Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- θαρρετός,
- επίθ., Λίβ. Esc. 1187, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1123, 1134, 2387, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 588, 673, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 819, Χούμνου, Κοσμογ. 1034, Θησ. Β΄ [862], Συναξ. γυν. 13, Πένθ. θαν.2 412, Ζήνου, Βατραχ. 292, Τριβ., Ρε 301, Αχέλ. 1499, Ερωτόκρ. Α΄ 75.
Από το ουσ. θάρρος και την κατάλ. ‑τός. Η λ. και σήμ.
1) Θαρραλέος: ουδένας ετόλμησε ποτέ τους δρόμους να περάσει,| διατί ήτον κλέπτης (ενν. ο Μουσούρ) φοβερός και θαρρετός εις πάντα Διγ. A 2735· αρέσει μου ν’ αποκοτάς, να δείχνεις και φοβάσαι,| μετά την ξεκαθάριση πλια θαρρετή για να ’σαι Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 462. 2) Βέβαιος: ας είσαι ’ς τούτο θαρρετή πως, όντεν αποθαίνω,| χαιρετισμόν να μου ’πεμπες, την ώρα κείνη γιαίνω Ερωτόκρ. Γ΄ 1405. Δεν έν’ κακό οπὄχει νουν τ’ ανάντιο να ντηράται·| ς τούτον ας είσαι θαρρετός: οπ’ αγαπά φοβάται Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 486. 3) Πιθανός: έχεις το τούτο θαρρετό; Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 317. 4) α) Έμπιστος: Δύο Μαλταίους έκραξε ναύτες και προκομμένους,| οπού τους είχε θαρρετούς, πάντοτ’ εμπιστεμένους Αχέλ. 1665· Δεν γνώθεις πως δεν έχομε πράμαν εδώ κανένα| δικό μας, ουδέ θαρρετά τινάν, αμ’ όλα ξένα; Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 94· β) που εμπιστεύεται κάπ. ή κ.: Μόνον ας είστε θαρρετοί εις του Θεού την χάρη| πασένας για να χυμιστεί σαν άξιον παλληκάρι,| τους Τούρκους μέσα να δοθεί Παλαμήδ., Βοηβ. 257· γ) ενθαρρυντικός: να δεις καλήν αρχήν και θαρρετό σημάδι Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 171.
πλούτος (I)- ο, Σπαν. A 221, Σπαν. B 622, Διδ. Σολ. Ρ 14, Σπαν. P 151, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 233, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 668, Διγ. (Trapp) Gr. 1464, Διγ. Z 1911, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1607, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 1132, Ερμον. Ω 310, Χρον. Μορ. H 8080, Χρον. Μορ. P 3011, Βίος Αλ. 4698, Φλώρ. 943, Απολλών. (Κεχ.) 304, Λίβ. Sc. 2002, Λίβ. Esc. 3172, Λίβ. (Lamb.) N 107, Αχιλλ. L 1342, Αχιλλ. (Smith) N 1722 κ.α., Αλφ. 1415, Μαχ. 16633, Θησ. Έ [312], Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 70, Συναξ. γυν. 503, Έκθ. χρον. 82, Κορων., Μπούας 117, Πένθ. θαν.2 501, Ιστ. πολιτ. 5221, Χίκα, Μονωδ. 13, Ιστ. Βλαχ. 1495, Διγ. Άνδρ. 33535, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 64, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Ρωμ έ 17, κ.π.α.
Το αρχ. ουσ. πλούτος. Η λ. και σήμ.
1) α) (Μεγάλη) περιουσία: Ιστ. πολιτ. 597, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 579, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Μαρκ. ί 23, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 568· (μεταφ.): Λέγει τον (ενν. τον νέον) ο Ιησούς: «Αν θέλεις να γενείς τέλειος, σύρε πούλησε είτι και αν έχεις, και δώσ’ τα τους πτωχούς· και θέλεις έχει πλούτον εις τον ουρανόν· και έλα, ακολούθα με» Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. ιθ́ 21· β) υλικά αντικείμενα με μεγάλη οικονομική αξία (τιμαλφή, χρήματα κ.τ.ό.): ύστερον δε ευρέθη (ενν. ο Ισαάκιος) εν Ρώμῃ εν τῃ αδελφῄ αυτού, σταλείσα υπό του πατρός αυτής προ της αλώσεως μετά πλούτου απείρου Έκθ. χρον. 177· ήνεγκεν (ενν. ο Αχουμάτ πασιάς) εκείθεν αιχμάλωτα πολλά και πλούτον και άλλα Ιστ. πολιτ. 5221· ο Φλώριος ... (παραλ. 1 στ.) δίδει του τά ενίκησεν (ενν. τα δυο χιλιάδες πεζάντια) και δίδει του άλλα τόσα.| Και ο καστελλάνος το να δει πολλά καλόν του ’φάνη,| τον πλούτον ανεδέχτηκεν και μυριοευχαριστεί τον Φλώρ. 1449· (εδώ) θησαυρός: Σκάπτοντας κάπου γεωργός ήθελεν εύρει πλούτον Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 821. 2) Ευημερία, ευμάρεια: Σπαν. A 586, Διγ. Άνδρ. 40613.
ποτάμιον- το· Βέλθ. 327, Ερμον. Υ 97· ποτάμι, Κομν., Διδασκ. Δ 31, Εβρ. ελεγ. 166, Λίβ. Esc. 3065, Λίβ. Va 2848, Λίβ. N 3586, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Wagn.) 714, Κορων., Μπούας 37, 71, 83, 84, 95, 97, 108, 122, 123, 125, Διήγ. Αλ. G 2839, 28527, 2863, 14, 28929, Πεντ. Γέν. II 10, Λευιτ. XI 10, Αρ. XXI 15, XXIV 6, Δευτ. VIII 7, Πορτολ. A 19826, 22730, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 873, 11110, Δευτ. Παρουσ. 389, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 159, 163, 1352, 3915, 4101, Δωρ. Μον. XXXV, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Αφ. 41, Σταυριν. 1121, Ιστ. Βλαχ. 2395 [= Γέν. Ρωμ. 37], Σουμμ., Ρεμπελ. 159, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 1095, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 799, Διακρούσ. 8916, 1143, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 15324, 1572, 4284, 5307· ποτάμι(ν), Ιων. II4, Αχέλ. 1482, Παλαμήδ., Βοηβ. 798, 801, 807, 813· ποτάμιν, Σπαν. A 23, Διγ. Z 3476, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1720, Βέλθ. 1101, Φλώρ. 817, 994, Σαχλ. Β′ (Wagn.) P 184, Ερωτοπ. 583, Λίβ. P 39, 2112, Λίβ. Sc. 1906, Λίβ. Esc. 2424, 3608, Λίβ. Va 67, 92, 2880, Λίβ. N 2126, Αχιλλ. (Smith) N 1024, 1754, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 714, Χούμνου, Κοσμογ. 339, 340, 341, Απόκοπ.2 276, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 617, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 809· ποτάμι(ον), Ιμπ. 523, Παρασπ., Βάρν. C 136, 270, Αργυρ., Βάρν. K 129, 169, Hagia Sophia k 48710, f 59818.
Το αρχ. ουσ. ποτάμιον. Ο τ. ποτάμι στο Βλάχ. (λ. ποταμός) και σήμ. Ο τ. ποτάμιν σε έγγρ. του 11. αι. (Act. Kastam. 118, Caracausi, στη λ.) και σήμ. στο ποντ. ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.). Για τη λ. βλ. και LBG.
1) Ποταμός: Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 428· Μέρος δε εξ αύτους σκότωσεν εγγύς εις το ποτάμι Κορων., Μπούας 37· τα άλογα των Μακιδόνων ούδε ποτάμια τα κρατούν ούδε βουνά μεγάλα Διήγ. Αλ. G 28529· Όπου περάσω άθρωπος ποτέ του δεν προβαίνει,| γιατί, τα μάτια μου ως τους δου βρίσκουνται αποθαμένοι·| τα δένδρη όλα ξεραίνουνται, φυρούσι τα ποτάμια Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 233· (προκ. για τους μυθικούς ποταμούς του Κάτω Κόσμου): Ω τέρατα σκληρότατα, πού είμαι; Εις το ποτάμι| της Στύγε κι εις την Κόλαση πάμενε πούρι αντάμι; Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 279· Στο περιγιάλι του Έρεβου, στης Λήθης το ποτάμι| όπου φυσούν οι ακάθαρτοι ανέμοι θέλεις δράμει Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 367. 2) (Μεταφ., προκ. για υγρά) α) μεγάλη ποσότητα: Τα μάτια τση από τη χαρά ποτάμια εκατεβάζα| και με τα δάκρυα, που ’βγανε την πρώτη, δεν εμοιάζα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Έ 1103· Ποτάμι δάκρυα να κινού, να λένε μοιρολόγια| εις κάθα σπίτι χαμηλό κι εισέ ψηλά ανώγεια Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 15627· (σε παρομοίωση): Όταν δε πάλιν, δέσποτα, γεύματος ώρα φθάσει (παραλ. 6 στ.) ανάθεμά με ...| αν ου κινούν τα σάλια μου και τρέχουν ως ποτάμιν Προδρ. (Eideneier) III 132-1 χφφ GM κριτ. υπ.· Ίδετε τα βασίλεια ...| ... πολεμιστάς συνάζουν,| και χύνονται τα αίματα σαν βρύση, σαν ποτάμι Ιστ. Βλαχ. 1437· Η γη τότ’ εκοκκίνησεν από τα αίματά τους,| και σαν ποτάμι έτρεχε τότε ’πού τα κορμιά τους Διακρούσ. 10316· β) (ως επίρρ.· πβ. ά. ποταμηδόν): τότε τα δάκρυα ποταμούς εκένωνα καθ’ ώραν Λίβ. Sc. 2989· ποτάμια εκ τα μάτια τους τα δάκρυα να τρέχουν Σταυριν. 1121. 3) Σε παρομοίωση α) προκ. να δηλωθεί η καθαρότητα, η διαύγεια των ματιών κάπ.: υγρά (ενν. τα ομμάτια της κόρης) και εις την υγρότητα εθεώρεις τον εαυτόν σου| ως εις καθρέπτην άψογον και άθολον ποτάμιν Λίβ. Sc. 1289· β) προκ. να δηλωθεί η ορμή και η ταχύτητα με την οποία κινείται κ.: δεν εστάθησαν να πολεμούσιν, αλλά έδραμαν ωσάν ένα γρήγορον ποτάμι Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 388· (εδώ προκ. για το πέρασμα του χρόνου): Λοιπόν τον χρόνον βλέπομεν τι τρέχει ωσάν ποτάμι,| και ουδέν καταλαμβάνομεν το τι μας θέλει κάμει Πένθ. θαν.2 507.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- επίθ., Λίβ. Esc. 1187, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1123, 1134, 2387, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 588, 673, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 819, Χούμνου, Κοσμογ. 1034, Θησ. Β΄ [862], Συναξ. γυν. 13, Πένθ. θαν.2 412, Ζήνου, Βατραχ. 292, Τριβ., Ρε 301, Αχέλ. 1499, Ερωτόκρ. Α΄ 75.