Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- διαβλήτωρ
- ο, Ξανθόπ. Νικηφ. 836.
Το μτγν. ουσ. διαβλήτωρ.
Αυτός που διαβάλλει (Η σημασ. μτγν., L‑S): ακηδία εστί πάρεσις ψυχής … κοσμικών μακαρίστρια, Θεού διαβλήτωρ ως ασπλάγχνου και αφιλανθρώπου Ξανθόπ. Νικηφ. 836.
μακαρίστρια- η.
Το θηλ. του ουσ. μακαριστής. Η λ. τον 6. αι. (L‑S Κων/νίδη).
Αυτή που μακαρίζει, καλοτυχίζει κάπ. ή κ.: ακηδία εστί πάρεσις ψυχής και νοός έκλυσις … κοσμικών μακαρίστρια, Θ(εο)ύ διαβλήτωρ Ξανθόπ. Νικηφ. 836.
μεταμφιάζω.- Το μτγν. μεταμφιάζω (-έζω). Τ. μιταφιάζουμι σήμ. στη Σάμο (Andr., Lex., λ. μεταμφιάζομαι). Η λ. μεταμφιέζω και σήμ.
I. (Ενεργ.) αλλάζω ένδυμα σε κάπ.· (εδώ προκ. για κάπ. που ενδύεται το μοναχικό σχήμα) αλλάζω όνομα σε κάπ.: Τον δέ Καντακουζηνόν καταβιβάσας εποίησε μοναχόν εν τῃ μονῄ των Μαγγάνων, μεταμφιάσας τούτον Ιωάσαφ μοναχόν Chron. br. (Loen.) 31. IΙ. (Μέσ.) (μεταφ.) μεταβάλλομαι, αλλάζω χαρακτήρα: άλλους είδομεν εκ νόσων μεταμφιασαμένους και αρετής εις άκρον ελάσαντας Ξανθόπ. Νικηφ. 7824.
ξενιτεία- η, Διγ. (Trapp) Gr. 874, Διγ. A 1223, 1224, Διγ. Z 1180, Βέλθ. 67, 137, Ξανθόπ. Νικηφ. 8016, Φλώρ. 1140, Διήγ. πόλ. Θεοδ. 116, Περί ξεν. A 219, Λίβ. P 45, 66, Λίβ. Esc. 33, 62, Λίβ. (Lamb.) N 67, 88, Ιμπ. 12, Αλφ. ξεν. 2, Βησσ., Επιστ. 225, Μαχ. 7223, Θησ. Γ́ [837], Δ́ [248], Ιμπ. (Legr.) 873, Κορων., Μπούας 8, Βίος Αισώπ. 298, Διγ. Άνδρ. 33917· ξενιτειά, Φλώρ. 109, Περί ξεν. A 45, 250, Ιμπ. 177, 205, Αλφ. ξεν. 78, Απόκοπ.2 338, Άσμα σεισμ. 13, Αχέλ. 88, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 556, Παλαμήδ., Βοηβ. 442, Παλαμήδ., Ψαλμ. 425, Σουμμ., Ρεμπελ. 192, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 1916, Γ́ 1521, Δ́ 424, Έ́ 160, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [11], Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. δ́ 171, 184, Λεηλ. Παροικ. 463, Διακρούσ. 7072, Τζάνε, Κρ. πόλ. 22426, 40525, κ.α.
Το μτγν. ουσ. ξενιτειά. Ο τ. στο Βλάχ. και σήμ. Η λ. και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.).
1) α) Το να ξενιτεύεται κανείς, ξενιτεμός, εκπατρισμός: πλιο δε μιλεί (ενν. ο Ρωτόκριτος) για μισεμούς, για ξενιτεία δε λέγει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 888· η ξενιτειά και ο θάνατος αδέλφια λογούνται Περί ξεν. A 66· (με γεν. προσ.): Ου δύναμαι, ω Βέλθανδρε, την ξενιτειάν σου ακούσαι Βέλθ. 56· του Ιμπερίου την ξενιτειάν κλαίει (ενν. η ρήγαινα) και ου ʼπομένει Ιμπ. 863· (στον πληθ.): Διατ’ εκείνην (ενν. την πατρίδα) γίνονται τόσοι πόλεμοι, τόσες ξενιτειές και τόσοι φόνοι εις το γένος των ανθρώπων Ροδινός (Βαλ.) 159· Εάν δε νυκτί γένηται (ενν. σεισμός), κραιπάλη φέρει ο τόπος εκείνος και βαρβάρων στάσεις υπερθαύμαστες, εις τους πλουσίους ζημίες και κακοπραγίες, πολλάκις δε και ξενιτείες κακές Σεισμολ. (Οικονόμου) 43· β) περιπλάνηση σε ξένες χώρες (εδώ στον πληθ.): ο οποίος (ενν. Οδυσσέας) τόσον επεθύμα να ιδεί την πατρίδα του ύστερα από εκείνες τες πολλές ξενιτειές και πλάνες Ροδινός (Βαλ.) 159. 2) α) Ξένες χώρες, ξένος τόπος, τα ξένα: Ακόμη κι ο Ρωτόκριτος στην ξενιτειά γυρίζει| και τις κατέχει αν ήλαχε ’ς τόπο που δεν ολπίζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 1715· Και το λοιπόν εβάδισεν της ξενιτείας τον δρόμον,| χώρας πολλάς εγύρισε και τοπαρχίας και κάστρα Βέλθ. 215· Ω ευγενική κόρη, έβγα να ιδείς τον ποθητόν σου και παρηγόρησέ τον ότι ήλθεν από την ξενιτειάν Διγ. Άνδρ. 33917· απέθανεν ο Παπα-Γιάγαρης εις την ξενιτείαν, εις τα Σιδεροκάψα Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 35r· και συ στην ξενιτείαν εδά βρίσκεσαι ʼξορισμένη Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1548]· (με το ουσ. μέρη τα): και εμέν αφήτε μοναχόν να κλαίω την δυστυχιάν μου,| ως ατυχής να περπατώ της ξενιτειάς τα μέρη Φλώρ. 1219· β) (σε συνεκδ. χρ. για να δηλωθούν μαζί ο τόπος και ο χρόνος που βρίσκεται κανείς στα ξένα): ο σκύλος του Τωβία, αφόντις εγύρισεν εις το σπίτι πρωτύτερα από τον αφέντην του, από την πολλήν ξενιτειάν οπού επεριπάτησεν, έκαμεν πολλές χαρές με την ουράν τον Ροδινός (Βαλ.) 86· γ) (μεταφ. προκ. για τον επίγειο κόσμο, την επίγεια ζωή): Ξένοι κι εμείς πως είμεστεν δεν ξεύρεις και διαβάτες| και παραδέρνουμεν εδώ στης ξενιτειάς τις στράτες; (παραλ. 1 στ.) εδώ στην κοσμικήν ζωήν Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 96· και τον προπάτορα ημών και πάντας τους αγίους| λαβών απoκατέστησας προς την αρχαίαν π(ατ)ρίδα| και ημάς προς σε ανακάλεσε από της ξενιτείας Νεόφ. Έγκλ. 31. 3) Ερημικός τόπος, ερημιά: Λυπήσου, Χάρων, το κορμί, λυπήσου και τα κάλλη,| την ξενιτειάν που βρίσκομαι, οπού ’ναι πλια μεγάλη,| και μη μου δώσεις θάνατον ζιμιό να ξεψυχήσω| και το καημένον μου κορμί ’ς τούτο το δάσο αφήσω Ευγέν. 702 (βλ. και Vitti [Ευγέν. σ. 139])· (εδώ για να δηλωθεί η απουσία ανθρώπων): η χώρα του την έκαψεν ο Θεάς και εκαίγοντον, και αυτός (ενν. ο Λωτ) δεν ετόλμα να γυρίσει να μην απεθάνει και αυτός. Και έστεκε έτσι εις την ξενιτειάν| μοναχός διχώς άλλους ανθρώπους Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 131v· 4) Ταλαιπωρία, δυστυχία (πβ. και Λίβ. Sc. 2273): μα την ξενιτειάν μου,| τήν είδα, τήν επάσχισα, τήν έπαθα εις τον κόσμον Λίβ. Esc. 3457. 5) Το να απομένει κανείς μόνος, μοναξιά: Ελέησον (έκδ. ελεήσον από τυπογρ. λάθος), φιλάνθρωπε (ενν. Θεέ), την εμήν ξενιτειάν,| την μοναξιάν οικτειρον και ανάστησον τούτον,| ειδ’ ου, κέλευσον ...| προ τούτου τελευτήσαι με και την ψυχήν αφείναι,| μη ίδιο τούτον| άφωνον, νεκρόν, εξηπλωμένον Διγ. (Trapp) Gr. 3539· να λυπηθεί (ενν. ο Θεός) την πολλήν μου ξενιτειάν και ταλαιπωρίαν και νεότητα και να σε αναστήσει ... και να μην γνωρίσω άλλον άνδρα Διγ. Άνδρ. 4098. Φρ. 1) Ασκώ ξενιτειάν, βλ. ασκώ φρ. 2) Δουλεύω ξενιτείαν, παίρνω την ξενιτειάν, σεβαίνω εις ξενιτειάν = ξενιτεύομαι: ηράσθην παραπονηθείς δουλεύσαι ξενιτειάν·| και δη περάσας άνωθεν τῃ γῃ της Χαζαρίας| εύρον και γαίαν εύμορφον, λιμένος γαλήνιους Διήγ. πόλ. Θεοδ. 3· νέος επλανήθηκεν (ενν. ο υιός του Σπανέα), αφήκεν τους γονείς του·| στα ξένα εδιάβηκεν, την ξενιτειάν επήρε Σπαν. O 5· επαραπονέθηκα εις τον εμόν πατέραν| και εις ξενιτειάν εσέβηκα αλλότριαν, μεγάλην Ιμπ. 771.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- ο, Ξανθόπ. Νικηφ. 836.