Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- άνω,
- επίρρ., Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 4103, Σπαν. (Hanna) A 152, Σπαν. (Hanna) B 188, Γλυκά, Στ. (Τσολ.) 562, Προδρ. (Hess.-Pern.) Ι 214, ΙΙ Η 25b, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. (Miller) 752, Ασσίζ. (Σάθ.) 4420, 637, 29218, Επιθαλ. Ανδρ. Β' (Strzyg.) 554, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 1666, 1983, 2557, 4152, 6643, Βίος Αλ. (Reichm.) 4016, 4396, Διήγ. Βελ. (Cant.) 449, Πανάρ. (Λαμψ.) 7917, Περί ξεν. (Wagn.) V 113, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 430, Παϊσ., Ιστ. Σινά (Παπαδ.-Κερ.) 1368, Σταυριν. (Legr.) 1284, Διήγ. ωραιότ. (Ασώπ. Ειρ.) 83, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Ε΄ [1013]· άνων, Ασσίζ. (Σάθ.) 4234.
Το αρχ. επίρρ. άνω. Η λ. και σήμ. σε ιδιώμ. (ΙΛ).
1) α) Επάνω (σε κάτι): ουδέν έχει άνω της γης Ασσίζ. 4420· β) επάνω (σε κάποιους)· επικεφαλής: τον είχεν ο βασιλεύς άνω εις τον λαόν του Χρον. Μορ. P 6643· γ) περισσότερο (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 3): όσοι κρατούνε και έχουσι άνω των φιέ τεσσάρων Χρον. Μορ. P 1983· ένα μάρκον ασήμιν και άνων Ασσίζ. 4234· δ) μεταξύ: εις αντρείαν εξάκουστος άνω των στρατιώτων Χρον. Μορ. P 4152· ε) (επιθ.) που βρίσκεται επάνω· εκλεκτός: Τον δ’ ευγενή, τον δ’ υψηλόν, τον εκ της άνω μοίρας Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 752· Εκφρ. (1) (με άρθρο ενίοτε) οι άνω = οι ευγενείς: Επιθαλ. Ανδρ. Β′ 554· (2) άνω εις την θάλασσαν = παραθαλασσίως: Τα κάστρη ...| που ένι άνω εις την θάλασσα ...| έως έχομε τα πλευτικά, εκεί ας απελθούμε Χρον. Μορ. P 1666· (3) η άνω βασιλεία = η βασιλεία των ουρανών: Γλυκά, Στ. 562· (4) η άνω πατρίς = η βασιλεία των ουρανών: Παϊσ., Ιστ. Σινά 1368· (5) η άνω θεία Πρόνοια = η θεία Πρόνοια: Βίος Αλ. 4016, 4396· (6) τ’ άνω φροντιστήρια = η θεία βούληση: Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1013] (πβ. αι άνω δυνάμεις Ιατροσόφ., Legr., XVIII)· (7) (με εμπρόθ. προσδιορ. προκ. για χρόνο) κατά τη διάρκεια: άνω εις την σταύρωσιν Περί ξεν. V 113. 2) Προς τα επάνω· προς τον ουρανό (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α): ομνύετε μήτε άνω μήτε κάτω Σπαν. B 188· επήγεν κάτω το παιδίν κι άνω η ψυχή μου εξέβη Απόκοπ. 430· (προκ. για τον ουρανό με άρθρο) τα άνω = τα ύψη: Διήγ. Βελ. 449. 3) Προηγουμένως: ως φθάσας είπον άνω Προδρ. Ι 214· (με άρθρο) τα άνω = τα προηγούμενα: αν εξετάσεις ακριβώς έμπροσθεν και τοις άνω Προδρ. ΙΙ Η 25b. 4) Φρ. κενώνω άνω = βγάζω τροφή από το στόμα, κάνω εμετό: Σταφ., Ιατροσ. 4103.
από (I),- πρόθ., Φυσιολ. (Karn.) Μ 326, Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 249, Σπαν. (Hanna) Α 18, 131,164, 524, 532, 551, Β 124, 347, Σπαν. (Ζώρ.) V 69, Σπαν. (Hanna) V 122, 126, 167, Σπαν. (Hanna) Ο 53, Λόγ. παρηγ. (Λάμπρ.) L 457, Λόγ. παρηγ. (Lambr.) O 493, 626, Αιν. άσμ. (Παπαδ.-Κερ.) 120, Προδρ. (Hess.-Pern.) II G 18, III 45, Καλλίμ. (Κριαρ.) 193, 284, 2271, Έκφρ. ξυλοκ. (Λάμπρ.) 156, Ασσίζ. (Σάθ.) 611, 75 , 8921, 1443, 18711, 40030, Ελλην. νόμ. (Σάθ.) 53720, Ορνεοσ. άγρ. (Hercher) 51924, 53714, 5392, Διγ. (Mavr.) Gr. IΙΙ 266, IV 131, 926, VIII 43, 185, Διγ. (Hess.) Εsc. 136, 138, 1316, 1589, 1759, Διγ. (Sath.-Legr.) Τρ. 2835, Διγ. (Καλ.) Α 1440, 2113, 3759, Βέλθ. (Κριαρ.) 71, 248, 249, 328, 405, 530, 538, 566, 700, 714, 914, 1213, 1277, Εβρ. έλεγ. (Παπαγ.) 174, Ερμον. (Legr.) Λ 70, Ν μετά στ. 392, Ξ 73, 105α, Ψ 317, Χρον. Μορ. (Καλ.) Η 439, 940, 1255, 1599, 1675, 1713, 2562, 2738, 2827, 2918, 3531, 4969, 5797, 6107, 6534, 6549, 7290, 7625, 8420, 8683, Χρον. Moρ. (Schmitt) Ρ 3865, Πουλολ. (Krawcz.) 213, Βίος Αλ. (Reichm.) 3661, Φλώρ. (Κριαρ.) 494, 1264, Σπαν. (Ζώρ.) V 41, Περί ξεν. (Καλιτσ.) A 275, 400, Περί ξεν. (Wagn.) V 31, 404, Ερωτοπ. (Hess.-Pern.) 133, Λίβ. (Μαυρ.) P 61, 1867, Λίβ. (Lamb.) Sc. 933, 2213, Λίβ. (Lamb.) Esc. 1077, 3262, 4019, Λίβ. (Lamb.) N 46, 155, Λίβ. (Wagn.) N 838, 1889, Αχιλλ. (Haag) L 284, Αχιλλ. (Hess.) N 39, Αχιλλ. (Λάμπρ.) O 106, 149, 266, 347, Ιμπ. (Κριαρ.) 178, 233, 434, Γράμμ. κρ. διαλ. (Μανούσ.) σ. 7, Χρησμ. (Trapp) I207, V3, VI28, VII14, IX11, Φυσιολ. (Zur.) I 2α5, Χειλά, Χρον. (Hopf) 356, Μαχ. (Dawk.) 803, 25410, 3204, 3729, 57822, 38626, 42010, 42214, Σφρ., Χρον. μ. (Grecu) 628, 83, 10, 23, 1010, 34, 1212, 28, 31, 1418, 29, 32, 1082, 1149, 1244, 26, 1264, 12617, 12829, Θησ. (Foll.) I 125, Θησ. (Schmitt) 339 IV 5, Ch. pop. (Pern.) 20, 30, Καραβ. (Del.) 49226, 49316, 30, Γεωργηλ., Θαν. (Legr.) 197, Ριμ. Βελ. (Wagn.) 683, Βουστρ. (Σάθ.) 414, Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 46, 53, Σοφιαν., Παιδαγ. (Legr.) 92, Διήγ. Αγ. Σοφ. (Băn.) 14715, 14811, Αγν., Ποιήμ. (Ζώρ.) 16, Σαχλ. (Vitti) N 93, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 535, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 395, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 771, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 3, 13, 31, 120, 197, 448, 479, 485, 487, Ριμ. Απολλων. (Morgan) 356, Σκλάβ. (Μπουμπ.) 183, Πένθ. θαν. (Ζώρ.) N 212, 343, 344, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 10, 360, Θρ. Θεοτ. (Μανούσ.) 119, Πεντ. (Hess.) Γέν. IΙΙ 1, VIII 8, XIV 20, XX 6, XXVII 30, Έξ. I 9, XIV 5, XXX 2, Αρ. XIII 25, XXII 16, 23, XXIV 11, XXXIII 8, Δευτ. IX 1, XX 1, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 511, Ιστ. πατρ. (Βόνν.) 7916, 12425, 1497, Μηλ., Οδοιπ. (Παπαγ. Σπ.) 636, Παϊσ., Ιστ. Σινά (Παπαδ.-Κερ.) 282, 1307, Κατζ. (Πολ. Λ.) Α΄ 78, Β΄ 98, 387, Γ΄ 378, Δ΄ 291, Ε΄ 188, 209, 453, Βοσκοπ. (Αλεξ. Στ.) 397, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 195, 440, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 754, Γ΄ 696, 1501, Στάθ. (Σάθ.) Πρόλ. 19, Α΄ 239, 272, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 29, 55, 67, Ροδολ. Α΄ [68], Ε΄ [549], Διήγ. ωραιότ. (Ασώπ. Ειρ.) 76, 428, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Δ΄ [506], χορ. δ΄ [8 ], Λίμπον. (Legr.) Αφ. 38, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 44, 77, Λεηλ. Παροικ. (Κριαρ.) 670, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 26017, Αλφ. (Mor.) ΙΙΙ 10· ’πό, Διγ. (Καλ.) A 1908, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 393 (μετά διόρθ. Ξανθ., Παναθήν. 18, 1909, 180· έκδ. παραλ.), Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 33, 1003, Θρ. Κύπρ. (Μ. Κιτίου) K 295, 468, 803, Βοσκοπ. (Αλεξ. Στ.) 222, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 44525· αποτά, Φαλιέρ., Ιστ.2 740 χφ V· απού, Ασσίζ. (Σάθ.) 828, 129, 2125, 3114, 4131, 5531, 8327, 924, 934, 9710, 10618, 1092, 1272,1446, 2203, 3122, 34022, 3526, 38829, 40130, 4145, 4212, 4619, Λίβ. (Lamb.) Sc. 1357, Μαχ. (Dawk.) 223, 226, 3826, 701, 19631, 25410, 3404, 36231, 36417, 4066, 45615, 47211, 52235, 6064, 60832, 62011, 16, 63038, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 137, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 28, 1513, 1613, 248, 578, 588, 766, 771, 805, 9131, 923, 9361, 9914, 22, 10823, 10930, 38, 11030, Αχέλ. (Pern.) 310, Πανώρ. (Κριαρ.) Β΄ 447, Γ΄ 180, Ερωφ. (Ξανθ.) Αφ. 42, Α΄ 488, Β΄ 254, 385, 410, Γ΄ 272, Δ΄ 120, Ιντ. δ΄ 109, Ε΄ 142, Πιστ. βοσκ. (Joann.) I 2, 208· III 6, 8· V 6, 329, Βοσκοπ. (Αλεξ. Στ.) 85, Επιστ. Ηγουμ. 168, 175, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 217, 314, 507, 512, 565, 732, 919, 926, 1200, Β΄ 1283, Ε΄ 470, Θυσ. (Μέγ.)2 24, 31, 288, 814, 1079, Στάθ. (Σάθ.) Ίντ. α΄ 11, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [9, 66, 173], Δ΄ [119], Ε΄ [272], Ροδολ. Α΄ [344], Ε΄ [588], Αποκ. Θεοτ. (Dawk.) II 12, Φορτουν. (Ξανθ.) Α΄ 144, Γ΄ 57, Δ΄ 407, Ζήν. (Σάθ.) Πρόλ. 59, Β΄ 196, Λεηλ. Παροικ. (Κριαρ.) 634, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 28714, 3038, 5473, Διακρούσ. (Ξηρ.) 8022, Αλφ. (Mor.) III 48· ’πού, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 211, 2, 325, 351, 592, 643, 9232, 9444, 965, 10624, 1073, 25, 11031, 34, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 197, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 32217, 3787· απέ, Ιων. (Hess.) 2168, Ασσίζ. (Σάθ.) 49, 1521, 1612, 1923, 2214, 3516, 27, 386, 391, 413, 12, 4514, 4710, 5114, 552, 6416, 653, 6915, 803, 6, 8, 11, 8230, 889, 8921, 9022, 9121, 9831, 1098, 11415, 1214, 12413, 12721, 14217, 15028, 15227, 15422,1593, 16322, 17622, 1784, 17922, 2286, 23711, 25413, 2618, 27121, 28227, 30226, 3049, 32329, 3414, 35318, 3591, 3624, 3777, 41024, 4137, 41524, 4166, 13, 4219, 17, 4234, 4799, 4813, 5217, Ελλην. νόμ. (Σάθ.) 52014, 55125, 57714, Βέλθ. (Κριαρ.) 574, 978, Ακ. Σπαν. (Legr.) 167, Πόλ. Τρωάδ. (Μαυρ.) 138, 153, 572, 641, 687, 794, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 570, 3175, 6519, 6864, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 4159, 4901, 6226, 6687, 6808, 8967, Πτωχολ. (Schick) P 144, Διήγ. Βελ. (Cant.) 23, Φλώρ. (Κριαρ.) 74, 108, 306, 547, 681, 730, 896, 916, 1020, 1064, 1082, 1454, 1549, 1617, 1797, Ερωτοπ. (Hess.-Pern.) 317, Απολλών. (Janssen) 770, Λίβ. (Lamb.) Esc. 4207, Λίβ. (Lamb.) N 155, Λίβ. (Wagn.) N 247, 1631,1948, 2167, 2405, Αχιλλ. (Hess.) L 271, 582, 713, Αχιλλ. (Hess.) N 278, 316, Αχιλλ. (Λάμπρ.) O 13, 477, Ιμπ. (Κριαρ.) 209, 343, 358, Χρον. Τόκκων (Schirò) 1392, Ανακάλ. (Κριαρ.) 11, Θρ. Κων/π. διάλ. (Ζώρ.) 120, Παρασπ., Βάρν. (Mor.) C 191, 423, Μαχ. (Dawk.) 48, 22, 64, 1020,1823, 2013, 2622, 3812, 18631, 30626, 3641, 37032, 34, 37237, 41223, 43611, 4664, 46835, 48232, 53221, 55815, 59014, 67626, Θησ. (Foll.) I 5, 30, 58, 63, 64, 75, 96, 132, Θησ. (Βεν.) Πρόλ. 127, 154, 192, Β΄ [96], [104], Βουστρ. (Σάθ.) 413, 417, 452, 456, 46828, 50223, 51921, 53411, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 704, Πικατ. (Κριαρ.) 417, Συναξ. γυν. (Krumb.) 99, 871, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 14, Πεντ. (Hess.) Γέν. II 6, 9, IV 13, XVI 2, XXVI 10, Αρ. X 12· ’πέ, Αχιλλ. (Hess.) L 1134, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 128· απ’ (μπροστά από φωνήεν), Σπαν. (Hanna) V 24, Προδρ. (Hess.-Pern.) I 82, Ασσίζ. (Σάθ.) 1818, Διγ. (Καλ.) A 242, Βέλθ. (Κριαρ.) 366, Περί ξεν. (Καλιτσ.) A 378, Απολλών. (Wagn.) 550, Λίβ. (Lamb.) Esc. 974, Λίβ. (Lamb.) N 836, 841, Αχιλλ. (Λάμπρ.) O 33, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 197 (έκδ. αποκάτω· διόρθ. Ειδική Χρήση: Ξανθ., Κρ. Λαός 1, 1909, 10, σε απ’ εκατόν), Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 418, Ερωφ. (Ξανθ.) Αφ. 50, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Β΄ 2071, Ιντ. κρ. θεάτρ. (Μανούσ.) Δ΄ 62, Λίμπον. (Legr.) 68 κ.ά.· απ’ (μπροστά από τ), Χρον. Τόκκων (Schirò) 2009, Ερωφ. (Ξανθ.) Αφ. 50, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Β΄ 2071, Γ΄ 67· ’π’ (μπροστά από φωνήεν), Κορων., Μπούας (Σάθ.) 50, Λίμπον. (Legr.) 262, κ.ά. ’π’ (μπροστά από σύμφωνο), Αλφ. (Κακ.) 1158· αφ’ (μπροστά από τ), Βέλθ. (Κριαρ.) 442, 1154, 1279, 1312, Σωσ. (Legr.) 53, 73, Χρησμ. (Trapp) I 302, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Legr.) 419, 428, Γεωργηλ., Θαν. (Legr.) 32, 408, 459, 460, 493, 637, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 8636, Διγ. (Lambr.) O 722, 1705, 2414.
Η αρχ. πρόθ. από. Για τη νεωτερ., ιδίως τη νεοελλην. χρ. της, βλ. Άμ., ΛΑ 5, 1918/20, 132 κέ. Για τους τ. της βλ. επίσης Άμ., ΛΑ 5, 1918/20, 132 κέ. και Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 478, Χατζιδ., ΕΕΠ 7, 1910/11,83 και ΙΛ στη λ., ετυμολ. Για την παλαιότ. σύνταξη και χρ. της πρόθ. βλ. Hatzid., Einleit. 224 Jannaris, Hist. Gramm. 373, Raderm., Neutest. Gramm. 21925, 143, Treu (Aus der Byz. Arbeit der DDR 1, 1957, 17-23), Mihevc (Ziva antika 15, 1966, 355), Lampe, Lex. στη λ. VI και Sophocl. στη λ. 13. Για τη σημερ. σύνταξη της απόβλ. ΙΛ στη λ. (ετυμολ.) και για τη χρ. της με γεν. σε ορισμένες νεοελλ. εκφρ. βλ. Κριαρ., ΕΕΦΣΠΘ 8, 1960, 221. Για τον τ. απού μπροστά από τ βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 478 και Ξανθουδίδη, Ερωτόκρ., σ. 388. Η άποψη του Ξανθ. ορθότερη.
1) α) Απομάκρυνση από πρόσωπο, τόπο, πράγμα, ενέργεια, κλπ. (Η χρ. μτγν., Bauer, Wört. στη λ. IΙΙ, Lampe, Lex. στη λ. I Α2, Sophocl. στη λ. 5 και σήμ.,ΙΛ στη λ. Α14α [α]): έκλινεν το μουλάρι από τη στράτα Πεντ. Αρ. XXII 23· να τον διώξουν απέ το ρηγάτον Ασσίζ. 2286· σηκώνετ’ αφ’ την κλίνην του Διγ. O 1705· με το γλυκύν το δείσ σου δώσ’ μου θάρος| … και θέλει λείψειν απού μεν ο χάρος Κυπρ. ερωτ. 9922· οι Γενουβήσοι, διά να μηδέν δράξουν τον ρήγα απού τα χεργία τους οι Βενέτικοι εις το έλα του, αρματώσαν ϛ΄ κάτεργα Μαχ. 6064. τώρα είναι καιρός να μού βουθήσετε και να με αποβγάλετε απέ το πρόσωπον τους Γενουβήσους Μαχ. 53221· Σηκώσου απού τα πόδια μου, τίβοτας μη φοβάσαι Ερωφ. Ιντ. δ΄ 109· ώσπερ από πορνείαν φεύγε, (ώ) υιέ, ώσπερ από φαρμάκι Σπαν. O 53΄ και το καλό απού το κακό ποιόν είναι δε γνωρίζεις Ερωτόκρ. A΄ 1200· έβγαλε τέτοιο λογισμό απού την όρεξή σου Θυσ.2 814· από τα μάτια μου εχάθηκεν το ’λάφιν Απόκοπ. 13· και είπεν ή Σαρράι … εμπόδισε με ο Κύριος απέ του γεννήσει Πεντ. Γέν. XVI 2· απεστείλαμε (= ελευθερώσαμε, απαλλάξαμε) το Ισραέλ από να μας δουλέψουν Πεντ. Έξ. XIV 5· Αρ. XIII 25· φρ. (1) βγάνω από τον νουν μου, την όρεξη, κτλ. =λησμονώ: απολησμόνει το γουργόν, έβγαλ’ τ’ από τον νουν σου Σπαν. B 347· Θυσ.2 814· (2) βγαίνω από τον νουν μου = τα χάνω, σαστίζω, γίνομαι «αλλόφρων»: απέ τον νουν του έβγαινεν απέ τόν πόνον οπού είχεν Θησ. I 58· Ιμπ. 178· (3) βγαίνει (κάτι) από τον νουν μου = ξεπερνά το μυαλό μου, δεν το θυμούμαι: εις το με βιάζεις να σε πω τούτο πότες εγίνη | λανθάνομ’ από τον καιρόν και από τον νουν μου εβγαίνει Απόκοπ. 448· (4) βγαίνω από τα πρόσωπα του … και συνεπαίρνω από τα πρόσωπα = απομακρύνομαι, φεύγω από (κάποιον) Πεντ. Γέν. XXVII 30, Αρ. XXXIII 8· (με επιρρ. όπως έξω, μακρά, παρέξω, πέρα, κλπ.): είσ’ άπ’ την περηφάνεση μακρά του κόσμου …| τη σκοτεινή Ερωφ. Αφ. 50· σκλερόν είναι πολλά να παραδώσω| έξ’ άφ’ την δούλεψήσ σου Κυπρ. ερωτ. 8636· Αχιλλ. L 582· Διακρούσ. 8022· Ασσίζ. 828· ξεχωριστά από = εκτός από: Πόσες φτωχές εκακομοιριαστήκα| ξεχωριστά ’πού τσ’ άνδρες που πιαστήκα Λεηλ. Παροικ. 634· β) απόσταση (Η χρ. μτγν.· βλ. Κριαρ., Ελλην. 12, 1953, 378): απεξέβηκαν ως από μίλιν ένα Διγ. Esc. 1316. 2) Απαλλαγή (Η χρ. μτγν., L‑S στη λ. 110· βλ. και Lampe, Lex. στη λ. I C1· και σήμ., ΙΛ στη λ. Α 13): εις είντα μόδον να γλυτώσουν απέ τούτην (την) ταραχήν Μαχ. 1020· Χάρε, … απού τα τόσα πάθη λύτρωσέ με Κυπρ. ερωτ. 578, σ’ έβγαλεν ο Θεός άφ’ τον ζυγόν τον ένα Γεωργηλ., Θαν. 408· Σπαν. A 532· Ασσίζ. 6915· Θρ. Θεοτ. 119· Ερωφ. Δ΄ 120· Διγ. O 2414. 3) Στέρηση (Η χρ. και παλαιότ., Sophocl. στη λ. 9): ακληρήθη η αρχόντισσα, η ντάμα Μαργαρίτα,| από το κάστρον κι αφεντίαν Χρον. Μορ. (Καλ.) H 7625· οι Τούρκοι ωσάν είδασι κι ήτονε νικημένοι| κι απού τα τείχη έρημοι Τζάνε, Κρ. πόλ. 28714· λείποντας ξύλ’ απού το καμίνι Ροδολ. Ε΄ [272]· Γεωργηλ., Θαν. 197· Ριμ. Βελ. 683, Πεντ. Αρ. XXIV 11. 4) Αλλαγή (Η χρ. μτγν., L‑S στη λ. 19 και Lampe, Lex. στη λ. I D2): δύνεσαι απού νεκρόν να μ’ αναστήσεις Κυπρ. ερωτ. 588. 5) α) Προέλευση από πρόσωπο ή τόπο (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. III 4 και III 1b, 5· πβ. και Bauer, Wört. στη λ. IV, Lampe, Lex. στη λ. ΙΙb και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1): επήρεν ορισμόν η άγια δέσποινα Ελένη … απέ τον υιόν της Μαχ. 48· επερίλαβεν τίποτες απέ τον απεθαμένον Ασσίζ. 17922· το θάνατό μου επήρα (παραλ. 1 στ.) απού τον απονώτατο τον ίδιον αδερφό μου Ερωφ. Γ΄ 272· απέ γυναίκα τίποτε τόσον κακόν ούκ ήλθεν Πόλ. Τρωάδ. 794· ο κοντοσταύλης … εστράφην απού την Κερυνίαν Μαχ. 36417· ως αστραπή ’π’ Ανατολής τρέχει να πάει στην Δύσην Κορων., Μπούας 50· να φέροσι τον Μουσταφάν από τον Μυζήθρα Σφρ., Χρον. μ. 1212· τότες απού το χάλασμα βγαίνουν οι αντρειωμένοι Ερωτόκρ. Α΄ 565· βάλε και καβούρους από ποταμού και κρασί και ας βράσουν Σταφ., Ιατροσ. 249· να δω παιδία έμορφα ’πέ (έκδ. απέ· διορθώσ.) τα εδικά σας μέλη Αχιλλ. L 1134· Κυπρ. ερωτ. 766· Αχιλλ. O 33· εκφρ. (1) από λόγου μου = από δικό μου, εγώ ο ίδιος, από δική μου πρωτοβουλία: λάλησε και από λόγου σου· είπε τους πονεμένους Απόκοπ. 487· Όρα τί είπαν οι πρέσβεις τον Αχιλλέαν από λόγου τους χάριν διδασκαλίας Ερμον. Ν τίτλ.· (2) από δικού μου = εγώ μόνος μου (πβ. το αρχ. άφ’ εαυτού, L‑S στη λ. Α6): ας το λογιάσει κι ας το δει κι από δικού ντ’ ας κρίνει Ερωτόκρ. Γ΄ 1501· (3) από ’ξαυτόν μου ή από ’ξαύτου μου = από εμένα, από κοντά μου: Γιατί κυρά μου φεύγει απού ’ξαυτόν μου,| ήλθα, πουλλιά, μ’ εσας να καταντήσω Κυπρ. ερωτ. 771· Κυπρ. ερωτ. 1513· (4) από μέρους μου, από το μέρος μου, από την μεριάν μου ή απέ την μερίαν = από μέρος μου, στη θέση μου (πβ. Lampe, Lex., λ. μέρος D7a): είπες του από το μέρος μου αν χρήζει πλέον φουσάτα,| ας έχω είδησην μικρήν κι ευθέως να του αποστείλω Χρον. Μορ. (Καλ.) H 6549· (5) (και με το σύνδ. ως) ως από = σαν από: ως από λόγον μας γραφές αυτές βάστα μετ’ εσού Απόκοπ. 485· (6) οι από ξένης = οι ταξιδιώτες, οι οδοιπόροι Λίβ. Sc. 2213· (7) (με επιρρ. όπως απέσω, από πάνω, μέσα, πάνω) απέσω απέ = μέσα από: ως ήλιος εμπρόβαλεν απέσω απέ το νέφος Αχιλλ. L 271· (8) μέσα από = από: ας μπαίνει ο ένας έκ τ’ άλλου μέσα απού την αγκάλη Ροδολ. Γ΄ [66]· έλεγες ότι αστράπτουσιν από το χιόνι μέσα Λίβ. N 889· (9) απ’ όνομα· βλ. ά. όνομα Έκφρ. 2· (10) πάνω από = από: αρχίσανε οι λουμπαρδές ’πού τα καράβια πάνω Τζάνε, Κρ. πόλ. 3787· (11) αποπάνω από = από: αποπάνω από το παλούκι πολλά τους ονειδούσεν και έβριζεν Συναδ., Χρον. 29· β) εξουσιοδότηση, εντολή (Για την έκφρ. ως από προσώπου ή ως εκ προσώπου στην επιστολογραφία βλ. Τωμ., Βυζ. επιστολογραφία 3 Γ΄ 95-6 και Τωμ., Αθ. 64, 1960, 8-11): τιμητικά τόν χαιρετούν (ενν. τον βασιλέα) από τους κεφαλάδες Χρον. Μορ. (Καλ.) H 570· Αφέντη, εγώ λαλώ σου από τον ρήγαν ότι εσού ήσουν η αφορμή … Μαχ. 3201· παρακαλούν και λέγουν τον … απέ τον ρήγαν Ιμπ. (Wagn.) 371· ου λέγω εξ εμού άλλ’ από της κυρας μου, … Χρυσάντζας της ωραίας Βέλθ. 914· 6) Καταγωγή (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. III Ια και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1β): αν ένι γνήσιες και από ενού πατρός και απέ μιας μητρός Ασσίζ. 42117· ψουμάτους καβαλάρηδες απού μεγάλην γενιάν Μαχ. 3404· Ημεις γάρ ευρισκόμεθα από γενεάς μεγάλης Διγ. Esc. 136· Γνωρίζω τη, και πούρι δα δεν είμαι απού τα όρη Φορτουν. Α΄ 144· Ασσίζ. 889· Διήγ. Αλ. V 53· Κατζ. Ε΄ 209. 7) α) Αφετηρία (ιδίως χρον.) ήδη από … (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. II· βλ. και Bauer, Wört. στη λ. II, Lampe, Lex. στη λ. II A3, Sophocl. στη λ. 4· και σήμ., ΙΛ στη λ. Α 14β [α]): απέ κείνην την ημέραν ευρίσκουνταν καβαλάρηδες εις την Κύπρον Μαχ. 55815· απού την πρώτ’ αργατινή πού ’παίξε το λαγούτο| ελόγιασά το κι είπα το: για μένα είναι τούτο Ερωτόκρ. A΄ 919· οι άνθρωποι του νόμου απού ιδ΄ ετών και η γεναίκα απέ ιβ΄ ετών ημπορούν καλά να ποίσουν διαθήκην Ασσίζ. 40130· απέ το τάρμενον τών ζ΄ ημερών Ασσίζ. 14217· εποίκαν … διαλαλημόν: «Πάσα άνθρωπος απού ιε΄ χρονών και απάνω να έλθουν να τους δώσουν όρδινον» Μαχ. 36231· απέ ένα μάρκον ασήμιν και άνων Ασσίζ. 4234· Κατζ. Β΄ 387· εκφρ. (1) από την πρώτη = ήδη από την αρχή: αρχή μικρή κι αψήφιστη ήτον απού την πρώτη,| μα εδά ’χει τόση δύναμη κ’ έτσι μεγάλη εγίνη … Ερωτόκρ. Α΄ 314· (2) από καιρό(ν) = όπως και σήμ.: ερώτουνα (διορθ.) και από καιρό μου ’λεγες κ’ ήχασές το Στάθ. Α΄ 239· Κυπρ. ερωτ. 9131· σώζεται όμως και η σύνταξη με γεν.: από καιρού, Ξανθουδίδη, Ερωτόκρ., σ. 501· β) (αφετηρία με δήλωση και τέρματος)· από … έως (Η χρ. μτγν., L‑S στη λ. I 8, Sophocl. στη λ. 5β): τα κάγκελα εξηλώθησαν άπ’ άκρας έως άκραν Προδρ. I 82· απέ το Νίκλι έως την Λακιδαιμονίαν ένι δασώδης τόπος Χρον. Μορ. P 6687· επηγαίναν οι ανθρώποι απού τόπον εις τόπον με τα κτηνά τους να εύρουν νερόν Μαχ. 226· είδαμ’ από γης ως γή τον άθρωπο να πέσει Ερωτόκρ. Α΄ 754· ξεφάντωσ’ απού το ταχύ ως το βραδίν εκράτει Ερωτόκρ. Α΄ 512· έριξεν τες σαγίτες της απ’ ύστερην ως πρώτην Απόκοπ. 418· Βέλθ. 366· φρ. (1) (Προκ. για κτήριο και με ρ. όπως κατεδαφίζω, αφανίζω, κλπ.) από τα θεμέλια — συθέμελα, σύριζα· εντελώς, ολοκληρωτικά (πβ. το αρχ. και μτγν. εκ θεμελίων και το σημερ, από θεμελίου· για το τελευταίο βλ. Ξανθουδίδη, Ερωτόκρ. σ. 501): Κατηδάφισαν … και το του αγίου Δημητρίου μοναστήριον από τα θεμέλια Ηπειρ. 25116·. (2) (Με ρ. όπως ποιώ, κτίζω, κλπ.) απού γής = από τα θεμέλια: όρισεν και εποίκαν εκκλησίαν απού γης Μαχ. 3826· Μαχ. 701·. (3) Αποκάτω από τον πάτο = σύριζα· ολοκληρωτικά: την χώραν την αφάνισεν ’πουκάτω ’πού τον πάτο|· τα σπίτια και τα τείχη της έβαλεν άνω κάτω Παλαμήδ., Βοηβ. 197. 8) Διαμέσου τόπου (Η χρ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α 14α [β]): ας υπαγαίνωμεν … από της στερέας Χρον. Μορ. (Καλ.) H 1599· τα έστελναν … εις την Κωνσταντινούπολη από θαλάσσης Διήγ. Αγ. Σοφ. 14811· έφυγαν και επεράσαν απέ το ρηγάτον Ασσίζ. 25413· από το πόρτο τσ’ Άγουσας εβγαίνει| τότε και από τη Μύκονο παγαίνει Λεηλ. Παροικ. 670· περάσαντος τον Παϊζίτη από το επάνω Στενόν εις την Δύσιν Σφρ., Χρον. μ. 1231. 9) Εξάρτηση (Η χρ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α2): κρέμμασεν και κείνον απέ τα ποδία Βουστρ. 456· απέ το χέριν τόν κρατεί Φλώρ. 1454· ’πού τα μαλλιά τες σύρνουσιν Θρ. Κύπρ. M 765· βουηθάτε μου να σηκωθώ· κράτει μ’ απού το νώμο Θυσ.2 1079· τόν ανακρεμάσαντα τον ουρανόν από της γής Φυσιολ. M 326. 10) Ύστερα από, μετά (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. II· και παλαιότ. βυζ., Lampe, Lex. στη λ. I Bl, Sophocl. στη λ. 6· και σήμ., ΙΛ στη λ. Α 14 β [δ]: από θανάτου του ρέ Πιέρ … αρμάστην με τον υιόν του πρίντζη Μαχ. 57822· Ασσίζ. 40030· Η Σωφροσύνη απ’ αυτήν (= μετά τη Δικαιοσύνη) ανέβη εις γήν ολίγον Λίβ. Esc. 974· Λίβ. N 836, 841· έκφρ. απέ τούτον (ουδ.) = κατόπιν· έτσι: παρακαλεί σας να πιάσετε την εζήτησήν του, αν φανεί της αυλής. Και απέ τούτον εμπαίνει εις την αυλήν Μαχ. 30626. 11) Ποιητ. αίτ. (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. III 4· βλ. και Bauer, Wört. στη λ. V 6, Lampe, Lex. στη λ. III Β και Sophocl. στη λ. 1· και σήμ., ΙΛ στη λ. A3): Κατεφρονέθης απ’ εμού, δέσποτα αυτοκράτορ Διγ. A 242· απέ τους αρχιερείς Λατίνων να χειροτονούνται διάκονοι Μαχ. 2622· αφ’ τον Θεόν και αφ’ τους αγιούς τέλεια ευλογημένος Γεωργηλ., Θαν. 493· απ’ ολωνών των βασιλιών του κόσμου ζηλεμένος Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ΄ 62· Πιστ. βοσκ. I 2, 208· Κυπρ. ερωτ. 1073. 12) Αναγκ. αίτ. (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. III 6· βλ. και Bauer, Wört. στη λ. VI και 3, Lampe, Lex. στη λ. II Α2· και σήμ., ΙΛ στη λ. Α4): Μιαν από κόπου νύσταξα να κοιμηθώ εθυμήθην Απόκοπ. 3· μίαν σκλάβαν απού πέφτει απού κακήν αρρωστίαν Ασσίζ. 4131· από την αστένειαν σου πολλά το λυπούμεθαν Μαχ. 3729· απού την πείνα την πολλή συχνιά το νου μου χάνω Φορτουν. Γ΄ 57· από νερό διψούσαν Αιτωλ., Μύθ. 511· ήρξατο από πόνου του τα τέτοια να τον λέγει Λόγ. παρηγ. L 457· Πολλά ’μαι κουρασμένος ’πό τα όρη Βοσκοπ. 222. από άμετρου και πολλής πεσούσα αθυμίας| επί του νέου συμπαθώς εξέπνευσεν η κόρη Διγ. Gr. VIII 185· εξέβηκα από λύπης μου και κόσμον περιεπάτουν Λίβ. N 46· τρέμει αφ’ τον φόβον Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 428· απέ τας πικρίας λιγνεύω Συναξ. γυν. 871· Αν είχεν είσταιν χιόνιν, ώ κυρά μου,| έλυεν απού τον πόθον κι αχ την βράστην Κυπρ. ερωτ. 10938· ο πλούτος, το λογάριν σου ως άνεμος παγαίνουν,| λαχαίνουσιν και χάνονται από φωτιά ή κούρσας Σπαν. V 41· περί των πραγμάτων τών να ρίξουν εις την θάλασσαν από κακού καιρού Ασσίζ. 75· απέ τον μέγαν πλούτον τόν είχαν εκαταφρονούσαν τους λας Μαχ. 4664· επίασε το Εξαμίλιον και έκτισεν αυτό, κακώς δε από της συντομίας Σφρ., Χρον. μ. 12829· απού το δείσ σου πάντα μαρτυρίζω, αλλ’ όμως ο φτωχός πάντα ποθώ το Κυπρ. ερωτ. 9914· είχα εις τον νουν μου| να οικοδομήσω εκκλησίαν, να ποιήσω μοναστηρι κι ουδέν το εκατευόδωσα από τες αμαρτίες μου Χρον. Μορ. (Καλ.) H 2738· Δεν έχω παραπόνεσην ’πού σέναν,| άμμε ’πού το πικρόν το ριζικόν μου Κυπρ. ερωτ. 212· ποντίκιν κακορίζικον από την κακοτύχην Πουλολ. 208· Σπαν. (Hanna) V 122· Σπαν. A 18, 524· Προδρ. Η G 18· Ασσίζ. 1092, 1272· Χρον. Μορ. (Καλ.) H 2918, 8420· Λίβ. Esc. 4019· Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 419· Γεωργηλ., Θαν. 32· Κυπρ. ερωτ. 1613, 248· Σκλάβ. 183· Αχέλ. 310· Κατζ. Α΄ 78, Β΄ 98, Γ΄ 378, Δ΄ 291, Ε΄ 453, υμείς από κάπου εστέ και από οδού πολλής Νικήτα, Βίος Φιλαρ. 13927· (με το σύνδ. ως) ως από ομαλότητος και του πολλού του κάλλους| ύδωρ εμφαίνειν πεπηγός και καθαρώτατόν τε Διγ. Τρ. 2835· Απόκοπ. 120· έκφρ. απέ τούτο = γι’ αυτό Ασσίζ. 8921. 13) Αφαίρεση από το όλον (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. 16· βλ. και Lampe, Lex. στη λ. I A1, I D1, καθώς και Psich., Qu. tr. 862· και σήμ., ΙΛ στη λ. AΙΙ): αυτή δε ήτο ονομαστή από τους ανδρειωμένους Διγ. A 3759· πολύν φουσάτον σύντριψαν οι Τούρκοι απέ τους Ούγγρους Παρασπ., Βάρν. C 423· ο ρήγας μια απού τσί πολλές εθέλησε να μάθει … Ερωτόκρ. Α΄ 507· Εάν τύχει … και ρίψει απέ το γομάριν του … διά να αλαφρύνει το καράβιν Ασσίζ. 4710· δεν δίδει τίποτες απέ το εδικόν του … Ασσίζ. 28227· ο πουλητής οπού πουλεί σιτάριν δείχνει του (ενν. του αγοραστή) απέ το σιτάριν Ασσίζ. 4514· έλα στο θάνατό μου| να πιείς από το αίμα μου Πανώρ. Β΄ 447· ηύρασιν πολλά πράγματα απού τες πρα(μα)τείες τους Σαρακηνούς Μαχ. 63038· Ταύτα εγράψαμεν απά των καθ’ εαυτόν και τινων μερικών γεγονότων Σφρ., Χρον. μ. 22· να έχει ο εις ώσπερ τον άλλον απέ τά αγαθά εκείνης της οικίας … Ασσίζ. 4166· απέ τα δέκα ου μη εδυνήθη| να ’γράψε θρήνον, τον εποίκαν Πόλ. Τρωάδ. 687· ουδετίποτε θέλει να ποιήσει απού όσα να του ειπεί η αυλή Ασσίζ. 4619· Καλλίμ. 2271· Ασσίζ. 23711· κάνει (ενν. η αρετή) τον άνθρωπο κι άνθρωπον τόνε κράζου κι από τα ζώα τ’ άλογα λόγιον τον ονομάζου Πρόλ. κωμ. 34. 14) (Επιμερισμός) (Η χρ. μτγν., Lampe, Lex. στη λ. II Al, IV, Sophocl. στη λ. 8·βλ. και Δημητράκ. στη λ. 18) (προκ. για πολλούς ή σαν να πρόκειται για πολλούς) ο καθένας τους: εκείνος εγλυκάθηκε και απ’ εκατόν (πβ. ίσως και από δεκάξι 190) θα βάλει Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 197 (πβ. φρ. από ολίγον-ολίγον = λίγο-λίγο, σιγά-σιγά: με θέλει καταπιεί από ολίγον-ολίγον Φυλλ. Αλ. (Πάλλης) 143)· Μοιράζουσιν και άλευρον από μισόν ποτήρι Παϊσ., Ιστ. Σινά 1307· τους τριακόσιους αφήνω σας από ενός φαριού Διγ. Esc. 1759· οι εξής ας δίδουσιν απ’ ενός δηναρίου Απολλών. (Wagn.) 553. 15) Σύγκριση (Για τον υπερθετ. βλ. Κριαρ., Αθ. 45, 1933, 242-45 και Lampe, Lex. στη λ. V· η χρ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α9): σοφώτερη καμιά δεν βρίσκεται απ’ εκείνης Λίμπον. Αφιέρ. 68· τους Αλαμάνους είχασιν κάλλιον απέ τους Φράγκους Χρον. Μορ. P 6808· και θέλει τον καλύτερο απού τσι δυο να γνώσει Ερωφ. Β΄ 254· εναι γληγορώτερον, πονετικόν απ’ όλα (ενν. το τρυγόνι) Περί ξεν. A 378· το φίδι ήτον πονηρό από παν αγρίμι Πεντ. Γέν. IΙΙ 1· κορνέλα … μακρέα από την άλλην τόσον όσο … Καραβ. 49226. πλι’ άπονη απού τον άδην Πιστ. βοσκ. ΙΙΙ 6,8· ουδέ να ένι άνθρωπος ανήλικος παρακάτω από ιδ΄ χρονών Ασσίζ. 1443· τούτη ζωή ’ν’ θλιμμένη| πως δεν ’παντά περίτου ’πού μιάν ώραν Κυπρ. ερωτ. 9232· κείνα τόσον απού ’ξίζουν| κάλλιον παρά ’πού τούτα Κυπρ. ερωτ. 9444· Πεντ. Γέν. IV 13· Πιστ. βοσκ. V 6, 329. 16) α) Ύλη (συστατική) (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. ΙΙΙ 2· βλ. και Sophocl. στη λ. Β· και σήμ., ΙΛ στη λ. Α 10): ημφιεσμένους περσικήν στολήν από βλαττιού Διγ. Gr. IV 926· Και εκ της φισκίνας το πλευρόν, εκ το δεξιόν της μέρος| ήτον αμπέλιν ριζωτόν απού υαλίου εκείνο Λίβ. Sc. 1357· Ητον το τρικλινόκτισμα από ζαφείρου λίθων Βέλθ. 328· έλαιον παλαιόν από καρύιον μετά βουτύρου συμμίξας τον ουρανίσκον του ιέρακος τρίβε Ορνεοσ. αγρ. 5392· Βέλθ. 248, 538, Πεντ. Έξ. XXX 2· β) περιεχόμενο (Πβ. ΙΛ στη λ. 10): το άλλον της (ενν. χέρι) εβάσταζεν χαρτίν από γραμμάτων Λίβ. N 838. 17) Όργανο, μέσο, τρόπος (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. III 3· βλ. και Bauer, Wört. στη λ. V2, Lampe, Lex. στη λ. IΙΙ Α· Sophocl. στη λ. 10· και σήμ., ΙΛ στη λ. Α7): να ζούσιν απού τα καλά της (=της εκκλησίας) Ασσίζ. 3114· Καλέ, παρά να με θανατώσεις απού την πείναν όρισε είντα να γενεί Μαχ. 4066· να θανατωθούν απού κακού θανάτου Ασσίζ. 2125. από βίας τον στρέφεται, θεωρεί με Λίβ. P 61· Προσέχω, ιχνεύω, κυνηγώ, πουλιά κρατώ από τέχνης Λίβ. N 933· Οφρύδια κατάμαυρα εφύσησεν η τέχνη,| γιοφύρια κατεσκεύασεν από πολλής σοφίας Βέλθ. 700· χαίρομαι και ζώ απέ την γραφήν σου Λίβ. N 1631· Τα μήλα της εφέγγασιν από ψιλής θεωρίας Βέλθ. 714· άνθη και φύλλα γέμων (ενν. ο «παράδεισος») από πνοής την ηδονήν υπέρ τον λόγον έχων Καλλίμ. 284· αφύρωσέν τα (δηλ. τα κάστρα) σφόδρα| από λαόν κι από τροφής να ζουν να τα φυλάττουν Χρον. Μορ. (Καλ.) H 3531· Λόγ. παρηγ. O 626· Αχιλλ. O 149· Ιμπ. 233 Βέλθ. 249, 530, 700· εκφρ. (1) (με ρ. όπως αγαπώ, αναστενάζω, βρυχούμαι, θρηνώ, κλαί(γ)ω, κράζω, κράζω (μετά θρήνων), ’παινώ, προσεύχομαι, στενάζω, κλπ.) από καρδιάς = έντονα, επίμονα, «σφόδρα» (πβ. το αρχ. εκ της καρδίας φιλείν Αριστοφ., από καρδίας φιλέειν Θεόκρ.· εξ όλης της καρδίας, βλ. Lampe, Lex., λ. καρδία Α4· πβ. επίσης από καρδίας μέσης Βέλθ. 1277· η χρ. και σήμ. ΙΛ, λ. από Α7): ν’ αναστενάζω από καρδιάς, πολλά και να θρηνήσω Περί ξεν. A 275· γιατ’ ήκουσά τον από καρδιάς πολλά να σέ ’παινέσει Ερωτόκρ. Γ΄ 696· Αλφ. III 10, Βίος Αλ. 3661, Ροδολ. Ε΄ [549], Διήγ. ωραιότ. 428, Περί ξεν. V 31, Ριμ. Απολλων. 356, Στάθ. Α΄ 272, Σπαν. V 126, κ.π.α. (2) από βάθους (ενν. καρδίας) = έντονα, επίμονα (πβ. βάθος καρδίας ανθρώπου ΠΔ Ιουδ. 8, 14· βλ. και Lampe, Lex., λ. βάθος 2· εκ βάθους αναστέναξεν ψυχής Διγ. (Καλ.) A 1589· βλ. και ΙΛ, λ. βάθος Ια: τσή καρδιάς τα βάθη): από βάθους στενάξασα Διγ. Gr. 43· (3) από ψυχής = με ζήλο, επίμονα, έντονα (πβ. το νεώτ. με την ψυχή μου): ψάλλε από ψυχής και φώναζε μεγάλως Προδρ. III 45· χαιρετισμόν από ψυχής πέμπω σου, καλή κόρη Ερωτοπ. 133· (με το αναστενάζω:) να αναστενάζει από ψυχής , να αναθυμάται εσένα Φλώρ. 1264· Βέλθ. 566 (πβ. και το από ψυχής καημένης Βέλθ. 1213)· (με το τάσσομαι = υπόσχομαι): Και από την χείρα τον κρατεί, καλά τον συμβουλεύει| και τάσσεταί του από ψυχής, πάντα να τον δουλεύει Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 395· (4) από προαιρέσεως = θεληματικά, αυτοβούλως (πβ. το εκ προαιρέσεως = Lampe, Lex., λ. προαίρεσις I G): ουδ’ από προαιρέσεως αφήνεις τα κακά σου Πένθ. θαν. N 344· (5) από ριζικού = κατά τύχην: Εάν γίνεται απού ριζικού ότι εις άνθρωπος ου μία γυναίκα έχει καμμία αστένειαν … Ασσίζ. 38829· Χρον. Μορ. (Καλ.) H 4969, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [503]· (6) περνώ (κάποιον) από σπαθί ή από σπαθίου (ή σπαθιού) = σφάζω (πβ. Από σπαθιού Μαλάλ., Βόνν., 49320): από σπαθιού επέρασεν όλους τους Σιλιστριώτες Παλαμήδ., Βοηβ. 195· (7) από σπουδής (πβ. L‑S, III 6) = γρήγορα, αμέσως: Εκείνος δε από σπουδής εξάπλωσε την ράβδον Διγ. A 1440· (8) από πτερού πετώντας: και από πτερού εκατέφυγεν εις τον κόλπον σου απέσω Λίβ. (Μαυρ.) P 1867· (9) από κακού = με δυσμενή προκατάληψη Επείρασί με από κακού Χειλά, Χρον. 356· (10) από κομματιού — κομματιαστά Χρησμ. (Trapp) VI28, VII14· (11) (καμιά φορά και με το σύνδ. ως) ως από βιας = σαν ύστερα από βία, πίεση, βιασύνη: ως από βίας ηκούμπησα του περιανασάνω Απόκοπ. 31· (12) (προκ. για εξόρμηση ίππων) από περιστηθίου = ακάθεκτα, ακατάσχετα πβ. το αρχ. από ρυτήρος): ως αστραπή εξεπήδησεν από περιστηθίου Διγ. Gr. IV 118· φρ. (1) διαβαίνω από σπαθί = σφάζομαι: έξω ο κόσμος να χαθεί| κι εγώ να διάβω από σπαθί Αγν., Ποιήμ. Α 16· (2) πιάνω ή παίρνω χώραν από σπαθίου = καταλαμβάνω, κυριεύω: Εν τούτω οι Φράγκοι πρόθυμα μετά σπουδής μεγάλης| πεζεύουν εκ τα κάτεργα, την χώραν πολεμούσιν| από σπαθίου την έπιασαν, της Βενετίας την δίδουν Χρον. Μορ. (Καλ.) H 439· Τούτος ο σουλτάνος επήρε την Μεθώνη από σπαθίου, οπού την όριζαν οι Βενέτικοι Ιστ. πατρ. 1497· 18) Συνοδεία (Για τη χρ. βλ. Lampe, Lex. στη λ. ΙΕ και Sophocl. στη λ. 6· βλ. και το θεωρήσασα η σύμβιος αυτού από υποκαμίσου όντα, δηλ. ότι φορεί μόνο πουκάμισο Βίος αγ. Φιλαρέτου, Byz. 9, 1900, 17· απίθ. ότι πρόκειται για ξενισμό, όπως δέχεται ο Αλεξίου Στ., Κρ. Χρ. 6, 1952, 409 σημ. 25· βλ. και Ξανθουδίδη, Ερωτόκρ. σ. 501, λ. από και σ. 426, καθώς και ΙΛ στη λ. 6β) με: Εκεί ’τον κι ο Ρωτόκριτος κι ο ρήγας άπ’ τ’ αμάξι| να δούσι το Χαρίδημο σήμερο πως θα διάξει Ερωτόκρ. Β΄ 2071· η Κατερίνα η μαστόρισσα από τ’ οξύ μαντίλι Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 535 (περιττή κάθε διόρθ., βλ. Λαογρ. 3, 1911, 616-7 )· Ερωτόκρ. Β΄ 1283, 2071, Γ΄ 67. 19) α) Το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος: Λοιπόν λέγω να ’ξηγηθώ απέ τους δυο Θηβαίους Θησ. Πρόλ. [154]· περί της αμαρτωλής γυναικός και απ’ εκείνον το της δίδουσιν αν ημπορεί πλείον να της το πάρουν Ασσίζ. 1818· επήγε να τον ιδεί και ερωτήσαν τον απέ τους δικούς του Μαχ. 46835· μ’ αυτόν εσύντυχαν από πολλών πραγμάτων Θησ. I 125· β) αναφορά (Η χρ. μτγν., L‑S στη λ. III 2· βλ. και Lampe, Lex. στη λ. II Β1· και σήμ., ΙΛ στη λ. Α8 και Δημητράκ. στη λ. 19): κανέναν αγκάλεμαν το να ποίσει η γυναίκα απέ τον άνδραν της ή ο άνδρας απέ την γυναίκαν του Ασσίζ. 12721· ένας … ο ποιός ήτον καβαλλιέρης και καλός απέ το κορμίν του Βουστρ. 534· ημπορεί να φέρουν μαρτυρίαν τοιούτοι άνθρωποι εις την αυλήν απού πάσα πράγμαν Ασσίζ. 10618· επούλησες την μούλαν διά πέρπυρα ρ΄ απέ τῳ ποιών σου ήμουν εγγυητής Ασσίζ. 6416· είναι έτοιμος να τον απολογηθεί απού πάσα ζήτημαν όπου να του ζητήσει Μαχ. 19631· Περί το δίκαιον το εμπαίνει του αυθέντη απέ όλην του την γην Ασσίζ. 2214· μαύρον φαρίν τον έστρωσαν το πολυαγαπημένον,| μέγαν από του σχήματος, φριχτόν από της θέας Αχιλλ. L 284· Εσύ ομνύεις εις τα άγια του Θεού Ευαγγέλια απέ το σε θέλομεν ερωτήσειν να ειπείς την αλήθειαν; Ελλην. νόμ. 5217· απέ το λαλείτε να σας ποίσωμεν όρκον είμεστεν έτοιμοι Βουστρ. 502· απέ το μηνά η αφεντιά, της δια τα άλογα έμεις άλλα δεν έχουμε να καβαλικεύσωμεν Βουστρ. 519· αν εθυμάται από γονιούς τίποτες ρώτηξέ τη Κατζ. Β΄ 188· Ασσίζ. 9029· 3624· Χρον. Μορ. (Καλ.) H 6864· Βέλθ. 405. 20) Με ουσ. = γενική ιδιότητας (Πβ. ΙΛ στη λ. Α 16): όλοι από μίαν γνώμην ήσαν Σοφιαν., Παιδαγ. 92· ήσαν όλοι απόκοτοι και από καλήν καρδίαν Πόλ. Τρωάδ. 518. — Βλ. και επίρρ. με α΄ συνθ. την από, όπως απαρχής, απεδώ, αποκάτω, απομέσα, κλπ.
αρνούμαι,- Σπαν. A 644, Ασσίζ. 723, 814, 375, 5228, 5411-2, 561, 7121, 10114, 1072, 14729, 26924, 30131, 4184, 43713, 44222 (παρατ. ερνάτον), 44531, 4465, Ελλην. νόμ. 57525, Διγ. Gr. IV 512, Διγ. Esc. 176, 363, 451, Διγ. A 815, 1137, 1352, Βέλθ. 138, Φλώρ. 739, 1554, Περί ξεν. V 210, Ερωτοπ. 72, 439, 519, Απολλών. (Wagn.) 432, Λίβ. Sc. 592, Λίβ. Esc. 1699, 3978, 4022, Λίβ. N 3438, Αχιλλ. (Haag) L 746, Αχιλλ. L 587, Αχιλλ. N 64, Φυσιολ. (Zur.) XXVII 110, Μαχ. 1283, 2985, 65225, Θησ. Πρόλ. [140], Ε΄ [407], Ch. pop. 201, Κυπρ. ερωτ. 1134, Συναξ. γυν. 363, 1205, Κορων., Μπούας 33, 55, 85, Φαλιέρ., Ιστ. V 132, 708, Βεντράμ., Γυν. 226, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1108, Αχέλ. 2361, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 438 (μτχ. αρνώντας), Πιστ. βοσκ. 11, 179· II 5, 234· III 3, 256· V 5, 350 (μτχ. αρνώντας), Ιστ. Βλαχ. 878, 1835, 2537, Διγ. Άνδρ. 35610, Ερωτόκρ. Α΄ 817,1018, Γ΄ 1437, Ευγέν. 1524, Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ΄ 42, Ροδολ. Α΄ [167, 330, 455], Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [148] (μτχ. αρνώντας), Β΄ [962, 1217], Δ΄ [1359], Τζάνε, Κρ. πόλ. 18111, 2199, 22423, 48817, 5464, 57318 κ.π.α. αρνιέμαι Ch. pop. 225, Χρον. σουλτ. 8335-6, 8627, Πιστ. βοσκ. ΙΙΙ 3,96, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [1005]· αόρ. αρνίσθην, Διγ. A 534, Αχιλλ. L 207, Διγ. Άνδρ. 32516· αρνίστην, Ερωτοπ. 78, 277, 713, Αχιλλ. L 200, Πεντ. Γέν. XLVII18, Λευιτ. XIX 11, Διγ. O 449, 594, 1845· ερνήθηκα, Διγ. Esc. 398· ερνήθην, Ασσίζ. 19416, 3024, Διγ. Esc. 253, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 440· ερνίστηκα, Ερωτοπ. 608, Διγ. O 870· ερνίστην, Διγ. O 561, 1021· ηρνίσθηκα, Διγ. Άνδρ. 33119· ηρνίσθην, Διγ. A 812, Διγ. Z 2448, 2538, 2682, Διγ. Άνδρ. 32414, 3295, 33622· μτχ. αρνουμένος, Αχέλ. 1681· μτχ. παρκ. αρνημένος, Αχέλ. 1495.
Το αρχ. αρνέομαι. Για τ. του ρ. βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄. Για τον τ. αρνώντας βλ. Λαμπρινός, Ελλην. 33, 1981, 277. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. αρνειέμαι).
1) α) Λέω όχι (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. αρνέομαι 3 και σήμ., ΙΛ, λ. αρνειέμαι 1): αγάπη πλιο πως θέλει νά ’χει αρνάται Ροδολ. Α΄ [167]· βλ. και αλληλογώ Β, αποκρούω 2β, αποσκορπίζω β, αποφεύγω 2· β) δεν παραδέχομαι (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. αρνέομαι 3 και σήμ., ΙΛ, λ. αρνειέμαι 1): Συκοφαντούν και λέγουν με ότι αγαπώ σε, αφέντρα, κι εγώ αρνιόμουν κι έλεγα … Ch. pop. 225· γ) δε συγκατατίθεμαι (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. αρνέομαι 3 και σήμ., ΙΛ, λ. αρνειέμαι 2): τους εζητούσανε να κάμουνε έξοδον και αρνιόντησαν Χρον. σουλτ. 8627· δ) δε συγκατατίθεμαι: (να δώσω κ.), δε συναινώ και δε δέχομαι (κ.): τότες της κόρης σου κλιτώς θες κράζει ελεημοσύνην | κι εκείνη αρνώντας σου τηνε δε θέλει σου την δίνει Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [148]. 2) (Αμτβ.) λέω ψέματα: Μη κλέψετε και μη αρνιστείτε και μη ψωματέψετε ανήρ εις τον σύντροφό του Πεντ. Λευιτ. XIX 11. 3) α) Δε δέχομαι, περιφρονώ: ει τις ομνεί άδικον όρκον, αρνάται τον Θεόν Ασσίζ. 10114· διατί τον Έρωταν κατονομάζεις ψεύτην | και ορκοπατείς τόν όμοσες, την δούλωσήν του αρνάσαι Λίβ. Esc. 4022· βλ. και απορίχνω Α2α, απορρίπτω 1, αποχωρίζω ΙΑδ, καταφρονώ· β) αποκηρύσσω (βλ. Bauer, Wört., λ. αρνέομαι 3 a,b,c, και σήμ., ΙΛ, λ. αρνειέμαι 3): έπεψεν ένα γέρον Μαμουλάκην, όπου ήτον Χριστιανός και αρνήθην τον Χριστόν Μαχ. 65225· αρνούμαι και το γένος μου διά την σην αγάπην, | αρνούμαι και τον Μαχουμέτ, τον μέγαν τον προφήτην Διγ. A 1137. Η μτχ. αρνούμενος, αρνουμένος, αρνημένος ως ουσ. = αρνησίθρησκος, χριστιανός που άλλαξε την πίστη του: … γείς αρνουμένος έφθασεν με αλαζονειάν μεγάλην·| της Αλιτζέρης του ρηγός εδιάβην κι εκαυκάτο | πως την καδέναν εύκολα μπορεί να βάλει κάτω Αχέλ. 1681· εδιαλάλησεν εις την φοράν εκείνη| ’κ τους αρνημένους ουδεείς έξω να μηδέ μείνει Αχέλ. 1495· βλ. και αρνητής β· γ) αποκηρύσσω, παραβαίνω: και τά έμοσα εις τον ουρανόν … ορκοπατώ τα απετουνύν, αρνούμαι, ουδέν τα λέγω Λίβ. Esc. 1699. 4) α) Απαρνούμαι, ξεχνώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αρνειέμαι 3): βούλομαι μετά σου πορευθήναι,| διού αρνούμαι συγγενείς, | γονέας υστερούμαι Διγ. Gr. IV 512· τόν αγαπώ ουκ αρνούμαι Ερωτοπ. 72· βλ. και απολανθάνομαι, απολησμονώ α, αστοχώ, αφήνω, λησμονώ, ξελησμονώ· β) εγκαταλείπω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αρνειέμαι 3): Την κόρην τήν εφίλησες, την ορφανήν και ξένην,| οπού σ’ εχόρτασε φιλί, τώρα πώς την αρνείσαι; Ερωτοπ. 439· Και ήλιος εβασίλευσεν βράδι και αρνήθηκέ μας Τζάνε, Κρ. πόλ. 2199. Βλ. και αλλάσσω Α4, αμπαντονάρω, αναχωρίζω, απαριάζω 1α, απαφήνω 1, αποβάλλω 1, απολησμονώ β, απολυταρίχνω, απολύω Α8, αποχωρίζω I Αε, Ββ, αφήνω, βγαίνω (φρ.), ξαφήνω. 5) (Πιθ.) στερούμαι: Αι πόλεις δε στον βασιλιά πάσαι παραδοθήκαν| και λαμπροτάτην αυθεντιάν άπασαι αρνηθήκαν Κορων., Μπούας 85 . Βλ. και απορώ 6α, αποστερώ 2, λείπομαι, στερεύω.
άτυχος,- επίθ., Σπαν. A 383, Σπαν. (Ζώρ.) V 403, Κομν., Διδασκ. Δ 208, Σπαν. O 8, 251, Λόγ. παρηγ. O 86, 209, Προδρ. IV 241, Ακ. Σπαν. 415, Πόλ. Τρωάδ. 616, Χρον. Μορ. H 3889, Χρον. Μορ. P 3909, Πουλολ. Z 73, 86, 176, Πουλολ. Αθ. 13, 181, Πουλολ. 11, 74, Διήγ. παιδ. 162, 961, Διήγ. Βελ. (Cant.) 67, Περί ξεν. V 257, Λίβ. Esc. 2126, Λίβ. N 2928, Rechenb. 99b10, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 248, 716, Μαχ. 2236, 25838, 56015 (πληθ. ατύχοι), 6405, Σφρ., Χρον. μ. 1283, Θησ. (Foll.) I 62 δις, 66, Θησ. Β΄ [684], Ε΄ [291], Ζ΄ [1466], Ch. pop. 852, Γαδ. διήγ. 333, Άνθ. χαρ. 29031, 29229, Σαχλ. Β′ (Wagn.) P 133, Σαχλ., Αφήγ. 20, 32, 263, Ιμπ. (Legr.) 822, Συναξ. γυν. 390, 628, 957, Φαλιέρ., Ιστ. V 485, Διήγ. Αλ. G 2794, 28025, Δεφ., Λόγ. 72, Περί γέρ. 77, Ρίμ. θαν. 5, 71, Αχέλ. 302, 1946, 2136, 2517, Αιτωλ., Μύθ. 1612, 2411, Αιτωλ., Βοηβ. 263, Θρ. Κύπρ. M 326, Κατζ. Γ΄ 446, Ερωφ. Ά 466, Δ΄ 178, 290, 610, Ε΄ 12, 614, Πιστ. βοσκ. I 5, 9 (έκδ. άντυχη· διόρθ. Kriar., B-NJ 19, 1966, 279), II 7, 72, Ιστ. Βλαχ. 1945, Σουμμ., Ρεμπελ. 191, Ερωτόκρ. Β΄ 985, Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 183, Βακτ. αρχιερ. 153, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [976], Γ΄ [1295], Φορτουν. Ιντ. β΄ 176, γ΄ 130, Ζήν. Α΄ 197, Τζάνε, Κρ. πόλ. 4143, 4881, 55323, 56120, Τζάνε, Φυλλ. ψυχ. 469.
Από το επίθ. ατυχής (βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 105). Η λ. και σήμ. κοιν. (ΙΛ). Βλ. και Κριαρ., ΕΕΒΣ 10, 1933, 83-94.
1) α) Που δεν έχει τύχη, κακότυχος, δύστυχος (Βλ. και ΙΛ στη λ. 1α): αϊλί τον γράψει άτυχον της δυστυχίας το χέριν Λόγ. παρηγ. O 86· ν’ αποθάνω άτυχος στα ξένα πικραμένος Περί ξεν. V 257· Εις όπου τέτοιον ευγενή πόθον κερδέσει κόρης| και χέρια του περιπλακούν τέτοιαν εξηρημένην,| αν ειπεί ότι ήτον άτυχος, ας τον λιθοβολήσουν Λίβ. Esc. 2126· είδα καλήν γυναίκα·| ουκ επιστάμην άτυχος την συσκευήν και πράξιν Προδρ. IV 241· το άτυχο νησίν της Κύπρου Μαχ. 6405· βλ. και αστοχώ 5 μτχ., άσχημος 8, ατυχής 1α, ατυχίζω μτχ. α, απορώ 7γ, αρίζικος, άχαρος, ταπεινός· β) που είναι ταπεινής καταγωγής (Βλ. ΙΛ στη λ. 1γ): τείντα δίκαιον έχει ο ρήγας μετά σας, οπού ’στε ρηγάδες ως γιον εκείνον; … να σας ’τιμάζει καθημερινόν έμπροσθεν τους άτυχους ανθρώπους, πως θέλει σας στιμιάσειν άλλην φοράν; Μαχ. 25838. 2) α) Που δε φέρνει καλή τύχη, καταραμένος (Βλ. ΙΛ στη λ. 2α): ποιό άστρο στράτα σού ’δειξε, ποιός άτυχος πλανήτης …; Τζάνε, Κρ. πόλ. 55323· την άτυχη … ημέρα Ερωφ. Δ΄ 178 τ’ άτυχό μας ριζικό Ερωφ. Δ΄ 290· βλ. και ασβολώ μτχ. 3, αστραποκαίω μτχ., ατυχής 1β, ατυχώ 2 μτχ., αφορίζω μτχ., κακοπόδαρος· β) (προκ. για λόγια) πικρός, δυσάρεστος (Βλ. Pernot, [Ch. pop. σ. 99] και ΙΛ στη λ. 2α): Κι εγώ τα λόγια τ’ άτυχα, ψυχή μου, δεν τα θέλω Ch. pop. 852. Βλ. και άσχημος 2α, πικραίνω μτχ., πικρός. 3) α) Κακός (Βλ. ΙΛ στη λ. 3α και Ανδρ., Σημασ. εξ. 152): Ακόμη λαλεί (ενν. ο Σαλαμούς) και η γυναίκα οπού είναι καλή είναι στέμμα του ανδρός της … και την άτυχη δυσφατιάζει την Άνθ. χαρ. 29229· μη μάθει στράτες άτυχες και τον Θεόν αφήσει Σπαν. O 8· β) πονηρός (Βλ. ΙΛ στη λ. 4): Εις ένα … μαντείον …| επήγεν ένας άνθρωπος κι εκράτιε σπρουγίταν| και τον Θεόν ηθέλησε να τονε δοκιμάσει (παραλ. 7 στ.). Αμ’ ο Θεός το γροίκησε, καλά ’ποκρίθηκέ τον,| τον άτυχον τον άνθρωπον απιλογήθηκέ τον Αιτωλ., Μύθ. 1612· βλ. και άλλοεμένος, ατσίγγανος, μαριόλος· γ) (προκ. για δυσάρεστη κατάσταση, κλπ.): εθέλησε να σβήσει| μάνητα τόση άτυχη Ζήν. Α΄ 197. 4) α) Ελεεινός, άθλιος, τιποτένιος: είμαι πόρνη άτυχη και χειροτέρα πάντων Πουλολ. Αθ. 181· Και τί θέλετε ποίσει … (παραλ. 2 στ.) άτυχον γένος και δειλόν, άνθρωποι εντροπιασμένοι; Θησ. (Foll.) I 66· ποιαν πίστην, ατυχότατη γυναίκα,| μου μνόγεις, αν εσύ πίστην δεν έχεις; Πιστ. βοσκ. II 7, 72· και μόνον ήλθες, άτυχε, φοβέριστρον του γάμου Πουλολ. Αθ. 13· βλ. και ανόσιος, ατυχής 3, αχαμνός· β) που έχει διαπράξει αδίκημα· κακούργος (Βλ. και Γκίνη, Αθ. 67, 1963/64, 373-4): κάμετε νά ’ρθουσι μαζί κι εκείνοι οπού τελειώνου| τη δικιοσύνη κι άπονα τσ’ άτυχους θανατώνου Ερωφ. Δ΄ 610. Βλ. και άνομος 1α. 5) Ανέντιμος: περί εργαστηρίου οπού βάνει τινάς προεστώτα και κάμνει συνάλλαγμα άτυχον Βακτ. αρχιερ. 153· στην άτυχη επιβουλιά που κάμετε σε μένα| τυχαίνει να σας κόψουνε να μην αφήσουν έναν Τζάνε, Κρ. πόλ. 4143. 6) Δειλός, άτολμος: Με τα πολλά ’ρματ’ άτυχος τον αντρειωμένο κάνει Ερωτόκρ. Β΄ 985. Βλ. και άτολμος. 7) Ανόητος: πέψε φρενίμους μαντατοφόρους, μηδέν πέψεις άτυχους και χάσεις πολλά Μαχ. 2236· Καινούργιο πράμα κι άτυχο είν’ ένας να θελήσει,| πρίχου δουλέψει, αντίμεψη του κόπου να ζητήσει Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 183· όσοι είπασιν να φύγομεν, να αφήσομεν τον λαόν μας,| λουλούς τους έχω κι άτυχους, ου πρέπει να είναι αφέντες Χρον. Μορ. H 3889. Βλ. και ανάζαβος, άπορος I4, ασύστατος 2β, ζαβός, κουζουλός, λωλός, μικρός, ξετρουμισμένος, πελελός. 8) Δύστροπος (Βλ. ΙΛ στη λ. 5): Αυτός σαν ήτον άτυχος πάντα εβίγλιζέ με Γαδ. διήγ. 333. 9) α) Εξαντλημένος, αδύνατος: θωρούσιν τον και κείτεται ωσάν αποθαμένος,| από την πείνα άτυχος πως ήτον καμωμένος Ιμπ. (Legr.) 822· βλ. και ασθενώ 2 μτχ. α, αχαμνίζω Α2β μτχ.· β) αδύναμος, ανήμπορος: Και πώς γυναίκες άτυχες σας διώχνουν ως κοπέλια; Θησ. (Foll.) I 62. Βλ. και αμπόρετος, ανήμπορος 1α1, αχαμνός· γ) (προκ. για τόπο σε ώρα μάχης) αδύνατος ως προς την αντίσταση (κατά του αντιπάλου), μη ανθεκτικός (κατά τη μάχη), ευάλωτος: ήλθαν σε συμφωνίαν| στον Άγιον Έρμον να διαβούν με πάσαν δυναστείαν·| κι εδιάβησαν εις το βουνί, τον τόπον να σκοπήσουν,| να βρούσι τόπον άτυχον το πόθε να μαχήσουν Αχέλ. 312. 10) (Προκ. για καιρό) ήσυχος, γαλήνιος: Καιρός γάρ ήτον άτυχος και της νυκτού τ’ αστέρια| ακόμη εφαινόντησαν στον ουρανόν απάνου Θησ. Ε΄ [291]. Βλ. και ατάραχος, αχείμαστος. 11) (Σε κλητ. προσφών.) (Βλ. ΙΛ στη λ. 1β και Κριαρ., ΕΕΒΣ 10, 1933, 83-94 (ετυμολ.)): Δεν ηπορώ,| άτυχε, να σε ομιλήσω| ουδέ για να σε φιλήσω Συναξ. γυν. 628· Άτυχε τόσον νομίζεις| ασθενείς να ’ναι οι Αργείοι; Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Ί́ [39]. 12) Που είναι κατώτερης ποιότητας, όχι εκλεκτός: πάσα άνθρωπος πρώτα βάνει το καλόν κρασί και όταν μεθύσουν τότες βάνει το άτυχον Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 258v.
αυθέντης- ο, Σπαν. A 534, 646 (γεν. αυθεντού), Σπαν. P 46, Λόγ. παρηγ. O 472, Προδρ. I 88, II 6, Ασσίζ. 67, 1811, 13, 2630, 331, 3711, 5114, 724, 1201, 13829, 14518, 1461, 3, 28, 15317, 1457, 16618, 27, 1888, 19531, 1997, 20317, 22027, Διγ. (Trapp) Gr. 1024, Διγ. Z 276, 861, 937, 1349, 1354, 1898, 2098, Διγ. (Trapp) Esc. 470, 1029, 1812, Βέλθ. 27, 106, 555, 764, 985, 990, Πόλ. Τρωάδ. 819, Πτωχολ. N 346, Συναξ. γαδ. 83, Περί ξεν. A 175, Περί ξεν. V 458, Λίβ. P 2663, Λίβ. (Lamb.) N 317, Αχιλλ. N 18, 47, Αχιλλ. O 383, Ιμπ. 40, 245, 567, Αργυρ., Βάρν. K 73, Μαχ. 4212, 2507, 3968, Σφρ., Χρον. μ. 1030, 1818, 2225, 8012, 9018, Θησ. Β΄ [106, 191, 682], Γεωργηλ., Βελ. 159, 374, Διήγ. Αλ. V 21, 22, 86, Διήγ. Αγ. Σοφ. 1486, Σαχλ., Αφήγ. 569, Έκθ. χρον. 17, 693, 10, Κορων., Μπούας 4, 5, Ψευδο-Σφρ. 33814, Σοφιαν., Κωμωδ. Ricchi 69, Ρίμ. θαν. 95, Θρ. Κύπρ. M 399, 639, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1360, Δωρ. Μον. XVIII, Παλαμήδ., Βοηβ. Προς Αναγν. 28, Σταυριν. 699, 904, Διγ. Άνδρ. 32921, 37531, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [1417], Λίμπον. 182, 233, 305, κ.π.α.· αφένδης, Εβρ. ελεγ. 170· αφέντης, Σπαν. V 103 (αιτιατ. πληθ. αφέντους), Προδρ. IV 245, Ασσίζ. 438, 553, 8615, 2518, 4108, 9 (αιτιατ. εν. αφένταν), Διγ. (Trapp) Gr. 465, Διγ. (Trapp) Esc. 287, 662, 945, Χρον. Μορ. H 105, 209, 244, 269, 348, 1504,1902, 1904, 2393, 2467, 2474, 2737, 2793, 3195, 3196, 3295, 4829, 5952, 6282, 6457, 6641, 7271, 7478, 7812, 7946, 8015, Συναξ. γαδ. 243, Ερωτοπ. 73, 360, 405, 451, 459, 625, 680, Απολλών. (Wagn.) 239, 335, 784, Αχιλλ. L 94, 832, Ιμπ. (Lambr.) 38, Χρον. Τόκκων 1229, 1323, Παρασπ., Βάρν. C 210, Αργυρ., Βάρν. K 203, Μαχ. 1629, 10214, 16016, 18216, 26216, 51626, 59821, 61031, 65014, Θησ. Πρόλ. [101], Ch. pop. 548, Γαδ. διήγ. 7, 77, Διήγ. Αλ. V 62, Αλεξ. 1130, Κυπρ. ερωτ. 10465, Πικατ. 363, Κορων., Μπούας 10, Φαλιέρ., Ρίμ. L 199, Βεντράμ., Φιλ. 124, Διήγ. Αλ. G 253, 2725, 27331, Δεφ., Σωσ. 66, Τριβ., Ρε 114, Πεντ. Γέν. XVIII 3, XXIV 10, 27, XXXI 35, XXXII 6, 19, XXXIX 7, Αχέλ. 143, Αιτωλ., Μύθ. 2810, Χρον. σουλτ. 3018, 795, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 394, Δωρ. Μον. XVIII, Πανώρ. Αφ. 16, 26, 46, Ερωφ. Α΄ 64, 85, Κατζ. Γ΄ 19, Ε΄ 476, Ιστ. Βλαχ. 93, 410, 640, 1154, 1256, 1487, 1561, 1563, 1985, 2841, Φορτουν. Πρόλ. 56, Β΄ 26, 233, Ιντ. γ΄ 21, Δ΄ 489, Ε΄ 410, Σταυριν. 63, Έγγρ. του 1615 (Κρ. Χρ. 22, 1970, 484), Σουμμ., Ρεμπελ. 186, Ερωτόκρ. Α΄ 229, 407, Γ΄ 1604, Θυσ.2 6, 73, 257, 316, 655, 817, 834, Στάθ. Γ΄ 189, Ροδολ. Α΄ [57], Βακτ. αρχιερ. 147, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [1274], Λεηλ. Παροικ. 522, Διγ. O 236, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1364, 1616, 17020, 18415, 2244, 23520, 24726, 2503, 2512, 2698, 30520, 30825, 4815, 51218, 51818, 53118, 5373, 5777, 5786, Διακρούσ. 738, κ.π.α.· αφεντής, Απολλών. (Wagn.) 640, Φυσιολ. 37027· αφές, Στάθ. Α΄ 226, Β΄ 239, 262, Γ΄ 146, 422· ’φθέντης, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 747, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Wagn.) 833.
Το αρχ. ουσ. αυθέντης. Για τον τ. αφέντης βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 171-172 και Psich., Qu. tr. 815. Για τον τ. αφές βλ. Χατζιδ., BZ 4,1895, 418, αλλά και Κριαρ., ΕΕΒΣ 10, 1933, 91. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. αφέντης).
1) Άρχοντας, ηγεμόνας, δυνάστης (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. 2, χωρίο Ευριπίδη και σήμ., ΙΛ, λ. αφέντης 1): Τυραννικώς αυθέντευαν ως φυσικοί αυθέντες Ιμπ. 40· Σουλτάνος τον αγόρασεν, του Καϊριού αυθέντης Ιμπ. 567· ενέμεινε ο μισίρ Ντζεφρές αφέντης εις τον τόπον Χρον. Μορ. H 1902· το εδικόν τους οπού έχουν να ένι του αφεντός της χώρας Ασσίζ. 8615· αν έχεις και συ τον Έρωτα αυθέντην εις τον κόσμον Λίβ. P 2663· Πάρη μου ευγενικότατε και αφέντη του κορμιού μου Φορτουν. Ιντ. γ΄ 21. Βλ. και αρισταίος, αρχηγός 1α, 2, αρχοντόπουλο(ν) β, άρχος Α2α, άρχων 1, αυθεντικός ουδ., αυσονάναξ, αυτοδεσπότης, αφεντάκι, αφεντικό. Έκφρ. αυθέντης ή αφέντης καθολικός = ηγεμών με απόλυτη εξουσία (Βλ. Χατζ., Διπλωματ. 17): ήτον και καθολικός αυθέντης και δεσπότης Κορων., Μπούας 4· δεν πρέπει οι αφέντες οι καθολικοί να προυμουτιάζουν να πολομούν αγάπην Μαχ. 18216. 2) Αρχηγός: Αφέντες για τον πόλεμον ετούτους είχαν κάμει Τζάνε, Κρ. πόλ. 30520· εις την παγίδαν έμεινεν αφέντης τετραπόδων Αιτωλ., Μύθ. 2810. Βλ. και άκρα 9, αρχίπους, άρχος Α1, άρχων 2, αυτοκράτορας. 3) Προύχοντας: έμειναν οι γ΄ αυθέντες μόνον, ο ρήγας και η μητέρα του και ο πρίντζης Μαχ. 3968· έποικαν μεγάλα κανίσκια και μεγάλους αφέντες δια μαντατοφόρους Μαχ. 16016. 4) (Προκ. για το Θεό) (Με το ουσ. Θεός ή με παράλειψή του) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφέντης 2): Τέκνο μ’, ετούτη τη δουλειά αφέντης την ορίζει Θυσ.2 817· Δέν πέφτει ψύλλον εις την γην εκ το δενδρόν απάνω| ανόριστα του αφεντός Πικατ. 363· ο αφέντης ο Θεός θέλει πέψει η χάρις του Έγγρ. του 1615 (Κρ. Χρ. 22, 1970, 484). Βλ. και Θεός. 5) Σουλτάνος: εξήλθεν ο αγάς των γενιτζάρων μετά του πλήθους εις υπαντήν του αυθεντός Έκθ. χρον. 6910· δια μιας νυκτός ευρέθη εν ῴ τόπῳ ήν ο αυθέντης τεθνηκώς Έκθ. χρον. 693. Βλ. και μεγαφέντης. 6) α) Κύριος, αφεντικό (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφέντης 4α): εκείνος οπού ήτον αυθέντης του σκλάβου ένι κρατημένος να ιατρεύσει εκείνον τον λαβωμένον Ασσίζ. 1547· το δίκαιον ορίζει ότι ο αυθέντης του ή η κυρά του εκείνου του σκλάβου Ασσίζ. 15317· βλ. και αυτοδεσπότης, μισέρ· β) ιδιοκτήτης, κάτοχος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφέντης 4β): εάν τα μελίσσια μου λείπουν έξω εις έναν δένδρον άγριον, οπού ουδέν έχει αυθέντην Ασσίζ. 1997· Εάν εντέχεται να δώσει ενοίκιν του αυθέντη του σπιτιού Ασσίζ. 67. Βλ. και άνθρωπος 3, άρχων 7. 7) Πατέρας (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφέντης 8. Βλ. και Ξανθ., Κρ. συμβόλ. 319 και Ανδρ., Σημασ. εξ. 76): εγώ θε να γενώ τ’ αρνί κι εσύ, αφέντη, χάρος Θυσ.2 834. Βλ. και αυθεντίτσης, αφεντάκης, κύρης. 8) Σύζυγος (Η σημασ.καί σήμ., ΙΛ, λ. αφέντης 10. Βλ. και Κουκ., ΕΕΦΣΠΑ 6, 1955/56, 242): ανίσως ότι η δαμού Τζουάνα ένι τοιούτη, ότι να θελήσει να αρνηθεί ότι ο αυθέντης της ουδέν μου τα εχρώστεν Ασσίζ. 16618· ομπρός πάντας εκείνους εποίησεν ο αυθέντης μου την διαθήκην του Ασσίζ. 16628. Βλ. και άνδρας 3, άρχος Α4, ταίρι(ν). 9) Προσηγορία ή προσφώνηση τιμής, σεβασμού, αγάπης (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφέντης 7. Βλ. και Κουκ., Ευστ. Λαογρ. Β΄ 175 και Ξανθ., Κρ. συμβόλ. 319): Αφέντη Στάθη!| Φίλε μου, πολλά παρακαλώ σε Στάθ. Γ΄ 189· Εγώ, αυθέντη πενθερέ, επιθυμίαν είχον Διγ. Z 2098· Έρως, αυθέντα, βασιλεύ, δέσποτα γης απάσης Λίβ. (Lamb.) N 317· Αφέντη, χαίρομαι κι εγώ περισσά μετά σένα Φορτουν. Δ΄ 489· Γυρεύουσιν, αφέντη μου, γυναίκα να με πάρουν Ερωτοπ. 73.
αυθεντόπουλο(ν)- το, Αλφ. ξεν. 99, Βησσ., Επιστ. 218· αφεντόπουλο(ν), Περί ξεν. V 484, Διήγ. Αλ. V 32, 44, Ιστ. Βλαχ. 583, 2841, Ερωτόκρ. Β΄ 144, 287.
Από το ουσ. αυθέντης και την κατάλ. ‑πουλο(ν). Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. αφεντοπούλλα).
Γιος άρχοντα (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφεντοπούλλα): αυθέντες και αυθεντόπουλα και βασιλείς μεγάλοι Αλφ. ξεν. 99· τούτό ’ναι τ’ αφεντόπουλο που την Αξιάν ορίζει Ερωτόκρ. Β΄ 287. Βλ. και αρχοντόπουλο(ν) α, αρχοντόπουλος, βασιλόπουλο.
αυτός,- αντων., Σπαν. B 181, Προδρ. I 166, 178, ΙΙΙ 5, 69, 138b (κριτ. υπ.), 216m (χφ. g) (κριτ. υπ.), 229, 416, IV 24, 130α (χφ. g) (κριτ. υπ.), Ασσίζ. 39314, 47424, 48211, 51124, Ιερακοσ. 43612, Διγ. Z 721, 1106, 1236, 2851, 2933, 3994, Βέλθ. 59, 250, 278, 759, 782, 813, 822, 862, 885, 930, 958, 968, 976, 1037, 1062, 1066, 1086, 1221, 1236, 1281,1252, 1259, Χρον. Μορ. H 6464, Χρον. Μορ. P 3602, 8295, Gesprächb. 658, Πανάρ. 6712, Περί ξεν. V 55, 109, 111, 118, 119, 510, Απολλών. (Wagn.) 56, Απολλών. 9, Λίβ. Sc. 2759, Μαχ. 287, 4638, 18427, 23020, 2325, 3045, 39015, 35, 47023, 47215, 35, 54818, 62019 δις, Σφρ., Χρον. μ. 626, 13233, 15627, Βουστρ. 473, 494, Γαδ. διήγ. 482, Διήγ. Αλ. V 68, 76, Αλεξ. 1491, Κυπρ. ερωτ. 98, 194, 438, 518, 587, 695, 842, 874, 914, 9445, 9610, 10026, 1047, 10625, 1452, 1534, Έκθ. χρον. 3133, 6112, 14, 7218, 738, 7823, 8031, 83, 8214, 20, 8316, Απόκοπ. 139, 140, 189, 183, 205, 237, 283, 315, 366, 367, 382, 433, 436, 460, Απόκοπ. Επίλ. I 219, 552, 553, Πένθ. θαν.2 559, Τριβ., Ρε (Ζώρ.) 311, Ψευδο-Σφρ. 5822, Πεντ. Έξ. XXXII 1, ΧΧΧΙΙΙ 7, Ρίμ. θαν. 53, Χρον. σουλτ. 8236, Πιστ. βοσκ. II 4, 76, Διήγ. ωραιότ. 11, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [24], Δ΄ [528], Λίμπον. 165, κ.π.α.· ατός, Προδρ. III 410, Διγ. A 1808, Διγ. Z 784, Ερμον. Ζ 297, Θ 72, Ο 137, Χρον. Μορ. H 770, 4346, 4439, 5155, 5187, 6143, 7435, 7578, 7700, 8223, 9012, Χρον. Μορ. P 328, 2061, 4086, 6250, Πουλολ. Αθ. 437, Πτωχολ. N 630, Διήγ. Βελ. (Cant.) 60, Φλώρ. 85, 647, 1711, Περί ξεν. A 174, 223, Περί ξεν. V 506, Αχιλλ. (Haag) L 368, Αχιλλ. L 641, Αχιλλ. N 464, 1415, Αχιλλ. O 121, 239, 313, Ιμπ. 143, 181, 464, Χρον. Τόκκων 1972, 2123, 2168, Παρασπ., Βάρν. C 307, 341, 347, Αργυρ., Βάρν. K 162, Θησ. (Foll.) I 68, 113,120, Θησ. Πρόλ. [165], Β΄ [451], Ch. pop. 418, Σκλέντζα, Ποιήμ. 1182, Ριμ. Βελ. 93, Αλεξ. 930, 1101,1237, 1534, Απόκοπ. 318, Πικατ. 536, Συναξ. γυν. 592, 959, Κορων., Μπούας 12, 68, Φαλιέρ., Λόγ. 206, 413, Φαλιέρ., Ρίμ. L 160, Βεντράμ., Φιλ. 251, Σοφιαν., Παιδαγ. 113, Δεφ., Λόγ. 34, 38, 183, 242, Τριβ., Ρε 329, Περί γέρ. 123, Αχέλ. 54, 1077, Χρον. σουλτ. 258, 14127, Δωρ. Μον. XXII, Γύπ. Πρόλ. Διός 52, Παλαμήδ., Βοηβ. 630, 700, Ιστ. Βλαχ. 577, 1259, Σουμμ., Ρεμπελ. 165,169,189, Διγ. Άνδρ. 31423, 33119, 34628, 35329, 37020, Ερωτόκρ. Δ΄ 9, Ευγέν. Πρόλ. 133· 1059, 1411, Συναδ., Χρον. 42, Ροδολ. Α΄ [339], Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [100, 211, 1241], Δ΄ [639], Ε΄ [526, 819], Φορτουν. Β΄ 403 (έκδ. ατίστωνε· διόρθ. Κουκ., Αθ. 36, 1924, 317 σε ατές τωνε), Ιντ. γ΄ 31, Ζήν. Ε΄ 323, Διγ. O 2090, 2902, Τζάνε, Κρ. πόλ. 5079, κ.π.α.· αύτος, Σπαν. A 148, Σπαν. B 94, 181, Σπαν. V 266, Σπαν. (Ζώρ.) V 103, 268, Προδρ. (Μαυρ.) 33339, Καλλίμ. 1804, Διγ. (Hess.) Esc. 1261, Διγ. (Trapp) Esc. 193, 1203, 1259, Βέλθ. 521, 711, Πόλ. Τρωάδ. 46, 207, 254, 284, Ερμον. Β 231, Χρον. Μορ. H 36, 236, 352, 368, 518, 830, Χρον. Μορ. P 36, 664, 747, 8402, Πουλολ. Z 412, Φλώρ. 24, 76, 91, 303, 307, 337, 803, 893, Περί ξεν. V 268, Απολλών. (Wagn.) 290, Λίβ. P 2449, Αχιλλ. O 22, Ιμπ. 162, 272, Χρον. Τόκκων 1974, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Wagn.) 1372, 1771, Θησ. (Foll.) I 1, 4 δις, 31, 72, Ριμ. Βελ. 328, Γαδ. διήγ. (Wagn.) 540, Γαδ. διήγ. 208, Διήγ. Αλ. V 29, 32 δις, 46, 53, 54, Αλεξ. 26, 123, 302, 1004, 1653, 2520, 2551, Ριμ. κόρ. 133, 728 (κριτ. υπ.), Σαχλ., Αφήγ. 668, Κυπρ. ερωτ. 67, 74, 741, 8, 7547, 8114, 847, 8716, 9752, 1407, 1556, 1564, Απόκοπ. 21, 63, 219, 303, 307, Πικατ. 463, Ιμπ. (Legr.) 128, Κορων., Μπούας 59, 63, 64, 122, Βεντράμ., Γυν. 105, 188, Μυστ. παθ. 54, Τριβ., Ρε 82, 338, Αιτωλ., Μύθ. (Legr.) 1024, Θρ. Κύπρ. K 251, Αρσ., Κόπ. διατρ. σ. 371, 414, 418, Άλ. Κύπρ. 1545, Κατζ. Ε΄ 414, Σταυριν. 723, 1077, 1128, Βίος αγ. Νικ. 58 (έκδ. αυτόν διόρθ. Κριαρ., B-NJ 19,1966, 87 σημ. 1), Ιστ. Βλαχ. 192, Θυσ.2 56, 238, Συναδ., Χρον. 52, κ.π.α.· ταύτος, Κάτης 29, Αλεξ. 1468, 2340, Σταυριν. 495, 591, Ιστ. Βλαχ. 1151, Ευγέν. 766, κ.π.α.· ταυτός, Τριβ., Ρε 340, Διγ. O 380· (γεν.) τού ή του, Διγ. (Trapp) Esc. 296, Βοσκοπ. 393, Στάθ. Β΄ 326 (έκδ. το· διόρθ. Πολ. Λ., Κρ. ποίησ. σελ. 109), κ.α.· ντου, Ερωτόκρ. Α΄ 161, 162, 443, 801, κ.α.· τής ή της, Ερωτόκρ. Β΄ 550, Θυσ.2 778, κ.π.α.· τσή ή τση, Πανώρ. Β΄ 237, 438, 452, Ερωτόκρ. Α΄ 183, Θυσ.2 1042, 1051, Λεηλ. Παροικ. 397, 458, κ.π.α.· τζή ή τζη, Πανώρ. Β΄ 176, Ερωτόκρ. Α΄ 469, Θυσ.2 116, 821, κ.π.α.· των, Βεν. 33, κ.π.α.· (από συμφ. γεν. και αιτ.) τώς ή τως, Αλεξ. 1618, Πανώρ. Α΄ 421, Δ΄ 298, 375, 379, Βοσκοπ. 21, Ερωτόκρ. Α΄ 585, Διήγ. πανωφ. 58, Λεηλ. Παροικ. 285, κ.π.α.· ντως, Πανώρ. Δ΄ 323, 375, Θυσ.2 871, κ.π.α.· (αιτ.) τόν ή τον, Αλεξ. 1492, κ.π.α.· τήν ή την, Βεν. 29, Ευγέν. 963, κ.π.α.· τό ή το, Σπαν. A 159, Αρμεν., Εξάβ. Παρ. 344, 45, σχόλ., Διήγ. Βελ. 42, 496, Ιμπ. 132, Κυπρ. ερωτ. 10934, Τριβ., Ρε (Ζώρ.) 30, Στάθ. Γ΄ 414 (έκδ. τον· διόρθ. Πολ. Λ., Κρ. ποίησ. σ. 114), Διήγ. πανωφ. 57, Βακτ. αρχιερ. 146, Φορτουν. Ιντ. γ΄ 166, Ζήν. Ε΄ 379, κ.π.α.· τούς ή τους, Αλεξ. 1491, 1738, Πανώρ. Δ΄ 298, Ζήν. Ε΄ 381 (έκδ. του· διόρθ. Πολ. Λ., Κρ. ποίησ. σ. 73), κ.π.α.· τσί ή τσι, Πανώρ. Δ΄ 297, 370, Ερωτόκρ. Δ΄ 433, Φορτουν. Α΄ 152, Λεηλ. Παροικ. 341, Τζάνε, Κρ. πόλ. 39115, κ.π.α.· τες, Αλεξ. 1270, κ.π.α.· τσις, Ερωτόκρ. Α΄ 642, τά ή τα, Προδρ. III 404, Βεν. 35, Κυπρ. ερωτ. 1086, Θυσ.2 918, κ.π.α.
Η αρχ. οριστική ή αντιδιασταλτική αντων. αυτός. Ο τ. ατός από την αυτοπαθή αντων. εατού <εαυτού (Χατζιδ., Αθ. 41, 1929, 13 κε.). Ο τ. αύτος με επίδρ. των αντων. ούτος ή τούτος (Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 155). Ο τ. ταύτος από τον πληθ. του ουδ. ταύτα. Οι συγκεκομμένοι τ. που αρχίζουν από τ προήλθαν από τις πλάγιες πτώσεις του τ. ατός (Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 221). Από τους τ. αυτούς οι άτονοι είναι εγκλινόμενοι. Ο τ. τώς ή τως από συμφ. της γεν. των και της αιτιατ. τους (Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 577). Το ν των ντου, ντως είναι προηγούμενο τελικό ‑ν. Ο φθόγγος τζ από προηγούμενο ν. Βλ. και γιαύτο(ς), δαύτος.
1) Ως αντιδιασταλτική (ενίοτε με το άρθρο. Η λ. με τους εγκλινόμενους τ. μου, σου, του, της, μας, σας, των για έμφαση. Βλ. και L‑S στη λ. I, ΙΙΙ· η χρ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1) αυτός, αυτός ο ίδιος, μόνος (μου, κλπ.), με τη θέλησή (μου): όνταν εγροίκησεν τον ορισμόν του ρηγός, εκατέβην ο αυτός πρίνζης να καβαλικεύσει Μαχ. 54818· κι αυτόν το δείν της δύνεται να δώσει! Κυπρ. ερωτ. 194· Τῴ αυτῴ πάλιν Γερμανῴ τῳ Γραίκῳ Ασσίζ. 51124· εφόνευσα και τον αυτόν εκ του θυμού πυρ πνέων Διγ. Z 2933· Σ’ αυτό άνθρωπος δεν δύνεται να μάς παρηγoρήσει,| μόνον αυτός ο Ποιητής· αλλ’ ούδ’ αυτός το θέλει| στην πρώτην τάξιν να στραφούν του σώματος τα μέλη Πένθ. θαν.2 559· τότ’ ο πρώτος αδελφός αυτός ο Κωνσταντίνος Διγ. Z 721· ατοί τους γάρ και μοναχοί αλλήλως επαινούνται Χρον. Μορ. H 770· η αγκαλιά του γέροντα μηδεκιαμιάς αρέσει,| μα κάνουσί τ’ ατές τωνε (έκδ. ατίστωνε· διόρθ. Κουκ., Αθ. 36, 1924, 317) μόνο για το τορνέσι Φορτουν. Β΄ 403· αυτός μου υπάγω Gesprächb. 658· ατός μου με τα χέρια μου εσένα να φονεύσω Παρασπ., Βάρν. C 307· όλοι επαρεδόθησαν κι ο πρίγκιπας ατός του Χρον. Μορ. P 4086· εκείνο τό μισά κανείς εις αύτο να γυρίζει Τριβ., Ρε 338. Επιρρ. έκφρ. επί το αυτό = στο ίδιο μέρος (Η χρ. μτγν., L‑S στη λ. IV): αι χώραι συνήχθησαν επί το αυτό και γέγονε διωγμός βαρύς Πανάρ. 6712. 2) Ως επαναληπτική (Βλ. και L‑S στη λ. I· η χρ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2) αυτός: Και όλους γάρ τους όρισα αυτόν να ονομάζουν| ωσάν θεόν επίγειον, να τόνε θυσιάζουν Αλεξ. 1491· τά μου τα κάνει σήμερα δε με ’χε μαθημένο Θυσ.2 918· τό ντρέπεσαι να πολεμείς, εντρέπου να το λέγεις Σπαν. A 159· το δένδρον έπεσε κι εγώ μετ’ αύτο επήγα Απόκοπ. 63. 3) Ως προσωπική, για να δηλωθεί το γ΄ πρόσ. (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. II και σημερ., ΙΛ στη λ. 3. Για την περιφραστική χρ. στην Κύπρο βλ. Pitsillidès [Κυπρ. ερωτ. σ. 348]) αυτός: είπαν προς αυτόν Πεντ. Έξ. XXXII 1· ήφερεν με αυτόν την θυγατήρ του Χρον. Μορ. H 6464· ουδέ φελά με ανείν και παραδώσω| σ’ αυτόν της ταπεινά τον εμαυτόν μου Κυπρ. ερωτ. 98· τότε όλοι έναν στόμαν είπαν εις αυτόν του Μαχ. 2325· πληθαίνει τως την όρεξη και δύναμη τως δίδει Ερωτόκρ. Α΄ 585· Την αφορμή του ’πε πως την εχάσε Βοσκοπ. 393· Νά ’ναι πρός αύτονε πιστός Κορων., Μπούας 59. Στην Κύπρο η γεν. του θηλ. αυτής και η γεν. του αρσ. αύτου αμετάβλητες για όλα τα γένη και τους αριθμούς σε συνεκφ. με τους εγκλινόμενους τ. μου, σου, σας, τους, για να δηλωθούν τα τρία πρόσωπα της προσωπικής αντων. (Βλ. Pitsillidès [Κυπρ. ερωτ. σ. 348, λ. αυτός]): αμέ καρδιά μου πάντά ’ναι σ’ αυτής σου Κυπρ. ερωτ. 438· αν τα εξηγήθηκα ως γιόν εγινήκαν, ήτον πολλά βαρετά εις αυτόν μου να γράφω και εις αυτής σας να τ’ αγροικάτε Μαχ. 62019· αφέντη κοντοσταύλη, πολλά θαυμάζομαι εις αυτής σου Βουστρ. 494· να δω τα δυό σου ’μμάτια να βιγλίσουν| εις αύτου μου στεριά και ταπισόντα| βαθιά ν’ αναστενάξεις Κυπρ. ερωτ. 847· ως και τον Χάρον απού μεν ελείψασιν| και να ’ρτει δεν αφήννουσιν εις αύτου μου Κυπρ. ερωτ. 9752· παίρνοντας αχ την κρυότημ μου μπορείς να ποίσεις| η βράστη να ’ν’ εις αύτου σου συγκερασμένη Κυπρ. ερωτ. 748· Μαχ. 18427, 39033, 47023, Βουστρ. 473, Κυπρ. ερωτ. 518, 695, 9445, 1407, 1534, 1556, 1564. 4) Ως δεικτική (Πβ. τη μτγν. χρ., ΠΔ Γέν. III 15 και ΚΔ Λουκ. 5,14· η χρ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 4) αυτός: ποίησε τά και τά και ας γίνεται και τάδε Προδρ. III 404· Εσάς ουδέν ψηφούμε| για τούτους που ’ν’ ολόγυρα για ταύτ’ απιλογούμαι Αλεξ. 1468· ευθύς προς αύτους όρμησεν έξω του γεφυρίου Κορων., Μπούας 64· όρισε γάρ ο νόμος επί εκάστῳ αμαρτήματι τας ποινάς· οίον τον κλέπτην διδόναι τό, τον δολερόν διδόναι ή πάσχειν τόδε ή τόδε Αρμεν., Εξάβ. Παρ. 345 (σχόλ.). 5) Ως κτητική (προκ. γιά το γ΄ πρόσ.) (Συνήθως η γεν. των εγκλινόμενων τ.· η χρ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 3β): τώρα τ’ όνομ’ αυτουνού που το μισάς ατή σου Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [1241]· τα παιδιά και τσι αδελφούς τως Λεηλ. Παροικ. 285· τα δένδρη να μην κόπτωμε, ουδέ τη μυρωδιά τως … Αλεξ. 1618. — Βλ. και αυτείνος, αυτόνος, αυτούνος, τούτος.
αφότι,- σύνδ., Wagn., Carm. 10230, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 417· απόντις, Μηλ., Οδοιπ. 641· απότι, Διγ. (Trapp) Esc. 1603, 1708· απότις, Ασσίζ. 689, Ερωτοπ. 319, Λίβ. Esc. 1260, 1333, Βεν. 35, Μαχ. 55615, Πικατ. 252, Φαλιέρ., Ρίμ. L 249, Χρον. σουλτ. 10412· αφόντι, Rechenb. 733, Διήγ. Αλ. V 59· αφόντις, Λόγ. παρηγ. O 78, Διγ. A 473, Περί ξεν. A 49, Διήγ. Αλ. V 55, 79, Αιτωλ., Μύθ. 305, Αρσ., Κόπ. διατρ. σ. 375, 415, Δωρ. Μον. XXII, Βίος Δημ. Μοσχ. 161, Σταυριν. 1013, Ιστ. Βλαχ. 1272, 1275, Σουμμ., Ρεμπελ. 177, 178, Διγ. Άνδρ. 33526, 3435, 37928, 40132, 40519, Συναδ., Χρον. 44, 66, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [281, 345], Γ΄ [124, 677], Ε΄ [1290], Διγ. O 1175, 2461, Διακρούσ. 7429, κ.π.α.· αφότις, Ασσίζ. 29020, Διγ. (Trapp) Esc. 209, Φλώρ. 1488, Περί ξεν. V 188, Ερωτοπ. 369, Μαχ. 101, Κυπρ. ερωτ. 575, 7826, 30, 9516, Αλφ. 2376, κ.π.α.· ’φότις, Κυπρ. ερωτ. 1213, 1067, 10920, 1158.
Από τη συνεκφ. αφ’ ότι. Οι τ. σε ‑ς κατά τα επιρρ. σε ‑τις. Οι τ. απόντις, αφόντις, με επίδρ. του όνταν. Η λ. και σήμ. στα ιδιώμ. (ΙΛ).
1) α) Αφότου, αποτότε που (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): ποτέ σου δεν ειρήνευσες εις όλην την ζωή σου,| μόν’ σκάνδαλα και ταραχάς κάμνεις αφόντις ήσου Ιστ. Βλαχ. 1272· βλ. και αφόν 1α· β) μόλις: Αφόντις εγεννήθην,| έχω την τύχην κατ’ εμού Λόγ. παρηγ. O 78· αφότις ξημερώσει, αναστενάζω Κυπρ. ερωτ. 7830· αφόντις θυμωθώ, αποκάτου του ουρανού όσοι είναι ουδέν ημπορούν να αντισταθούν την πολλήν μου την δύναμην Διήγ. Αλ. V 79· βλ. και αφόν 1β. 2) Όταν, όταν πια (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2α): Στρέφεται πάσα ζόν εις την βοσκήν του,| αφότις δη και τ’ άστρον ξημερώσει Κυπρ. ερωτ. 7826· αφόντις ετελείωσε, τότες εδίπλωσέ την| και με την βούλλα την χρυσή αυτός εβούλλωσέ την Διακρούσ. 7429· Αφόντις έκλαυσαν αυτήν, έθαψαν άμα πάσας Διγ. A 473· απότις την εφίλησεν, στέκει και αναγελά την Ερωτοπ. 319· Ήλθεν η ώρα, εγεύτησαν μετά χαράς μεγάλης| και αφότις επεφάγασιν, χαρίσματα τον δίδει Φλώρ. 1488. Βλ. και αφόν 2. 3) (Αιτιολ.) μια και, επειδή (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 3): Αμμ’ αφότις δεν θέλουν| τ’ άστρη πιόν να μπορήσω| τό νιώθω να μιλήσω της κυράς μου Κυπρ. ερωτ. 9516· αφότις δεν θωρεί στο πώς στεντιάζω| ως γιον τα κάλλη εγώ θωρώ σ’ αυτόν της,| πίστεψέ σου, λυπήθου, βίγλισέ με Κυπρ. ερωτ. 575. Βλ. και αφόν 3.
αφότου,- σύνδ., Σπαν. A 196, 242, 380, Σπαν. V 199, Γλυκά, Στ. 329, Λόγ. παρηγ. L 391, Προδρ. II 88, ΙΙΙ 295f (κριτ. υπ.), 426, Διγ. (Trapp) Esc. 819, 1600, 1754, Βέλθ. 1209, Χρον. Μορ. H 38, 500, 580, 649, 812, 903, 2413, 2465, 2577, 2721, 2956, 2998, 4201, 4343, 5550, 6126, 7673, 8726, 8933, Χρον. Μορ. P 1903, 2611, 5511, 6147, Περί ξεν. V 326, Λίβ. (Lamb.) N 418, Λίβ. Sc. 30, 210, 1141, Λίβ. Esc. 2242, 2771, 3555, Λίβ. N 1114 , 1183, 1574, 2273, 2373, 2883, 3495, Αχιλλ. N 140, 372, 488, Ριμ. Βελ. 94, Απόκοπ. 424, Φαλιέρ., Λόγ. 314, Ρίμ. θαν. 135, κ.π.α.· αφόντου, Λόγ. παρηγ. O 574, Χρον. Μορ. P 123, 580, 1575, 7094, Περί ξεν. A 325, Αχιλλ. O 517, 707· αφούτου, Προδρ. ΙΙΙ 295g (κριτ. υπ.), Λίβ. Esc. 1160, 3783, Χρον. Τόκκων 1557, 1578.
Από τη συνεκφ. αφ’ ότου. Ο τ. αφόντου από επίδρ. του όντας, όντε. Ο τ. αφόντου από επίδρ. του αφού. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) Αποτότε που (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): είτις απέλθει στη Συρίαν εις του Χριστού τον τάφον,| όσα και αν αμάρτεσεν αφότου εγεννήθη,| να έχει την συμπάθιον ευτύς τωνε φταισμάτων Χρον. Μορ. H 38· το ενάντιον γαρ του έποικες εις όσον του επισχήθης,| την μάχην επεχείρησες, αφότου αρματώθεις Χρον. Μορ. H 5550· ωσάν περιανακούφιζεν ο πόνος την ψυχήν μου,| αφότου, φίλε μου, σε ηύρηκα και ενώθημεν οι δύο Λίβ. N 2273. Βλ. και αφόν 1α. 2) α) Όταν, όταν πια (συνήθως με τον σύνδ. και· η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): αφόντου επλησίασαν της κόρης το κουβούκλιν,| το καταλόγιν ήρχισεν ο Αχιλλές και λέγειν Αχιλλ. O 517· είτι σε ειπεί, καρτέρησε και μακροθύμησε τον| κι αφότου παύσει τον θυμόν, καταπραΰνει η μέθη,| τότε τόν κατονείδισε κι ειπέ του όσα θέλεις Σπαν. A 242· οίον πάσχουσιν οι τρέφοντες ξένων τινών σκυλία| και, αφότου φάγου, στρέφουνται και κατ’ αυτούς βαΰζουν Σπαν. V 199· αφότου απεζέψασιν κι επιάσαν τες κατούνες,| επήρε ο σεβαστοκράτορας τον πρίγκηπα Γυλιάμον,| από τα χέρι τον κρατεί κι εις το παλάτι εσώσαν Χρον. Μορ. H 4201· αφότου αποδείπνησεν, εμπαίνει εις το κουβούκλιν Διγ. (Trapp) Esc. 819· αφότου τον επλήρωσα τον μήναν τόν σε λέγω,| εσέβην εις παράπλαγον, εις άγριον μονοπάτιν Λίβ. Esc. 3555· αφόντου τα ετριγύρευσα και εγύρισά τα όλα| και είδα τας ιστορίας τουν, τάς είχεν τριγυρόθεν Λίβ. Esc. 1160· αφότου τους συνέτριψεν εκείνους τους αγούρους,| λαλίαν έσυρε μικράν ο Αχιλλεύς ο μέγας Αχιλλ. N 140· βλ. και αφόν 2· α) αφού: αφότου πρώτον μας ειπείς εσύ τα εδικά σου,| το τίνος είμεστεν εμείς πάλε να σε το ειπούμε Λίβ. Esc. 2771. Βλ. και αφού 3. 3) (Αιτιολ.) εφόσον, μια και, επειδή: άλλον ου μη ίδεις από εμέν πιττάκιν εδικόν μου,| να εξεψυχείς ως διά γραφήν και ου μη την εντρανίσεις,| αφότου το σημάδιν μου με βιάζεις να σε δώσω Λίβ. N 1574· Λοιπόν, αφότου εκρίνασιν οι λίζιοι με τον νόμον| ότι ακληρήθηκεν η ντάμα Μαργαρίτα,| θέλω να ποιήσω προς αυτόν χάριν … Χρον. Μορ. H 7673· αφότου, λέγει, υπόσχεται ο αφέντης του Μορέως| να γένει λίζιος άνθρωπος του βασιλέως της Πόλης (παραλ. 3 στ.), αρκεί και σώζει να γενεί ειρήνη και φιλία … Χρον. Μορ. H 2577. Βλ. και αφόν 3.
βαθύς,- επίθ., Κομν., Διδασκ. Ι 9, Κομν., Διδασκ. Δ 15, Γλυκά, Στ. 91, 324, Αιν. άσμ. 66, Προδρ. III 49, Μανασσ., Χρον. 32, 1435, 2742, Διγ. Z 4152, Διγ. (Hess.) Esc. 1699, Διγ. (Trapp) Esc. 1575, Χρον. Μορ. P 535, Περί ξεν. A 29, Περί ξεν. V 30, Φυσιολ. (Legr.) 292, Μαχ. 15034‑5, Δούκ. 3734, 2157, Θησ. Γ΄ [271], Ch. pop. 565, Σκλέντζα, Ποιήμ. 1137, 184, Κορων., Μπούας 49, Πεντ. Λευιτ. XIII 3, Αχέλ. 43, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1804, Πανώρ. Α΄ 8, Παλαμήδ., Βοηβ. 216, Ερωτόκρ. Α΄ 261, 681, 1716, Β΄ 1381, Γ΄ 156, Δ΄ 49, 75, 364, 857, 898, 975, 1575, Στάθ. Β΄ 11, 279, Σουμμ., Παστ. φίδ. χορ. γ΄ [7], Φορτουν. Γ΄ 625, Διακρούσ. 10930, Τζάνε, Κρ. πόλ. 21520, 34528, 52712, Χρον. Γαλαξ. 196.
Το αρχ. επίθ. βαθύς. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) α) Που έχει βάθος (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. Ι1 και σημερ., ΙΛ στη λ. Α1α): θάλασσα βαθειά Στάθ. Β΄ 11· πέλαγος βαθύ Ερωτόκρ. Γ΄ 156· ο ποταμός ο Δούναβις μεγάλος,| βαθύς, πλατύς Παλαμήδ., Βοηβ. 216· βαθύν ... ρυάκιν Διγ. (Trapp) Esc. 1575. λάκκους ... βαθιούς Τζάνε, Κρ. πόλ. 21520· βαθιά νερά Ερωτόκρ. Δ΄ 75· επιρρ. έκφρ.: από βαθέων καρδίας = από τα βάθη της καρδιάς (Πβ. το μτγν. εκ βαθέων, Δημητράκ. στη λ. 11): θρηνήσατε από βαθέων καρδίας Διγ. (Hess.) Esc. 1699· βλ. και βαθουλός α, βαθύχαος· β) που βρίσκεται σε βάθος: εις την βαθύτερη μερά κάτω στη γη ας χωστούσι Πανώρ. Α΄ 8· γ) χαμηλός: μια πέτρα πέφτει από ψηλά με βάρος γεμισμένη| και τρέχει στα βαθύτερα μέρη και κατεβαίνει Τζάνε, Κρ. πόλ. 52712· δ) που εκτείνεται σε μήκος (Πβ. ΙΛ στη λ. 1γ): εγκλεισθήκασι εις κάτι παράμερες σπηλιές μέσα εις βράχους βαθιούς Χρον. Γαλαξ. 196· ε) απομακρυσμένος: μέσα εις έρημον βαθιάν την κατοικίαν ευρήκες Σκλέντζα, Ποιήμ. 1184· στ) (προκ. για παπούτσια) ψηλός (Πβ. Κουκ., ΒΒΠ Ϛ΄ 103): βαθέα καλίγια αγόρασε κι εφόρει τα εις την μέσην Προδρ. III 49. 2) (Προκ. για σκοτάδι) πυκνός (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. Ι5 και σήμ., ΙΛ στη λ. 4): σκότος επεκάθητο βαθύ Μανασσ., Χρον. 32. Βλ. και βαρύς 5. 3) α) (Προκ. για νύχτα) προχωρημένος (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. Ι5 και σημερ., ΙΛ στη λ. Α3): εσπέρωσε και νύκτα βαθεία γίνη Κορων., Μπούας 49· β) επιρρ. έκφρ. βαθειά εσπέρα = αργά το βράδι: ειδέ γε ... βαδίσεις μιάν ημέραν| των ακρωρείων μεταξύ, φθάνεις βαθειάν εσπέραν Παϊσ., Ιστ. Σινά 1804· βλ. και αργά Α2α, β, πάρωρα· γ) επιρρ. έκφρ. βαθεία, βαθέα, βαθειά αυγή = πολύ νωρίς το πρωί (Πβ. L‑S στη λ. Ι5 και ΙΛ στη λ. Α4 φρ.): βαθείαν αυγήν όρισεν ο ρήγας και απεζεύσαν τ’ άλογα Μαχ. 15034‑5· Σπουδακτική βαθέαν αυγήν έσωσες με τα δώρα Σκλέντζα, Ποιήμ. 1137· Μια νύχτα, μια βαθειάν αυγή το γάμον εμιλούσα Ερωτόκρ. Δ΄ 49· Ch. pop. 565· Περί ξεν. V 30· βλ. και αποταχιούτσικα, αποταχύ 2, αυγή 2α, αυγή 2β, σύναυγα, ταχιά. 4) (Προκ. για ύπνο) βαρύς (Η χρ. μτγν., L‑S στη λ. Ι3b και σημερ., ΙΛ στη λ. Β1α): όταν γαρ ο κορκόδειλος ύπνος βαθύς τον λάβει Φυσιολ. (Legr.) 292. Βλ. και βαρύς 8. 5) (Προκ. για χρώμα) σκοτεινός, σκούρος (Η χρ. σε παπυρ. και μτγν., L‑S I2b και σημερ., ΙΛ στη λ. Α5): μαυρίζει και μελαχρινός βαθειάς βαφής εγίνη Ερωτόκρ. Δ΄ 898. 6) α) Συνετός (Βλ. L‑S στη λ. Ι4): Και ποιος τόσο βαθύς και παιδεμένος| νους και την λαύρα σου (ενν. του Έρωτα) καταλαβαίνει| κι απ’ αυτή να μη μείνει νικημένος; Σουμμ., Παστ., φίδ. χορ. γ΄ [7]· βλ. και άξιος 5, φρόνιμος· β) βαρύς, καταθλιπτικός (προκ. για σκέψη, έγνοια) (Βλ. L‑S στη λ. Ι4): Γείς λογισμός τόσα βαθύς στο νουν επλάκωσέ με (παραλ. 1 στ.). Η αφεντιά σου λογισμούς τόσα πολλά μεγάλους| δε σου τυχαίνει στην καρδιά να βάνεις πλια παρ’ άλλους,| γιατί, σα θες, ευρίσκεσαι περίσσα αναπαημένος,| πλούσος και μπορεζάμενος Φορτουν. Γ΄ 625. Βλ. και βαρύς 3α. Το ουδ. ως ουσ. (πληθ.) = το βάθος, το κάτω μέρος: σαν το θερμό στα κάρβουνα, π’ ο χόχλος το φουσκώνει| και παίρνει τ’ από τα βαθιά κι απάνω το σηκώνει Ερωτόκρ. Δ΄ 364· Ερωτόκρ. Α΄ 261. Η λ. και ως τοπων. στον τ. Βαθύ: Πανάρ. 7725.
βαρέα (Ι),- επίρρ. Διγ. Z 687, Διγ. (Trapp) Esc. 373, Διήγ. παιδ. 950, Διγ. Άνδρ. 4016· βαρά, Χούμνου, Π.Δ. IX 26, Ερωτόκρ. Δ΄ 1189, 1421, 1980, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [9], Αποκ. Θεοτ. II 114, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 745· βαρεά, Γλυκά, Στ. 293, Περί ξεν. V 534· βαρία, Θησ. Γ΄ [498]· βαριά, Διγ. (Trapp) Esc. 302, Περί ξεν. A 49, 527, Ερωτοπ. 148, Αχιλλ. L 1247, Αχιλλ. N 1703, Κορων., Μπούας 32, Μαρκάδ. 81, Χριστ. διδασκ. 246, 300.
Από το επίθ. βαρύς. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. βαρεά).
1) Δυνατά: έδε και τι χολομανώ και τι βαρεά στριγγίζω Γλυκά, Στ. 293. Βλ. και βαρέως 2, βροντηδόν· να δώσουν τα όργανα βαρέα, τα βούκινα μεγάλα Αρμούρ. (Αλεξ. Στ.) 118. 2) Πολύ, σε μεγάλο βαθμό (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βαρεά 4): το τρίτον τον πατέρα του βαρέα να τον λυπάται Περί ξεν. V 534. 3) (Προκ. για αρρώστια) επικίνδυνα, σοβαρά (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βαρεά 5α): ήκουσεν ότι ασθενεί ο πατήρ του και ότι ασθενεί βαρέα Διγ. Άνδρ. 4016. Βλ. και άσχημα 3. 4) Τραχιά, σκληρά (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βαρεά 5γ): βαρία τον λόγον έβγανε Θησ. Γ΄ [498]. 5) Βαθιά (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βαρεά 6α): αν νυστάξεις πάμπολλα και κοιμηθείς βαρέα Διήγ. παιδ. 950. Βλ. και βαρέως 3, 4, βύθιος ουδ. 6) Με στενοχώρια (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βαρεά 6): Ταύτ’ η κόρη ως ήκουσεν, βαρέα αναστενάζει Διγ. Z 687· βαρά βαρά αναστέναζε, φαρμακεμένα κλαίει Ερωτόκρ. Δ΄ 1421. Βλ. και βαρέως 5.
βασιλεύς- ο, Act. Lavr. 561, 113, 5894, Καλλίμ. 763, 2095, Διγ. (Trapp) Gr. 2014 (γεν. βασιλεώς), 2337, Διγ. Z 2748, Πόλ. Τρωάδ. 364, Ωροσκ. 4419, Χρον. Μορ. H 972, 4216, 8676, Βίος Αλ. 5471, Διήγ. παιδ. 141, 705 (γεν. βασιλεώς), Διήγ. Βελ. 191, 508, Φλώρ. 563, Περί ξεν. V 116 (γεν. βασιλεώς), Απολλών. (Wagn.) 276 (γεν. πληθ. βασιλεών), Αχιλλ. N 72 (γεν. βασιλεώς), Αχιλλ. O 235, Σφρ., Χρον. μ. 448, Γεωργηλ., Βελ. 79, Ριμ. Βελ. 517, 879 (γεν. βασιλεώς), 899 (γεν. βασιλεώς), Αλεξ. 957 (γεν. βασιλιώς), Έκθ. χρον. 264, Κορων., Μπούας 73 (γεν. βασιλιώς), 85 (γεν. βασιλιώς), 101, Ιστ. πολιτ. 1019, Αρσ., Κόπ. διατρ. σ. 392, Αλφ. 14107, Διγ. Άνδρ. 36327, Βακτ. αρχιερ. 140, Διακρούσ. 10116, κ.π.α.· βασιλέας, Σπαν. V 58, Χρον. Μορ. H 819, Χρον. Μορ. P 943, 8701, Διήγ. Βελ. 39, 146, 521, Πανάρ. 7414, Λίβ. N 2088, 2397, 2800, Θησ. Πρόλ. [155] (αιτιατ. πληθ. βασιλέους), Πεντ. Γέν. XIV 5 (πληθ. βασιλέοι), Δευτ. XXVIII 36, Αχέλ. 44, Σοφ. πρεσβ. B 322, Ιστ. Βλαχ. 847, 914, Θυσ.2 33, Ροδολ. Α΄ [528], κ.π.α.· βασιλεύ, Χρον. σουλτ. 446, 5116, Παλαμήδ., Βοηβ. 36· βασιλεύς ή βασιλέας, Διγ. Z 4149, Χρον. Μορ. H 921, Διήγ. Βελ. 24, 435, 500, Απολλών. 311, Λίβ. Esc. 690, Αχιλλ. (Haag) L 188, Θρ. Κων/π. διάλ. 32, Θησ. Πρόλ. [208], Διήγ. Αλ. V 38, Διακρούσ. 8422, κ.α.
Το αρχ. ουσ. βασιλεύς. Η λ. και ο τ. βασιλέας και σήμ. (ΙΛ, λ. βασιλεάς).
1) Βασιλιάς (γενικότερα) (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. Ι1α και σήμ., ΙΛ, λ. βασιλεάς 1α): εύρεν εκεί την δέσποιναν, ως βασιλεύς εσέβην Καλλίμ. 2095· βλ. και βασιλιάς· (μεταφ.): Τον βασιλέα των μηνών τις βουληθείη λέγειν; Διγ. Z 2748· Έρως παρών ο βασιλεύς εις τους εκείνων λόγους Καλλίμ. 763· (προκ. για τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου) (βλ. Sophocl. στη λ. 2): Εζήτησε δε ο ταλαίπωρος βασιλεύς (ενν. ο Δαυίδ Κομνηνός) Έκθ. χρον. 264· Ο αυτοκράτωρ βασιλεύς Θεόδωρος ο μέγας Αρσ., Κόπ. διατρ.. σ. 392· (προκ. για το σουλτάνο): μετά βαθέας| οργής και δόλου κινηθείς Τουρκών ο βασιλέας| μεγάλον στόλον όρθωσε στην Μάλτα για να στείλει Αχέλ. 44. 2) (Προκ. για το Θεό) (Για τη σημασ. βλ. Lampe, Lex. στη λ. IB): άπερ κριτήν παρίσταμαι τον πάντων βασιλέα Φλώρ. 563· Ω βασιλέα τ’ ουρανού, είντα γροικούν τ’ αφτιά μου; Θυσ.2 33. — Βλ. και βασιλιάς.
βαστάζω,- Μυστ. 62, Σπαν. A 399, Σπαν. (Ζώρ.) V 449, Γλυκά, Στ. 286, Λόγ. παρηγ. L 234, 569, Λόγ. παρηγ. O 588, Αιν. άσμ. 70, Προδρ. I 159, III 151, Μανασσ., Αρίστ. I β΄ 104, Καλλίμ. 562, 1288, 1602, 1612, Ασσίζ. 2713, 1324, 13327, 13820, 1518, 20819, 2094, 2255, 2268, 3852, 45617, 4608, 47515, 47612, Ελλην. νόμ. 53013, Ορνεοσ. αγρ. 5255, 53329, 56810, Διγ. (Trapp) Gr. 1061, Διγ. Z 900, 1384, 3597, Διγ. (Hess.) Esc. 734, Βέλθ. 76, 302, 416, Ακ. Σπαν. 32132, Ερμον. Ν 87, Φ 345, Χρον. Μορ. H 58, 231, 1932, 2517, 3337, 3405, 3411, 7605, 8166, Χρον. Μορ. P 976, 1042, 1471, 5062, 5413, 6263, Πουλολ. 538, Βίος Αλ. 2113, 4716, 5981, Αρμεν., Εξάβ. Γ΄ 827, Διήγ. παιδ. 345, 346, 732, Πτωχολ. N 649, Φλώρ. 241, 543, 892, Περί ξεν. V 62, 392, Λίβ. P 33, 179, 837, 1025, 2398, Λίβ. Sc. 10, 14, 710, 1685, Λίβ. Esc. 298, 389, 1010, 1024, 1081, 1810, 2688, Λίβ. N 39, 64, 383, 463, 520, 810, 855, 949, 976, 1198, 1484, 1759, 1761, 2379, 2618, Αχιλλ. L 619, Αχιλλ. N 412, Αχιλλ. O 218, 365, Ιμπ. 229, 834, Φυσιολ. (Legr.) 253, Φυσιολ. (Offerm.) M 993, Φυσιολ. (Zur.) XX 1b6, XXV 117, Φυσιολ. 37028, Ανακάλ. 87, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 709, Παρασπ., Βάρν. C 118, 158, Μαχ. 18014, 2128, 4486, 47419, 5707, 67232, Δούκ. 3611, Θησ. Γ΄ [53], Ε΄ [604], Ch. pop. 20, 23, 45, Χούμνου, Π.Δ. XI 20, Ριμ. Βελ. 655, Αλεξ. 1601, 2797, Άνθ. χαρ. 29315, 2979, Σαχλ., Αφήγ. 5, Κορων., Μπούας 88, 110, 125, 130, Συναξ. γυν. 437, 540, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 609, Διήγ. Αλ. V 26, Δεφ., Λόγ. 212, Εις Θεοτ. 11, Θρ. Θεοτ. 66, Πεντ. Γέν. XXVII 36, Έξ. XXXV 21, Αιτωλ., Μύθ. 4711, 733, Θρ. Κύπρ. M 144, Χρον. 307, Ιστ. πολιτ. 1810, Ιστ. πατρ. 17518, Μ. Χρονογρ. 34, Στ. Βοεβ. 53, Παϊσ., Ιστ. Σινά 259, Αλφ. 1015, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 400, 437, Ιστ. Βλαχ. 1783, 2522, Διγ. Άνδρ. 31712, 33237, 37234, Ερωτόκρ. Γ΄ 1727, Δ΄ 217, Θυσ.2 375, 451, 929, Διήγ. εκρ. Θήρ. 1112, Χρον. 71, Διήγ. ωραιότ. 801, Βακτ. αρχιερ. 216, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [864, 1249, 1496], Ε΄ [567, 1251], Πρόλ. κωμ. 21, Τζάνε, Κρ. πόλ. 47010, Αλφ. (Mor.) III 25· μτχ. παρκ. βασταγμένος, Πεντ. Δευτ. XXXII 36· βασταμένος, Συναξ. γυν. 449.
Το αρχ. βαστάζω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. βαστώ).
I. Μτβ. 1) α) Κρατώ κ. (με το χέρι) (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II2 και σήμ., ΙΛ, λ. βαστώ Α1): εις το χέριν της εβάσταζεν τριαντάφυλλα η κόρη Λίβ. N 463· εις το άλλον της εβάσταζεν χέριν το δεκανίκιν Λόγ. παρηγ. L 234· όσοι παντιέρες βάσταζαν τότεσον τες ανοίγαν Κορων., Μπούας 130· τινές εβάσταζαν ημάς από τα ποδάρια Ιστ. πατρ. 17518· βλ. και βασταίνω Α1α, βαστώ (Ι) Ι1α· β) φρ. βαστάζω άρματα (προς κάπ., εις πόλεμον με κάπ.) = εξεγείρομαι (εναντίον κάπ.), επαναστατώ: όλοι παρακαλούν τον| να συμπαθήσει τό έποικεν ετότε ο Μέγας Κύρης,| διατί εβάσταξε άρματα εις πόλεμον μετ’ αύτον Χρον. Μορ. H 3337· μετά τούτο εβάσταξεν άρματα προς εκείνον Χρον. Μορ. H 3411· βλ. και άρμα (Ι) 1, αφηνιάζω· γ) μεταφέρω κρατώντας στα χέρια: τούτη απεθαίνει βέβαια ...| πιάστε να τη βαστάξομε ομάδι την καημένην Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [864]· βλ. και βασταίνω Α1γ· δ) μεταφέρω (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II1 και σήμ., ΙΛ, λ. βαστώ Α4): άλλος καμήλιν (ενν. να γένει) διά λόγου σου να σε βαστάζει εσένα Λίβ. Sc. 1685· Τότ’ όρισεν Αλέξανδρος την κλίνην να βαστάξουν Αλεξ. 2797· πουλάκιν, πόθεν έρχεσαι, τίνος χαρτί βαστάζεις; Περί ξεν. V 392. Βλ. και βασταίνω Α1δ, βαστώ (Ι) Ι1β. 2) (Προκ. για έγκυο γυναίκα) κυοφορώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βαστώ Α2α): Εννιά μήνες σ’ εβάσταξα, τέκνο μου, κανακάρη Θυσ.2 375. Βλ. και βασταίνω Α3, βαστώ (Ι) Ι3. 3) Φορώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βαστώ Α2α): εις το κεφάλιν του εβάσταζε στεφάνιν απέ δάφνην Λίβ. Esc. 298. Βλ. και αναζωννύομαι 1, βασταίνω Α4, βαστώ (Ι) Ι4. 4) (Προκ. για ψυχή, κάλλη, κ.λ.π) έχω, διαθέτω: από τα κάλλη τα πολλά, τά εβάσταζεν η κόρη Διγ. (Hess.) Esc. 734· δημίου ψυχήν να εβάσταξεν, θηρίου γνώμην να είχεν Λίβ. Sc. 710. Βλ. και βασταίνω Α5, βαστώ (Ι) Ι7. 5) (Προκ. για ιστορικό γεγονός) φρ. βαστάζω καρπόν = έχω σημασία, είμαι σημαντικός: εβιάστην κι ανθολόγησα και έγραψά το ούτως·| τες πράξεις οπού καρπόν βαστάζουν Χρον. Μορ. P 6263. Βλ. και βαστώ (Ι) Ι8. 6) Επιφυλάσσω: πάντως εβάσταξες εμέν ευλογιά Πεντ. Γέν. XXVII 36. 7) (Μεταφ.) αισθάνομαι: το λοιπό καταλλακτά βαστάζομεν τον πόθο Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 609· βουνίν ακατατήρητον βαστάζει τας οδύνας Λίβ. N 1484. Βλ. και βασταίνω Α6, βαστώ (Ι) Ι9. 8) Κατέχω (Πβ. ΙΛ, λ. βαστώ Α2γ και δ): τι πέραμαν εβάσταξεν και τι στενόν εκράτει ο σαθροφόρος βασιλεύς Παρασπ., Βάρν. C 158. Βλ. και βαστώ (Ι) Ι10. 9) Τηρώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βαστώ Α15α): Οι Φράγκοι, απήν ομόσασιν, τους όρκους εβαστάξαν Χρον. Μορ. H 58· ουδέν ηθέλησεν να βαστάξει δίκαιον Ασσίζ. 2268. Βλ. και βλέπω 12δ. 10) Υποστηρίζω κάπ. ηθικά (εδώ προκ. για το Θεό) (Πβ. ΙΛ, λ. βαστώ Α21β): Αλλ ο Θεός και Κύριος οικονομεί τα πάντα,| τον Ιωάννην βάσταξε ...| και εις την Πόλη βρέθηκεν Στ. Βοεβ. 53. Βλ. και βοηθώ Αβ. 11) α) Υπομένω, υποφέρω (Η σημασ. τον 4. αι., Lampe, Lex. στην λ. 4 και σήμ., ΙΛ, λ. βαστώ Α24α): ότι ου δύναται πλέον βαστάξαι την τοιούτην στέρησιν την ανδρικήν Ελλην. νόμ. 53013· πώς να βαστάζω τον καιρόν, πώς να τον υπομείνω; Ch. pop. 45· Μην το ’πομένεις, ουρανέ, και γη μην το βαστάξεις Ανακάλ. 87· κάμε να το δυναστείς, κάμε να το βαστάξεις Θυσ.2 929· βλ. και βασταίνω Α8α, βαστώ (Ι) Ι14α· β) ανέχομαι κ. (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βαστώ Α24β): πολλά κακά εποίκασιν και ο Θεός δεν τα βάσταξεν Μαχ. 67232· τους δε εδέραν τους ομπρός σου και εβάσταξές το Μαχ. 2128. Βλ. και βασταίνω Α8β, βαστώ (Ι) Ι14β. 12) Περιμένω κάπ. (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βαστώ Α25): Βαστάξετέ με, φίλοι μου, μόνον και τρεις ημέρες Αχιλλ. O 218. Βλ. και βλέπω 10γ. 13) Φρ. βαστάζω τον λόγον κάπ. = μιλώ εκ μέρους κάπ.: Επείν γαρ εσυνάχτησαν οι πάντες του φουσσάτου (παραλ. 1 στ.), ο είς από τους δώδεκα, ο γνωστικότερός τους,| τον λόγον τους εβάσταξεν, εφάνισεν το πράγμα Χρον. Μορ. P 976. Βλ. και βαστώ (Ι) Ι15. 14) Συντηρώ: Να μου βαστάζεις τη ζωή, να δω την πεθυμιά μου Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1779). II. Αμτβ. Α´ Ενεργ. 1) α) Αντέχω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βαστώ Β2α): τάχα μικρόν εβάσταξεν, είτα λιποθυμήσας Καλλίμ. 1602· Γλήγορα απεθάνασι, ποσώς δεν εβαστάξαν Αλεξ. 1601· βλ. και βασταίνω Β1, βαστώ ΙΙΑ1α· β) έχω ηθική αντοχή (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βαστώ Β2γ): βάσταζε, πολύπονε καρδιά Φλώρ. 543. Βλ. και βαστάζω ΙΙΒ3, βαστώ (Ι) ΙΙΑ1β. 2) Διαρκώ (Βλ. Sophocl. στη λ. 2. Η σημασ. και σήμ, ΙΛ, λ. βαστώ Β7): έξε μήνες εβάσταξε, λέγω, εκείνη η μάχη Κορων., Μπούας 88· ένα χρόνο εκάμασιν η τρέβα να βαστάξει Κορων., Μπούας 110· δεν εβάσταξεν η βρόμα πολύ Διήγ. εκρ. Θήρ. 1112. Βλ. και βασταίνω Β2, βαστώ (Ι) ΙΙΑ2. 3) Περιμένω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βαστώ Α25 αμτβ.): λοιπόν καμπόσο βάσταξε τ’ άρματα να φορέσω Θησ. Ε΄ [604]· λοιπόν βαστάξετε δαμίν ωσού να κατουρήσω Διήγ. παιδ. 732. 4) Δέχομαι, συγκατανεύω: ήθελαν της βάλει αφορμήν ότι εσκότωσέν τον, διότι άγκρισέν τον εις την αστένειάν του και διατί εβάσταξεν και έδωκεν απέ τα δικαιώματά της Ασσίζ. 3852. Βλ. και απομένω 11β, βαστώ (Ι) Ι13, θεληματεύω, συγκλίνω. Β´ Μέσ. 1) Συγκρατούμαι, στηρίζομαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βαστώ Β1α): ουδέ στο πονεμένον| πλευρόν μπορώ να βασταχθώ οπού ’ναι πληγωμένο Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [1496]· Βαστάξου, θυγατέρα μου,ακούμπησε ωχ οϊμένα! Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [1249]. Βλ. και ακουμπίζω 2α, ακουμπώ Α1, απακουμπώ 1. 2) Είμαι εγκρατής (Πβ. ΙΛ, λ. βαστώ Β2α): εις την όρεξιν της σαρκός πλέον έχει κρατημοσύνη η γυναίκα παρά τον άνδρα, διότι ποίος καλόγερος ή ποίος ερημίτης ήθελεν είσται εκείνος οπού να εβαστάχθη τόσον; Άνθ. χαρ. 2979. 3) Αντέχω (ψυχικά) (Πβ. ΙΛ, Άλ. ό.π. Β2γ): πώς εβαστάτο μου ψυχή και έγραφα τους λόγους Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 709.
βουνί(ν)- το, Γλυκά, Στ. 119, Καλλίμ. 2514, Διγ. (Trapp) Esc. 1337, Χρον. Μορ. H 1460, 6913, Πουλολ. 117, Διήγ. παιδ. 1072, Συναξ. γαδ. 129, Περί ξεν. V 200, Λίβ. P 102, Λίβ. Sc. 519, 1011, Λίβ. Esc. 1622, Λίβ. N 1832, 2425, Φυσιολ. (Legr.) 950, Μαχ. 634, Αρμούρ. 66, Γαδ. διήγ. 199, Ερωτόκρ. Β΄ 1696, Θυσ.2 595, Ροδολ. Α΄ [261], κ.π.α.· βουνί, Χρον. Μορ. H 2801, 2986, 6675, Πουλολ. 627, Γαδ. διήγ. (Wagn.) 287, Αλεξ. 2607, Ριμ. κόρ. 587, Αχέλ. 301, Αιτωλ., Μύθ. 8815, Ερωτόκρ. Β΄ 150, Γ΄ 1722, Θυσ.2 16, 400, 741, 982, Διήγ. ωραιότ. 220, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [1158], Λεηλ. Παροικ. 187, Τζάνε, Κρ. πόλ. 2289, Αλφ. (Mor.) ΙV 74, κ.π.α.· βουνίον, Metrol. 193· βουνίον και βουνί(ν), Λόγ. παρηγ. L 135, Διγ. (Trapp) Gr. 1789, Διγ. (Trapp) Esc. 35, Χρον. Μορ. H 4852, 5428, 6647, 6996, Φλώρ. 769, Λίβ. P 106, Λίβ. Sc. 1595, Λίβ. Esc. 1536, Λίβ. N 1383, Ριμ. Βελ. 453, Αλεξ. 774, Απόκοπ. 90, 264, Σαχλ. N 8, Σαχλ., Αφήγ. 134, Ιμπ. (Legr.) 633, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 402, Πανώρ. Β΄ 471, Γ΄ 402, Δ΄ 30, 333, Ερωφ. Πρόλ. Χάρ. 52, Γ΄ 257, Ερωτόκρ. Β΄ 1384, Γ΄ 359, Δ΄ 1097, 1276, Ε΄ 1027, Ροδολ. Α΄ [257], Ε΄ [29], Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 456, Λεηλ. Παροικ. 179, Τζάνε, Κρ. πόλ. 18216, 1906, 30611 (έκδ. βούνια· διορθώσ. βουνιά), 3409, 34824, 3884, 44811, 4513, κ.π.α.
Από το ουσ. βουνός ‑όν και την κατάλ. -ί(ν). (Πβ. L‑S, λ. βούνιον). Ο τ. βουνίν στον Κεδρηνό (Du Cange Addenda). Η λ. ήδη στον Ησύχ. (λ. βούνιον) και σήμ. (ΙΛ, λ. βουνί).
Βουνό (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βουνί): και πρόβατα σ’ εδώκασιν εις το βουνί να βόσκεις Πουλολ. 627· οπού ’κανεν (ενν. η θάλασσα) τα κύματα ωσάν βουνιά κι αφρίζαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 44811· τω σκοτωμένω τα κορμιά που κείτονταν αντάμι| τράφους εκάναν και βουνιά Ερωτόκρ. Δ΄ 1097· (μεταφ.): γέμει η καρδία μου συμφοράς γομάρια φορτωμένα,| βουνίν ακατατήρητον βαστάζει της οδύνης Λίβ. Sc. 519. — Βλ. και βουνό(ν).
βρουλίζω·- βουρλίζω, Σαχλ., Αφήγ. 846· μτχ. παρκ. βουρλισμένος, Άλ. Κύπρ. 1208, Κατζ. Γ΄ 48, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [493], Διακρούσ. 9518· βρουλισμένος, Περί ξεν. V 55.
Από το ουσ. βρούλο και την κατάλ. ‑ίζω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. βουρλίζω). Βλ. και Λορεντζ. (ΛΑ 5, 1918/20, 34 και Αθ. 32, 1920, 195).
Ερεθίζω, τρελαίνω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βουρλίζω 5): κατέχουσιν, βουρλίζω τους και θέτουν μετά μένα| και κάμνω το το κάμωμα Σαχλ., Αφήγ. 846· βλ. και αγριαίνω IB, αναγκάζω 8, αναγριώνω A1, αναπετώ Bβ, πειράζω. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = εξαγριωμένος, τρελός (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. βουρλίζω 4): Σύρε στον άνεμ’ απεδώ, γέροντα βουρλισμένε Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [493]· Σαν ήκουσαν τον ορισμόν, σαν βουρλισμένοι τρέχουν| κι εγέμισαν τα κάτεργα, που χωρεμόν δεν έχουν Άλ. Κύπρ. 1208.
βρούλον (I)- το, Act. Xér. 2010, Περί ξεν. V 133, Φαλιέρ., Ρίμ. AN 202.
Η λ. σε σχόλ. (Sophocl.) και σήμ. (ΙΛ, λ. βούρλο). Βλ. και Steiner, Stud. byz. Lexik. 159.
Υδροχαρές φυτό της τάξης των βρουλωδών, βούρλο (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βούρλο 1): την θάλασσαν να έπιεν με όλον της τον άμμον| και πάλιν να επήγαινεν να ’φαγεν και τα βρούλα| και τα ανεμοκάραβα Περί ξεν. V 133.
γείτονας- ο, Σπαν. (Ζώρ.) V 488, Προδρ. IV 41 (χφ g) (κριτ. υπ.), 47, 130, Χρον. Μορ. H 737, Χρον. Μορ. P 4167, Περί ξεν. A 78, Περί ξεν. V 290, Χρον. Τόκκων 1687, 3591, Πεντ. Δευτ. I 7, Αιτωλ., Μύθ. 1075, Αιτωλ., Βοηβ. 128, Ιστ. πατρ. 1305, Παλαμήδ., Βοηβ. 653, Αποκ. Θεοτ. I 104, Χριστ. διδασκ. 289.
Το αρχ. ουσ. γείτων. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
Γείτονας (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. γείτων I και σήμ., Δημητράκ.): Κράζει τινές του συγγενείς φίλους τε και γειτόνους Χρον. Μορ. H 737· τους πόνους να ’χουν σύντροφον, τα δάκρυα γειτόνους Περί ξεν. A 78.
γεύμα(ν)- το, Σταφ., Ιατροσ. 491, Προδρ., Ανέκδ. ποιημ. 3326, Προδρ. I 201, 234, III 140, IV 58, Κρασοπ. 71, Ερμον. Φ 335, Πουλολ. Αθ. 196, Φλώρ. 1287, 1486, Περί ξεν. A 182, Λίβ. N 1345, Αχιλλ. N 177, Κορων., Μπούας 44· γέμα(ν), Φλώρ. 1468, Σαχλ., Αφήγ. 515· γιόμα(ν), Σπαν. (Ζώρ.) V 455, 610, 630, Βέλθ. 1053, Φλώρ. 1460, Περί ξεν. V 182, Ερωτοπ. 255, Αχιλλ. N 960, Μαχ. 1440, 1621, 4425, Αρμούρ. 106, Σκλέντζα, Ποιήμ. 127, 71, 83, Βουστρ. 431, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 298, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 29, Σαχλ., Αφήγ. 574, Βεντράμ., Γυν. 23, Φαλλίδ. 15, Βοσκοπ. 366, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. α΄ 121, Δ΄ 398, Ζήν. Πρόλ. 198, Ε΄ 29, 75, 118, Διακρούσ. 7723 (γεν. εν. γιομάτου), κ.α.
Το αρχ. ουσ. γεύμα. Ο τ. γέμα και στο Du Cange (λ. γεύεσθαι). Η λ. και οι τ. της και σήμ. (Δημητράκ., λ. γεύμα, γέμα και γιόμα).
1) Το πρόγευμα (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. γιόμα 1): το πουρνόν, υιούτσικε, καλόν γιόμα τού κάμνει Σπαν. (Ζώρ.) V 610. 2) Το μεσημβρινό φαγητό, γεύμα (Η σημασ. στον Ευστ., Steph., Θησ., 591D και σήμ., Δημητράκ., λ. γιόμα 1. Βλ. και Θαβώρ., Προσδιορ. ημερον. 98): εις γιόμα τον εκάλεσεν την επιούσα ημέραν Φλώρ. 1460· εκάλεσεν ομάδι| ’ς τούτο το γιόμα Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. α΄ 121. 3) Το μεσημέρι (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. γέμα 2 και γιόμα 2. Βλ. και Θαβώρ., Προσδιορ. ημερον. 98): πρι να φτάσει το γιόμαν να ’ρίσεις να τους σκοτώσουν όλους Μαχ. 1440· Η κόρη δε το δείλινον, ώραν από το γιόμαν Αχιλλ. N 960.
γκρεμνίζω,- Διγ. (Trapp) Esc. 46, Πόλ. Τρωάδ. 520, Χρον. Μορ. H 901, Συναξ. γαδ. 330, Περί ξεν. A 492, Περί ξεν. V 101, Λίβ. Sc. 564, Λίβ. Esc. 1671, Τζαμπλάκ. 56, Χρον. Τόκκων 1301, Γεωργηλ., Βελ. 535, Γαδ. διήγ. (Wagn.) 164, 460, Διήγ. Αλ. V 49, Αλεξ. 260, Πικατ. 62, Σκλάβ. 46, 92, Κορων., Μπούας 80, Περί γέρ. 106, Θρ. Κύπρ. K 254, Μ. Χρονογρ. 371, Ερωφ. Α΄ 562, Κατζ. Ε΄ 48, Χρον. Αθ. 852, Σταυριν. 267, 1088, 1111, Ερωτόκρ. Δ΄ 1073, Ιερόθ. Αββ. 331, Ευγέν. 346, 485, 971, Βακτ. αρχιερ. 180, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [1367], Δ΄ [36, 309, 1113], Λίμπον. 360, Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 26, Ιντ. β΄ 168, Διακρούσ. 8523, Τζάνε, Κρ. πόλ. 20512, 21711, 2818, 28317· γκρεμίζω, Γαδ. διήγ. 164, 460, 475, Αχέλ. 667, Κώδ. Χρονογρ. 62, Χρον. σουλτ. 1173, Πανώρ. Β΄ 250, Ε΄ 123, Ερωφ. Δ΄ 345, Κατζ. Ε΄ 69, 70, Ιστ. Βλαχ. 2085, Ερωτόκρ. Α΄ 335, Δ΄ 610, 1073, Διακρούσ. 8524, Τζάνε, Κρ. πόλ. 16618, 27226, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 122· γρεμίζω, Κατζ. Β΄ 129, Παλαμήδ., Βοηβ. 298, Τζάνε, Κρ. πόλ. 25123, 28422, 2857· γρεμνίζω, Ιατροσ. 2074, Στάθ. Γ΄ 323, 398, Συναδ., Χρον. 60, Ζήν. Γ΄ 164, Δ΄ 34, Ε΄ 226, 242, Τζάνε, Φυλλ. ψυχ. 269· εγκρεμνίζω, Χρον. Μορ. H 890, Περί ξεν. V 500, Χρον. Τόκκων 3412, Θησ. Η΄ [586], Αλεξ. 261, 268, Πένθ. θαν.2 556, Σταυριν. 238· εγκρημνίζω, Διγ. (Trapp) Gr. 1414· κρεμίζω, Ακ. Σπαν. 46575, Χρον. σουλτ. 11728, 12025, Ροδολ. Πρόλ. Μελλ. [84], Τζάνε, Κρ. πόλ. 16523, 25, 1663, 23918, 29918, 44417, 47812, 48125, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 919· κρεμμίζω, Μαχ. 661, 31410, 3229, 42414‑5, 46037, 4646, 4666, 54636, 60026, Βουστρ. 440, Κυπρ. ερωτ. 9050, 10044, 10626· κρεμνίζω, Αιν. άσμ. 93, Πόλ. Τρωάδ. 592, Χρον. Μορ. P 890, 4057, Ιατροσ. κώδ. ρο΄, Περί ξεν. A 466, Σφρ., Χρον. μ. 9228, Χούμνου, Π.Δ. VIII 93, Αιτωλ., Βοηβ. 25, Κώδ. Χρονογρ. 62, Βίος Δημ. Μοσχ. 632, Βίος αγ. Νικ. 156, Διγ. Άνδρ. 39114, 39325, 4086, Βακτ. αρχιερ. 177, Διακρούσ. 7811, Τζάνε, Κρ. πόλ. 15514, 15621, 1635, 16822, 17318, 2921, 3124, 3946, 44414, 4836, 49215, 49425· κρημνίζω, Διγ. (Trapp) Gr. 2990, 3018, 3078, Διγ. Z 332, 1873, 3493, 3593, Συναξ. γαδ. 320, Πανάρ. 6115, Γεωργηλ., Βελ. 698, Έκθ. χρον. 3417, 3512, Σοφιαν., Παιδαγ. 103 δις, Ιστ. πολιτ. 4611, Ιστ. Βλαχ. 2082, Διγ. Άνδρ. 40722, Τζάνε, Κρ. πόλ. 25511, 2891.
Το μτγν. κρημνίζω. Ο τ. γκρεμίζω στον Κατσαΐτ., Κλ. Γ΄ 465. Ο τ. εγκρεμνίζω στο Somav. (λ. εγκρεμνίζω). Οι τ. κρεμνίζω και κρημνίζω στο Βλάχ. Η λ. και ο τ. της γκρεμίζω και σήμ. (Δημητράκ., λ. γκρεμνίζω και γκρεμίζω). Ο τ. κρεμμίζω και σήμ., στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ σ. 620).
I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) α) Ρίχνω κάπ. από ψηλό σημείο κάτω (Η σημασ. μτγν., L‑S, λ. κρημνίζω, στο Βλάχ., τ. κρεμνίζω και κρημνίζω και σήμ., Δημητράκ., λ. γκρεμίζω 1): Απέδω εκ τούτου του κιονίου οφείλουσιν κρεμνίσει| τον βασιλέα τον άπιστον της Κωνσταντίνου Πόλης Χρον. Μορ. P 890· κρούει κλωτσιά, γκρεμνίζει την κάτω στον καταρράκτη Περί γέρ. 106· κι όσο πλια η μοίρα στα ψηλά τον άνθρωπο καθίζει,| τόσο και πλιότερα πονεί όντε τονε γκρεμίζει Ερωτόκρ. Δ΄ 610· όλους ευτύς εκρέμνισαν, λέγω, τους καβαλάρους Χρον. Μορ. P 4057· ’ς τούτο αυτή την αζουδιά ξάβνου κι εγώ ήρπαξά τη| και τέτοια λόγια λέγοντας ζιμιό εγκρέμνισά τη Στάθ. Γ΄ 398· β) (μεταφ.) ρίχνω, βυθίζω κάπ. (στη δυστυχία): Ιδές σε πόσην δυστυχιάν τους έχεις γκρεμνισμένους| τούτους τους δυο αγαπητικούς, τους κακομοιριασμένους Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [1113]· γ) (εδώ προκ. για δέντρο) καταβάλλω, ρίχνω κάτω: ως δέντρον εγκρεμνίστηκεν το όμορφον κορμίν του Σταυριν. 1088· δ) φρ. γκρεμίζω κάπ. από το θρόνο = εκθρονίζω, απομακρύνω κάπ. από την εξουσία: τον υιόν του| γρεμνίζει απού το θρονί για τον αξάδερφόν του Ζήν. Δ΄ 34. 2) Παρασύρω κάπ.: γκρέμισάν μας τα νερά ως μίλια δεκαπέντε Γαδ. διήγ. 164. 3) (Προκ. για βράχο) κυλώ, μετακινώ: εκείνο θέλω το βαρύ χαράκι να γκρεμνίσω| και μετά κείνο της σπηλιάς το στόμα να σφαλίσω Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [1367]. 4) Οδηγώ κάπ. σε ηθική κατάπτωση: δεν ήξευρεν ο έρημος ... τι να ποίσει,| μόν’ εκινδύνευε σ’ οδόν κακήν να τες κρεμνίσει Βίος αγ. Νικ. 156· δεν βλέπεις (ενν. άνθρωπε) πού και πώς σε κρέμισεν ο διάβολος και πού βούλεται να σε καταντήσει; Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 919. 5) Ταπεινώνω κάπ.: Αν ήθελες το γένος μας πολλά να το τιμήσεις,| δεν έπρεπεν, ως βλέπομεν, τόσον να το κρεμνίσεις Αιτωλ., Βοηβ. 25. 6) α) (Προκ. για πράγματα) ρίχνω καταγής, μετατρέπω κ. σε ερείπιο, κατεδαφίζω, καταστρέφω (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. γκρεμίζω 2): ρίχνασι τ’ αρχοντικά, τσι τοίχους εκρεμνίζαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 15621· Τα τείχη τα ψηλόκτιστα με τέχνες τα γρεμίσαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 2857· β) (προκ. για πρόσ.) καταστρέφω κάπ.: μέθη πολλούς εγκρέμισεν, πολλούς καταδικάζει,| αρίθμητους, αμέτρητους στην αμαρτίαν κράζει Ιστ. Βλαχ. 2085· Τον ον η τύχη εκάθισεν εις θρόνον επηρμένον| κι ο φθόνος τον εκρήμνισεν κι έχει το φως χαημένον Γεωργηλ., Βελ. 698· γ) καταστρέφω κάπ. οικονομικά: η δυστυχία όμως του καιρού και του χρόνου τα ατυχήματα εγκρέμισαν πολλούς και τους ήφεραν εις τον λάκκον της κακής πτωχείας Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 122· 7) Θανατώνω, εξολοθρεύω κάπ.: Πολύς λαός τους αθλητάς ήτον που εμαρτυρήσαν,| πολύς και περισσότερος τον Λίμπονα εγκρεμνίσαν Λίμπον. 360. B´ Αμτβ. 1) Πέφτω, γκρεμίζομαι: γκρέμισα στο πέλαγος μόνο για να γλυτώσω Γαδ. διήγ. 475· εκρεμμίσαν δέκα εις το χαντάκιν και ετσακκίσαν τα ποδία τους Μαχ. 42414‑15. 2) (Προκ. για τη ζωή) κυλώ προς το τέλος, τελειώνω: μόνε η ζωή εγκρεμνίζει.| Επήρεν τον κατήφορον και ποιος να τη γυρίσει; Πένθ. θαν.2 556. 3) Αναχωρώ, φεύγω: εκρεμμίσαν από την Αρμενίαν και επήγαν εις τον Άγιον Γεώργιον Βουστρ. 440. II. Μέσ. 1) α) Πέφτω από ψηλά, γκρεμίζομαι (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. γκρεμίζω 1): από γκρεμνόν να πέσω,| να γκρεμνιστώ, να γλυτωθώ εκ τούτην την καήλαν Ευγέν. 971· και πάραυτας γκρεμίζομαι, απής φτερά δεν έχω,| γιατ’ ήφηκα τα χαμηλά και τα ψηλά ξετρέχω Ερωτόκρ. Α΄ 335· Τα έθνη θα γρεμνίζονται μαζί αγκαλιασμένοι| κι όσοι αρνηθήκαν τον Χριστόν κι ήτονε βαπτισμένοι| τρεχάτοι δα βουλήσουσι, στην άβυσσο να μπούσι Τζάνε, Φυλλ. ψυχ. 269· εν τῳ τζυκανιστηρίῳ παίζων εκρημνίσθη και σπαραχθείς απέθανε Πανάρ. 6115· β) (προκ. για βράχο) κυλώ: από το βουνόν εγκρεμνίζουνταν πέτρες μεγάλες με πολλήν συντριβήν και χαλασμόν Ιερόθ. Αββ. 331. 2) Καταλύομαι, καθαιρούμαι (Πβ. Δημητράκ., λ. γκρεμίζω 5): Κι οι βασιλιοί τους και περνού εις τον Άδη,| κρεμίζουνται οι ψηλότες τους και λιώνου| με πρίκες και καημούς, πρι ερθεί το βράδι Ροδολ. Πρόλ. Μελλ. [84]. 3) Ξεγλιστρώ, ξεφεύγω: Αυτός κι η συντροφία του τέσσαρες χιλιάδες (παραλ. 1 στ.) εκόψασι στον πόλεμον κι οι άλλοι γκρεμνισθήκαν| από ’να πλάγι και ευθύς μέσα στην χώραν μπήκαν Κορων., Μπούας 8015. 4) Η προστ. γκρεμίσου = χάσου, τσακίσου, ξεκουμπίσου (Βλ. Κουκ., ΕΕΦΣΠΑ, περ. β΄, 6, 1955/ 56, 250. Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. γκρεμίζω 6): Άμε ποθές, γκρεμνίσου! Κατζ. Ε΄ 48· Σύρε ποθές, γκρεμίσου Πανώρ. Β΄ 250.
γλυκέα,- επίρρ., Λόγ. παρηγ. O 741, Διγ. Z 1958, Διγ. (Trapp) Esc. 526, 1584, Βέλθ. 47, 1015, Χρον. Μορ. H 228, 4100, 4413, 5485, 6431, 6897, 8219, 8231, Χρον. Μορ. P 2965, 5669, Ερωτοπ. 131, Λίβ. Sc. 2453, Αχιλλ. (Haag) L 623, Αχιλλ. L 25, Αχιλλ. O 530, 617, Ιμπ. 882, Χρον. Τόκκων 527, 1507, Σκλέντζα, Ποιήμ. 14, Διγ. Άνδρ. 34010· γλυκία, Χρον. Μορ. H 2952, 3962, Χρον. Μορ. P 228, Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 382, 691, Κορων., Μπούας 112· γλυκιά, Διγ. (Trapp) Esc. 473, 906, Χρον. Μορ. H 5669, Περί ξεν. A 395, Περί ξεν. V 399, Ερωτοπ. 400, Αχιλλ. L 78, 927, 1051, Αχιλλ. N 354, 1413, Ιμπ. 882, Ιμπ. (Legr.) 1036, Χούμνου, Π.Δ. XIII 35, Κορων., Μπούας 116, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 471, Αλφ. 1058, Π. Ν. Διαθ. φ. 335α 14, Κυπρ. ερωτ. 163, 241, 991, Γύπ. Πρόλ. Διός 80, Πανώρ. Γ΄ 627, Δ΄ 366, Ε΄ 117, 157, 364, Ερωφ. Α΄ 241, Ιντ. α΄ 61, Γ΄ 14, 376, Ε΄ 395, Βοσκοπ. 113, 115, 326, Ερωτόκρ. Α΄ 392, 461, 509, 515, Γ΄ 234, Στάθ. Πρόλ. 16, Ροδολ. Ε΄ [8], Ροδολ. (Μανούσ.) Ε΄ [275], Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [869], Γ΄ [1170], Δ΄ [1507], Ε΄ [1401, 1507], Τζάνε, Κρ. πόλ. 2299, 55717.
Από τον πληθ. του ουδ. του αρχ. επιθ. γλυκύς. Ο τ. γλυκιά στο Du Cange (λ. γλυκός).
1) Γλυκά, ευχάριστα στην ακοή: ποιος είν’ αυτός που τραγουδεί της ερωτιάς τα πάθη| έτσι γλυκιά και νόστιμα Ερωτόκρ. Α΄ 509. 2) Με πόθο: πώς πώς γλυκέα εφίλαν την και χόρτασιν ουκ είχεν Λίβ. Sc. 2453. 3) Με αγάπη: Χαιράμενοι τον δέχθηκαν άπαντες και σκιρτώντες,| γλυκία τον εφιλούσασιν Κορων., Μπούας 112. 4) Τρυφερά: Σφίγγει, περιλαμβάνει τον, γλυκιά το (ενν. το παιδί) καταφίλει Χούμνου, Π.Δ. XIII 35. 5) Στοργικά, με καλοσύνη: Ω Μιχαήλ αρχάγγελε, και πρόφτασε σ’ εμένα| και παραστάσου της ψυχής γλυκιά, ταπεινωμένα Αλφ. 1058. 6) Ευγενικά, με γλυκύτητα στους τρόπους (Η σημασ. στο Du Cange, λ. γλυκός): εις τον μαρκέζην ήρθασιν, γλυκία τον χαιρετούσιν Χρον. Μορ. P 228· Γλυκιά μ’ απιλογάται το κοράσο Βοσκοπ. 113. 7) Απαλά: έτσι πιδέξια και γλυκιά κι όμορφα θες καθίσει| και την πληγήν σου ανάπαυσε, πόνον να μην γροικήσει Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [1507]. 8) Με ευχαρίστηση: να στοχάζεται γλυκιά αρχίνησεν κι η κόρη Ερωτόκρ. Γ΄ 376. 9) Απολαυστικά: πώς γλυκέα χορταίνετε και ηδονάς ροφάτε Λόγ. παρηγ. O 741. 10) Ατάραχα, ήσυχα: τα καράβια σου γλυκιά για ν’ αρμενίζου Τζάνε, Κρ. πόλ. 55717. 11) Με καλή «διάθεση»: θέατρα, πύργοι και ναοί τηνε ψηλώνουν έτσι| και συνορίζονται γλυκιά με τσι πυράμιδέ τση Ροδολ. Ε΄ [8].

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- επίρρ., Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 4103, Σπαν. (Hanna) A 152, Σπαν. (Hanna) B 188, Γλυκά, Στ. (Τσολ.) 562, Προδρ. (Hess.-Pern.) Ι 214, ΙΙ Η 25b, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. (Miller) 752, Ασσίζ. (Σάθ.) 4420, 637, 29218, Επιθαλ. Ανδρ. Β' (Strzyg.) 554, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 1666, 1983, 2557, 4152, 6643, Βίος Αλ. (Reichm.) 4016, 4396, Διήγ. Βελ. (Cant.) 449, Πανάρ. (Λαμψ.) 7917, Περί ξεν. (Wagn.) V 113, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 430, Παϊσ., Ιστ. Σινά (Παπαδ.-Κερ.) 1368, Σταυριν. (Legr.) 1284, Διήγ. ωραιότ. (Ασώπ. Ειρ.) 83, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Ε΄ [1013]· άνων, Ασσίζ. (Σάθ.) 4234.