Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- αθερίνα
- η, Προδρ. (Hess.-Pern.) III 160 (χφφ gSA) (κριτ. υπ.), Ακ. Σπαν. (Legr.) 3065-66, Πουλολ. (Ζώρ.) Z 250, Πουλολ. (Krawcz.) 344, Οψαρ. (Krumb.) 36120, Διήγ. παιδ. (Wagn.) 630 (η αιτιατ. πληθ. αθερινάς από μετρ. αν.).
Το αρχ. ουσ. αθερίνη. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Είδος μικρού ψαριού, αθερίνα: Ακ. Σπαν. (Legr.) 3065-66, Πουλολ. (Krawcz.) 344.
ανάθεμα(ν)- το, Προδρ. (Hess.-Pern.) III 325n (κριτ. υπ.), IV 19, 20, 64a (χφ g) (κριτ. υπ.), 65, 89a (χφ g) (κριτ. υπ.), Ανακάλ. (Κριαρ.) 9, Βέλθ. (Κριαρ.) 44, Ακ. Σπαν. (Legr.) 286, 2829, 42, 32119, 120, 34185, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 826, Οψαρ. (Krumb.) 36243δις, Αχιλλ. (Haag) L 1323δις, Αχιλλ. (Hess.) L 1303δις, Αχιλλ. (Hess.) N 1667δις, Μαχ. (Dawk.) 22221, 67211, Δούκ. (Grecu) 31714, Θησ. (Βεν.) Γ΄ [37], E΄ [717], H΄ [835], Ch. pop. (Pern.) 53, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) X 10, Γεωργηλ., Θαν. (Legr.) 446, Ριμ. Απολλων. (Morgan) 1539, Κατζ. (Πολ. Λ.) B΄ 145, Γ΄ 291, Δ΄ 108, Πανώρ. (Κριαρ.) B΄ 523, Δ΄ 106, Πιστ. βοσκ. (Joann.) III 2, 123, Βοσκοπ. (Αλεξ. Στ.) 273, Σταυριν. (Legr.) 1161, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 1869, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 172, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) A΄ 399, 657, 861, 1512, B΄ 569, 651, Γ΄ 107, 223, 1177, 1196, Δ΄ 84, 213, 600, 1846, 2009, E΄ 988, Ευγέν. (Vitti) 1222, 1380, Στάθ. (Σάθ.) A΄ 61, 75, B΄ 33, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 37, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Γ΄ [1403], Φορτουν. (Ξανθ.) Α΄ 151, Β΄ 383, Γ΄ 285, Δ΄ 210, Άσμα πολ. (Ψιλ.) 359, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 22723, 40424, 25· ’νάθημα, Προδρ. (Hess.-Pern.) IV 89 (χφ C) (κριτ. υπ.).
Το μτγν. ουσ. ανάθεμα. Η λ. και σήμ. κοιν. και στα ιδιώμ. (ΙΛ). Στους Βυζ. και σύνθ.: κατανάθεμα και παντανάθεμα. Πβ. το ρ. ανατίθημι (Ψευδο-Σφρ. (Grecu) 18631).
1) Αναθεματισμός (όπως και σήμ.) (Πβ. L‑S στη λ. II, Sophocl. στη λ. 2 και ΙΛ στη λ.1. Βλ. και Κουκ., ΒΒΠ Γ΄ 326 κε., Αμίλκας Αλιβιζάτος, Θρησκ. και ηθ. εγκυκλοπ. στη λ.): συν τοις ηγουμένοις και πνευματικοίς ... το ανάθεμα εξεβόησαν Δούκ. 31714· Κορίσκη, με τ’ ανάθεμα, νά ’σαι καταραμένη Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [1403]. Ιδιάζουσες χρήσεις α) με δοτ. προσώπου, με αιτ. προσώπου ή πράγματος, με εμπρόθετο προσδιορισμό και αναφ. πρόταση, για να δηλωθεί ότι κάποιος είναι άξιος κατάρας ή αποστροφής (Πβ. ΙΛ στη λ. 1α): ανάθεμά με, βασιλεύ, και τρις ανάθεμά με Προδρ. ΙV.89a (χφ g) (κριτ. υπ.)· ανάθεμά σε, έρωτα, τυφλέ, ’πίβουλε, ψεύτη Ερωτόκρ. A΄ 399· ανάθεμά μοι, Βέλθανδρε, αν εγώ σε κρατήσω Βέλθ. 44· ανάθεμα όσοι κλαίσι Πανώρ. Δ΄ 106· β) με αιτ. για να δηλωθεί άρνηση: Μ’ ανάθεμά την τη χαρά που ’δε την ώρα κείνη Ερωτόκρ. A΄ 861· Μ’ ανάθεμα το διάφορο, των τραγουδιώ το πλούτος Ερωτόκρ. A΄ 1512. 2) (Τόπος καταραμένος) καταστροφή που την έφερε μια κατάρα (Πβ. Παπαδ. Α., Αθ. 46, 1935, 205-8, και ΙΛ στη λ. 2. Η σημασ. και στο Θεοφ., Χρον. (De Boor) 4427): Έρκομαι ακ τ’ ανάθεμα κι εκ το βαρύν το σκότος Ανακάλ. 9· Σύρε να πας στ’ ανάθεμα Θησ. H΄ [835]. Η λ. και ως τοπων. ήδη από τα μτγν. χρόνια.
ανεψιός- ο, Τρωικά (Praecht.) 52914, Σπαν. (Hanna) A 4, Οψαρ. (Krumb.) 36114, Έκθ. χρον. (Lambr.) 4627, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 89, 128, Λίμπον. (Legr.) Επίλ. 60, Πρόλ. άγν. κωμ. (Morgan) 36, 41· ανεψίος, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 3251, 3256, 3362, 6489, 7188, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 3362, 6782, 7220· ανέψιος, Λίβ. (Lamb.) Sc. 3199· ανιψιός, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 7188, Μαχ. (Dawk.) 6017, 943, 11231, 3047, 61834· ανιψίος, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 6775, Βουστρ. (Σάθ.) 426, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 5333, 584, 10832, 13727· ανιψός, Αχέλ. (Pern.) 2400, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Β΄ 245, Δ΄ 1257, 1569, 1820.
Το αρχ. ουσ. ανεψιός. Ο τ. ανιψιός με προληπτική αφομοίωση. Για τον τ. ανεψίος βλ. Χατζιδ., ΕΕΠ 12, 1915 /6, 14-5. Ο τ. ανέψιος και στο Du Cange, λ. ανεψιαδός. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. ανιψιός).
1) Εξάδελφος (Η σημασ. αρχ. και σήμ. στην Κύπρο, Χατζ., Διασπ. 239, ΙΛ, λ. ανιψιός 1): Έφερε χαρτία απέ τον ρήγαν της Φραγκίας του ανιψιού του εις τον αγιότατον πάπαν Ινοκέντιον Μαχ. 943. 2) Ανιψιός (Η σημασ. ήδη στον Πορφύριο, Bailly, Dictionn. gr.-fr. στη λ. 2 και σήμ., ΙΛ, λ. ανιψιός 2. Βλ. και Κουκ., Ευστ. Λαογρ. Β΄ 261): να αφήσει θείον και ανιψίον να πολεμήσουνε Χρον. σουλτ. 584. —Συνών.: αδελφόπαις, αδελφοτέκνι, αδελφότεκνος.
ανθυπατεύω,- Πωρικ. (Ζώρ.) A 1, Οψαρ. (Krumb.) 3611.
Το μτγν. ανθυπατεύω.
Είμαι ανθύπατος (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S· για τον τίτλο βλ. Stein, B-NJ 1, 1920, 372-3 και Bréhier, Les institutions de l’empire byzantin 77, 100, 109, 117, 223, 228): Βασιλεύοντος του πανενδοξοτάτου Κήτου και ανθυπατεύοντος του περιβλέπτου Δελφίνου Οψαρ. 3611.
Αντακόσκυλος- ο, Οψαρ. (Krumb.) 36229-30.
Οψαρ. (Krumb.) 36229-30.
αστακός- ο, Προδρ. III 275, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1838· ’στάκος, Οψαρ. 36118· ’στακός, Σταφ., Ιατροσ. 360, Προδρ. III 275 (χφ. g) (κριτ. υπ.).
Το αρχ. ουσ. αστακός. Για τον αναβιβ. του τόνου στον τ. ’στάκος βλ. Krumb. (Οψαρ. σ. 370). Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Θαλάσσιο μαλακόστρακο (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. I και σημερ., ΙΛ): ιχθύν γάρ ουκ εσθίουσιν, άναξ, ποσώς εν τούτοις| ειμή ψωμίτσιν, αστακούς και αληθινά παγούρια Προδρ. III 275· (προσωποπ.): Ο δε βασιλεύς Κήτος προς τους παρεστώτας έφη: Σεβαστέ Στάκε και Θύννα και Βόσκανε Οψαρ. 36118.
Βαλσαμέχουμνος- ο· Βαρσαμέχουμνος, Οψαρ. 36119.
Προσωποπ. του ουσ. βαλσαμέχουμνος (ουσ. βάλσαμος και χούμνος).
βασιλεία- η, Τρωικά 5288, Σπαν. A 152, Προδρ. III 425, Μανασσ., Χρον. 3295, 6160, Ελλην. νόμ. 5388, Διγ. Z 2313, 2414, Βέλθ. 802, 989, Χρον. Μορ. H 1231, 1552, 3059, 4259, 6454, Ορισμ. Μαμελ. 9721, Οψαρ. 3619, Πτωχολ. N 264, 672, Φλώρ. 114, 1536, Πανάρ. 6118, Λίβ. Sc. 3231, Αχιλλ. N 649, Θρ. Κων/π. Πολλ. 2488, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 368, Παρασπ., Βάρν. C 94, Θησ. (Foll.) I 40, Θησ. Β΄ [126], Γ΄ [628], Χούμνου, Π.Δ. VII 92, Νεκρ. βασιλ. 132, Έκθ. χρον. 41, 1112, 2824, 847, Κορων., Μπούας 42, 53, Πένθ. θαν.2 580, 607, Βεντράμ., Φιλ. 92, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1045, Αιτωλ., Μύθ. 2814, Κώδ. Χρονογρ. 50, Χρον. 307, Χρον. σουλτ. 5318, 7910, 866, Ιστ. πολιτ. 617, 2622, 778, Ιστ. πατρ. 971, 1121, Αρσ., Κόπ. διατρ. σ. 372, Ερωφ. Ιντ. γ΄ 7, Ε΄ 247, Παλαμήδ., Βοηβ. 1108, Σταυριν. 1284, Ιστ. Βλαχ. 1335, 2762, 2828, Έγγρ. του 1630 (Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 7, 1968, 5219), Διγ. Άνδρ. 3648, Βελλερ., Επιστ. 55, Συναδ., Χρον. 38, Αλεξ. 617, Αποκ. Θεοτ. II 122, Βακτ. αρχιερ. 209, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. γ΄ 17, Διακρούσ. 1165, 11914, κ.π.α.· βασιλειά, Βέλθ. 149, Χρον. Μορ. H 3455, Πουλολ. Αθ. 473, Φλώρ. 163, Απολλών. 215, 343, Αχιλλ. N 159, Μαχ. 29424, Γεωργηλ., Βελ. 165, Απόκοπ. 299, 301, Πικατ. 119, Κορων., Μπούας 31, 34, 68, Δεφ., Σωσ. 343, 353, Πεντ. Γέν. X 10, Δευτ. XVII 18, Ερωφ. Β΄ 60, Ιντ. β΄ 159, Γ΄ 437, Ε΄ 624, Παλαμήδ., Βοηβ. 87, Ερωτόκρ. Δ΄ 1634, Ροδολ. Α΄ [82], Β΄ [330], Αλεξ. 37, 132, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. β΄ 75, γ΄ 13, Ζήν. Β΄ 110, Γ΄ 226, Δ΄ 348, Τζάνε, Κρ. πόλ. 57520, 22, κ.π.α.
Το αρχ. ουσ. βασιλεία. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) α) Η εξουσία του βασιλιά (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. Ι1 και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): παραδόντες την βασιλείαν προς Κωνσταντίνον Έκθ. χρον. 1112· Τούτος, καθώς έλαβε την βασιλείαν, πολλάς αδικίας και παρανομίας έκαμεν Χρον. 307· β) η κρατική εξουσία, οι εκπρόσωποι της κρατικής εξουσίας (Για τη σημασ. βλ. Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 7, 1968, 282): να δίνει τον κάθε χρόνον προς την βασιλείαν άσπρα 40 Έγγρ. του 1630 (Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 7, 1968, 5219)· να μηδέν ορμασθεί εάν μη έχει εξουσία παρά της βασιλείας Ελλην. νόμ. 5838· γ) έκφρ. θεία βασιλεία, άνω βασιλεία, ουράνιος βασιλεία = η βασιλεία των ουρανών (Βλ. L‑S στη λ. Ι1): Διακρούσ. 11914· Νεκρ. βασιλ. 132· Ιστ. Βλαχ. 2828. Βλ. και άνω 1ε· δ) (προκ. για τη δύναμη του Θεού· εδώ συνεκδ.) βοήθεια: η ψυχή παρακαλεί τον Θεόν να στείλει την βασιλείαν του, ήγουν την βοήθειάν του Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 401r. 2) Το αξίωμα του βασιλιά (Η σημασ. στον Αριστοτέλη, L‑S στη λ. Ι2): αρνείσαι συντροφιάν μας| και στέμμα και διάδημα και βασιλειάν και τ’ άλλα; Βέλθ. 149· όποιοι αγαπού και θέλουσι νά ’χουσι βασιλεία Ερωφ. Ιντ. γ΄ 7. Βλ. και βασιλίκι, ρηγάτο. 3) Το χρονικό διάστημα κατά το οποίο βασιλεύει κάπ. (Η σημασ. σε επιγρ. και μτγν., L‑S στη λ. III): ου επί της βασιλείας εποίησε παραίτησιν ο Μητροφάνης Ιστ. πολιτ. 778. 4) Βασιλική μεγαλειότητα (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. VI. Βλ. και Zakyth., Desp. 2, 76 και Καραγ., Βυζ. διπλ. 106 και 174): να είναι καλά η βασιλεία σου, δέσποτά μου βασιλεύ Διγ. Άνδρ. 3648· η βασιλεία δε η ση έχεις την εξουσίαν Βέλθ. 989. Βλ. και μεγαλοσύνη. 5) Έκφρ. το κράτος της βασιλείας ή της βασιλειάς (σε ένδειξη σεβασμού): Αφόν ορίζει, δέσποτα, της βασιλείας το κράτος Χρον. Μορ. H 4259· προσκυνούμεν το κράτος της βασιλειάς σου να μα(ς) συγχωρήσεις Μαχ. 29424· 6) Κυριαρχία: άρχισεν η των Ρωμαίων βασιλεία Θρ. Κων/π. Πολλ. 2488. Βλ. και αυθεντία 1α. Στον πληθ. Βασιλείαι = τίτλος τεσσάρων βιβλίων της ΠΔ (Η χρ. μτγν., L‑S στη λ. III): τα όσα γράφει η Βίβλος των Βασιλειών Διγ. Άνδρ. 39937.
βασιλεύω,- Κρασοπ. 62, 74, Παράφρ. Μανασσ. 288, Διγ. Z 194, 2749, Βέλθ. 1260, Πόλ. Τρωάδ. 60, Ερμον. Γ 246, Ω 33, 163, Βίος Αλ. 4077, Οψαρ. 3611, Φλώρ. 162, Πανάρ. 615, 646, Απολλών. (Wagn.) 50, Λίβ. Sc. 1268, Λίβ. N 2103, Αχιλλ. L 744, Αλφ. ξεν. 45, Χρησμ. (Βέης) 349, Φυσιολ. (Offerm.) M 157, Θρ. Κων/π. Πολλ. 24818, Δούκ. 1893, 32912, Σφρ., Χρον. μ. 989, Σκλέντζα, Ποιήμ. 414, Γεωργηλ., Θαν. 398, Αλεξ. 2107, 2113, Διήγ. Αλ. V 21 (τρις), Διήγ. Αγ. Σοφ. 1478, Έκθ. χρον. 811, Πικατ. 151, Σκλάβ. 242, Κορων., Μπούας 55, Πεντ. Γέν. XXXVI 31, Κώδ. Χρονογρ. 61 (δις), 68, Χρον. 311, Χρον. σουλτ. 13528, Ιστ. πολιτ. 371, 521, 636, Ιστ. πατρ. 811, 1909, Φαλλίδ. 109, Ιστ. Βλαχ. 1475, 2458 [= Γέν. Ρωμ. 82], 2687, 2695, Θρ. Κων/π. Βαρβ. 11, Διγ. Άνδρ. 35232, 3749, Βελλερ., Επιστ. 55, Παρθεν., Γράμμ. 228, Ευγέν. Πρόλ. 63, Ροδολ. Ε΄ [319], Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. α΄ [84], γ΄ [13, 85], Ε΄ [475], Ζήν. Β΄ 180, Ε΄ 177, Μαρκάδ. 35, Διγ. O 1237, Τζάνε, Κρ. πόλ. 2199, 54019, 5895, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 53, κ.α.· βασιλεύγω, Φαλιέρ., Λόγ. 161, Ερωφ. Γ΄ 273, Ερωτόκρ. Α΄ 1219, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. γ΄ 12, 64, Πανώρ. Δ΄ 292, Τζάνε, Κρ. πόλ. 43110, 57514.
Το αρχ. βασιλεύω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. βασιλεύω [I]).
1) α) Είμαι ή γίνομαι βασιλιάς (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. Ι1α και σήμ., ΙΛ, λ. βασιλεύω [I] 1α, β): Ακούσαντες δε ... ότι βασιλεύει νέος και άπειρος πολέμων Έκθ. χρον. 811· αν έχει σκήπτρο στη δεξιά και βασιλεύει Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. γ΄ [85]· Βασίλειον τον έβγαλαν, γιατί να βασιλεύσει| έμελλεν Διγ. O 1237· Αμή ο ρηθείς Σελίμης επονηρευέτονε και ήτονε ξάγρυπνος διά να βασιλέψει Χρον. σουλτ. 13528· (προκ. για το Χριστό) εξουσιάζω (Για τη σημασ. βλ. Lampe, Lex. στη λ. Β2α): δεν ξεύρουν ότι δύνασαι και ζεις και βασιλεύεις Ιστ. Βλαχ. 2687· β) (μτβ.) κυβερνώ, διοικώ κ. (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βασιλεύω [I] 1γ): βασιλεύγει (ενν. ο αδελφός) τώρα| τούτη την αξιαζομένη και μπορεμένη χώρα Ερωφ. Γ΄ 273· τσι πλανήτες κυβερνάς και τ’ άστρα βασιλεύγεις Πανώρ. Δ΄ 292· η τύχη χωρίς σκόταμα το Κάστρο βασιλεύγει Τζάνε, Κρ. πόλ. 43110· Εκείνος ο λογαριασμός όλα τα βασιλεύγει Ερωτόκρ. Α΄ 1219· βλ. και αυθεντεύω, αυταρχώ, αυτοκρατορώ, βασταίνω Α1β, βιγλίζω 2, κυβερνώ· η μτχ. βασιλεύουσα = η Κωνσταντινούπολη (Η σημασ. μτγν., Sophocl. στη λ. 1): η βασιλεύουσα των πόλεων παρεδόθη εις τας χείρας των Τούρκων Θρ. Κων/π. Πολλ. 24818· Ψυχή μου, ...| λυπήσου Πόλιν την βασιλεύουσαν Ιστ. Βλαχ. 2458 [= Γέν. Ρωμ. 82]. Βλ. και ασχολώ 2, βασιλίς, βασίλισσα δ. 2) Επικρατώ, κυριαρχώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βασιλεύω [I] 2α): τοις θεοίς ευχόμεθα ...| συ βασιλεύσεις επί γης και πάσης ταύτης άρξεις Βίος Αλ. 4077· Μάιος εβασίλευσεν εις άπαντας τους μήνας Διγ. Z 2749· η καλή βουλή εις όλους βασιλεύει Ιστ. Βλαχ. 1475· αλλ’ ουν εις όλα τα φυτά το κλήμα βασιλεύει Κρασοπ. 74. 3) Δύω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βασιλεύω [I] 6. Βλ. και Κριαρ., Αθ. 47, 1937, 79-93, Kriar., Revue Balkan. 6, 1938, 462-8, αλλά και Lindenburg, Πεπρ. ΙΒ′ ΔΒΣ 2, 1964, 385-9· πβ. και Σετάτο, Ελλην. 20, 1967, 250-3): τώρα που βασιλεύει| ο ήλιος από λόγου μας κι εις άλλα μέρη οδεύει Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [475]. βασίλευσεν ο ήλιος κι έφθασεν η εσπέρα Διγ. Z 194· Βασιλεύοντος του ηλίου έβαλεν σκοτίδι και εγίνηκεν νύκταν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 353r.
βάτος (II)- ο, Προδρ. III 404f (χφ CSA) (κριτ. υπ.), Οψαρ. 36120.
Το αρχ. ουσ. βάτος (L‑S, λ. βάτος B). Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. βάτος [II]).
Είδος ψαριού (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. βάτος B και σήμ., ΙΛ, λ. βάτος [II]): σπουδάζωσι να εύρωσι ψησσόπουλα ή βάτους Προδρ. III 404f (χφ CSA) (κριτ. υπ.)· ως προσωποπ.: Ρίνα και Βάτε Οψαρ. 36120.
βεστιάριον- το, Act. Lavr. 5968, 6061, Διγ. Z 2079, Οψαρ. 36118, Χρυσόβ. του 1364 σ. 34, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 75, 195, 270, 465, 681 κριτ. υπ., Χρον. στέψ. Μαν. Β′ 3, 45, 97· βιστάριον, Πωρικ. V 46, Διγ. A 2117· βιστιάριον, Πωρικ. S 1057, Διγ. (Trapp) Gr. 1660.
Το λατ. vestiarium (Βλ. L‑S Suppl.). Για το πράγμα βλ. Bréhier, Le monde byzantine B΄ 130-1 και 148-9. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. βεστιάριο). Για τον τ. βιστάριν βλ. όμως και Goossens, Byz. 22, 1952, 259-60.
1) α) Το σύνολο των ενδυμάτων, απαραίτητος ρουχισμός (Η σημασ. τον 9. αι., Lampe, Lex. στη λ. 2): βεστιάρια τιμητά πεντακοσίας λίτρας Διγ. Z 2079· β) είδος ενδύματος: βιστάριν έβαλα τερπνόν, καθάριον βαγδαΐτιν Διγ. (Trapp) Esc. 1422. Βλ. και βέστα. 2) Ιματιοθήκη· το σύνολο των ενδυμάτων: φορούντες επάνω των ιματίων αυτών υφάσματα χρυσά εκ του βασιλικού βεστιαρίου Χρον. στέψ. Μαν. Β′ 45. 3) Βασιλικό ταμείο, θησαυροφυλάκιο (Η σημασ. στον Πορφυρογ., Sophocl. στη λ. 2): πάσαν την αυτού περιουσίαν απήρε και εισήξεν εις το βεστιάριον αυτού Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 681 κριτ. υπ. Βλ. και βιαστήρι. 4) Κεντρική οικονομική υπηρεσία (Βλ. και Zakythinos [Χρυσόβ. του 1364 σ. 74] και Ahrweiler, Byz. et Mer 488): η βασιλεία μου και το θεοφρούρητον αυτής βεστιάριον Χρυσόβ. του 1364 σ. 34.
Βόσκανος- ο, Οψαρ. 36118.
Προσωποπ. είδους ψαριού (Βλ. Krumb. [Οψαρ. σ. 37]): Οψαρ. 36118.
βρομιάρης,- επίθ., Προδρ. III 207 (χφ g) (κριτ. υπ.), Ακ. Σπαν. 31110, 32122, Πουλολ. Z 29, Πουλολ. Αθ. 29, Πουλολ. 26· θηλ. βρομιαρέα, Προδρ. III 99, 205, Οψαρ. 36250.
Από το ουσ. βρόμα και την κατάλ. ‑ιάρης. Το θηλ. βρομιαρέα κατά το θηλ. των επίθ. σε ‑ύς (Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 263). Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. βρωμιάρις).
α) Που είναι βρόμικος, ακάθαρτος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βρωμιάρις 1): εβρόμισεν όλους με τα χνότα του ο βρομιάρης Ακ. Σπαν. 31110· β) το θηλ. ως ουσ. = βρόμα: από βρομιαρέας μη εγλύσεις, Τσίρε Οψαρ. 36250.
Γαλέα (II)- η, Οψαρ. 36228.
Προσωποπ. του ουσ. γαλέα (I): παρίσταντο γουν οι νοτάριοι και Γαλέα Οψαρ. 36228.
γένειον- το, Μανασσ., Χρον. 591, Πωρικ. V 32, Διγ. (Trapp) Gr. 4, Διγ. (Trapp) Esc. 1193, Ακ. Σπαν. 35235‑6, 36251, Οψαρ. 36241, 44, Λίβ. Esc. 422, Λίβ. (Lamb.) N 299, Αχέλ. 318, Ιστ. πατρ. 988, 1652, Ερωτόκρ. Δ΄ 841, Ε΄ 1055.
Το αρχ. ουσ. γένειον. Η λ. και σήμ. (Πρωίας Λεξ.).
1) Γενειάδα (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. 2 και σήμ., Πρωίας Λεξ.): Εξύρα και το γένειον μέχρις επιδερμίδος Μανασσ., Χρον. 591. 2) α) (Προκ. για κρεμμύδι): Ευθύς δε εξεπήδησε και ο κύρης Κρομμύδιος μετά κόκκινης στολής, δισέντυτος, τρισέντυτος, το γένειον αυτού χάμαι συρόμενον Πωρικ. V 20032· β) (προκ. για ψάρι): ήφεραν ψαλίδιον και έκοψε το γένειον του Τσίρου Οψαρ. 36241.
Γλάνεος- ο, Οψαρ. 3614.
Οψαρ. 3614.
γλύω,- Ερμον. Ι 221, Χρον. Μορ. P 4029, 4088, Διήγ. Βελ. 135, Λίβ. Esc. 3533, Αχιλλ. N 514, Θησ. (Foll.) I 121, Θησ. Γ΄ [643], Ε΄ [74], Η΄ [225, 1098], Ι΄ [128], Γεωργηλ., Θαν. 64, 223, Γαδ. διήγ. 540, Αλεξ. 2822, Αγν., Ποιήμ. Β΄ 77, Σκλάβ. 234, Συναξ. γυν. 43, Κορων., Μπούας 142, Πένθ. θαν.2 396, Φαλιέρ., Λόγ. 207, Βεντράμ., Γυν. 266, Δεφ., Σωσ. 159, Δεφ., Λόγ. 243, 560, Τριβ., Ταγιαπ. 251, Αχέλ. 103, 214, 454, 1209, 1965, Αλφ. 1159, 88, Άλ. Κύπρ. 1457, 1507, Βίος Δημ. Μοσχ. 124, Παλαμήδ., Βοηβ. 174, 178, 435, 808, 1062, Σταυριν. 396, 459, 1244, Βίος αγ. Νικ. 180, Ιστ. Βλαχ. 1016, 1116, 1227, Ευγέν. 643, 1111, 1334, Ροδολ. Ε΄ [152], Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [120], Β΄ [1148], Γ΄ [202], Δ΄ [7, 504], Μαρκάδ. 197, Διακρούσ. 10327, Τζάνε, Κρ. πόλ. 3404, κ.α.· εγλύω, Πόλ. Τρωάδ. 587, Χρον. Μορ. P 3785, Οψαρ. 36248, Λίβ. P 281, Θησ. (Foll.) I 121, Παλαμήδ., Βοηβ. 1222, Κρ. συμβόλ. 123.
Από το αρχ. εκλύω (Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 160). Η λ. και σήμ., στην Ικαρία (Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 219). Τ. γλυώ σήμ. σε ηπειρωτικό ιδίωμ. (Βλ. Αναγνωστ., Αθ. 36, 1924, 83).
I. Ενεργ. 1) Σώζω, γλυτώνω κ. (Η σημασ. και σήμ. σε ηπειρώτικο ιδίωμ., Αναγνωστ., Αθ. 36, 1924, 83): να γλύσουν το κεφάλι τους εκ του πικρού θανάτου Ιστ. Βλαχ. 1116· Χριστός τον φύλαξεν κι έγλυσε την ζωήν του Αχέλ. 1209. 2) (Προκ. για χωράφι) κάνω καλλιεργήσιμο, γόνιμο κ.: αν εγλύσεις και αγριάδα να την πλερώνεις ξέχωρα στιμάροντάς την Κρ. συμβόλ. 123. 3) Ξεφεύγω από κ., γλυτώνω: καιρός θέλει έρθει ν’ αγροικήσεις| κι εσύ του πόθου την φωτιάν δίχως να τηνε γλύσεις Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [120]. II. (Μέσ.) ξεφεύγω, σώζομαι: Τούτα τα λόγια θέλεις πει του βασιλιού κι ως φίλος| γλυέται και δύνεται γιαμιά με το πρεπό ο Τρωσίλος Ροδολ. Ε΄ [152].
Δελφίνος (II)- o, Οψαρ. 3612.
Προσωποπ. του ουσ. δελφίνος: ανθυπατεύοντος του περιβλέπτου Δελφίνου Οψαρ. 3612.
δομέστικος- ο, Προδρ. III 60, Μανασσ., Χρον. 5631, Καλλίμ. 1889, Διγ. (Trapp) Gr. 3568, Διγ. Z 4049, Χρον. Μορ. P 2606, Chron. br. (Loen.) 111, 129, Οψαρ. 3613, Πανάρ. 6727, 7123, Γράμματα Μετεώρ. 1834, 5224, Notizb. 144, Lettres 1453 93, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 147, Δούκ. 438, 25918, 38315‑6, Έκθ. χρον. 1626, Ψευδο-Σφρ. 3664, Χρον. 304, Ιστ. πολιτ. 2320, Αρσ., Κόπ. διατρ. σ. 375, Δωρ. Μον. XXVI, Διγ. Άνδρ. 40229· δεμέστιγος, Χρον. Μορ. P 4630, 5101· δεμέστικος, Καλλίμ. (Pichard) 1889, Χρον. Μορ. H 2606, 5150, 5173, 8990, 9008, 9056· δομέστιχος, Προδρ. III 60 (χφφ Hg) (κριτ. υπ.).
Το λατ. domesticus. Για τον τ. δεμέστικος βλ. Βαγιακ., ΕΜΑ 5, 1955, 95. Η λ. και σήμ. ως επών. (Βλ. Βαγιακ., Αθ. 63, 1959, 210).
1) α) Αρχηγός, διοικητής: πρόσταγμα παρά της σης βασιλείας προς τον δομέστικον Δούκ. 438· β) έκφρ. (1) δομέστικος των σχολών = ο αρχιστράτηγος των εκστρατειών στην Ανατολή (Για τη σημασ. βλ. Guilland, REB 8, 1950, 7 [= Recherches … Ά́ 427], Ahrweiler, Byz. et Mer 488 και Ahrweiler, Études VIII 103): όν των σχολών δομέστικον είποιεν αν Ρωμαίοι Μανασσ., Χρον. 5631· (2) μέγας δομέστικος = αρχιστράτηγος, αρχηγός όλων των δυνάμεων ξηράς και θάλασσας (Για τη σημασ. βλ. Guilland, REB 8, 1950, 7 [= Recherches … Ά́ 427], και Ahrweiler, Byz. et Mer 488 και Ahrweiler, Études VIII 103): έστησεν η ρήγαινα των γενναίων ένα μέγα δομέστικον του φοσάτου Δούκ. 25918. 2) Εκκλησιαστικό αξίωμα που δινόταν σε ψάλτες και σ’ άλλα κατώτατα όργανα της εκκλησίας (Για τη σημασ. βλ. Du Cange και Βαγιακ., Αθ. 63, 1959, 210): εκείνος έν’ πρωτοπαπάς, ου δε παρεκκλησιάρχης,| εκείνος έν’ δομέστικος, τεχνίτης χειρονόμος,| συ δε τυγχάνεις πάρηχος και ψάλλειν ουκ ισχύεις Προδρ. III 60. 3) Υπηρέτης (Για τη σημασ. βλ. Κουκ., ΒΒΠ Έ́ 431): τα μεν οπτά οι μάγειροι ποιούντες καθ’ ημέραν,| φέροντες οι δομέστικοι τα επί της τραπέζης Διγ. Z 4049.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- η, Προδρ. (Hess.-Pern.) III 160 (χφφ gSA) (κριτ. υπ.), Ακ. Σπαν. (Legr.) 3065-66, Πουλολ. (Ζώρ.) Z 250, Πουλολ. (Krawcz.) 344, Οψαρ. (Krumb.) 36120, Διήγ. παιδ. (Wagn.) 630 (η αιτιατ. πληθ. αθερινάς από μετρ. αν.).