Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- αβγατίζω,
- εβγατίζω, Μαχ. (Dawk.) 49025, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 176 (πβ. και Ξανθ., Κρ. Λαός 1, 1909, 10)· βγατίζω ή εβγατίζω, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 165, Φορτουν. (Ξανθ.) Έ́ 246· αβγατίζω, Πτωχολ. (Ζώρ.) Z 128.
Κατά Χατζιδ. από το μτγν. επίθ. εκβατός> εγβατός> εβγατός> εβγατέω ‑ώ (ΕΕΠ 6, 1911, 92-93 και Αθ. 23, 1911, 495· βλ. και ΛΑ 6, 1923, 3). Πβ. Triand., Lehnw. 37-38=Τριαντ., Άπ. Ά́ 492. Η λ. και σήμ. (ΙΛ). Βλ. και Du Cange (addenda) λ. αυγατείν.
Α´ Μτβ. 1) Aυξάνω, μεγαλώνω (κάτι) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β1): Κι έδωκέ τον ο αφέντης| άλλο ένα παξιμάδι| και δύο κούπες κρασάκι·| και αβγατίσθην ο λοφές του Πτωχολ. Z 128. 2) Κάνω (κάποιον) να κερδίσει, φέρνω κέρδος (σε κάποιον): Θέλεις να κάμεις μια δουλειά καλή, απού σε βγατίζει; Φορτουν. Έ́ 246. Β´ Αμτβ. α) Προκόβω, προοδεύω, ευημερώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α2): Θεωρώντα οι Γενουβίσοι ότι δεν εβγατίζουν ... αφήκαν τον τόπον τους Μαχ. 49025· β) κερδίζω (σε παιχνίδι): Ο μάστορας ο ζαριστής πιστεύγει ν’ αβγατίσει| και με το κέρδος το κακόν ελπίζει να πλουτίσει Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 176.
αγοραστός,- επίθ., Πτωχολ. (Ζώρ.) Z 107, Πτωχολ. (Ζώρ.) N 299, Αγν., Ποιήμ. (Ζώρ.) Α΄ 6, Ερωφ. (Ξανθ.) Δ́́ 407, Πιστ. βοσκ. (Joann.) II 3, 58, Ροδολ. (Μανούσ.) Δ́́ 44, 179.
Το μτγν. επίθ. αγοραστός. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Που αποκτήθηκε με αγορά, αγορασμένος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): απού εις την τάβλα αγοραστά δε βάνου τα φαγητά τως,| μα με χορτάρια πράσινα …| … χορταίνου μόνον ούλοι Ροδολ. (Μανούσ.) Δ́́ 44. Εκφρ. 1) Αγοραστός δούλος = αγορασμένος: Αγν., Ποιήμ. Ά́ 6, Πιστ. βοσκ. ΙΙ 3, 58 (πβ. αγοραστή δούλη, Preisigke-Kiessling λ. αγοραστός). 2) Αγοραστός σκλάβος = αγορασμένος: Ερωφ. Δ́́ 407 (πβ. αγορασμένος δούλος λ. αγοράζω).
αλοφάς- ο, Τάξ. Πόρτ. (Baştav) 34· λουφές, Πτωχολ. B 178, 232· λοφάς, Byz. Kleinchron. Α΄ 259, 849, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 12514, 14110, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 1102, 1103· λοφές, Πτωχολ. (Ζώρ.) Z 128, Πτωχολ. A 128, 181.
Από το αραβοτουρκ. ‘ulūfe (Mor., Byzantinot. B΄, λ. αλοφάς). Λ. λοφά στο Du Cange και λ. λουφές στο Somav.· ο τ. λουφές και σήμ. στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ΄). Βλ. και Ανδρ., Λεξ., λ. λουφές.
1) α) Μισθός: Οι σπαόγλανοι έχουν την ημέραν αλοφάν από δέκα άσπρα έως πενήντα Τάξ. Πόρτ. 34· κι ετιμήθηκεν ο γέρων| και αβγατίσθην ο λοφές του Πτωχολ. Z 128· β) ανταμοιβή: έφη ο σουλτάν Σουλαϊμάνης ότι, αν βασιλεύσω, δώσω σοι λοφάν όσον θέλεις Byz. Kleinchron. Α΄ 259, 846. 2) Φιλοδώρημα: αν φιλεύσει (ενν. ο βδελυρός) τινές άρχοντες, ύστερον να τους παρακαλέσει διά να κάμουσι λοφέ των παιδίων του Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 126.
αλυσιδοφορώ·- αλσιδοφορώ, Πτωχολ. (Ζώρ.) Z 21.
Από το ουσ. αλυσίδα και το φορώ.
Δένω κάποιον με αλυσίδες: Ω παιδιά μου, δέσετέ με| και αλυσιδοφορέσετέ με Πτωχολ. (Ζώρ.) Z 21. — Πβ. και αλυσοδένω.
αντάμα,- επίρρ.· εντάμα, Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 12348, Προδρ. (Hess.-Pern.) Ι 179, Καλλίμ. (Κριαρ.) 786, Βέλθ. (Κριαρ.) 768, 786, Πόλ. Τρωάδ. (Μαυρ.) 27, Διήγ. παιδ. (Wagn.) 55, Φλώρ. (Κριαρ.) 665, 1736, Λίβ. (Lamb.) Sc. 137, 1441, 2894, Λίβ. (Lamb.) N 129, 615, 766, Αχιλλ. (Hess.) N 1472, Βησσ., Επιστ. (Λάμπρ.) 3511, Γεωργηλ., Βελ. (Wagn.) 432, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 442, 541, Συναξ. γυν. (Krumb.) 47, 68, 357· εντάμι, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 96· ενταμώς, Λίβ. (Lamb.) Esc. 4160, Συναξ. γυν. (Krumb.) 834· ενταμού, Ιατροσόφ. (Du Cange, λ. μπούφα)· αντάμα, Τρωικά (Praecht.) 52510, 53113, Αιν. άσμ. (Παπαδ.-Κερ.) 14, Ασσίζ. (Σάθ.) 9911, 33216-7, 34418, 4771-2, Διγ. (Καλ.) Esc. 188, Διγ. (Hess.) Esc. 415, 581, 1118, 1304, Διγ. (Καλ.) A 937, 2603, Ακ. Σπαν. (Legr.) 41401, Πόλ. Τρωάδ. (Μαυρ.) 177, Πτωχολ. (Schick) P 147, Πτωχολ. (Ζώρ.) Z 5, Συναξ. γαδ. (Wagn.) 309, Φλώρ. (Κριαρ.) 123, 290, 1030, 1699, 1829, Περί ξεν. (Καλιτσ.) A 155, 241, Ερωτοπ. (Hess.-Pern.) 708, Απολλών. (Janssen) 157, 279, 403, 553, 698, 836, Λίβ. (Μαυρ.) P 110, Λίβ. (Lamb.) Esc. 246, 740, 2586, 3605, Λίβ. (Wagn.) N 1114, 2279, Αχιλλ. (Haag) L 100, 911, Αχιλλ. (Hess.) L 185, 1073, 1075, 1141, Ιμπ. (Κριαρ.) 298, 440, Τζαμπλάκ. (Ζώρ.) 39, Λέοντ., Αίν. (Legr.) I 265, Φυσιολ. (Pitra) 37237, Βησσ., Επιστ. (Λάμπρ.) 2315, Μαχ. (Dawk.) 613, 307, 4425, 4632, 10012, 21416, 25825, 26433, 29031, 50219, 50422, 63424, 64019, Θησ. (Foll.) I 60, 118, Θησ. (Βεν.) Β΄ [443], Δ΄ [237], Ε΄ [1028], Ζ΄ [128], Αρμούρ. (Κυριακ.) 200, Ch. pop. (Pern.) 376, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) VIII 73, ΧΙ 8, Σκλέντζα, Ποιήμ. (Κακ.) 48, 525, Βουστρ. (Σάθ.) 420, 474, 498, Γαδ. διήγ. (Wagn.) 36, 53, 525, Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 33, 70, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 105, 107, 574, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 7914, 1554, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 233, 270 315, Άσμα σεισμ. (Σπυριδ.) 38, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 100, Μυστ. παθ. (Parlang.-Μανούσ.) 30, Δεφ., Σωσ. (Legr.) 355, Δεφ., Λόγ. (Kar.) 45, 54, 373, 536, Ιστ. Βατοπ. (Βαλ.) 40, Περί γέρ. (Wagn.) 129, Πεντ. (Hess.) Γέν. ΧΙΙΙ 6, Δευτ. ΧΙΙ 22, ΧΧΙΙ 10, XXV 5, Αχέλ. (Pern.) 120, 377, 1831, 2480, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 12, 42, 123, 1061, 1283, 1421, Αιτωλ., Βοηβ. (Băn.) 75, 141, Θρ. Κύπρ. (Μ. Κιτίου) K 324, 377, Θρ. Κύπρ. (Μενάρδ.) M 284, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 677, 13110, Αρσ., Κόπ. διατρ. (Ζαμπ.) σ. 371, 392, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [411], Αλφ. (Κακ.) 2391, Ποίημ. Αλ. Κύπρ. (Τζεδ.) 1281, Κατζ. (Πολ. Λ.) Α΄ 234, Ερωφ. (Ξανθ.) Δ΄ 121, Πιστ. βοσκ. (Joann.) V 6, 189, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 522, 571, Σταυριν. (Legr.) 803, Βίος αγ. Νικ. (Legr.) 184, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 867, 907, 2677, Θυσ. (Μέγ.)2 670, Ιερόθ. Αββ. (Legr.) 331, Ευγέν. (Vitti) 588, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Α΄ [636], Ε΄ [32, 1107], Λίμπον. (Legr.) Εισαγ. 77, 228, Πρόλ. κωμ. (Βεργ.) 19, Διγ. (Lambr.) O 1930, 2711, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 23220, 3819, Διακρούσ. (Ξηρ.) 9221· ανδάμα, Εβρ. ελεγ. (Παπαγ.) 172, 174· αντάμε, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 11011· αντάμι, Απολλών. (Wagn.) 640, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 12215, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [188, 271], Δ΄ [354], Κατζ. (Πολ. Λ.) Β΄ 334, Γ΄ 231, 361, Δ΄ 247, Ε΄ 433, Πανώρ. (Κριαρ.) Γ΄ 314, Δ΄ 398, Ερωφ. (Ξανθ.) Πρόλ. Χάρ. 54, Α΄ 362, Ιντ. α΄ 65, Β΄ 39, 384, Ιντ. β΄ 93, Γ΄ 200, Ιντ. γ΄ 73, Δ΄ 318, Ε΄ 238, 512, Πιστ. βοσκ. (Joann.) Ι 2, 353· ΙΙ 3, 60· V 6, 252, Θυσ. (Μέγ.)2 385, 955, Στάθ. (Σάθ.) Α΄ 282, Β΄ 182, Ιντ. β΄ 22, Γ΄ 181, Ιντ. κρ. θεάτρ. (Μανούσ.) Α΄ 134, Β΄ 98, Γ΄ 57, Δ΄ 9, 67, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Β΄ [1254], Ε΄ [1094, 1100], Λίμπον. (Legr.) 51, Φορτουν. (Ξανθ.) Α΄ 190, Ιντ. α΄ 130, β΄ 94, 162, Γ΄ 130, Ιντ. γ΄ 50, Δ΄ 58, Ιντ. δ΄ 106, Ε΄ 75, Ζήν. (Σάθ.) Ά́ 226, Ε΄ 280, Λεηλ. Παροικ. (Κριαρ.) 584, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 24019, 41817, 44724, 52721· αντάμιν, Πανώρ. (Κριαρ.) Δ΄ 72· ανταμώς, Ασσίζ. (Σάθ.) 1530, 8617, 12818, Τριβ., Ταγιαπ. (Irmsch.) 244, (έκδ. ανταμό σας· διορθώσ.), Γύπ. Γ΄ 336, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Α΄ [964], Δ΄ [1455]· αντάμως, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 170· ανταμού, Προδρ. (Hess.-Pern.) ΙΙΙ 212 (χφφ SA) (κριτ. υπ.).
Από τη μτγν. φρ. εν τῳ άμα (Βλ. Κοραή, Άτ. Β΄ 124-125 και Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 215). Ο τ. ανδάμα από τάση αρχαϊστική. Το αρχικό α από αφομοίωση. Ο τ. αντάμε κατά επιρρ. σε ‑ε (Βλ. Γεωργακ., B-NJ 14, 1938, 145). Οι τ. αντάμι, εντάμι κατά το ομάδι, μαζί (Πβ. Ξανθουδίδη, Ερωτόκρ., σ. 497, λ. αντάμη). Οι τ. ανταμώς, ενταμώς κατά τα επιρρ. σε ‑ως (Βλ. και Χατζιδ., ΕΕΠ 7, 1910 /11, 84). Ο τ. ανταμώς σε έγγρ. του 1477 (Darrouzès, Χαριστ. Ορλάνδ. Α΄ 304) και σε αντίγραφο του Χρον. Τόκκων από το Σοφιανό (βλ. Shirò, RES-EE 7, 1969, 217). Οι τ. ανταμού, ενταμού κατά τα επιρρ. σε ‑ού. Ο τ. ανταμού και σε κρητ. έγγρ. του 1446 (Μανούσ., Θησαυρ. 3, 1964, 98) και σε επιστ. του 1453 (Darrouzès, REB 22, 1964, 111). Η λ. ήδη το 10 αι. (Διαθ. Νίκων. (Λάμπρ.) 22415, 22634) και σήμ. κοιν. και στα ιδιώμ. με διάφορους τ. (ΙΛ). Πβ. και Krumbacher, Συναξ. γυν. σ. 414.
Α´ Επίρρ. 1) α) (Τροπ.) (συχνά με το επίθ. όλος, ιδίως σε κυπριακά κείμ.· η επανάληψη αντάμι αντάμι για επίταση) μαζί (Πβ. άμα Α, Εκφρ. 3β · η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): μ’ όλη τη δόξ’ αντάμι Ερωφ. Α΄ 362· έναν, απὄχει κι αρετές και βασιλειάν αντάμι Ερωφ. Δ΄ 318· ως είδασιν τ’ αδέλφια της την κόρην μαραμένην,| αντάμα οι πέντε εστενάξασιν Διγ. Esc. 188· όλοι αντάμα εγράψαν εις χαρτίν τες αφορμές Μαχ. 4632· αντάμι αντάμι θυσιάν να τσ’ είχα κάμει (ενν. τις ψυχές) Πιστ. βοσκ.V 6, 252· —Συνών.: άμα Α, Εκφρ. 3β, αμφοτέρως 1· β) (προκ. για προσέγγιση ή συμπλοκή) μαζί, μεταξύ (Πβ. ΙΛ στη λ. 2): γυρεύουσι τα ταίρια τους αντάμα να σμιχτούσι Ερωτοπ. 708· ο είς τον έτερον θεωρεί εντάμα να συγκρούσουν Φλώρ. 665· οι λαγωοί και αετοί εμάλωναν αντάμα Αιτωλ., Μύθ. 106· Πβ. αναμεταξύ 1β. 2) (Χρον.) συγχρόνως, αμέσως, συνεχώς: σ’ έν’ ανοιγοσφάλισμα των ομματιών του αντάμι Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ΄ 67· ίασε και τας ψυχάς και το κορμίν εντάμα Συναξ. γυν. 68· γη ποιοι ’χασίνε κάμει| τούτες σας τσι Πυράμιδες μέρα και νύκτ’ αντάμι κοπιάζοντας έτσ’ εύκαιρα; Ερωφ. Πρόλ. Χάρ. 54. Πβ. άμα Α, Εκφρ. 3α. —Συνών.: αδιάλειπα, αδιάλειπτα, αδιαλείπτως. Β´ Πρόθ. (με γεν., με αιτ., με τις προθ. με, μετά, εις + αιτ.) μαζί (Πβ. ΙΛ στη λ. 5): να είναι όλοι αντάμα του, να στέκουν μετά κείνον Αχιλλ. L 205· έλα λοιπόν αντάμα μας Διγ. O 2711· αντάμα με την πλήξην η χαρά μου Κυπρ. ερωτ. 7914· ας έλθει εις το οσπίτιν μου αντάμα μετά μένα Ιμπ. 440· και εις εμέν αντάμα εκάθετον κι επρόσεχεν η κόρη Λίβ. Esc. 3605. Πβ. άμα Β1.
ανταμώνω,- Πτωχολ. (Ζώρ.) Z 277, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 13311, Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 54, 55, Αιτωλ., Βοηβ. (Băn.) 317, Αρσ., Κόπ. διατρ. (Ζαμπ.) σ. 370, Κατζ. (Πολ. Λ.) Α΄ 138, Ε΄ 14, Ερωφ. (Ξανθ.) Α΄ 409, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 1096, 1117, 1201, Σταυριν. (Legr.) 315, 350, 780, 1009, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 888, 1093, 1283, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 166, 189, Διήγ. ωραιότ. (Ασώπ. Ειρ.) 441, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Α΄ [680], Β΄ [389], Γ΄ [1374], Δ΄ [457, 719], Ε΄ [779, 1063], Φορτουν. (Ξανθ.) Ε΄ 207, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 17014, 42714, 4747· ανδαμώνω, Εβρ. ελεγ. (Παπαγ.) 172· ’νταμώνω, Διήγ. πανωφ. (Φιλαδ.) 56, Διήγ. ωραιότ. (Ασώπ. Ειρ.) 455, 639.
Από το επίρρ. αντάμα και την κατάλ. ‑ώνω. Η λ. και στο Somav. και σήμ. (ΙΛ).
I. Ενεργ. μτβ. 1) α) Συναντώ (κάποιον) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 5): υπήγε και αντάμωσε τον αρχηγόν Σκεντέρη Ιστ. Βλαχ. 888· Τις Μποργιανούς ’νταμώνομεν κάτω στην εκκλησίαν Διήγ. ωραιότ. 639· Και έτσι επήγαμεν και ενταμώσαμεν τις (= τσι) Καστρινούς εις τον Αγιον Ανδρέα Διήγ. πανωφ. 56· β) (προκ. για πολεμική συνάντηση) συγκρούομαι: λαόν δεν είχαν πλιο, διατί τους εσκοτώσαν,| όταν ερίξαν το τειχιό και μέσα τσ’ ανταμώσαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 17014. —Συνών.: ανακατώνω Γ2. 2) α) Οδηγώ σε ερωτική ένωση (Πβ. ΙΛ στη λ. 4β): Ω! τι γλυκειά δημηγερσιά που είναι αυτή που σώνει| τον ποθητόν στην ποθητήν κι ομάδι τσ’ ανταμώνει! Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [719]· β) ενώνω με γάμο (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 4): Ω αδελφέ μου, έλα να τους ανδαμώσομε ανδάμα τους δύο· και τα παιδιά που θέλουν κάμουν ... Εβρ. ελεγ. 172. —Συνών.: παντρεύω. IΙ. Μέσ. Α´ Μτβ. 1) Συναντώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 5): ότε να ξαναγράψει δε ο βασιλέας πάλι να πα να τον ανταμωθεί στην Πράγαν την μεγάλη Παλαμήδ., Βοηβ. 1096. 2) ενώνομαι σαρκικά (Πβ. ΙΛ, στη λ. 3β): τα ταίρια τους για να μπορού ν’ ανταμωθούσι, κρίνω Κατζ. Α΄ 138. Β´ Αμτβ. (με την πρόθ. με + αιτ. ή χωρίς την πρόθ. με) 1) Συναντώμαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 5): Μ’ απήτις έφταξε εκεί στο κάστρο ανταμώθη| με το γενεραλίσσιμο και σε φιλιά εδόθη Τζάνε, Κρ. πόλ. 4747· Είδε κανείς την όργητα μ’ αγάπη ανταμωμένην; (παραλ. 1 στ.) σε στήθος και σε μιαν καρδιάν σμικτά να κατοικούσι; Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [680]· ανταμώθηκαν αυτείν’ οι πριντζιπάδες Σταυριν. 315. 2) α1) Συνενώνομαι, ενοποιούμαι, σμίγω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1γ): γιατί το σφάλμα που ’καμα χίλιοι αν ανταμωθούσι| πρώτοι του κόσμου ποταμοί να πλύνου δε μπορούσι Ερωφ. Α΄ 409· α2) συγκεντρώνομαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1β): Κι είπαμεν: ας υπάγομεν με αυτούς ν’ ανταμωθούμεν| γή όλοι να γλυτώσομεν γή όλοι να χαθούμεν Διήγ. ωραιότ. 441· ανίσως και συβάζεται όλοι ν’ ανταμωθούμε,| τον γάμον της να κάμομε, περίσσα να χαρούμε Φορτουν. Ε΄ 207. Πβ. αναμίγω Β1α. 3) Ενώνομαι σαρκικά (Πβ. ΙΛ στη λ. 3β): και ανταμώθηκε μ’ εμένα κι έκαμα, υιέ μου, σένα Πτωχολ. Z 277· στο στρώμα ν’ ανεβούμε,| γλυκά να ξεφαντώσομε, γλυκά ν’ ανταμωθούμε Κατζ. Ε΄ 14.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- εβγατίζω, Μαχ. (Dawk.) 49025, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 176 (πβ. και Ξανθ., Κρ. Λαός 1, 1909, 10)· βγατίζω ή εβγατίζω, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 165, Φορτουν. (Ξανθ.) Έ́ 246· αβγατίζω, Πτωχολ. (Ζώρ.) Z 128.