Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]

  Κείμ.αναζήτησης : % | Βιβλ.αναφορά : Ντακορώνιας

  • ορδινιά
    η, Θησ. ΙΑ΄ [546], Χούμνου, Κοσμογ. 2198, Γαδ. διήγ. (Pochert) 289a, Αλεξ. 2712, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1360], [1439], Κορων., Μπούας 149, Βεντράμ., Γυν. 242, Πεντ. Έξ. XXXIX 37, Αχέλ. 161, 559, 1661, 1955, Άλ. Κύπρ. 913, Κατζ. Δ΄ 70, 279, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 4424, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1282, Β΄ 1181, Δ΄ 1126, 1532, Θυσ.2 24, 561, Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 167, Γ΄ 113, Δ΄ 493, Ε΄ 389, Διακρούσ. 8810, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1517, 30524, 50025, 53222· ορδίνια, Ντακορώνιας, Νησιωτ. Επετ. 1, 1918, 131, Κορων., Μπούας 26, Αρσ., Κόπ. διατρ. 636, Σουμμ., Ρεμπελ. 183· ορδινία, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 127, Θησ. IB΄ [471], Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 38, 68, Αλεξ. 2571, Διαθ. Πασχαλίγ. 79, Ριμ. Απολλων. 370, Κορων., Μπούας 26, 59, 131, Βεντράμ., Φιλ. 100, Ζήνου, Βατραχ. 216, Αχέλ. 594, 862, 1198, 1228, Χρον. σουλτ. 13720, Αρσ., Κόπ. διατρ. 449, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 148, Ιστ. Βλαχ. 1258, Σουμμ., Ρεμπελ. 160, 176, Ιερόθ. Αββ. 334, Χριστ. διδασκ. 139, Μαρκάδ. 708, Διγ. O 1178· ορδουνία, Θησ. Ϛ΄ [116ορδουνιά, Χούμνου, Κοσμογ. 1234, 1746.
    Από το ορδινιάζω ή, πιο πιθ., από το ουσ. όρδινος ή ορδίνιον (Βλ. Kahane Η.-R., BZ 66, 1973, 12). Ο τ. ορδίνια σε έγγρ. του 16. αι. κε. (Παπαδ. Στ., Απελευθ. αγώνες κείμ. Α′ 44, 49, Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 24, 1981, 457, 525, Βισβίζ., ΕΚΕΙΕΔ 12, 1965, 87, Βαγιακ., ΕΑΙΕΔ 6, 1955, 56). Ο τ. ορδινία σε έγγρ. του 12. αι. (Kahane Η.-R., BZ 66, 1973, 12), πολλ. σε έγγρ. του 16. αι. κε. (Μανούσ., Κρ. Χρ. 22, 1970, 297, Μπρούσκαρη, Θησαυρ. 18, 1981, 315, Κόλιος, Θησαυρ. 18, 1981, 146, κ.α.), στο Meursius και σήμ. στο ιδίωμα της Καρπάθου (Μηνάς, Γλωσσάρ. Ιτ. 313). Τ. ορδονία σε κώδ. του 18. αι. (Διήγ. Αγ. Σοφ. (Μουζ.) 2). Διάφ. τ. της λ. σήμ. ιδιωμ. (Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ., Dieterich, BZ 10, 1901, 591, Τσοπ., Δωδεκαν. Αρχ. Ε΄, 1970, 76). Η λ. στο Βλάχ., σε έγγρ. του 16. αι. κε. (Μέρτζιος, Κρ. Χρ. 15-16 Β΄, 1961-2, 301, Μαυρομάτης, Θησαυρ. 16, 1979, 219, 234, Καζανάκη, Θησαυρ. 11, 1974, 270, Σιγάλας, Ελλην. 2, 1929, 28) και σήμ. στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Δ΄ 482, Ϛ΄ 183, Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ.).
    1) Σειρά πραγμάτων τοποθετημένων το ένα δίπλα στο άλλο, στοίχος, αράδα: να βάλεις αυτά (ενν. τις πίτες) δυο ορδινιές· έξι η ορδινιά Πεντ. Λευιτ. XXIV 6. 2) α) Κανονική σειρά, αλληλουχία, τάξη· διευθέτηση: Ούτε ορδινία είχασι, μόνον ετρέχαν όλοι Θησ. Η΄ [207οποίον άστρο βγει ’κ την ορδινιάν σβένει, χαλά τη βρότη Κορων., Μπούας 152· έκφρ. εις ορδινιάν = στη σειρά, με τη σειρά: εις ορδινιάν τις κορασιές καθίζει Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [169]· όλαι καλά εστέκονταν (ενν. οι αρχόντισσες) εις εύμορφην ορδίνιαν| όλαι κατά την τάξιν τους Αρσ., Κόπ. διατρ. [965]· όταν κλωθογυριστώ και ιδώ σε περιστέριν,| να κάθεσαι εις ορδινίαν μετά παντός ορνέου Πουλολ. (Τσαβαρή)2 522· β) (συνεκδ.) ακολουθία προσώπων, συνοδεία: ήσαν και αι βάιες μου και όλη μου η ορδινία και να ερχόμεσθεν με μεγάλην φήμην Διγ. Άνδρ. 36022. 3) α) (Προκ. για στράτευμα) παράταξη· στην έκφρ. με ορδινιά: Δύο χιλιάδες ήβαλεν ομπρός του Αραβίτες| χρυσόζωνους με ορδινιά και πήγαιναν οδίτες Διγ. O 1180· Έπειτα καβαλίκευσαν, ήλθαν στην Ρωμανίαν,| μέσα στην χώρα ήμπασιν μ’ όμορφην ορδινίαν Διγ. O 2092· β) (συνεκδ.) στρατιωτικό σώμα: στους σταυρωμένους τους πιστούς τώρα γοργόν ας δράμω,| καθώς και όταν εκίνησα τον τούρκικον τον στόλον| κι έστειλα τόσες ορδινιές και τον λαόν τους όλον Αχέλ. 1275· Ετότες εμισεύσαμε μ’ όλην την ορδινία,| ήλθαμε κι εγυρίσαμε εις την Βαβυλωνία Αλεξ. 2656. 4) Προκ. για αφήγηση α) συνοχή, ειρμός· στις εκφρ. κατά ορδινίαν, σ’ ορδινίαν = με τη σειρά· διεξοδικά, λεπτομερειακά: αράδ’ αράδα, καταλεπτώς = κατά ορδινίαν Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Λουκ. α΄ 3 σχόλ.· ουδεποσώς δεν είχεν την αδείαν| μέσα στες ανακάτωσες να γράφει σ’ ορδινίαν| στον Δον Καρτσία τα πικρά γενόμενα εκείνα Αχέλ. 1129· β) λεπτομέρεια: να δηγηθώ τα άθλα του και τες ανδραγαθίες,| τες νίκες οπού έκαμεν μ’ όλες τες ορδινίες Διγ. O 4. 5) α) Ετοιμασία, προετοιμασία: Εις δέκα μέρες ήκαμεν όλην την ορδινία,| την ενδεκάτη έβγηκεν από την Ρωμανία| με δόξαν και παράταξιν Διγ. O 951· κάμνει και την ορδινιά ως για να ταξιδεύσει Αλεξ. 320· της μάχης πάσα ορδινιάν εκεί οι Τούρκοι ετοιμάζαν Παλαμήδ., Βοηβ. 122· β) (συνεκδ.) εφόδια, χρειώδη: πάπλωμα ένα άραφο με πάσα του λογής ορδινία Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 62612· γ) (προκ. για άλογο) ιπποσκευή: εδώ κι εκεί εγύρευαν να δούσι τ’ άλογά τους,| αμή αυτά ελείπασιν μ’ όλην την ορδινιά τους Μαρκάδ. 556· δ) (προκ. για στρατό) εξοπλισμός: ελάβανε τ’ άρματα εις το χέρι και έτερες ορδινιές του πολέμου και εδυναμώθησαν Σουμμ., Ρεμπελ. 177. 6) Μέθοδος, τρόπος: Με πάσα μόδον και ορδινιά κάμε να την σκοτώσεις Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1223]· ’πόθεν να μπει ο Θησέας| και με τι τέχνην κι ορδινιά και με τι τρόπον πάλιν Θησ. (Foll.) I 40· εκφρ. με ορδινιά = με μεθοδικό τρόπο· τακτικά: στον στάβλον του τον έβαλεν, να βλέπει τ’ άλογά του| και να λατρεύει μ’ ορδινιά εκείνα τα φαριά του Ιμπ. (Legr.) 702· με ορδινιά ότι = με τέτοιον τρόπο, έτσι ώστε: ο Θεός εξολόθρεψε και όλους τους κουμέσους με ορδινιά ότι τα σπίτια τα χαλασμένα να μην ημπορούν ποτέ τον καιρόν να φτιαστούν Σουμμ., Ρεμπελ. 191· φρ. κάμνω τρόπον κι ορδινιά, ευρίσκω μόδο κι ορδινιά = βρίσκω τρόπο, καταφέρνω: Το δειν τον (ενν. τον Χάρον), εφοβήθηκα κι είπα: «Ας διαγείρω πίσω| και ας κάμω τρόπον και ορδινιά την στράταν να γυρίσω» Πικατ. 73· αποφασίζουνε κι οι δυο τσ’ άρχοντες να μαζώξουν,| να εύρουν μόδο κι ορδινιά τον εχθρόν να διώξουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 17322. 7) α) (Προκ. για στρατιωτική επιχείρηση) πολεμική τακτική, στρατηγική: εσκούσαν από την χολήν, δεν είχαν τι να κάμουν,| με είντα τρόπον και ορδινιάν στην νίκην τους να δράμουν Αχέλ. 765· τους πολέμους πὄκαμεν και όλες τες ορδινιές του,| με Ούγγρους, με Τατάριδες, με Τούρκους, με Μπογδάνους Σταυριν.β) (συνεκδ.) σκέψη· μυαλό (Βλ. Bakker-v. Gemert [Φαλιέρ., Λόγ. σ. 132]): Μην κάθεσαι άνεργος ποτέ κατά την πολιτειά σου,| ενέργα ή με το κορμί ή με την ορδινιά σου Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 78. 8) Συνήθεια, τάξη· στη φρ. κρατώ ορδινιά = έχω τη συνήθεια: Του ύπνου τες ανάπαψες, την ορδινιά που ’κράτει,| που ύστερη να σηκωθεί ήτον απ’ το κρεβάτι,| ήφηκε Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 451. 9) α) Παραγγελία· εντολή, διαταγή: να τονε συντροφιάσουσιν είναι ορδινιά του ρήγα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 2451· να λαβαίνει ορδινία εισέ ποίον τόπον έχει να υπάγει Σουμμ., Ρεμπελ. 158· ήλθε η ορδινιά από το υψηλότατο Σενάτο της Βενετίας Σουμμ., Ρεμπελ. 186· φρ. δίδω, έχω, ποιώ, στήνω ορδινιά = εκδίδω διαταγή, διατάσσω: Ο κόντες Μάρκος ορδινιά δίδει να μαζωκτούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 3205· θέλει εύρει (ενν. η Ρήγισσα) τους δούλους της πολλά να τσ’ ερμηνέψει,| με την Ευγένα συντροφιά στο δάσος να τους πέψει| και να τους έχει ορδινιάν να πα να την σκοτώσουν Ευγέν. 107· τότε ο Θησέας| όρισε και εγύρευσαν όλους τους λαβωμένους.| Και ορδινία γαρ έποισε όλους να ιατρεύουν Θησ. Β΄ [833τότε ορδινία στήκασι να πα να προσκυνήσει Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1631]· ορίζω μ’ ορδινία = διοικώ κατόπιν εντολής, επιτροπεύω: Αφήνω στην πατρίδα μου, εις την Μακεδονία,| Ιδαίος να ’ναι αρχηγός, να ’ρίζει μ’ ορδινία Αλεξ. 2828· Όταν αυτός (ενν. ο Αλέξανδρος) εξέβηκε εκ την Μακεδονία,| φίλον του άφηκε εκεί να ’ρίζει μ’ ορδινία Αλεξ. 2684· β) (θεία) εντολή: Ό,τι μ’ ορίζεις σήμερα κι ως είναι η ορδινιά σου| θέλει γενεί, άξε θεέ, κατά το θέλημά σου Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. α΄ 179· (εδώ) ιερός κανόνας ζωής (Βλ. Bakker-van Gemert [Φαλιέρ., Ρίμ. σ. 132, 141, 183]): έν’ καλό να ζούμε| κατά την ίδιαν ορδινιά την άγιαν τή χρωστούμε Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 80. 10) Συμβουλή· νουθεσία, διδασκαλία: Λέγει και ο Σολομών μέσα στις παροιμιές του,| γέρος που να ’ναι πελελός, δεν ’ξίζουν οι ορδινιές του Αλεξ. 394 κριτ. υπ.· οι γαβροί με τα παιδιά τους·| λέγουν τόν καλόν πατέρα:| «Φώτισε και ερμήνευσέ μας,| δο μας ορδινία να ζούμεν» Πτωχολ. (Κεχ.) P 51. 11) Διαθήκη: ήκραξα εσένα τον παρών νοτάριον …, οδιά να γράψεις … το παρόν μου τεσταμέντο και υστεράν μου ορδινιάν και θέλησιν Διαθ. 17. αι. 312· το μήνα τον Απρίλη … ήκαμα τούτη μου την ορδινιά και τούτη θέλω να στέκει και να ’ναι φέρμη και να ’ναι η γύστερή μου θέληση Διαθ. 17. αι. 62· είμεθα κρατημένοι εγώ και ο Ιωάννης να το πλερώνομεν, εγώ τας δύο μοίρας και ο Ιωάννης την μίαν, ωσάν το έφηκεν ορδινίαν ο κύρης μας Διαθ. Ακοτ. 14717. 12) α) Κανονισμός· νόμος: με τσι συνηθικές ορδινίες να καταστιχάρουν εις τ’ όνομαν και κορμίν τως το άνωθεν αμπέλι και δενδρά Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 13127· β) νόμος (της φύσης): αν ημπορείς, να μελετάς τις ορδινιές της φύσης Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 263. 13) Διακανονισμός, συμφωνία: να γίνει μία κοινή κατάστασις και ορδινία διαμέσου των εξουσιαστάδων Χριστ. διδασκ. 493. Φρ. 1) α) Βάζω εις ορδινία, βλ. βάζω, (II) 28· βάνω εις ή σε ορδινιά, βλ. βάνω 27 α· β) βάνω κάπ. σ’ ορδινιά(ν) = (α) υποδεικνύω, καθοδηγώ: να μ’ ορμηνέψεις,| … σε στράτα να με πέψεις| και να με βάλεις σ’ ορδινιάν τι στράτα έχω να πιάσω| να με ’γαπήσει ο Ρήγας μου Ευγέν. 317· Άγγελος εκ τον ουρανόν νερόν τής ετοιμάζει| και βάνει την εις ορδινιάν και τον υιόν της κράζει,| να πα να πιει εκ το νερόν Χούμνου, Κοσμογ. 1234· (β) διοικώ: Τούρκοι Χριστιανοί επέσανε ετότες κι αποθάνα,| που το λαό ορίζανε και σ’ ορδινιά εβάνα Τζάνε, Κρ. πόλ. 48610· γ) βά(λ)νομαι εις ή σ’ ορδινία(ν) = (α) ετοιμάζομαι: Ο ρήγας δ’ αφού το ’κουσεν εβάλθη σ’ ορδινίαν| και εκ την Φράντζα μίσευσε μετά καλήν καρδίαν Κορων., Μπούας 129· εβάλθη σ’ ορδινιάν τό ’ταξε να πλερώσει,| την κεφαλήν του στον ναόν νά ’ρθει ν’ αφιερώσει Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [287]· (β) παρατάσσομαι, παίρνω θέση μάχης, βλ. βάνω Β΄ 5β φρ. 2) Βάνω ορδινιά = α) βάζω τάξη, οργανώνω: Μ’ αν έν κι εβάλαν ορδινιά το λοιπονίς οι τρόποι,| δεν πρέπει ώσπερ τα κτήματα να ζούσιν οι ανθρώποι Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 29· β) αποφασίζω, βλ. βάνω 28 φρ. 3) Είμαι, ευρίσκομαι, στέκω εις ή σ’ ορδινιά = είμαι έτοιμος, σε ετοιμότητα, (συνήθως για πολεμιστή) σε θέση μάχης: όντας πάντα εις ορδινιά διά να πολεμήσει| και των εχθρών του ανδρικά τα αίματα να χύσει Μαρκάδ. 627· ευθύς ορισμόν έποικεν εις όλην την στρατείαν,| πάντες ευθύς να ευρεθούν καλά εις ορδινίαν Κορων., Μπούας 125· Ούτως ο Μέγας Μάστορας έστεκεν σ’ ορδινίαν,| την μάχην εκαρτέριε με λέοντος καρδίαν Αχέλ. 183. 4) Έχω κ. σ’ ορδινιά = έχω έτοιμο, τακτοποιημένο: μα έρχοντας με τον καιρόν έχε τα πλωρήσιά σου εις ορδινία ότι ο τόπος έναι στενός Πορτολ. A 2491· είχανε βάρκες σ’ ορδινιά Τζάνε, Κρ. πόλ. 55016. 5) Κάμνω ορδινιά = ετοιμάζω, προετοιμάζω: έδειξε ο Θεός σ’ εσέν το πράγμαν οπού μέλλει,| διά να κάμεις ορδινιά στο πράγμαν οπού θέλει Χούμνου, Κοσμογ. 1746· πέμπουν στην Ρωμανία| ανθρώπους για να κάμουσιν εισόδου ορδινία Διγ. O 502. 6) Μπαίνω εις ή σ’ ορδινιά, βλ. μπαίνω Φρ. 39. 7) Ορθώνω εις ορδινιάν = οργανώνω, τακτοποιώ· παρατάσσω: καπετάνιον έβαλεν εκείνον που γηράσε| στην τέχνην της στρατηγικής, που ’χ’ ανδρειάν και γνώση,| το τάγμα εις ορδινιάν να ξέρει να τ’ ορθώσει Κορων., Μπούας 55. — Βλ. και όρδενε, όρδινας, όρδινο, όρδινος.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης