Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- ανακαχλάζω,
- Μακρεμβ., Υσμ. (Hercher) 24123-4, Πρέσβ. ιππ. 135· ανακοχλάζω, Παϊσ., Ιστ. Σινά (Παπαδ.-Κερ.) 1997.
Το μτγν ανακαχλάζω. Τ. αναχοχλάζω και σήμ. (Δημητράκ., λ. ανακοχλάζω).
1) (Προκ. για νερό) βρίσκομαι σε βρασμό: ταύτας δε τας πηγάς ανακαχλάζειν είποις ιδών Μακρεμβ., Υσμ. 24123-4· Πέφυκε σφόδρα καυστηρόν ύδωρ ανακοχλάζον Παϊσ., Ιστ. Σινά 1997. 2) Ταράσσομαι (ψυχικώς): Ανακαχλάζει τῳ θυμῴ, σφοδρώς εξαγριούται Πρέσβ. ιππ. 135.
αντιχαίρω,- Μακρεμβ., Υσμ. (Hercher) 167, Πρέσβ. ιππ. 119.
Το αρχ. αντιχαίρω.
Η προστακτ. σε ανταπόδοση χαιρετισμού χαίρε και εσύ: Εγώ δ’ «αντίχαιρε, Σώσθενες» είπον Μακρεμβ., Υσμ. 167· και «χαίρε» προσφθεγξάμενος «αντίχαιρε» λαμβάνει Πρέσβ. ιππ. 119. — Βλ. και αγαλλιάζω, αγαλλιώ, ακροχαίρομαι, αλεγριάζομαι, αναγαλλιώ, αναθάλλω Α3, αναχαίρομαι.
απαίσιος,- επίθ., Μακρεμβ., Υσμ. (Hercher) 23612, 26924, Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 6546, Παράφρ. Μανασσ. (Praecht.) Β 313, Δούκ. (Grecu) 15911, 17317, 20920, 2516, 34321, Πρέσβ. ιππ. 253.
Το μτγν. επίθ. απαίσιος. Η λ. και σήμ. ως λόγ. (ΙΛ).
1) Δυσοίωνος (Η σημασ. μτγν., L‑S, και σήμ., ΙΛ): ο Παγιαζήτ την απαίσιον αυτῴ είδεν ώραν Δούκ. 20920· οιωνός απαίσιος Μανασσ., Χρον. 6546. 2) Φριχτός (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2): ουδέποτε γενήσεται δι’ εμού το απαίσιον τούτ’ έργον Δούκ. 15911.
απόξενος (ΙΙ)·- Πρέσβ. ιππ. 161, εσφαλμ. γρ. αντί από ξένης.
αποξένης,
απορφανίζω,- Πρέσβ. ιππ. 180 (έκδ. απηφάνισται· βλ. κριτ. υπ.)· μτχ. απερφανισμένος, Ελλην. νόμ. 57120.
Το αρχ. απορφανίζω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. απορφανίζομαι).
(Μέσ.) γίνομαι ορφανός (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ): απερφανισμένοι παίδες Ελλην. νόμ. 57120.
αρτιφαής,- επίθ., Πρέσβ. ιππ. 98.
Πιθ. από το επίθ. άρτιος και το φάος.
Λαμπρός ? Πρέσβ. ιππ. 98.
βιαίως,- επίρρ., Γλυκά, Στ. Β′ 74, Ιερακοσ. 43411, 46518, Διγ. A 2592, Πρέσβ. ιππ. 190, Φλώρ. 463, 1735, Ηπειρ. 25612, Δούκ. 3358.
Το αρχ. επίρρ. βιαίως.
1) α1) Με τρόπο βίαιο και σκληρό (Βλ. L‑S, λ. βίαιος I1): Δένουσι χείρας όπισθεν βιαίως και των δύο Φλώρ. 1735· οι δήμιοι φέρνουσιν βιαίως του καήναι Φλώρ. 463· α2) με τρόπο σκαιό, απότομα: ο ρηξ δ’ αυτήν αμείβεται βιαίως και δυσήχως Πρέσβ. ιππ. 190· βλ. και απότολμα 1· β) με τρόπο βίαιο, ορμητικό ή ακατάσχετο (Βλ. L‑S, λ. βίαιος I1): οι δε Βενετοί ερχόμενοι έξωθεν με είκοσι οκτώ καράβια επέπεσαν βιαίως κατ’ αυτών Ηπειρ. 25612. 2) Ορμητικά και γρήγορα: κατ’ ολίγον πνέοντος (ενν. του βορέως) τῃ πρώτῃ ημέρᾳ, τῃ δευτέρᾳ εκραταιούτο και βιαίως εφέροντο υπ’ αυτού αι νήαι Δούκ. 3358. Βλ. και βιαστικά. 3) Δύσκολα: το αφόδευμα αυτού βιαίως ρίπτει Ιερακοσ. 46518· εάν ίδεις βιαίως αναπνέον Ιερακοσ. 43411. Βλ. και αγάλι 1β, βιαστικώς α2. 4) Βιαστικά: όταν μακρύναμεν αυτού και δεν μας εγνωρίζαν,| λοιπόν πηγαίνομεν καλώς, μετά σπουδής, βιαίως Διγ. A 2592. Βλ. και ανάγκη 5 φρ., αρπακτικώς α, βία 8.
βλοσυρόμματος,- επίθ., Πρέσβ. ιππ. 149.
Η λ. σε παπυρ. (L‑S).
Που έχει βλοσυρό βλέμμα (Η σημασ. σε παπυρ., L‑S): έστη βλοσυρόμματος ώσπερ λεόντων σκύμνος Πρέσβ. ιππ. 149.
βρυχητίας- ο, Πρέσβ. ιππ. 107, Βίος Αλ. 7.
Από το βρυχώμαι.
Αυτός που βρυχάται: λέων ο βρυχητίας Βίος Αλ. 7. — Βλ. και βαρυβρέμων.
γραμμάτιον- το, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 1810, Πρέσβ. ιππ. 306.
Το μτγν. ουσ. γραμμάτιον. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
Επιστολή (Η σημασ. μτγν., L‑S): το γαρ προ ημών επερχόμενον γραμμάτιον Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 1810· δούναι το γραμμάτιον ρηγί Πρέσβ. ιππ. 306.
διακρίνω,- Ασσίζ. 39313, 39413, Πρέσβ. ιππ. 29, Ερμον. Ε 448, Χρον. Μορ. H 2368, 4294, 6296, 7653, 8287, Χρον. Μορ. P 4182, 6273, 8538, Βίος Αλ. 414, Αρμεν., Εξάβ. Δ́ 420, Πτωχολ. N 199, Συναξ. γαδ. 366, Φλώρ. 1724, Ερωτοπ. 193, Λίβ. P 574, Λίβ. Sc. 466, 985, 1575, 2947, Λίβ. Esc. 1584, 2706, 2724, 4118, Λίβ. N 722, 1430, 1804, 2411, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 883, 932, 936, 2594, 2647, Δούκ. 873, Σφρ., Χρον. μ. 4813, Θησ. (Foll.) I 30, Σκλέντζα, Ποιήμ. 155, Ριμ. Βελ. 649, Έκθ. χρον. 465, Συναξ. γυν. 344, 347, Κορων., Μπούας 117, 119, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 556, 610, Βίος γέρ. V 660, Ιστ. πατρ. 13622, Έγγρ. του 1644 (Vinc., Θησαυρ. 4, 1967, 64), Χριστ. διδασκ. 481, κ.π.α.· διακρένω, Λίβ. Esc. 846, Φαλιέρ., Ρίμ. L 184.
Το αρχ. διακρίνω. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
Α´ Ενεργ. 1) Κάνω διάκριση, ξεχωρίζω (Η σημασ. αρχ., L‑S στηλ. II): Έρως εις την ασκόλησιν πρόσωπον ου διακρένει Λίβ. Esc. 846. 2) Παρατηρώ, ξεχωρίζω, αντιλαμβάνομαι (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 7): εξεύρω όταν θλίβομαι μόνη σου το διακρίνεις Λίβ. Sc. 985· διέκρινα εις αύτην| όσα λέγω σοι, αυθέντη Βίος γέρ. V 660· διάκρινε την δούλωσιν, τήν σε εκατεδουλώθην Λίβ. N 1430. 3) Ερμηνεύω, εξηγώ (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. V): όσα και αν έν’ δυσνόητον εγώ να το (ενν. το ερώτημα) διακρίνω Ντελλαπ., Ερωτήμ. 883· Ήκουσες πώς εδιάκρινα το όνειρον τό είδα Λίβ. N 2411· Ούτως ουν διακρίναντος ονειροπόλου ταύτα Βίος Αλ. 414. 4) Αποδίδω το δίκαιο, δικαιώνω: να ιδεί κἀμοί το δίκαιον και να το διακρίνει Ριμ. Βελ. 649. 5) Μεταπείθω κάπ.: να τον διακρίνετε να έλθει εις θέλημά σας Χρον. Μορ. P 8538. Β´ Μέσ. 1) Ξεδιαλύνω τις σκέψεις μου, αναλογίζομαι· (Βλ. και Lampe, Lex. στη λ. Ε): Εν τούτῳ εδιακρίθηκα κι είπα εις τον λογισμόν μου Χρον. Μορ. H 7653· ουκ εδιακρίθηκε διού ένι εις φυλακήν του Χρον. Μορ. P 4182· εις τον νουν του ως φρόνιμος τ’ ό,τι εδιακρίθη Κορων., Μπούας 119. 2) Φροντίζω: να τους βάλει σε τιμήν πολλά εδιακρίθη Κορων., Μπούας 117. 3) Διστάζω (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. VII): μη φοβηθείτε τίποτες και μη το διακριθείτε Θησ. (Foll.) I 30.
δυσήχως,- επίρρ., Πρέσβ. ιππ. 190.
Από το επίθ. δύσηχος.
Με τρόπο που ηχεί δυσάρεστα, άσχημα: Ο ρηξ δ’ αυτήν αμείβεται βιαίως και δυσήχως Πρέσβ. ιππ. 190.
εξόχως,- επίρρ., Πρέσβ. ιππ. 168, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 294, Έκθ. χρον. 2310, Κορων., Μπούας 132, Ψευδο-Σφρ. 26436, Ιστ. πολιτ. 3415.
Το αρχ. επίρρ. εξόχως (L‑S, λ. έξοχος II 2b). Η λ. στον Κατσαΐτ., Ιφ. Αφ. 126, Κλ. Ά́ 832.
1) α) Κυρίως, προπάντων: λοιπόν λεηλατεί, σφάττει και θανατώνει (ενν. ο Ταμυρλάνης) εξόχως τους μονάζοντας και ιερομονάχους Ταμυρλ. 49· β) πάρα πολύ, εξαιρετικά: έως ου την κόρην πέμψουν,| την ευόφθαλμον, ωραίαν,| εις τον ίδιον πατέρα| τον φιλούντ᾽ αυτήν εξόχως Ερμον. Η 323. 2) Λαμπρά, εξαίρετα: μήτε ποτέ από τους συνδίχους ελογιάσθη τέτοια δουλειά· εξόχως έγινε … από γνώμη και βουλή του άνωθεν κόντε … και ετούτο ήτον με πάσα δίκαιον να γένει Σουμμ., Ρεμπελ. 166. 3) (Με την πρόθ. από) εκτός από (Η σημασ. στον Κατσαΐτ., Ιφ. Αφ. 126, Κλ. Ά́ 832): ακόμη και ό,τι μασαρία θέλει μασε βρεθεί του σπιτίου αποθανόντας να είναι εδικά ντου, εξόχως από εκείνα οπού είναι πουρκοταμένα του υιού μας του παπα-Νικολού Έγγρ. του 1671 (Βισβίζης, ΕΚΕΙΕΔ 12, 1965, 8153). 4) α) Παράμερα (Βλ. Hesseling [Αχιλλ. σ. 131]): το φουσσάτον το έτερον να στέκεται εξόχως Αχιλλ. N 436· β) ξεχωριστά, χωριστά: Είχαν σκηνήν αι βάες της, εξόχως οι αγούροι Διγ. A 2317.
ευτρεπίζω,- Διγ. Z 553, 2194, 3541, Επιθαλ. Ανδρ. Β′ 547, Πρέσβ. ιππ. 248, Φλώρ. 312, 350, 632, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 571, Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 670, Αργυρ., Βάρν. K 113, Δούκ. 13115, Κορων., Μπούας 87, Δωρ. Μον. XL, Διγ. Άνδρ. 31511, 3929, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [405]· φτρεπίζω, Θησ. Υπόθ. IB΄ [6], Βίος Δημ. Μοσχ. 403.
Το αρχ. ευτρεπίζω.
I. Ενεργ. Ά́ Μτβ. 1) α) Ετοιμάζω κ.: ο ξενοδόχος παρευθύς τον δείπνον ευτρεπίζει Φλώρ. 1234· Ο … τοκετός της δούλης ουκ αυτοίς, αλλά τῳ δεσπότῃ διαφέρει· ο γαρ άνθρωπος ουκ έστι καρπός, ως της φύσεως δι’ αυτόν ευτρεπισάσης τους καρπούς Αρμεν., Εξάβ. Β΄ 110· Είτα προστάξας εν μιᾳ λουτρόν ευτρεπισθήναι (παραλ. 1 στ.) του συν τοις φίλοις λούσασθαι Διγ. (Trapp) Gr. 3398· β) τακτοποιώ, ρυθμίζω: από τότε ήρξατο τα της οδού ευτρεπίζειν Διγ. (Trapp) Gr. 568· εψήφισαν βασιλέα Θεόδωρον τον Λάσκαριν … Και έτσι ευτρέπισαν τον βασιλικόν θρόνον Δωρ. Μον. XXXI. 2) α) Διακοσμώ, στολίζω κ.: όλον τον ναόν ευτρέπισε και τον ελάμπρυνε … με διάφορας εικόνας Ιστ. πατρ. 19722· να ορίσεις να ευτρεπίσουσιν αυλάς και το παλάτιν| και να χαρείς, να ευφρανθείς, μεγάλως να ευθυμήσεις| ωσάν όταν εγέννησες υιόν σου τον Ιμπέρη Ιμπ. 874· β) καλλωπίζω, περιποιούμαι κάπ.: Ας ευτρεπίσει (ενν. η Πλάτζια Φλώρα) την μορφήν, το κάλλος του προσώπου Φλώρ. 963· την εμαυτήν ηυτρέπιζα ώσπερ κατά το έθος Διγ. Z 2569. 3) Εφοδιάζω, εξοπλίζω: απήτις το ευτρέπισεν (ενν. το κάτεργο) απ’ άρματα και πλούτη,| και πολεμάρχους κι άρχοντες Απόκοπ. 313· είμεσθεν με άρματα ευτρεπισμένοι και ενικήσαμεν πόλεις και κάστρη Διγ. Άνδρ. 38338. 4) Διαμορφώνω κ. σε κ.: Ευρίσκει τόπον θαυμαστόν, κτίζει το μοναστήριν,| συντόμως το ευτρέπισεν μέγαν αγιαστήριν Ιμπ. (Legr.) 664. Β´ Αμτβ. α) είμαι έτοιμος: παρευθύς ο μισθαργός ευρέθη με τα ρόδα·| εις θέσιν γαρ και λογισμόν και ακοήν και γνώσιν| προς την φωνήν ηυτρέπισεν ο μισθαργός προς τούτον Καλλίμ. 1904· β) ετοιμάζομαι: πάραυτα ηυτρέπισαν ίνα τον αποβγάλουν| οι πέντ’ οι γυναικαδελφοί κι ο Διγενής Ακρίτης Διγ. (Trapp) Esc. 456. II. (Μέσ.) ετοιμάζομαι: εκείνος ευτρεπίζετο να υπά εις την Αντιοχείαν Απολλών. 371· Δαρείος ηυτρεπίζετο και πάλιν εις την μάχην| και πολεμείν Αλέξανδρον ο δυστυχής εκ τρίτου Βίος Αλ. 3802· επορεύθη εν τῃ Μαγνησίᾳ βουλόμενος αντιμαχήσασθαι, ετοιμάζων και ευτρεπιζόμενος τάχα εις το δοκούν Έκθ. χρον. 543· Η μτχ. ευτρεπισμένος ως επίθ. = έτοιμος: άριστον πολυτελή είχεν ευτρεπισμένον (ενν. ο δουξ) Φλώρ. 308· να ιδείς ευθύς να γεννηθούν εις την γην καβαλάριοι| αρματωμένοι δυνατά, πολέμου ευτρεπισμένοι Πόλ. Τρωάδ. 297.
εφοπλίζω.- Το αρχ. εφοπλίζω.
(Ενεργ. και μέσ.) οπλίζω: προσκαλέσας τους αυτού παίδας και ταγματάρχας| πλουσίως εφοπλίζεται κατά του πρεσβυτέρου Πρέσβ. ιππ. 54· (μεταφ.): μέγας εφόπλιζε θυμός, άμφω τας στραταρχίας Μανασσ., Χρον. 6563.
ισόρροπος,- επίθ.
Το αρχ. επίθ. ισόρροπος.
1) Που αντισταθμίζει ακριβώς κάπ. άλλον: Έχεις και γαρ ισόρροπον θεράποντα τοις πάσιν Πρέσβ. ιππ. 164. 2) Ισάξιος: Τους άρχοντές του ύψωσεν, ετίμησεν μεγάλως,| ισόρροπους τους έκαμεν των αφεντών Χρον. Τόκκων 3106.
καθερμηνεύω.- Το μτγν. καθερμηνεύω (Sophocl.).
Διηγούμαι, εξηγώ λεπτομερώς: Η κόρη καθηρμήνευσεν την πτώσιν των ανδρείων| και πάντα τα γενόμενα ρηγί τῳ Βρεταννίας Πρέσβ. ιππ. 295· γραμμάτων τε διήγησιν εις ακριβή την λέξιν| νυν καθηρμήνευσα Ριμ. Βελ. 967.
κατάμφω,- επίρρ.
Από την πρόθ. κατά και την αντων. άμφω.
Ο ένας «καταπάνω» στον άλλο: μακρυνθέντες βάλλονται τοις δόρασι κατάμφω Πρέσβ. ιππ. 132.
κατένδον,- επίρρ.· κάτενδον.
Από την πρόθ. κατά και το επίρρ. ένδον.
Στο εσωτερικό μέρος: προς εσπέραν έρχονται κάτενδον του φρουρίου Πρέσβ. ιππ. 208.
λαμβάνω,- Κομν., Διδασκ. Δ 334, Σπαν. P 65, Γλυκά, Στ. 299, Προδρ. II Η 19i, III 296 κριτ. υπ., 400ii, Καλλίμ. 1931, Ελλην. νόμ. 57317, Ασσίζ. 95, 15730, 18714, 24222, 25422, 2612, 28911, 32710, 34528, 36828, 43615, Διγ. Z 719, 3047, 3528, 4202, Διγ. (Trapp) Gr. 2596, 3038, 3125, Βέλθ. 840, Πόλ. Τρωάδ. 178, Πρέσβ. ιππ. 119, Ερμον. Β 303, Η 333, X 239, Chron. br. (Loen.) 150, Βίος Αλ. 2311, 3472, Απολλών. (Wagn.) 668, Αχιλλ. O 720, 735, Φυσιολ. (Zur.) XLV 12, XLVΙΙI7, Φυσιολ. (Kaim.) 24α22, Θρ. Κων/π. Βαρβ. 16, Δούκ. 15319, Σφρ., Χρον. μ. 12221, 22, Θρ. Θεοτ. 53, Ιστ. πατρ. 19217, Παϊσ., Ιστ. Σινά 28, 557, Διγ. O 389, Τζάνε, Κρ. πόλ. 55913 κ.π.α.· λαβαίνω, Μανολ., Επιστ. 173, Σουμμ., Ρεμπελ. 158, 173-4, Ερωτόκρ. Α΄ 430, Ευρετ. Ερωτοκρ. 769214, Ευγέν. 698, Ζήν. Β΄ 345, Μαρκάδ. 649, κ.α.· γ΄ πληθ. υποτ. αορ. λαβού· λαβάνω, Ασσίζ. 2803, 2972, 44110, Π. Ν. Διαθ. (Λαμπάκης) φ. 253v, στ. 4· μτχ. παρκ. λαβαιμένες Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 81.
Το αρχ. λαμβάνω. Ο τ. λαβαίνω [<αόρ. του λαμβάνω) στο Somav. και σήμ. Για το σχηματ. βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 293-5. Ο τ. λαβάνω, καθώς και τ. λαβαίννω και λαβάννω σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 626-7). Για το γ΄ πληθ. υποτ. αορ. λαβού βλ. Κριαράς, ΕΜΑ 1, 1939, 33-4 και Αλεξ. Στ. [Ερωτόκρ. σ. 427-8]. Για πιθ. εξήγηση του σχηματ. της μτχ. βλ. Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Β′ 490. Λ. λαμβαίνα σε έγγρ. του 17. αι. (Βλ. Πεντόγαλο, Παρνασσ. 16, 1974, 42).
I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) Παίρνω, παίρνω στα χέρια μου, πιάνω, βαστώ· κουβαλώ: Αχιλλ. N 661, Βέλθ. 1190· σταυρόν και ευαγγέλιον λαβόντες … οι ιερείς … τούτοις προσήλθον Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 26· (προκ. για το Χριστό): ηυδόκησεν ο υιός τον Υψίστου θελήματι εδικόν του … να λάβει αάρκα ανθρωπίνην Διγ. Άνδρ. 33711. 2) α) Αρπάζω, πιάνω, παίρνω με βία: Βίος Αλ. 4388, Διγ. Z 718· ουδέ πλούσιος ποτέ λαμβάνει δίκαιον άλλου Ελλην. νόμ. 5153· β) (προκ. για κυνήγι) πιάνω, συλλαμβάνω: η πέρδιξ με την τέχνην της τον κυνηγόν κομπώνει,| εκείνος φενακίζεται, θαρρεί αυτήν να λάβει Φυσιολ. (Legr.) 696. 3) Παίρνω κάπ. μαζί μου, οδηγώ, συνοδεύω, φέρω, (Για τη σημασ. βλ. Tabachovitz, Études sur le grec 57-8): λαβών τον γυναικάδελφόν του (παραλ. 1 στ.) … εξήλθε κυνηγήσαι Διγ. Z 1381· έλαβε (ενν. ο πατριάρχης) μερικούς κληρικούς … και υπήγε την Βλαχίαν Ιστ. πατρ. 15010· την κυράν σου έλαβεν (ενν. ο πατέρας σου) μέσα εις το καράβιν Απολλών. 445· έλαβαν αυτόν ψάλλοντα … και εις τον … θρόνον τον πατριαρχικόν ανέβασαν Κώδ. Χρονογρ. 574· (προκ. για το Χάρο): να γλυκοφιλούμεθα πριν …| … λάβει μας ο θάνατος και φάγει μας το χώμα Ερωτοπ. 259· Ογάι εις εκείνον πὄμεινε …| μ’ ελπίδα για να βοηθηθεί αφού τον λάβει ο Χάρος Πένθ. θαν.2 34. 4) α) Παίρνω, δέχομαι κ., παραλαμβάνω κ.: Βίος Αλ. 3844, Σεβήρ.-Μανολ., Επιστ. 171, Ασσίζ. 27922-3· (με αντικ. αφηρημένο ουσ.): λαμβάνει χάριν εκ θεού Κομν., Διδασκ. Δ 164· παρακαλώ να λάβω την σοφίαν Συναξ. γυν. 2· έλαβα … την ευχήν του (ενν. του πατέρα) Διγ. Άνδρ. 40723· ελευθερούται … η ψυχή από τας χείρας του διαβόλου και λαμβάνει ζωήν την αιώνιον Ιστ. πατρ. 12315· β) (με υποκ. τη λ. γη) σκεπάζω: Ο άδης νυν καταπονεί, τούτον (ενν. το Διγενή) η γη λαμβάνει Διγ. Z 4663. 5) Κυριεύω, καταλαμβάνω, κατακτώ, υποτάσσω: Συνάψαντες … πόλεμον … έλαβε … το φοβερόν και ονομαστόν Κάιρος Έκθ. χρον. 6617· εσέβησαν, εσκότωσαν, ελάβασιν το κάστρον Ριμ. Βελ. 375· έλαβεν (ενν. ο Διγενής) όλας τας άκρας και έγινεν εις όλον τον κόσμον περίφημος Διγ. Άνδρ. 3981· (προκ. για πάθος ή συναίσθημα): Διγ. Z 3662, Διγ. (Trapp) Gr. 3627, Παϊσ., Ιστ. Σινά 397, Αχιλλ. L 171· (προκ. για ασθένεια· εδώ προκ. για μορφή υπερπλασίας): Πριν ή ουν αυξήσει (ενν. το είδος … όμοιον νεύρῳ λευκῴ) και λάβει πάντα τον λαιμόν του κυνός, απόκοψον Κυνοσ. 59023. 6) Συλλαμβάνω, αιχμαλωτίζω: Αχιλλ. N 515, Βίος Αλ. 1756, Κώδ. Χρονογρ. 49. 7) Γίνομαι κύριος, αναλαμβάνω (εξουσία, βασιλεία, κ.λ.π.): Χρον. Μορ. P 1268, Σπαν. A 325, Έκθ. χρον. 5023· (προκ. για μητροπολιτικό θρόνο): Έλαβεν ο κυρ Δανιήλ τας Σέρρας Συναδ., Χρον. 41. 8) Υφίσταμαι κ., αντιμετωπίζω, παθαίνω κ.: Ροδινός (Βαλ.) 177, Κορων., Μπούας 139, Ασσίζ. 29713, Αχιλλ. L 418. 9) Αισθάνομαι, νιώθω: Μεγάλον πόνον έλαβεν απέσω στην καρδία Αχέλ. 1120· Όταν φλεγμαίνει ο λαιμός του ιέρακος, οδύνην λαμβάνει εσθίων Ιερακοσ. 43910-11· ποία καρδία να είναι τόσον λίθινη και να μην λάβει πίκραν διά την συμφοράν εκείνην; Μ. Χρονογρ. 348. 10) Αφαιρώ κ.· κατακρατώ κ.: Εκείνη (ενν. η δέσποινα) … ελεήσασα την γυναίκα … απεχαρίσατο ταύτην αυτό (ενν. το οσπίτιον) μηδέν από πράγματος αυτή λαβούσα τι Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 233· (μεταφ.) αγχόνη την ζωήν σου ελάμβανε Δούκ. 19931· Κρείττον αν ην μοι του στείλαι τον δήμιον και λαβείν την κεφαλήν μου απ’ εμού Δούκ. 38124. 11) (Προκ. για αποτέλεσμα αριθμτ.) εξάγω: Τρία μαζία έχων, χρυσάφιν, άργυρον και χαλκόν, θέλω εκ τούτων λαβείν λίτρ(ας) ρ΄ Rechenb. (Vog.) 61. 12) Αναλαμβάνω την ευθύνη για κάπ. ή κ.: Περί των ανδρογύνων οπού χωρίζουνται και έχουν τέκνα, τις να τα λάβει και να τα τρέφει Ασσίζ. 1248· ώσπερ εποίκεν (ενν. είς άνθρωπος) το κακόν μόνος του και μόνος του και να το λάβει Ασσίζ. 5014. 13) Κερδίζω: την νίκην οι πιστοί έλαβον Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 430· Εκ των πολέμων των πολλών και της δοκιμασίας| πάλιν έχω αποδοχήν και τούτον ίνα λάβω Διγ. Z 321. 14) Κληρονομώ: Ασσίζ. 1417. 15) α) Παίρνω (εισόδημα), καρπώνομαι: Ιστ. πολιτ. 3510· β) παίρνω φόρο ή δασμό· εισπράττω: Απέ το κωνάριν (έκδ. κονάριν· διορθώσ.) τό εβγάνουν έξω της χώρας κελεύει το δίκαιον να λάβουν το τέταρτον Ασσίζ. 24417· το δικαίωμαν του κρασιού το φέρνουν απέ τη Ναζαρέτ, το δίκαιον κελεύει να λάβουν … ιβ΄ αδράμια τέλος Ασσίζ. 24110· επέμφθην …| προς … Φίλιππον …| λαβέσθαι φόρους παρ’ αυτού Βίος Αλ. 2964· (μεταφ.) εξολοθρευτήκανε και επήγανε όλοι κακώς-κακού … και έλαβον επταπλασίως την πρέπουσάν τους πλερωμήν Σουμμ., Ρεμπελ. 192. 16) α) Αποδέχομαι: Ασσίζ. 35810· β) (με τις προθ. εις και επί) ερμηνεύω κ. ως …· θεωρώ, εκλαμβάνω κάπ. ή κ. ως …: εις πρόσωπον δε του Αδάμ και της Εύας λαμβάνονται ο ελέφας και η γυνή αυτού Φυσιολ. (Zur.) III 118· Λαμβάνεται … ο πελεκάν εις τον Κύριον Φυσιολ. (Zur.) VIII 412· Λαμβάνεται … η θάλασσα επί τον κόσμον και οι δύται επί τον χορόν των προφητών Φυσιολ. (Offerm.) G 1485. 17) Δέχομαι κ. ως σύμβολο· συμβολίζω: ο … φοίνιξ πρόσωπον του σωτήρος ημών λαμβάνει Φυσιολ. (Kaim.) 25α22. 18) Συλλαμβάνω, μένω έγκυος: Παϊσ., Ιστ. Σινά 208. 19) Τελώ: Περί τους γονείς τους λαβόντας δεύτερον γάμον Ελλην. νόμ. 5716· όπως … λάβει το μνημόσυνον ο πάπας εν τῃ Μεγάλῃ Εκκλησίᾳ Δούκ. 3154· μετά θανάτον της θυγατρός μου έλαβον (ενν. ο ρηθείς δείνα) δεύτερον συνοικέσιον Ελλην. νόμ. 57518. 20) Διενεργώ, πραγματοποιώ: πολλούς ελέγχους ο άγιος έλαβε βασιλεύς … ίνα πιάσει αυτόν Σφρ., Χρον. μ. 122. 21) Χρησιμοποιώ: Πρόθεσις έναι μέρος λόγου άκλιτον όπου λαμβάνεται πάντοτε στες αρχές ολωνών των μερών του λόγου Σοφιαν., Γραμμ. 248· τούτο το ξύλο έλαβε ογιά να ταξιδέψει Τζάνε, Κρ. πόλ. 3721. 22) α) Τρώω: Οπόταν δε εστιαθείς, λάβεις και Παναγίαν| … πίεις και πρεσβείαν Παϊσ., Ιστ. Σινά 963· β) (προκ. για τη Θεία Κοινωνία): κοινωνώ, μεταλαμβάνω: ετελεύτην αξηγόρευτος και χωρίς να λάβει τον πλάστην του εις τον θάνατόν τον Ασσίζ. 44010· σώμα λαμβάνω μυστικόν, τίμιον αίμα πίνω Σκλέντζα, Ποιήμ. 612. 23) Φορώ: Διγ. (Trapp) Gr. 1348 κριτ. υπ. 24) Καταχωρώ· συμπεριλαμβάνω: εγράφως γαρ τα έλαβον εις το ριτζίστρο απέσω| τα όσα εκερδίσασιν Χρον. Μορ. P 2077. B´ Αμτβ. 1) Αναλαμβάνω: είς εδικός μου σκλάβος έχει κακόν εις τον αφεδρώναν του και είς ιατρός λαμβάνει να τον γιάνει Ασσίζ. 18417. 2) α) Πληρώνομαι, ανταμείβομαι: να ’ρθεί η μέρα εκείνη, οπού έχει να ανασταθεί και το κορμί, τη Δευτέρα Παρουσία, να λάβει καθώς ήκαμε Αποκ. Θεοτ. II 111· β) τιμωρούμαι: οι άνδρες σ’ όσα σφάλλουν| αι γυναίκες τους λαμβάνουν Αιτωλ., Βοηβ. 281. 3) Δέχομαι χτυπήματα (πβ. και φρ. κρούω και λαμβάνω): Ούτως έναι συνήθεια εις όλους τους πολέμους,| οπού τριμώνει να σεβεί και οπού κρούει λαβαίνει Χρον. Τόκκων 2564. 4) Παίρνω φωτιά, καίγομαι (Για τη σημασ. βλ. Αλεξίου Στ. [Ερωτόκρ. σ. 427] και Ξανθουδίδη [Ερωτόκρ. σ. 438 και 592], καθώς και Αθ. 26, 1914, ΛΑ 154): Ουρανέ, ρίξε φωτιά, ο κόσμος ν’ αναλάβει| κι όλοι ας λαβού κι όλοι ας καγού κι η Αρετή μη λάβει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1724· οπόταν έλθει ο Βασιλεύς …| αυτοί να βάλοσι φωτιά και μόνος του να λάβει| να τόνε κάψουν … συζώντανον Βίος Δημ. Μοσχ. 316. 5) α) Τραυματίζομαι, πληγώνομαι (Για τη σημασ. βλ. Ξανθ., [Ερωτόκρ. σ. 438 και 592] ): ο κυρ Μουρίκης έλαβε στον πόλεμον την ώραν.| Τόσα λαβώθη δυνατά και απόθανε Κορων., Μπούας 6· Καλλίμαχε, τις επολέμησέ σε;| Αν από ξίφους έλαβες και πού το λάβωμάν σου; Καλλίμ. 1390· β) παθαίνω κακό· χάνω τη ζωή μου, πεθαίνω: Κάλλιον να λάβει ετούτος| παρά να ζει, ν’ απολεσθεί το γένος των Εβραίων Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 184· (μεταφ.) διατί έπεσες αυτού (ενν. στον βυθόν) …| χρείά ’ναι με την ’πομονήν να γλύσεις να μη λάβεις Δεφ., Λόγ. 560. 6) Συλλαμβάνω, μένω έγκυος: Αυτή (ενν. η νυμφίτσα) από του άρρενος εκ στόματος λαμβάνει| και γινόμενη έγκυος εκ τοις ωσί γεννά Φυσιολ. (Legr.) 446. 7) Περιλαμβάνω, περιέχω· αναφέρω, μαρτυρώ: ηθέλησε (ενν. ο Ηλιού) του ανελθείν στην Κορυφήν απάνου,| εκώλυσέ τον άγγελος, ως αι Γραφαί λαμβάνουν Παϊσ., Ιστ. Σινά 130. ΙI. Μέσ. (με ενεργ. σημασ.) 1) Παίρνω κάπ. μαζί μου, συνοδεύω (Πβ. Α΄ μτβ. 2): Ούς (ενν. τους αγούρους) παρευθύς λαβόμενοι (ενν. οι αδελφοί της κόρης) εις τον γαμβρόν απήλθον κατονειδίζοντες αυτόν Διγ. (Trapp) Gr. 470. 2) Συνάπτω: Μη προσδοκάτε παρ’ εμού λαβέσθαι συμμαχίαν Βίος Αλ.2 1925. Εκφρ. 1) Το δος και λάβε = αμοιβαία χτυπήματα· μάχη (Για το πράγμα βλ. Κουκ., ΒΒΠ Γ΄ 130· πβ. και ά. δίδω φρ. δίδω και παίρνω και δίδω και λαμάνω): από της μάχης της πολλής …| … κι από το δος και λάβε| οι κάμποι φόβον είχασιν Διγ. (Trapp) Esc. 34. 2) α) Το κρούειν και (το) λαμβάνειν, βλ. κρούω Έκφρ. α· β) το κρούειν και μη λαμβάνειν, βλ. κρούω Έκφρ. β. Φρ. 1) α) Κρούω και λαμβάνω = προσπαθώ, πασχίζω (Για τη σημασ. βλ. Τσολάκη [Γλυκά, Στ. σ. 31]): Όσα και αν λέγεις ο πονών και κρούεις και λαμβάνεις| πάντα δοκούσιν όνειρος εις άθλιβον καρδίαν Γλυκά, Στ. 252· β) δίδω και λαμβάνω αγωνίζομαι, πασχίζω, πολεμώ Προδρ. II G 85. 2) α) Λαμβάνω (προς γάμον)= παντρεύομαι : της αδελφής μου θυγατέραν λαμβάνειν ου δύναμαι προς γάμον Ελλην. νόμ. 56617· Ελλην. νόμ. 56621· β) λαμβάνω άνδρα ή εις άνδρα (Πβ. ά. επαίρνω 2ε φρ.)= παίρνω για σύζυγο, παντρεύομαι: ουκ έστι σύνηθες ότι να δίδοσιν αι γυναίκες χρήματα τους μέλλοντας λαβείν άνδρας Σφρ., Χρον. μ. 8215-6· εις άνδρα τον Αλέξανδρον ως ευτυχής λαμβάνει (ενν. η Ρωξάνη) Βίος Αλ.2 4091· γ) λαμβάνω γυναίκα = νυμφεύομα.ι (πβ. και ά. γυνή φρ. 3 και 4): εχώρισεν (ενν. ο Χατζηκάμαρης) αυτήν νομίμως και έλαβεν άλλην γυναίκα νόμιμην Συναδ., Χρον. 42· κάλλιον λάβε σιγαλήν (ενν. γυναίκα), να θέλει την τιμήν σου Σπαν. A 547. 3) Λαμβάνω απόφασιν ή βουλήν = αποφασίζω (Πβ. και ά. βουλή· φρ. δίνω ή παίρνω βουλή): ου γαρ υπέρογκα ζητώ, δέσποτα …,| να λάβω την απόφασιν ευθύς της αθυμίας Προδρ. III 433· βούλεσαι να μισεύσεις| και την βουλήν που έλαβες ου θέλεις να χαλάσεις Ιμπ. (Lambr.) 210. 4) Λαμβάνω την βαλβίδα = φτάνω στο τέρμα, τερματίζω: αποφαινόμενον … νικητάς εκείνους, τους πρώτους οπωσδήποτε λαβόντας την βαλβίδα Γλυκά, Αναγ. 253. 5) Λαβαίνω βάρος με βρίσκει κακό, παθαίνω κακό, στενοχωριέμαι (Πβ. φρ. παίρνω βάρος· βλ. ά. βάρος Β΄ 3β): Οι Τούρκοι … το μάθανε … κι εκρατούσαν (παραλ. 1 στ.) … όλους να τους σκοτώσουν.| Μα κείνοι δεν επήγαν πλιο να λάβουν τόσα βάρη Τζάνε, Κρ. πόλ. 1595·. 6) Λαμβάνω την γέννησιν = γεννιέμαι, δημιουργούμαι, προκαλούμαι· (εδώ μεταφ.): να σε διδάξω …| … πού έλαβεν (ενν. ο φθόνος) τη γέννησιν και πόθεν εγεννήθην Ντελλαπ., Ερωτήμ. 303. 7) Λαμβάνω (την) δειλίαν = δειλιάζω, γίνομαι δειλός (Πβ. και ά. δειλία 2): Της γυναικός γαρ εκείνης έλαβον την δειλίαν και ηλευθερώθη η πόλις Καναν. 81 Α· Επεί … διά τους … βουλκολάκους διαλέγονται οι άνθρωποι … λαμβάνουσι δειλίαν άπειρον και ανίατον Μάρκ., Βουλκ. 35110. 8) Λαμβάνω δίκην ή τιμωρίαν = τιμωρούμαι: Απολλών. (Wagn.) 360· Περί εκείνου οπού ευλογάται γυναίκαν και συγγενιάζει του και περί του ιερέως οπού τους ευλόγησεν και εκείνους οπού ήσαν εις τον γάμον ποταπήν τιμωρίαν να λάβουν Ασσίζ. 11331. 9) Λαμβάνω (ή λαβαίνω) δόξαν (ή και τιμήν) = δοξάζομαι (και τιμώμαι) (Πβ. ά. δόξα 3β): Έλαβες δόξαν, άνθρωπε, επλούτησες και εχάρης Αλφ. 1421· Να χύσεις αίματα πολλά, να κάψεις …,| να λάβεις δόξαν και τιμήν Διακρούσ. 7410. 10) Λαμβάνω εις νύμφην = βλ. ά. γυνή 4· (προκ. για τον πατέρα που εκλέγει ή δέχεται νύφη): Ταύτην (ενν. την κόρην) … έλαβον εις νύμφην τῳ υιῴ μου Ελλην. νόμ. 57026. 11) Λαμβάνω εις διάνοιαν ή νουν = α) σκέπτομαι, συλλογίζομαι· «μου περνάει απ’ το μυαλό» κ.: τα προγεγονότα εις νουν λαμβάνων υπό του συνειδότος εκωλύετο Δούκ. 2294· τα δε μη δέον εξειπείν παρέτρεχον τῳ λόγῳ,| ίνα μη σκάνδαλον ο παις εις διάνοιαν λάβει Διγ. (Trapp) Gr. 2319· β) λαμβάνω υπόψη μου κ.· υπολογίζω κ.: Ο δε τύραννος μηδ’ οπωσούν εις νουν λαβών τα του δεσπότου ρήματα στρατεύει κατ’ αυτού Δούκ. 26126. 12) Λαμβάνω κάπ. εις μνηστείαν = μνηστεύομαι: έλαβον κόρην εις μνηστείαν, ήγουν έλαβον μετ' αυτής ευχήν και ασπασμόν Ελλην. νόμ. 5686. 13) Λαμβάνω (ή λαβαίνω) εις τα χέρια μου το αίμα κάπ. = βάφω τα χέρια μου με το αίμα κάπ.· σκοτώνω κάπ.: Μη τον σκοτώσομεν, ότι αμαρτία έναι να λάβομε εις τα χέρια μας το αίμαν τον αδελφού μας Ντελλαπ., Ερωτήμ. 434. 14) Λαμβάνω εν γαστρί = συλλαμβάνω, μένω έγκυος: μανδράγορον … φαγών ο άρρην (ενν. ελέφας) συγγίγνεται τῃ θηλείᾳ και ευθέως εν γαστρί λαμβάνει Φυσιολ. 3658· (μεταφ.) Διά … τον φόβον σου. Κύριε, εν γαστρί ελάβομεν … και ετέκομεν πνεύμα σωτηρίας Φυσιολ. 3537. 15) Λαμβάνω ημέραν ή καιρόν = μου καθορίζεται ημερομηνία (παρουσίασης) (βλ. ά. ημέρα 12): εκείνος τον ποίον αγκάλεσεν λαμβάνει ημέραν και έπειτα ουκ έλθει, ουδέ έστρεψεν την ημέραν του Ασσίζ. 4706· Τότες εντέχεται να λάβει η εκκλησία καιρόν πότε να γίνεται ο γάμος Ασσίζ. 11618. 16) Λαμβάνω θάνατον: βλ. ά. θάνατος 1α φρ. α1. 17) Λαμβάνω ή λαμβάνομαι καιρού (Για τη χρ. του μέσ. αντί του ενεργ. βλ. Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Β′ 18-9)= α) εκμεταλλεύομαι την περίσταση: οι Τούρκοι … καιρού λαβόντες δικαίου τους μεν αιχμαλώτιζαν τους δε απέκτεινον Σφρ., Χρον. μ. 11417· Σφρ., Χρον. μ. 1147· β) πετυχαίνω ευνοϊκές καιρικές συνθήκες: ήλθεν (ενν. ο δεσπότης κυρ Θωμάς) εν τῳ Πόρτῳ Λόγγῳ … ίν’ απ’ εκείσε καιρού λαβόμενος εις την Κέρκυραν απέλθη Σφρ., Χρον. μ. 1229. 18) α) Λαβαίνω καλήν καρδιά = προθυμοποιούμαι, δείχνω καλοσύνη (πβ. ά. καλός, έκφρ. καλή καρδιά και φρ. παίρνω καλή καρδιά = ευχαριστούμαι, βλ. ά. επαίρνω 2α φρ.): Ελάβασιν καλήν καρδιά οι ποντικοί καημένοι| εις την αγάπην και φιλιά τήν είχαν καμωμένη Κάτης 23· β) λαμβάνω καρδιά = παίρνω θάρρος, αντρειεύω (Πβ. ά. επαίρνω 2α φρ. (ε)παίρνω καρδίαν = ενθαρρύνομαι): πρώτος στον πόλεμον … σεβαίνεις (παραλ. 1 στ.). Και βλέποντας οι συντρόφοι σου λαμβάνουσι καρδίαν| κι ορμούνται ως λιοντάρια Κορων., Μπούας 140. 19) Λαμβάνω κατά νου(ν) (μου) = έχω, λαμβάνω υπόψη μου· στοχάζομαι (πβ. φρ. 13 β): Τούτο πληροφορήθητι και λάβε κατά νουν σου Βέλθ. 194· σκέψαι, λάβε κατά νου και μάθε σου την φύσιν Αλφ. καταν. 42. 20) Λαμβάνω (ή λαβαίνω) κονταρίαν = δέχομαι επίθεση : τους εύρηκεν αρδίνιαστους ’ξ εκείνην την μερίαν,| διατί δεν επιστεύσασι να λάβουν κονταρίαν| … εκ την μεριάν αυτήν, γιατί δεν επατήθη Κορων., Μπούας 77. 21) Λαμβάνω (ή λαβαίνω) (τον) κόπον: κοπιάζω: ηύρε (ενν. ο ξυλοκόπος) ξύλα περισσά …| και κόπον ουδέν έλαβε, διατ’ ήσαν συναγμένα Κορων., Μπούας 36· αγρυπνήσετε και λάβετε κόπον ολίγον Διγ. Άνδρ. 33326. 22) Λαμβάνω κόρον: βλ. ά. κόρος 1 φρ. 23) Λαμβάνω κρότον = θορυβούμαι, ταράσσομαι. Βλ. και ά. κρότος 3α. 24) Λαμβάνω (το) μαχαίρι = σκοτώνομαι, αυτοκτονώ: Ο δούκας εζουγλάθηκε κι έμεινε δίχως χέρι| και μέσα εις τον θρόνον του έλαβε το μαχαίρι Τζάνε, Κρ. πόλ. 48618· Ο ρε Κάρολας την συμφοράν ιδόντας …| … ηθέλησε μαχαίρι διά να λάβει·| … αυτοφονεύς να γένει Κορων., Μπούας 29. 25) Λαμβάνω όρκον = ορκίζομαι (Πβ. φρ. παίρνω όρκον· βλ. ά. επαίρνω 1α): εκείνος όρκον έλαβεν …| εις γην ποτέ μηδέν εβγεί Απολλών. 454. 26) Λαμβάνω (την) πείραν = δοκιμάζω, αποκτώ εμπειρία: Διγ. (Trapp) Gr. 1633, 3319, Διγ. Z 3508. 27) Λαμβάνω περας = λήγω, παίρνω τέλος: βάλλουν εις έργον την απόφασιν, εάν ουδέν γένεται κράξιμον· ει δε γένει, μένουν έως ου να λάβει πέρας το κράξιμον Ελλην. νόμ. 5648. 28) Λαμβάνω πληγήν ή πληγές = πληγώνομαι, τραυματίζομαι: ουκ έλαβον αυτός (ενν. εγώ, ο Αλέξανδρος) πληγήν εν συμπλοκῄ Δαρείου; Βίος Αλ.2 4506· (μεταφ.) εσύ αμάθητη δεν είσαι των βασάνω,| γιατί πληγές κι άλλες φορές έλαβες Ροδολ. Ε΄ [336]. 29) Λαμβάνω (ή λαβαίνω) πλήρωμαν = συμπληρώνομαι· περνώ: πλήρωμαν ελάβασιν … δύο χρόνοι Λίβ. P 1974. 30) Λαμβάνω πνοήν = αρχίζω να αναπνέω, ζωντανεύω: φυσά τον (ενν. ο λέοντας τον σκύμνον) ως τρεις φορές στο στόμα του· ευθύς πνοήν λαμβάνει Φυσιολ. (Legr.) 968. 31) Λαμβάνω συμβούλιον = συσκέπτομαι, συνεδριάζω: συμβούλιον έλαβον οι του Μοράτ, πώς και τίνι τρόπῳ … ολέσοσι τον Μουσταφάν Δούκ. 21512. 32) Λαμβάνω τέλος = α) τελειώνω· συμπληρώνομαι: Όταν δε τέλος έλαβεν ο κύκλος των εννέα| μηνών εκ της συλλήψεως, η κορη εγεννήθη Διγ. Z 59· β) θανατώνομαι: σε δύο δεντρά διά να δεθείς στη μέση να σε σκίσου (παραλ. 2 στ.) Τούτο το τέλος έλαβε οκ την πολλή ευτυχία (ενν. ο Ψαμμήτιχος) Βεντράμ., Φιλ. 209· τέλος ο άδικος κακόν να λάβει μέλλει Κορων., Μπούας 14. 33) Λαμβάνω (ή λαβαίνω) μέγα τραύμα = τραυματίζομαι βαριά· (εδώ μεταφ.) παίρνω μεγάλη στενοχώρια ή απογοήτευση: Ο … σινιόρ Μαρτολομής, αφού ’μάθε …| πως οι εχθροί πληθύνασιν, έλαβε μέγα τραύμα Κορων., Μπούας 127· διδάσκει και ημάς πολλά καλά το γράμμα,| ότι ανήρ ασύμβουλος λαμβάνει μέγα τραύμα Κορων., Μπούας 121. 34) Λαμβάνω ύπνον και με λαμβάνει ύπνος = κοιμούμαι: ηθέλησεν ως άνθρωπος να λάβει λίγον ύπνον Κορων., Μπούας 25· όταν … ο κορκόδειλος ύπνος βαθύς τον λάβει,| το στόμα του ένι ανοικτόν Φυσιολ. (Legr.) 292. 35) λαμβάνω φόβον =φοβούμαι. Ψευδο-Δωρ. 54, Ζήνου, Βατραχ. 465. 36) Λαμβάνω χαρά(ν) = χαίρομαι: ελάβανε μεγάλην χαρά το πως ήρθε βοήθειαν Χρον. σουλτ. 11724· χαράν μεγάλην έλαβε το ακούσει το μαντἀτο Χρον. Μορ. H 339. 37) Με λαμβάνει η ώρα = με προλαβαίνει ο θάνατος, έρχεται η ώρα του θανάτου μου: επιμελήσου την ψυχήν πριν να σε λάβει η ώρα Αλφ. καταν. 45. — Βλ. και λαμπαίνω και λαμπάνω.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- Μακρεμβ., Υσμ. (Hercher) 24123-4, Πρέσβ. ιππ. 135· ανακοχλάζω, Παϊσ., Ιστ. Σινά (Παπαδ.-Κερ.) 1997.