Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 15 εγγραφές  [0-15]

  Βιβλ.αναφορά : Ορνεοσ. (Hercher)

  • αβγό(ν) 
    το, Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 13376, Ασσίζ. (Σάθ.) 49220, Ορνεοσ. (Hercher) 57930, Πουλολ. (Krawcz.) 160, Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) χκ́, Ch. pop. (Pern.) 511, Διήγ. παιδ. (Wagn.) 133, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 227, 610, 1161, Αιτωλ., Βοηβ. (Băn.) 214, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 40020, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 4186, Διακρούσ. (Ξηρ.) 8824.
    Από τη συνεκφορά τα ωά> ταουά> ταουγά> ταβγά‑τ’ αβγό (Χατζιδ., ΜΝΕ Β́́ 322, 328-329 και Τριαντ., Ν. Εστ. 33, 1943, 303-305). Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    Αβγό, όπως και σήμ. (ΙΛ στη λ. 1): όπου είν’ τ’ αβγά της μελενά και τα πουλιά της μαύρα Ch. pop. (Pern.) 511.
       
  • αγριαγγουρέα  
    η, Ορνεοσ. αγρ. (Hercher) 5532, Ορνεοσ. (Hercher) 58215, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 927· αγραγγουρία, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 8618.
    Από το επίθ. άγριος και το ουσ. αγγουρέα. Πβ. και αγριογγουρέα (Σάθ., ΜΒ Ϛ́́ λβ́́). Η λ. και σήμ. (ΙΛ λ. αγριαγγουρεά). Βλ. και Du Cange λ. αγγούριον.
    Το φυτό αγριαγγουριά (βλ. Heldr.-Μηλιαρ. 35 και Γενναδ., Λεξ. λ. ελατήριον ο αγριοσίκυς): αγριαγγουρέας ρίζαν πελεκήσας ποίησον ώσπερ υπόθετον και βάλε αυτό εις την κατάβασιν ωσαύτως του ορνέου Ορνεοσ. 58215. — Βλ. και αγγουρέα.
       
  • αγριοπούλι  
    το, Ορνεοσ. (Hercher) 57715.
    Από το επίθ. άγριος και το ουσ. πουλί. Για τον αναβιβ. του τόνου βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β́́ 179. Η λ. και σήμ. (ΙΛ λ. αγριοπούλλι).
    Πτηνό άγριο: οφείλεις δε διδόναι συχνότερον προς τους ζαγάνους αγριοπούλια, ήτοι περιστέρια, τρυγόνια και έτερα όμοια Ορνεοσ. (Hercher) 57715. — Πβ αγριόπουλο.
       
  • αδόκιμος,  
    επίθ., Ιερακοσ. (Hercher) 3442, 50231, 51426, Κυνοσ. (Hercher) 5896, 7, Ορνεοσ. (Hercher) 57711, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 2744, Βακτ. αρχιερ. (Μομφ.) 182 ις́́.
    Το αρχ. επίθ. αδόκιμος.
    α) Που δεν επιδοκιμάζεται, που δεν εγκρίνεται: χρώμα δε το μαύρον ή και ξανθόν κρείττον· το γαρ κόκκινον και κιχλάτον [το ψηφίν] αδόκιμον· χαύνον γαρ εστί το τοιούτον όρνεον Ορνεοσ. 57711· διότι εξεπέσασιν εις πάθη ατιμίας| και εις αδόκιμόν τε νουν της αρρενομανίας·| άρρενες εν τοις άρσεσιν, αισχύνην εις τους νέους Ιστ. Βλαχ. 2744· β) άπειρος, ανάξιος, ακατάλληλος: Περί τεχνίτου κτίστου αδοκίμου, οπού χτίζει στραβά και χαλάσει το έργον Βακτ. αρχιερ. 182 ις́́.
       
  • αθετώ,  
    Σπαν. (Hanna) A 273, 598, Ορνεοσ. (Hercher) 5561, Διγ. (Mavr.) Gr. IV 771, VI 774, Διγ. (Καλ.) A 901, Θεολ., Τζίρ. (Λάμπρ.) 3589, Λίβ. (Μαυρ.) P 276, 279, 280, 768, 1454, Λίβ. (Lamb.) Esc. 517, 520 (κριτ. υπ.), 1533, Λίβ. (Wagn.) N 1379, 1507, Φυσιολ. (Pitra) 34321, Σφρ., Χρον. μ. (Grecu) 829, 261, Δωρ. Μον. (Hopf) XL, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 1430, 1570, Βακτ. αρχιερ. (Μομφ.) 178, ρπβ́́, ρπγ́́, Πρόλ. άγν. κωμ. (Morgan) 39, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 2448.
    Η λ. ήδη σε επιγρ. (L‑S) και σήμ. (ΙΛ).
    1) α) Βάζω κατά μέρος, παραμελώ, λησμονώ: πάλι απόψε πρόσεξον και άγωμε δε και ειπέ τον| να μη αθετήσει τας γραφάς· η κόρη ορέγεταί τας Λίβ. Esc. 1533· Προς ιέρακα αθετούντα το κυνήγιον Ορνεοσ. 5561· β) παραβαίνω (προκ. για όρκο, υπόσχεση, κλπ.): όρκον αν έκαμες τινός, να μη τον αθετήσεις Ιστ. Βλαχ. 1430. 2) Περιφρονώ: Αν σε και έδωκεν ο Θεός τέχνην, υιέ, να ξεύρεις,| υιέ, μη την καταφρονείς, να μη την αθετήσεις Σπαν. A 598.
       
  • αίγινον  
    το, Ορνεοσ. (Hercher) 58420.
    Άγν. ετυμ. Η λ. στο Meursius.
    Μέτρο βάρους (για τη σημασ. βλ. Du Cange): Μετά την απόχυσιν του φεγγαριού δος αυτῴ … σκορδουλίου αίγινα πέντε Ορνεοσ. (Hercher) 58420.
       
  • άκορον  
    το, Ορνεοσ. (Hercher) 5375, 57931.
    Το μτγν. ουσ. άκορον.
    Ρίζα ποώδης και αρωματική του φυτού «άκορος»: ποίησον ιατρείαν την λεγομένην θεοδώρητον, κρόκον, ρέον Ποντικόν, άκορον, μαστίχην ανά δραχμάς τρεις Ορνεοσ. (Hercher) 5375· Ει δε ουδέν τρώγει, έψησον αβγόν ροφητόν και έπαρον τον κρόκον αυτού και τρίψας άκορον ένωσον αυτό μετά του κρόκου του αβγού Ορνεοσ. (Hercher) 57931.
       
  • άλεμον  
    το, Ορνεοσ. (Hercher) 56114.
    Το αρχ. ουσ. άλιμον (βλ. L‑S, λ. άλιμος ‑ον ΙΙ).
    Είδος φυτού (ατρίπληξ η ροδίνη και ατρίπληξ η ταρταρική), άλλως αλιμιά (ΙΛ, λ. αλιμεά): Τίλλιν και αλέμου σπέρμα και θρίπον ψυκτόν και δαφνέλαιον και έλαιον σχίνου μετά ύδατος εψήσας τον ιέρακα θάλψον Ορνεοσ. (Hercher) 56114.
       
  • αλόη  
    η, Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 232, Ιερακοσ. (Hercher) 46224, Ορνεοσ. (Hercher) 52126, Πόλ. Τρωάδ. (Μαυρ.) 770· αλόγη, Πεντ. (Hess.) Δευτ. ΧΧΙΧ 17.
    Το μτγν. ουσ. αλόη. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    Φυτό ποώδες με φύλλα σαρκώδη, που ο πικρός οπός του έχει θεραπευτικές ιδιότητες (Για το πράγμα βλ. Γενναδ., Λεξ.): Αλόην τρίψον με το νερόν το χλίον και πότισον Σταφ., Ιατροσ. 232.
       
  • αμυγδαλέλαιον  
    το, Ορνεοσ. (Hercher) 5814.
    Το μτγν. ουσ. αμυγδαλέλαιον.
    Λάδι που εξάγεραι από αμύγδαλα: Σησαμέλαιον νεαρόν ή αμυγδαλέλαιον ωσαύτως νεαρόν δος μετά κρέατος δις ή και τρις Ορνεοσ. (Hercher) 5814. — Πβ. αμυδαλόλαδον.
       
  • ανατολικός,  
    επίθ., Προδρ. (Hess.-Pern.) IV 129d (κριτ. υπ.), Ιων. (Hess.) 2178, Διγ. (Mavr.) Gr. Ι 265, Διγ. (Καλ.) A 488, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 4555, Μαχ. (Dawk.) 66023, Μάρκ., Βουλκ. (Λάμπρ.) 33913, Πεντ. (Hess.) Έξ. X 13, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 1024, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 32314, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 33· αντολικός, Ορνεοσ. (Hercher) 57720.
    Το μτγν. επίθ. ανατολικός. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    Α´ Επίθ. α) Που βρίσκεται στην ανατολή: επερικυκλώσαν το φουσσάτον μας απέ τ’ ανατολικά μέρη Μαχ. 66023· εκ χώρας ανατολικής εξ ευγενών γονέων Διγ. A 488· οι αντολικοί δε ζάγανοι κρείττονες των δυτικών Ορνεοσ. 57720· β) (προκ. για την ορθόδοξη εκκλησία σε αντίθεση με τη δυτική): διά να είν’ ορθόδοξος υιός της εκκλησίας| της ανατολικής λοιπόν, στύλος της ευσεβείας Παλαμήδ., Βοηβ. 1024· γ) (προκ. για άνεμο) που έρχεται από τα ανατολικά: ο άνεμος ο ανατολικός εσήκωσεν ακρίδα Πεντ. Έξ. X 13. Β´ (Ουσ., αρσ.) στρατιώτες από τη Μ. Ασία: και ήλθαν κι ανατολικοί καν άλλες δύο χιλιάδες Χρον. Μορ. (Καλ.) H 4555. Το ουδ. 1) (Με παράλ. του ουσ. «θέμα» = διοικητική περιοχή: Ημείς εκ το ανατολικόν, εξ ευγενών Ρωμαίων Διγ. Gr. Ι 265. 2) Είδος δαμάσκηνου (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. B2α· βλ. και Κουκ., ΕΕΒΣ 17, 1941, 83): δαμασκηναπιδόμηλα, δαμάσκηνα κροκάτα,| τά λέγουν ανατολικά, τά λέγουν λαγηνάτα Προδρ. ΙV 129d (κριτ. υπ.).
       
  • αναφυσώ,  
    Ορνεοσ. (Hercher) 58128, Βέλθ. (Κριαρ.) 654 (χφ ανεφύσησεν· έκδ. ενεφύσησεν).
    Το αρχ. αναφυσώ. Η λ. και σήμ. στη Μακεδ. (ΙΛ).
    Φυσώ (Βλ. Κουκ., Αθ. 43, 1931, 75· πβ. και ΙΛ): αναφυσᾴ και εκβάλλει από των ρωθωνίων αυτού υγρά Ορνεοσ. 58128.
       
  • ανόρεκτος,  
    επίθ., Ιερακοσ. (Hercher) 37725, 3801, 4461, 50716, Ορνεοσ. (Hercher) 57924, 5816· ανόρεχτος, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 3203, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 3203.
    Η λ. στον Αριστοτέλη, καθώς και σήμ. (ΙΛ, λ. ανόρεχτος).
    1) (Προκ. για ζωντανούς οργανισμούς ή και για το στόμαχο) που δεν έχει όρεξη (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): το δε αίγειον (ενν. κρέας) διαλύει μεν καλώς τους εν τῃ κοιλίᾳ λίθους, ποιεί δε τον στόμαχον αυτού υγρόν και ανόρεκτον Ιερακοσ. 3801· εάν ... λεπτύνηται το όρνεον και ῃ ανόρεκτον Ιερακοσ. 4461. 2) Απαράδεκτος: ακούσων ταύτα ο πρίγκιπας μεγάλως το εχολιάσεν·| εφάνη τον ανόρεχον Χρον. Μορ. P 3203.
       
  • άπαστος,  
    επίθ., Προδρ. (Hess.-Pern.) ΙΙΙ 207, Ορνεοσ. (Hercher) 58211, Ακ. Σπαν. (Legr.) 35207.
    Από το στερ. α‑ και το αρχ. επίθ. παστός <πάσσω. Η λ. και σήμ. σε ιδιώμ. (ΙΛ).
    Που δεν είναι αλατισμένος, ανάλατος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): Θυννόκομμαν δαμάκιν,| άπαστον, άξυστον, σαχνόν, άπλυτον, καπνισμένον Προδρ. ΙΙΙ 207· βούτυρον άπαστον Ορνεοσ. 58211. — Βλ. και ανάλατος 1, άναλος, άπαστρος.
       
  • αποβολή  
    η, Ιερακοσ. (Hercher) 4983, Ορνεοσ. αγρ. (Hercher) 55618, Ορνεοσ. (Hercher) 5805, Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) 156 σκς΄.
    Το αρχ. ουσ. αποβολή. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) (Προκ. για νύχι) εκρίζωση, ξερίζωμα (Πβ. την αρχ. σημασ., L‑S στη λ. 1): εις αποβολήν όνυχος Ιερακοσ. 4983. 2) Εξορία, διώξιμο: εάν σεισμός γένηται εν ημέρᾳ ... αποβολή και ταραχαί λαού ... δηλοί Σεισμολ. (Οικονόμου) 95-6.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης