Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]

  Βιβλ.αναφορά : Οδοιπ. Σιβηρ.

  • αυτοβόρος, 
    επίθ., Οδοιπ. Σιβηρ. 274.
    Από το αυτο‑ και το ‑βόρος κατά το αιμοβόρος, σαρκοβόρος.
    Που τρώει ο ένας τον άλλο: Πλησίον δε του ωκεανού της θαλάσσης κατοικούσιν οι Σαμογέται (ό έστιν αλληλοβόροι ή αυτοβόροι, ήγουν οπού τρώγουν του λόγου τους και ένας τον άλλον) Οδοιπ. Σιβηρ. 274.
       
  • αχαμνός,  
    επίθ., Χρον. Μορ. H 1675, 1996, 2873, 3642, Gesprächb. 761649, 1102673, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 733, Μαχ. 3581, Θησ. ΙΑ΄ [442], Διήγ. Αλ. V 63, Άνθ. χαρ. 28711, Συναξ. γυν. 183, Πένθ. θαν.2 409, Φαλιέρ., Ιστ. V 656, Διήγ. Αλ. G 26416, 2796, Πεντ. Δευτ. XX 8, XXV 18, Αιτωλ., Μύθ. 13615, 1422, Χρον. σουλτ. 8719, 909, 9214, 1132, 11721, 13232, 13614, Αρσ., Κόπ. διατρ. σ. 373, Πιστ. βοσκ. I 1, 332, 4, 293, 5,188, ΙΙΙ 536, Άλ. Κύπρ. 928, Δωρ. Μον. XIX, XXVΙII, Βίος Δημ. Μοσχ. 539, Παλαμήδ., Βοηβ. 627, 649, 983, 1032, Θυσ.2 206 (κριτ. υπ.), 915, Συναδ., Χρον. 42, 45, 65, 67, Ροδολ. Α΄ [388] (έκδ. γιαχάμνη· διορθώσ. γιαχαμνή), Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [159], Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [150, 262, 1086], Γ΄ [600], Ε΄ [1333], Τζάνε, Φυλλ. ψυχ. 70, Χριστ. διδασκ. 343, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 7733, Οδοιπ. Σιβηρ. 281· ’χαμνός, Φυσιολ. (Zur.) XX 3β7, Θησ. Η΄ [843].
    Από το επίθ. χαύνος>χαυνός>χαμνός>αχαμνός (Βλ. Κοραή, Άτ. Β΄ 76). Για την τροπή του συμπλέγματος υν (= βν) σε μν πβ. ελαύνω - λάμνω, εύνοστος - έμνοστος (Βλ. Παπαδ. Α., ΛΔ 1, 1939, 26). Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) Μαλακός (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1): τ’ αψύ και τ’ άφτιαστο σίδερον δεν μαλάσσει,| αν δεν του βάλουσι αχαμνό άλλο να συγκεράσει Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [262]· με τις ρίζες του χόρτου μπλάστρι αχαμνό της κάνει| κι εις την πληγήν της το ’βάλε Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1333]. 2) α) Χαλαρός (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. A3): κύρη, μη σφίγγεις το σκοινί, άστο αχαμνό δαμάκι Θυσ.2 915· β) επιεικής: οι κρίσες οι αχαμνές και οι ελεημοσύνες| εκάμαν τους ολόγυμνους και ξετραχηλισμένους Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 733. 3) α) Αδύνατος, ασθενικός (Πβ. ΙΛ στη λ. 4α): χειρότερο είναι προς εσέ για τ’ αχαμνά σου μέλη Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [150]· και τους γέροντες τους αχαμνούς τους εκόφτανε Χρον. σουλτ. 9214· τους αχαμνούς και ασθενείς να δώσουν να γιατρέψουν Πένθ. θαν.2 409· (μεταφ.): λοιπόν ως έναι φανερό, η αχαμνή τους φύση| παρήκουσαν τον ορισμόν Συναξ. γυν. 183· βλ. και μτχ., απόλιγνος, άσχημος 8, άτυχος 9α, αχαμνίζω Α 2β μτχ.· β) ασθενικός, καχεκτικός (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 5α): όπου δε εισί θερμοί και καμπεροί τόποι, εκεί τα σαμούρια γεννώνται αχαμνά Οδοιπ. Σιβηρ. 281· Ένα δεντρό πολλώ χρονώ τώρα ήθελε βλαστήσει| και έκαμεν αχαμνούς καρπούς στον κόσμο να τσ’ αφήσει Τζάνε, Φυλλ. ψυχ. 70· γ) εξασθενημένος, κουρασμένος: βλέποντας πως αχαμνά ήτον και κουρασμένα τα φουσσάτα Παλαμήδ., Βοηβ. 983· Εδώκασι την συμβουλήν τον γάμον για να ποίσουν (παραλ. 1 στ.), διότι ήτον αχαμνή εκ του μακρού του δρόμου Βίος Δημ. Μοσχ. 539· βλ. και ανήμπορος 1α1· δ) (προκ. για λόγια) ασθενικός, χαμηλόφωνος: οι λόγοι του ’χαμνοί ήσαν και βραχνιασμένοι,| γιατί ’χε την λαβωματιά εις τον λαιμόν απάνω Θησ. Η΄ [843]· ε) αδύνατος (ηθικά): ήτον… άνθρωπος, επτωχός, ακάματος και κρασοπατέρας, αχαμνής φύσεως άνθρωπος ήτον Συναδ., Χρον. 45. Βλ. και άψυχος. 4) Άρρωστος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α 6): Λέγει την: είμαι αχαμνός κι έλα εδώ κοντά μου,| να με ιδείς πώς κείτομαι, πώς είν’ η αρρωστιά μου Αιτωλ., Μύθ. 13615. Βλ. και αρρωστάρης. 5) Ανίσχυρος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β1): Το κάστρον ήτον αχαμνόν Χρον. Moρ. H 1675· ήσαν αχαμνά και τα τείχη και οι πύργοι Δωρ. Μον. XIX· η βασιλεία των Ρωμαίων είναι τώρα αχαμνή Χρον. σουλτ. 8719· είναι αχαμνή (ενν. η Λευκουσιά) εισέ περισσούς τόπους| και την επαίρνει γλήγορα Άλ. Κύπρ. 928. Βλ. και άοπλος, απαλόψυχος, ασθενής 2. 6) Ήπιος, μαλακός: πολλά σταφύλια εσαπήθηκαν από την πολλήν βροχήν και ο χειμώνας έγινεν πολλά αχαμνός, αμή τον Μάρτιον και Απρίλιον μήναν πάλιν πολύ κρύωμα με χιόνι έκαμεν Συναδ., Χρον. 67. 7) Αβέβαιος, ασταθής: είναι τα ριζικά αχαμνά των ανθρώπων Παλαμήδ., Βοηβ. 627. Βλ. και άδηλος 1β, ασύστατος 2α. 8) Ελαφρός: Του δε σίτου ούσαι ’χαμναί αι αθέραι λαμβάνουσι τους κόκκους αυτού ευκόλως Φυσιολ. (Zur.) XX 3β7. 9) Ταπεινός: Δια να δροσίσω καμπόσον το πτωχόν πλάσμα το ανθρώπινον κατά τον αχαμνόν μου σκοπόν και αψήν αγάπην με γλυκειάν αποσκότισην Άνθ. χαρ. 28711. 10) Που βρίσκεται σε δύσκολη θέση, σε αδιέξοδο: ήτον αχαμνός και στενοχωριασμένος Παλαμήδ., Βοηβ. 649.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης