Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- μοντάρω,
- Ολόκαλος 15812, 15, 17723, 57, 18021, 23, 24427, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 5018 (δις), 5917, 6215, 18· μουντάρω.
Το ιταλ. montare. Η λ. και ο τ. σε έγγρ. του 16. (Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 4, 1951, 9 και 12, 1965, 105, Μέρτζιος, Κρ. Χρ. 15-16 Β, 1961-2, 266, 267, 285, κ.α.) και του 17. αι. (Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 7, 1968, 3345, Δετοράκης, Κρητολ. 10-11, 1980, 251, κ.α.) με διαφορετική σημασ. Η λ. (με άλλη σημασ.) και ο τ. και σήμ.
1) Εφορμώ, επιτίθεμαι: έδωσεν πόλεμον (ενν. ο Σαλαϊμάνης) με λουμπάρδες και φωτιά και εμουντάραν απάνω· και εγκρεμνίσασίν τους και εβάλαν φλάμουρα και εσκοτώθησαν πολλοί Τούρκοι Byz. Kleinchron. A΄ 51518. 2) Ανέρχομαι, συμποσούμαι: μοντάρουν τα δύο μερδικά υπέρπυρα κγ́ Ολόκαλος 17030· τα οποία μοντάρου όλα υπέρπυρα ρνέ Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 2413.
οπινιό(ν)- η, Ολόκαλος 1733· οπενιού(ν), Βουστρ. 441, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.) 239· οπινιού, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 79.
Από το ιταλ. opinione. Ο τ. οπενιού(ν) από το γαλλ. opinion ((Μενάρδ., Αθ. 12, 1900, 370, Χατζ., Ξέν. στοιχ. 89 και Stanitsas, Act. VIIIe Congr. Intern. Neo-hell. franc. 91)· πβ. ωστόσο τα παλαιότ. ιταλ. openione και oppenione (Battisti-Alessio, Diz. etim., στις λ.), καθώς και το βενετ. peniun. Τ. οπινιό σε έγγρ. του 16. αι. (Ξανθ., Χρ. Κρ. 1, 1912, 36) και οπινιόν στο Meursius.
Γνώμη, άποψη για κ.: πολλοί είχαν οπενιούν πως κακά θέλουν την πιάσειν (ενν. την Κερυνίαν από την γην), διότι είναι ούλη ρότζα Βουστρ. 451· με το τεσταμέντο μου ….. να ’χω ορδινιασμένα κάποια πράγματα κατά την οπινιόν οπού είχα ετότες, τα οποία θέλοντας εδά να τα ρεγολάρω καλύτερα μετά τούτο μου το κοντσιτσέλο Διαθ. 17. αι. 47.
οπόταν,- σύνδ., Σπαν. A 87, 277, 461, Σπαν. B 439, Σπαν. V 126, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 457, Λίβ. N 1268, 3531, 3561, Φυσιολ. B 611, Πορτολ. B 2730, Παϊσ., Ιστ. Σινά 115, Ιστ. Βλαχ. 1556, Διήγ. πανωφ. 56 δις, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 344v, Μπερτόλδος 25 δις· οπόσταν· όποτα, Μανολ., Επιστ. 173, Σεβήρ.-Μανολ., Επιστ. 171· οπότα, Σπαν. (Ζώρ.) V 617· όποταν, Ολόκαλος 3166, 15115, Πηγά, Χρυσοπ. 70 (8)· ’πόταν, Μηλ., Οδοιπ. 640.
Ο αρχ. σύνδ. οπόταν. Ο τ. όποτα ή οπότα σε έγγρ. του 13. αι. της Κ. Ιταλίας και Σικελίας (Caracausi 417-8, λ. οπότε)· ο τ. όποτα σε κείμ. του 18. αι. (Ρούσμ.-Σαβ. (Πρωτοπ. -Μπουμπ.) Κμ. Δ΄ 107). Οι τ. όποταν και ’πόταν και σήμ. σε ιδιώμ., όπου και άλλοι τ. (Andr., Lex. στη λ.). Τ. όποτας σε έγγρ. του 17. αι. (Δετοράκης, Κρ. Εστ. περ. 4, 1, 1987, 12831). Η λ. και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., Andr., Lex. στη λ.).
1) α) Όταν: Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 102· Διγ. A 2872· Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 186· β) μόλις: Πόλ. Τρωάδ. 633. 2) (Προκ. να δηλωθεί επανάληψη) κάθε φορά που: Διγ. A 3174· Προδρ. (Eideneier) IV 38· Κορων., Μπούας 86· όποτα έρθει πασάτζο και δε μου βαστούσι γραφή, με μεγάλη έννοια βρίσκομαι πώς περνά η πανιερότη σου Σεβήρ.-Μανολ., Επιστ. 171. 3) Πότε: ο Ηρώδης … έκραξε χωριστά τους μάγους και εξέτασε καλά τον καιρόν του άστρου, τόσον είναι, οπόσταν εφάνη Πηγά, Χρυσοπ. 256 (14).
όρνιθα- η, Ασσίζ. 2025 (έκδ. όρειθων· διορθώσ. κατά το χφ), 19915, 2385 (έκδ. όρνθων από λάθος του γραφέα), 2413, 28, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 231, 373 χφφ ΕΑΖ κριτ. υπ., Φλώρ. 375, Gesprächb. 3722, Rechenb. 431, Μαχ. 44621, Γαδ. διήγ. 283, Απόκοπ.2 210, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 131, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΚΓ΄ [352], Ολόκαλος 17345, 2249, Αχέλ. 2504, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ματθ. κγ΄ 37, Λουκ. ιγ΄ 34, Διήγ. ωραιότ. 770, 921, Διακρούσ. 841, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 143, 194 δις, 267 δις.
Από το αρχ. ουσ. όρνις. Διάφ. τ. της λ. σε ιδιώμ. (Βλ. Σβαρνόπ., Γλωσσ. Βέρ. 20, Σακ., Κυπρ. Β΄ 704, Παπαδ. Α., Λεξ. 118, Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ΄ 183, Χατζ., Λαογρ. 11, 1934-7, 90, 631, Ξεινός, Γλωσσ. Ίμβρου 129). Η λ. στο Meursius και σήμ.
1) Πουλί (γενικά): ως γιον η όρνιθα δεν φελά χωρίς τα πτερά της, ίτσου και ο ρήγας μοναχός του δεν φελά χωρίς μας Μαχ. 23423· (εδώ προκ. για περιστέρι): μίαν περιστεράν κρέμα| από ένα ψιλόν ράμμα (παραλ. 10 στ.) … ευθύς το βέλος πέμπει (ενν. ο Τεύκρος)| και την όρνιθα ου κρούει,| αλλά εις αυτό το ράμμα,| οπού ήτον δεδεμένη| και η όρνιθ’ απετάει| προς τον ουρανόν απάνω Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΚΓ΄ [349]. 2) Κότα: όσες παπίτσες κι όρνιθες, χηνάρια κι αν βρεθούσι,| όλα σκοτώνω, πνίγω τα Γαδ. διήγ. 215· είχε (ενν. μια χήρα) μιαν όρνιθα παχιά, την έλεγε Καβάκα Γαδ. διήγ. 254· Ρίφι ψημένο δε θωρώ γή όρνιθες γή καπόνους| γή κριάς παχύ μαγερευτό και να μην έχω πόνους Κατζ. Α΄ 55· χήρας γυναίκας όρνιθα καθημερνώς εγέννα Αιτωλ., Μύθ. 231· (σε χρ. παροιμιακή προκ. για προσπάθεια κάπ. να αμφισβητήσει τις ίδιες του τις ομολογίες· βλ. και Martini [Στάθ. σ. 174, σημ. 198]): η γιόρνιθα το γέννησε κι αβγό δεν είν’ κρασμένο Στάθ. (Martini) Β΄ 198. Εκφρ. όρνιθα της Έντιας (πβ. γαλλ. poule d’Inde· βλ. και Κουκ., ΒΒΠ Ε· 69) = φραγκόκοτα: Απέ τες όρνιθες της Έντιας κελεύει το δίκαιον να λάβουν το δέκατον Ασσίζ. 4888.
ορφανικός,- επίθ.
Το αρχ. επίθ. ορφανικός. Η λ. σε έγγρ. του 18.-19. αι. (Βουρδουμπάκης, Χρ. Κρ. 1, 1912, 482 και Σκουβαρά, Ολυμπιώτ. 552).
(Μεταφ. προκ. για ζώα ή χωράφι) που δεν έχουν δεσμευτεί ή ασφαλιστεί με συμφωνία: τα ορφανικά ζα οπό βρίσκουνται στη χέρα μου Ολόκαλος 21315· έχανεν ο λεγόμενος καβαλάρης το λιβέλον και απού τα δεντρά το τρίτον του καθώς επόμεινε ορφανικόν Συμβόλ. Αρετ. 103.
παλέτσα- η, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 1156, 2486, 2724, κ.α· παλέντσα· παλιάτσα.
Πιθ. από το ιταλ. pagliaccia <paglia (βλ. Zingarelli, λ. paglia, Battisti-Alessio, Diz. etim., λ. paglia1 και Somav., It.-gr., λ. pagliaccia· πβ. βενετ. pagia) ή από το ιταλ. pagliaccio <paglia (βλ. Zingarelli, λ. pagliaccio και Battisti-Alessio, Diz. etim., λ. pagliaccio1· πβ. βενετ. pagiazzo). Η λ. και σήμ. στην ανατολική Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Γ' 230 και Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ.).
1) Μεγάλος σάκος από χοντρό ύφασμα (βλ. Σπανάκης, Κρ. Χρ. 23. 1971, 188 και Σταθάκη-Κούμαρη, Κρητολ. 4, 1977, 119) για τη μεταφορά αχύρου, ο οποίος χρησιμοποιείται παραγεμισμένος με άχυρα και ως στρώμα, αχυρόστρωμα· κάλυμμα, θήκη στρώματος (Για το πράγμα βλ. Κουκ., ΕΕΚΣ 3, 1940, 36): Με την παλέντσα τη χοντρή και μ’ άχερα τση κάνει| στρώμα και μέσα στο σακί πέτρες κι αγκάθες βάνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 581 κριτ. υπ.· Παλέτσα, ήγουν δραπόντα, α΄, υπέρπυρα η΄ Ολόκαλος 8625· εις την λεγομένην παλέτσα να βάλω μαλλία λίτρες κε΄ Ολόκαλος 6417. 2) (Κατ’ επέκταση) σκέπασμα φτιαγμένο από το ύφασμα από το οποίο κατασκευάζονται σάκοι για τη μεταφορά αχύρου: Με την παλιάτσα εντύθηκα κι εις τ’ άχερα κοιμούμαι| και τη φτωχειά δεν την ψηφώ, τα πάθη δε βαριούμαι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 999 κριτ. υπ.· αφήνει τση Αννέζας … ένα χοντροσέντονο και μία παλέτσα να τη κουκλώνεται Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 9221. — Πβ. παλέτσι το.
πανίον- το, Ορνεοσ. αγρ. 54421, Καραβ. 49526, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 503, κριτ. υπ.· πανί, Σταφ., Ιατροσ. 7195, Ασσίζ. 7334‑5, 32216, 22, Rechenb. 691, Κορων., Μπούας 33, 145, Ολόκαλος 1612, 3522, 20229, Λεξ. Μακεδ. 151, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Αφ. 35, Σεβήρ., Τελ. Σημειωμ. 6γ, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 292, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 278, κ.α.· πανίν, Σταφ., Ιατροσ. 5124, 7201, 16441, Σπανός (Eideneier) Α 455, Β 127, Καραβ. 49517, 18, 23, 27, 29, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 3620, 3816, 635, 6918, κ.α., Ολόκαλος 132, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) A΄ 1503· πανί(ο)ν, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 658, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 87r, Σεβήρ., Τελ. Σημειωμ. 2α, Ψευδο-Σφρ. 54019· παννίν, Μαχ. 418, 22430, 28434.
Το μτγν. ουσ. πανίον (Sophocl., λ. παννίον). Ο τ. πανί στο Βλάχ. και σήμ. Ο τ. πανίν και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Ο τ. παννίν και σήμ. στην Κύπρο (Λουκά, Γλωσσάρ.) και τη Ρόδο (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. παννί(ν)).
1) Ύφασμα: πανίν εκράτει κι ήκανε γάζωμα με μετάξι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 610· αν ο πατήρ ποιεί τον υιόν αυτού μεταπράτην παννίων ού ετέρων πραγμάτων, το δίκαιον κρίνει … Ασσίζ. 41210· από το πανί γίνεται ο σάρακας και από την γυναίκα η κακοσύνη Άνθ. χαρ. 2953· πανίν ευγενικόν, ολόχρυσον καθόλου Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 7239. 2) α) Μικρό κομμάτι υφάσματος: βοτάνην … τρίψον και μετά πανίου καθαρού είλησον Ορνεοσ. αγρ. 5428· Λίβανον, μαστίχιν … κοπάνισον … και με το άσπρον αυγού ζύμωσον και επίθες εις το μέτωπον μετά πανίου Ιατροσόφ. (Oikonomu) 1008· ποιος του ’φράσσε με το πανί το στόμα απού μουγκάτο Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 114· β) σεντόνι· (εδώ) νεκροσέντονο: εζαπλώσασι πανιά χρουσά κι εθέκα| κι εκείνον και την όμορφη και φημιστή γυναίκα Ροδολ. (Αποσκ.) Ε΄ 311· γ) παραπέτασμα, κουρτίνα: σιγανά σιμώνω| στην κάμερά τση και … σηκώνω| τση πόρτας όξω το πανί Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 195· δ) ύφασμα ζωγραφισμένο, μπάντα: Άνωθεν δε της μεγάλης πόρτας είναι εις πανί μεγάλον ιστορισμένη η Σταύρωσις του Χριστού Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 159· ε) είδος καλύμματος που φορά αρχιερέας σε ορισμένες περιστάσεις: οι αρχιερείς όταν εγκαινιάζουν εκκλησίαν τυλίγονται με πανί το γύρον Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 399v· ϛ) κομμάτι υφάσματος που χρησιμοποιείται ως εξάρτημα ενδυμασίας ή υπόδησης: εις τας ράχας αυτών κρεμαμένων πανίων εντετυλιμένων άσπρων εγύριζον αυτά εις τας χείρας αυτών ως σφαίρας Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 351, κριτ. υπ.· από δε των γονάτων μέχρι και των ποδών εντετυλιμένον άσπρον πανίν μετά λωρίων έως κάτωθεν γονατιζόμενον Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 432, κριτ. υπ.· ζ) επίδεσμος: εις τους κλασθέντας τόπους θες (ενν. μάλιν) και δήσον μετά λινού πανίου Ορνεοσ. αγρ. 5552· επάρετέ τον (ενν. το Σπανό) λεπτήν φλεμοτομίαν … και αντί φλεμοτόμιον πανίν ας αγοράσουν κοιλίαν βοϊνήν Σπανός (Eideneier) Α΄ 484· η) κουρέλι, ράκος: τα αναγκαία μέρη μόνα του σώματος μετά παλαιού πανίου σκεπάσαντες Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 456, κριτ. υπ. 3) (Ναυτ.) α) καραβόπανο: θέλεις να κατέχεις πόσας πέτζας πανίν θέλει Καραβ. 5028· β) (συνεκδ.) ιστίο πλοίου: Ετούτη έναι η μέντα του πανίου Καραβ. 49511· φρ. κάνω πανιά = αποπλέω, σαλπάρω: έκαμε πανιά όλη η αρμάτα και το μεσάνυχτο έφθασαν εις εκείνον τον κόλπον Καλόανδρ. (Δανέζης) 59 (31v). 4) (Συνεκδ.) α) νήμα για ύφανση: Εάν γένηται ότι ένας άνθρωπος δώσει τα ρούχα του ενού ράφτη … ή αν δώσει πανίν ενού ανυφαντάρη … Ασσίζ. 7316· β) (σε μεταφ.): Εκείνος οπού εμπέρδευσεν το πανίον, ας το ξεμπερδεύσει Μπερτόλδος 22. 5) α) Ιστός αράχνης: όλα, πάντα λύονται ως το πανί αράχνης Διγ. Z 4486· Ένα σφαλάγγι πονηρό απού τα σωθικά του| ψιλό πανί εργάζεται και δίκτυ για καλλιά του Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 278· β) (μεταφ.) δίχτυ· παγίδα: Τούτου του γένου (ενν. της αράχνης) μιμητής, ψιλό πανί θα στέσω,| τω στρατηγώ τες θέλησες ως θέλω να τες δέσω Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 281.
παντοίος,- επίθ., Προδρ. (Eideneier) I 4, Καλλίμ. 402, Διγ. (Trapp) Gr. 93, 3209, Διγ. Z 86, 3878, Ερμον. Β 213, Η 59, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 124, Χρον. Τόκκων 803, 1127, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 251, Byz. Kleinchron. A΄ 15193, Ολόκαλος 183, 293‑4, 483, κ.α., Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 354v, Πτωχολ. α 37, Ιστ. Βλαχ. 1775, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 49v, 50r.
Το αρχ. επίθ. παντοίος. Γεν. πληθ. παντοιώ σε έγγρ. του 17. αι. (Πεντόγαλος, Παρνασσ. 16, τεύχ. 1, 1974, 44). Τ. πάμποιος και πάντοιος σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex., στη λ.)·
1) Κάθε είδους, ποικίλος: Χρον. Τόκκων 3517, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 385. 2) Παντελής, ολοκληρωτικός: πίστευσον εμού τους λόγους| εις αλήθειαν παντοίαν Πτωχολ. α 702· περιπτυξάτωσαν αλλήλοις εκ παντοίας| χαράς και διαθέσεως κι ειλικρινούς καρδίας Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1211. 3) (Στον πληθ.) όλοι: μηδαμώς αμελήσωμεν την ύβριν εκδικήσαι,| αλλά παντοίους σπεύσωμεν εφευρείν τους οικείους Διγ. (Trapp) Gr. 2678.
παξιμάδιν- το, Προδρ. (Eideneier) IV 108-1 χφ Ρ κριτ. υπ., Χρον. Μορ. P 8293, Αχέλ. 2222· απαξιμάδιν, Προδρ. (Eideneier) IV 207 χφ Ρ κριτ. υπ.· απαξιμάδιον, Έκθ. χρον. 6823· παξιμάδι, Χούμνου, Κοσμογ. 1123, Ολόκαλος 1917, Αχέλ. 2218, Χρον. σουλτ. 8128, 9824, 13225, Πανώρ. Β΄ 135, Σεβήρ., Τελ. Σημειωμ. 28, Πτωχολ. A 88, 126, 180, 189, 303, 310, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 80, Πτωχολ. B 122, 180, 234, 381, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2197, 27713, 2807, 3617· πληθ. παξιμαδία, Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 261151· ποξαμάτιν, Μαχ. 14422.
Από το μτγν. παξαμάδιον. Ο τ. απαξιμάδι(ον) με ανάπτυξη του α (Βλ. Τριαντ., Άπ. Α΄ 344). Ο τ. παξιμάδι σε έγγρ. του 16. αι. (Δετοράκης, Κρητολ. 16-19, 1983-4, 129), στο Βλάχ. και σήμ. Τ. παξαμάτιον τον 5. αι. (Sophocl., λ. παξαμάδιον) και σε Γλωσσάρ. (L‑S, λ. παξαμάς). Τ. παξιμάτιν σε ποντιακή παραλλαγή του Διγενή Ακρίτα (Κυριακ., Διγ. Ακρ. 38) και σήμ. ιδιωμ. στην Κύπρο (Λουκά, Γλωσσάρ., λ. παξομάτιν). Ο τ. ποξαμάτιν, για τον οποίο βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 314, και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 751), όπου και τ. ποξομάτιν (Σακ., Κυπρ. Β΄ 751). Η λ. το 10. αι. (Sophocl., λ. παξαμάδιον) και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., όπου και άλλοι τ. της λ.).
1) Παξιμάδι: Το ψωμίν, οπού έρχεται από μακρά χρεία να είναι παξιμάδι, δύο βολές ψημένο, διά να μην μοχλιάσει και χαλασθεί Ροδινός (Βαλ.) 126· το νερόν του κριθίνου παξιμαδίου δίδει το καλοκαίρι πολλήν ωφέλειαν Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 197. 2) (Συνεκδ.)· (εδώ) κομμάτι (Βλ. Eideneier, BZ 82, 1989, 83): ξιφιοτράχηλον παστόν, κυπρίνου παξιμάδια Προδρ. (Eideneier) IV 207. Έκφρ. παξιμάδι του μυστηρίου = ο άγιος άρτος που παρασκευάζεται τη Μ. Πέμπτη (Βλ. Παναγιωτοπούλου, Θησαυρ. 13, 1976, 149): Εις παξιμάδι του μυστηρίου Σεβήρ., Τελ. Σημειωμ. 28.
πάπλωμα- το, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 180, Εβρ. ελεγ. 160, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 414, Διαθ. 17. αι. 5129‑130, 648, 7131, 1050, 96,· Ολόκαλος 19, 510, 99, 138· απάπλωμαν, Σπανός (Eideneier) Β 110· πάπλωμαν, Προδρ. (Eideneier) III 273-67 χφφ ΡΚ κριτ. υπ., Κρασοπ. (Eideneier) V 101, Μαχ. 62625, Ολόκαλος 36, 77, 344, 749, 1645, 2008.
Από το ουσ. επάπλωμα (απ. σε έγγρ. του 13.-14. αι., Miklos.-Müller, Acta Ϛ΄ 245) <εφάπλωμα με αφομ. (Βλ. Κοραή, Άτ. Α΄ 222· πβ. και Meyer, Γλωσσ. πραγμ. Κύπρ. 108, 113, Mihăescu, Infl. grec. 157, Δαγκίτσης, Λεξ. κ.α.). Απίθ. η ετυμ. των Φιλ., Γλωσσογν. Α΄ 181, Β΄ 215 και Ανδρ., Λεξ. (από το ουσ. πέπλωμα με επίδρ. του ουσ. άπλωμα) και του Αλεξίου Στ. [Διγ. Esc. σ. 248] (από το ουσ. υφάπλωμα με αφομ.). Ο τ. απάπλωμαν σε έγγρ. του 11. αι. (Act. Lavr. 2215· βλ. και TLG)· πβ. νεότ. τ. απλάπωμα στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. πάπλωμαν). Ο τ. πάπλωμαν σε έγγρ. του 16. (Διαθ. Ντεφαΐτζ. 77), σε σημείωμα του 17. αι. (Darrouzès, Κυπρ. Σπ. 23, 1959, 28) και σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. Β΄ 714, λ. ’πάπλωμαν, Παπαδ. Α., Λεξ.). Η λ. στο Meursius (λ. πάπλομα), σε έγγρ. από το 16. αι. κε. (Μανούσ., Πρακτ. Γ′ Παν. Σ Α΄ 22417, Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 27, 1984, 437 δις, Αλιπράντης, Αθ. 75, 1974-75, 11718, κ.π.α.) και σήμ.
Πάπλωμα: Αφήνω τση Ζαμπέτας μαστόρισσάς μου … ένα στρωμάτσο, ένα πάπλωμα, ένα ζευγάρι σεντόνια, δυο προσκεφαλάδια Διαθ. 17. αι. 9133· παρά μεν το θάλπειν θάλπωμα και μεταθέσει και πλεονασμῴ εφάπλωμα και πάπλωμα Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Στεφ.-Παπατρ.) 21554· (εδώ σε μεταφ.): βουτσί είχα προσκέφαλον και πάπλωμα την σκάφη Κρασοπ. (Eideneier) L 72. — Βλ. και εφάπλωμα(ν) και υφάπλωμα.
παπούτσι- το, Πεντ. Γέν. XIV 23, Έξ. III 5, XII 11, Δευτ. XXV 9, XXIX 4, XXXIII 25, Ροδινός (Βαλ.) 134· παπούγκιν, Μαχ. 8419· παπούτσι(ν), Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 515, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 507, Σαχλ., Αφήγ. 189, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 257v, 289v, Ολόκαλος 17338, Δεφ., Σωσ. 311, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ματθ. γ΄ 11, ι΄ 10, Μάρκ. στ΄ 9· παπούτσιν, Ασσίζ. 241, 492, Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 26· πληθ. παπούτσα Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 34· παπούτσιον, Μπερτόλδος 64, 82, Μπερτολδίνος 97, 133.
Από το τουρκ. papuç. Για τον τ. παπούγκιν πβ. τ. παπούκι, που απ. σήμ. ιδιωμ. (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Στ΄ 194, Georgac., The -ιτσ- suffixes 198). Ο τ. παπούτσιον στο Meursius, λ. παπούτζη, παπούτζιον. Η λ. σε έγγρ. του 13. αι. (Miklos.-Müller, Acta Ϛ΄ 130), στο Meursius (λ. παπούτζη, παπούτζιον) και σήμ.
Υπόδημα, παπούτσι: Χρουσό στεφάνι| τον πόνο απὄχει η κεφαλή ποτέ δεν τον εβγάνει,| μηδέ παπούτσιν όμορφο ρεματικό δε γιαίνει Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 203· τότες υιοί του Ισραήλ απέρασαν από την μέσην της θαλάσσου, οπού καν τα παπούτσια τους δεν εβράχηκαν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 171r· (σε παροιμ. φρ.): Όποιος σπέρνει τα ακάνθια, ας μην περιπατεί χωρίς παπούτσια Μπερτόλδος 22.
εξαμήνια- τα· ’ξαμήνια, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 2215.
Από το επίθ. εξάμηνος και την καταλ. ‑ια. Ο τ. και σήμ. στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ́ 159, Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ.). Τ. εξαμηνία και εξαμενία στο ποντιακό ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. εξαμήνα τα). Η λ. και σήμ. στην Κύπρο (Φαρμακ., Γλωσσάρ. 302).
Το μνημόσυνο που γίνεται στους έξι μήνες: να μου κάμουν μνημόσυνα καλά ..., τριμήνια, εξαμήνια, εναμήνια, χρόνια Ολόκαλος 15017.
μόμπιλε- το (άκλ.)· μόμπελε, Ολόκαλος 185, 296, 3913, 5214, 5410, 6410, 10210, 2156, 23914, Διαθ. 17. αι. 175, 3238, 248, 253, 256, 525, 622, 112‑113, 721, κ.α.· μόμπελεν, Διαθ. 17. αι. 621.
Το ιταλ. mobile. Λ. μόμπελι σε έγγρ. του 16. αι. (Μέρτζιος, Κρ. Χρ. 15-16 τεύχ. β΄, 1961- 62, 266).
Εξοπλισμός, γενικά τα κινητά πράγματα: Τη θυγατέρα μου αφήνω κερά ... σ’ ό,τ’ έχω μόμπελε και στάμπελε Διαθ. 17. αι. 679.
παρακαλετός,- επίθ., Ολόκαλος 5020, Ά́ 17, Β́ 27, 30 κ.α.
Aπό το παρακαλώ. Η λ. στο Somav., σε έγγρ. του 16.-17. αι. (Έγγρ. Σύρου Ά 124, Καζανάκη, Θησαυρ. 11, 1974, 258, 267, κ.α.) και σήμ.
1) Που παρακαλεί, που έχει παρακλητικό τόνο: Γράφει μου, παρακαλετός μεγάλα, να θελήσω| για λόγου μου την κορασάν ετούτη να ζητήσω Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 195. 2) (Νομ., προκ. για μάρτυρα σε συμβολαιογραφική πράξη) που παρευρίσκεται έπειτα από πρόσκληση: Μάρτυρες παρακαλετοί δύο Ολόκαλος Γ́ 19.
παρακλητικός,- επίθ., Διγ. Z 4001, Απολλών. 261, Σφρ., Χρον. (Maisano) 3431, Ολόκαλος 138, 522, 715, κ.π.α., Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 980.
Το αρχ. επίθ. παρακλητικός. Η λ. και σήμ.
1) Που γίνεται για παράκληση, που εκφράζει παράκληση: ου δάκρυσιν ο δικαστής κάμπτεται πολυρρύτοις,| ου λόγοις παρακλητικοίς, ου στεναγμοίς και γόοις Γλυκά, Στ. 420. 2) (Νομ., προκ. για μάρτυρα σε συμβολαιογραφική πράξη) που παρευρίσκεται έπειτα από πρόσκληση: Γέγραπται ουν η άνω ειρημένη στίμα ενώπιον των ώδε παρακλητικών μαρτύρων Ολόκαλος 320. Έκφρ. παρακλητική αναφορά, βλ. αναφορά 1α. Το θηλ. ως ουσ. = (εκκλ.) λειτουργικό βιβλίο της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας: οκτώηχος παρακλητική της υπεραγίας Θεοτόκου Κώδ. Πάτμου I 195· με μίαν παρακλητικήν διαβαίνουν (ενν. οι παπάδες) τον καιρό τους Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 179.
παραμάντι(ον)- το, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 506 κριτ. υπ., Ολόκαλος 134· παραμάνδι(ον), Σπανός (Eideneier) A 258.
Από την πρόθ. παρά και το ουσ. μαντί. Τ. παραμάνδιον στο Steph., Θησ. (παραμάνδυον). Τ. παραμάνδι στο Du Cange. Τ. παραμάντι σε έγγρ. του 17. αι. (Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 26, 1983, 494, 505, 534, ΔΙΕΕΕ 27, 1984, 365, 384). Η λ. παραμάντιον στο Meursius.
Ωμοφόριο ιερωμένων: μανδία, παραμάνδια μητροπολεπισκόπων Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 506· (ειρων.): χελώνες με τα παραμάντια Σπανός (Eideneier) B 79. — Βλ. και μαντί.
παρασκευοσάββατο- το· παρασκοσάββατο, Ολόκαλος 16210, 2225.
Από τα ουσ. Παρασκευή και Σάββατο.
(Εκκλ.) ακολουθίες στη μνήμη προκεκοιμημένου που γίνονται η μία το βράδι της Παρασκευής μετά τον εσπερινό (παννυχίδα) και η άλλη το πρωί του Σαββάτου (Θεία Λειτουργία επ’ ονόματί του): εις θάνατον, εις μνημόσυνα ολοχρονικά, εις λειτουργίες και εις παρασκοσάββατα κατά την τάξην και συνήθειαν των χριστιανών Ολόκαλος 636· να με θάψουν ... και να με μνημονεύσουν με παρασκοσάββατα κατά την τάξην των μοναχών και να μου κάμουν λειτουργίες Ολόκαλος 23912-3.
παρασπόρι- το, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 1487, 23911, 2637, Ολόκαλος 3148, 51· παρασπόριν, Ολόκαλος 3139, 1926.
Από το ουσ. παράσπορον (βλ. Andr., Lex., λ. *παρασπόριον, Kahane, Zeitschr. f. rom. Philol. 97, 1981, 142 και Tzitzilis, Griech. Lehnw. 99-100· η λ. απ. σε έγγρ. του 14. αι. και σήμ. ιδιωμ. στον τ. παράσπορο, βλ. Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ., λ. παράσπορο) και την κατάλ. ‑ι. Η λ. στο Du Cange, λ. παρασπόρια και σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex., Κωστ., Λεξ. τσακων. και Μπόγκα, Γλωσσ. Ηπείρου Β́ 52).
Το σιτάρι που πληρώνεται ως αμοιβή για τη χρήση ζώου: ο μισσέρ Νικολός Βαρούχας ... ποτέ μισσέρ Κωσταντή δίδει μίαν αγελέαν ... Να μοιράζουνται ό,τι απογεννήματα κάμει μέσα τως και να του δώσει εδά τον Άγουστο πρώτον ερχόμενον οδιά παρασπόρι τση λεγομένης αγελέας στάρι μουζούρι ά ... Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 3973· ο ... Κωνσταντής να δίδει του λεγομένου πατέρα οδιά την αγελέαν παρασπόρι μουζούρια δον Ολόκαλος 3153.
παρθενικός,- επίθ., Ολόκαλος 17, 56, 74, 354.
[Το μτγν. επίθ. παρθενικός. Η λ. και σήμ.]
Που ανήκει ή αναφέρεται σε παρθένο: Προς δε το νότιον μέρος του βήματος είναι η μαρμαρέινη θήκη, ένθα φυλάττεται ασφαλώς το παρθενικόν και μαρτυρικόν άγιον λείψανον της αγίας Αικατερίνης Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 157.
παρών,- μτχ. επίθ., Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 90, Φλώρ. 422, Αχιλλ. (Smith) N 1746· άκλ. παρών, Χριστ. διδασκ. 393, 400, 461· αιτιατ. πληθ. αρσ. παρούς, Ολόκαλος 129.
[Η μτχ. ενεστ. του αρχ. πάρειμι ως επίθ. Η λ. και σήμ.]
1) α) (Για πρόσωπο) που παρευρίσκεται, που παρίσταται κάπου: θέλοντας να κάμω κοντιτσίλλο ήκραξα εσένα τον παρών νοτάριον Διαθ. 17. αι. 211· των οποίων (ενν. Διακόνων) θέλουσιν έχει την έγνοιαν οι Λειτουργοί ... και τυχαίνοντάς τους ανάγκην, θέλουσιν είστεν εις τες υπόθεσές τους παρών Χριστ. διδασκ. 478· Μοιρασιά του νερού των Δρυών ... και πρώτον, Κώστα Σάμιο ... και Κώστα Μαλαθρά Γέρο με τους παρούς των υιούς Ολόκαλος 129· φρ. γίνομαι παρών = (προκ. για δικαστήριο) συγκαλούμαι, συνεδριάζω: διατί, ’γκαλεί τον κύριόν του ού τα τέκνα τους και χρή γενέσται παρών την αυγή, και τούτο ένι κατά τον νόμον και κατά την ασσίζαν Ασσίζ. 2824· β) (το αρσ. άκλ. σε επιρρ. χρ. με τη γεν. προσωπ. αντων.) ενώπιον κάπ., παρουσία κάπ.: Ταύτα τα νικητήρια κατά την του εβδόμου μηνός εβδόμῃ τε κι επτά εγένετο, παρών μου Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 480. 2) (Για πράγμα) που υπάρχει, που βρίσκεται κάπου: τον έφεραν (ενν. τον ειρημένον Σκαρλατί) πέντε ιερείς Λατίνοι εις την παρούσαν μας εκκλησίαν, εις την οποίαν τον εθάψαμεν κατά την τάξιν των ορθοδόξων χριστιανών Σεβήρ., Ενθύμ. 2824. 3) Που ανήκει στο παρόν, τωρινός, σημερινός: Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1701, Χρον. Μορ. H 6949, Σπαν. P 70· (άκλ.): Ω βασιλεύ εις τους βασιλευούσι,| ξανάλα στους παρών καιρούς τι δίχως σένα| μακάριοι να γενούν δεν ημπορούσι Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. δ́ [71]. 4) Για τον οποίο γίνεται λόγος αυτή τη στιγμή, αυτός εδώ: Διατούτο ηθελήσαμεν και εβάλαμεν εγγράφως την παρούσαν υπόθεσιν εις την Μεριέγολαν της εκκλησίας, εις παντοτινήν μνήμην και ενθύμιον Σεβήρ., Ενθύμ. 2826· (σε θέση ουσ. με παράλ. του ουσ. Αφιέρωση): εθέλησα ...| νά ’ρθω με την παρούσa μου να πα να προσκυνήσω| αφιερώνοντας μαζί όλη τη δούλεψή μου| και την ανώφελη πολύ και λίγη δύναμή μου| στα χέρια τσ’ εξουσίας σου Λεηλ. Παροικ. Αφ. 16· (σε θέση ουσ. με παράλ. του ουσ. κείμενον ή δίκαιον): το δίκαιον κελεύει ... ότι ούτοι οι συγγενείς του τεθνεώτος ού της θνητής ένι κρατούμενοι να ομόσουν εις τα άγια ότι ουκ ηκούσασιν του τεθνεώτος να δώσει εκείνο τό ζητά εκείνος ού εκείνη, ουδέ εφήκεν τους το, και κατά το παρόν έχασεν εκείνος εκείνον τό εζήταν, με το κείμενον, εφειδήν εκείνος ουδέν έχει άλλη αναφορά απ’ αυτό τό ζητά Ασσίζ. 3917. Το ουδ. ως ουσ. = α) Το χρονικό διάστημα που τώρα διανύεται, το παρόν· εκφρ. (1) εις το παρόν = τώρα· αυτόν ή εκείνον τον καιρό (για τη σημασ. πβ. Somav., λ. παρόν): εις το παρόν είναι δεκτή και φυλάγεται (ενν. η Κατήχησις) Χριστ. διδασκ. 491· ο κατής δεν τους έδωσεν θέλημα διά τα σπίτια να τα χαλάσουν, έσοντας οπού δεν ήταν ο Μεχμέτ Γιαζατζής εις το παρόν Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 25v· (2) προς το παρόν = τώρα, αυτή τη στιγμή: Απέ την δόξαν και τιμήν προς το παρόν οπὂχω| δεν χαίρονται, ως χαίρονται οι άλλοι στην χαρά μου Θησ. Β́ [265]· β) (στον πληθ.) η τωρινή κατάσταση των πραγμάτων, αυτό που συμβαίνει τώρα: Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 354v.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- Ολόκαλος 15812, 15, 17723, 57, 18021, 23, 24427, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 5018 (δις), 5917, 6215, 18· μουντάρω.