Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- μάραθον
- το· μάλαθρον, Ιερακοσ. 38816, 4009 (έκδ. μελάθρου· από παραδρομή), Ιατροσ. κώδ. ¸απθ΄, Περί διαίτης 47, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 5818, 6119· μάραθρον, Ιερακοσ. 3886, 39715, Κυνοσ. 59116.
Το αρχ. ουσ. μάραθον. Τ. μάραθο στο Βλάχ. και σήμ. Ο τ. μάλαθρον μτγν. και σήμ., μάραθρον μτγν. και τ. μάρανθρον στο Somav. Για διάφ. τ. και σήμ. ιδιωμ. βλ. Andr., Lex., Μπόγκα, Γλωσσ. Ηπείρου, Α΄ λ. μάραθον και μάλαθρον. Kahane, BZ 66,1973, 24, Χατζιδ., Αθ. 8, 1895, 135. Η λ. και ο πληθ. Μάραθα και ως τοπων. (Βλ. Πιλαβάκης, Κυπρ. Τοπ. 78, λ. Μάραθος).
Το φυτό μάραθο: θεραπεύσεις δε υπαλείφων μέλι … και χυλόν μαράθρου Ιερακοσ. 4003· Μάλαθρον χλωρόν και πήγανον και σκόρδον … δος πιείν και ιάται Ιατροσόφ. (Oikonomu) 912.
μαρούλι(ο)ν- το, Σταφ., Ιατροσ. 8217, Περί διαίτης 4715· μαρούλι, Γαδ. διήγ. 13· μαρούλιν, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 526· μαρύλι(ο)ν, Ιατροσ. κώδ. ¸απδ΄.
Από το ουσ. *αμαρούλλιον(λατ. amarus (Βλ. Rohlfs, Et. Wört. 29) ή από λατ. επίθ. *amarulus (Βλ. Sophocl.· κατά Triand., Lehnw. 19 = Τριαντ., Άπ. Α΄ 341 η λ. συνεπτυγμένη μορφή του λατ. lectuca amarula· πβ. και Φιλ., Γλωσσογν. Β΄ 209 και Θρακ. 5, 1934, 267, καθώς και Ανδρ., Λεξ. λ. μαρούλι). βλ. και Steiner, Stud. byz. Lexik. 160. Ο τ. μαρούλι στο Βλάχ. και σήμ. Ο τ. μαρούλιν στο Meursius (λ. μαῑούλιον) και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.· πβ. και τ. μαρούλλιν στην Κύπρο (Χατζ., Ξέν. στοιχ. 48). Ο τ. μαρύλι(ο)ν από αρχαϊστική διάθεση, αν δεν πρόκ. για εσφαλμ. γρ. Η λ. τον 6. αι. (L‑S)· βλ. και Σάθ., ΜΒ Ϛ΄σ. λβ΄.
Μαρούλι: Ο γάδαρος εστέναξεν …| και λέγει …:| «Εκείνος ο αφέντης μου εβαρυφόρτωνέ με μαρούλια και λάχανα …» Συναξ. γαδ. 227.
Νοέμβριος- ο, Μαχ. 803, Βουστρ. 493, Ο γεννηθείς νεώτερος … φ. 150· Νοέβρης, Ημερολ. 37· Noέβριος, Λίβ. Esc. 1079, Περί διαίτης 29, Ο γεννηθείς νεώτερος … φ. 144, Διαθ. 17. αι. 12· Νοέμπριος, Διήγ. ωραιότ. 134.
Το μτγν. επίθ. νοέμβριος ως ουσ. (Βλ. Lampe, Lex. και Sophocl.). Ο τ. Νοέβρης στο Du Cange· τ. Νοέμβρης και σήμ. Ο τ. Νοέβριος πολλ. σε έγγρ. του 12. - 17. αι. (Σημ. ιστορ. Κύπρ. 9239, Act. Xér. 965-66, Darrouzès, Textes byzantins XIII 31, XX 34, 38, 39, Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 23, 1980, 465· 24, 1981, 511) και στο Κυριαζίδης Ν., Λεξ. Μακρυγ. Ο τ. νοέμπριος (έκδ. νεό‑ πιθ. από λάθος) σε έγγρ. του 1641 (Ζερβογιάννης, Αμάλθ. 14, 1983, 103). Η λ. στο Meursius και σήμ.
Ο ενδέκατος μήνας του χρόνου, ο Νοέμβριος: έστεψεν τον υιόν του ρήγαν της Κύπρου … τῃ κδ΄ Νοεβρίου Μαχ. 7636· (ως προσωποπ.): Απ’ αύτου τον Νοέμβριον είδα και εκείνον, φίλε,| γεωργόν Λίβ. (Lamb.) N 935· Ουδέν με λέγουσιν Νοέβριον, ουδέν με κράζουν ίτους,| αμή ακούω, πίστευσον, βάλε με και Να-εύρεις Ημερολ. 39 (Για τη χρ. της λ. ως λογοπαίγνιο με τη σημασ. να μην εύρεις βλ. Eideneier [Ημερολ. σ. 390 και 407]).
όξινος,- επίθ., Σταφ., Ιατροσ. 4110, 16457, Προδρ. (Eideneier) IV 349, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 434· ξινός, Περί διαίτης 21, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 214.
Το μτγν. επίθ. όξινος (L-S, λ. όξινης). Ο τ. στο Du Cange (λ. ξυνός) και σήμ.· βλ. και Meursius, λ. ξυνόν. Διάφ. τ. της λ. σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex. στη λ.). Η λ. και σήμ.
1) Ξινός: Όξινον δίδε από του νυν κρασίν τον Ιλαριώνα Προδρ. (Eideneier) IV 506· ας τρώγει ... και κυδώνια άωρα ... και ροΐδια όξινα Σταφ., Ιατροσ. 5114. 2) (Μεταφ.) αυστηρός: παράγγελλε τούτο με γράμμα και με λόγον καμπόσον ξινόν και της συμβίου σου Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 6025 (Ελλην. 8, 1935, 146).
οπωρικός,- επίθ., Σταφ., Ιατροσ. 495, 113, Λίβ. N 3364, 3365, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1345, Περί γέρ. 35· ’πωρικός, Ασσίζ. 2411, Πωρικ. (Winterwerb) 139 τίτλος κριτ. υπ., Gesprächb. 5113, Λίβ. Esc. 3944, Περί διαίτης 4828, Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι XII 55, Θησ. ΙΑ΄ [768], Χούμνου, Κοσμογ. 2541, Αλεξ. 1567, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.) 238, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Α΄ μετά στ. 174, Πανώρ. Πρόλ. 28, Β΄ 472, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 41, Πιστ. βοσκ. 24, 52, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 179, Στάθ. (Martini) Α΄ 234, Ροδολ. (Αποσκ.) Δ΄ 46, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [427], [881-89], Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 52, Διγ. O 2422, Τζάνε, Κρ. πόλ. 23528, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 133, κ.α.· ’πωρ’κός, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 403v· υπωρικός, Λίβ. Sc. 2791.
Το μτγν. επίθ. οπωρικός. Το ουδ. ’πωρικό(ν) (για το σχηματισμό του οποίου βλ. Λορεντζ., Αθ. 16, 1904, 220) στο Βλάχ. (λ. πωρικά) και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. οπωρικόν, Φαρμακ., Γλωσσάρ. 212, λ. πωρικά, Άμ., Χιακ. Χρον. 6, 1925, 58, Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ.). Το ουδ. υπωρικόν (για την προέλ. του οποίου βλ. Καψ., ΕΕΦΣΠΘ 7, 1957, 332) στο ποντιακό ιδίωμα (τ. ιπωρ’κό, ιπουρ’κό στο Παπαδ. Α., Λεξ., λ. οπωρικόν). Η λ. στο ουδ. και σήμ. ως ουσ.
Που σχετίζεται με τα οπωρικά: Ο οπωρικός λόγος Πωρικ. (Winterwerb) 139 τίτλος κριτ. υπ. Το ουδ. ως ουσ. (η χρ. ήδη τον 5. αι., βλ. Lampe, Lex. στη λ.) = 1) α) Καρπός, φρούτο: έπεσε … χιόνι … και εκαγήκανε τα δεντρά, οπού δεν εύρισκεν τις ’πωρικό, ούτε λεμόνι ούτε νεράτζι ούτε άλλο τίποτας Byz. Kleinchron. A΄ 51242· εβαρέθη (ενν. ο Σελήμ) να τρέφεται από μόνα τα άγρια ’πωρικά των αγρίων δένδρων Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 356· πάσα δεντρό πληθαίνει και ξαπλώνει,| κι αθούς και ’πωρικά μασε χαρίζει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Χορ. α΄ 610· (γενικά): τότες, όντεν η γης με δίχως κόπο (παραλ. 1 στ.) τα ’πωρικά τση εγέννα ’ς κάθα τόπο Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Χορ. β΄ 472· β) (μεταφ.) ανθεί του πόθου το κλαδίν και το δενδρόν του πόνου,| τρυγώ εκ του πόνου τον καρπόν, οπωρικά καρδίας Λίβ. P 2511· Παιδί χαριτωμένο που μικράκι| τόσα, ’ς τσι χρόνους βρίσκεις τσ’ άγγουρούς σου| μεστό το ’πωρικό του ριζικού σου Πιστ. βοσκ. I 2, 132· ξεύρε και όποιος| παράκαιρα μαζώνει φρονιμάδα| πάντ’ έχει μεστωμένον| το ’πωρικό μαζί του της λωλάγρας Πιστ. βοσκ. IV 8, 105· (σε προσφών.): ω ’πωρικό μου αχόρταγο και της καρδιάς μου τ’ άθος Φαλιέρ., Ιστ.2 509. 2) (Ειδικά) είδος σταφυλιού (Για το πράγμα βλ. Κωστούλα [Αγαπ., Γεωπον. σ. 316], Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ.): Το κορίχι, το ’πωρικόν και άλλα σταφύλια όμοια τούτων βασταγερά, οπού δεν σαπίζουν ογλήγορα Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 162. 3) (Μεταφ.) αποτέλεσμα: Φίλος για φίλον είδαμε να πέσει ν’ αποθάνει| κι ετούτα ’ναι τα ’πωρικά οπού η αγάπη κάνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1264· Τούτα ’ν’ τσ’ αγάπης ’πωρικά, τούτα ’ν’ του πόθου οδύνη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 717.
πήγανον- το, Σταφ., Ιατροσ. 8233, Ιερακοσ. 38629, 3878, 3887, 44310, 49619, Ορνεοσ. αγρ. 52110, 53817, 53827, 5452, Ιατροσ. κώδ. αρή· απήγανος ο, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 237, 240· πήγανος ο, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 229, 231, 241· απήγανον το — απήγανος ο, Περί διαίτης 4718, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 365, 479, 9113· πήγανον το — πήγανος ο, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 356, 4711, 5319, 5519, 6114, 6513, 7820, 863, 912, Νικ. Ιερόπ., Εκδ. ιατρ. 2920, 6418, 716.
Το αρχ. ουσ. πήγανον. Το αρσ. πήγανος (<πήγανον, με αλλαγή γένους) στο LBG και σήμ. ιδιωμ. (ΙΛ, λ. απήγανος). Ο τ. απήγανος (με προθετ. α-· κατά Χατζιδ., Αθ. ΚΔ́, 16, 27 το α- από παρετυμολ. συσχέτιση με την πρόθ. από-) στο Somav. και σήμ. Τ. πήανον στο Meursius (πίανον) και σήμ. κύπρ. (ΙΛ, λ. απήγανος). Τ. πήγανο και διαφ. άλλοι τ. σήμ. ιδιωμ. (ΙΛ, λ. απήγανος)· τ. απήγανο και σήμ. (Κριαρ., Λεξ., λ. απήγανος). Η λ. και σήμ. στον Πόντο (Παπαδ. Α., Λεξ.).
Είδος φυτού της τάξης των ρυτωδών (rutaceae) (βλ. Γενναδ., Λεξ., λ. πήγανον): Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Λουκ. ιά 42· Το όμοιον κάμνει ο πήγανος και όλα τα άνθη οπού έχουσι κακήν μυρωδίαν … ότι ο βρώμος αυτών διώκει όλα τα ζωύφια οπού φθείρουσι τους καρπούς Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 141· (σε φαρμακευτικό παρασκεύασμα· η χρ. ήδη στον Ιπποκράτη): Φύλλα πηγάνου επίθες τῴ τόπῳ μετά πίσσης και όξους, και ιαθήσεται (ενν. ο κύων) Κυνοσ. 59523· έστω δε το ξηρίον πήγανον τετριμμένον ευ μάλα, και ξηρόν εμφύσα διά των μυκτήρων του ιέρακος Ιερακοσ. 42424· (εδώ σε μαγικές πράξεις· η χρ. ήδη στον Αριστοτέλη): Πηγάνου σπέρμα κρέμασον εις τα προσκέφαλα αυτού και ουκ εξυσπάται Ιατροσόφ. (Oikonomu) 3517· σπέρμα πηγάνου ενδήσας εις ράκος επίδησον εις τον βραχίονα και παύσεται (ενν. ο ενυπνιαζόμενος) Ιατροσόφ. (Oikonomu) 7015.
πιπέρι- το, Rechenb. 141, 2, 6, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 5115, Διήγ. Αλ. F (Lolos) 1568, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 215r πολλ., Πορτολ. A 2753, 4, Ιστ. Βλαχ. 23, 1278, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 168, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 29128-129, 575 νή 4, 7· πέπερ, Ιατροσ. κώδ. ͵αρζ́· πέπερι, Ιερακοσ. 4626, Ορνεοσ. αγρ. 5355, 11, 5707, 5726‑7, 27, Rechenb. 641 δις, 645, Περί διαίτης 41, Νικ. Ιερόπ., Εκδ. ιατρ. 64· πέπεριν, Ιερακοσ. 38425, , 38722, 3896, , 3903, , 3913, 4025, 31, 4126, 14, 41510, 41618, 29, 42622, 25, κ.α.· πεπέρι, Νικ. Ιερόπ., Εκδ. ιατρ. 12, 16, 36 δις, 53, 64 δις, 65, 67, 69· πεπέριν, Προδρ. (Eideneier) III 192, IV 212· γεν. εν. πεπέρεως, Ιερακοσ. 38419, 38512, 17, 38626, 38913, 39030, 4067 δις, Νικ. Ιερόπ., Εκδ. ιατρ. 71, 82 τρις· πιπέριν, Προδρ. (Eideneier) II 38 χφ H κριτ. υπ., III 115-1 χφφ PK κριτ. υπ., 192 χφφ GCPK κριτ. υπ., IV 212 χφ P κριτ. υπ., Ασσίζ. 23725, 48726, Gesprächb. 403, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 3721, 382, 414, 508, 576, 8915 κ.α., Διήγ. Αλ. E (Lolos) 1577, 9, 10, 21717, Διήγ. Αλ. F (Lolos) 15611, 12, 2167· γεν. εν. πεπέριδος, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 5211.
Το αρχ. ουσ. πέπερι (L‑S, TLG). Ο τ. πέπερ ήδη μτγν. (TLG). Ο τ. πεπέρι και σήμ. ιδιωμ. (Κωστ., Λεξ. τσακων., λ. πιπέρι) (για μτγν. τ. ?πεπέρι παράλλ. του πέπερι βλ. TLG), όπως και τ. πεπέρ(ι) (Λάζαρης, Λευκαδ.). Ο τ. πεπέριν τον 9. αι. (TLG). Για γεν. εν. πεπέριδος ήδη τον 4. αι. π.Χ. και αιτιατ. πέπεριν (<αρσ. πέπερις) ήδη μτγν. βλ. L‑S, λ. πέπερι. Πληθ. πεπέρια τον 4. αι. μ.Χ. (L‑S). Γεν. εν. πιπέρεως ήδη μτγν. (βλ. L‑S, λ. πέπερι · για πιθ. πρωιμότερη εμφάνιση βλ. TLG) όπως και αιτιατ. εν. πίπεριν (L‑S Suppl., λ. πέπερι). Ο τ. πιπέριν ήδη μτγν. (PHI 7) και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., Σακ., Κυπρ. Β́ 734), όπως και τ. πιπέρι(ν) (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ.). Η λ. στο Βλάχ. και σήμ.
1) Ο καρπός φυτών της οικογένειας των Piperaceae, με χρ. στη μαγειρική και τη φαρμακευτική· πιπέρι: αποκόπησαν τα καράβια της Ινδίας, οπού έφερναν τα αρωματικά, ήγουν, πιπέρια, γαρόφαλα, κανέλες και άλλα παρόμοια Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 428· α) ο καρπός του φυτού piper nigrum: α1) (με ή χωρίς τον προσδ. μαύρον/μέλαν) το μαυροπίπερο: Περί να μηδέν πέφτουν τα μαλλία. Πιπέρι τρώγε με το οξίδιν και με κρασίν Σταφ., Ιατροσ. 15427· Έπαρε φύλλον ινδικόν, ... οινάνθης ρίζαν, μαύρον πεπέρι ... Νικ. Ιερόπ., Εκδ. ιατρ. 66· βάλε ... πέπερι μέλαν ... Ορνεοσ. αγρ. 5707· α2) (με τον προσδ. άσπρον/λευκόν) το λευκό πιπέρι: Έπαρε ... λιβάνι, άσπρον πεπέρι ... Νικ. Ιερόπ., Εκδ. ιατρ. 66· πέπερι λευκόν κόκκους λ́ Ορνεοσ. αγρ. 5724· β) (με τον προσδ. μακρόν) ο καρπός του φυτού piper longum ή officinarum: Περί ιέρακος του δυσκόλως ακούοντος, όταν αυτόν κράζωσιν. Πέπεριν λευκόν και το μακρόν πέπεριν επίσης τρίψας, σήσον αυτά, και εσθιέτω αυτά εν τρισίν ημέραις μετά κρέατος χοιρείου. Και τότε της φωνής σου ακούων ελεύσεται προς σε καταπτάς Ιερακοσ. 40612. 2) Στην έκφρ. πιπέρι τζιτζιβέρεως = η πιπερόριζα: πλοιαρίων δε πληθύς εκείσε νυν προσρέει, (παραλ. 1 στ.), κομίζουσα αγώγια πλείστα των εδεσμάτων,| πιπέρι τζιτζιβέρεως και άλλων αρωμάτων Παϊσ., Ιστ. Σινά 2068. 3) (Πιθ.) το φυτό polygonum hydropiper (αρχ. υδροπέπερι· για τη χρ. της λ. βλ. TLG), κοιν. νεροπιπεριά: Περί προσώπων μελάνωσιν. Λαβών τους λίθους τους όντας εν τῳ πεπέρει και λειώσας ευτόνως και ενώσας μετά μέλιτος ακάπνου χρίε τον τόπον Ιατροσόφ. (Oikonomu) 6213. Η λ. ως τοπων.: Πορτολ. A 10013.
ροζάδος,- επίθ.
Από το ιταλ. rosato (βλ. Battaglia). Ουδ. ροζάδο και σήμ. ιδιωμ. (Ζώη, Λεξ. Ζακ.2 Β′, Κονόμ., Ζακυθ. λεξιλ., Πανταζ., Κεφαλ.-θιακ.).
(Για φαρμακευτικό παρασκεύασμα) που στην παρασκευή του χρησιμοποιούνται ροδοπέταλα ή ροδόνερο (βλ. Battaglia, rosato σημασ. 14): σιρόπιο ροζάδο σολουτίβο τρεις ουγγίας να το λαμβάνεις μίαν ή δύο φορές Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 225· αλείφου εκεί οπού πονείς με ουγκβέντο ροζάδον Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 230· (προκ. για ζάχαρη αρωματισμένη με ροδοπέταλα): Διά να ιατρεύσεις κρασί ξινισμένον … Έπαρε... ζάχαρην ροζάδην... και οκτώ λίτρες μέλι … και ανάλυσον την ζάχαρην και, αφού ψυχρανθεί το μέλι, έβγαλε μίαν στάμνον κρασί και βάλε τα όλα μέσα, ανακάτωσέ τα και γύρε τα εις το κρασί και ανακάτωσέ το καλά με ένα ραβδί να υπάγει εις όλον το αγγείον και φράξε το Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 168· έκφρ. μέλι ροζάδο = φαρμακευτικό παρασκεύασμα με βάση το μέλι και ροδοπέταλα (βλ. Battaglia, ά. miele σημασ. 3): Συνήθιζε το μέλι ροζάδο και έπαιρνε κάθαρσιν κατά πάσαν ανάγκην Περί διαίτης 44·
σιρόπι- το, Περί διαίτης 477, Γιατροσ. Ιβ. 52, Νικ. Ιεροπ., Εκδ. ιατρ. 78· σερόπι(ο)(ν)· σιρόπιο, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 225· σιρόπιο(ν), Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 202· σιρόπιον· σορόπι, Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 210, 214· σουρούπι, Εβρ. ελεγ. 162· σουρούπιν, Σπανός (Eideneier) Β 171‑2.
Από το ιταλ. sciroppo (πληθ. sciroppi, Battaglia) – βενετ. sciropo (Boerio). Ο τ. σιρόπιον στο Du Cange (γρ. συρόπιον). Η γεν. σιροπίου σε επιστ. του 15. (Μανούσ., ΕΜΑ 6, 1956, 179) και 16. αι. (Μανούσ., Θησαυρ. 13, 1976, 27). Ο τ. σορόπι και σήμ. λαϊκ. Ο τ. σουρούπι και σήμ. ιδιωμ. (Πανταζ., Κεφαλ.-θιακ.). Τ. σουρόπι στο Somav. και σορόππιν σήμ. ιδιωμ. (Χατζ., Λεξ.) Η λ. και σήμ.
Πυκνό διάλυμα με νερό, ζάχαρη ή μέλι και αποστάγματα φυτών, για φαρμακευτική ή άλλη χρήση: Περί σκευασίας σεροπίων ... Παίρνεις δύο μερδικά μέλι ή ζάχαρη και ένα το αφέψημα από τα ία ... ή από τα ρόδα ... ή ό,τι και αν είναι και τα βράζεις όσον να γένουν ωσάν μέλι Νικ. Ιεροπ., Εκδ. ιατρ. 39· Παίρνοντας πρώτα το καθάρσιον, ύστερον ας κάμει τούτο το σιρόπι. Ρίζαν από μάραθον ... και ρίζαν από σέλινον και από μακεδονήσιον ... και από ασπαράγγιον, σταφίδα …· βράσε τα με δύο οκάδες νερόν ... και βάλε και διακόσια δράμια μέλι και βράσε το ... όσον οπού να απομείνει το μισόν Νικ. Ιεροπ., Εκδ. ιατρ. 78· πίνε απ’ αυτό δύο ή τρεις δράγμας με άλλο τόσον σιρόπιον βιολάδον και εις πέντε φορές οπού το πίεις αναμφιβόλως θεραπεύεσαι Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 236· (σε παρομοίωση προκ. για κ. πολύ γλυκό και εύγεστο): Μερικά (ενν. βερίκοκα) γίνουνται εις την Κρήτην μικρά, αμή τόσον γλυκά ... τα οποία είναι ως το σιρόπιον εύνοστα Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 220. — Βλ. και ζουλάπιν, σεράπιον, σερμπέτι.
στόμαχος- ο, Σταφ., Ιατροσ. 14401, Σπαν. Α 268, Σπαν. Β 263, Προδρ. (Eideneier)2 Δ́ 591, Ιερακοσ. 4537, Ιατροσ. κώδ. πδ́, τξή, ψιή, Ϡξθ́, ͵αλβ́ κ.α., Περί διαίτης 15, Γιατροσ. Ιβ. 40, Νικ. Ιερόπ., Εκδ. ιατρ. 14(τρις), 15 (πολλ.), 16, 72 κ.α.· στομαχός, Σπαν. Α 268 κριτ. υπ., Ιατροσ. κώδ. ριέ, τλή, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 9112.
Το αρχ. ουσ. στόμαχος. Ο τ. (με καταβιβ. τόνου, βλ. Kahane H. και R., Zeitschr. f. rom. Philol. 97, 1981, 117, 118, Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ., λ. στομαχό ετυμολ.) και σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex., στη λ., όπου και τ. στουμαχός· στομαχό στην Απουλία, Andr., Lex., ό.π., Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ.), Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ., στη λ., Μηνάς, Λεξ. ιδιωμ. Καρπάθου). Η λ. και σήμ. λόγ.
1) α) Στομάχι (βλ. ά.): εκείνοι να κοτσώνουσιν το χιώτικον εις κόρον,| ο δε ιδικός μου ο στόμαχος να πάσχει από το οξίδιν; Προδρ. (Eideneier)2 Δ́ 299· Περί του αλγούντος τον στόμαχον Ιερακοσ. 4536· Περί στομάχου που δεν χωνεύει Γιατροσ. Ιβ. 66· β) φρ. καθαίρω τον στόμαχον = κάνω εμετό: μη αφροδισιάζειν μήτε φλεβοτόμει και μη καθαίρειν τον στόμαχον, και τρώγε αλιφάσκα και απήγανον Περί διαίτης 18. 2) (Συνεκδ.) το σημείο του σώματος εξωτερικά όπου βρίσκεται το στομάχι: τα αποσουρώματα ας κάμει έμπλαστρον και ας το βάλει εις τον στόμαχον να στέκει Σταφ., Ιατροσ. 13355· δαφνόκοκκα και κύμινον και πλατυκύμινον έψησον μετά μέλιτος εις τηγάνιν και επίθες εις τον στομαχόν Ιατροσόφ. (Oikonomu) 6419.
συκώτι(ον)- το, Περί διαίτης 48· συκώτι, Αχιλλ. (Haag) L 1263, Χρον. Τόκκων 3389, Αλεξ.2 2762, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 63v, 209r, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 177, 178, Γιατροσ. Ιβ. 96, 106, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 8507· συκώτι(ν), Θησ. Ζ́́ [824]· συκώτιν, Hist. imp. (Iadevaia) IIa 401, Ασσίζ. 1844, 43417, 4365, Λεξ. ΙΙ 60, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 40· συκώτι(ο)(ν), Ιατροσ. κώδ. ιή́· συκώτι(ο)ν, Ερμον. Η 232· σκώτι, Ιατροσ. κώδ. τλζ́, Πεντ. Λευιτ. III 4, 10, 15, IV 9, VII 4· σκώτι(ν), Κάτης (Τικτοπούλου) 102, Ζήνου, Βατραχ. 406, Διακρούσ. (Κακλ.) 1222, Τζάνε, Κατάν. 322.
Από το ουδ. επιθ. συκωτόν (στη (μτγν.) φρ. συκωτὸν ἧπαρ) ουσιαστικοπ. (ήδη μτγν., LBG). Πληθ. συκώτια τον 6. αι., Lampe, Lex., γρ. συκότια· βλ. και LBG, λ. συκώτιον, TLG (γεν. πληθ. συκωτίων τον 4.-6. αι.;). O τ. σκώτι σε έγγρ. του 16. αι. (Κασιμ., Έγγρ. 283 (391)), στο Du Cange (σκό‑) και σήμ. λαϊκ. Ο τ. συκώτιν (βλ. και LBG, λ. συκώτιον) και σήμ. ιδιωμ. (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. συκώτι(ν)). Η λ. στο Du Cange (γρ. σικότι) και σήμ.
1) Συκώτι: Παύουσι (ενν. τα ρόγδια) την δίψαν και ωφελούσι το σκώτι και τα εντόσθια Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 215. 2) (Μετων.· πληθ.) σπλάχνα: άμπωσε την χάρπαν εκείνην μέσα εις τα σπλάχνα του Αγίου, το οποίον σαν έγινε, … τα συκώτια του αγίου εβγήκαν έξω Ροδινός (Βαλ.) 218. 3) Φαγώσιμο (μαγειρεμένο) συκώτι ζώου: πολπέτες και τηγανιστό σκώτι και μουρταδέλες Φορτουν. (Vinc.) Β́́ 321. 4) Λοβός, τμήμα του ήπατος ζώου (που προοριζόταν για ολοκάρπωση, θυσία): να πάρεις όλο το ξύγγι οπού σκεπάζει την κοιλιά και το περσότερο ιπί το σκώτι και τα δυο νεφριά (ενν. του δαμαλιού) και το ξύγγι ος απάνου τους και να καπνίσεις εις το θεσιαστήρι Πεντ. Έξ. ΧΧΙΧ 13. 5) α) (Μετων.) ως έδρα συναισθημάτων κλπ.· «σωθικά· καρδιά» (και πληθ.): να ξέβαινεν η λάβρα| εκ τα σκώτια μου τα μαύρα Ch. pop. 195· εσύ ’σαι το συκώτι μου και η ανάπαυσίς μου Διήγ. Αλ. Σεμίρ. B 1172· β) φρ. β1) να φάγω τα σκώτια των (πβ. νεοελλ. φρ. θα του φάω τα συκώτια, ΛΚΝ, λ. συκώτι· βλ. και Κριαρ., Λεξ., λ. συκώτι): βούλομαι ν’ αρματωθώ …| … κι εις τους εχθρούς να πάγω,| με μέρος μου στρατιωτών τα σκώτια των να φάγω Κορων. Μπούας 114· β2) χέζω το συκώτιν (μου) = φοβούμαι υπερβολικά, «τα κάνω» πάνω μου (βλ. και λ. ουσία 3β φρ.): να σας δει (ενν. ο Μαχουμέτ), να ξεσπασθεί, να φοβηθεί, να σκάσει,| να χέσει το συκώτιν του και όλην την ουσιάν του Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 562.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- το· μάλαθρον, Ιερακοσ. 38816, 4009 (έκδ. μελάθρου· από παραδρομή), Ιατροσ. κώδ. ¸απθ΄, Περί διαίτης 47, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 5818, 6119· μάραθρον, Ιερακοσ. 3886, 39715, Κυνοσ. 59116.