Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- πνέω,
- Λόγ. παρηγ. L 215, Λόγ. παρηγ. O 213, Διγ. (Trapp) Gr. 2342, Διγ. Z 2753, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 129, Δούκ. 3758· πνεύω, Φυσιολ. 34320, Δούκ. 6728, 29924.
Το αρχ. πνέω. Ο τ. πνεύω ήδη μτγν. (LBG). Η λ. και σήμ.
Ά Μτβ. 1) Φυσώ, εξαπολύω κ. φυσώντας: Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ [908]. 2) Παίζω πνευστό μουσικό όργανο: Ως υπαγαίνεις την οδόν, θέλεις εύρει καλάμιν| και εξ εκείνου έπαρε, ποίσε το να το πνέεις Λόγ. παρηγ. O 168. 3) (Μεταφ.) α) (προκ. για οργή) εμφορούμαι από, εκδηλώνω: Σφρ., Χρον. (Maisano) 12626· φρ. (1) πνέω πυρ = φρενιάζω: εξέβη (ενν. ο Αχιλλεύς) εις τον πόλεμον και έπνεε πυρ και διέρρηξε τας συντάξεις και απέκτεινεν τους προμάχους και έτρεψε την στρατιάν Τρωικά 53011· ένα ζωγρήσας εξ αυτών, παρ’ ου μαθείν εζήτων,| τίνες υπήρχον οι θρασείς παράφρονές τε νέοι,| ους και μαθών εκ του αυτού ως άγαν αριδήλως| εφόνευσα και τον αυτόν εκ του θυμού πυρ πνέων Διγ. Z 2933· (2) πνέω πολέμου = διακατέχομαι από πολεμικό μένος: οι μεν άριστοι και πλείστοι| και οι πνέοντες πολέμου| της Τροιάς αρματοφόροι| εις τα ξύλα καταβαίνουν Ερμον. Ο 284· β) εκπέμπω, αποπνέω: Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [543]. Β́ Αμτβ. 1) (Για τον άνεμο) φυσώ: Αχιλλ. (Smith) N 797. 2) (Για ήχο ή οσμή) αναδίνομαι: οχ την σπηλιάν την άγιαν βρόμος πλέον δε βγαίνει|, μα πνέει μελωδιά γλυκιά και καταμυρισμένη Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ [1151]. Φρ. πνέω τα λοίσθια = είμαι ετοιμοθάνατος: και ο δι’ ασθένειαν αναγκασθείς καταλύσαι, δι’ ελαίου και οίνου και ιχθύος το σώμα παραμυθήσεται· κρέως δε ή τυρού ούτε εν Τεσσαρακοστῄ άψασθαι συγχωρηθήσεται, καν πνέει τα λοίσθια, ούτε εν οιαδηποτούν Τετράδι ή Παρασκευῄ Νομοκ. Αγ. Γεωργ. 156.
ποδέα- η, Διγ. (Trapp) Gr. 2009, Κώδ. Πάτμου II Α 8, Λίβ. Va 939, Λίβ. (Lamb.) N 937, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 305, 511, 740, 758 κριτ. υπ., Ολόκαλος 611, 713, 915, 108, 1310 κ.α., Προσκυν. Κουτλ. 156 8119, Πορτολ. A 225, Προσκυν. Ολυμπ. 177 908, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά 1117 χφ Μ κριτ. υπ.· ποδεά, Λίβ. P 782, Ολόκαλος 1606· ποδία, Προδρ. (Eideneier) IV 190 χφ Α κριτ. υπ., Πουλολ. (Τσαβαρή)2 37 κριτ. υπ., 337 κριτ. υπ., Λίβ. Esc. 1081, Θησ. Γ́ [105], Ζ́ [687], Ή [612], Ολόκαλος 516, Β17, Γ13, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 61r, 247v τρις, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Ζ́ [254], [280], Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 225, 4117, Παϊσ., Ιστ. Σινά 618, Λίβ. (Αγαπητός) 135, Σεβήρ., Σημειώμ. 62α, Δωρ. Μον. XXXII, Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 131, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 282, Αγαπ., Καλοκ. 338, Προσκυν. Μεταμ. 50 1167, Hagia Sophia f 59716, Νομοκ. Αγ. Γεωργ. 146· ποδιά, Ch. pop. 362, Αλεξ.2 170, κριτ. υπ. 206 α, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2330, 3970, 4048, Πεντ. Δευτ. III 17, Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 724, Νομοκ. Αγ. Γεωργ. 126· πληθ. ποδές, Ημερολ. 49, Ιστ. πατρ. 1981‑2, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 50r.
Από το αρχ. ουσ. ποδείον (Ανδρ., Λεξ., λ. ποδιά). Ο πληθ. ποδές (από ποδέες με συναίρεση· πβ. Georgac., The -ιτσ- suffixes 311-12) σε κείμ. του 13.αι. (LBG). Ο τ. ποδεά στον Ησύχ. και σε έγγρ. του 13. αι. (Act. Xér. 9A16). Ο τ. ποδία στο L‑S (Γλωσσάρ.,· λ. ποδηνεκής), στο Du Cange, σε έγγρ. του 17. αι. (Πεντόγαλος, Παρνασσ. 16, 1974, 38, 42, Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 27, 1984, 437) και σήμ. στο τσακων. ιδίωμα (Κωστ., Λεξ. τσακων.). Ο τ. ποδιά (από ποδέα με συνίζ.· πβ. ΛΚΝ) στο Somav., σε έγγρ. του 16. (Γρηγορόπ., Έγγρ. στ. 111, στ. 318, στ. 514), 17. (Μαυρομάτης, Θησαυρ. 20, 1990, 447, 486), 18. (Apostolopoulos, Ελλην. 27, 1974, 103) και 19. αι. (Παπανικολάου, Λαογρ. 19, 1960-61, 185-86) και σήμ. Η λ. τον 9. αι. (TLG· για πιθ. παλαιότ. μνείες βλ. LBG), σε έγγρ. του 9., 11., 12. (LBG), 13. (Act. Xér. 9B24, Βραν. Ε., Βυζ. έγγρ. Πάτμου Α′ *89), 14. (Act. Vat. I 6119, ΙΙ 12010, 12, Act. Doch. 1738, Act. Lavr. III 14710, 11, 12, 13, 14), 16. αι. (Γρηγορόπ., Έγγρ. στ. 111, στ. 318, στ. 514, στ. 1312, 16, στ. 1726, Μαράς, Κατάστιχο 149 Γ′ 21029), στο Meursius και σήμ. στο τσακων. και το ποντ. ιδίωμα (Κωστ., Λεξ. τσακων., Παπαδ. Α., Λεξ.).
1) α) Περίζωμα που φοριέται στη μέση, πάνω από το ρούχο: Ουδ’ έπλυνε (ενν. η Παναγία) ουδ’ έραφτε ουδ’ έλλασσε ποτέ τση| κι ήσα τα ρούχα τση λαμπρά κι εστράφτα οι ποδιές τση Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 4329· Μα τούτοι ποιος ποκάμισο μας δίδει, ποιος φιστάνι,| ποιος μπόλια, ποιος άλλος ποδιά, ποιος τα παπούτσα κάνει Φορτουν. (Vinc.) Έ 34· β) (μεταφ., προκ. για πουλί) κοιλιά: Η κίσσα ευθύς εγύρισεν, λέγει την πασιδόνα: ... αυτήν την εμπαλωματούν, τάχα την καμαρώνεις,| οπὂχει κόκκινον ομπρός και μαύρον εξοπίσω| και εις την ποδέαν σου (ενν. έχεις) βένετον, στην ράχην σου γαλάζιον Πουλολ. (Τσαβαρή)2 337· γ) (συνεκδ.) γ1) γόνατα: Ημέρες περαζόμενες στον Φίλιππο ’ρθ’ ορνίθι,| κι εις την ποδιά του γέννησε κι ύστερα καρκαρίθη Αλεξ.2 208· γ2) κόλπος, αγκαλιά: Εσίμωσε η Σολομή ν’ απλώσει τση κεράς τση| και γεννημένον εύρηκε το τέκνο στην ποδιά τση Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2087· Επόμεινεν η Αρετή μόνο με τη Φροσύνη·| πράμα μεγάλο εγίνηκε σ’ αυτή, την ώρα κείνη:| εις την ποδιά τση νένας της ήπεσε κι ελιγώθη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Γ́ 1575· Λοιπό, μητέρα μας γλυκιά, στρέψε προς τα παιδιά σου,| φίλησε και σιργούλισε, βάλε τα στην ποδιά σου Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 5245. 2) α) Φόρεμα, ένδυμα, χιτώνας (κυρίως ανδρικός): εις τον δρόμον οπού υπήγαιναν, ήλθε του Ξάνθου να κατουρήσει και εσήκωσε την ποδίαν του και περιπατώντας εκατούρει Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά 1117· ως τον είδεν (ενν. τον Ξάνθο) ο Αίσωπος, πως περιπατώντας εκατούρει, επίασέ τον εξόπισθεν από την ποδίαν αυτού και λέγει τον Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά 1119· β) στρατιωτική στολή/ένδυμα (για το πράγμα βλ. Jeffreys [Διγ., Εισαγ. σ. Xl]): ο γέρων ο Φιλοπαππούς ούτως τον απεκρίθην (ενν. τον Διγενή):| «Θεωρώ σε, κύρκα, υπόλυγνον και ως αχαμνά ζωσμένον| και χαμηλά η ποδέα σου και ου ποιείς εσύ απελάτης» Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 658· (μεταφ.,. προκ. για πουλί): Αν ου ’γερθείς εις το γοργόν να επάρεις τας ποδέας σου,| αυτάς τας κακοεντύλικτας και επάρεις και υπαγαίνεις,| τώρα να ιδείς το πλεότερον το τι σε θέλω ποίσει Πουλολ. (Τσαβαρή)2 37· γ1) κάτω άκρη ενδύματος: πιάνει τον ( ενν. η Τάρσια τον Απολλώνιο) εκ την ποδιά να σηκωθεί τον γέρνει Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 1534· τον είδε (ενν. τον φονέα) το σκυλάκιον και τον εγνώρισε. Και πάραυτα τον επίασεν από την ποδίαν και τον τραβίζει και φωνάζει ωσάν λυσσασμένον Διον. ρήτ., Ιστ. 254· γ2) (στον πληθ.) οι κάτω άκρες του χιτώνα των ακριτών, που κρέμονταν (για τη σημασ. βλ. Κοραή, Άτ. Ά 256 και Πολ. Λ., Πριν Άλ.2 21 σημ.): Ω τις Ακρίτης έτερος εκεί να ευρέθην τότε,| και τας ποδέας του να έμπηξεν, να επήρεν το ραβδίν του| και μέσα να εκατάβηκεν ευθύς ως αγουρίτσης Προδρ. (Eideneier) IV 190· φωνής ως ήκουσε του θείου το παιδίον,(παραλ. 1 στ.) εκδύει το υπολούρικον (ήτον πολύς ο καύσων)| και τας ποδέας οχυρώς πήξας εις το ζωνάριν Διγ. (Trapp) Gr. 1067· Ρούχα τίτοια τους δίδει (ενν. ο Ιουστινιανός) |ενδύματα παράξενα, πολλά παρηλλαγμένα,| επάνωθε της τραχηλιάς, κάτω εις τας ποδέας| και κάτω εις τα μανίκια, τα πάντα χρυσωμένα Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 357· δ) ποδόγυρος: Άλλες να έχουσι χρυσές άλυσες να φορούσιν (παραλ. 3 στ.) και πασαένα φόρεμα που να ’ναι τιμημένον| χρειά ’ναι ’που κάτω στην ποδιάν τριγύρα να ’ν’ ραμμένο Γεωργηλ., Θαν. 139. 3) (Προκ. για όρος) α) πρόποδες, υπώρειες: εκλερονόμησαν την ηγή του ... όλο τον κάμπο απέραμα του Ιαρδεν ανατολικά και ως τη θάλασσα του κάμπου κατωθιό τις ποδιές του λαγκαδιού Πεντ. Δευτ. IV 49· εις την ποδιάν του όρους των Ελαιών είναι το σπήλαιον οπού ήτον ο Χριστός με τους αποστόλους, όταν ήθελε να παραδοθεί τοις Ιουδαίοις Προσκυν. Κουτλ. 390 14115· β) πλαγιά: εις τη μερέα του σιρόκο δείχνει ποδέα μακρέα κάβο χαμηλό φουρνάνο και ωσά σιμώσεις, γνωρίζεις καλύτερα Πορτολ. A 625. 4) α) Πολύτιμο λειτουργικό ύφασμα που τοποθετείται κάτω από την εικόνα σε ένδειξη σεβασμού (για τη σημασ. βλ. Du Cange, λ. ποδέα και Καζανάκη, Θησαυρ. 11, 1974, 259): Ήτον εικόνες θαυμαστές εγκαψοσμαλδωμένες,| όλες με λίθους εκλεκτούς με τίμιες ποδίες Αρσ., Κόπ. διατρ. [873]· Αύθις τε αι βημόθυραι πέλουσι καμουχένιες,| των δε εικόνων αι ποδιαί καμουχοτζατουνένιες Παϊσ., Ιστ. Σινά 1098· Είχαν (ενν. αι εικόνες) ποδίες εύμορφες μεγάλες ώσπερ πεύκια| με τέχνην ωραιότατην με πάσαν ευκοσμίαν Αρσ., Κόπ. διατρ. [1050]· β) ύφασμα που σκεπάζει το μπροστινό μέρος της Αγίας Τράπεζας (για τη σημασ. βλ. Somav., λ. ποδιά): είτις τολμήσει και επάρει ... πράγμα της εκκλησίας ... ή ποδέα ή μανάλι ... αφορισμῴ εις αυτούς καθυποβάλλομεν Μαλαξός, Νομοκ. 188· γ) παραπέτασμα, θωράκιο (για τη σημασ. βλ. Sophocl., λ. ποδέα και Πεντόγαλος, Παρνασσ. 16, 1974, 38, 42, 38): δεν έχει (ενν. η εκκλησία της Αγίας Βάτου) ... Τέμπλον· αλλά όταν λειτουργούσι, κλείουσι και χωρίζουσι ωσάν Άγιον Βήμα με μίαν μεγάλην ποδίαν, από ένα μέρος έως το άλλο, ωσάν καταπέτασμα Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 156· τότε γαρ και γέγονεν σεισμός εκείσε μέγας, και κεραυνός έπεσεν εν τῃ ιερᾴ μονῄ της Περιβλέπτου, και έκαυσεν εκείσε εικόνας και ποδέας και άλλα τινά Byz. Kleinchron. Ά 35210· δ) ιερό πέπλο που σκεπάζει άγαλμα (για τη σημασ. βλ. Du Cange, App., λ. ποδέα και App. alt., λ. ποδέα): Έλενος δε ο αδελφός του Έκτορος εσυμβούλευσε τον Έκτορα ίνα υπάγει ... και να ειπεί της μητρός του της Εκάβης, να παρακαλέσει (ενν. η Εκάβη) την θεάν την Αθηνάν, και να της δώσει μίαν ποδίαν εύμορφην, διά να αποδιώξει τον Διομήδην εκ τον πόλεμον Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Υπόθ. Ζ́· Ειπές δε και της μητρός μας,| να συνάξει τας γυναίκας| να ανοίξουσι τας θύρας| του ναού της Αθηναίης| και να φέρει μίαν ποδίαν,| την πολλά ωραιοτάτην| κι έμπροσθεν αυτήν να θέσει,| της θεάς της Αθηναίης Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Ζ́ [138]. 5) Η βάση, η κάτω πλευρά ενός σχήματος, μιας επιφάνειας (για τη σημασ. βλ. Fisc byz. 290): εάν δε έχει (ενν. το χωράφιον) κοιλίαν εις το έσω χείλος είτε εις το έξω, μέτρει το πλάτος της κεφαλής και της μέσης και της ποδέας, και έπαρον την τρίτην μοίραν Metrol.2 5822. 6) Μονάδα μέτρησης επιφάνειας/έκτασης: κυρ Νικολο Παουλη, υιός του κυρ Τζανάκι,... ότι δίδει και πακτώνει του Μοσκολεο ... χωράφια ποδέα μια Ολόκαλος Ζ3. Φρ. 1) Αποσκεπάζω την ποδιά κάπ., βλ. Επιτομή, αποσκεπάζω β φρ. (α) και ασχημία 5β φρ. (α). 2) Φιλώ την ποδιά κάπ. = προσκυνώ, ικετεύω κάπ. (για τη σημασ. βλ. Κουκ., ΒΒΠ Α2 109-110 και Έ Παράρτ. 20-21): απήτις εις το κάτεργον εμπήκαν| οι προεστοί και τον πασάν ευρήκαν,| σκύφτουσι και κλιτά τον προσκυνούσι| και την ποδιά του ρούχου του φιλούσι Λεηλ. Παροικ. 340.
πόντικας- ο.
Από το ουσ. ποντίκι και τη μεγεθ. κατάλ. ‑ας (Μηνάς, Μορφολ. μεγεθ. 146-7, 149). Η λ. και σήμ.
Το μεγάλο ποντίκι: Και εκάλεσεν ο πόντικας τον βάθρακα να τον φιλεύσει Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά 4931· περί των εσθιόντων πόντικα ή ακανθόχοιρον Νομοκ. Αγ. Γεωργ. 131.
πουλοπιάστης- ο, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 865 ιή 1, 4, Νομοκ. Αγ. Γεωργ. 147.
Από τον αόρ. του πουλοπιάνω (<ουσ. πουλί και ρ. πιάνω· απ. στο Somav.) και την κατάλ. ‑της. Η λ. στο Somav., σε παροιμ. (Κοραή, Άτ. Δ́ 453, Κουκ., ΒΒΠ Έ 446, Πολ. Ν., Παροιμ. Ά 27) και σήμ. ιδιωμ. (Κουσαθανάς, Λεξ. Μυκόν., λ. πουλολό’(ο)ς) καθώς και στο ΑΛΝΕ.
Κυνηγός πουλιών, πουλολόγος: έκραξεν ο Αίσωπος όλους τους πουλοπιάστας και όρισέν τους ότι να του πιάσουν τέσσαρα πουλία των αετών Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Δ́ 11543· (σε παρομοίωση): υφαίνουσιν δίχτυα διά να τους πιάσουν, ωσάν οι πουλοπιάστες τους οξούς Μπερτολδίνος 165.
πραγματεύομαι,- Γλυκά, Στ. 346, Χρον. Μορ. H 2241, Διήγ. πόλ. Θεοδ. 142, Λίβ. P 1983, Λίβ. Sc. 1394, Λίβ. N 2227, Rechenb. 103, Δούκ. 14514, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. ΙΙ 225, Βασιλ. Κεφάλ. Παραιν. 119, Πικατ. (Bakk.-v. Gem.) 161, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 386r, Τριβ., Ρε 145, Πτωχολ. α 304, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 176, Μαλαξός, Νομοκ. 221, Zygomalas, Synopsis 123 Α 16, 182 Ε 42, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 448, Κανον. διατ. Β 927, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Γ́ 7418, Μπερτολδίνος 112, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πέτρου Καθ. Επ. Β́ β́ 3, Λούκαρ., Διάλογ. 22728, Διήγ. ωραιότ. 826, Νομοκ. Αγ. Γεωργ. 127, Ροδινός (Βαλ.) 124, κ.α.· πραγματεύγομαι, Λίβ. Esc. 2532, 2854, 3269· πραματεύγομαι, Μαχ. 8018, 8624, 14219, 16630, 51437· πραματεύ(γ)ομαι, Πεντ. Γέν. XXXIV 10, 21, XLII 34· πραματεύομαι, Κανον. διατ. Β 852· ενεργ. πραγματεύγω, Ιμπ. (Legr.) 926.
Το αρχ. πραγματεύομαι. Ο τ. πραγματεύγομαι στο Βλάχ. Ο τ. πραματεύγομαι στο Βλάχ. (πραμματεύγομαι) και σήμ. ιδιωμ. (Μηνάς, Λεξ. ιδιωμ. Καρπάθου, πραματεύgομαι· πβ. και σημερ. ιδιωμ. πραματεύκομαι (Σακ., Κυπρ. Β́ 762)). Ο τ. πραματεύομαι στο Somav. και σε κείμ. του 18. αι. (Δαβίδ. 263) · για παλαιότ. μνεία ήδη τον 2. αι. βλ. TLG. To ενεργ. πραγματεύγω στο Somav. Ενεργ. πραγματεύω ήδη μτγν. (TLG) και στο Βλάχ.· σημερ. ιδιωμ. πραματεύω (Κόμης, Κυθηρ. Λεξ.) και πραματέγγου (Κωστ., Λεξ. τσακων.). Η λ. και σήμ.
I. Μέσ. Ά Μτβ. 1) Προσπαθώ να εξασφαλίσω κ., επιδιώκω να πετύχω κ.: Δούκ. 37329, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 456. 2) α) Εμπορεύομαι κ., κάνω εμπόριο: κάποια γυναίκα, το όνομά της Λυδία, οπού επραγματεύετον πορφυρά πανία … Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πράξ. ις́ 14· Λέγω τον: «Τις είσαι, άνθρωπε, και πόθεν υπαγαίνεις;»| Λέγει: «Πραγματευτής είμαι από την Βαβυλώνα.»| «Τι έν’ το πραγματεύεσαι;» πάλιν ερώτησά τον.| «Μαργαριτάριν και βλαττίν, χρυσάφιν και λιθάριν» Λίβ. Va 2321· β) διαπραγματεύομαι κ. σε αγοραπωλησία: ο βασιλεύς … τοιαύτα τους ελάλει (ενν. τους πραγματευτάδες): | «Έχω κοράσιον πάντερπνον, θέλω να σας πουλήσω».| Λέγουν εκείνοι: «Θέλομεν να το πραγματευτούμεν.| Μαργαριτάρι δίδομεν, χρυσάφιν και λιθάριν,| μόνον ας έν’ παράξενος η κόρη ως επαινέθην» Φλώρ. 957. 3) Εκμεταλλεύομαι: πραγματεύεται (ενν. ο δεσπότης Σερβίας) τον καιρόν και δίδωσιν αυτῴ (ενν. τῳ Μωράτ) την αυτού θυγατέρα εις γάμον και το πλείστον μέρος της Σερβίας εις προίκα τάχα, μόνον ενόρκως ποιήσωσι την ειρήνην Δούκ. 25721. 4) Ξεγελώ, εξαπατώ: όταν εξομολογούνται (ενν. οι άνθρωποι) να λέγουν τας αμαρτίας τους αδιαντρόπως και όχι να πραγματεύεται τον πνευματικόν … Διατί ο Θεός έναι καρδιογνώστης και δεν λανθάνεται. Και καλά και γελάς τον πνευματικόν σου, αλλά τον Θεόν δεν τον εγελάς Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 385v. Β́ Αμτβ. 1) Eμπορεύομαι: Βούλομαι … οδούς τας Περσικάς εμπόρων εμπλησθήναι| και πάντας πραγματεύεσθαι και πράττειν ακωλύτως,| όπως Έλληνες έρχονται προς την Περσίδ’ αφόβως,| καλώς εμπορευόμενοι πάντα χρειώδη τούτων Βίος Αλ. 3966· Άνθρωποι τρεις σύντροφοι γεγονότες, ο μεν βαλών φλουριά βέ, ο δε γέ, ο δε δβ́, πραγματευσάμενοι δε εκέρδισαν φλουριά γή. Ζητώ να μάθω πόσα έρχεται του καθενού το κέρδος Rechenb. 72. 2) Κλείνω συμφωνίες: κατά τύχην έρχετον βάρκα από την Πούλια.| Επραματεύτη (ο Ρουμπέρτος), εσέβηκεν απέσω εις την βάρκαν,| και ήφερέ τον έως εκεί στον Άγιον Ζαχαρίαν Χρον. Μορ. P 2241. IΙ. (Ενεργ.) διαπραγματεύομαι κ. σε αγοραπωλησία: Ηύρα μονόξυλον μικρόν και να περάσω πήγα,| έσυρεν άνεμος πολύς, στο πέλαγος επήγα.| Κουρσάρικον με ηύρηκεν, στο Κάερος οδεύγει,| σουλτάνος με αγόρασεν, αυτός με πραγματεύγει Ιμπ. (Legr.) 926. Η μτχ. μέσ. ενεστ. ως ουσ. = έμπορος: Εις τους αξιωματικούς … ολίγον να παίρνουσι διά τόκον. Εις τους πραγματευομένους δε, οπού ζώσιν από τοιαύτας αφορμάς, να παίρνουσι διπλόν Zygomalas, Synopsis 287 T 12.
προμάμμη- η.
Το μτγν. ουσ. προμάμμη. Η λ. και σήμ. λόγ.
α) Προγιαγιά: ανιόντες (ενν. συγγενείς) λέγονται ο πατήρ μου, ο πάππος μου και ο προπάππος μου, η μήτηρ, η μάμμη και η προμάμμη Νομοκ. Αγ. Γεωργ. 201· β) η πρώτη μητέρα ενός γένους: ο προπάππους μας Αδάμ και η προμάμμη μας η Εύα εθρήνησαν και έκλαυσαν πολλά Διήγ. Αλ. F (Konst.) 3215.
προσκομιδή- η, Gesprächb. 32515, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 397v-398r, Μαλαξός, Νομοκ. 275, Νομοκ. Αγ. Γεωργ. 126, 145 δις, 146.
Το μτγν. ουσ. προσκομιδή. Η λ. και σήμ. εκκλ..
Προσφορά· (εδώ εκκλ.) η τελετή της προετοιμασίας των Τιμίων Δώρων για το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας: ο ιερεύς οπόταν θέλει να αρχίσει να κάμει την προσκομιδήν λαμβάνει την μίαν προσφοράν και άρχεται και θύει τον Αμνόν εις τύπον του Χριστού Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 397v.
προσφορά- η, Σταφ., Ιατροσ. 10264, 2066, Προδρ. (Eideneier) II 26-6, 42-6, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 490 κριτ. υπ., Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 935, Πεντ. Αρ. VII 10, IX 7, 13, XXVIII 2, XXXI 50, Λευιτ. I 3, 10, II 7, III 2, κ.α., Μαλαξός, Νομοκ. 451, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 148, Νομοκ. Αγ. Γεωργ. 126.
Το αρχ. ουσ. προσφορά. Η λ. και σήμ.
1) α) Ό,τι προσφέρει κάπ. στο θεό· αφιέρωμα, θυσία (αιματηρή ή αναίμακτη): και τες προσφορές, οπού ’σαν τεταγμένες| να προσκομίσουν το ταχύ, εις τους ναούς το γύρο Θησ. ΙΒ́ [771]· να φέρει ο ανήρ την γεναίκα σου προς τον ιεριά, και να φέρει την προσφορά της απάνου της δέκατο του μοδιού αλεύρι κριθαριών Πεντ. Αρ. V 15· σύντυχε προς τα παιδιά του Ισραελ και να πεις προς αυτουνούς· άθρωπος ότι να προσφέρει από εσάς προσφορά του Κύριου, από το χτήνο, από το βουκόλιο και από το ποίμινιο να προσφέρετε τη προσφορά σας Πεντ. Λευιτ. I 2 δις· β) (εκκλ.) ο άρτος που προσφέρεται από τους πιστούς για την τέλεση του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας, πρόσφορο (βλ. ά.): την προσφοράν μου μη δεχθούν στην εκκλησιά να ’σέβω,| να μείνω και ακοινώνητη χρόνους πέντε ή έξι Σπαν. (Ζώρ.) V 535· ο ιερεύς κόπτει την αγίαν προσφοράν και δίδει των χριστιανών και μεταλαμβάνουν προς αγιασμόν αυτοίς Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 395v. 2) Πράγμα χρήσιμο, που δίνει κάπ. κέρδος (πβ. L‑S, στη λ. II): Και τι τα θέλω τα πολλά, φίλε, τα εν τῳ μέσῳ; (παραλ. 4 στ.) άφες τα, ουκ έναι προσφορά το να σε αφηγούμαι Λίβ. διασκευή α 2376.
πταίσιμον- το, Τρωικά 52220, Ασσίζ. 1603‑4, 40230, Διγ. A 831, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 602, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 220, Συναξ. γαδ. (Βασιλ.) 108, 275, Φλώρ. 697, 1782, Ερωτοπ. 59, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 128, 194, Μαχ. 35228, 58615, Θησ. Β́ [605], É [84], Ζ́ [76], Θησ. (Foll.) I 9, Πλουσιαδ., Θρ. Θεοτ. 37, Διήγ. Αλ. V 49, Άνθ. χαρ. 28 Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.)917‑8, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 3091, Ιστ. πατρ. 1185, 6‑7, Μαρτύρ. αγ. Νικηφ. 251, Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 12138, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Γ́ 6235, 7322, Ιστ. Βλαχ. 1409, 1416, Διγ. Άνδρ. 33035, 33310, 33618, 36414‑15, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 586, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [571], Έ [1636], Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 102 δις, 212, 258, 331, Ροδινός (Βαλ.) 187, Διακρούσ. (Κακλ.) 801, 1211, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 648, κ.α.· ?επταίσιμον, Βυζ. Ιλιάδ. 364· πταίσιμο, Σουμμ., Ρεμπελ. 168 δις, 181, 182, 185· πταίσιμο(ν), Αχέλ. 2529· φθαίσιμο(ν), Σουμμ., Ρεμπελ. 167· φθαίσιμον, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 282 χφφ (βλ. Bakker-v. Gemert [Φαλιέρ., Ρίμ. σ. 139]), Θησ. Ή [1014], Ch. pop. 395 κριτ. υπ., Μαλαξός, Νομοκ. 80, Σταυριν. 827, Νομοκριτ. 70, 86· φταίξιμο, Πεντ. Αρ. XXXII 23, Ιντ. κρ. θεάτρ. Ά 90, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 48621, Hagia Sophia ν 54514· φταίξιμο(ν), Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 2015· φταίξιμον, Πηγά, Χρυσοπ. 277 (5), Πιστ. βοσκ. IV 5, 98, Hagia Sophia ν 54524· φταίσιμο, Χρον. Μορ. H 5880, 5910, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 74, Πεντ. Γέν. IV 7, L 17, Έξ. X 17, XXIX 36, XXX 10, Λευιτ. IV 3 δις, 8, 14, 24, 33, 35, VI 18, VIII 2, IX 7, X 19, XXVI 24, Αρ. V 6, VIII 8, XIX 17, XXIX 5, Δευτ. IX 18, XXIII 23, Χρον. σουλτ. 262, 5, 11333, Πανώρ.2 Έ 207, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Αφ. 67, Ά 97, 103, 460, B́ 260, Δ́ 252, 355, 390, É 74, 372, 627, 628, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Β́ 162, Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ́ 7, 10, Πιστ. βοσκ. I 5, 142, 144, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 837, 970, Στάθ. (Martini) Ιντ. β́ 64, Ροδολ. (Αποσκ.) Ά 29, Β́ 225, Έ 480, Νομοκριτ. 110, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [1221], [1224], Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 15, κ.α.· φταίσιμο(ν), Πηγά, Χρυσοπ. 172 (2), Πιστ. βοσκ. IV 5, 164· φταίσιμον, Χρον. Μορ. H 3398, 5136, 5834, 5866, 5890, 7340, Χρον. Μορ. P 3398, 3420, 5828, 5834, 7340, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 282, Ch. pop. 395, Βουστρ. (Κεχ.) 1904, Δεφ., Λόγ. 256, 322, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 440, 614, Πιστ. βοσκ. IV 5, 31, 8, 94, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 65, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 553, Ροδολ. (Αποσκ.) Ά 334, Σουμμ., Παστ. φίδ. Á [459], Β́ [1189], Γ́ [287], Δ́ [615], [618], Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 34, Ροδινός (Βαλ.) 167.
Από το αρχ. πταίω και την κατάλ. ‑(σ)ιμον (Ανδρ., Λεξ., λ. φταίξιμο)· πβ. επίθ. πταίσιμος στο Steph., Θησ. Ο τ. πταίσιμο στον Κατσαΐτ., Ιφ. Δ́ 197, 287, Θυ. Πρόλ. 46, Ά 69, Γ́ 341, 346, καθώς και στο ΑΛΝΕ λογοτ. Ο τ. φθαίσιμον σε έγγρ. του 18. αι. (Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 27, 1984, 422). Οι τ. φταί‑ με επίδρ. του έφταιξα, αορ. του φταίω (Ανδρ., Λεξ., λ. φταίξιμο). Ο τ. φταίξιμο (για το σχηματ. του οποίου βλ. και Χατζιδ., ΕΕΦΣΠΘ 1, 1927, 29) και σήμ. Ο τ. φταίξιμον στο Somav. (λ. φταίσμα) και σήμ. ιδιωμ. (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. φταίω). Ο τ. φταίσιμο στον Κατσαΐτ., Κλ. Β́ 138, σε κείμ. του 18. αι. (Δαβίδ 366) καθώς και στο ΑΛΝΕ λογοτ. Ο τ. φταίσιμον στο Στεφανόπ., Βιβλ. Στεφανοπ. 13, σε νομοκανονικό κείμ. του 15. αι. (Μάτσης, ΕΕΒΣ 34, 1965, 201· πβ. Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 917 π́ 62), στο Βλάχ. (λ. φταίσμα), στον Κατσαΐτ., Ιφ. Έ 220 και σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα (Χατζ., Γραμμ. κυπρ. διαλ. 36, 161· βλ. και Μενάρδ., Αθ. 8, 1896, 437). Η λ. τον 6. αι. (TLG) καθώς και σε έγγρ. του 15. (Έγγρ. Μάλτ. 66) και 17. αι. (Τωμ., Κρητολ. 9, 1979, 15).
1) Υπαιτιότητα, ευθύνη, φταίξιμο (βλ. και Bakker-v. Gemert [Φαλιέρ., Ρίμ. σ. 139])· με τις προθ. με, άνευ: Έλα και άσε, μα τον Θιον, δι’ αυτείνους να λυπάσαι,| ίτις με ίδιο φταίσιμον εις καταδίκη να ’σαι Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 124· εφύγαμε εκ τον πόλεμον άνευ φταισίματός μας Χρον. Μορ. H 5130· (συχνότ. με ρ. όπως δίδω, έχω, ρίκτω/ρίχνω κ.τ.ό.): μη δίδεις, κόρη μ’ άσπλαγχνη, το φταίσιμον σ’ εμένα,| μα να το δώσεις είν’ πρεπόν και δίκιο προς εσένα Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [287]· εις εμένα| το φταίσιμον μου ρίξεις,| μα ρίξε το σε σένα Πιστ. βοσκ. III 3, 110· μάκρυνε ... (παραλ. 3 στ.), μη λάχει να σε ρίξει| στο φταίσιμον εσένα,| να γλυτώσει εκείνη Πιστ. βοσκ. IV 4, 43· δίχως να ’χω φταίσιμο, φταίστη με ονομάζει Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 384· διά τους εφτά χρόνους ουδέν σας έστειλα επιστολήν ...· να ηξεύρετε ότι ουδέν έναι το πταίσιμον από εμένα ουδέ από την αγνωσίαν μου Διήγ. Αλ. F (Lolos) 3082· μη ονειδίζετε τον βασιλεάν, αυθέντες,| διατί όλον το πταίσιμον ήτον εις τους ρηγάδες| και εις τους αυθέντες της Φραγκιάς Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 232. 2) α) Παράπτωμα, σφάλμα, λάθος: Ει μεν ήτον ποιήσοντα εδώ ο Μέγας Κύρης| το ομάντζιον του αφέντη του, του πρίγκιπα Γυλιάμο,| και μετά τούτο εβάσταξεν άρματα προς εκείνον (παραλ. 1 στ.) ο νόμος γαρ ορίζει το ...| να ήτον ακληρονόμητος ... (παραλ. 1 στ.). Ως δε το λέγει το έγγραφον, ... (παραλ. 1 στ.), ότι ποτέ ουκ έποικεν ομάντζιο ... (παραλ. 1 στ.), ουδέν φέρνει το φταίσιμον εις ακληρίαν το πράγμα Χρον. Μορ. H 3420· «... είσαι αφίορκος, άπιστος στον λίζιον σου αφέντην (παραλ. 12 στ.)». Το ακούσει το ο μισσίρ Ντζεφρές ...,| το πώς τον αποσκέπασεν ο ρήγας ...,| και είπεν του το φταίσιμον, το σφάλμαν όπου εποίκεν ... Χρον. Μορ. H 5828· ο ψηλότατος αφέντης ο μέγας σουλτάνος ... πολομά σε να ηξεύρεις πως εσυμπάθησέν σου από το πταίσιμόν σας, ότι ο πατήρ σου ο ρε Πιερ ήτον η αφορμή τούτης της μάχης Μαχ. 29232· (ως σύστ. αντικ.): έπταισε παιδίν επταίσιμον, μανθάνει το ο Πάρις,| μετά οργής οργίστηκεν Βυζ. Ιλιάδ. 364· ωσάν ένας μάστορας οπού έχει πέντε έξι μαθητάδες, έπειτα τον φταίσουν τίποτες μεγάλον φταίσιμον και αυτός ομόσει ότι ... να τους δείρει όλους ... Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 133v· (προκ. για ερωτικό συναίσθημα): είντα γοργό την πλερωμή βρίσκω στο φταίσιμό μου,| καλά και φταίσιμο ποτέ γή κρίμα δε μπορούσι| όσοι κι αν το γροικήσουσι, με δίκιο να το πούσι.| Χρουσάφι δε μ’ εκόμπωσε ... (παραλ. 1 στ.), μα σπλάχνος κόρης όμορφης και κάλλη πλουμισμένα| τόση φωτιά στα σωθικά μού ρίξαν τα καημένα Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 260, 261· αν της αγάπης φταίσιμον γλυκότ’ έχει μεγάλη,| γιατί να ’χει στενότητα κι ανάγκη να μην σφάλει; Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [557]· (σε προσωποπ.): Η Αγάπη και το Πταίσιμον άρχισαν να τον λέγουν (ενν. τον Αχιλλέα) Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 9323· β) (νομ.) αδίκημα, ανόμημα: έφυγαν (ενν. οι καπουριόνοι) εντάμα με όλους τους ετέρους φυλακιμένους, οπού με δαύτους ήσαν ανταμωμένοι διά έτερα πταισίματα Σουμμ., Ρεμπελ. 189· ο αφέντης ετούτος ο Πιζάνης να τους κρίνει εις το πταίσιμο της ρεμπελιάς, οπού ο λαός ετούτος έκαμε Σουμμ., Ρεμπελ. 186· Ουδέ διά χρέος ουδέ δι’ άλλον πταίσιμον, μήτε μίαν γυναίκα συγχωρούμεν να βάλωσιν εις φυλακήν Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 613 μθ́ 3· Όστις καταδικασθεί εις φθαίσιμον και περιορίσουσί τον, δεν διατίθεται Νομοκριτ. 100· (με είδος σύστ. αντικ.): Όστις κατηγορήσει τινά εγκληματικόν πταίσιμον, ανάμεσα δύο χρόνους θέλει να πληρώσει την κατηγορίαν, ειδεμή, το τέταρτον των πραγμάτων αυτού ζημιώνεται Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 914 οζ́ 3· γ) γ1) αμάρτημα: κανονίζει (ενν. ο πνευματικός) αυτόν κατά το πταίσιμον αυτού· και ει μεν έχει πολλάς αμαρτίας κανονίζει αυτῴ την μεγαλοτέραν αμαρτίαν ... Νομοκ. Αγ. Γεωργ. 139· λέγει (ενν. ο Χριστός) «Πάτερ, άφες αυτοίς» ... διά να τον (ενν. τον Θεόν) κινήσει εις ευσπλαγχνίαν, να συμπαθήσει το μεγάλο πταίσιμον εκεινών, οπού τον εσταυρώναν Ροδινός (Βαλ.) 136· (ως σύστ. αντικ.): είπεν ο Μωσέ προς τον λαό· εσείς εφταίξετε φταίσιμο μεγάλο και τώρα να ανέβω προν τον Κύριο, αν τύχει να συμπαθήσω για το φταίσιμό σας Πεντ. Έξ. XXXII 30· εστράφην ο Μωσέ προς τον Κύριο και είπεν· παρακαλώ, έφταιξεν ο λαός ετούτος φταίσιμο μεγάλο και έκαμεν αυτωνών είδωλα μαλαματένια Πεντ. Έξ. XXXII 31· (εδώ προκ. για το «έργο» της αμαρτίας): το φταίσιμό σας, ος εκάμετε το μουσκάρι, επήρα και έκαψα αυτό εις την ιστιά Πεντ. Δευτ. IX 21· (προκ. για το προπατορικό αμάρτημα): έπαθεν (ενν. ο Ιησούς Χριστός) εις τον κόσμον, διά να λύσει το φταίσιμον του πρωτοπλάστου Αδάμ Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 994· (περιληπτ.) τα σφάλματα, οι αμαρτίες: επαίδευσές μας, Δέσποτα, διά το πταίσιμόν μας,| και μας εκατεδίκασες εις χείρας των εχθρών μας·| πολλά καλά το έκαμες ως να σωφρονισθούμεν,| σαν το χρυσάφι στην φωτιάν και να λαγαρισθούμεν Ιστ. Βλαχ. 2477 [= Γέν. Ρωμ. 99]· έψαλα προς τον Κύριο και είπα: «... θυμήσου τους σκλάβους σου ... και γνέψεις προς τη σκληρότητα του λαού ετουτουνού και προς τη κακοσύνη του και προς το φταίσιμό του ...» Πεντ. Δευτ. IX 27· γ2) (εκκλ.) παράπτωμα που επιφέρει παύση της ιεροσύνης ή παράπτωμα του αρχιερέως που τιμωρείται από τη σύνοδο των ιεραρχών: Ο δέκατος τρίτος ... κανών ορίζει ότι όποιος ιερεύς ή διάκων να λέγει ότι ηξεύρει διά τον αρχιερέαν αυτού ότι ευρίσκεται εις πταισίματα και πριν να γένει σύνοδος και απόφασις κατά του επισκόπου και τολμήσει και κόψει το μνημόσυνον αυτού ... Μαλαξός, Νομοκ. 150· (εδώ ως σύστ. αντικ.): αν ... εγκαλέσει τινάν από τα πρόσωπα της εκκλησίας ότι έπταισε πταίσιμον, οπού να χάσει την ιεροσύνην του, θέλεις να μην δέχεσαι πάσα άνθρωπον εις κατηγορίαν ιερέως, αμή τοιούτον, οποίον λέγει ο κανών, να είναι χριστιανός ορθόδοξος ..., μηδέ να είναι από πταίσιμόν του τίποτες χωρισμένος από την εκκλησίαν Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 917 π́ 58· γ3) η θυσία εξιλέωσης αμαρτιών στην ΠΔ: ετούτη η ορμηνειά εις το ολοκαύτωμα, εις το κανίσκι, εις το φταίσιμο Πεντ. Λευιτ. VII 37· έπαρε ... το λάδι του άλειμμα και το δαμάλι του φταίσιμου και τα δυο κριάρια ... Πεντ. Λευιτ. VIII 2· πρόβατο ένα ... για ολοκαύτωμα, ’ρίφι γίδινο ένα για φταίσιμο Πεντ. Αρ. VII 16· (προκ. για το σφάγιο που προσφέρεται ως θυσία εξιλέωσης αμαρτιών): το κρεάς του δαμαλιού ... να κάψεις εις την ιστιά από όξω το φουσσάτο· φταίσιμο αυτό Πεντ. Έξ. XXIX 14· να ανακουμπίσει το χέρι του ιπί κεφάλι του φταίσιμου και να σφάξει το φταίσιμο εις τον τόπο του ολοκαύτωμα Πεντ. Λευιτ. IV 29 δις· να πάρει ο γεριάς από το αίμα του φταίσιμου με το δάχτυλό του και να δώσει ιπί τις άκρες του θεσιαστήριου Πεντ. Λευιτ. IV 34· δ) σφάλμα, ελάττωμα σε συγγραφικό έργο: θέλω ετούτο το μικρόν μου ποίημα να το λέγουν Άνθος Χαρίτων και, αν τύχει τίποτες πταίσιμον, είμαι βέβαιος να έναι εις την συνείδησιν εκεινού οπού το αναγινώσκει Άνθ. χαρ. 28915. 3) Ντροπή, προσβολή (Κακουλίδη-Πηδώνια [Άνθ. χαρ. σ. 195]): Η έκτη (ενν. προδέντσα) ένι ολόκαλη και βερτιούζικη αντάν τα κορμιά θέλουσιν να ’ναι δυνατά και υπομονητικά διά να μηδέν λάβουσιν αντροπήν και φταίσιμον εις το κορμίν τους ουδέ εις την ψυχήν τους εις τα πράματά τους ού διά την πατρίδαν τους Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 127.
πτηνοβατώ,- Κανον. διατ. Α 2072.
Από το ουσ. πτηνοβάτης· πβ. και ουσ. πτηνοβατία (βλ. ά. πτηνοβάτης, ετυμολ.).
Συνουσιάζομαι με πτηνό: Ιερεύς πορνεύων ή μοιχεύων ή ζωοφθορών ή πτηνοβατών ... καθαιρείσθω, κατά τον νά κανόνα του Μεγάλου Βασιλείου Νομοκ. Αγ. Γεωργ. 149.
σπαστρεύω,- Προδρ. (Eideneier)2 Δ́ 393, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 1336, Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 2881173· παστρεύγω, Φαλιέρ., Ιστ.2 193, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Γ́ 1113, Έ́ 1200, Τζάνε Εμμ., Μοιρολ. 13723· παστρεύω, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 766, Ημερολ. 10, Θησ. Ζ́ [781], Νούκ., Μύθ. (Παράσογλου) 53, Μορεζ., Κλίνη φ. 107r, Μπερτολδίνος 151, 167, Διήγ. πανωφ. 59, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά́ [1197], Ροδινός (Βαλ.) 227, Νικ. Ιερόπ., Εκδ. ιατρ. 34, Σουρούμης, Ιωάνν. Ξέν. K 24· μτχ. παστρεμένος, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [121].
Από το *σπαρτεύω (<ουσ. σπάρτο(ν) και την κατάλ. ‑εύω, με επανάληψη του αρχικού σ και μετάθεση του ρ· βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Ά́ 327, ΛΚΝ, λ. παστρεύω). Ο τ. παστρεύγω (για την κατάλ. ‑εύγω, βλ. Χατζιδ., ό.π. 49) στο Βλάχ. (λ. παστρεύγω) και σήμ. ιδιωμ. (Κωστ., Λεξ. τσακων., Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. παστρέβγω ‑βjω, Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ.). Ο τ. παστρεύω με ανομοιωτική αποβολή του αρχικού σ (ΛΚΝ), στο Du Cange (λ. πάστρα) και σήμ.· βλ. και LBG (λ. παστρεύω). Τ. σπαστρεύου σήμ. ιδιωμ. (Γεωργίου Χρ., Γλωσσ. ιδ. Καστορ., λ. σπαστρεύου και παστρεύου σημ.). Η λ. στο Meursius (λ. σπαστρεύειν), σε έγγρ. του 16. αι. (Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 4, 1951, 4733) και σήμ. ιδιωμ. (Κωνσταντινίδης, Λεξιλ. ροδ. διαλ.)· βλ. και LBG στη λ.
I. Ενεργ. 1) Καθαρίζω: Ο ιερεύς ο καταφρονών την εκκλησίαν αυτού και ου μετά πάσης τιμής δεν παστρεύει και φιλοκαλεί αυτήν και πάντα τα ιερά, αλλ’ ως Θεού οίκον καταφρονών, αργείτω επί καιρῴ Μαλαξός, Νομοκ. 140· να μην αγοράζει ποτέ σκλάβον ή σκλάβαν, αλλά να σηκώνεται ατός του να παστρεύει το σπίτι του και να τινάζει τα στρώματα Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 131· (αμτβ.): Λαϊκοί εις το θυσιαστήριον δεν σεβαίνουν, μήτε άνδρες μήτε γυναίκες ... η δε καλογραία σεβαίνει και παστρεύει Νομοκ. Αγ. Γεωργ. 146· (εδώ σε μεταφ.): Εσείς οι Φαρισαίοι το έξω του ποτηρίου και του πινακίου σπαστρεύετε, αμή το μέσα σας είναι γεμάτον από αρπαγάς και πονηρίας Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Λουκ. ιά́ 39. 2) (Γενικ.) περιποιούμαι, φροντίζω: Περί βιβλιοφύλακος, εάν ου παστρεύει καλώς τα βιβλία Μαλαξός, Νομοκ. 234· 2) (Μεταφ.) εξαγνίζω: Καθαρίσατε τα χέρια σας, αμαρτωλοί, και σπαστρέψετε τες καρδίες σας, δίψυχοι Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ιακ. Καθ. Επ. δ́ 8· Ας καθαρισθούμεν από κάθε αμαρτίαν με την πίστιν και την ελεημοσύνην, με την σωστήν αγάπην πάλιν, με την αληθινήν ταπεινοφροσύνην παστρεύοντας του λόγου μας από κάθε σαρκικήν ατσαλιάν Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 11213. IΙ. Μέσ. 1) Καθαρίζομαι (για τη σημασ. βλ. Κουκ., ΒΒΠ Έ́ Παράρτ. 33): Ας πάμε όλες μετ’ αυτή στη βρύση να πλυθούμε,| μια μια από τον πάσπαλο τούτο να παστρευτούμε Ιντ. κρ. θεάτρ. Β́ 124· όρισέν τους (ενν. ο θεόπτης Μωυσής) να πλυνθούν και να σπαστρευθούν καλά, και την σάρκαν τους και τα ρούχα τους να καθαρισθούν, και τότε ... να έβγουν τον ανήφορον να τον προσκυνήσουν (ενν. τον Θεόν) Λεόντ., Ομιλ. (Κακ.-Πάνου) 116. 2) Περιποιούμαι τον εαυτό μου, καλλωπίζομαι: και τότε Κουταγιώταινα λέγει τες «εγερθείτε,| όλες εδά σπαστρεύεσθε, όλες ευμορφωθείτε» Σαχλ. Β́ (Wagn.) PM 569. 3) (Μεταφ.) εξαγνίζομαι: έτσι σχολάζοντας με πλέα επιμέλειαν με την θεωρίαν και με την θεολογίαν των θείων και ακόμη καθαρισμένοι διά μέσου της Αγίας Γραφής και έστοντας να παστρευτούμεν με την παντοτινήν προσευχήν, ας καταφρονήσομεν τες ψεύστικες φροντίδες Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 11127.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- Λόγ. παρηγ. L 215, Λόγ. παρηγ. O 213, Διγ. (Trapp) Gr. 2342, Διγ. Z 2753, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 129, Δούκ. 3758· πνεύω, Φυσιολ. 34320, Δούκ. 6728, 29924.