Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 41 εγγραφές  [0-20]

  Βιβλ.αναφορά : Ο γεννηθείς νεώτερος …

  • κακοπαθαίνω. 
    Διήγ. Αλ. V 40, Ο γεννηθείς νεώτερος … φ. 147v, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 130v, Παλαμήδ., Βοηβ. 1002.
    Από το κακοπαθώ. Η λ. στο ποντιακό ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. κακοπαθάνω) και σήμ.
    Ταλαιπωρούμαι, βασανίζομαι, υποφέρω: πολλά κακοπαθαίνουσιν, πέφτουν εις δυστυχίαν Αιτωλ., Μύθ. 124. — Βλ. και ά. κακοπαθώ.
       
  • κακοσύμβουλος 
    ο, Ο γεννηθείς νεώτερος … φ. 145v.
    Η λ. σε Γλωσσάρ. (L‑S).
    Αυτός που συμβουλεύει το κακό: Ουκ ώφειλεν ταύτα λέγειν, αλλ’ ουν από κακοσυμβούλων ανδρών λέγει ταύτα Ελλην. νόμ. 55923.
       
  • καλοπρόσωπος, 
    επίθ., Χρον. Τόκκων 1125, 1519, 3475, Ο γεννηθείς νεώτερος … φ. 145v, 149.
    Η λ. σε σχόλ. (L‑S).
    Που έχει ωραίο πρόσωπο, όμορφος: Είς καβελάρης ευγενἡς ορμώμενος εκ Ρώμης| ανδρείος καλοπρόσωπος Φλώρ. 2.
       
  • καλόφθαλμος, 
    επίθ., Ερμον. Η 30. Ο γεννηθείς νεώτερος … φ. 149, 150.
    Το μτγν. επίθ. καλόφθαλμος (Steph., Θησ.).
    Που έχει ωραία μάτια: ω καλόφθαλμη κυρία Ερμον. Η 20.
       
  • κοντόπλατος,  
    επίθ.· κοντοπίπλατος, Ερμον. Ε 2.
    Από τα επίθ. κοντός και πλατύς. Ο τ. πιθ. με αναδίπλωση μιας συλλαβής εσωτερικά από μετρ. βιασμό.
    Κοντόχοντρος: Ο γεννηθείς νεώτερος εν καιρῳ ζωδίου του κριού έστιν κοντόπλατος Ο γεννηθείς νεώτερος … φ. 144.
       
  • κόξα  
    η, Κυνοσ. 59715, Ο γεννηθείς νεώτερος … φ 151ν.
    Το λατ. coxa. Η λ. τον 7. αι. (Lampe, Lex.), στη Σούδα και σήμ. σε ιδιώμ. (Andr., Lex. και Παπαδ. Α., Λεξ.).
    1) Γοφός: την αρματωσά στην κόξα όπου βάνεις Πανώρ. Β΄ 110 κριτ. υπ.· (μετων.· πβ. Eideneier [Σπανός σ. 302 ]): το υπέρπυρον, τό εκράτεις αρραβώνα,| κρατείς το εις την κόξαν σου Πουλολ. (Τσαβαρή) 151·· Έδωκας, κυρ ’γούμενε, ... τον κελάρην ... κλειδίν εις την κόξαν του Σπανός (Eideneier) A 344. 2) Το πίσω μέρος του γόνατος, γόνατο: κι εσπρίσασιν τα γένια του κι οι κόξες του κυρτάνα·| η ηλικιά του στράβωσε Γεωργηλ., Θαν. 423.
       
  • κόρη  
    η, Ασσίζ. 3792, Διγ. (Trapp) Esc. 1399, Βέλθ. 571, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 149, Λίβ. Sc. 1272, Αχιλλ. O 45, Ιμπ. 48, Μαχ. 60617, Πεντ. Δευτ. XXXII 10, Αχέλ. 234, Ch. pop. 256, Πανώρ. Β΄ 343, Ερωφ. Ιντ. γ΄ 65, Κατζ. Α΄ 306, Διγ. Άνδρ. 37416, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 633, Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 307, Διγ. O 760, Τζάνε, Κρ. πόλ. 57320, κ.π.α.
    Το αρχ. ουσ. κόρη. Η λ. και σήμ.
    1) α) Κορίτσι, κοπέλα· αρχοντοπούλα: να πω τά κάμαν και τά φέρα| ’ς μια κόρη κι έναν άγουρο που μπερδεύτηκα ομάδι| σε μια φιλιάν αμάλαγη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 9· Κόρη, μην είσαι έτσι άπονη Πανώρ. Β΄ 337· ο ρήγας ο πατήρ της| εις το κελίν εσέβηκεν της κόρης Μαργαρώνας Ιμπ. 274· β) παρθένα: όταν εμονομάχησες την Μαξιμούν την κόρην Διγ. (Trapp) Esc. 1574· (προκ. για την Παναγία): Ταύτα δε ολοφυρόμενος εβόα προς την Κόρην:| «Πού νυν απαίρεις, δέσποινα, θεοτόκε Μαρία;» Παϊσ., Ιστ. Σινά 214· γ) νέα γυναίκα· νεαρή σύζυγος: συν τῃ συζύγῳ τῃ καλῄ, τῃ κόρῃ τῃ Χρυσάντζᾳ Βέλθ. 21· χήραν κόρην αγαπήσει Ο γεννηθείς νεώτερος … φ. 145· δ) η αγαπημένη: θαρρώ και να ’ν’ η κόρη μου — τώρα το νου μου χάνω.| Πρόβαλε, κορασίδα μου, πρόβαλε, πεθυμιά μου Κατζ. Β΄ 156. 2) Θυγατέρα: Χρυσάντζα, κόρη του ρηγός Βέλθ. 833. 3) Η κόρη του ματιού: Εσένα, φως μου, φύλαξα ως κόρην οφθαλμού μου Διγ. A 4487· Φύγε ...| μήπως το ακούσει ο βασιλεύς και εβγάλει σου τας κόρας Πουλολ. (Τσαβαρή) 376.
       
  • κρυπτός͵ 
    επίθ., Σπαν. A 56, Σπαν. B 269, Κομν., Διδασκ. Δ 331, Σπαν. P 3, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 60, Καλλίμ. 2248, Ορνεοσ. αγρ. 54625, Διγ. Z 692, Διγ. (Trapp) Esc. 308, Σωσ. 49, Σκλέντζα, Ποιήμ. I39, Διγ. Άνδρ. 33613, Αλφ. (Mor.) IV 52· κρυφτός, Κυπρ. ερωτ. 11513.
    Το αρχ. επίθ. κρυπτός. Ο τ. στο Βλάχ. και σήμ. (Ανδρ., Λεξ., λ. κρυφτός).
    α) Κρυμμένος, μυστικός· β) που βρίσκεται βαθιά: Εάν έχει (ενν. ο ιέραξ) κρυπτήν κόρυζαν, η κεφαλή αυτού εξωγκωμένη εστί Ορνεοσ. αγρ. 5506. Το ουδ. ως ουσ. = α) το μη φανερό: Έστι και τοίνυν ο Θεός ο τα κρυπτά γινώσκων Διγ. Z 3729· Ως γνωριστής των φανερών και των κρυπτών προφήτης| τον λογισμόν του εγροίκησε και το κρυπτόν του εδίτις Σκλέντζα, Ποιήμ. 140· β) τα απόκρυφα μέρη του σώματος: Σημείον έχει επί του προσώπου και επί του τραχήλου και επί του κρυπτού Ο γεννηθείς νεώτερος … φ. 145. έκφρ. εν κρυπτῴ = στα κρυφά: μέχρι τίνος εν κρυπτῴ τας ηδονάς τρυγώμεν; Καλλίμ. 2102.
       
  • λαγόφθαλμος, 
    επίθ.
    Το μτγν. επίθ. λαγώφθαλμος.
    Που τα μάτια του στο σχήμα μοιάζουν με του λαγού: Ο γεννηθείς νεώτερος εν καιρῴ ζωδίου του διδύμου … έσται λαγόφθαλμος, περίχαρος Ο γεννηθείς νεώτερος …φ 146ν.
       
  • λειτουργώ, 
    Χρον. Μορ. H 767, 5965, 6173, 7798, Byz. Kleinchron. A 9847, 6329, 6624, Μαχ. 408, 54618, Κορων., Μπούας 56, 69, Αρσ., Κόπ. διατρ. [96], Παϊσ., Ιστ. Σινά 1324, 1824, 1924, 2178, Αλφ. 1070, Κατά ζουράρη 112, Ιστ. Βλαχ. 2202, Διήγ. ωραιότ. 223, 242, 246, 255, 671, Τζάνε, Κρ. πόλ. 23114· λειτρουγώ, Θρ. πατρ. 62, Διήγ. ωραιότ. 361· λουτειργώ· λουτρουγώ, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 4564.
    Το αρχ. λειτουργώ. Η λ. και σήμ.
    I. Ενεργ. Α´ Αμτβ. 1) α) Τελώ το μυστήριο της θείας ευχαριστίας, ιερουργώ: όταν ελειτούργα κι ύψωνεν τα άγια ο πατριάρχης,| με δύναμης τα άρπαζαν (ενν. οι Σαρακηνοί) κι ερίχτασίν τα κάτω Χρον. Μορ. P 14· Περί λειτουργίας του αρχιερέως, ότι δεν λειτουργά μόνος του ωσάν παπάς, αλλά μετά διακόνου Βακτ. αρχιερ. 162· έβγαλαν το όνομα του πάπα από τα δίπτυχα, διότι … λειτουργά με άζυμον άρτον Ροδινός (Βαλ.) 149· λειτουργήσοσιν ομού μνημόσυνον των γονέων αυτού Έκθ. χρον. 758· β) ενεργώ, φροντίζω να πραγματοποιηθεί θεία λειτουργία και μετέχω σ’ αυτήν: οι Τούρκοι …| … εθαυμάζασι …| το πώς δεν εσκοτώθηκα ’πού του πασά τη χέρα,| μου ’πανε για να λειτουργώ εκείνη την ημέρα Τζάνε, Κρ. πόλ. 2268· πάμε να λειτουργήσομεν στον άγιον Ηλίαν| και ύστερα να πάγομεν κάτω στην Παναγίαν Διήγ. ωραιότ. 625· Ο δε ληγάτος … όρισεν καί εποίκαν παρακάλεσες εις τον Θεόν και ελειτονργήσαν εις το όνομα της αγίας Τριάδος Μαχ. 15217. Β´ Μτβ. 1) (Προκ. για το Θεό ή για άγιο) τιμώ με θεία λατρεία: τους ακούει ο Θεός, ότι τον λειτουργούσιν Ιστ. Βλαχ. 1847· Ορκίζω σε εις [τους] κδ΄ ιερείς τους λειτουργούντας τον θρόνον και το μέγα όνομαν τον Θεού Σταφ., Ιατροσ. 1831· Η γεννηθείσα κόρη εν καιρῴ ζωδίου του σκορπίου … ας λειτουργεί την αγίαν Άνναν Ο γεννηθείς νεώτερος … 151. 2) (Προκ. για εκκλησία) ανοίγω την εκκλησία για να τελεσθεί θεία λειτουργία: να λειτουργούν τες εκκλησιές παπάδες αλλαμένοι Θρ. Κύπρ. M 116· οι άγιοι Δέκα πάσινε και πλιό δε λειτουργούνται Τζάνε, Κρ. πόλ. 55425· περί εκκλησίας οπού να μην λειτουργηθεί ημέρας μ΄ Βακτ. αρχιερ. 152. 3) (Προκ. για πρόσφορο) που έχει «διαβαστεί»: Έπαρον προσφοράν λειτουργημένην και γράψον εις αυτήν Σταφ., Ιατροσ. 10265. 4) Τελώ θρησκευτική ακολουθία: εις την μητρόπολιν όλοι μαζί οι ιερείς και ελειτουργούσαν τέσσερες και πέντε δέησες ολονύκτιον Συναδ., Χρον. 69. 5) (Προκ. για μη χριστιανική θυσία) εκτελώ: Κύριέ μου,| τας θυσίας μου τελείας| ελειτούργων προς εσένα Ερμον. Η 145. IΙ. (Μέσ.) προσέρχομαι και μετέχω στη θεία λειτουργία: Σαράντ’ αγίοι, βουθάτε μου να φύγω από το Χάρο| και να ’λθω να λειτουργηθώ και τάμα να σας πάρω Αλφ. 1070· θάρρειεν να λειτουργηθεί μέσ’ στην Αγιάν Σοφίαν Σταυριν. 1144.
       
  • λυπόματος, 
    επίθ., Ο γεννηθείς νεώτερος … φ. 144, 145.
    Από τα ουσ. λύπη και μάτι.
    Που έχει λυπημένα μάτια: Η γεννηθείσα κόρη … έσται φρόνιμος. Λυπόματος Ο γεννηθείς νεώτερος … φ. 144v.
       
  • μακροδάκτυλος, 
    επίθ., Ο γεννηθείς νεώτερος … φ. 145.
    Η λ. στον Αριστοτέλη και σε δημ. τραγ. (Κυπρ. άσμ. 624) στον τ. μακροδάχτυλος.
    Που έχει μακριά δάκτυλα: ο πετρίνης οφείλει είναι … μακροδάκτυλος Ορνεοσ. 57723.
       
  • μαχρότριχος, 
    επίθ.
    Από το επίθ. μακρός και το ουσ. τρίχα.
    Που έχει μακριές τρίχες, μακρομάλλης: Ο γεννηθείς νεώτερος εν καιρῴ ζωδίου του κριού έστιν … μακρότριχος Ο γεννηθείς νεώτερος … φ. 144.
       
  • μακρυτράχηλος, 
    επίθ.
    Από το επίθ. μακρύς και το ουσ. τράχηλος.
    Μακρολαίμης: Ο γεννηθείς νεώτερος εν καιρῴ ζωδίου του λέοντος έσται … μακρυτράχηλος Ο γεννηθείς νεώτερος … φ. 147.
       
  • μανιακός, 
    επίθ., Λίβ. P 714, 2271, Θησ. Ζ΄ [234], Ο γεννηθείς νεώτερος …φ. 146v.
    Η λ. σε Γλωσσάρ. (L‑S) και σήμ.
    Παράφορος, τρελός· μανιώδης: ως το λονταρόπουλον που η πείνα το κεντάγει| και γίνεται πλέον μανιακό και πλέον εξαγριωμένο Θησ. (Foll.) I 43· άφες το να θυμώνεσαι, [ου] δεν αρμόζει ευγενίδα·| άφες το να είσαι μανιακή κατά του ποθητού σου Λίβ. P 1397. Το ουδ. ως ουσ. :μανία, τρέλα: μετέπεσεν εις ήμερον, το μανιακόν αφήκεν Λίβ. P 2271.
       
  • μαστός 
    ο, Φυσιολ. (Offerm.) M 14113· μασθός, Φυσιολ. (Offerm.) G 14014, Σταφ., Ιατροσ. 16453-4, Διγ. Z 3597, 3697, Ερμον. Β 259, Χρησμ. VI 17, Χρησμ. (Βέης) 1315, Δούκ. 3677, Ο γεννηθείς νεώτερος … φ. 144ν, 180ν, Βίος αγ. Νικ. 63, Αποκ. Θεοτ. (Pern.) 252.
    Το αρχ. ουσ. μαστός. Ο τ. μασθός μτγν. (Πβ. και Καραγιάννη, Διγενής 158). Η λ. και σήμ.
       
  • μεγαλόφθαλμος, 
    επίθ.
    Η λ. στον Αριστοτέλη.
    Που έχει μεγάλα μάτια: Ο γεννηθείς νεώτερος εν καιρῴ ζωδίου του ιχθύος έστιν … μεγαλόφθαλμος Ο γεννηθείς νεώτερος … φ. 152v.
       
  • μελισσογένης,  
    επίθ.
    Από το επίθ. *μελισσός (Για τη λ. βλ. Andr., Lex., Rohlfs, Et. Wört. 324, Χατζιδ., ΜΝΕ A΄ 148) και το ουσ. γένι(ν).
    Που έχει γένια καστανόξανθα ή κοκκινωπά στο χρώμα της μέλισσας ή του μελιού: Ο γεννηθείς νεώτερος εν καιρῴ ζωδίου του ταύρου έσται … μελισσογένης Ο γεννηθείς νεώτερος … φ 145.
       
  • μελισσόθριξ,  
    επίθ., Ο γεννηθείς νεώτερος … φ. 152ν· μελισσίθριξ, Ο γεννηθείς νεώτερος … φ 147.
    Από το επίθ. *μελισσός (βλ. ά. μελισσογένης, ετυμολ.) και το ουσ. θριξ. Η λ. στο Steph., Θησ.
    Που έχει μαλλιά καστανόξανθα ή κοκκινωπά στο χρώμα της μέλισσας ή του μελιού: Ο γεννηθείς νεώτερος εν καιρῴ ζωδίου του υδροχόου έστιν μελισσόθριξ Ο γεννηθείς νεώτερος … φ 152.
       
  • μελισσοπώγωνος,  
    επίθ.· μελισσοπούγουνος, Ο γεννηθείς νεώτερος … φ 152v.
    Από το επίθ. *μελισσός (Βλ. ά. μελισσογένης, ετυμολ.) και το ουσ. πώγων.
    Που έχει γένια καστανόξανθα ή κοκκινωπά στο χρώμα της μέλισσας ή του μελιού: Ο γεννηθείς νεώτερος εν καιρῴ ζωδίου του τοξότου … Έστιν ιεροκομύτης, μελισσοπώγωνος Ο γεννηθείς νεώτερος … φ 149v.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης