Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 183 εγγραφές  [0-20]

  Βιβλ.αναφορά : Ξόμπλιν

  • αβεντούρα  
    η, Βουστρ. (Σάθ.) 539, Ξόμπλιν φ. 122v, 128r.
    Το ιταλ. avventura (Meyer, NS IV 5). Πβ. Χατζ., Ξέν. στοιχ. 63. Σε έγγρ. του 1468 τ. αβαντούρα (Σακ., Κυπρ. Β́ 3).
    Τύχη, πεπρωμένο: και τρέχει ένας Σκλαβούνος με το σπαθίν αρματωμένος και εμπαίνει μέσα εις την τζάμπραν της ρήγαινας ... και τρέχει ο μισέρ Τζόρτζον Κονταρής ... και λαλεί του: «Είντα θέλεις ώδε;» Κι εκείνος λαλεί του: «Γυρεύγω την αβεντούρα μου» Βουστρ. (Σάθ.) 539.
       
  • άγιτα  
    η, Βουστρ. (Σάθ.) 480, Ξόμπλιν φ. 127v.
    Από το μεσν. ιταλ. aita. Η λ. και στον Du Cange. Τύπος αῒτα σήμ. στην Κύπρο (Παναρ., Κυπρ. Σπ. 27, 1963, 156).
    Βοήθεια: Να θελήσει η αφεντία του να δώσει πάσα άγιτα (μήπως αγίτα;) διά να έχει το ρηγάτον της Βουστρ. (Σάθ.) 480. — Πβ. αγιούτο.
       
  • αγροίκησις ‑η  
    η, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 9743· εγροίκησις, Ασσίζ. (Σάθ.) 2282, Μαχ. (Dawk.) 3505-6, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 33r, 34r, 35r, 36r, Φορτουν. (Ξανθ.) Ιντ. Β́́ 97, Ξόμπλιν φ. 124v· γροίκησις, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ́́ 194, Φορτουν. (Ξανθ.) Γ́́ 143.
    Από το αγροικώ. Ο τ. εγροίκηση στα Σακ., Κυπρ. Β́́, Γλωσσ. λ. εγροίκησι. Η λ. και σήμ. (ΙΛ) λ. αγροίκησι.
    1) Αντίληψη, νοημοσύνη: Αν είχεν έχει εγροίκηση τση δίκασης το μήλο,| πρίχου μιλήσω άλλον εγώ ουδέ λόγο ν’ ανατείλω,| απού τα χέρια σου ήφευγε να δώσει στα δικά μου,| βλέποντας την εμπόρεση, τήν έχει η ομορφιά μου Φορτουν. Ιντ. Β́́ 97· γιατί κατά το φυσικό τα οζά γροίκησην έχου,| κι εκείνο τώς το ορίσουσι να κάμουσι κατέχου Φορτουν. Γ́́ 143. 2) α) Ακρόαση: Εάν … οκάτις δίδει του γραφιά να γράφει ή πολεμά έναν άνομον προβελίζιον, ώσπερ απέ την εγροίκησην του γραμματικού αγνώρισεν καλά ότι ποιεί παράνομα το ρηγάτον Ασσίζ. 2282· β) προσοχή: Απού ’δωκεν εις τες ζωές αγροίκησην| τους αγαπήσασιν ποτέ και γράφτησα (παραλ. 1 στ.), γνωρίζει πως εν ζωντανοῖς εχάρησαν| ή με τον Χάρον τέλειωσην εποίκασιν| στες έννοιες Κυπρ. ερωτ. 9747· γ) αμοιβαία ακρόαση, συνεννόηση, συμφωνία: απέ τό ζητάτε να σας αποκριθούμεν, δεν το διδεί ο καιρός, αμμέ να έχομεν βουλήν μεσόν μας και την εγροίκησήν μας Μαχ. 3505-6· και μέσα εις τη φιλιάν τωνε τα πράματ’ απομένα,| στη γροίκηση απού είχασι, στό ’στερο αναπαημένα Ροδολ. (Μανούσ.) Γ́́ 194.
       
  • αγροικώ, 
    Τρωικά (Praecht.) 5334, Ασσίζ. (Σάθ.) 2818, 3523, 9431, 17831, 20913, 2141, 33823, 47222, Βησσ., Επιστ. (Λάμπρ.) 278, Χειλά, Χρον. (Hopf) 356, Μαχ. (Dawk.) 214, 28633, 30234, 36410, 36629, 46628, 33, 47416, 57813, 59617, 60211, 62019, 65410, Γεωργηλ., Θαν. (Wagn.) 330, 336, Αλφ. (Μπουμπ.) Ι 32, Βουστρ. (Σάθ.) 425, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 418, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 653, 654, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 231, 136, 232, 676, 7520, 7714, 964, 10439, 11644, 1194, 35, 1258, 12624, 14110, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 434, Δεφ., Λόγ. (Kar.) 422, Πεντ. (Hess.) Αρ. XXVII 20, Δευτ. IV 10, Αχέλ. (Pern.) 78, 1161, 2245, 2464, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 9127, 12526, 12819, Κατζ. (Πολ. Λ.) Γ́́ 77, 367, Πανώρ. (Κριαρ.) Γ́́ 104, Ερωφ. (Ξανθ.) Β́́ 76, Γ́́ 63, Δ́́ 34, 470, Έ́ 490, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 161, 164, 169, 170, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Ά́ 173, 263, 435, 961, 1509, Β́́ 1943, Γ́́ 32, 1314, Δ́́ 1189, 1984, Έ́ 375, 416, 642, Θυσ. (Μέγ.)2 115, 179, 354, 613, 702, 833, 1116, Ευγέν. (Vitti) Πρόλ. 82, Ιντ. κρ. θεάτρ. (Μανούσ.) Β́́ 57, Γ́́ 1, 55, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Ά́ 398, 1026, 1033, Β́́ 17, Γ́́ 1194, Χορ. Γ́́ 88, Έ́ 628, 1009, 1124, 1183, 1416, Φορτουν. (Ξανθ.) Πρόλ. 132, Ά́ 135, Πρόλ. άγν. κωμ. (Morgan) 16, Ζήν. (Σάθ.) Ά́ 189, Γ́́ 231, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 13711 (έκδ. αουρικήσουν) 13929, 18023, 1944, 47014, 51813, 5204, 5402, 56417· εγροικώ, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 4120, Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) 164 χοζ́́, Διήγ. Βελ. (Cant.) 354, Λίβ. (Wagn.) N 2495, 2533, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Legr.) 573, Βησσ., Επιστ. (Λάμπρ.) 363, 5, Σφρ., Χρον. μ. (PG 156) 1058 C, Ch. pop. (Pern.) 490, Θησ. (Foll.) I 99, Σαχλ. Β′ (Wagn.) P 153, Συναξ. γυν. (Krumb.) 182, 785, Ξόμπλιν φ. 124v· γροικώ, Διγ. (Hess.) Esc. 860, Διγ. (Καλ.) A 10, 3856, Ασσίζ. (Σάθ.) 307, 333, 3411, 18, 10322, 1084, 14810, 24223, 2534, 39924, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 5350, Πτωχολ. (Schick) P 180, Λίβ. (Lamb.) Esc. 1830, Αχιλλ. (Haag) L 344, Μαχ. (Dawk.) 88, 5027, 9017, 16224, 20810, 25013, 25830, 26022, 37, 31823, 31, 57833, 5909, 6222, Θησ. (Foll.) I 3, 4, 27δις, 39, 121, Ch. pop. (Pern.) 28, Βουστρ. (Σάθ.) 488, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 5626, 5698-9, 71621, Ριμ. κόρ. (Pern.) 649, 763, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 513, 807, 903, 15310, 1554, Πικατ. (Κριαρ.) 346, 489, Πένθ. θαν. (Ζώρ.) N 512, 555, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 492, 602, Βεντράμ., Γυν. (Knös) 180, 209, 210, Μυστ. παθ. (Parlang.-Μανούσ.) 12682, Αχέλ. (Pern.) 1327, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 252, 189, 4120, 734, 8416, 8512, 9132, 9316, 23, 1038, 1173, 11910, 1258, 14029, Παϊσ., Ιστ. Σινά (Παπαδ.-Κερ.) 30, 118, Πανώρ. (Κριαρ.) Γ́́ 478, 621, Δ́́ 83, 208, Έ́ 76, 118, 354, Κατζ. (Πολ. Λ.) Ά́ 325, 358, Β́́ 319, Δ́́ 237, Ερωφ. (Ξανθ.) Ά́ 113, 221, 524, Β́́ 23, Ιντ. Β́́ 40, 133, Δ́́ 53, 255, 320, Έ́ 52, 625, Βοσκοπ. (Αλεξ. Στ.) 349, 414, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 588, 1301, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 2059, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 167, 188, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Ά́ 170, 241, 630, 770, 1166, 1401, 1456, 1516, Β́́ 1987, Γ́́ 30, 32, 413, 1155, Δ́́ 448, 691, Θυσ. (Μέγ.)2 70, 107, 121, 178, 182, 193, 698, 704, 709, 714, Ευγέν. (Vitti) 973, 975, Στάθ. (Σάθ.) Γ́́ 330, Διήγ. ωραιότ. (Ασώπ. Ειρ.) 293, 485, Βακτ. αρχιερ. (Μομφ.) 138 ρμδ́́, 184 μέ́, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Χορ. Γ́́ 10, Έ́ 466, 1148, 1356, Λίμπον. (Legr.) 173, 278, Φορτουν. (Ξανθ.) Ά́ 102, 268, 273, Ιντ. Ά́ 45, Β́́ 211, Ιντ. Β́́ 40, Γ΄ 222, Έ́ 119, 146, 242, 258, Διγ. (Lambr.) O 724, 1399, 2437, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 15724, 15926, 17111, 22226, 2233, 33524, 3362, 38021, 3897, 39121, 42324, 47421, 51223, 53020, 54213, 55313, Διακρούσ. (Ξηρ.) 738, 8210· aγροικώ ή γροικώ, Λόγ. παρηγ. (Lambr.) O 337, Ασσίζ. (Σάθ.) 13913, 39018, Βέλθ. (Κριαρ.) 635, 940, 1077, Εβρ. ελεγ. (Παπαγ.) 166, Ορισμ. Μαμελ. (Βόνν.) 986, Λίβ. (Lamb.) Esc. 386, 1670, Αχιλλ. (Hess.) N 1235, Αχιλλ. (Λάμπρ.) O 658, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Legr.) 943, Μαχ. (Dawk.) 88, 9, 1235, 1620, 5027, 801, 18416, 28028-29, 29410, 31227, 4729, 47836, 6222, 63816, Θησ. (Foll.) I 27, 38, 47, 97, 109, 116, Ch. pop. (Pern.) 596, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) III 31, XI 7, Βουστρ. (Σάθ.) 433, Γαδ. διήγ. (Αλεξ. Λ.) 406, Πικατ. (Κριαρ.) 242, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 261, 556, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 4017, 587, Αιτωλ., Βοηβ. (Băn.) 91, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 3416, 14419, Ερωφ. (Ξανθ.) Β́́ 257, 443, Γ́́ 322, Έ́ 207, 325, Βοσκοπ. (Αλεξ. Στ.) 279, 317, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Ά́ 59, 96, 1782, 1815, Β́́ 895, 1812, Γ́́ 10, 528, Δ́́ 205, 725, 840, 854, 1076, Έ́ 107, 982, 1234, Θυσ. (Μέγ.)2 640, Στάθ. (Σάθ.) Γ́́ 244, 255, Ιντ. κρ. θεάτρ. (Μανούσ.) Β́́ 46, 117, Διήγ. πανωφ. (Φιλαδ.) 56, 60, Φορτουν. (Ξανθ.) Γ́́ 471, Πρόλ. άγν. κωμ. (Morgan) 57, Ζήν. (Σάθ.) Β́́ 107, Λεηλ. Παροικ. (Κριαρ.) 311, Διγ. (Lambr.) O 2437, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 1626, 41623, 47421, κ.π.α.
    Από το επίθ. *αγροικός = νοήμων, που από το άγροικος = ανόητος, όπου το α‑ θεωρήθηκε στερ. (Χατζιδ., ΕΕΠ 9, 1913, 47-51). Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    I. 1) α) Καταλαβαίνω, έχω την ικανότητα να κρίνω (πβ. ΙΛ στη λ. 1α): Μα σώνει δα ως εδεπά, κι οπού γροικά ας τελειώνει Βεντράμ., Γυν. 209· κι οπού κατέχει και γροικά, κι εις έτοια πάθ’ ά λάχει,| αντρειεύγει και κερδαίνει τη του ριζικού τη μάχη Ερωτόκρ. Δ́́ 691· Μα είντα μου ξάζει ν’ αγροικώ και τα πρεπά να γνώθω| εδά που σκλάβος βρίσκομαι και δούλος εις τον πόθο; Ερωτόκρ. Ά́ 263. β) (μέσ.): και γιατί άλλον δεν πεικάζω,| κάμνω σ’ όσον αγροικούμαι Κυπρ. ερωτ. 12624 [πβ. Φυλλ. Αλ. (Πάλλης) 136]· β1) κατανοώ, καταλαβαίνω (κάποιον): και του φρονίμου χάρασσε, και κείνος αγροικά σε Γεωργηλ., Θαν. 336· Δάσκαλος: Pulsa illam ianuam το λοιπόν. Γιάκουμος: Δε σου γροικώ, αδερφέ μου Κατζ. Δ́́ 237· β2) κατανοώ, καταλαβαίνω (κάτι): Εκείνους ήθελα τα γράψει, αλλ’ επειδή εκείνοι ως νέοι ακόμη δεν τα αγροικούν καλά, δι’ αυτό γράφω τα την ευγενείαν σου να τους παραινείτε Βησσ., Επιστ. 278· β3) καταλαβαίνω (κάτι από κάποιον): Πως τα τορνέσα θες ομπρός γροικώ σου· πιάσ’ τα κι άμε Κατζ. Ά́ 358· β4) καταλαβαίνω (με πρόταση) (πβ. ΙΛ στη λ. 1α): και έδωκέν τους ν’ αγροικήσουν ότι αρέσαν τους τα λογία Μαχ. 59617· και έδωκεν τους Τρώας ν’ αγροικήσουσι ποταποί είναι οι άρχοντες των Ελλήνων Τρωικά 5334· β5) το μέσο: μπορώ να συνεννοηθώ (με κάποιον) (πβ. Κατάγρ. Χαριτόπ. 150 και ΙΛ στη λ. 1ζ): και ο σουρτάνος εδιάβαζέν τα, ότι πολλοί αμιράδες δεν εγροικούντα μετά του, και εμούλλωνεν Μαχ. 6222· φρ.: γροικώ λογαριασμό = ακούω την υπαγόρευση της λογικής, σκέπτομαι λογικά Ερωτόκρ. Ά́ 1516, Δ́́ 854. 2) α) Αντιλαμβάνομαι, «παίρνω είδηση» (κάποιον, κάτι): Μ’ ας φύγωμεν από ’δεπά, να μη μάσε γροικήσει| τούτη, που μ’ είχε σκλάβο τζη, το φύγι να μποδίσει Ερωφ. Ιντ. Β́ 133· Τη νύχτα ασηκώθηκα δίχως να με γροικήσει| κι ήνοιξα την πορτούλα μας Κατζ. Ά́ 325· επειδή ημπόριε να το κάμει κρυφά, χωρίς να αγροικηθεί Σουμμ., Ρεμπελ. 169· Γείς οχ το σπίτι λογισμός μ’ έκαμε να κινήσω| κι εδώ στη βρύση μ’ ήφερε δίχως να το γροικήσω Πανώρ. Γ́́ 478· και συνηβάζεται κρυφά μ’ έναν καραβοκύρην| να τον επάρει μυστικώς κανείς μην το γροικήσει Ιμπ. (Κριαρ.) 644· β) αντιλαμβάνομαι (με πρόταση): Και σύντομα γροικήσασιν πως εγυμνοί εγυρίζαν Πικατ. 489· το μέσο: Δεν ξεύρεις όντα τρώει τινάς, δεν πρέπει να δηγάται;| εις πάσα λόγον μια γουλιά χάνει και δεν γροικάται Φαλιέρ., Ιστ. V 492. 3) α) Κρίνω, θεωρώ, νομίζω (πβ. ΙΛ στη λ. 1γ): κι εγώ δεν είμαι σα γροικάς, μηδέ σα βάνει ο νους σου Φορτουν. Έ́ 258· Είμαι επίγειος βασιλεύς, τρέμουν όταν με δούσι,| στην οικουμένην όλην δε αφέντην με γροικούσι Διακρούσ. 738· Η μια (ενν πληγή), σαν κλείσει ολότελα, γροικάται γιατρεμένη Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ 1356· Περί φθαρτού και αφθάρτου του παναγίου άρτου και σώματος του Χριστού, πώς γροικάται, φθαρτόν είναι ή άφθαρτον Βακτ. αρχιερ. 184 μέ́· β) υπολογίζω, θεωρώ σημαντικό, εκτιμώ: Μα ’βλεπες τον καλόγερο να ’ναι αναμπουκωμένος| κι ως ένα λιόντα άγριο έδειχνε μανισμένος·| κι ερίχνασί ντου τουφεκιές, μα κείνος δεν τες γροίκα Τζάνε, Κρ. πόλ. 54213· Άντις σ’ εσέν η δόξα πλιότερ’ αγροικάται,| γιατί όσο πλια το νικημένο αξίζει,| τόσον ο νικητής πλέο τιμάται Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. Γ́́ 88· γ) κρίνω (ότι είναι δυνατό), προβλέπω: ουκ έχει φίλον ο πτωχός, διατί δεν έχει πράγμα,| διατί δεν εγροικά κανείς μ́’ αυτούς να διαφορεύσει Σαχλ. Β′ (Wagn.) P 153· δ) κρίνω σωστό: κι ά λάχει το ενάντιον είντα ’χομεν να δούμεν;| αφανισμόν στα κάτεργα, γιαύτος δεν το γροικούμεν Τζάνε, Κρ. πόλ. 3362· Περί εκείνου οπού δανείζει το εδικόν του ετέρου ανθρώπου, και όταν του τα ζητήσει, λαλεί ότι χρωστεί τούτον περίτου παρά εκείνο οπού τον ζητά, και διά τούτον ουδέν γροικά να τον πλερώσει, αν ου μη το αγρωνίσει η αυλή Ασσίζ. 2534· Δεν γροικώ να σου απολογηθώ ώσπου να μου δείξεις την εξουσίαν τήν έχεις από τον ρήγα Μαχ. 31823· Διά τούτον γροικώ ότι ο αφέντης ο ρήγας να αναπληρώσει και να πλερώσει το δικόν τους Γενουβίσους Μαχ. 31831· ε) προτίθεμαι: Ας είσαι μάρτυρας λοιπόν, ω Άρη … (παραλ. 1 στ.) κι εσύ, κυρά μου δέσποινα … (παραλ. 2 στ.), ορθώσετε το χέρι μου και την φωνήν μ’ ομοίως,| εμένα που γροικώ να πω τα συνεργήματα σας Θησ. Ι 3. 4) α) Ξέρω: να είμεστεν πάντοτ’ έτοιμοι αφήτις δεν γροικούμεν| την ώραν όπου έρχεται ο κλέπτης να μας κλέψει Πένθ. θαν. N 512· ότι είστεν απόξενοι, τον τόπον ου γροικάτε Χρον. Μορ. P 5350· ήτον από την Σερβίαν και ομίλιε σέρβικα, και ρωμαίικα τελείως δεν εγροίκα· μόνον είχε δραγουμάνον, οπού ομίλιε Ιστ. πατρ. 1147· Και φυσικόν του καθενός τό βλέπει ν’ αγαπάει,| μα πρώτα θέλει να αγροικά σε τι πράγμα υπάει Δεφ., Λόγ. 422· β) ξέρω, μπορώ (να κάνω κάτι): σ’ ένα βοσκό άγνωστο σαν εμένα (παραλ. 1 στ.) να θέλου ν’ αποθέσουσι την διαφοράν εκείνη,| που ο μεγαλύτερος θεός δεν το γροικά να κρίνει Φορτουν. Ιντ. Β́́ 40. IΙ. 1) α) Αισθάνομαι: Καθημερνό τηνε ρωτού, είντα ’ν’ κι αδυναμίζει (παραλ. 1 στ.). Κι εκείνη με καλήν καρδιά και γέλιο πιλογάτο,| κι ήλεγε πως δεν είν’ κακά, αμή καλά ’γροικάτο Ερωτόκρ. Γ́ 32· ο κρουσμένος, όταν κοιμάται,| ως το ξύλον δεν γροικάται Συναξ. γυν. 760· β) ξυπνώ (πβ. το σημερ. νιώνω = ξυπνώ Ανδρ., Σημασ. εξ. 50): Κι εγώ νυστάζω και ποθώ καμπόσο ν’ ακουμπήσω·| και αν τύχει να πηγαίνομε, πέτε μου ν’ αγροικήσω Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 434· γ) αντιλαμβάνομαι (κάτι) με τις αισθήσεις, αισθάνομαι (κάτι) (πβ. ΙΛ στη λ. 2α): και εγροικούντα και σεισμοί πότε και πού … και άλλοι τις γροικούσαν και άλλοι δεν τις ενιώθασι Διήγ. πανωφ. 60· Πάμε λοιπόν στα ξώπορτα κι εκεί βρόμον γροικούμεν Διήγ. ωραιότ. 293· να μη γροικήσω το σπαθί να κόψει το λαιμό μου Θυσ.2 877· την κονταρά τα μέλη ντου όλα την εγροικήσα Ερωτόκρ. Β́́ 1812· κι απάνω ’ς τσι λαβωματιές τα πέταλα βουλούσα| και την πληγή ξεσκίζασι και πόνους εγροικούσα Ερωτόκρ. Δ́́ 1076· κι εκ την πολλήν ευλάβειαν ουδέν γροικούσι κόπον Παϊσ., Ιστ. Σινά 118· το μέσο: Μα μέσα <’ς> τσι δυο μήνες εγροικούμου| τη δύναμη δαμάκι του κορμιού μου Βοσκοπ. 317· δ) αισθάνομαι (συναισθηματικά): Άμετρην αναγάλλιαση, χαρά πολλά μεγάλη| γροικά η καρδιά μου μέσα τση Φορτουν. Έ́ 146· Έρωτα, μ’ όσα βάσανα με κάνεις ν’ αγροικήσω Ερωφ. Γ́ 63· οκ την μεγάλην λύπησην σήμερον που γροικούσι Ευγέν. 973· ε) αισθάνομαι (με πρόταση): Βοηθάτε μου και δεν μπορώ· γροικώ κι εβγαίνει η ψη μου Θυσ.2 193· το νου τζ’ εγροίκα σαν πουλί να φύγει να πετάξει Ερωτόκρ. Έ́ 982· στ) υπομένω (κάτι): Γείς πόνος μ’ έσφαξε δριμύς, μα ’δα με σφάζει κι άλλος (παραλ. 1 στ.). Τον ένα δεν εδύνουμου, τσι δυο πώς ν’ αγροικήσω; Θυσ.2 115. 2) Διαισθάνομαι, προαισθάνομαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1β): Τη γλώσσα σου γροικώ ξερή, θαμπό τ’ ανάβλεμμά σου Θυσ.2 107· Ώφου! και πώς το λόγιαζα κι ο νους μου πώς το γροίκα| η άργητα κι ο πόλεμος πως θα μου φέρει προίκα Τζάνε, Κρ. πόλ. 55313· Ω! πώς το γροίκα η καρδιά κι έτρεμεν το κορμί μου,| πώς θε να λάβγεις θάνατον ετότες, Κατερή μου Τζάνε, Κρ. πόλ. 51223. IΙΙ. 1) α) Ακούω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 3α): να μη θωρούν τα μάτια μου να μη γροικούν τ’ αφτιά μου Θυσ.2 178· και όσο ν’ αγροικήσουν το τρουμπέτιν, να ευρεθούν αρματωμένοι Μαχ. 36410· Πράμα καινούργιο σου γροικώ που άλλη φορά ποτέ σου| δε μου το ξεφανέρωσες Φορτουν. Β΄ 211· το μέσο: Κτύπους, λουμπάρδες στο Λίδο έξαφνα και γροικούνται Τζάνε, Κρ. πόλ. 38021· β) κάνω κάποιον να ακούσει (κάτι): μάζωξε εμέν τον λαό και να τους αγροικήσω τα λόγια μου Πεντ. Δευτ. IV 10· γ) ακούω με προσοχή (κάτι): Και κάθε πωρνόν επήγαινεν εις την Αγίαν Σοφίαν και εγροίκαν λειτουργίαν Βουστρ. 433· θέλετε γνωρίσει| σε τούτη μας τη κωμωδιά, οπού για ν’ αγροικήσει| καθένας από λόγου σας είστε εδεπά ερθωμένοι Φορτουν. Πρόλ. 132· δ) σε προστ.· πρόσεξε: Γροίκα, αφέντη βασιλεύ,| το λιθάρι τό φουμίζουν,| έχει σκώληκαν απέσω Πτωχολ. P 180· Σύρε, μα γροίκα, φίλε μου, πρι το χρυσάφι δούσι κάμε ν’ ανατριχιάσουνε όλοι να σε γροικούσι Ζήν. Γ́́ 231· ε) ακούω με καλή διάθεση: Και όποιος στα λόγια τους γροικά, τα λόγια τους πιστεύει,| εις το τσικάλι άνεμον εύκαιρα μαγερεύει Δεφ., Λόγ. 577· Αφέντη, μηδέν γροικάς εκείνου όπου σου λαλεί διά το δικόν του διάφορος, παρά γροίκα εκείνου όπου σου λαλεί διά ούλους το διάφορος Μαχ. 20810· στ) εισακούω: Μωραίνει, λέσι, ο Θεός λαόν που θ’ απολέσει| και παρακάλια δεν γροικά και προσευχές αν λέσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 15724· Άξιε θεέ, άλλοι το πρέπον δεν είναι ν’ αγροικούσι| ποτέ τα παρακάλια σου, μα να παρακαλούσι| πρέπει όλοι εσέναν Ιντ. κρ. θεάτρ. Β́́ 57· ζ) υπακούω (πβ. ΙΛ στη λ. 4): Και αν δεν θελήσετε ν’ αγροικήσετε της βουλής μας, ακριβά θέλετε τα ξαναγοράσειν Μαχ. 47416· Κι ο γενεράλες είπε ντω λίγον να σταματήσουν| και τύχαινε την ορδινιά τ’ αφέντη ν’ αγροικήσουν.| Μα εκείνοι δεν εκούσανε, μ’ εθέλησαν να βγούσιν Τζάνε, Κρ. πόλ. 5204. 2) Δίνω τη δυνατότητα σε κάποιον να ακουστεί: και αν ένι ο απεβγαλμένος να αγκαλέσει εις αγκάλεμαν τον αυθέντην του ή την κυράν του, ή τα παιδιά τους, ή αυλή ουδέν πρέπει να του γροικήσει Ασσίζ. 333· Τοιαύτα πράγματα ένι απέ τα ποία οι άνθρωποι ουδέν πρέπουν να αγκαλέσουν εις την αυλήν και αν το ποίσουν, ουδέν εντέχεται ν’ αγροικηθούν Ασσίζ. 3523· και εκείνοι ορίσαν τον Περότ να τον απολογιάσουν, αμμέ δεν εμπόρησε ν’ αγροικηθεί Μαχ. 60211. 3) α) Ακούω, πληροφορούμαι: Ακριβέ φίλε, είμεσθεν πεθυμημένοι ν’ αγροικήσομεν περί της υγείας σου, παρακαλούμεν σε να μας το ποίσεις φανερόν με την γραφήν σου Μαχ. 28633· Και ο κούντης της Σαβογίας, όπου ’τον δηγημένος να έλθει διά τους Σαρακηνούς, γροικώντα την αγάπην επήγεν εις την Ρωμανίαν Μαχ. 16224· και θάνατο κριμένο τού ’δωκε τόσ’ απού ποτέ σ’ άνθρωπο πλιο κιανένα| να δόθηκε χειρότερος δεν έχω γροικημένα Ερωφ. Έ́ 52· Τούτοι που ’πεψαν προξενειές οι βασιλιοί για σένα,| πως είναι δίχως αρετές τους έχεις γροικημένα; Ερωφ. Δ́́ 320· Χίλιους μεγάλους βασιλιούς …| τον περαζόμενον καιρό έχομε γροικημένους,| κι είδασι και τ’ αμμάτια μας περίσσιους ν’ αποθαίνου Ερωφ. Ά́ 524· κι όπου γροικάται ο μπασιάς να παν να τονε φτάξουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 33524· β) το παθητ. = ακούομαι, γίνομαι γνωστός: Το τέλος τ’ έχει να γενεί μ’ έτοιο βαρύ κανόνα,| οπού δεν εγροικήθηκεν εις όλον τον αιώνα Θυσ.2 640· θέλω να γράψω ν’ αγροικάται:| ο πόθος, ποθητέ, μπορεί καμπόσα,| αμμ’ όχι γιον μιαν άγγρη μηδέ τόσα Κυπρ. ερωτ. 676· θέλει γροικάται στ’ ουρανού τα ύψη τ’ όνομά σου Πανώρ. Γ́́ 621. γ) αναγνωρίζομαι, γίνομαι παραδεκτός: το αδερφομοίρι να είναι και να γροικάται τση λεγάμενης κερα-Ελένας Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 5347.
       
  • άμε  
    το, Μαχ. (Dawk.) 15010, 14, Βουστρ. (Σάθ.) 543· άμμε.
    Από τον τ. άμε <άγωμε (Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 111· βλ. και Μενάρδ., Αθ. 37, 1926, 62· πβ. και ΙΛ, λ. άγωμαν).
    1) Αναχώρηση: διά να μην μάθουν το άμε του ρηγός Μαχ. 15010· και εις το άμε της εγίνην μέγαν κλάμαν Βουστρ. 543. Βλ. και απεδώθε(ν) 2 Φρ. 2) Η κίνηση, το βάδισμα: Για πέντε κρίματα αγρωνίζεται ο πελλός απέ τον φρένιμον: α΄ εις την συντυχιάν· β΄ εις το άμμε· γ΄ εις το γέλιο ... Ξόμπλιν φ. 137v.
       
  • αμέτρητος,  
    επίθ., Διήγ. Αλ. E (Lolos) 28120, Ξόμπλιν φ. 132r, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 284r, Πιστ. βοσκ. (Joann.) III 6, 41, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 168· αναμέτρητος, Αλφ. (Mor.) ΙΙΙ 32
    Το αρχ. επίθ. αμέτρητος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) Ανεξάντλητος (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S): Έτσι κι εγώ ο καημένος (παραλ. 1 στ.) σε δυο πεθυμισμένες| βρύσες, οπού τως (έκδ. τις· διορθώσ.) δίδει| μια αμέτρητη καρδιά νερό ως κρουστάλλι Πιστ. βοσκ. III 6, 41. 2) Που δε μετρά, που δεν υπολογίζει, ασυλλόγιστος, ασύνετος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): Βλέποντας το λοιπόν οι άρχοντες την γνώμην του πρεβεδούρου ετούτην την άπρεπην και αμέτρητην, οπού έπιασε και δεν ήθελε να συμπέσει ... Σουμμ., Ρεμπελ. 168. — Πβ. και άμετρος 2.
       
  • αναμίγω,  
    Ασσίζ. (Σάθ.) 43719, 4556, Μαχ. (Dawk.) 5024, 37227, 37432, 438 (κριτ. υπ.), 53212, Βουστρ. (Σάθ.) 441, 477, 507, 527, 535, 539, Ξόμπλιν φ. 137v· ανασμίγω, Τρωικά (Praecht.) 52620.
    Από το αναμιγνύω κατά το σχήμα ήνοιξα-ανοίγω, ανέμιξα-αναμίγω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    Α´ (Ενεργ.) 1) Ξεσηκώνω, οδηγώ σε ρήξη (κάποιους): εκαταράτον τους δύο τους υιούς όπου αναμείξαν τους καβαλάρηδες Μαχ. 5024. 2) α) Κινώ: μηδέν αναμίγεις την κεφαλήν σου Ξόμπλιν 136v· β) παρακινώ: Πρέπει να εννοιαστεί ο άνθρωπος ανίσως και πολλά μεγάλον θέλημαν τον αναμίγει να συντύχει Ξόμπλιν 130r. Β´ Μέσ. 1) α) Ξεσηκώνομαι, θορυβούμαι και (γι’ αυτό) συγκεντρώνομαι: όλη η χώρα αναμίκτηκεν και εμήνυσαν του κοντοσταύλη Μαχ. 53212· β) αναστατώνομαι: Και γροικώντα το μαντάτον εις  την χώραν όλοι αναμίκτησαν Βουστρ. 535. —Συνών.: ανακατώνω Α6. 2) (Προκ. για το πεπτικό σύστημα) ανακατεύομαι: ήκουσαν τον αστενήν να πει ότι περί αυτόν τό του έδωκεν να φάγει ανεμίχτησαν τα εντός του και απεθανίσκει Ασσίζ. 43719.
       
  • αναπαγή  
    η, Κατζ. (Πολ. Λ.) Α΄ 117, Σκλέντζα, Ποιήμ. (Κακ.) 190· αναπά, Μαχ. (Dawk.) 58227, 4086, 8, 9.
    Από τον αόρ. ανεπάην του αναπαύομαι (ΙΛ, λ. αναπαή).
    1) Ανάπαυση (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αναπαή 1): ’Σ δύο μερτικά μοιράσετε πάσα ζωήν τ’ ανθρώπου·| εις έναν της αναπαγής, στ’ άλλον του μέγα κάπου Σκλέντζα, Ποιήμ. 190. 2) Αποχωρητήριο (πβ. ΙΛ, λ. ανάπαψι 1δ): Τον κύρην της Τύρου εσφάξεν τον εις την αναπάν Μαχ. 5827. 3) Hσυχία, γαλήνη: Τόσοι είναι οι κολασμοί του κόσμου ότι δεν ευρέθην ακόμη τινάς ότι μόνον μίαν ημέραν εμπόρησεν να έχει αναπάν Ξόμπλιν φ. 124r. —Συνών.: αναγκαίον 2. Η λ. σε έναρθρη γεν. επιρρ. = ήσυχα: ύστερα, σα χορτάσομε, τσ’ αναπαγής μας πάλι| ρεμέδιο ’ς τούτη τη δουλειά θέλομε βρει την άλλη Κατζ. A΄ 117. — Πβ. αναγκαίος 1β3.
       
  • ανασταίνω,  
    Βέλθ. (Κριαρ.) 1274, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 8670, Φλώρ. (Κριαρ.) 416, Χειλά, Χρον. (Hopf) 350, 351, Σκλέντζα, Ποιήμ. (Κακ.) 1147, 174, Νεκρ. βασιλ. (Μανούσ.) 4, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 30, 40, Πένθ. θαν. (Ζώρ.) N 486, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) A 296, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 294, Φαλιέρ., Ρίμ. (Ζώρ.) L 202, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ (Ζώρ.) 611, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 184, Πανώρ. (Κριαρ.) Β΄ 205, Πιστ. βοσκ. (Joann.) V 7, 34, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 4099, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 1816, Γ΄ 744, 1486, Δ΄ 297, Αποκ. Θεοτ. (Dawk.) ΙΙ 111· αναστήννω, Ασσίζ. (Σάθ.) 42, 2712, 2604, 26211, Μαχ. (Dawk.) 6105, 62623, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 588· ανεσταίνω, Θυσ. (Μέγ.)2 288· ’νεσταίνω, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Ε΄ 470, 754, 763, Διήγ. ωραιότ. (Ασώπ. Ειρ.) 25135·
    Από την πρόθ. ανά και το σταίνω. Όλοι οι τ. και σήμ. (ΙΛ, λ. αναστένω).
    1) Σηκώνω ψηλά (κάτι): την βασιλικήν σημαίαν ανασταίνει και φύλακας επρόσταξεν εκείσε διαμένειν Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 611· (μέσ.) σηκώνομαι, προετοιμάζομαι (για κάτι): Ανάστα γουν, ω δούκα μου, σύρε στον βασιλέα Κορων., Μπούας 40. 2) α) Χτίζω, οικοδομώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αναστένω 1β): Περί του ρημαδίου οπού ουδέν είχεν απού πολύν καιρόν σπίτια και τώρα βούλονται αναστήσαι και οικοδομήσαι τείντα δίκαιον εντέχεται να γένει Ασσίζ. 2604· της θάλασσας τα κύματα θέλει για ν’ αναστήσει| και τον αφρόν της θάλασσας θεμέλιον να τον στήσει Δεφ., Λόγ. 113· β) ξαναχτίζω, ανοικοδομώ, ανακαινίζω (Πβ. Κατσουρ., Έγγρ. 84): να αναστήσει το μοναστήριον τούτο το παλαιόν Χειλά, Χρον. 351. —Συνών.: ανακαινίζω Α1. 3) α) Ξαναφέρνω στη ζωή από τον Άδη (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αναστένω 2α): παρηγοριά του δώκασι τούτ’ όλα κι ανεστάθη| κι επλήθυν’ η ολπίδα ντου Ερωτόκρ. Γ΄ 1486· δύνεσαι απού νεκρόν να μ’ αναστήσεις Κυπρ. ερωτ. 588· Αναστεμένον τον Ιησούν εξώθηκες η πρώτη να τον ιδείς Σκλέντζα, Ποιήμ. 1147· με μίαν σου φωνήν Λάζαρος ενεστάθη Διήγ. ωραιότ. 25135· πβ. αναζώ Αα, αναζωώ α· β) ξαναφέρνω στη ζωή το γονιό με την παρουσία του τέκνου (που παίρνει το όνομά του) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αναστένω 2γ): να σμίξετε, γιατί σ’ εσέ είν’ όλα μας τα θάρρη| τον κύρη και τη μάννα σου με τέκνα ν’ ανασταίσεις Ερωτόκρ. Δ΄ 297. 4) Ανατρέφω, μεγαλώνω (παιδί) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αναστένω 6· πβ. ΙΛ, λ. αναστητής): ανάστησα κι εποίκα την και αποκατέστησά την Φλώρ. 416. —Συνών.: αναγιώνω Αα, ανατρέφω Αα. 5) Συντελώ στην προαγωγή κτήματος, δάσους (Βλ. Κουκ., Ευστ. Λαογρ. A΄ 267 και του ίδιου ΒΒΠ E΄ 426 και σημ. 3 και 4· η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αναστένω 7α): ανάστησεν έναν όμορφον περιβόλιν και έναν όμορφον απλίκιν εις την ποταμίαν Μαχ. 6105· ανασταίνουν δένδρα Χειλά, Χρον. 350· όρη και κάμπους και βουνά και δάση αναστημένα Φαλιέρ., Ρίμ. AN 206. 6) Ενισχύω (γενικώς) (κάτι) (Η σημασ. και σε έγγρ. του 1382 και σε άλλα μτγν. (Μανούσ., Θησαυρ. 3, 1965, 89) και σήμ., ΙΛ, λ. αναστένω 5α): να καταλύσει τα κακά κουστούμια (=συνήθειες) και τα καλά να τα αναστήσει Ασσίζ. 2712. 7) Ανασυγκροτώ (τόπον): αλλά αν θέλει, βούλεται τον τόπο ν’ αναστήσει,| αγάπη ας ποιήσει μετ’ αυτούς ειρηνικήν στερέαν Χρον. Μορ. (Καλ.) H 8670. 8) Εμποδίζω, ματαιώνω: ο γλυκύς λόγος αναστήνει τα μαλώματα Ξόμπλιν φ. 134v.
       
  • αποθαρρώ,  
    Ασσίζ. 6315, Χρον. Μορ. H 1872, 2184, 8251, 9100, Μαχ. 22413, 30218, 3405, 3529, 38828, 4807, 4907, 49414, 5423, Βουστρ. 498, 511· ’ποθαρρώ. Διγ. A 3099· μτχ. αποθαρρεμένος, Χρον. Μορ. H 1534, 8208, Κορων., Μπούας 103.
    Το αρχ. αποθαρρέω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) α) Παίρνω θάρρος (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. αποθαρρέω): Ο τοπος ήτον άφοβος, οι άνθρωποι αποθαρρούσαν| διά τα φουσάτα όπου έστηκαν, στο κάστρο των Γιαννίνων Χρον. Μορ. H 9100. Βλ. και ακροθαρρώ (Προσθήκες β́ τομ., σελ. 375), αναψυχώ IΒ, ανδρειεύω Α2α, ανδρίζω Ββ· · β) τολμώ να κάνω κάτι (Η σημασ. μτγν., L‑S, λ. αποθαρρέω και σήμ., ΙΛ στη λ. 1: δεν αποθάρρησε να πέψει να πάρει τα δουκάτα απέ την Βενετίαν Μαχ. 5423. 2) α) Έχω εμπιστοσύνη σε κάποιον: φύλαξόν με από κείνους απού αποθαρρώ, διατί εκείνους απού δεν αποθαρρώ βλέπομαι Μαχ. 22413· Θεωρώντα τον ο καπετάνος επίστευσέν του και εποίκεν του μηνίον (=μηνιαίο μισθό), και αποθάρρησέν του Μαχ. 30218 βλ. και απαντέχω 3· απού για καμιάν αγνωριμιάν φανερώνει το κρυφόν άλλου, ποτέ δεν θέλει εύρει άνθρωπον απού να του αποθαρρήσει Ξόμπλιν φ. 133v· β) εμπιστεύομαι κάτι σε κάποιον (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2α): εγώ πάλε ν’ αποθαρρώ τα πάντα μου εις εσένα Χρον. Μορ. H 1872· εμήνυσεν του εμπαλή να τους πέψει δ́ ψουμάτους καβαλάρηδες απού μεγάλην γενιάν, ν’ αποθαρρήσουν τα κορμιά τους Μαχ. 3405 βλ. και ανατίθημι Β, απηθώνω β γ) (προκ. για εμπορικές συναλλαγές) εμπιστεύομαι κάτι για ορισμένο χρονικό διάστημα (Πβ. και ΙΛ, στη λ. 2β): παρακαλεί τον μετέπειτα εκείνου όπου του επαράδωκεν το αμάχιν του να του το αποθαρρήσει ως ιε΄ ημέρας Ασσίζ. 6315.
       
  • ατιμάζω, 
    Γλυκά, Στ. 410, Προδρ. I 143, Παράφρ. Μανασσ. (Tièche) 344, Διγ. (Trapp) Esc. 1310, 1509, Βέλθ. 1008, Πουλολ. Z 231, Αρμεν., Εξάβ. Α΄ 465, Δ΄ 910, 24, 26, Σαχλ. N 59, 194, 217, 338, Πικατ. 290, Δεφ., Λόγ. 120, Περί γέρ. 175, Τριβ., Ρε 120, Θρ. Κύπρ. M 520, Πανώρ. Α΄ 190, Ε΄ 87, Φαλλίδ. 105, Βοσκοπ. 350, 407, Παλαμήδ., Βοηβ. 1354, Ιστ. Βλαχ. 1701, 2654, Βακτ. αρχιερ. 217, Φορτουν. Β΄ 110, Διγ. O 1778, Τζάνε, Κρ. πόλ. 55412, κ.π.α.· ’τιμάζω, Ασσίζ. 48425, Μαχ. 1843, 2282, 21, 25026, 25223, 25838. Ξόμπλιν φ. 133r.
    Το αρχ. ατιμάζω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ). Για τη λ. βλ. και Κουκ., BZ 19, 1910, 428.
    1) α) Προσβάλλω (με λόγια ή έργα) (Πβ. L‑S στη λ. Ι1. Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): ποττέ μαντατοφόρος ουδέ ’τιμάζεται, ουδέ παιδεύγεται Μαχ. 1843· ήσαν εις τον τόπον και είδαν τον πως τον εποίκεν εκείνον το κακόν ου να τον ’τιμάσει και να του ποίσει μεγάλη ασχημοσύνη Ασσίζ. 48425· Ήξευρε πως η ρήγαινα εσκανταλίστην με τον μισέρ Τζουάν Βισκούντην και ετίμασέν τον και εκακώθην της Μαχ. 2283· βλ. και ατιμώνω 1α, δίδω· β) περιφρονώ (Πβ. L‑S στη λ. II): Ουκ ατιμάζεται πτωχός, ου παροράται πένης,| ου προτιμάται πλούσιος Γλυκά, Στ. 410· Όρισε και απολύσαν τον να ’ναι σημαδευμένος,| να τον γινώσκουν άπαντες και να τον ατιμάζουν Πουλολ. Z 231. Βλ. και απαμπώθω, αρνούμαι 3α, ατιμώνω 1γ, καταφρονώ. 2) Κατηγορώ· βρίζω (Πβ. L‑S στη λ. I1· η λ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 3): άρχιζα ν’ ατιμάζω| τη γνώμη μου κι αλύπητη πολλά να τηνε κράζω Πανώρ. Ε΄ 87· Δίκαια πολλά πρικαίνομαι και δίκι’ αναστενάζω| και το πρικύ μου ριζικά δίκιο ’χω ν’ ατιμάζω Πανώρ. Α΄ 190· τον Χριστόν και τους αγίους αρχίζει ν’ ατιμάζει Σαχλ. N 217· την ώρα που εγεννήθηκες διατί την ατιμάζεις; Τριβ., Ρε 120· το ριζικό μου ν’ αναθεματίζω,  τον έρωτα τον ψεύτη ν’ ατιμάζω Βοσκοπ. 407. Βλ. και ακουζάρω, ακροβλαστημώ, ανατάζω 5, ασχημίζω Β3, ατιμολογώ, ατιμώνω 2, καρελάρω, καταδικάζω, καταφρονώ, ξατιμιάζω. 3) Τιμωρώ (Πβ. Δημητράκ. στη λ. 5 και Bailly, Dict. grec-fr. στη λ. 12): όποιος τους κρaτήσει αυτούς τους κανόνας, μεγάλως θέλει τιμηθεί εκ Θεού· όποιος πάλε θέλει τους καταφρονήσει, μεγάλως θέλει ατιμασθεί Βακτ. αρχιερ. 217. Βλ. και αποβγάνω 9, απολλύω 3, σιάζω.
       
  • αλεγριάζω. 
    Από το προβηγκ. alegrar (βλ. και ά. αλεγριάζομαι, ετυμολ.).
    Ικανοποιώ: ύστερον ένι να κορδιάσεις το πειν σου αλεγριάζοντα άξες ραζούς Ξόμπλιν φ. 138v.
       
  • αλομές, 
    επίρρ.
    Το ιταλ. almeno.
    Φρ. ουδέ αλομές = ούτε καν: μηδέν αποδιαλεκτείς τον φίλον σου ουδέ αλομές παίζοντα Ξόμπλιν φ. 135v.
       
  • αμπαντουνιάζω. 
    Από το ιταλ. abbandonare και την κατάλ. ‑ιάζω.
    Εγκαταλείπω· οδηγώ σε καταστροφή: Η αβεντούρα αμπαντουνιάζει συχνές φορές, αμμέ το καλόν θάρρος όχι ποττέ Ξόμπλιν φ. 128r.
       
  • αναγροίκιστος, 
    επίθ.
    Από το στερ. αν‑ και το αγροίκιστος.
    Κουφός: ως γοιον τον κουφόν και τον αναγροίκιστον Ξόμπλιν φ. 132v.
       
  • απαρτενιάζω. 
    Το προβηγκ. apartenir με την κατάλ. ‑ιάζω. Η λ. σε έγγρ. του 15. αι. (Richard-Papadopoullos, Livre des remembr. 10, 27· για τη λ. βλ. Richard-Papadopoullos, Livre des remembr. 226, 239).
    Ταιριάζω: κατά τες κουνδετσιούς των κορμίων πρέπει να λαλεί ο άνθρωπος πράματα οπού απαρτενιάζει του ανθρώπου και απού του απλαζιάζει Ξόμπλιν φ. 131v. — Πβ. και αππαρτενεύω.
       
  • αποδιαλέγομαι, 
    Ξόμπλιν φ. 135v.
    Από την πρόθ. από και το διαλέγομαι. Πβ. και διαλέγω.
    Περιφρονώ: Το τέταρον και δέκατον βίτσιον ένι ότι να βλεπηθείς να μην αποδιαλεκτείς τινάν Ξόμπλιν φ. 135r· τους αποδιαλεκτάδες ο Θεός αποδιαλέγεταί τους και εκείνους οπού ένι ταπεινοί διδεί τους γράσαν Ξόμπλιν φ. 135r.
       
  • αποδιαλεκτής 
    ο· πληθ. αποδιαλεκτάδες.
    Από το αποδιαλέγομαι και την κατάλ. ‑τής.
    Περιφρονητής: τους αποδιαλεκτάδες ο Θεός αποδιαλέγεταί τους και εκείνους οπού ένι ταπεινοί διδεί τους γράσαν Ξόμπλιν φ. 135r.
       
  • αποπιστεύω·  
    αποπιστεύγω.
    Από την πρόθ. από και το πιστεύω.
    Μεταπείθομαι, αλλάζω γνώμη, άποψη: ο άνθρωπος ο γέρος εγλήγορα πιστεύγει και αργά αποπιστεύγει Ξόμπλιν φ. 124v.
       
  • άργημαν 
    το.
    Από το αργώ και την κατάλ. ‑μαν. Η λ. και σήμ. (ΙΛ). Πβ. το σημερ. κυπρ. αργκημός (Χατζ., Λεξ.).
    Βραδύτητα, καθυστέρηση: να μηδέν βάλει πολύν άργημαν καιρόν μέσα εις έναν λόγον Ξόμπλιν φ. 137r.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης