Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]

  Κείμ.αναζήτησης : % | Βιβλ.αναφορά : Νεόφ. Έγκλ. (Σωτ.)

  • προπάτωρ
    ο, Νεόφ. Έγκλ. (Σωτ.) Ά 28525, 28626, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 477, Πλουσιαδ., Θρ. Θεοτ. (Βασιλείου) 119, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 390r, Αρσ., Κόπ. διατρ. [1111], Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 13926, Σουμμ., Ρεμπελ. 184, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 141r, Εις Θεοτ.προπάτορας, Ασσίζ. 3642, Διήγ. Αλ. E (Konst.) 3319-20, 492, 7115· γεν. εν. προπάτωρ, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 476· πληθ. προπάτοροι, Στάθ. (Martini) Ά 252· γεν. πληθ. προπάτορων.
    Το αρχ. ουσ. προπάτωρ. Πληθ. προπατοροί σήμ. ιδιωμ. (Κωστ., Λεξ. τσακων.). Ο τ. και σήμ.
    1) α) Ο παλαιότερος πρόγονος ενός γένους, γενάρχης: Ψευδο-Σφρ. 48428· β) (στον πληθ.) πρόγονοι: Βίος Αλ. 2286. 2) (Θεολ.) α) (προκ. για τους πρωτόπλαστους Αδάμ και Εύα): Και αυτού (ενν. στον παράδεισο) τον προπάτορά μας εποίησε (ενν. ο Θεός) οικείᾳ χειρί και έβαλέ τον απέσω Διήγ. Αλ. E (Konst.) 492· όλα τα κακά άρχισαν από την αμαρτίαν του προπάτορος ημών Αδάμ Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 25v· εστάθην καταπάνω ο αδελφός τον αδελφόν, και εσκότωσεν ο Κάις τον Άβελ. Εκεί εστάθησαν οι προπάτορές μας, ο Αδάμ και η Εύα, εθρήνησαν και έκλαυσαν πολλά Διήγ. Αλ. E (Konst.) 3314· β) (προκ. για τους πατριάρχες της Π.Δ.): Ω Ιακώβ, προπάτορ μου, ... Θρ. Θεοτ. (Βασιλείου) 129· Στου Αβραάμ και Ισαάκ εκεί να ’ναι η ψυχή του (ενν. του κυρ Ιωάννου του Γλυκού)| στους κόλπους των προπάτορων με την ανάπαψή του Ζήνου, Πρόλ. Πένθ. θαν.2 10. 3) (Προκ. για πόλη) ιδρυτής, θεμελιωτής: Αμή, ιδέ και σκόπησε και βάλε εις τον νουν σου | τους βασιλείς τους θαυμαστούς, τους φοβερούς ρηγάδες | της Ρώμης, τους προπάτορες της Κωνσταντίνου πόλης, | τους κτήτορες οπού έκτισαν τα κάστρη τά κρατούμεν Χρον. Τόκκων 3415.
       
  • ταμείον
    το, Διγ. (Trapp) Gr. 3516, Νεόφ. Έγκλ. (Σωτ.) Ά́ 28515· ταμείο, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 354, 741, 4480, 6002.
    Το μτγν. ουσ. ταμείον (L‑S, λ. ταμιείον). Ο τ. και σήμ.
    1) α) Θησαυροφυλάκιο: πέμψε τον (ενν. Χριστέ τον Γεώργιον) εις του Σολομών ... (παραλ. 3 στ.). Και θέλει εύρει εδεκεί ένα χρυσό ταμείον,| οι πόρτες του να ’ναι χρυσές, να είναι σαν βιβλίον Γεωργίου ρήτορος, Στίχ. α 47· β) αποθήκη, κελάρι: ην γαρ η σιτοθήκη του κάστρου κενή και τα λοιπά των τροφών ταμεία Δούκ. 26128· Κατάρατε, έτσι με ενέμπαιξες και εσέβηκες μέσα εις το ταμείον μου και έφαγες τα σύκα οπού τα εφύλαγα διά να τα γευθώ εγώ; Βίος Αισώπ. (Eideneier) K 14826. 2) α) Δωμάτιο στο εσωτερικό σπιτιού· ιδιωτικό δωμάτιο, κρεβατοκάμαρα: μηδέν ειρηκώς (ενν. ο Διγενής) αυτῴ (ενν. τῳ ιατρῴ) του εξελθείν προστάττει,| την δε κόρην εις το εντός υπάρχουσαν ταμείον| ευθύς εκάλει προς αυτόν Διγ. (Trapp) Gr. 3428· ζητήσας γαρ την δέσποιναν, αυτή εκρύβη εις έν των ταμείων, και ουκ ηθέλησεν εξελθείν· ου γαρ είχεν ισχύν του εγερθήναι εκ του κραβάτου Έκθ. χρον. 6114· έκφρ. τα ταμεία του Άδου = (στη χριστιανική θρησκεία) η Κόλαση (για το πράγμα βλ. Kaplanis [Ιωακ. Κύπρ., Πάλη σ. 777]): Πάλε, Χριστέ μου, σκύλευσον κέντρα του διαβόλου (παραλ. 1 στ.), καθώς όνταν εσκύλευσας του Άδου τα ταμεία Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 10009· β) αίθουσα παλατιού: Εν μιᾳ ουν των ημερών σεμβαίνει εις ταμείον| ο Βέλθανδρος και χαιρετά την ρήγαινα και ρήγαν| και την Χρυσάντζα την λαμπράν, την θυγατέρα τούτων Βέλθ. 806· γ) δωμάτιο φυλακής, κελί: τυχών τις παις χριστιανών, Οτμανικών ευνούχος (παραλ. 1 στ.), όστις ανέῳξε φρουράς, και ταύτα τοις δεσμίοις| εξήγαγ’ εκ τοις σκοτεινοίς και θλιβεροίς ταμείοις Αξαγ., Κάρολ. Έ́ 542.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης