Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 14 εγγραφές  [0-14]

  Βιβλ.αναφορά : Ντελλαπ., Υπομν.

  • εντρανίζω,  
    Λίβ. P 1742, 2478, Λίβ. Sc. 1009, Λίβ. Esc. 2083, Λίβ. N 560 (έκδ. με τρανίζει· διορθώσ. σε μ᾽ εντρανίζει), 630, 1573, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 577 (έκδ. ετρανίζει· διορθώσ. σε εντρανίζει), 877, 2281 (έκδ. ετράνισα· διορθώσ. σε εντράνισα), Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 297 (έκδ. ετράνισεν·  διορθώσ. σε εντράνισεν), 361 (έκδ. σε τρανίσω· διορθώσ. σε σ᾽ εντρανίσω), 691 (έκδ. ετράνισεν· διορθώσ. σε εντράνισεν), Θησ. Β΄ [957], Θ΄ [504], Χούμνου, Κοσμογ. 2804, Αλφ. (Μπουμπ.) I 40· ανδρανίζω, Μαρκάδ. 85· αντρανίζω, Φλώρ. 1330, Λίβ. Sc. 674, Λίβ. N 204, Πιστ. βοσκ. I 2, 81· ενδρανίζω, Διγ. Z 141, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1666· ᾽ντρανίζω, Σπαν. B 98 (έκδ. τρανίσειν· διορθώσ. σε ᾽ντρανίσειν), Περί ξεν. A 454 (έκδ. τρανίσης· διορθώσ. σε ᾽ντρανίσης), Χούμνου, Κοσμογ. 2765.
    Η λ. σε σχόλ. (L‑S) και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.).
    Α´ Μτβ. 1) α) Κοιτάζω επίμονα, παρατηρώ, περιεργάζομαι (Η σημασ. σε σχόλ., L‑S): ο βασιλεύς και οι άρχοντες εντράνιζαν όλας και κατελάμβανον της καθεμίας το ήθος Hist. imp. (Rochow) 19669· β) κοιτάζω, βλέπω, αντικρίζω κάπ. ή κ. (Για τη σημασ. βλ. και Παπαδ. Α., Λεξ.): όμως εξέβην, είδα την και εκείνη μ᾽ εντρανίζει,| εποίκεν σχήμαν εντροπής Λίβ. P 1798· ως τους εντράνισα πολλούς εψυχοεφοβήθην Λίβ. N 207· τον κριτήν τον φοβερόν καθαρώς ν᾽ αντρανίσεις Αλφ. καταν. 49· Τι να ποιήσεις, τάλαινα ψυχή, όταν εντρανίσεις,| ψυχή μου, τους ανελεείς … αγγέλους Ντελλαπ., Υπομν. 88. 2) ψάχνω, ερευνώ: Σηκώνουνται οι πορταροί, τον πύργον αντρανίζουν,| τον σκλάβον δεν ευρίσκουσι Ιστ. Βλαχ. 749. Β´ Αμτβ. 1) α) Στρέφω το βλέμμα (Για τη σημασ. βλ. και Παπαδ. Α., Λεξ.): αν ιστήκεις εις βουνίν και απόμακρα εντρανίζεις| και βλέπεις άλλον Γλυκά, Στ. 119· προς την γην ηντράνιζεν εν σκοτεινοίς βλεφάροις Μανασσ., Χρον. 4675· Αφότις εποσώσασιν στου Γολγοθά τον τόπον,| εντράνισεν και βλέπει τρεις εις τον σταυρόν απάνω Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 297· β) κοιτάζω (με ερωτική διάθεση): Λοιπόν ανάγκη πέπτει του αλλόθεν να εντρανίζει,| να ελησμονά της δίγνωμης την δολομηχανίαν Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1621. 2) (Προκ. για πόλη) είμαι στραμμένος προς …,«βλέπω»: εσχημάτισε θέσιν και οικοδομήν πόλεως. Το δε σχήμα ήτον ταύρος δυνατός … και ο μεν ταύρος εντράνιζεν έξω προς τον κάμπον Παράφρ. Μανασσ. Β 295. 3) (Μεταφ.) στρέφομαι: αντί τιμής εύρεν ατιμίαν από τους κακούς εκείνους άνδρας και διά τούτο ελυπηθη η ψυχή του και ηντράνισεν εις απιστίαν και εφιλιώθη μετά Κωνσταντίνου Παράφρ. Μανασσ. Β 307· χώμα γενού, αν ημπορείς, να σε πατώσιν όλοι.| Εξακολούθει θέλημα και πάσαν την βουλήν τους·| έντιμον το ανθρώπινον, ουκ έχεις πού ᾽ντρανίσειν Σπαν. B 98.
       
  • ήχος 
    ο, Διγ. (Trapp) Gr. 1750, 1781, Διγ. Z 857, 2888, Ερμον. Η 188, Βίος Αλ. 4585, Αργυρ., Βάρν. K 440, Δούκ. 22319, Δεφ., Λόγ. 63, Αχέλ. Πρόλ. 4, Διγ. Άνδρ. 4035· ηχός, Λόγ. παρηγ. L 176, 358, Διγ. (Trapp) Esc. 910, 1140, Λίβ. P 646, Λίβ. Esc. 933, Λίβ. N 796, Θησ. Δ΄ [731].
    Το αρχ. ουσ. ήχος. Η λ. και σήμ.
    α) Ήχος: άμα ακούσετε τους ήχους των βουκίνων Αχιλλ. N 255· Τι να ποιήσεις, ω ψυχή, όταν φωνιάξει η σάλπιγξ;| Εκείνον λέγω τον ηχόν τον φοβερόν και μέγαν Ντελλαπ., Υπομν. 19· εις τον ηχόν τον έμνοστον κι εις την φωνήν εκείνην| Ακρίτας εσηκώθηκε που ’τον φυλακωμένος Θησ. Γ΄ [111]· β) θόρυβος: πάμπολλα κωδωνίτσια και ήχος ετελείτο Διγ. (Trapp) Gr. 1186· εκ τόπου δε κινούμενος ήχον βροντής ετέλει Διγ. Z 2831. Έκφρ. κατά ήχου = σύμφωνα με το ρυθμό, μελωδικά: ωραίον τραγούδιν έλεγεν και κατά ήχου το υπάγει Ημερολ. 89.
       
  • κακεργάτης 
    ο, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 637, Ντελλαπ., Υπομν. 81.
    Από το επίθ. κακός και το ουσ. εργάτης. Βλ. Hörander, Stud. byz. Lexik. 192. Η λ. το 12. αι. (Βλ. Steph., Θησ.).
    Αυτός που εργάζεται το κακό, κακοποιός: αυτόν δε τον παμμίαρον ανείλον κακεργάτην Βίος Αλ. 5166· Ως δ’ έβλεψε τους δυσσεβείς εκείνους κακεργάτας Σωσ. 31.
       
  • καταγνωρίζω, 
    Καλλίμ. 2566, Βέλθ. 735, 913, Φλώρ. 346, Λίβ. Sc. 159, Λίβ. Esc. 45, 800, Λίβ. (Lamb.) N 77, Λίβ. N 1440, Χρον. Τόκκων 3701· κατεγνωρίζω, Φλώρ. 1667.
    Από την πρόθ. κατά και το γνωρίζω.
    α) Γνωρίζω κ. καλά, με ακρίβεια· καταλαβαίνω: την φιλανθρωπίαν και την αγαθοσύνην,| ην είχεν πάντα ο Κύριος ...| είδες, ψυχή μου, φανερά και εκατεγνώρισές την Ντελλαπ., Υπομν. 3· Υπήρχον δ’ υψηλότατα των πόλεων τα τείχη,| αλλά κατάδηλα σφοδρώς παρά των Μακεδόνων·| αυτά κατεγνωρίζοντο και κατεπολεμούντο Βίος Αλ. 3330· β) αναγνωρίζω κάπ.: Σιμώνει, εστράφη, είδεν τον, εκατεγνώρισέν τον (ενν. το Χριστό)| και γονατίζει η ταπεινή (ενν. η Θεοτόκος) και πίπτει ελιγωμένη Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 311· Του κηπουρού τον μισθαργόν, τον νεροφόρον τούτου,| άπαντες κατεγνώρισαν, επρόσεχαν, ηξεύραν Καλλίμ. 1698.
       
  • μακρύς, 
    επίθ., Λόγ. παρηγ. L 52, Προδρ. I 249, Ασσίζ. 1285, Ερμον. Γ΄ 261 (γεν. πληθ. μακρεόνων), Πουλολ. (Τσαβαρή) 60, Αλεξ. 2639, Λίβ. Esc. 3, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2928, Αχιλλ. O 62, Μαχ. 419, Θησ. IB΄ [611], Καραβ. 4928, 15, 49531, Κορων., Μπούας 88, Πεντ. Αρ. IX 10, Πτωχολ. (Κεχ.) P 14, Κυπρ. ερωτ. 432, Σταυριν. 916, Διγ. Άνδρ. 37035, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 914, Ευγέν. 491, Ροδολ. Β΄ [422], Μαρκάδ. 27 (πληθ. ουδ. μακρέα). Τζάνε, Κρ. πόλ. 4538· θηλ. μακρέα, Προδρ. III 50, Λίβ. Sc. 1074, Λίβ. Esc. 3, Λίβ. N 456, Ντελλαπ., Υπομν. 30, Rechenb. (Vog.) 621, Μαχ. 46017, Καραβ. 49226, 4931, 4· πληθ. ουδ. μακρία, Καραβ. 49216, Διήγ. Αλ. V 52.
    Από το αρχ. επίθ. μακρός (Για το σχηματ. βλ. Χατζιδ., Αθ. 11, 1899, 383). Η λ. και σήμ.
    1) α) Που έχει μεγάλο μήκος, μακρύς: βάσταζε (ενν. ο Μιχαήλ) στο χέρι του ένα μακρύ κοντάρι Σταυριν. 948· είχε (ενν. ο γάτος) την τρίχα κόκκινην και την ονρά μακρέα Γαδ. διήγ. 260· το πέλαγος … έναι μία ξέρα και είναι μακρία μίλι ήμισυ Πορτολ. A 21626· β) που έχει σχήμα επίμηκες, μακρουλός: η μούρη της (ενν. της έχιδνας) έναι μακριά, οι οδόντες μεγάλοι Φυσιολ. (Legr.) 428· τα δυο της μάτια (παραλ. 1 στ.) ήσαν μεγάλα και μακριά, έμορφα συνθεμένα Θησ. IB΄ [563]. 2) (Ως προς το ύψος, ανάστημα) ψηλός: Μακρύς (ενν. ο Ιμπέριος) ήτον ως το βεργίν, λιγνός ως το καλάμιν Ιμπ. 79· της Κωνσταντίνου κτίσιμον να βγάλεις άλλο τόσον| μακρύ, πλατύ και τρίγωνον Ριμ. Βελ. 30· μια πιθαμή επερίσσευγε (ενν. ο αφέντης της Σκλαβουνίας) τον πλια μακρύ αντρειωμένο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 268. 3) (Προκ. για κατηγορία) σοβαρός: Εάν γίνεται ότι είς άνθρωπος λάβει μίαν γυναίκα εις ορμασίαν … και αφόν την λάβει, έρχεται ομπρός κανείς άνθρωπος … και βάνει της μακρύν έγκλημαν Ασσίζ. 38014· 4) (Προκ. για χρόνο) μακροχρόνιος, μεγάλης διάρκειας: εκ το ταξίδιν το μακρύ (ενν. οι ψυχές) λιμέναν τους να πιάσουν Αχέλ. 1115· Εκείν’ η νύκτα πρι διαβείχρόνος μακρύς τση φάνη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε 701. 5) (Προκ. για τόπο): μακρινός, απομακρυσμένος: έτσι να κάμεις εις όλα τα κάστρη τα μακριά από εσέν πολλά Πεντ. Δευτ. XX 15· ο ξένος … να έρτει από ηγή μακριά Πεντ. Δευτ. XXIX 21. Το ουδ. ως ουσ. = αναβολή: το μακρύ πολλές φορές είδα καλό να φέρει| κι ημέρα αλλιώς να ’ν’ το ταχύ κι αλλιώς το μεσημέρι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1713. Η λ. στο αρσ. 1) (Ως επών.): Σφρ., Χρον. μ. 4833. 2) (Ως τοπων.): Τζάνε, Κρ. πόλ. 25319.
       
  • ουρανόφρων,  
    επίθ.
    Από το ουσ. ουρανός και το β΄ συνθ. ‑φρων. Η λ. τον 4.-5. αι. (Lampe, Lex.).
    Που έχει θεία φρονήματα, ευσεβής: οίμοι, ψυχή πανάθλια, πάλιν τι να ποιήσεις,| όταν ακούσεις της φωνής της μακαρίας εκείνης,| κράζων τους ουρανόφρονας άνω εις την βασιλείαν| των ουρανών και λέγουσα: «Δεύτε οι ευλογημένοι,| δεύτε κληρονομήσατε πατρός μου βασιλείαν»; Ντελλαπ., Υπομν. 66.
       
  • παθαίνω,  
    Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1213, Βέλθ. 190, 1097, Χρον. Μορ. P 78, Φλώρ. 577, 1094, Ερωτοπ. 598, Λίβ. P 385, 2090, Λίβ. Esc. 703, 3399, Αχιλλ. N 1737, Ιμπ. 5, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 501, Αχέλ. 1805, Πεντ. Γέν. XLII 20, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 397, Γ΄ 213, Κυπρ. ερωτ. 1415, Διγ. Άνδρ. 31631, 38010, Πανώρ. Γ΄ 536, Στάθ. (Martini) Γ΄ 239, Φορτουν. (Vinc.), Πρόλ. 102, Δ΄ 331, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 14520, κ.π.α.· παθάννω, Μαχ. 4363‑4· παθάνω, Λόγ. παρηγ. L 86, 357, 725, Συναξ. γυν. 955, Φλώρ. 502, 512, Σαχλ. N 45, 356, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 331, Περί ξεν. V 7, 544, Ερωτοπ. 146, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 200, Αλεξ. 2644, Ριμ. Απολλων. 1540· παθθάννω, Κυπρ. ερωτ. 293· πανθάνω, Σπαν. A 31, Γλυκά, Στ. 177, Καλλίμ. 1859, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 393, Περί ξεν. V 120, Ιμπ. 15, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. IV 1121-2, Ch. pop. 538, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 12915· μτχ. παθητ. παρκ. παθωμένος, Ανέκδ. ιντ. κρητ. θεάτρ. Α΄ 40, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 13639, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 154, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 45913, 49611.
    Το μτγν. παθαίνω. Ο τ. παθάνω και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Ο τ. πανθάνω <έπαθον, αόρ. του πάσχω (Ανδρ., Λεξ., στη λ.· πβ. και Steph., Θησ.) απ. τον 8. αι. (Sophocl.), στο ΕΜ (L‑S) και στο Meursius (λ. πανθάνειν). Η μτχ. παθητ. παρκ. παθωμένος και σήμ. στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ΄ 189). Τ. παθθαίννω σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 707, λ. παθθαίνω). Τ. παθθαίνω και παθθάνω στο Meursius (λ. παθθαίνειν). Η λ. και σήμ.
    Α´ Μτβ. 1) α) Υφίσταμαι συμφορές, βάσανα· δοκιμάζω κ. οδυνηρό, επιζήμιο ή πολύ δυσάρεστο· ν’ αρχίσω ο κακότυχος να γράψω τά παθαίνω,| τά έπαθ’ ο κακόμοιρος και τά με περιμένουν Περί ξεν. A 279· Τόσα έπαθαν, υπέμειναν δι’ όλην την εβδομάδα,| έπλευσαν, εκινδύνευσαν, ήλθαν εις τα εδικά τους Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.) 1488 (Δωδώνη 8, 1979, 361)· β) (προκ. για ερωτικά βάσανα): να μην έμπει η καρδία σου εις πόθον (έκδ. πάθον· διορθώσ.) κορασίου·| και εάν το πάθεις τούτο και λαβωθείς,| τότε να γνωρίσεις καλά την σαγίταν της αγάπης Αχιλλ. L 205· (με σύστ. αντικ.): Αυτήν την κόρην κατιδών Καλλίμαχος ο ξένος| πάθος πανθάνει φοβερόν εκ των μυθευομένων Καλλίμ. 1826· γ) (προκ. για απονομή δικαιοσύνης) δέχομαι τιμωρία: Το άλογον δεν άκουσεν, κι ιδέτε τι παθαίνει Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1247· Περί παραχωρήσεως τινών, οπού κρεμνίζονται ή πνίγουνται, αν από Θεού το παθαίνουν ή από δαίμονος Βακτ. αρχιερ. 177· δ) (με αντικ. ουσ. που δηλώνουν συγκεκριμένη σωματική, ηθική, ψυχική, υλική και άλλων ειδών βλάβη) υφίσταμαι, δοκιμάζω· ανάγκη (βλ. λ. 2β): πολλές ανάγκες έπαθες διά την εμήν αγάπην Λίβ. N 2705· αντροπή (βλ. εντροπή 1, 2, 4): Θωρώντα ο άνωθεν Καζάς την αντροπήν οπού έπαθεν είπεν του Μαχ. 20638· ατιμία (βλ. λ. 1α): Δέσποτα, …| μη πέσουν τα φουσσάτα σου και πάθεις ατιμίαν Αχιλλ. N 538· βάσανο(ν) (βλ. λ. 2): γράφεις μου και τις πρίκες σου και τα βάσανά σου όπου τζα παθαίνεις Σεβήρ.-Μανολ., Επιστ. 17113· βία (βλ. λ. 1α): πόλεμος ήτο φοβερός …,| μεγάλην βία έπαθον Πόλ. Τρωάδ. 589· δεινόν (βλ. λ.): διά την αγάπην σου τόσα δεινά πανθάνω Λίβ. P 1376· δήμευσις: Περί κληρονομίας παιδίων εις τα του πατρός τους πράγματα, αν τον εθανάτωσεν η κρίσις ως κακούργον ή αν έπαθε δήμευσιν Βακτ. αρχιερ. 161· ζημία (βλ. λ. 1δ): Περί πουλημένου είδους, όπου το έλαβαν και τα άσπρα δεν εδόθησαν και εκείνο έπαθε ζημία Βακτ. αρχιερ. 177· καημός (βλ. λ. 4β): πόσον έπαθα καημόν ώστε να ιδώ γραφήν της Λίβ. Esc. 1997· κακομοιριά (βλ. λ.): αν είναι να φανερωθεί κι ο ρήγας να το μάθει| κακομοιριές το σπίτι σας έχει πολλές να πάθει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1992· κακόν (βλ. λ. 4): θαρρώ να γδικαιωθώ σ’ όσα κακά πανθάνω,| όσα με φυλακίσασιν, εις όσα δηνέρια χάνω Σαχλ., Αφήγ. 616· κάκωσις (‑ση) (βλ. λ. 2α): τας κακώσεις μου τάς έπαθα εις τον κόσμον Λίβ. Esc. 3128· νοβέλλα (βλ. λ.)· οδύνη (βλ. λ. 3γ): έπαθεν πολλάς οδύνας έως νά ’βρει την ωραίαν Λίβ. Sc. 829· πειρασμός: τους πειρασμούς και τα κακά τα ήθελες παθάνει Σαχλ. N 45· πικρία: έπαθεν η καρδία μου πικρίας αναριθμήτους Λίβ. P 2576· πομπή: την εδιώξαν (ενν. την κουρούνα) κι έπαθε τότε πομπές μεγάλες Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 10016· πληγή: έπαθεν η καρδία σου πληγήν από του πόθου Λίβ. (Lamb.) N 580· πόνος: έπαθεν πόνους φοβερούς διά κείνην η ψυχή μου Λίβ. Esc. 3511· πράγμα: έκλαιεν, επικραίνουντον πόπαθε τέτοιον πράγμα Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1135· σκλαβιά, σκλάβωση: τον πόλεμον και τη σκλαβιά που πάθαν οι καημένοι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 14520· όλοι τως λυπηθήκανε στη σκλάβωση που πάθα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 3906· φρ. (1) Παθαίνω θέαμα εις κάπ. = εξευτελίζομαι στα μάτια κάπ.: το θέαμα τό έπαθα εις εσάς ποτέ ουκ ελησμονώ το (παραλ. 4 στ.)· τα φουσσάτα εντροπίασα και όλην μου την γενεάν Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 153. (2) Παθαίνω κινδύνους = περνώ μέσα από δύσκολες και κρίσιμες καταστάσεις: πόσους κινδύνους έπαθα και ανάγκες υπεστάθην Λίβ. N 1144. (3) Παθαίνω κρίματα = υποπίπτω σε ηθικά σφάλματα, αμαρτάνω (πβ. κρίμα 3β): όλοι άρχοντες, οπού ’σαν στο σκαμνί τους| εχάθησαν, εφθάρησαν και πάγει η τιμή τους·| άτυχοι διά κρίματα, τά πάθαν απατοί τους·| τα μοναστήρια χάλασαν οπού ’ταν η τιμή τους Θρ. πατρ. 7. (4) Παθαίνω φόνο(ν) = μου τυχαίνει φονικό, σκοτώνομαι: Οι Τούρκοι τσι ζυγώνασι και φτάνουσί τσι οπίσω,| το φόνο οπού πάθανε πρέπει να τον αφήσω Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 3492· οι Τούρκοι έπαθαν φόνον εκεί μεγάλον Αχέλ. 691. (5) Την έπαθα (ενν. τη δουλειά) = μου συνέβη απρόοπτα κ. δυσάρεστο (η φρ. και σήμ.· βλ. και Παπαδ. Α., ΛΔ 4, 1948, 119): κοιτάζοντας τόσες φωτιές και κτύποι οπού βγήκα| κι εκείνοι την επάθανε ετότες κι εχαθήκα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 52310. 2) (Με αντικ. το ουσ. καλό): ωφελούμαι, ευεργετούμαι, ευημερώ: τι καλό να πάθω εγώ; και τι όφελος πάλιν να ’χω; Σπαν. (Ζώρ.) V 532· Πάλιν πληροφορήθητε και σεις οι ευτυχούντες| πόσα καλά παθάνουσι οι ευτυχοτυχούντες Λόγ. παρηγ. L 729· φρ. καλά να πάθει (προκ. για δήλωση ικανοποίησης για άτομο που υφίσταται τις συνέπειες των πράξεών του· η φρ. και σήμ.): καλά να πάθει και από τούτο ας λογιάσει πάσα άνθρωπος το τι λογής καπνούς και λογισμούς είχον οι άνθρωποι ετούτοι Σουμμ., Ρεμπελ. 176. Β´ Αμτβ. 1) Καταλαμβάνομαι από πάθος για κ.: εκείνος (ενν. ο κυνηγός) προς το όρνεον είπε πως έχει πάθει| κάστρον διά να βουληθεί να κάμει και να κτίσει Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 456. 2) α) Ταλαιπωρούμαι, υποφέρω, με βρίσκουν βάσανα: Ω Βελισάριε φίλτατε, πιστότατέ μοι φίλε| και ηγαπημένε των Ρωμαίων, έπαθες διά φθόνον Διήγ. Βελ. χ 134· ούτως γαρ να παθάνουσιν οι ξένοι εις τα ξένα Περί ξεν. A 120· β) (προκ. για σωματική βλάβη): καθεείς επάθαινεν στο φασκιωτόν κεφάλι.| Εβρέχασιν απάνω τους οι λίθοι σαν το χιόνι Αχέλ. 402· γ) (προκ. για ερωτικό πόνο): εφλέχθης διά τον έρωτα, ετρώθης δια την αγάπην,| έπαθεν η καρδία σου, επλήγην διά τον πόθον Λίβ. P 450. 3) Τιμωρούμαι: Δίκαιος έστιν ο Θεός και η κρίσις του δικαία, αξίως γαρ παθάνομεν οι αμαρτωλοί εν τῳ Άδῃ Ντελλαπ., Υπομν. 118· έτσι παθαίνουν οι κακοί που δε μετανοούσιν,| πεθνήσκουν θάνατον κακόν, καθώς τον αγαπούσιν Ιστ. Βλαχ. 1315.
       
  • πανάθλιος,  
    επίθ., Διγ. (Trapp) Gr. 2217, Διγ. Z 2610, 3983, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 115, Φλώρ. 1107, Ντελλαπ., Υπομν. 77.
    Το αρχ. επίθ. πανάθλιος. Η λ. και σημ.
    α) Εντελώς άθλιος, πολύ δυστυχισμένος: Ερμον. Ω 234, Διγ. Z 1210· (προκ. για πόλη): διά το γενέσθαι την παναθλίαν πόλιν εκείνην υπό την δουλοσύνην Φράγκων των Βενετίκων Notizb. 82· β) (συνεκδ. για την ψυχή) πολύ αμαρτωλή, ελεεινή: σκόρπισον (ενν. Δέσποινα) πάντα λογισμόν …| συχνώς μοι επεμβαίνοντα εις το κατακρημνίσαι| την παναθλίαν μου ψυχήν εις τάρταρον του Άδου Εις Θεοτ. 51.
       
  • παρίστημι, 
    Ελλην. νόμ. 5161, Αχιλλ. (Smith) N 169· προστ. αορ. παράστα.
    [Το αρχ. παρίστημι. Η προστ. αορ. ήδη μτγν. (L‑S Suppl., στη λ.)· προστ. παρέστα σήμ. στο κρητ. ιδίωμα (Andr., Lex., στη λ.· βλ. και Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Γ́ 250, λ. παρέστα). Το μέσ. και σήμ. λόγ.]
    I. Ενεργ. 1) Στήνω, τοποθετώ κ. (κοντά, δίπλα): Δούκ. 30930. 2) Αποδίδω κ. λεκτικά· περιγράφω: Την παρθενίαν δ’ ο δεινός, την αγνείαν ο χοίρος| και βορβορώδης βάτραχος πώς δήλην παραστήσω; Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 167· Ά δε πανθάνει παρ’ αυτής εις τον καιρόν εκείνον| αισθανομένη δύναται καρδία ζωγραφήσαι·| φωνή γαρ λόγου και γραφή ου παραστήσει φύσιν Καλλίμ. 1829· πολλούς λόγους ειπών και παραστήσας πώς το φρούριον εκτίσθη εν ταις ημέραις του Ατήν διά αναλωμάτων της Ρόδου ... Δούκ. 1455. 3) Παρουσιάζω κάπ.· (εδώ δημόσια για επισημοποίηση της ιδιότητάς του): Όπου επάρει γυναίκα εις το οσπίτιν του παρκάτω παρού ουδέν έναι εκείνος, ας την παραστήσει εις την εκκλησίαν Ελλην. νόμ. 55523. 4) (Νομ.) παρουσιάζω κάπ. στο δικαστήριο, υποβάλλω κάπ. σε κρίση δικαστηρίου· (προκ. για τη μέλλουσα κρίση): Τι να ποιήσεις, ω ψυχή, όταν φωνιάξει η σάλπιγξ| εκείνον, ..., τον ηχόν τον φοβερόν ... (παραλ. 2 στ.) και πάντας εις το έντρομον και φοβερόν εκείνον,| ... δικαστήριον τους πάντας παραστήσει,| εκάστου επιφερόμενου ων έπραξεν εν βίῳ; Ντελλαπ., Υπομν. 23· Ει ... πάντα κερδήσωμεν, ψυχήν ζημιωθώμεν,| ... ουδέν το όφελος εν εκείνῃ τῃ ώρᾳ,| όταν Θεός εξ ουρανού έλθῃ κρίναι τον κόσμον| και παραστήσῃ άπαντας αποδώσοντας λόγον Διγ. (Trapp) Gr. 815· φρ. (1) παρίστημι μάρτυρα = παρουσιάζω, επικαλούμαι κάπ. ως μάρτυρα στο δικαστήριο: Έχεις μάρτυρας παραστήσαι εις ταύτα; Πωρικ. (Winterwerb) III 51· τούτο γαρ μη άπιστον εξ υμών λογισθείη,| μάρτυρα γαρ επαινετόν υμίν γε παραστήσω Διγ. Z 1272· (2) παρίστημι τον έλεγχον = διεξάγω έρευνα, ανάκριση: συ δε ως δίκαιος κριτής, ...| παράστησον τον έλεγχον άντικρυς του ετέρου,| όπως φανεί το δίκαιον του επιζητουμένου Ελλην. νόμ. 51426. ΙΙ. Μέσ. Α´ Μτβ. 1) Στέκομαι δίπλα, κοντά σε κάπ.· (μεταφ.) είμαι ισάξιος κάπ.: Η ευμορφία του σώματος ποιεί άνθρωπον άξιον να παρίσταται βασιλέα Βασιλ. Κεφάλ. Παραιν. 121. 2) (Προκ. για τόπο) φθάνω: πρώτῃ φυλακῄ της νυκτός παρέστη τῃ Υψηλῄ Δούκ. 24320· Διαβάντες τοίνυν το στόμα του λιμένος και παραστάντες την τάφρον ... Δούκ. 1071. 3) Παρουσιάζομαι σε κάπ.: υπήρχον ... ευνουχόπουλοι, οί παρασταθέντες τῳ βασιλεί είπον ... Δούκ. 30520· ος Αλεξάνδρῳ παραστάς λέγει προς τούτον ούτος ... Βίος Αλ. 3130. 4) α) Κάνω κάπ. να αποκτήσει μια ιδιότητα, αποδίδω σε κάπ. μια συγκεκριμένη ιδιότητα: Ιδών δε ο αυτής ανήρ αυτής την ατεκνίαν| εκ βάθους της αυτού ψυχής Θεόν εξιλεούτο| και πρέσβυν παρεστήσατο μύστην του τηλικούτου| Ιάκωβον Φλώρ. 12· β) επικαλούμαι κάπ. ως: τάχατα ... έθελα εγώ τον βασιλέα| δολίως μετά μηχανής εκείνον φαρμακώσει,| άπερ κριτήν παρίσταμαι τον πάντων Βασιλέα·| ουκ οίδα γαρ το φάρμακον, τίποτε ου γινώσκω Φλώρ. 563. 5) α) Παραστέκομαι σε κάπ., στέκομαι κοντά σε κάπ. για να βοηθήσω: ύπαγε, λούσε σύντομα τον μέγαν οικονόμον,| λούσε και τον ηγούμενον, παράστα και τους δύο Προδρ. (Eideneier) IV 124· β) προσφέρω υπηρεσίες σε κάπ.: παρίσταται (ενν. ο μισθαργός) τους βασιλείς, ως δούλος παραμένει Καλλίμ. 2167. Β́ Αμτβ. 1) Στέκομαι (κοντά, δίπλα): Βίος Αλ. 3420. 2) Παρίσταμαι, παρευρίσκομαι: αυτών δε πάντων παρισταμένων παρέστη και η Στάφυλος Πωρικ. (Winterwerb) I 18· Ορίζει φέρνουν τον υιόν παρισταμένων πάντων Αχιλλ. (Smith) O 104· ρηξοί τε πάσης τάξεως κύκλῳ παρισταμένοι Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1236. 3) Παρουσιάζομαι, εμφανίζομαι: παρευθύς παρέστησα τα Χερουβείμ Αποκ. Θεοτ. I 59. 4) (Προκ. για χρόνο) φθάνω: ου παρέστηκε καιρός της θηριομαχίας Διγ. (Trapp) Gr. 1034· αλλά κατέλαβε καιρός, αλλά παρέστη χρόνος Γλυκά, Στ. 26. 5) (Προκ. για καρπό) ωριμάζω: αναβαίνει (ενν. ο εχίνος) επί τον βότρυν της αμπέλου και καταβάλλει τας ρώγας χαμαί, όταν παρασταθεί ο βότρυς Φυσιολ. (Kaim.) 47a9. 6) (Νομ.) παρουσιάζομαι στο δικαστήριο: Παρίστανται οι πενθεροί, ήτοι οι γονείς των παίδων, καν μήτηρ, καν πατήρ, έμπροσθεν του κριτού Ελλην. νόμ. 5719· Έρχεται ο συνήγορος και παρίσταται έμπροσθεν του κριτού ή και του αρχιερέως Ελλην. νόμ. 51524· ω δέσποτα, ...| ... βλέπε την επίδειξιν του σου εγκαλουμένου,| ως γαρ αδικούμενος παρίσταται εγκαλών σε,| ωσαύτως και τας άντικρυς απολογίας πάσας| τας του ετέρου μέρους εκδικών μη παροράσεις Ελλην. νόμ. 51414· (εδώ προκ. για τη μέλλουσα κρίση): εκεί παραστησόμεθα και πλούσιος και πένης| και λόγους αποδώσομεν των πεπλημμελημένων Γλυκά, Στ. 401.
       
  • πειρασμός 
    ο, Γλυκά, Στ. 303, 329, Καλλίμ. 1807, 2105, 2290, Φλώρ. 885, 1018, Χρον. Μορ. P 4474, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 605, Σαχλ. N 45, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 194, Λίβ. P 480, 531, 1151, 2148, Λίβ. Sc. 573, 957, 2575, Λίβ. Esc. 736, 3631, Λίβ. N 2306, Ντελλαπ., Υπομν. 37, Αχιλλ. L 1132, Μαχ. 18218, Δούκ. 20728, 2373, Γεωργηλ., Θαν. 318, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 344v, 345r, 346r, Πεντ. Δευτ. XXVIII 22, Κυπρ. ερωτ. 1462, Πανώρ. Ά́ 245 κριτ. υπ., Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 106, Διγ. O 116, κ.π.α.· πειραγμός, Εκατόλ. M 69.
    [Το μτγν. ουσ. πειρασμός. Ο τ. σε σημείωμα πιθ. του 19. αι. (Σκουβαρά, Ολυμπιώτ. 338) και σήμ. ιδιωμ. (Μπόγκα, Γλωσσ. Ηπείρου Β’ 241). Η λ. και σήμ.]
    1) α) Δοκιμασία, έλεγχος για να διαπιστωθεί κ.: Πέμπει (ενν. ο Ιακώβ) τα δέκα του παιδιά στην Αίγυπτον ...| (παραλ. 1 στ.). Το να τους δει ο Ιωσήφ, εις πειρασμόν τους βάνει ... Χούμνου, Κοσμογ. 1791· β) (θρησκ., συν. με τα ρ. βαστάζω, υπομένω, φέρω) δοκιμασία, δυσκολία,  την οποία υπομένοντας κάπ. επιβεβαιώνει την πίστη του στο Θεό: αν σε έθλιψεν ο Θεός και έχασες το εδικόν σου,| μη βλασφημήσεις προς τον Θεόν ... (παραλ. 1 στ.). Εβλέποντας γαρ ο Θεός ...| που υπομένεις ... τους πειρασμούς σου,| ... συμπαθεί ως τον Ιώβ Σπαν. (Ζώρ.) V 194· ο φέρων πειρασμόν και λύπας υπομένων| εκδέχεται την άνεσιν της μισθαποδοσίας Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 316. 2) Επικίνδυνη ή δυσχερής κατάσταση, δυσκολία: εποίκαν εις τούτον τον πειρασμόν ή ημέρες ... και πλημελούσαν μέρα νύκταν Μαχ. 45021· (εδώ ως σύστ. αντικ.): ο Καλλίμαχος ...| ... κίνδυνον έχει μέγαν (παραλ. 1 στ.) Ας δράμωμεν ... (παραλ. 1 στ.) και μετ’ αυτού τον πειρασμόν ας τον συμπειραστούμεν Καλλίμ. 1354. 3) Κακό, βλάβη· συμφορά: πρόσεχε μη πειρασμόν αντί καλόν με ποίσεις Καλλίμ. 1084· (εδώ σε προσωποπ.): ώσπερ χάλαζ’ άμπελον, όταν την κατακρούσει,| τσακίζει μεν τα κλήματα, τον δε καρπόν και ρίπτει,| ούτω κἀμέ οι πειρασμοί συχνώς λιθοβολούντες| ... εζάλισαν τας φρένας Σπαν. (Λάμπρ.) Va 567· έκφρ. διαβόλου πειρασμός (προκ. για δυστύχημα απροσδόκητο): δεν είχεν σβήσει η φωτία ... και διαβόλου πειρασμός πιάνει ... το βαμπάκι και ... καίονται όλα τα εργαστήρια Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 40v· έκαμαν καβγάν εις το καπηλείον και εβγαίνει ο κυρ Μανόλης να ιδεί και διαβόλου πειρασμός έρχεται μία πέτρα και τον κτυπά εις το κεφάλι Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 16r. 4) Ενόχληση: Για νά βγεις οχ το σφάλμ’ αυτό κι εγώ οχ τον πειρασμόν| να λείψω, να σ’ αφουκραστώ θέλω, ως θες ατός σου,| μα με τον νόμον τούτονε, τι λίγο να μιλήσεις Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ 311· να γένει σύνοδος ... και να εξωριζωθούν πολλά εναντία από την μεγάλην εκκλησίαν, αρχή το Σιμωνιακόν, ... και τότε να εκλέξουν και πατριάρχην, να καθέζεται ειρηνικός και ασκανδάλιστος, χωρίς κανέναν πειρασμόν Ιστ. πατρ. 1734. 5) α) (Θρησκ.) παρακίνηση προς την αμαρτία, πειρασμός: οίος εις την εκκλησιάν ημερονυκτοβαίνει (παραλ. 2 στ.) ... των δαιμόνων πειρασμόν τελείως αποφεύγει Νεκρ. βασιλ. 126· β) (σε προσωποπ.) αυτός που παρακινεί στην αμαρτία, ο Σατανάς: όσον την εμάθαινε (ενν. τη ζούρα) τόσον τον εφώτιζεν ο πειρασμός και δεν την ήφηνε Κατά ζουράρη 9. 6) α) Στενοχώρια, ψυχικός πόνος, βάσανο: Μετά πολλού γαρ πειρασμού τον χωρισμόν τρυγώσιν (ενν. ο Καλλίμαχος και η Χρυσορρόη) Καλλίμ. 2116· διπλούς ο πειρασμός, ο θρήνος υπέρ μέτρον| παρήγορον ουκ ήθελεν λόγον ποσώς ν’ ακούσει (ενν. η κόρη) Καλλίμ. 2405· φίλοι ... (παραλ. 2 στ.) ... τους πολλούς μου πειρασμούς συνεπικράνθητέ τους,| τας συμφοράς μου τας βαρεάς συνυπομείνατέ τας Λίβ. P 623· β) ερωτική στενοχώρια: να σε ’φηγηθώ τους πειρασμούς του πόθου,| τους πόνους και τους στεναγμούς τούς έχω δι’ εσένα Ερωτοπ. 151· (εδώ σε μεταφ.): πόθου φροντίδα την εμήν ουκ έθλιψε καρδίαν, (παραλ. 1 στ.) της ασχολήσεως πειρασμός ουκ έδειρε τον νουν μου· Λίβ. N 2811· α σ’ έκοφτεν ο πειρασμός του πόθου που με σφάζει ... Φαλιέρ., Ιστ.2 566· γ) (μεταφ. σε προσφών.) πρόσωπο που προκαλεί τον ερωτικό πόνο: ω σπλαχνικό μου σκάνδαλο, γλυκύ και πειρασμέ μου, (παραλ. 1 στ.) ρωτάς με αν έν’ και σ’ αγαπώ με δίχως δολοσύνη; Φαλιέρ., Ιστ.2 473. 7) Κόπος, προσπάθεια· ταλαιπωρία: Δίχως πικριά και πειρασμόν αξιότητα δεν ημπορεί να έχει (παραλ. 3 στ.) Πλούτος και αξιότητα και σε τιμήν μεγάλην| με την οκνιάν κι ανάπαυσιν δεν ημπορεί να βγάλει Δεφ., Λόγ. 361· Ποτέ ουκ αν δυνηθεί τινάς την βασιλείαν να λάβει| δίχως μεγάλους πειρασμούς, δίχως μεγάλους κόπους Ντελλαπ., Ερωτήμ. 686· ο ... κυρ Μιχελής με τους αδερφούς του ... για να λείψουν από τραβάγιες, πειρασμούς, έξοδες και βάσανα των καλεσιμάτων, με το παρόν ινστρουμέντο ... συβάζουνται ... να μοιράσουν ό,τι πράμα έχουν Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 3533. 8) α) Μαρτύριο, βασανιστήριο: ας έβγει ’κ τον πειρασμόν της φυλακής όπου ένι Χρον. Μορ. H 4466· ένοχος είσαι πειρασμών, θανάτου τιμωρίας Σπαν. P 24· β) τιμωρία: Όταν ο άνδρας βιάσει γυναίκα ..., διά πέντε χρόνους αν σιωπηθεί, δεν εβγαίνει από πειρασμόν, αμμή, αν περάσουσι και πλείονες, εγκαλούσι τον και παιδεύεται Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 741 λβ́ 5. Φρ. 1) Δίδω πειρασμόν = ενοχλώ, στενοχωρώ: τον Θεόν δεν φοβούμαι ..., όμως διατί με δίδει πειρασμόν η χήρα ετούτη, ας την ξεγδικήσω Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Λουκ. ιή́ 5· τι σου έκαμεν εκείνος, οπού σου δίδει τόσον πειρασμόν και θλίψιν; Μπερτολδίνος 146. 2) Εισβαίνω/μπαίνω εις πειρασμόν = κινδυνεύω, υποφέρω: Ο Καλλίμαχος εις πειρασμόν εσέβην·| ανάγκην έχει σήμερον, κίνδυνον έχει μέγαν Καλλίμ. 1349· να κάμω (ενν. ο Θεός) τους Αιγύπτιους εις πειρασμόν να μπούσι Χούμνου, Κοσμογ. 2252. 3) Έρχομαι εις πειρασμόν = δοκιμάζομαι: όταν ήλθες ’ς πειρασμόν, την εκκλησιάν αρνείσαι| και τον Θεόν οργίζεσαι Φυσιολ. (Legr.) 342· αγάπη γυναικός ποτέ της δεν ευρέθη,| εις πρώτο ή στο ύστερον σε πειρασμόν να μη έρθει Δεφ., Λόγ. 404. 4) Παίρνω πειρασμούς = στενοχωριέμαι: ογιά να κλαίει την νένα της, νύκτα και την ημέρα,| να παίρνει τόσους πειρασμούς, εις θάνατον την φέραν (ενν. την Ταρσία) Ριμ. Απολλων. (Βεν.) 1448.
       
  • πένης 
    ο, Σπαν. A 331, 495, Σπαν. B 473, Γλυκά, Στ. 425, Προδρ. (Eideneier) ΙI 74, 82, IV 660 χφ P κριτ. υπ., Ερμον. Ω 358, Χρον. Τόκκων 3052, Διήγ. Βελ. χ 7, Μαχ. 51434, Byz. Kleinchron. Ά́ 50936, Τζάνε Εμμ., Αφ. 14214· αιτιατ. εν. πένην, Σπαν. (Μαυρ.) P 67· πένητας, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 13611, Ντελλαπ., Υπομν. 132, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 349v, Δεφ., Λόγ. 130· πενήτας, Θησ. Ϛ́ [27], Διγ. O 2112.
    [Το αρχ. ουσ. πένης. Για την αιτιατ. εν. ‑ην βλ. Κοραή, Άτ. Ά́ 330. Οι τ. πένητας και πενήτας και σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex., στη λ., Παπαδ. Α., Λεξ., λ. πενήτας). Η λ. και σήμ. λόγ. (ΛΚΝ).]
    1) α1) Φτωχός, ενδεής, άπορος: Σπαν. A 493, Κομν., Διδασκ. Δ 337· (εδώ πλεοναστικά): Την αδικίαν φεύγε την, μη φθείρεις την ψυχήν σου·| αν έχεις και αν ουδέν έχεις, πένης πτωχός αν είσαι| ουδέν δικαιώνεσαι ποτέ εις κρίσιν Σπαν. (Μαυρ.) P 65· (ως αντίθ. του πλούσιος και του βασιλεύς): Αχιλλ. (Smith) N 1665, Διήγ. Βελ. N2 7, Byz. Kleinchron. Ά́ 50519· Χώμαν υπάρχεις, άνθρωπε, καν οίος και αν είσαι,| καν βασιλεύς καν πένητας Αλφ. 14107· α2) φτωχός, αξιολύπητος: πρόσχες (ενν. δέσποτα) εις εμέν στενούμενον, πεινώντα| τον Ιλαρίωνα τον σον δούλον οικτρόν και πένην Προδρ. (Eideneier) IV 648-1 χφ P κριτ. υπ. 2) Δύστυχος, ταλαίπωρος: τέτοια σκληρία πολλά φρικτή εγίνετον ετότε| όταν ’κ την πόλη εμίσεψε ο δολερός Αρκίτας| χωρίς ελπίδα τίποτες να μη στραφεί ο πενήτας Θησ. Δ́ [18].
       
  • προσφέρω, 
    Διάτ. Κυπρ. 5084, 50931, Ελλην. νόμ. 57525, Διγ. (Trapp) Gr. 2277, Δευτ. Παρουσ. 71, Πεντ. Λευιτ. XXI 6, Πτωχολ. α 563, Ιστ. πολιτ. 238, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Εβρ. θ́ 7, 9, ιά 4, 17 δις· προσφέρ(ν)ω, Ελλην. νόμ. 53216, 5365, Χρον. Μορ. H 1065, 4565, Πεντ. Λευιτ. I 2, II 14, III 6, V 8, IX 15, XVII 4, XXII 18, κ.α., Αρ. V 25, VII 10, IX 7, XXVI 61, Σουμμ., Ρεμπελ. 164, 180· προσφέρνω, Σπαν. (Ζώρ.) V 10, Ελλην. νόμ. 5621, 14, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 634, 2543, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 82r, Πεντ. Λευιτ. VII 9, X 19, Αρ. XV 4, Χριστ. διδασκ. 146, 210, 382, 487· γ́ εν. αορ. επροσήφερεν, Χρον. Μορ. H 3973· προσήφερε, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1212· γ́ εν. παθητ. αορ. (ε)προσφέρτην, Ασσίζ. 20911, 22, 3491, 4614, 9, 19.
    Το αρχ. προσφέρω. Ο τ. στο Somav. και σήμ. ιδιωμ. (Ζώη, Λεξ. Ζακ.2 Β′, Παπαθαν., Γλωσσ. ρουμελ., Τάκη, Αγραφ., Κουβέλης, Λεξιλόγιο Ξηρομέρου), καθώς και στο ΑΛΝΕ. Η λ. και σήμ.
    I. Ενεργ. 1) α) Δίνω κ. σε κάπ. (ως εκδήλωση φιλικής διάθεσης, ευγνωμοσύνης, σεβασμού κ.τ.ό.)· χαρίζω, δωρίζω: Προδρ. (Eideneier) I 1, 2, Γλυκά, Στ. Β́ 114· (συχνότ. προκ. για θυσία): και ο γεριάς οπού προσφέρνει ολοκαύτωμα ανήρ το τομάρι του ολοκαύτωμα ος επρόσφερεν του γεριά αυτουνού να είναι Πεντ. Λευιτ. VII 8· ο Κάιν ... επρόσφερνε εις τον Θεόν διά δώρα ... τα πλέα χειρότερα και ατυχότερα πράγματα οπού να είχεν, εις τρόπον ότι ο Θεός τον εβαρέθη Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 82r· β) (προκ. για συναίσθημα) έχω, τρέφω: Εις ετούτες τες βίγλες οπού πάσα βράδυ γίνονται, εσύντρεχαν πολλοί νέοι, ... οι οποίοι επηγαίνανε διά χαράν τους και εσυντροφεύανε τον καπετάνιο εκείνης της βραδινής· ποίος επήγαιν’ εις τον ένα, και ποίος εις τον άλλο, κατά την αγάπην οπού καθεείς επρόσφερε ή του ενού ή του άλλου Σουμμ., Ρεμπελ. 160· γ) (εδώ προκ. για συνοικέσιο) δίνω ως σύζυγο: Είχεν πολλά παράξενην ο ρήγας θυγατέραν,| αισθητικήν, προσεκτικήν, πάνυ ωραιωμένην· | άνδρα την επροσήφεραν εκ χώρας της Περσίδος Λίβ. Va 2412. 2) (Με αρνητ. σημασ.) προκαλώ, προξενώ: Εκεί προς το μεσάνυκτον η ξαστεριά εσκοτίσθην,| οι άνεμοι εταράχθησαν κι η θάλασσα εβρουχίσθην·| εσυχνοβρόντα κι ήστραπτεν κι η συννεφιά απονάτον·| πώς να προσφέρει κίνδυνον τότες οικονομάτον Απόκοπ.2 348· Γιατί ... τες πρίκες μας προσφέρνεις; Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 108. 3) Φέρνω κ. επιπλέον, προσθέτω· (μεταφ.): Πολλών χρονών δικάσιμον βλέπε μη αναφέρεις,| μη φέρει σε εις ενθύμησιν πολλών χρονών κακίαν.| Αντί της παλαιάς κακιάς, της παλαιάς της έχθρας,| προσφέρνει και ο διάβολος και γίνεται και νέα Σπαν. (Ζώρ.) V 178. 4) α) Οδηγώ, φέρνω κάπ. κάπου: της ατιμίας τα πάθη,| εκείνα, οπού προσφέρνουσιν εις του Άδου τον πυθμένα| τον άνθρωπον, οπού ποθεί τα πρόσκαιρα του κόσμου Ντελλαπ., Υπομν. 8· β) (νομ.) β1) παραδίδω κάπ. σε δικαστική αρχή: κανείς άνθρωπος απέ την εξουσίαν του ου χρη σφάξαι τον φονέαν, ουδέ τον παράβουλον, ουδέ τον αιρετικόν, ουδέ τον κλέπτην, αμμέ εντέχεται να τον προσφέρει εις την κρίσιν, και η κρίσις μετά ταύτα ένι κρατημένη να τον κρίνει Ασσίζ. 21618· β2) ορίζω/προσκομίζω μάρτυρες: Και ει μεν ομολογήσει ο άνθρωπος, δόξα τῳ Θεῴ, ειδ’ ου μη γε, προσφέρνει η γυναίκα μάρτυρας, και ονοματίζει τους κρυφά, και τάσσουν αυτούς, και εις την ημέραν έρχουνται Ελλην. νόμ. 56211· «Έχεις, ειπέ μοι, μάρτυρας, ό λέγεις να προστήσεις,| τον δόλον, την επιβουλήν, του πράγματος το δράμα;»| Τότε προσφέρει (ενν. είς από τους άρχοντας) μάρτυρας πλαστούς κατά της ώρας (παραλ. 2 στ.) και μαρτυρούσιν άδικα κατά Βελισαρίου Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 92· γ) (μεταφ., προκ. για δέντρο) απλώνω, εκτείνω: πολύ γαρ τούτο του βουνού το ύψος αναβαίνει| αν είποις, και προς ουρανόν η κορυφή του φθάνει| και τα δενδρά προσφέρουσιν εις ουρανόν τους κλώνους Καλλίμ. 86. 5) α) Λέω, ανακοινώνω (σε κάπ. κ.): επρόσφεραν της Τιγρίνδας ότι δύο ρηγόπουλα αποσταλμένα από τον Πολιάρτην ερχόντανε εις την αυθεντίαν της Καλόανδρ. (Δανέζης) 67 (58v)· β) παρουσιάζω, εκθέτω· αφηγούμαι: δεν τους πρέπει αυτουνώνε (ενν. των ποπολάρων) να δίδουν τέτοιον όνομα (ενν. του αμπασαδόρου) εκείνων οπού έρχονται να προσφέρουν τες υπόθεσές τους (ενν. εις την αφεντίαν της Βενετίας) Σουμμ., Ρεμπελ. 176· διήγησιν προσφέρω| του πτωχού ανδρός εκείνου Πτωχολ. α 11· γ) διαβάζω μεγαλόφωνα, εκφωνώ: συνόδου γενομένης μετά των τότε ... μητροπολιτών ... επρόσφεραν τον εικοστόν ένατον κανόναν των αγίων αποστόλων και τον τριακοστόν Ιστ. πατρ. 1952. 6) Παρομοιάζω· συγκρίνω: Ο δε Αίσωπος ... έφη: «Ω βασιλεύ, μη ούτως ευκόλως, ως μικρόν βασιλέα, πρόσφερε το όνομα Λυκούργου προς την σην βασιλείαν. Εάν δε Λυκούργος οργισθεί ταύτης της λαμπροτάτης σου βασιλείας, σβέννει αυτήν· πάντων γαρ τη μεγαλειότητι διαφέρει» Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Β́ 556. II. (Μέσ.) προθυμοποιούμαι να κάνω κ., κάνω κ. αυτοβούλως: εάν ο άνθρωπος, ή η γυναίκα, κράξουν τους εις την αυλήν διά κανέναν παράπτωμαν τό του βάνει κανείς επάνω του ότι εποίκεν, και εκείνος απαύτα προσφέρεται να βαστάξει το δίκαιον τζουΐζε με το θέλημάν του, το δίκαιον κρινίσκει και ορίζει ότι εκείνος ουδέν ημπορεί πλείον να στραφεί να μηδέν την βαστάξει, εφειδή εκείνος μόνος του εφέρτην Ασσίζ. 2094. Το ουδ. της μτχ. ενεστ. ως ουσ. = α) δώρο, χάρισμα· (σε μεταφ.): Και τι το προσφερόμενον; Αι δ’ αυ οπώραι ποίαι;| συγκαταβάς μοι χάρισαι μικρόν τας ακοάς σου·| το δώρον γαρ εις ακοήν, αλλ’ ουκ εις γεύσιν τείνει Γλυκά, Στ. Β́ 122· β) (στον πληθ.) τα Τίμια Δώρα (ο άρτος και ο οίνος της Θείας Ευχαριστίας): ο άξιος του σώματος και του αίματος του δεσποτικού εις το κοινωνήσαι μη προσελθείν τοις της ενώσεως ιερεύσιν μετ’ επιτιμίου βαρέος. «Ούτε γαρ ιερείς εισιν, ούτε τα προσφερόμενα τέλεια» Δούκ. 32316. Το έναρθρ. απαρέμφ. ενεστ. ως ουσ. = (προκ. για δέντρο) καρποφορία: η γης ως κρύσταλλος εκίνησεν να λάμπει.| Εσκόλασεν το χορτάριν της το καρπίζει και φυτρώνει,| και το προσφέρειν τα δεντρά και ανθεί και ξανανιώνει Δευτ. Παρουσ. 34.
       
  • ρανίς ‑ίδα 
    η, Ντελλαπ., Υπομν. 135.
    Το αρχ. ουσ. ρανίς. Η λ. ρανίδα και σήμ. λόγ.
    1) α) Σταγόνα, σταλαγματιά: δύο ρανίδας εξ αυτού (ενν. του υγρού) έμβαλε εις τους μυκτήρας του ιέρακος ή εμφύσησον εις τας ρίνας αυτού προς το αναφθήναι Ιερακοσ. 38915‑16· β) δάκρυ: Ξέχωρα σ’ όλες τις ψυχές έπρεπε να διαλέξεις| των Καστρινώ όλα τα κορμιά, κλαίοντας να τες βρέξεις| ρανίδα από τα μάτια σου, λίγο για να πλυθούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 5273. 2) (Μεταφ.) μικρή ποσότητα από κ., μια σταλιά: δος μοι (ενν. άγιε Νικόλαε) ρανίδα φωτισμού, ώσπερ Χριστός του Παύλου Βίος αγ. Νικ. (Κακλ.) 10.
       
  • στριγγώ, 
    Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 201, 318, Δευτ. Παρουσ. 322.
    Από τον αόρ. του στριγγίζω κατά τα ρ. σε ‑ώ (βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Ά́ 273 κ.ε.). Η λ. και σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex., λ. στριγγίζω, Παπαδ. Α., Λεξ., λ. στριγγίζω, Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ., λ. στριgάω).
    1) Φωνάζω με οξεία και διαπεραστική φωνή: απ’ ουρανού φωνή μετά βροντής να γένει| και ως από μάνης να στριγγά, δριμέα να συντυχαίνει ... Δευτ. Παρουσ. 312. 2) Εκφράζω τη θλίψη μου με κραυγές, σκούζω: Πάλιν στριγγά η Πανάχραντος μετά κλαυθμού και λέγει:| «Ορκίζω σε από τον Θεόν, σταυρέ, να με συντύχεις| και να μου ειπείς τι εγένετον το ποθητόν μου τέκνον ...» Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 526· Τι να ποιήσεις, ω ψυχή, ότε αποκλεισθώσιν| έμπροσθέν σου, πανάθλια, θύραι της βασιλείας| και συ να στέκεις έξωθεν μετά δακρύων να κράζεις| και μετά οίκτου να στριγγάς: «Κύριε, άνοιξόν με» ...; Ντελλαπ., Υπομν. 79· (με τον εμπρόθ. από καρδίας): εσήκωσεν (ενν. η Θεοτόκος) τας χείρας της, δέρνει το πρόσωπόν της| και από καρδίας εστρίγγησεν, λόγους θλιμμένους είπεν Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 315. 3) (Μτβ.) καταγγέλλω κ. με κραυγές: Λοιπόν, κερά μου, ειπέ με το, αν έχω αμαρτίαν,| διατί στριγγώ την αδικιάν, τήν εις εμέν εποίκαν Ντελλαπ., Ερωτήμ. 660.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης