Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- αγιαστήριν
- το, Ιμπ. (Legr.) 664, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1032]· αγιαστήρι, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1622].
Από το μτγν. ουσ. αγιαστήριον. Η λ. και στο Βλάχ. Βλ. και Du Cange.
Τόπος άγιος: κτίζει το μοναστήριν,| συντόμως το ευτρέπισεν μέγαν αγιαστήριν Ιμπ. (Legr.) 664.
αδιαφόρετα,- επίρρ., Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [156], Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Γ́́ 252, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Ά́ 1154.
Από το επίθ. αδιαφόρετος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Ανώφελα, χωρίς κέρδος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): Κατέχεις το πως την καρδιά ο Έρωτας δοξεύγει (παραλ. 2 στ.) κι ουδέ κοπιά αδιαφόρετα, όντ’ έβγει στο κυνήγι Ερωτόκρ. Γ́́ 252 (πβ. αδιάφορα).
αμελεύω,- Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1827], Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 14415· αναμελεύγω, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 667· αναμελεύω, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1827].
Από το επίθ. άμελος και την κατάλ. ‑εύω. Για τον τ. αναμελεύγω βλ. άμελος (ετυμ.). Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Δε φροντίζω (για κάτι), παραμελώ, αδιαφορώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ): διατί οι φίλοι του Αχομάτη ... δεν αμελεύανε παρά να βοηθούνε του Αχομάτη Χρον. σουλτ. 14415· κι εγώ — ηξεύρει τ’ ο Χριστός — ουδέν αναμελεύγω| τό δύναμαι και τό μπορώ όλους σας να δουλεύγω Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 667. — Πβ. αμελώ, αμέλεια 1, αμελήτης, άμελος, αμελώς.
αναγκεύω·- μτχ. αναγκεμένος, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [547], Δεφ., Λόγ. (Kar.) 399.
Από το ουσ. ανάγκη. Η λ. και η μτχ. και σήμ. (ΙΛ στη λ.), καθώς και τα ουσ. ανάγκεμα και αναγκεμός (ΙΛ).
Η μτχ. αναγκεμένος = (1) Που κατέχεται από δαίμονες, φρενοβλαβής, τρελός (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Μτχ. 4): Δεν λέγω αγάπην γυναικός, διατί έναι αναγκεμένη,| αγάπη λίγοι έχουνε να ’ναι στερεωμένη Δεφ., Λόγ. (Kar.) 399. (2) Που έχει προσβληθεί από σοβαρή ασθένεια (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Μτχ. 3): Από όλον τον κόσμον ετρέχασιν οι αναγκεμένοι και επαγαίνασιν εκεί και ευρίσκασι βοήθειαν και ιατρείαν των αναγκών τως Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 397. — Πβ. αναγκάζω 2.
αναγυρίζω,- Διγ. (Καλ.) Esc. 168, Ερμον. (Legr.) Y 347, Θησ. (Βεν.) H΄ [907], Π. Ν. Διαθ. (Μέγ.) φ. 244α 10, φ. 260β 22. Πανώρ. (Κριαρ.) A΄ 214, Δ΄ 230, Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 482, Ε΄ 442· ανεγυρίζω, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) VΙΙ 94.
Η λ..
Ά́ Αμτβ. α) Γυρίζω πίσω, επιστρέφω (πβ. τη σημερ. σημασ., ΙΛ στη λ. A1): Και τις πάλι αναγύριζε και τις εμπρός ερχέτον Θησ. H΄ [907]· ο νους αναγυρίζοντα ομάδι με το μάτι Φαλιέρ., Θρ. 1· Συνών.: στρέφω· β) συστέλλομαι (απέναντι σε κάποιον): όσοι και α γεννηθούσινε δεν τως (= απέναντι σ’ αυτούς) αναγυρίζω Π. Ν. Διαθ. (Μέγ.) φ. 260β 22. γ) αποκλίνω από την ευθεία οδό, εκτρέπομαι (βλ. ΙΛ, στη λ. A3): ότε ήσαν οι χριστιανοί οι γέροντες οι πρώτοι (παραλ. 1 στ.), οπού ʼθελαν την εκκλησιάν κι ουδέν αναγυρίζαν και την αγάπην είχασιν Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 694. B́ Μτβ. 1) α) Απομακρύνω (πβ. ΙΛ στη λ. B4): κι εκείνο απού χτίζω| χαλά γιαμιά και το ζητώ και θέλω αναγυρίζω Πανώρ. A΄ 214· ει δ΄ έχει άλλες αμαρτίες και έχει ορθοδοξίαν (παραλ. 1 στ.), μηδέ αναγυρίσεις τον διά βαρύν κανόνα Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 997 (βλ. ΙΛ στη λ. 4β)· πρέπει να γνωρίζει| καθένας τό ’χει χρέος του, να μην τ’ αναγυρίζει Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1804]· β) αποφεύγω (κάποιον) (πβ. ΙΛ στη λ. B4β): αυτή δεν έχει λύπηση κι αγάπη δε γνωρίζει,| μα πλειάτερα παρά θεριό νά ’μου μ’ αναγυρίζει Πανώρ. Δ΄ 230. —Συνών.: μακραίνω. 2) Παραπλανώ (κάποιον), απατώ (πβ. τη σημερ. σημασ., ΙΛ στη λ. B5): και εγώ ως διά τ’ ετούτην ήκρυβα και ανεγύριζά σας Διγ. Esc. 168. 3) Αισθάνομαι συστολή απέναντι σε κάποιον, σέβομαι κάποιον, υπολογίζω (Η σημασ. και στα Poèm. hist. 270129· πβ. τη σημερ. σημασ. της μτχ. αναγυρισμένος = σεβαστός, ΙΛ, λ. αναγυρίζω, μτχ. 1. Επίσης βλ. Ανδρ., Σημασ. εξ. 44 και Ψάλτη, ό.π.): Εγώ ’μαι οποίος φανερά τον κόσμο διαγουμίζω| και οπού ρηγάδες και αφεντιές δεν τες αναγυρίζω Π. Ν. Διαθ. (Μέγ.) φ. 244α 10· βασιλέαν ου φροντίζει (ενν. η σπάθη),| ου σοφόν αναγυρίζει Ερμον. Y 347.
αναλικιώνομαι,- Βεντράμ., Φιλ. (Ζώρ.) 265.
Από την πρόθ. ανά και το ηλικιώνομαι. Εσφαλμ. ο Hatzid., Einleit., 100, βλέπει παρετυμολογία προς την ανά. Απαντά σήμ. τ. αναλικώνω (ΙΛ, λ. *ανηλικώνω), καθώς και ουσ. αναλιγκάρι το = ζώο που διατηρεί ο βοσκός για αναπαραγωγή (Κουκ., Αθ. 59, 1955, 178).
Γίνομαι ενήλικος, «μεγαλώνω» (Πβ. ΙΛ, λ. *ανηλικώνω): Ωσάν αναλικιώθηκαν κι έγιναν παλληκάια Βεντράμ., Φιλ. (Ζώρ.) 265· όσον αναλικιώνονταν έλαμπαν εις τα κάλλη Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1136].
αναμαζώνω,- Ριμ. Απολλων. (Morgan) 1013, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1009], Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 36719.
Από την πρόθ. ανά και το μαζώνω.
Συγκεντρώνω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 4): Τους Τούρκους αναμάζωξε κι έρχεται και σιμώνει Τζάνε, Κρ. πόλ. 36719.
ανευχάριστος,- επίθ., Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 57, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1807].
Από το στερ. αν‑ και το αρχ. επίθ. ευχάριστος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Που δεν προκαλεί ευχαρίστηση, μη ευπρόσδεκτος, ανεπιθύμητος: Και ούτε τον βασιλέα τον Πρίαμον, ούτε τους Τρωαδίτες εφάνη καλόν διά την άρπαξην της Ελένης και ανευχάριστον εδέκτηκαν τον Πάριν Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 57.
ανοίγω,- Προδρ. (Hess.-Pern.) ΙΙ H 19k, Κρασοπ. (Λάμπρ.) 37, Παράφρ. Μανασσ. (Tièche) 34654, Ασσίζ. (Σάθ.) 1789, 33029, 43026, Ελλην. νόμ. (Σάθ.) 5631, Ιερακοσ. (Hercher) 455, Πόλ. Τρωάδ. (Μαυρ.) 171, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 2901, Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) 153 κβ΄, Λίβ. (Lamb.) Sc. 1295, Λίβ. (Lamb.) Esc. 1405, 2432, Λίβ. (Wagn.) N 2132, Ιμπ. (Κριαρ.) 693, Χρον. Τόκκων (Schirò) 3108, 3448, 3470, Φυσιολ. (Zur.) XXIV12, Μαχ. (Dawk.) 28223, Θησ. (Foll.) Ι 21, 59, Καραβ. (Del.) 4925, Γεωργηλ., Θαν. (Wagn.) 364, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 496, Έκθ. χρον. (Lambr.) 1012, 597, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 110, Ιμπ. (Legr.) 647, Συναξ. γυν. (Krumb.) 458, 600, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 57, 100, 104, 107, 130, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 206, 310, 703, 736, Δεφ., Λόγ. (Kar.) 458, Πεντ. (Hess.) Γέν. ΙΙΙ 5, VΙΙ 11, ΧΧΙ 19, ΧΧΙΧ 31, ΧΧΧ 22, Έξ. ΧΧΙ 33, Αρ. XXVI 10, Δευτ. ΧΙ 6, XV 8, 11, Ιστ. πατρ. (Βόνν.) 12020, 15918, Δωρ. Μον. (Βαλ.) 44, Κατζ. (Πολ. Λ.) Δ΄ 42, Ε΄ 384, Πανώρ. (Κριαρ.) Α΄ 326, Ερωφ. (Ξανθ.) Πρόλ. Χάρ. 4, Α΄ 123, Γ΄ 125, Πιστ. βοσκ. (Joann.) IV 8, 30, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 1443, 2717, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 192, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 33726, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Γ΄ 684, 1419, Δ΄ 1394, 1699, 1701, Στάθ. (Σάθ.) Β΄ 13, 23, 156, Γ΄ 156, Βακτ. αρχιερ. (Μομφ.) 138, 164, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Γ΄ [708], Δ΄ [1460], Ε΄ [1302], Φορτουν. (Ξανθ.) Πρόλ. 33, Α΄ 187, Ιντ. α΄ 114, Γ΄ 465, 763, Δ΄ 307, Ζήν. (Σάθ.) Δ΄ 61, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 13422, 1383, 1704, 2162, 21711, 22221, 22617, 26323, 29911, 31013, 33718, 3404, 22, 37216, 38321, 38820, 40712, 43626, 46022, 47624, 49615, 5013, 10, 5041, 5064, 50922, 5161, 51918, 5264, 57216, Διακρούσ. (Ξηρ.) 765· αννοίγω, Μαχ. (Dawk.) 9020, 1865, 2008, 20225, 2529, 3668, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 13216, Θρ. Κύπρ. (Μενάρδ.) M 310· αννοίω, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 1110, 683, 13216, 13821· ’νοίγω, Λόγ. παρηγ. (Lambr.) O 460, Φλώρ. (Κριαρ.) 1697, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Γ΄ 668, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 5154.
Το αρχ. ανοίγω. Η λ. και οι τ. της και σήμ. κοιν. (ΙΛ).
Α´ Μτβ. 1) α) (με παράλ. του αντικ.) ανοίγω την πόρτα (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. ανοίγνυμι Ι 1α και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1α): Κερά, άνοιξε, να ζήσεις, γιατί ένα λόγο θα σου πω Κατζ. Δ΄ 42· φρ. ανοίγω το στόμα, τα χείλη (για να μιλήσω) (Πβ. ήνοιξε προς θεόν στόμα: «Ιδού ...» [= είπε] Θεοδόσ. Διάκ., Παναγιωτάκης, Α 58): άνοιξε και το στόμα σου και η γλώσσα σου ας λαλήσει Συναξ. γυν. 458· γαληνά τα χείλη της άνοιξεν, ταύτα λέγει Πόλ. Τρωάδ. 171· πβ. αναπτύσσω, αναχασκίζω α, αναχάσκω· βλ. και αθιβάλλω α, αναθιβάλλω Α1α· β) ξεκλειδώνω (Η σημασ. αρχ.): δίδει κλειδιά κι ενοίξασιν, ανέβηκεν επάνω Φλώρ. 1697· γ) (προκ. για εκκλησία) ανοίγω, επιτρέπω να λειτουργήσει (Πβ. Lampe, Lex. στη λ. 1β και ΙΛ στη λ. Β1): Εις δε το ημέτερον γένος ην αγαθός, ηνέωξε δε και ναούς, ούσπερ απέκλεισεν ο πατήρ αυτού Έκθ. χρον. 597· δ) ξεκουμπώνω: ανοίγουν τα τραχήλια Συναξ. γυν. 600· ε) παραβιάζω (Πβ. ΙΛ στη λ. Α1γ): Κι οι Τούρκοι σαν εμπήκασι, τα μνήματα ανοίξαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 22617· Τα μαγατζιά ανοίξασι, τα πράγματα χαρίζαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 22221. 2) α) Σχίζω (στα δύο): μα η κοπανιά έτσ’ αλάβωτο δε θε να τον αφήσει| και το σκουτάριν ήκοψε κι ως τα μισά τ’ ανοίγει Ερωτόκρ. Δ΄ 1699· την γην ανοίξασι κι εβγήκ’ απού τον Άδη Ερωφ. Πρόλ. Χάρ. 4· κι ας μου ’το μπορετό το στήθος μου ν’ ανοίξω Ερωφ. Γ΄ 125· β) (προκ. για πληγή) διανοίγω για να θεραπεύσω (Πβ. ΙΛ στη λ. Α4): αν εκείνος ο σκλάβος μου είχεν την πληγήν εις την κεφαλήν εις οπλήν ότι είχεν οστία τσακισμένα και εκείνος ουκ εγίνωσκεν να το ανοίξει, αμμέ εκράτειν το Ασσίζ. 1789· Ίσως κι αν ήθελε ανοιχθεί περσότερο η πληγή της Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1302]. Πβ. αναπτύσσω 2. 3) α) (Προκ. για λάκκο) σκάβω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α3α): να ανοίξει ανήρ λάκκο Πεντ. Έξ. ΧΧΙ 33· —Συνών.: ανασκάπτω 1· β) τρυπώ, σπάζω: ύδωρ τούτο ήτησαν και ήνοιξε (δηλ. ο Μωυσής) την πέτραν Κρασοπ. 37· γ) φρ. ανοίγω τόπο = γκρεμίζω και δημιουργώ χώρο κενό: τα χώματα ερίξαν| οπού ’χανε στο χάλασμα κι όλον τον τόπον ’νοίξαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 5154· δ) φρ. ανοίγω (τη) στράτα = προετοιμάζω την πορεία προς κάποιο γεγονός (Η φρ. και σε μεσν. παροιμ.: κατάφαγε τον βίον σου και ανοίγει ο Θεός την στράταν σου Krumb., Sprichw. 109): Εύκολον τρόπον και καλήν μιαν στράτα να μ’ ανοίξεις Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [708]. 4) Φρ. (προκ. για το Θεό) ανοίγω τη μήτρα = παρέχω τη δυνατότητα για σύλληψη παιδιού: άκουσεν προς αυτήν ο Θεός και άνοιξεν τη μήτρα της Πεντ. Γέν. ΧΧΧ 22. 5) Φρ. (μεταφ.) α) ανοίγω την καρδίαν (κάποιου) = κάνω να ευθυμήσει κάποιος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1α φρ.): Κι εμένα η γιἀναγάλλιαση μ’ ανοίγει την καρδιά μου Στάθ. Γ΄ 156· ανοίγει την καρδίαν του ανθρώπου το κυνήγι Χρον. Τόκκων 3470· β) ανοίγω με λόγους την καρδιά (μου) = εξομολογούμαι, εκμυστηρεύομαι: Ω άγριε Άρη, ...| ... εντροπή έχω μεγάλην| διά να σε ανοίξω, κάκιστε, με λόγους την καρδιάν μου Θησ. Ι 59· γ) ανοίγω τα σπλάχνα = δείχνω συμπόνια (σε κάποιον), λυπούμαι (κάποιον): τα σπλάχνα το λοιπόν άννοιξε, θέα,| και κάμε ωσάν Πανώρια, όχι Μεδέα·| κείνη τον πληγωμένον ελυπήθην Κυπρ. ερωτ. 13821· —Συνών.: αγαπώ 1γ· δ) ανοίγω τους οφθαλμούς, τον νου (κάποιου) = κάνω κάποιον να δει καλά, διαφωτίζω (Πβ. ΙΛ στη λ. Α1α, φρ.): ζήτησον και σοι τον ήλιον της δικαιοσύνης ... και αυτός ανοίξει τους οφθαλμούς της καρδιάς σου Φυσιολ. XXIV 12· τη στράτα είχε δείξει| απὄκουσε αληθινά, τον νου ντως είχε ανοίξει Τζάνε, Κρ. πόλ. 47624· ε) ανοίγω το φως (κάποιου) = τον κάνω να «δει φως», να «δει άσπρη μέρα»: να ’λθου να τους φονεύσουνε, ν’ ανοίξουνε το φως μου Τζάνε, Κρ. πόλ. 5264. 6) α) (Προκ. για σημαία) ξεδιπλώνω: όσοι παντιέρες βάσταζαν τότεσον τες ανοίγαν Κορων., Μπούας 130· τα φλάμπουρα ν’ ανοίγουσιν και βόλια να πετούσιν Τζάνε, Κρ. πόλ. 51918· β) εκτείνω, απλώνω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α8): Η κόρη χείρας άνοιξε, δοξάζει τῳ Κυρίῳ Ιμπ. 647· Και τες αγκάλες σου άνοιξε και μέσα να τον βάλεις Δεφ., Λόγ. 458· γ) (προκ. για ναυτικό ταξίδι) φρ. ανοίγω τ’ άρμενα = απλώνω τα πανιά· ξεκινώ: και τ’ άρμενά του άνοιξε κι απού τον τόπον βγαίνει Τζάνε, Κρ. πόλ. 37216· δ) φρ. ανοίγω άνοιγμα, ανοιγμόν = ανοίγω: ανοιγμό να ανοίξεις το χέρι σου του αδελφού σου Πεντ. Δευτ. XV 11. 7) Αποκαλύπτω, φανερώνω, ανακοινώνω (Πβ. την αρχ. σημασ., L‑S, λ. ανοίγνυμι Ι 2): κι εκείνον το δεν πεθυμώ ανοίξουμ μου και μάθω Κυπρ. ερωτ. 13216· γράφει τινάς εις την διαθήκην του και την βουλώνει να την ανοίξουν μόνον μετά τον θάνατόν του Βακτ. αρχιερ. 164· Εις την ημέραν ότι τελειωθούν οι μάρτυρες όλοι, διδεί ημέραν και ανοίγουν τους μάρτυρας Ελλην. νόμ. 5631· έρωτα, ως ήσουν σπλαχνικός περίσσα και άνοιξές μου| το θησαυρό της χάρης σου Στάθ. Β΄ 13· Πβ. αβιζάρω· —Συνών.: αναδεικνύω γ, ανακαλύπτω, ανασκεπάζω Β, αναφέρω Α1α· ιδιάζ. χρ.: ανοίγω γραφή, γράμμα = αποσφραγίζω γράμμα (για να το διαβάσω): διά να ανοίξουν την γραφήν και να την αναγνώσουν Διακρούσ. 7627. 8) (Μεταφ.) προκαλώ, δημιουργώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α7): ν’ ανοίξει ανάμεσά σας έχθρητες Φορτουν. Ιντ. α΄ 114. Β´ Αμτβ. 1) Είμαι κλειστός και ανοίγω: ωσάν ανοίξει η χέρα σου, άνεμος είν’ γεμάτη Ερωτόκρ. Δ΄ 1394· Κι η πόρτα δε της πόλεως καθημερνώς ανοίγε Κορων., Μπούας 100. 2) Ξεχύνομαι: οι καταράχτες του ουρανού άνοιξαν Πεντ. Γέν. VΙΙ 11. 3) α) (Ενεργ. και μέσ.) ανοίγω στα δύο, σχίζομαι· υφίσταμαι ρήγμα: κι επέσανε και τα τειχιά σε τόπους κι ανοικτήκαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 50110· «Σκόρπισε, χώμαν άλαλον· άνοιξε, γης» εκράξαν Απόκοπ. 110· κι εφάνη σου ήστραψ’ ουρανός κι η γης στα βάθη ανοίκτη Ερωτόκρ. Δ΄ 1701· και το καράβι από την βία ήλθε γοργά ν’ ανοίξει Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [593]· β) (ενεργ. και μέσ.) υφίσταμαι ρήγμα, τρυπιέμαι (Πβ. ΙΛ στη λ. Α4 αμτβ.): Εσκότωσε πολλότατους κι οι στέρνες ανῳκτήκα Τζάνε, Κρ. πόλ. 38321· γ) σπάζω: όλα στην ξέρα ήλθανε και τα μαδέρια ανοίγαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 34022. 4) (Προκ. για βόμβα) σκάζω, υφίσταμαι έκρηξη: Κι ο Τούρκος πάντα να πετά τσι μπόμπες για ν’ ανοίγουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 5041. 5) (Προκ. για πληγή) ξεθυμαίνω (Πβ. ΙΛ στη λ. Α4 αμτβ.): Εις πάθος προς το να ανοίξει Ιατροσ. κώδ. 153 κβ΄. 6) (Προκ. για άνθος) ανθίζω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α11 αμτβ.): Δυο δροσινά τριαντάφυλλ’ αννοιμένα| πώς έναι μπορετόν να μεν μυρίζουν; Κυπρ. ερωτ. 683· ως ρόδον όταν ανοίγει την αυγήν να δέξεται δροσίαν Λίβ. Sc. 1295. 7) Παραμερίζω, κάνω τόπο (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α 10 αμτβ.): ώρμησε ... έμπροσθεν παντός του λαού· ανοίξαντες γαρ και δόντες αυτόν δρόμον οία στρατηγός ... Έκθ. χρον. 1012. —Συνών.: αδειάζω 3. 8) α) (Προκ. για καιρό) γίνομαι αίθριος, καλυτερεύω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β2. Πβ. Sophocl. στη λ. 1): Κι αφότου άνοιξε ο καιρός από τον Μάρτιον μήναν Χρον. Μορ. (Καλ.) H 2901· Ως όπου ν’ ανοίξει ο καιρός θέλομεν ιδείν Μαχ. 28223· β) φρ. ανοίγει η μέρα = ξημερώνει (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1α αμτβ. φρ.): κι είπε να δώσουσι φωτιά ωσάν ανοίξει η μέρα Τζάνε, Κρ. πόλ. 2162. 9) Φρ. ανοίγουν οι στράτες, οι σκάλες, ο τόπος = ξαναρχίζει η (εμπορική) επικοινωνία: ανοίγουσιν οι τόποι τους, ανοίγουσιν οι σκάλες,| εδώ κι εκείθες περπατούν και οι πραγματευτάδες Ιστ. Βλαχ. 1443. 10) Φρ. ανοίγουν τα μάτια (μου) = διαφωτίζομαι: μ’ ανέ και ανοίξει εθέλασι τα μάτια του νοός της Φορτουν. Πρόλ. 33· ξέρει ο Θεός ότι την ημέρα οπού φάτε από εκείνο και να ανοίξουν τα μάτια σας και να είστε σα Θεός Πεντ. Γέν. ΙΙΙ 5. 11) Φρ. ανοίνει η ζωή μου = ευοδώνεται, βελτιώνεται ο βίος μου: Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [655].
αξιώνω,- Σπαν. (Μαυρ.) P 363, Διγ. (Hess.) Esc. 1290, Διγ. (Καλ.) A 2229, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 330, 2494, Διήγ. Βελ. (Cant.) 247, Φλώρ. (Κριαρ.) 1813, Περί ξεν. (Καλιτσ.) A 144, Ιακ., Παραιν. (Ζώρ.) 9, Χρον. Τόκκων (Schirò) 1994, Θρ. πατρ. (Krumb.) 94, Μαχ. (Dawk.) 46810, Θησ. (Foll.) Ι 110, Θησ. (Βεν.) Β΄ 246, 433, 444, 812], Ζ΄ [1448], Σκλέντζα, Ποιήμ. (Κακ.) 1122, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1195], Γεωργηλ., Βελ. (Wagn.) 349, Ριμ. Βελ. (Wagn.) 757, Πικατ. (Κριαρ.) 193, Ιμπ. (Legr.) 522, Σκλάβ. (Μπουμπ.) 89, Συναξ. γυν. (Krumb.) 48, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 53, 75, 104, 150, Δεφ., Λόγ. (Kar.) 151, Τριβ., Ταγιαπ. (Irmsch.) 8, Πεντ. (Hess.) Έξ. XV 2, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ (Ζώρ.) 233, Αχέλ. (Pern.) 921, Αιτωλ., Βοηβ. (Băn.) 299, Αλφ. (Κακ.) 2110, Κατζ. (Πολ. Λ.) Δ΄ 84, Ερωφ. (Ξανθ.) Α΄ 418, Β΄ 244, Γ΄ 348, Δ΄ 660, Ε΄ 392, Πιστ. βοσκ. (Joann.) Ι 2, 287, Βοσκοπ. (Αλεξ. Στ.) 251, Βίος Δημ. Μοσχ. (Knös) 91, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 777, Σταυριν. (Legr.) 376, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 1829, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 160, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 36430, Ευγέν. (Vitti) 418, Ιντ. κρ. θεάτρ. (Μανούσ.) Α΄ 132, Διήγ. ωραιότ. (Ασώπ. Ειρ.) 47, Βακτ. αρχιερ. (Μομφ.) 217, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Α΄ [578, 1236], Ζήν. (Σάθ.) Γ΄ 257, Λεηλ. Παροικ. (Κριαρ.) 382, Διγ. (Lambr.) O 372, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 34625, Διακρούσ. (Ξηρ.) 8028· ’ξιώνω, Ασσίζ. (Σάθ.) 8722, Σκλέντζα, Ποιήμ. (Κακ.) 47, Ιμπ. (Legr.) 26· αξώνω, Κάτης (Băn.) 19, Φαλιέρ., Λόγ. (Ζώρ.) 252, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [217, 439], Π. Ν. Διαθ. (Μέγ.) φ. 244α 17, Γύπ. Πρόλ. Διός 36, Πανώρ. (Κριαρ.) Α΄ 55, 348, Β΄ 437, 444, 494, Δ΄ 391, 411, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 46, Β΄ 521, Στάθ. (Σάθ.) Α΄ 263, Β΄ 18, 56, Γ΄ 516, Φορτουν. (Ξανθ.) Αφ. 1, 22, Πρόλ. 50, Ιντ. γ΄ 78, Ε΄ 412, Ζήν. (Σάθ.) Β΄ 295, Γ΄ 46, 90, Δ΄ 330, Λεηλ. Παροικ. (Κριαρ.) 250, 465, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 41118, 5807· ’ξώνω, Σκλέντζα, Ποιήμ. (Κακ.) 11, 147, Θυσ. (Μέγ.)2 387, Φορτουν. (Ξανθ.) Ιντ. β΄ 13, Ε΄ 40.
Το αρχ. αξιόω. Η λ. στο νεώτερ. τ. ήδη στον 9. αι. (Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 290), στο Du Cange, λ. αξιώννειν και σήμ. (ΙΛ).
Α´ Ενεργ. 1) α) Θεωρώ ή καθιστώ (κάποιον ή κάτι) άξιο (για κάτι) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, στη λ. Α1): να τσ’ αξώσει και να δούν παιδί που πεθυμουσα Ερωτόκρ. Α΄ 46· ο Κύριος να σ’ αξώσει| στις πίκρες κι εις τους πόνους σου τέλος γοργό να δώσει Πανώρ. Α΄ 55· Εσείς και με αξιώσετε να εύρω άνεσην καμπόση Διήγ. ωραιότ. 47· ο Θεός ... να σε αξιώσει να χαίρεσαι τα πάντερπνά σου κάλλη Διγ. Άνδρ. 36430· β) γίνομαι άξιος, αποκτώ τιμή: τον Παλαμών’ αν νικήσετε, αξιώσει τ’ όνομά σας Θησ. Ζ΄ [1448]. 2) α) Τιμώ (παρέχοντας τιμές, αξιώματα) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α3): τιμά και αξιώνει τους σεβαστοκρατορίας Φλώρ. 1813· τιμά και αξιώνει τον και στήνει τον ομπρός του Ριμ. Βελ. 757· αξίωσαν κι εδόξασαν κι ως ρήγα τον τιμήσαν Κορων., Μπούας 75· β) επευφημώ (κάποιον) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α2): φημίζει και αξιώνει τους εις όλον τον λαόν του Γεωργηλ., Βελ. 349· γ) (προκ. για το Θεό) δοξάζω (Πβ. και δοξάζω αυτόν ΠΔ, Tisch., Έξ. XV 2): Θεός του πατρός μου και να τον αξιώσω Πεντ. Έξ. XV 2. 3) Παρέχω, προξενώ (καλό ή κακό) (Πβ. ΙΛ στη λ. Α4): πόνους άξωσές με Πανώρ. Β΄ 444· τη χαρά οπού μ’ άξωσες Στάθ. Β΄ 18. 4) Παρακαλώ θερμά: παρακαλεί κι αξιώνει την στην γην να έχει πεζέψει Χρον. Μορ. H 2494· τον αξιώνουσιν ως φίλον κι αδελφόν τους| να ποιήσει να έχουν πλευτικά Χρον. Μορ. H 330. 5) Δίνω αξία, σημασία (σε κάποιον): μηδέ αξιώνεις τον, αλλά άφηνέ τον και ας φλυαρεί Ιακ., Παραιν. 9. 6) Αναγνωρίζω και επανορθώνω (κάτι): τώρα το σφάλμα αξιώνω το περίσσιο Πιστ. βοσκ. Ι 2, 287. B´ Μέσ. 1) α) Θεωρούμαι άξιος (για κάτι): μεγάλης τιμής αξιώνουνται Βακτ. αρχιερ. 217· αξώθηκες τιμές στα ύστερά σου Τζάνε, Κρ. πόλ. 41118· β) γίνομαι άξιος (για κάτι) (Πβ. ΙΛ στήλ. Β2): ν’ αξιωθείς, να χαίρεσαι τα έτη της ζωής σου Διγ. Esc. 1290. 2) Κατορθώνω, πετυχαίνω (κάτι) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β3): χαίρε, διότι ’ξιώθηκες να βρείς τόν εστερεύθης Σκλέντζα, Ποιήμ. 47. 3) Υποχρεώνομαι: Περί εκείνου οπού μέλλει να ξημερωθεί εις την αυλήν και ουδέν έρχεται εις την τακτή ημέραν και τι μέλλειν ’ξιωθεί να δώσει εις την αυλήν Ασσίζ. 8722. Η μτχ. αξ(ι)ωμένος ως επίθ. 1) Άξιος, ικανός, γενναίος (Πβ. ΙΛ στη λ. Α1 μτχ.): κορμί αξωμένο Ερωτόκρ. Β΄ 521· αξωμένος στρατηγός Ροδολ. Γ΄ [217]· αφέντρα αξιωμένη Ερωφ. Α΄ 418. 2) Σπουδαίος, σημαντικός: μαντάτον αξωμένον Κάτης 19.
απακούμπι- το, Θυσ. (Μέγ.)2 (κριτ. υπ.)· απακούμπιον, Σκλέντζα, Ποιήμ. (Κακ.) 78, Ιμπ. (Legr.) 558· απαγκούμπι, Θησ. (Βεν.) Γ΄ [416]· απαγκούπιον, Φλώρ. (Μαυρ.) 1151· αποκούμπι, Θυσ. (Μέγ.)2 768· απεκούμπι, Θησ. (Βεν.) Δ΄ [501].
Από το απακουμπώ (Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 67. Βλ. και Triand., Lehnw. 91 = Τριαντ., Άπ. Α΄ 399). Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. αποκκούμπι).
α) Ό,τι προσφέρει στήριγμα, προστασία· καταφύγιο (Η σημασ., και σήμ., ΙΛ, λ. αποκκούμπι Β): ήσουνε τ’ αποκούμπι μου και η παρηγοριά μου Θυσ.2 768· και απαγκούμπι γίνημαν στους πόνους κι εις τες θλίψες Θησ. Γ΄ [416]· βλ. και αβοερία, ακουμπιστήρι Β, ακούμπιστρο(ν), ανακουμπιστήρι, απακούμπισμα, αποκουμπιστήρι, βάσταμα· Πολύν λογάριν τ’ άφηκεν (ενν. ο Απολλώνιος του Στραγκύλιου) ...| ...| να ’χεις απακούμπιον σ’ αυτόν για τη ζωή σου Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1162].· β) ευχάριστη κατάσταση: ουδέ καλά απέσωσεν εις τέτοιο απεκούμπι Θησ. Δ΄ [501].
απής,- σύνδ., Γαδ. διήγ. (Αλεξ. Λ.) 380, Πικατ. (Κριαρ.) 182, Κατζ. (Πολ. Λ.) Α΄ 237, Β΄ 15, Ε΄ 462, Πανώρ. (Κριαρ.) Α΄ 77, 181, Γ΄ 253, 587, Ε΄ 389, Ερωφ. (Ξανθ.) Αφ. 11, Πρόλ. Χάρ. 49, Α΄ 83, 297, 581, Β΄ 167, 503, Γ΄ 163, 277, Δ΄ 191, 419, Ε΄ 65, Πιστ. βοσκ. (Joann.) Ι 1, 289· 2, 10, 196· ΙΙ 2, 27· V 2, 56· 4, 52 (έκδ. αμπείς· διόρθ. Kriar., B-NJ 19, 1966, 281)· 5, 29 (έκδ. αμπείς· διόρθ. Kriar., B-NJ 19, 1966, 281)· 5, 246, Φαλλίδ. (Ξανθ.) 121, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 323, 1097, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 171, 266, 355, Β΄ 77, 1737, Γ΄ 1703, Δ΄ 1091, 2007, Ε΄ 157, 1265, 1418, Θυσ. (Μέγ.)2 75, 647, 879, Στάθ. (Σάθ.) Α΄ 313, Β΄ 47, Γ΄ 239, Ιντ. κρ. θεάτρ. (Μανούσ.) Α΄ 133, Γ΄ 19, δ΄ 1, 65, 81, Ροδολ. Αφ. [11, 51], Α΄ [603, 628, 697], Β΄ [173], Ε΄ [159], Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [77, 163, 197, 376], Δ΄ [21, 541], Ε΄ 85, 267], Φορτουν. (Ξανθ.) Α΄ 206, Β΄ 191, 241, Ιντ. β΄ 61, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην.1, Λεηλ. Παροικ. (Κριαρ.) 217, 485, 511, 673, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 1435, 19913, 23929, 25121, 25416, 3314, 3345, 3751, 27, 39913, 40026, 43614, 4481, 45211, 48815, 51921, 5531, 56315, 5795· απή, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1229]· απήν, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 58, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 58, Φλώρ. (Κριαρ.) 628, 678, Ανακάλ. (Κριαρ.) 52, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Legr.) 519, 612, 909, Ριμ. Βελ. (Wagn.) 940, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 369, 419, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 37, 88, 113, 161, 196, 241, 580, 594, 654, 817, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 179, 190, 287, Πικατ. (Κριαρ.) 277, 427, Ιμπ. (Legr.) 163, 564, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 712, Φαλιέρ., Ρίμ. (Ζώρ.) L 2, 3, 19, Αχέλ. (Pern.) 297, 433, 732, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 407, Πιστ. βοσκ. (Joann.) ΙΙΙ 3, 70· αφής, Θρ. Κύπρ. (Μενάρδ.) M 414, 538· αφήν, Ασσίζ. (Σάθ.) 2830, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 520, Ριμ. κόρ. (Pern.) 769· αφή, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) A 581.
Από τη συνεκφ. αφ’ ης (ώρας, ημέρας) (Βλ. Κοραή, Άτ. Β΄ 56, Φάβ., Αθ. 29, 1917, ΛΑ 49-50 και ΙΛ, λ. αφής). Βλ. όμως και Ξανθουδίδη, Ερωτόκρ. σ. 409. Η λ. και οι τ. της και σήμ. (ΙΛ, λ. αφής).
1) α) Όταν, αφού (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφής 2): Πολλοί απής σκοτώσασι μ’ αντρεία τον οχθρό ντως,| τότες κι αυτοί κρυγιοί νεκροί πέφταν όχ τ’ άλογό ντως Ερωτόκρ. Δ΄ 1091· απήν ακάμασιν πολλές χαλάστρες, εσχολάσαν Αχέλ. 732· και απήν εδιάβησαν καιροί και είδα καλά το πράγμα Σαχλ., Αφήγ. 161· βλ. και άμα Γ1, αν 5· β) μόλις: Κι απής οι Τούρκοι ήλθασι, πριχού καλά να φθάσουν,| εκάμασι συμβούλιον όλοι να την χαλάσουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 19913· Και απής εφτάξασιν εκεί, χαρές πολλές αρχίζουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 43614· γ) από τη στιγμή που, αφότου (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφής 1): οι κριτάδες ουδέν έχουν άδειαν να συβουλέψουν τινάν, ουδέ να ακούσουν τινός αφήν καθίσουν εις τον θρόνον του Ασσίζ. 2830· απήν η Πόλη εχάθηκεν, ο κόσμος ας προσέχει Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 519. 2) (Χρον. και αιτιολ.) αφού, μια και: κι απής το πράμα γίνηκε, μη στέκεσαι σε θλίψη Ερωφ. Β΄ 167· Οι Φράγκοι απήν ομόσασιν, τους όρκους εβαστάξαν Χρον. Μορ. (Καλ.) H 58. 3) (Ενίοτε με επόμενο το σύνδ. και) μια και, επειδή (Η σημασ. και σε δημ. τραγ. 18. αι., Ακ. Αθ., Δημ. τραγ. Α′ 14015 και σήμ., ΙΛ, λ. αφής 3): Αφέντη, απής ρωτάς, κάτεχε πως με λέσι| Κριτίδη Ερωτόκρ. Ε΄ 157· Λοιπόν απήν το ρώτησες, θέλω σου τ’ αναγγείλει| ως εξανάγκης αποδά με τα πικρά τα χείλη Απόκοπ. 287· μ’ απής κι η μοίρα το ’θελε κι έτοιας λογής εσφάγης Ερωτόκρ. Δ΄ 2007. Βλ. και ανίσως 3. — Βλ. και απήτις.
αποκλαίω,- Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1173], Διγ. Άνδρ. 33518.
Το αρχ. αποκλαίω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Παύω, σταματώ να κλαίω (βλ. πάντως και L‑S στη λ. II και L‑S Suppl.) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): και αφόντις απέκλαυσαν, είχαν χαράν μεγάλην Διγ. Άνδρ. 33518.
αποκράτησις ‑ση- η, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 518, Φαλιέρ., Ρίμ. AN 263· αποκράτηξη, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1798].
Από το αποκρατώ. Η λ. και στη Συνθήκ. Καλλ. 315.
1) Συντήρηση, διατήρηση στη ζωή: νερά και χόρτα και δέντρα όγι’ αποκράτησή του Φαλιέρ., Ρίμ. AN 263. 2) Εξουσία, κράτος: επήρασιν οι ασεβεις την Πόλιν κι εχάθην η αποκράτησις, βασιλεία Ρωμαίων Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 518. 3) Υποστήριξη, προστασία: εδά ’χω συντροφία μου| να ’χω την αποκράτηξην ογιά τα γερατεία μου Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1798].
αποκρατώ,- Σπαν. (Μαυρ.) P 441, Ασσίζ. 22826, Φλώρ. 141, 591, 1318, Φυσιολ. (Zur.) IΙΙ 241, Αργυρ., Βάρν. K 149, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 234, 570, Μαχ. 425, Θησ. ΙΑ΄ [583], ΙΒ΄ [406], Χούμνου, Π.Δ. VIII 39, ΧΙΙΙ 28, Σαχλ., Αφήγ. 383, Ιμπ. (Legr.) 66, Φαλιέρ., Ιστ. A 739, Φαλιέρ., Λόγ. 384, Σοφιαν., Παιδαγ. Αφ. 91, Δεφ., Λόγ. 544, Ροδολ. Β΄ [341], Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [456]· απουκρατώ, Ασσίζ. 3888· ’ποκρατώ, Χούμνου, Π.Δ. VI 37.
Το αρχ. αποκρατέω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Α´ Μτβ. 1) α) (Προκ. για χώρα, κλπ.) εξουσιάζω: ακόμη αποκρατούσαν χώρες εις την Συρίαν Μαχ. 425 (βλ. και ανακρεμάζω 2)· β) απολαμβάνω: μη αλλάξεις λογισμόν … και αλλάξεις τον αυθέντην σου, διά να εύρεις κάλλιον,| και χάσεις τό αποκρατείς (ενν. τιμήν, δόξαν, χάριτας) Σπαν. (Μαυρ.) P 441 (βλ. και αγάλλομαι, αλεγριάζομαι, αποκερδαίνω α). 2) (Προκ. για λογισμό, γλώσσα, κλπ.) συγκρατώ (Πβ. L‑S, λ. αποκρατέω II 1): την γλώσσαν, την ποιάν δεν εδυνήθηκα να την αποκρατήσω Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 570· Μανθάνει ταύτα ο Φλώριος, ολιγωρά εκ την λύπην πάλιν συμφέρνει, αποκρατεί στερεά τον λογισμόν του Φλώρ. 1318 (βλ. και ανασειράζω). 3) α) Κρατώ (για φύλαξη) (Η σημασ. και στο Χρυσόβ. Ανδρ. Β′ 23· και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): εάν γίνεται ότι είς άνθρωπος απουκρατεί έτερον βίον εις φρουράν ον διά δανεικόν και ουδέν το έστρεψεν … Ασσίζ. 3888· β) καταχρώμαι (Πβ. ΙΛ στη λ. 2): εκείνος ο γραμματικός κλέφτει το δίκαιον τον αυθέντη … ή αποκρατεί απέ τον βίον τό επλερώσαν οι λας εις τον φούντικαν Ασσίζ. 22826. 4) (Προκ. για κτήση) διασώζω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 4): όλον το πταίσιμον ήτον εις τους ρηγάδες … οπού ’παν να βοηθήσουν| την Πόλιν την θεόκτιστον να την αποκρατήσουν Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 234. 5) (Προκ. για αίσθημα) διατηρώ: ν’ αποκρατώ τον πόθο μας ’κέραιον και αγαπημένον Φαλιέρ., Ιστ. A 739. 6) (Προκ. για υπόσχεση) τηρώ: δεν αποκράτησαν είτι κι αν της έταξαν Θησ. ΙΒ΄ [406]. 7) (Προκ. για τροφό) φροντίζω (Πβ. ΙΛ στη λ. 1): τες βάγιες δε ο βασιλεύς παρακαλεί, προστάζει τα δύο βρέφη εξακριβώς θηλάζειν και φυλάττειν| στερέως να τ’ αποκρατούν με προσοχήν μεγάλην Φλώρ. 141· Κερά, βασιλοπούλα μου, να σου’ βρω εγώ βυζάστρα (έκδ. βυζάστρια· διόρθ. Πολ. Λ., Μετά Άλ. σελ. 64)| ν’ αποκρατήξει (έκδ. αποκρατίσει· διόρθ. Πολ. Λ., Μετά Άλ. σελ. 64) το παιδίν με την πολλήν την σπάστρα (έκδ. μεγάλην σπάστρα· διόρθ. Πολ. Λ., Μετά Άλ. σελ. 64) ΠΔ XIII 28. 8) Βοηθώ: ένας (έκδ. ένα· διορθώσ.) τον άλλο αποκρατεί ’ς τσ’ έγνοιες της κι εις τα βάρη| και πάσκει ένας τ’ άλλον (έκδ. άλλου) τωνέ τον κόπο να του πάρει Ροδολ. Β΄ [341 ]· Στην (έκδ. εις την διορθώσ.) κρίσην τον αποκρατεί (έκδ. υποκρατεί· διόρθ. Ξανθ., Παναθήν. 18, 1909, 177-180 ) μ’ όλην την δύναμή ντου Σαχλ., Αφήγ. 383 (βλ. και αγιδιάζω, αγιτιάζω, αιδάρω, αντιλαμβάνομαι Β). Ετούτος (ενν. ο ψαράς) μ’ αποκράτηξε κι επαρηγόρησέ με Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1817]. Β´ Αμτβ. 1) Διατηρούμαι, εξακολουθώ να υπάρχω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 4): ακόμη έκαιγεν καμπόσο κι αποκράτιε (ενν. η τέφρα)| με οίνον γαρ την έσβεσεν Θησ. ΙΑ΄ [58 ]· Αντώνιον τον Καλλιέργην, όπου είς μόνον αποκρατεί το αξίωμα των ημιθέων εκείνων ηρώων Σοφιαν., Παιδαγ. Αφ. 91. 2) Κατάγομαι: Εκ του Νεβρώδη τ’ απόγονα αυτείνοι αποκρατούσα (έκδ. οπού κρατούσα· διόρθ. Ξανθ., ΕΕΒΣ 3, 1926, 342) Χούμνου, Π.Δ. VIII 39. 3) Εμμένω σε κάπ. συνήθεια, άποψη, γνώμη: ο Θάρρας στον καιρόν αυτόν εδωλολάτρει,| σ’ αυτήν την γνώμην και Αβραάμ καμπόσον εποκράτει Χούμνου, Κοσμογ. 582. 4) (Χρον.) διαρκώ, εξακολουθώ, συνεχίζομαι: Εν δε τῃ Ρόδῳ και Κρήτῃ τοσούτον απεκράτησεν ο θάνατος ... ώστε αριθμούμενος ο περί αυτήν πεσούμενος λαός ευρέθη χιλιάδες ιθ΄ Byz. Kleinchron. Α΄ 6662· Αντάμα με τον Ισραήλ την νύκταν επορπάτει (ενν. το φωτεινόν νέφαλον),| ως τ’ αποξημερώματα η ακτίς του εποκράτει Χούμνου, Κοσμογ. 2474.
αποχύνω,- Αρμούρ. 44, Τζάνε, Κρ. πόλ. 36712.
Το μτγν. αποχύνω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
α) (Μέσ.) διασκορπίζομαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 5): τότες η Μονοβασιά κοιτάζει πώς μισσεύγου και πώς αποχυθηκανε Τζάνε, Κρ. πόλ. 36712 (βλ. και απολείπω 1, αποπηδώ 3, αποστρέφω Γ2, αποφεύγω 4α, αποχωρίζω (I) Βα, βγαίνω, μακραίνω). β) απομακρύνομαι: απήτις αποχύθηκε κι εκείνος μέσα μπαίνει Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1354]. Η μτχ. αποχυμένος = πλημμυρισμένος, ξεχειλισμένος: Ήταν ο Αφράτης δυνατός, ήτον και βουρκωμένος, | είχεν και κύματα βαθέα, ήτον και αποχυμένος Αρμούρ. 44.
ασπλαγχνοσύνη- η, Χούμνου, Π.Δ. VIII 86, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1575], Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [1289],
Από το επίθ. άσπλαγχνος και την κατάλ. ‑σύνη.
Έλλειψη οίκτου, σκληρότητα: Αυτόν επονομάτισα διά νά ’βρω ελεμοσύνη| κι εις τον θυμόν του βασιλέως κι εις την ασπλαγχνοσύνην Χούμνου, Π.Δ. VIII 86.
αμελάγρα- η.
Από το επίθ. άμελος και την κατάλ. ‑άγρα. Για τ. αναμελάγρα βλ. Χατζιδ., Αθ. 23, 1911, 160· πβ. και ΙΛ, λ. ‑άγρα. Η λ. στο Du Cange.
Αμέλεια, νωθρότητα: μη λογιάζεις να χαθείς εδώ στη σκοτεινάγρα| και διώξε αποπάνω σου την τόσην αμελάγρα Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1518].
απανεμία- η, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [875]· απανεμιά.
Από το επίθ. απάνεμος και την κατάλ. ‑ία. Ο τ. στο Somav. και σήμ.
Τόπος που προστατεύεται από τον άνεμο· (μεταφ.) προστασία, περιποίηση: Είντα καλό μπορώ να δω δίχως την συντροφιάν τους,| να λείπω από το σκέπος τους και την απανεμιάν τους Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1022].
αρμοσιά- η.
Από το αρμόζω και την κατάλ. ‑ιά. Η λ. και σήμ. (Βλαστού, Συνών. 67, 77).
Κλείδωση (του σώματος): Έπεψεν εις το σπίτι του κι εφέραν του βοτάνι (ενν. βοτάνου· διορθώσ.)| κι αλείφει την στες άρμοσές κι είδε και θε να γιάνει Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [990].

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- το, Ιμπ. (Legr.) 664, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1032]· αγιαστήρι, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1622].