν και χώραν την υπό την βασιλικήν εξουσίαν εν μιᾴ καιρού ροπῄ υπό την εαυτών εποιήσαντο (ενν. οι Μουσουλμάνοι) Καναν. (Pinto) 33. 95) Ποιώ (εις την) φιλίαν (κάποιου) = γίνομαι φίλος με κάπ.: πουλλίν, που ποίκες την φιλιάν μου Κυπρ. ερωτ. 7541· ήλθεν ο άνθρωπος εκείνος ο εδικός μου,| οπού εις φιλίαν ήρκεψεν να ποιήσει του ευνούχου Λίβ. Va 1165. 96) Ποιώ φόνον εις κάπ. = σκοτώνω κάπ.: εποίκαν άδικον φόνον εις τον πτωχόν τον ρήγαν Μαχ. 29634. 97) Ποιώ χαράν = (α) χαίρομαι από ένα γεγονός: Χαράν μεγάλην έποικαν το ιδεί τον τον μαρκέσην Χρον. Μορ. H 257· (β) κάνω, οργανώνω γιορτή, ξεφαντώνω: Ο ρήγας εκείνος της Φραγκιάς ορέχτη να ποιήσει| χαράν και κάλεσμα λαμπρόν μετά τους εδικούς του Χρον. Μορ. H 6012· (γ) τελώ γάμο, παντρεύομαι: εσυγκατέβηκεν κι εγένετον ο γάμος·| κι αφότου ευλογήθησαν κι εποίησαν την χαράν τους,| τα κάτεργα του βασιλέως εστράφησαν στην Πόλιν Χρον. Μορ. H 2527. 98) Ποιώ ψήφους = διεξάγω ψηφοφορία: Εποίησαν ουν ψήφους και έπεσον οι ψήφοι εις τον Θεσσαλονίκης και εποίησαν αυτόν πατριάρχην Έκθ. χρον. 4516· και ποιήσαντες ψήφους εκκλησιαστικώς ανεβιβάσθη εις τον θρόνον πατριαρχείου ο Θεσσαλονίκης Ιστ. πολιτ. 5812. 99) Ποιώ ψυχικόν = κάνω ένα καλό σε κάπ., κάνω ψυχικό σε κάπ.: Πολλά επαρακάλεσεν (ενν. το πουλάκι) να το ελευθερώσει (ενν. η κάτα),| να ποίσει λίγο ψυχικό, να μην το θανατώσει Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1086. —Βλ. και κάμνω, πολεμώ.
πολιτική- η, Σπαν. (Ζώρ.) V 419, Ασσίζ. 47710, Σπανός (Eideneier) A 216, B 42, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 221, Σαχλ. N 224, 243 (έκδ. πολική· διορθώσ. για μετρ. λόγους), 252, 281, 339, 385, 392, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 406, 413, 417, 421, 541, 670, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 310, 336, 365, Σαχλ., Αφήγ. 54, 613, 652, Βουστρ. (Κεχ.) 1785, Συναξ. γυν. 468, 1078, Άνθ. χαρ. 30037, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 119, 120, Σοφιαν., Παιδαγ. 95, Τριβ., Ρε 276, Κατζ. Β́ 121, 264 Πτωχολ. A 214, 230, Πτωχολ. B 270, 284, κ.α.· πολιτική — πολτική, Σαχλ. N 73, 74, 239, 240, 241, 247, 249, 263, 274, 296, 306, 317, 318, 343, 345, 363, 397, κ.α., Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 425, 674, Σαχλ. Α′ (Wagn.) M 338, 341, 359, 360, 364, κ.α., Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 83, 84, 240, 250, 296, 314, 316, 350, 361, Σαχλ., Αφήγ. 60, 65· πολτική, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 1435, Κατζ. Ά 286, Γ́ 311, 331, Δ́ 106, 112, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 25928, 41521, κ.α.
Το μτγν. ουσ. πολιτική (βλ. και L‑S Suppl., λ. πολιτικός). Ο τ. πολτική στο Βλάχ. Τ. πολιτιτζˇή σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα (Φαρμακ., Γλωσσάρ. 204, 423, Χατζ., Λεξ., Λουκά, Γλωσσάρ.· και σε παροιμ., Χατζ., Λαογρ. ΙΒ́, 1938-48, 246). Τ. πορτική σε παροιμ. (Πολ. Ν., Επετ. Παρνασσ. Β́, 1898, 116). Η λ. (και λ. πολιτικιά) και σήμ. ιδιωμ. (Κόμης, Κυθηρ. Λεξ., στη λ., Andr., Lex., στη λ., Παπαδ. Θ., Δημ. κυπρ. άσμ. Β 42, 49, Τσιτσέλη, Κεφαλλ. Σύμμ. 407, Μπαμπιν., Λεξ.· πολιτικεά, Βογιατζ., Γλώσσα Άνδρ. Γ́ 204, στη λ.· πολτίκω, πουλ’τίκου, Αραβαντ., Ηπειρωτ. γλωσσάρ., Μπόγκα, Γλωσσ. Ηπείρου Ά 314).
α) Κοινή γυναίκα, πόρνη (βλ. και Κουκ., ΒΒΠ Β2, 120-124): Ρίξε ’ξ εσένα το λοιπόν πάσα κακήν αιτίαν,| και φεύγε απ’ τες πολιτικές, σαν μέσα οκ την φωτίαν.| Κούρβες, μαυλίστρες απέφευγε, εις αύτες μην πηγαίνεις,| να μη σε πιάσει ασθένεια και πένητας μη γένεις Δεφ., Λόγ. 128· άφες και τες πολιτικές, μίσησε και τα ζάρια,| της νύκτας τα γυρίσματα, την πελελήν αγγάρεια Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 238· Θωρείς, υιέ μου ..., τά κάμνουσιν οι κούρβες,| τά κάμνουν οι πολιτικές οι παλιοκουρεμένες,| πώς δείχνουσιν ότι αγαπούν, ως είναι μαθημένες,| και το τι ’πιβουλεύονται οι παλιογιβεντισμένες Σαχλ. N 401· β) (υβριστ. για την ερωμένη ή την ανήθικη γυναίκα): το να έλθει ομπρός της, ετίμασέν την αντροπιασμένα λογία, λαλώντα της: «Κακή πολιτική, χωρίζεις με από τον άντρα μου!» Και η αρχόντισσα εμούλλωσεν Μαχ. 21428· ο σιρ Τιπάτ εξητίμασεν (έκδ. εξητάμασεν· διορθώσ.) την ρήγαιναν και είπεν της: «Α, βρομισμένη και κακή πολιτική, επεθύμησές με να σ’ έχω ... και εγώ δεν εθέλησα να ποίσω αντροπήν έσσω του αφέντη μου ...» Μαχ. 57414.
πολυεύσπλαγχνος,- επίθ., Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 1671· πολυέσπλαχνος, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1330· πολυεύσπλαχνος, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1758, Ιστ. Βλαχ. 2293· πολύσπλαχνος, Φαλιέρ., Ιστ.2 299 κριτ. υπ.
Το μτγν. επίθ. πολυεύσπλαχνος. Ο τ. πολύσπλαχνος από το ήδη μτγν. επίθ. πολύσπλαγχνος. Η λ. και σήμ.
α) (Εκκλ., ως επίθ. του Θεού), πολύ φιλεύσπλαχνος, πολυέλεος (πβ. ά.): ο Θεός είναι πολυεύσπλαγχνος και θέλει κάμει έλεος εις εσένα Διον. ρήτ., Ιστ. 252· είναι πολυεύσπλαχνος ο Κύριος και οικτίρμων Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ιακ. Καθολ. Επιστ. έ 11· β) (προκ. για άνθρωπο) πολύ σπλαχνικός, συμπονετικός: τέκνα μου πολυέσπλαχνα και πολυαγαπημένα Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 774.
πολύς,- επίθ., Σπαν. (Ζώρ.) V 98, Σπαν. O 97, Γλυκά, Αναγ. 126, Προδρ. (Eideneier) IV 364, Ασσίζ. 40622, Διγ. (Trapp) Gr. 1031, Διγ. Z 226, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 68, Βέλθ. 331, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 1582, Ερμον. Β 171, Χρον. Μορ. H 154 κ.π.α., Χρον. Μορ. P 6 κ.π.α., Πουλολ. (Τσαβαρή)2 84, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 58, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 307, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 18, Λίβ. P 530, Λίβ. Sc. 1102, Λίβ. Esc. 2944, Λίβ. N 2039, Αχιλλ. (Smith) N 6 κ.π.α., Αχιλλ. (Smith) O 13, Ιμπ. 633, Χρον. Τόκκων 478, Φαλιέρ., Ιστ.2 8, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 119, Διήγ. Βελ. χ 79, Παρασπ., Βάρν. C 233, Αργυρ., Βάρν. K 187, Δούκ. 697, Σφρ., Χρον. (Maisano) 185, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 73, Διήγ. Αλ. V 22, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 39, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 518 κ.π.α., Έκθ. χρον. 64, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 81 κ.α., Κορων., Μπούας 43, Διήγ. Αλ. G 265, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 98v, Σοφιαν., Παιδαγ. 113, Δεφ., Λόγ. 200, Πεντ. Γέν. XXXVI 7, Πτωχολ. α 88, Χρον. σουλτ. 6723, Ιστ. πατρ. 1256, Πηγά, Χρυσοπ. 226 (51), Παϊσ., Ιστ. Σινά 253, Πτωχολ. (Κεχ.) P 269, Πανώρ.2 Ά 74 κ.α., Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 398, Διγ. Άνδρ. 34731, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 467, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 57, Ψευδο-Σφρ. 30026, Στάθ. (Martini) Ιντ. β́ 123, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 58v, Πτωχολ. A 75, Λίμπον. 155, Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 52, Ροδινός (Βαλ.) 146, Λεηλ. Παροικ. 476, Πτωχολ. B 92, Διγ. O 604, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πράξ. θ́ 23, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1661, κ.π.α.· πολλύς, Απολλών. (Κεχ.) 46, 78, 118, 181, 182, 212, 276, 296, 376, 388, 390, 417, 457, 462, 471, 481, 534, 539, 593, 603, 628, 689, 693, 720, 812, Μαχ. 414, 69, 826, 1220, 343, 16633, 18828, 19231, 27433, 55223, 56836, 37, 6464, Κυπρ. ερωτ. 422, 497, 7710, 845, 9320, 9468, 10457, 1083, 1093, 5, 11216, 1268, 13212· ουδ. πολύν, Καλλίμ. 1173, Ασσίζ. 43427, Βέλθ. 244, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 221, Σαχλ. N 207, Αχιλλ. (Smith) N 480, 512,1021, Παρασπ., Βάρν. C 423, Σφρ., Χρον. (Maisano) 6022, 1961, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 138, 270, 626, 1081, 1167, 1438, Διγ. Άνδρ. 36619, 36832, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 1990· συγκρ. πολλότερος, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 13622· υπερθ. πολλότατος, Δαρκές, Προσκυν. [24], Σκορδύλης, Λόγ. Θεοτ. 434208, Μπερτολδίνος 164, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 7331‑32, Πρόλ. άγν. κωμ. 29, Ροδινός (Βαλ.) 146, 172, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 16, Γ́ 77, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 16612, 18424, 2037, 21314, 38321, 39822, 43322, 48218, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. ιά 20.
Το αρχ. επίθ. πολύς. Ο τ. πολλύς και σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. Β́ 749, Μιχαηλ.-Νουάρ., Λεξ.· πολλdύς, Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ.). Ο υπερθ. πολλότατος στο Somav. και σήμ. ιδιωμ. (Pern., Ét. linguist. III 510, Ζώη, Λεξ. Ζακ.2 Β′ 392). Η λ. και σήμ.
1) Μεγάλος α) σε αριθμό ή ποσότητα· πολυάριθμος· πολύς: Διδ. Σολ. Ρ 104, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 5843, Διήγ. Αλ. V 44, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 45415· ο γιατρός εφλογοτόμησέν τον πριν τον καιρόν του ... και έβγαλεν πολύν αίμαν Ασσίζ. 43427· (συχνά σε ελλειπτ. λόγο σε θέση ουσ.): Ήκουγα ξενιτεύθησαν πολλοί εκ τα γονικά τους Περί ξεν. (Μαυρομ.) 123· Τούτα τα λόγια τα ’πασι κι άλλες πολλές, Αθούσα,| κι εις το ’στερο επαντρεύγουντα κι όλα τ’ αλησμονούσα Πανώρ.2 Γ́ 527· Τι να σε λέγω τα πολλά πολλάκις να βαριέσαι;| Επεί κι εγώ ωσάν κι εσέν βαριώμαι να τα γράφω Χρον. Μορ. H 1092· ήθελα έχειν πολλά να ποίσω Ασσίζ. 1979· β) σε ένταση ή βαθμό: Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 4139, Διγ. Άνδρ. 37820, Ροδινός (Βαλ.) 121, Πτωχολ. B 9, Φορτουν. (Vinc.) Β́ 14· γ) σε αξία, δύναμη, ισχύ: Αχιλλ. (Smith) N 206, Ιμπ. 635· δ) (χρον.) δ1) μακρύς σε διάρκεια: Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 75, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πράξ. ιδ́ 28· δ2) προχωρημένος: Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 486· ε) σε έκταση (τοπ.): Ροδινός (Βαλ.) 183. 2) Υπερβολικός, παράξενος: πολύ ήτο οι αναστεναμοί πώς δεν την εκεντήσα,| γιατί αρτυμένοι με φωτιά και με τη λάβραν ήσα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Έ 703· Μηδέ σου φανιστεί πολύ να ’μαι ανακατωμένος,| γιατί το δίδει ο πόθος μου ο πολυμπιστεμένος Φαλιέρ., Ιστ.2 301· (εδώ επιτιμητικά): πολύν σου και το κάθισμαν στου γάμου το τραπέζιν! Πουλολ. (Τσαβαρή)2 613. 3) Σε ευχή, επευφημία, (απο)χαιρετισμό: «Ζωήν, χαράν και ’γειάν πολλή να ’χετε», λέγ’ η Μοίρα,| και με το βλέμμα το γλυκύ τους δυο μας εσυντήρα Φαλιέρ., Ενύπν.2 113· Πολλή ζωή του αυθέντη μας, της Ρόδου το κεφάλι (παραλ. 1 στ.) απού ’ρισε και γίνουνταν προσευχές και νηστείες Γεωργηλ., Θαν. 306· Αυτείνη την αθιβολή περίσσα τη βαριούμαι| και δε μπορώ, συμπάθησ’ μου, πλιο μου να σ’ αφουκρούμαι| κι αφήνω σου πολλή ζωή Πανώρ.2 Γ́ 251· εκφρ. πολλά τα έτη, εις πολλά έτη (η έκφρ. και σήμ., πβ. και σπολλάτη): επονόμασαν τον Αλέξανδρον βασιλέα και εφούμισάν τον όλοι: «Πολλά τα έτη του Αλεξάνδρου του βασιλέως και του κόσμου ολουνού» Διήγ. Αλ. V 28· Εις πολλά έτη, βασιλεύ Κυδώνιε, εις πολλά έτη Πωρικ. (Winterwerb) II 94, 95. 4) (Έναρθρ.) το μεγαλύτερο μέρος (ενός συνόλου), η πλειονότητα: Εκράτησεν τους δώδεκα τους χωριστούς εκείνους, | εκράτησεν και άλλους ολίγους τούς ήθελεν και ηγάπαν,| το δε φουσσάτον το πολύν όρισεν να πηγαίνει Αχιλλ. (Smith) N 704. Εκφρ. 1) Μέγας και πολύς = πολύ ισχυρός και πλούσιος (η έκφρ. ήδη αρχ.): Χρον. Τόκκων 3314. 2) Πολύς και ολίγος = όλος, ολόκληρος: ήλθεν ο άνθρωπος μετά ταύτα και έχασεν την σερμαγίαν του την πολλήν και ολίγην οπού είχεν και εσέβην και εις χρέος Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 164r. Φρ. έχω κ. περί πολλού = θεωρώ κ. σπουδαίο, θαυμάζω κ.: Δίδει (ενν. ο βασιλεύς) εξήντα χιλιάδες| αργυρίου και χρυσίου| και ’γοράζει το λιθάρι| και περί πολλού το έχει Πτωχολ. (Κεχ.) P 158. Το ουδ. εν. ως ουσ. = η υπερβολή: δεν θέλω λείψει από την συμμετρίαν του λόγου, δεν θέλω εγώ μηδέ τινά παντελή στέρησιν να μας φέρει βλάβην, μηδέ το πολύ του λόγου να σας δώσει βάρος Πηγά, Χρυσοπ. 174 (7). Το αρσ. στον πληθ. ως ουσ. = (εδώ) οι απαίδευτοι: παρεξεβάλομεν αυτήν διήγησιν του Αχιλλέως| και μετεβάλομεν αυτήν εις σαφεστέραν ρήσιν,| όπως γνωρίζουν οι πολλοί, οι μη μαθόντες λόγους,| την γέννησιν, ανατροφήν, ανδρεία του Αχιλλέως Αχιλλ. (Smith) N 1909.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- Καλλίμ. 730, 1401, 1968, Διγ. Z 976, 1191, 3963, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1155, Φλώρ. 307, Λίβ. P 877, Λίβ. Sc. 1052, 1114, 2132, 2933, Λίβ. Esc. 292, 1576, 2125, 4093, Λίβ. (Lamb.) N 387, Λίβ. N 1410, 1872, 1951, 2708, 3514, Σκλέντζα, Ποιήμ. 1136, 46, Θρ. Θεοτ. 86, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 625 κριτ. υπ., Καλόανδρ. (Δανέζης) 48 (32v), Διακρούσ., Πένθος 145· β́ εν. προστ. αορ. περιπλάκησε, Λίβ. P 2439· περιπλέκησε, Λίβ. P 2581· γ́ εν. μέσ. αορ. επεριπλάκηκεν, Αχιλλ. (Smith) N 1159, 1619· επεριπλάκησεν, Αχιλλ. L 1082· επεριπλέκτη(ν), Μαχ. 645, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 1758· περιπλέκτηκεν, Χούμνου, Κοσμογ. 1955· γ́ πληθ. μέσ. αόρ. περιεπλακήκαν, Φλώρ. 1678· μτχ. ενεστ. περιπλιόντα, Κυπρ. ερωτ. 85· μτχ. παρκ. περιπλεμένος, Φλώρ. 1700, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 707, Θησ. Γ́ [241], Πανώρ. Β́ 190 κριτ. υπ., Γ́ 111 κριτ. υπ., 206 κριτ. υπ., Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 127, 508, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ [594].