Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 7160 εγγραφές  [0-20]

  Βιβλ.αναφορά : Ον.

  • αβάνης  
    ο, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 456, 1124, 1312, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 38, 40 τετράκις, 44, 51.
    Από το τουρκ. havan <αραβ. khawwan (βλ. και Ανδρ., Λεξ. και Βαγιακ., Αθ. 64, 1960, 387). Κατά τον Καραποτόσογλου (Βυζαντ. 12, 1983, 365) η λ. προέρχεται από το τουρκ. avan = συκοφάντης, ραδιούργος. Η λ. και στο Βλάχ. και σήμ. (ΙΛ).
    Συκοφάντης, καταδότης: ήτον αφέντης άξιος, καλός και τιμημένος,| με άρχοντας και με πτωχούς ήτον ηγαπημένος·| κάποιος μπάνος ήτονε, το όνομά του Γιάννης,| μωρός, χοντρός, απάνθρωπος, αδικητής, αβάνης·| την Πόρταν ανακάτωσε μέσα στην βασιλείαν| και έβγαλέν τον τον πτωχόν από την αφεντίαν Ιστ. Βλαχ. 456· εκείνος ο απάνθρωπος και ο κακός αβάνης,| οπού εχάλνα τους Γραικούς χωρίς ελεημοσύνην Ιστ. Βλαχ. 1312.
       
  • αβάπτιστος,  
    επίθ., Δούκ. (Grecu) 13519, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 1500, Ευγέν. (Vitti) 1145· αβάφτιστος, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 12, 1249.
    Το αρχ. επίθ. αβάπτιστος. Η λ. και σημ. (ΙΛ λ. αβάφτιστος).
    1) α) Που δε βαφτίστηκε ακόμη (πβ. Lampe, Lex. στη λ. Β1) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ λ. αβάφτιστος 1): Θανών αβάπτιστος … Δούκ. 13519· β) ο μη χριστιανός, αλλόθρησκος (πβ. Πορφυρογ., Προς Ρωμαν. (Mor.) 3074 και ΙΛ λ. αβάφτιστος 1 Γνωμ.): τα έθνη γαρ τα αβάφτιστα όρκον αν σε ποιήσουν (παραλ. 2 στ.), οι δε Ρωμαίοι, όπου λέγουσιν ότι εις Χριστόν πιστεύουν Χρον. Μορ. (Καλ.) H 1249. 2) Άπιστος, κακός (πβ. ΙΛ λ. αβάφτιστος 2): διότι είναι άπιστοι, αιρετικοί, λουτράνοι| και παντελώς αβάπτιστοι, μάλιστα και τυράννοι Ιστ. Βλαχ. 1500.
       
  • αβάρος,  
    επίθ., Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 8532.
    Το ιταλ. avaro.
    Φιλάργυρος: Και κάποιοι άρχοντες αβάροι, αδιάκριτοι, εκρύβανε τα στάρια Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 8532.
       
  • άβλαβος,  
    επίθ., Διγ. (Καλ.) A 964, 3618, 4320, Βέλθ. (Κριαρ.) 777, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 181, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 68.
    Από το αρχ. επίθ. αβλαβής. Η λ. και στο Βλάχ. και σήμ. (ΙΛ).
    α) Που δεν έπαθε τίποτε, σώος, απρόσβλητος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α 1): τους έστρεψε τους κουμέσους οπίσω ύγιους και άβλαβους Σουμμ., Ρεμπελ. 181· τόσον μεγάλον θανατικόν εγίνην … και δεν αφήκεν ούτε κάστρη ούτε χώρες άβλαβες ούτε οσπίτι Συναδ., Χρον. 68· β) αμετάβλητος, ακέραιος, ανόθευτος: τηρήσας πίστιν τήν αυτού άβλαβον έως τέλους Διγ. A 4320. — Πβ. άβλαφτος.
       
  • αβοέρ  
    ο, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 7404· αβουέρης, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 7462, 8604.
    Το αρχ. γαλλ. avoёor (Triand., Lehnw. 143 = Τριαντ., Άπ. Ά́ 446).
    Κηδεμόνας, επίτροπος: Ενταύθα εφανέρωσεν τον άντρα της εκείνον| ως άντρα της και αβοέρ, ως τό έχουν τα συνήθια Χρον. Μορ. (Schmitt) P 7404. — Πβ. αβουέ(ς).
       
  • αβοερία  
    η, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 8043.
    Το αρχ. γαλλ. avoёrie (βλ. και Triand., Lehnw. 143 = Τριαντ., Άπ. Ά́́ 446).
    Κηδεμονία, προστασία: τον τόπον όλο αφέντευε του Μεγαλοκυράτου,| κι είχεν εις αβοερίαν αυτού τον Γκίον ντε λα Ρότζε Χρον. Μορ. (Καλ.) H 8043.
       
  • αβοκαρίζω,  
    Χρον. Μορ. (Καλ.) H 7550.
    Από το μσν. ιταλ. avvocare. (Triand., Lehnw. 138 = Τριαντ., Άπ. Ά́ 441).
    Συνηγορώ: διά συντροφιάν κι αγάπην του αδελφού μου του μισίρ Νικολάου ντε Σαίν Ομέρ θέλω να αβοκαρίζω Χρον. Μορ. (Καλ.) H 7550. —Συνών.: αβουκατεύω.
       
  • αβοκάτος  
    ο, Ασσίζ. (Σάθ.) 289, 13, 3412, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 7528, 7531, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 7528, Δελλ. (Μανούσ.) Α΄ 1219, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 163, Στάθ. (Σάθ.) Γ́́ 49, 59, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 58819· αβοκάτης, Ασσίζ. (Σάθ.) 2837· αβουκάτος, Ελλην. νόμ. (Σάθ.) 51614, 16, 5204, 57227, 57320, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 7521, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 7521, 7531, Γεωργηλ., Θαν. (Wagn.) 318, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 269, 388, 390, 414, Δεφ., Λόγ. (Kar.) 132, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 171.
    Το ιταλ. avvocato (Meyer, NS IV 5 και Triand., Lehnw. 138 = Τριαντ., Άπ. Ά́ 441). Η λ. και σήμ. (ΙΛ λ. αββοκάτος). Πβ. και Du Cange, λ. αβουκάτος και αδβοκάτος.
    Είδος δικηγόρου (βλ. και Μανούσ., ΕΕΒΣ 27, 1957, 347-348, πβ. και Κουκ., ΒΒΠ Ϛ΄ 49-50. Η σημασ. και σήμ. ΙΛ λ. αββοκάτος 1): Οι κριτάδες εις κανέναν αγκάλεμαν ουδέν εντέχεται να έναι εμπροπέτες ό (έκδ. ων· διορθώσ.) λέγεται αβοκάτοι και κριτάδες Ασσίζ. 289· ομοίως ο αβοκάτος, τουτέστιν ο εμπροπέτης ο λεγόμενος φαρπαλιέρος, εάν θελήσει να ένι πρικορούρης εις την αυλήν διά πράγμαν κανενού ανθρώπου Ασσίζ. 3412. — Πβ. αβαμπαρλιέρης, αβογαδόρος, εμπροπέτης, παραστάτης, πρικουρούρης, προκουρούρης, προκύρης, πρόλαλος.
       
  • αβουέ(ς)  
    ο, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 7404.
    Το γαλλ. avoué (Triand., Lehnw. 143 = Τριαντ., Άπ. Ά́ 446).
    Κηδεμόνας, επίτροπος: Κι ενταύτα επρεζάντισε τον άντρα της εκείνον| ως αβουέ και άντρα της, ως το έχουν τα συνήθια Χρον. Μορ. (Καλ.) H 7404. — Πβ. αβοέρ.
       
  • αβουκατεύω,  
    Χρον. Μορ. (Schmitt) P 7550.
    Από το ουσ. αβουκάτος.
    Συνηγορώ: επεί εγώ διά συντροφιάν κι αγάπην του αδελφού μου| μισέρ Νικολού ντε Σάντ’ Ομέρ θέλω ν’ αβουκατέψω Χρον. Μορ. (Schmitt) P 7550. —Συνών.: αβοκαρίζω.
       
  • αβούλευτος,  
    επίθ., Χρον. Μορ. (Schmitt) P 7452.
    Το μτγν. επίθ. αβούλευτος.
    Που δεν έχει κάποιον να τον συμβουλεύει, ασυμούλευτος: Κι ετούτη, ως αβούλευτη γυναίκα, χωρίς άντρα,| εστρέφοτον στο σπίτι της ωσάν απογνωσμένη Χρον. Μορ. (Schmitt) P 7452.
       
  • αβροκόσμητος,  
    επίθ., Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 5776.
    Από τα αρχ. επίθ. αβρός και κοσμητός.
    Που είναι λαμπρά στολισμένος: και την ψυχήν υπέφαινε χάρισιν λαμπομένην| ως νύμφην αβροκόσμητον, ως τρυφερόχρουν κόρην Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 5776. —Συνών.: αβροστόλιστος.
       
  • αβρόσιτος,  
    επίθ., Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 5935.
    Από το αρχ. επίθ. αβρός και το αρχ. ουσ. σίτος.
    Που διαθέτει πολυτελή φαγητά: και τράπεζαν αβρόσιτον φλεγμαίνουσαν τοις όψεις Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 5935.
       
  • αβροστόλιστος,  
    επίθ., Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 3838.
    Από το αρχ. επίθ. αβρός και το στολίζω.
    Που είναι λαμπρά στολισμένος: ως ει τις αβροστόλιστον αποκοσμήσει νύμφην Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 3838. —Συνών.: αβροκόσμητος.
       
  • αβροτράπεζος,  
    επίθ., Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 3372.
    Από το αρχ. επίθ. αβρός και το ουσ. τράπεζα.
    Που σχετίζεται με πλούσιο τραπέζι: και δείπνον αβροτράπεζον τελούντος του κρατούντος Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 3372.
       
  • αγαθόν  
    το, Σπαν. (Legr.) P 54, Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 4623, 5714, Ασσίζ. (Σάθ.) 3030, 11422, 1281, 16031, 1613, 16420, 18720, 36520-21, 28, 3813, 4166, Ελλην. νόμ. (Σάθ.) 53613, Διγ. (Mavr.) Gr. VI 338, Διγ. (Sath.-Legr.) Τρ. 1726, Ωροσκ. (Λάμπρ.) 392, 4215, Περί ξεν. (Καλιτσ.) A 35, Σφρ., Χρον. μ. (PG 156) 1061 D, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) VII 84, Σκλέντζα, Ποιήμ. (Κακ.) 116.
    Το ουδ. του επιθ. αγαθός ως ουσ. Η λ. και σήμ. (ΙΛ λ. αγαθά).
    1) Καθετί καλό, ωραίο, χρήσιμο (πβ. Preisigke-Kiessling λ. αγαθός 2): άλσος μυρίων αγαθών κατάφυτον ορχάτοις Μανασσ., Χρον. 5714· δηλοί χαράν και αγαθά πολλά και βροχήν Ωροσκ. 4215· Πού είν’ τα τόσα αγαθά που ήσουν στολισμένη (προκ. για την Πόλη), ωσάν αυτόν τον ουρανόν ήσουν ζωγραφισμένη; Ιστ. Βλαχ. 2437 [ = Γέν. Ρωμ. (Λάμπρ.) 71]. 2) α) Αυτό που έχει κάποιος στην κατοχή του, περιουσία (πβ. L‑S λ. αγαθός ΙΙ 4): ου δύνουνται κληρονομήσαι τί κλήραν, ούτε άλλον αγαθόν τους γονείς αυτών Ασσίζ. 36520-21. Η ογδόη αιτία διατί εξηκληρωθήναι τα τέκνα εκ των αγαθών τους γονείς Ασσίζ. 18720· β) εισόδημα: ετεσαύτα να έχει ο είς ως τον άλλον απέ τους καρπούς ή αγαθά της αυτής οικίας Ασσίζ. 16420. 3) Προνόμιο, ευεργέτημα: οι αγίες εκκλησίες … να ένι τιμημένες απού πολλά προβελίτζια, τουτέστιν σιγγίλια …, και ουδέν εντέχεται … να έναι τα πενεφία τους, ήγουν τα αγαθά τους, αικάνωτα Ασσίζ. 3030. 4) Προκ. για τα πνευματικά αγαθά που προσφέρει η Εκκλησία στους πιστούς της: ένι αφορισμένοι να μηδέν έχουν μερτικόν απέ τα αγαθά της αγίας Εκκλησίας, ουδέ να εισέλθουν εις την αγίαν εκκλησίαν Ασσίζ. 11422. 5) Προκ. για τα σωματικά και ψυχικά χαρίσματα (πβ. L‑S, λ. αγαθός ΙΙ 4): τοις του Χριστού χαρίσμασι πάσι πεπλουτισμένον,| κάλλος, ανδρείαν, φρόνησιν και πολλήν ευτολμίαν, έχει και δρόμον άπειρον των αγαθών προσθήκην Διγ. Gr. VI 338· του δε κάλλους και των άλλων αγαθών των παιδίων μου ου δυναμένου κρυβήναι Σφρ., Χρον. μ. (PG 156) 1061 D. 6) Προκ. για καθετί καλό, ηθικό: Ιδέτε οι άξιες και οι καλές τί αγαθά οπού κάμαν Βεντράμ., Γυν. 249· τήν ενελέκτηκες οδόν ουδέ ποσώς την χάνεις,| μάλιστα τους αμαρτωλούς εις αγαθόν τους βάνεις Σκλέντζα, Ποιήμ. 116. 7) Προκ. για τη σωτηρία, τη λύτρωση από την αμαρτία: ως δε λόγος του Θεού και δύναμις δυνηθεί κατορθώσαι το παγκόσμιον αγαθόν, όπερ εβούλετο, διότι ην αδύνατον δι’ ενός ανθρώπου δυνάμει επιστρέψαι την οικουμένην προς τέλος τον Θεόν Ιστ. πατρ. 8715.
       
  • αγαθός,  
    επίθ., Σπαν. (Hanna) A 505, Σπαν. (Hanna) B 483, Σπαν. (Legr.) P 54, 55, Προδρ. (Hess.-Pern.) II H 65α, ΙΙΙ 235 (χφφ CSA) (κριτ. υπ.), Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 6361, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. (Miller) 160, Καλλίμ. (Κριαρ.) 1023, Ωροσκ. (Λάμπρ.) 403, Βίος Αλ. (Reichm.) 134, Λίβ. (Μαυρ.) P 929, Λίβ. (Wagn.) N 2006, Notizb. (Kug.) 74, Έκθ. χρον. (Lambr.) 5616, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 53, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 14019, Π. Ν. Διαθ. (Μέγ.) φ. 336α 14, Πιστ. βοσκ. (Joann.) V 8, 2· παραθ. κρειττότερος, Βέλθ. (Κριαρ.) 533, Ερμον. (Legr.) A 227, X 150.
    Το αρχ. επίθ. αγαθός. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) Που έχει σχέση με την αρετή, ηθικός: κι εις την οδό την αγαθή πάντα να μας οδεύγει Π. Ν. Διαθ. φ. 336α 14. 2) Καλοκάγαθος (πβ. ΙΛ στη λ. Α2): ήτονε άνθρωπος ταπεινός. Αγάπα την φιλοσοφίαν … και ήτονε φύσις αγαθός άνθρωπος Χρον. σουλτ. 14019. 3) Που προέρχεται από καλή διάθεση: ει δε κἀν <συ> πτωχός είσαι, ουκ έχεις τί να δώσεις, κἀν λόγον δος τον αγαθόν, να τον <ε> θεραπεύσεις Σπαν. A 512. 4) Που σχετίζεται με κάτι καλό, ευχάριστο: ορθοτομία και ευσέβεια και ελπίς αγαθή και πολλαί διαλέξεις περί πίστεως και νίκος κατά των αντερούντων αυτοίς Ωροσκ. 403. 5) Που χαρακτηρίζεται από ευημερία, ευμάρεια: και διά τον αγαθόν καιρόν και διά την λιμπισίαν Προδρ. ΙΙ Η 65α. 6) Ευοίωνος (πβ. ΙΛ στη λ. Β1): ουκ αγαθήν εδέξατο την λεκανομαντείαν Βίος Αλ. 134. 7) Γενναίος: να τον παρακαλέσω ίνα ποίσῃ αυτούς τους Τρώας κρείττους των Ελλήνων πάντων Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Α΄ [629].
       
  • αγαθύνω,  
    Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 782, Πεντ. (Hess.) Γέν. IV 7, XII 13, XXXII 10, 13, XL 14, XLI 37, XLV 16, Έξ. Ι 20, Λευιτ. Χ 19, Αρ. Χ 29, Δευτ. IV 40, V 16, VIII 16, XII 25, XVIII 17, XIX 13, XXII 7, XXVIII 63, XXX 5· αγαθύνω ή γαθύνω, Πεντ. (Hess.) Γέν. ΧΙΙ 16, ΧΧΧΙV 18, Αρ. XXIV 5, Δευτ. Ι 23, V 25.
    Το μτγν. αγαθύνω. Η λ. και σήμ. στον Πόντο (Παπαδ. Α., Λεξ.).
    1) α) Μεταχειρίζομαι κάποιον με καλό τρόπο: Πε εδά, αδελφή μου εσύ, για να αγαθύνει εμέν γιατ’ εσέν και να ζήσει η ψυχή μου συναφορμά σου Πεντ. Γέν. ΧΙΙ 13· β) κάνω καλό σε κάποιον, ευεργετώ (πβ. L‑S στη λ. ΙΙΙ): αν να με θυμηθείς μετά σεν χαθώς ν’ αγαθύνει εσέν και να κάμεις εδά μετά μεν ελεημοσύνη και να με ανάφερες προς τον Φαρώ Πεντ. Γέν. XL 14. 2) Καταπραΰνω, κατευνάζω, καθησυχάζω (πβ. L‑S στη λ. Ι 2): και τούτο μεν ηγάθυνεν εκείνου την καρδίαν,| άλλο δε πάλιν έκνιζεν Μανασσ., Χρον. 782. 3) Τακτοποιώ (κάτι) σωστά, διευθετώ: άκουσα τη φωνή λογιών του λαού ετουτουνού ός εσύντυχεν προς εσέν· εγάθυναν το όλο το ός εσύντυχαν Πεντ. Δευτ. V 25. 4) Είμαι καλός, ευλογημένος (πβ. Lampe, Lex. στη λ. 3): τι εγάθυναν οι τέντες σου Ιαακώβ Πεντ. Αρ. ΧΧΙV 5. 5) Αρέσω (σε κάποιον): και εγάθυνεν εις τα μάτια μου το πράμα. Πεντ. Δευτ. Ι 23.
       
  • αγαλλίασις ‑η  
    η, Σκλέντζα, Ποιήμ. (Κακ.) 724, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 406 (βλ. αναγάλλιαση), Αχέλ. (Pern.) 1113, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 101, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Έ́ 1387, Διγ. (Lambr.) O 518, Διακρούσ. (Ξηρ.) 9610· αγάλλιαση, Θησ. (Βεν.) Πρόλ. 247, Δ́́ [533], Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Χορ. Β́́ 70.
    Το μτγν. ουσ. αγαλλίασις. Η λ. και σήμ. (ΙΛ λ. αγαλλίασι).
    1) Χαρά, ευφροσύνη (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S και σήμ., ΙΛ λ. αγαλλίασι): χαρά και αγαλλίασις σ’ αυτούς εγίνη τότε Διακρούσ. 9610· είχεν αγαλλίασιν εις το νησίν εκείνον Χρον. Τόκκων 3369. 2) Πνευματική ευφροσύνη που δίνει η απαλλαγή από την αμαρτία (πβ. και Lampe, Lex. λ. έλαιον): Πάσα πληγή της αμαρτίας, αρχή της σωτηρίας,| έλαιον αγαλλιάσεως άλειψον κι ευσπλαχνίας Σκλέντζα, Ποιήμ. 724. — Πβ. αγαλλίαμα, αγαλλίασμα.
       
  • αγαλματίας  
    ο, Μανασσ., Αρίστ. (Τσολ.) 1 Ϛ́ 35, Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 6689, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. (Miller) 374.
    Το μτγν. ουσ. αγαλματίας.
    Ωραίος σαν άγαλμα (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S): επάν …| τους ερωμένους τε συμβεί σφίσιν ωραίους είναι,| αγαλματίας την μορφήν, ευμήκεις ως πλατάνους Μανασσ., Αρίστ. 1 Ϛ΄ 35.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης