Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 5 εγγραφές  [0-5]

  Κείμ.αναζήτησης : % | Βιβλ.αναφορά : Πένθ. θαν. S

  • αποκρίνομαι,
    Διδ. Σολ. Ρ 88, Λόγ. παρηγ. L 80, 303, Λόγ. παρηγ. O 376, Ασσίζ. 9510, 16510, 1954, 3427, 34524, 41629 (έκδ. και χφ. απουκρίνεται· διορθώσ.), Διγ. Τρ. 952, Βέλθ. 763, Πτωχολ. Z 52, Φλώρ. 800, 1074, Λίβ. Esc. 3877, Μαχ. 23234, Απόκοπ. 76, 150, 157, 159, 237, 391, 457, Κορων., Μπούας 31, 54, 129, Πένθ. θαν. S 69, Θρ. Κύπρ. K 649, 727, Ιστ. πατρ. 16117, Πιστ. βοσκ. IV 7, 87, Διγ. Άνδρ. 33432, Στάθ. Γ΄ 282, Αποκ. Θεοτ. I 8, Βακτ. αρχιερ. 180, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [375], Δ΄ [449], Τζάνε, Κρ. πόλ. 17027, 53815, Φυλλ. Αλ. 133· απεκρίνομαι, Πόλ. Τρωάδ. (Πολ. Λ.) 89, Λίβ. Esc. 3125· αποκρένομαι, Σπαν. (Ζώρ.) V 509, Χρον. Μορ. H 3408, 6661, 7476, 7525, 8934, Σαχλ. N 350, Πένθ. θαν.2 69· αποκρίναται, Ασσίζ. 41520· ’ποκρίνομαι, Φλώρ. 1686, Αχιλλ. (Haag) L 125, Σκλέντζα, Ποιήμ. 1164, Αιτωλ., Μύθ. 95, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 433, Μαρκάδ. 443.
    Το αρχ. αποκρίνομαι. Η λ. και σήμ. και δημοτική (ΙΛ) και από τη λόγια παράδοση. Οι τ. αποκρένομαι, ’ποκρίνομαι και σήμ. (ΙΛ).
    1) Απαντώ (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. IV 1 και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α): ως ήκουσα την ξενοδόχισσα, πάλιν απεκρίνομαι την Λίβ. Esc. 3125· Oι κόρες αποκρίνονται λόγον τον δούκαν όντως Φλώρ. 800· Μίαν γραφήν τους έστειλεν για να παραδοθούσιν (παραλ. 1 στ.)· αυτοί τον αποκρίθησαν πως δεν το παραδίδουν (ενν. το καστέλλιν) Θρ. Κύπρ. K 649· φρ. αποκρίνομαι λόγον = (ενίοτε) αντιμιλώ: δεν μου απεκρίθη λόγον ποτέ Φυλλ. Αλ. 133 (βλ. και αντιγράψω , αντιμηνύω, αντιλογούμαι). 2) Απευθύνω το λόγο, λέω (χωρίς να προηγηθεί ερώτηση): Μανθάνει ταύτα ο Φλώριος, θλίβεται την καρδίαν (παραλ. 1 στ.)· λέγει και αποκρίνεται προς τον αυτού πατέρα Φλώρ. 1074· ωσάν τον είδεν (ενν. τον λέοντα) απεκρίθη και είπεν τον Διγ. Άνδρ. 33432 (βλ. και αναθηβάλλω Α1α, ανακράζω 1). 3) Απολογούμαι (σε δικαστήριο) (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. IV 2· πβ. και ΙΛ, λ. απόκρισι 2): η γεναίκα ένι απέκει κρατημένη με το κείμενον να αποκριθεί απ’ αυτά απού την αγκαλέ Ασσίζ. 34524·. Η μτχ. αποκρινόμενος = κατηγορούμενος (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. IV 2): εάν ο αποκρινόμενος ουδέν να εμπόρησεν να δείξει εύλογον αιτίαν πως ουδέν ημπόρησεν να έλθει εκείνην την ημέραν εις την αυλήν Ασσίζ. 3427. 4) Ευθύνομαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): Περί σημαδίων φθορά, ποιος αποκρίνεται Βακτ. αρχιερ. 180. 5) Είμαι διάδικος (σε δικαστ. αγώνα): έν’ πτωχός και ον δύναται λογάριν ίνα δώσει| και να αποκριθεί αυτός, να δικαστεί μετά σου Διδ. Σολ. Ρ 88. 6) Ανταποδίδω την εχθρική επίθεση: Έπαιζαν (οι Τούρκοι) και ακτυπούσαν της με την μεγάλην ζάλην| αππέσσω απεκρίνουντον όσ’ ήσαν στο καστέλλιν Θρ. Κύπρ. M 683.
       
  • βγάλμα(ν)
    το· έβγαλμα(ν), Ασσίζ. 22221, Φαλιέρ., Ιστ.2 392 χφ V, Πένθ. θαν. S 1, Πεντ. Αρ. I 1, XXX 13, XXXIII 2, ΧΧΧΙV 4, Δευτ. VIII 3, XXIII 24, Ζήνου, Πρόλ. Πένθ. θαν.2 1, Χριστ. διδασκ. 33, 37.
    Από το αόρ. του βγάνω και την κατάλ. ‑μα(ν). Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. βγάλμα).
    1) Εξόρυξη, εξαγωγή (κάπ. πράγματος) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βγάλμα 1α): εις εκείνον τον βίον, εις το σκάψιμον και εις το έβγαλμαν εντέχεται να τα πλερώσει ο ρήγας Ασσίζ. 22221. 2) Έξοδος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βγάλμα 4): εις το έβγαλμά τους από την ηγή την Αίγυφτο Πεντ. Αρ. I 1. 3) Αναχώρηση: και έγραψεν ο Μοσέ τα εβγάλματά τους εις τα συνεπάρματά τους διά στόμα του Κυρίου Πεντ. Αρ. XXXIII 2. 4) Έξοδος, το μέρος από όπου βγαίνει κάπ. (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βγάλμα 4β): να είναι τα εβγάλματά του από νοτικά της Κάδες-Βάρνεα και να έβγει εις τη Χαζάρ Αδδάρ και να απεράσει εις τη Άσμον Πεντ. Αρ. ΧΧΧΙV 4. 5) α) Ό,τι προέρχεται από κάπου: ιπί παν έβγαλμα ορισμό του Κύριο να ζήσει ο άνθρωπος Πεντ. Δευτ. VIII 3· β) δημιούργημα (πνευματικό): Ποίημα εστίν το έμπροσθεν κι έβγαλμα ’κ την Κορώνη| από τον Γιούστον τον σοφόν Ζήνου, Πρόλ. Πένθ. θαν.2 1· βλ. και βλαστάρι 1β· γ) φρ. έβγαλμα των χειλιών = λόγια: έβγαλμα των χειλιών σου να φυλάξεις και να κάμεις χαθώς έταξες του Κύριου του Θεού σου προαίρεμα, oς εσύντυχες με το στόμα σου Πεντ. Δευτ. XXIII 24. 6) (Θεολ.) απόρροια (Πβ. Lampe, Lex., λ. απόρροια B1b): τα εβγάλματά του (δηλ. του Χριστού) είναι εξαρχής και άνωθεν Χριστ. διδασκ. 33. — Βλ. και βγάλσιμο.
       
  • επιθυμία
    η, Διγ. (Trapp) Gr. 3378, Διγ. Z 3703, Βίος Αλ. 4243, Έκθ. χρον. 62, Κορων., Μπούας 125, Αχέλ. 1618, Ιστ. πατρ. 9919, Χίκα, Μονωδ. 120, 123, Σουμμ., Ρεμπελ. 189, Διγ. Άνδρ. 39620, 54735, Βελλερ., Επιστ. 62 δις, Μεταξά, Επιστ. 47, 48, Συναδ., Χρον. 43, Τζάνε, Κρ. πόλ. 10719, 2718, Νομοκ. 38812· απεθυμία, Ζήν. Δ΄ 305· απεθυμιά, Πιστ. βοσκ. I 3, 94· αποθυμία, Διγ. O 28· αποθυμιά, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [1068], Β΄ [283, 430], Γ΄ [317], Διγ. O 948, Μαρκάδ. 368· επεθυμία, Χρον. Μορ. P 4515, 5198, Θησ. (Foll.) I 7, Άνθ. χαρ. 2907, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 411, 412, 413 δις, 418, 419· επεθυμιά, Ριμ. κόρ. 641, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 75, 748, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 433, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [713], Ε΄ [32], Τζάνε, Κρ. πόλ. 3018, 40918, 45620· επιθυμιά, Ερωτοπ. 121, 136, Μαχ. 64816, Ch. pop. 786, 824, Σκλέντζα, Ποιήμ. 1210, Πένθ. θαν.2 533, 540, Πένθ. θαν. S 203, 530, Αχέλ. 641, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [499], Διγ. O 2462, Τζάνε, Φυλλ. ψυχ. Αφ. 18· 395· πεθεμιά, Τζάνε, Κρ. πόλ. 51125· πεθύμια, Ευρετ. Ερωτοκρ. 76940, Ζήν. Β΄ 302, Γ΄ 138· πεθυμία, Μαχ. 1411, 22024, 5286, Θησ. Πρόλ. 72, 76, Ζήν. Δ΄ 304, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 570, Φαλιέρ., Ενύπν. (v. Gem.) 39, Ευγέν. 631· πεθυμιά, Θησ. Πρόλ. 116, Γ΄ [78], I [674], Θησ. (Foll.) I 2, Ch. pop. 499, Ριμ. Απολλων. 36, Ιμπ. 931, Κορων., Μπούας 61, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 412, Φαλιέρ., Ενύπν. (v. Gem.) 56, Κυπρ. ερωτ. 510, 124, 2713, 533, 9032, 1023, 7, 10624, 11820, 1328, 1491, Πανώρ. Α΄ 188, 400, 437, Β΄ 123, 383, Ε΄ 109, Ερωφ. Α΄ 45, 376, Ε΄ 214, Πιστ. βοσκ. III 6, 53, Βοσκοπ. 351, Παλαμήδ., Βοηβ. 1174, Ερωτόκρ. Α΄ 331, 1160, 1297, Β΄ 1887, Γ΄ 1339, Δ΄ 198, 1027, Θυσ.2 720, Στάθ. (Martini) Α΄ 26, 321, Β΄ 30, Ιντ. κρ. θεάτρ. Β΄ 62,135, Ροδολ. Α΄ [336], Β΄ [150], Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [223, 270], Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [372, 748], Γ΄ [58], Δ΄ [392], Ε΄ [367, 1017, 1514, 1679], Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 272, Γ΄ 641, Δ΄ 380, Ε΄107, 179, 326, Ζήν. Α΄ 318, Β΄ 258, Μαρκάδ. 638, Τζάνε, Κρ. πόλ. 32416, 37122, 3925, 4345, 46618· ’πιθυμία, Διγ. Esc. 1526· ʼπιθυμιά, Χούμνου, Κοσμογ. 416, Κορων., Μπούας 125, Τζάνε, Κρ. πόλ. 20924· ’ποθυμιά, Ευγέν. 327.
    Το αρχ. ουσ. επιθυμία. Οι τ. αποθυμιά και επιθυμιά στο Βλαστού, Συνών., σ. 178. Οι τ. πεθυμία και ʼπιθυμία και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ σ. 724). Ο τ. ʼπεθυμιά και σήμ. στην Κρήτη (Ξανθουδίδη [Ερωτόκρ., σ. 660]. Βλ. και Ανδρ., Λεξ., λ. πεθυμιά και πιθυμιά. Η λ. και σήμ. (Πρωίας Λεξ.).
    1) α) Επιθυμία, λαχτάρα (Η σημασ. και σήμ., Πρωίας Λεξ.): Άναπτε όλος ως ιστιά εκ την απεθυμιάν του| το νίκος να ʼχει μετʼ αυτόν Θησ. Β΄ [663γιατί ʼχε ʼπεθυμιά πολλή γαμπρό να τονε κάμει Ερωτόκρ. Β΄ 1826· ολονυκτί να περπατώ μ’ όλην την συντροφιάν μου| διά να περάσω τους εχθρούς, ως έν’ η επιθυμιά μου Κορων., Μπούας 76· ενίμενε με πεθυμιά πότε να ξημερώσει Ερωτόκρ. Ε΄ 712· δε μπορούμε στη γλυκειά πατρίδα τη δική μας| να στρέψομε με πεθυμιά Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ΄ 9· φρ. έρχομαι εις επιθυμίαν = βλ. ά. έρχομαι β) αυτό που επιθυμεί κανείς, το αντικείμενο της επιθυμίας (Η σημασ. και σήμ.): να κόψω το κεφάλιν του κι εδώ να σας το φέρω,| να επάρω το κοράσιον κι εδώ να σας το φέρω,| να επάρω την πεθυμίαν σας κι εσείς μη κουρασθείτε Διγ. (Trapp) Esc. 1517· γ) έντονη επιθυμία· ζήλος, ενθουσιασμός· ενδιαφέρον: Ετρέξαν (ενν. η αρμάδα) με πολλήν χαράν, με πεθυμιά γεμάτος| να πολεμήσει τον εχθρόν, αμ’ ήτονε φευγάτος Τζάνε, Κρ. πόλ. 3283· ο γενεράλες ήλεγε όλοι ν’ αντισταθούσι,| με πεθυμιάν αμέτρητη πασένας ογιά να ’χει Τζάνε, Κρ. πόλ. 2985· εκείνος που παιδεύγετο, η πεθυμιά ντου σβήνει| και την δουλειάν οπού ’ρχισεν ακάμωτην αφήνει Ερωτόκρ. Α΄ 1171· ήρξατο να δημηγορεί κι όλοι μ’ επιθυμίας| τους λόγους του ηκούσασι Κορων., Μπούας 67· δ) ανυπομονησία, αγωνία: Οι φυλακωμένοι οπού με μεγάλην επιθυμίαν έστεκαν διά να αγροικήσουν … από τους ανθρώπους οπού έπεμψαν να μιλήσουν του αφεντός το τι απόκριση επήραν Σουμμ., Ρεμπελ. 189· ε) ακόρεστη επιθυμία, απληστία: Όλα σχεδόν τα χρήματα του κόσμου ν’ απολαύσουν,| πάλι από την επιθυμιάν αδύνατο να παύσουν Πένθ. θαν.2 530· οι φιλάργυροι, όσον και πλέο κερδίζουν,| του πλούτου την επιθυμιάν ουδέν την εμποδίζουν Πένθ. θαν.2 532· Άνδρα, γυναίκα, ως βλέπομεν, δεν βούλεσαι ν’ αφήσεις.| Έφας πολλούς και χόρτασε κι ας παύσει η επιθυμιά σου Πένθ. θαν.2 203. 2) α) Ερωτική επιθυμία, πόθος (Η σημασ. και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμα, Παπαδ. Α., Λεξ.): Ετούτ’ η τόση πεθυμιά μου φέρνει σα λαχτάρα| κι ως θυμηθώ πως τραγουδεί, μου ’ρχεται λιγωμάρα Ερωτόκρ. Α΄ 691· διά την πορνειά πάγ’ η ψυχή χαημένη· μόνον διά κάποια ηδονήν, μιας ώρας πεθυμία,| … θε να βρίσκεστε εις τόσην αμαρτία Βεντράμ., Γυν. 191· Στο γεροντίστικον κορμί ετούτο οπ’ ασπρίζει| παρά ποτέ η πεθυμιά του πόθου πρασινίζει Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1362]· Όρισα δε να γδύσουσι γυναίκα να του πάσι· φόρις να έλθει ’ς πεθυμιά και να την αγκαλιάσει Αλεξ. 1588· β) (προκ. για γυναίκα) ποθητή, αγαπημένη: μετ’ αυτόν ανέβηκε εκείν’ η πεθυμιά του,| Ιππόλυτα ευγενική Θησ. Β΄ [224την Μαργαρώνα την χρυσήν και την επεθυμιά μου Ιμπ. (Legr.) 942· ως προσφών.: ψυχή μου,| … επιθυμιά μου, Φλώριε, καρδιά μου Φλώρ. 1017· γιάντα κι εσύ την όργητα δεν παύεις,| πεθυμιά μου; Πανώρ. Β΄ 263. 3) α) Αγάπη: Αγαπημένε μου αδελφέ, … ευρίσκω, απήν σ᾽ επλήγωσε της θλίψης το μαχαίρι (παραλ. 2 στ.), με πεθυμιά δυο πράματα να σου χρωστεί η φιλιά μου Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.)β) το αντικείμενο της αγάπης, αυτό που αγαπά κανείς: Να ζεις, να ζεις, αξάδερφε, παντά ’σαι η πεθυμιά μου Ζήν. Α΄ 202. 4) (Πιθ.) θέληση: Περίτου δύσκολη ζωγή καμιά δεν ένι| σαν κείνους όπου γδέχουνται τό πεθυμούσιν| και γδέχονται με ’πεθυμιάν να κατινούσιν Κυπρ. ερωτ. 733. 5) Έκφρ. μ᾽ όλην την πεθυμιά (μου, σου, κλπ.) = ολόψυχα: Ανίσως κι ευλαβείς ποτέ, αγιότατη θεά μου,| σ’ εθύμιασα, σ’ ελάτρευσα μ’ όλην την πεθυμιά μου Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [500].
       
  • λύσσα·
    η.
    Το αρχ. ουσ. λύσσα. Η λ. και σήμ.
    1) Η αρρώστια λύσσα: Ιατρικόν διά την λύσσαν Ιατροσ. 19 μετά στ. 62. 2) Μανία, παράφορη οργή, έχθρα: οι Τούρκοι τότ’ εσφίγγονταν κι εβλέπονταν, γιατ’ ήσαν| ζημιωμένοι πάντοτε κι είχαν μεγάλην λύσσαν Αχέλ. 1565· εκείνοι (ενν. οι εχθροί οι άπιστοι) απο την λύσσαν| ένα σακκούλι μπόλπερη στο φως τον τ’ απολύσαν (ενν. τον καβαλάρη) Αχέλ. 2098. 3) Σφοδρή επιθυμία, μανία για κ.: η λύσσα της φιλαργυρίας Μαχ. 5249· εκ την φιλαργυρίαν τους και του χρυσού την λύσσαν Πένθ. θαν. S 372· με το να έχει (ενν. ο παπα-Σκαρλάτος) την λύσσαν της πορνείας άφησεν την παπαδιά του Συναδ., Χρον. 36· (συνεκδ.) ερωτική επιθυμία: όλες τες εμίσα| και ύστερα διά ταυτές τον έπαιρνεν η λύσσα Τριβ., Ρε 340.
       
  • νεκρώ.
    Το μτγν. νεκρόω.
    I. (Ενεργ.) νεκρώνω, θανατώνω· (μεταφ.): δράμε προς τα ύδατα ... (παραλ. 1 στ.) των προφητών και του Χριστού και θείων αποστόλων (παραλ. 1 στ.), ανακαινίσου ʼκ των γραφών, νέκρωσον αμαρτίας Φυσιολ. (Legr.) 106. IΙ. (Μέσ.) γίνομαι νεκρός, πεθαίνω· (μεταφ.) καταπνίγω, απονεκρώνω τις σαρκικές επιθυμίες: μόνῳ τῳ θελήματι εκυβερνούσαν ζώντες| υπακοῄ νεκρούμενοι ώσπερ αποθανόντες Πένθ. θαν. S 373. Η μτχ. παθητ. παρκ. ως επίθ. = εξουθενωμένος, συντριμμένος: Δένει τα χέρια (ενν. ο Ιωάννης), προσκυνά την Κεχαριτωμένην| και με καρδίαν και με ψυχήν, λέγω, νενεκρωμένην| λέγει: «Μαρία ταλαίπωρε, ...| επιάσασιν το τέκνον σου ... » Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 286.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης