Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- αρσενικός,
- επίθ., Φυσιολ. M 123, Διγ. A 31, Βέλθ. 1121, Ωροσκ. 4212, Χρον. Μορ. H 7809, Φλώρ. 144, 147, Φυσιολ. (Legr.) 406, Σφρ., Χρον. μ. 8222, Κορων., Μπούας 7, Βεντράμ., Γυν. 252, Χρον. σουλτ. 10032, Δωρ. Μον. XL, Σουμμ., Ρεμπελ. 172, Στάθ. Πρόλ. Α΄ 249· αρρενικός, Ορνεοσ. αγρ. 5191, Φυσιολ. (Legr.) 128· αρσινικός, Νεκρολ. φ. 70r, 124r δις, 228r, 231r, 238r, 240r· ασερνικός, Πεντ. Γέν. 127, V 2, VI 19, VII 3, XVII 10, 23, Έξ. XII 5, ΧΙΙΙ 12, ΧΧΙΙΙ 17, XXXIV 15, Λευιτ. 13, 10, ΙΙΙ 1, 6, IV 23, XX 13, XXII 19, XXVII 5, Αρ. 12, 22, III 22, 28, 34, 39, 40, XXVI 62, XXXI 7, 35, Δευτ. XV 19, XVI 16, XX 13, Στάθ. Α΄ 257 (έκδ. ασερινικό· διόρθ. σιωπηρώς Αλεξ. Στ., Κρ. Ανθολ. σ. 189)· ’σερνικός, Σταφ., Ιατροσ. 12350, Αλεξ. 159, Ευγέν. 105, Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. α΄ [27].
Το μτγν. επίθ. αρσενικός. Ο τ. αρρενικός επίσης μτγν. Ο τ. αρσινικός και σήμ. ιδιωμ. (ΙΛ, λ. αρσενικός). Τ. ασιρνικός σε έγγρ. του 16. αι. (Μαυρομάτης, Θησαυρ. 16, 1979, 21566|) και σήμ. στην Κρήτη (Πιτυκάκης Μ., Αμάλθ. 9, 1978, 281). Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Α´ Ως επίθ. 1) Αρσενικός, σε αντίθεση με το θηλυκός (προκ. για ανθρώπους καί ζώα) (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. 1 και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1): γονείς αρσενικών παιδίων Διγ. A 31· ρίφι γιδινό ασερνικό τέλειο Πεντ. Λευιτ. IV 23. Ιδιάζ. χρ.: πλάγιασμα ασερνικό = ερωτική σχέση με άντρα: και ψυχή άθρωπου από τις γεναίκες ός δεν ήξεραν πλάγιασμα ασερνικό Πεντ. Αρ. XXXI 35. 2) Προσδ. φυτών άκαρπων (Για τη σημασ. βλ. Πανάρετο Α., Κυπρ. Σπ. 14, 1950,123)· σμύρνη αρρενική = αγριοσέλινο (Βλ. Γενναδ., Λεξ., λ. σμύρνιον και Χελδρ.-Μηλιαρ., Ονόμ. Φυτών σ. 51. Πβ. και το αρσενικιά φτέρη Χελδρ.-Μηλιαρ., Ονόμ. Φυτών σ. 135, και το αρρενόπτερις Γενναδ., Λεξ., λ. νεφρίδιον· βλ. και ΙΛ, λ. αγριοσέλινο): Φολβίου βοτάνης, κόστου, σμύρνης αρρενικής, στάχους Ινδικού, κύφεως θηριακής … λάβε και απόβρεξον αυτά εν οίνῳ παλαιῴ ημέρας τρεις Ορνεοσ. αγρ. 5191. 3) (Προκ. για λιβάνι) αγνός, καθαρός (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α5. Βλ. και L‑S, λ. αρρενικός 1): εντάμα με το μέλι και κανέλα … και λιβάνι ’σερνικό Σταφ., Ιατροσ. 12350. Β´ Το ουδ. ως ουσ. 1) α) Άντρας (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β 1β): ασερνικό και θηλυκό έπλασέ τους και ευλόγησεν αυτουνούς Πεντ. Γέν. V 2· ανήρ ός να πλαγιάσει με ασερνικό πλάγιασμα γεναικός εβδελιά έκαμαν οι δυό τους Πεντ. Λευιτ. XX 13· β) το αρσενικό = το σύνολο των άνδρών, οι άνδρες: να δείρεις όλο το ασερνικό της (δηλ. της πόλης) διά στόμα σπαθιού Πεντ. Δευτ. XX 13· τρεις βολές το χρόνο να φανεί όλο το ασερνικό σου εις τα πρόσωπα του Κύριου του Θεού σου Πεντ. Δευτ. XVI 16. Βλ. και αρσενικότη. 2) α) Αγόρι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β1α): τα δύο ενεθράφησαν το αρσενικόν και η κόρη Φλώρ. 144· ανάγραψε παν πρωτότοκο ασερνικό εις τα παιδιά του Ισραέλ Πεντ. Αρ. III 40· βλ. και κοπέλι· β) αρσενικό ζώο: Η έχιδνα δε το θηριόν, τ’ αρσενικόν δε λέγω,| πρόσωπον έχει ως ανδρός, ομοίως και η θήλη Φυσιολ. (Legr.) 406· εάν γεννήσωσιν αι νομάδες αρσενικά ο πατήρ αυτών θλάει τα αναγκαία αυτών Φυσιολ. M 123.
άτροφος,- επίθ., Νεκρολ. φ. 231v, Άσμα Μάλτ. 42.
Το αρχ. επίθ. άτροφος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
(Προκ. για γυναίκα) στείρα, άγονη (Πβ. Βαγιακ., Αθ. 65, 1961, 194) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2· προκ. κυρίως για ερίφια, βλ. Λουκά, Γλωσσάρ. 73, λ. άτροφη): ο Τούρκος βκάλλει Τούρκαλλους κι η Μάλτα τους στρεβλιώτες,| βκάλλει γεναίκες άτροφες, βκάλλει κι αγκαστρωμένες Άσμα Μάλτ. 42. Βλ. και άκαρπος, ακάρπωτος. Το ουδ. ως ουσ. = στείρα κατσίκα (Για τη σημασ. βλ. και Φαρμακ., Γλωσσάρ. 201, λ. ποβύζιν): έδωκεν ... εις μνημόσυνον αυτού σφακτά συν έριφα θ΄, άτροφα πέντε, βοΐδιν αρσινικόν έν Νεκρολ. φ. 240r.
αξινάρης- ο.
Από το ουσ. αξίνη και την κατάλ. ‑άρης.
Αυτός που χειρίζεται την αξίνα: εκοιμήθη ο δούλος τον Θεού Μανθαίας ιερομόναχος αξινάρης Νεκρολ. φ. 157r.
ασβεστοκάμινον- το.
Από τα ουσ. άσβεστος και κάμινος. Η λ. στο Du Cange (λ. άσβεστος), στο Somav., καθώς επίσης στο Κουμαν., Συναγ. ν. λέξ., και σήμ. (Βλ. Δημητράκ.).
Καμίνι όπου ψήνουν ασβεστόλιθους, ασβεστάδικο: ήλθεν ο Λιμπίτης Πιφάνη ... εις την αγίαν μονήν και εκοπίασεν και εποίησεν ένα ασβεστοκάμινον Νεκρολ. φ. 4r.
Ατταλειώττης- ο, Νεκρολ. φ. 228r.
Από το τοπων. Αττάλεια και την κατάλ. ‑ώτης. Η λ. ως επών. το 16. αι. στη Νάξο, όπου και επών. της Παναγίας Ατταλειώτισσα (Κατσουρ., Ονόματα 4, 1972, 3-4).
α) Ο κάτοικος της Αττάλειας: Είτις θέλει από τους Ατταλειώτες να μπει εις τα κάτεργα να ’ρτει εις την Κύπρον Μαχ. 1085· β) (συνεκδ.) ονομασία ναού του Αγίου Γεωργίου στην Κύπρο (Για τη σημασ. βλ. Dawkins [Μαχ. Β΄ σ. 201]): εποίκαν (ενν. οι καβαλάρηδες της βουλής) ... καθολικήν βουλήν πρώτον εις το σπίτιν του σιρ Τουμάς Παρέκ ... καταπρόσωπα του Ατταλειώτη Μαχ. 5988. Η λ. ως επών.: Νεκρολ. φ. 243r.
καματερός,- επίθ., Νεκρολ. φ. 26v, 70r, 184r, 218v, 233v, Πανώρ. Πρόλ. 20, Ύμν. Παναγ. 14.
Το αρχ. επίθ. καματηρός. Η λ. σε έγγρ. του 13. αι. (Testament de Skaranos, Act. Xér. 9B28, και τ. καματηρός Act. Xér. 9Β29), σε ιδιώμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Β΄) και σήμ.
(Προκ. για ημέρα) εργάσιμος, καθημερινός: μιαν καματερήν ημέρα Αγν., Ποιήμ. Α’ 68. Το θηλ. ως ουσ. = εργάσιμη μέρα, καθημερινή: με πάσα καιρό καματερή και σκόλη Ερωφ. Α΄ 155. Το ουδ. ως ουσ. = α) γη καλλιεργήσιμη με άροτρο, χωράφι: καβαλικεύεις το πουρνό, εις τους λαγούς εβγαίνεις| και κάτω εις τα καματερά ή εις τα βουνιά υπαγαίνεις Σαχλ., Αφήγ. 168· β) ζώο (βόδι) κατάλληλο για όργωμα, δουλευτάρικο (πβ. και άλογα καματηρά και αργά Act. Xén. 25226): Δηλοί ... γερόντων φθορά και καματερών εγχωρίων Ωροσκ. 4431· αφήκεν εις την αγίαν μονήν καματερόν ένα ως διά ψυχικήν αυτού σωτηρίαν Νεκρολ. φ. 235r. Η λ. ως κύρ. όνομ.: έστειλαν ανθρώπους ... εις τους πρώτους του Αναπλίου, οι οποίοι ήσαν ο Καματερός και ο Καλοηθής Δωρ. Μον. XXVIII. Η λ. και ως τοπων.: Πορτολ. A 5314.
καστροχαλαστής- ο· καστροχαλάστης, Νεκρολ. φ. 223v-224r.
Από τα ουσ. κάστρο και χαλαστής.
Αυτός που καταστρέφει τα κάστρα: ω φθόνε καστροχαλαστή Διήγ. Βελ. 55.
κόπτω,- Σπαν. (Λάμπρ.) Va 542, Γλυκά, Στ. 112, Λόγ. παρηγ. L 209, Προδρ. I 57, III 101, Ορνεοσ. αγρ. 53630, Διγ. Z 4110, 4112, Διγ. (Trapp) Esc. 1347, Βέλθ. 717, 1142, Ερμον. Μ 80, Ιερακοσ. 37321, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 1072, Φλώρ. 634, 1369, Περί ξεν. V 26, Ερωτοπ. 254, 579, Λίβ. P 2132, Λίβ. Sc. 630, Λίβ. Esc. 23, Αχιλλ. L 444, Αχιλλ. N 559, 1598, Χρησμ. IV 5, Ανακάλ. 23, Γαδ. διήγ. 285, Απόκοπ.2 127, 337, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 337, Συναξ. γυν. 713, Κορων., Μπούας 149, Πεντ. Δευτ. XXIX 10, 11, Αχέλ. 1563, Αλφ. (Μπουμπ.) II 16, Πτωχολ. (Κεχ.) P 77, Διγ. Άνδρ. 39134, Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 17, Τζάνε, Κρ. πόλ. 13824, 14126, 15725, 2496, 29319, Τριβ., Ρε 109, κ.π.α.· κόβγω, Ασσίζ. 1772, Μαχ. 2687, 41632, 42627, 48013, Καραβ. 49522, Γεωργηλ., Θαν. 227, Χρον. σουλτ. 7514, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 401, Κυπρ. ερωτ. 1494, Πανώρ. Ε΄ 79, Κατζ. Β΄ 19, Πιστ. βοσκ. V 4, 120, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 579, 1765, 1801, Ζήν. Δ΄ 33· κόβω, Λίβ. N 3743, Σαχλ., Αφήγ. 562, Αιτωλ., Βοηβ. 115, Πανώρ. Ε΄ 222, Ζήν. Β΄ 143· κόπτουμαι, Απόκοπ.2 103· κόφθω, Λίβ. Esc. 1739, Κορων., Μπούας 150, Βεντράμ., Γυν. 242· κόφτω, Ερωτοπ. 71, 278, 553, Αχιλλ. L 613, Φαλιέρ., Ιστ.2 201, Πένθ. θαν.2 467, Βεντράμ., Φιλ. 53, 184, Δεφ., Λόγ. 391, Τριβ., Ταγιαπ. 192, Πεντ. Έξ. XXXIV 10, Δευτ. XXIX 13, Χρον. σουλτ. 10613, Ερωφ. Ε΄ 169, Σταυριν. 305, 637, 726, 964, Ιστ. Βλαχ. 642, 1128, 1590, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [1453], Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 158, Χριστ. διδασκ. 264, 370, Ζήν. Ε΄ 315, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1938, 2067, 21118, 2155, 24625.
Το αρχ. κόπτω. Ο τ. κόβγω και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 597). Οι τ. κόβω και κόφτω και σήμ.
I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) Χτυπώ: μέγαν καιρόν εκόπτοντο οι δυο καλοί στρατιώται Πόλ. Τρωάδ. 574. 2) α) Κόβω κ. (με οξύ όργανο): ραβδούχος με σκληρό σπαθί τού κόβγει το κεφάλι Ζήν. Γ΄ 324· Εκεί να δεις ... που ήσανε κομμένα| κεφάλια από τα κορμιά Διακρούσ. 8019· τ’ αφτιά τού κόφτουν εδεκεί κι όλη τη μύτη ομάδι Τζάνε, Κρ. πόλ. 35612· έδωκέ μοι σπαθέαν εις το σκουτάριον και έκοψέν το και μόνον το κράτημα επέμενεν εις το χέρι μου Διγ. Άνδρ. 38120· τα φτερά ... (παραλ. 1 στ.) μου κόψα όνταν αρχίσασι και χαμηλοπετούσα Ερωφ. Αφ. 71· β) σπάζω, τσακίζω, τεμαχίζω: πιάνει μια βαριά και κόφτει τους περάτες Φαλιέρ., Ιστ.2 197· Ταύτα βάλε εν ιγδίῳ και κόπτε και κοπάνιζε και κοσκίνιζε Ιερακοσ. 38311· γ) λατομώ: έστειλεν εις την Προικόννησον ... και έκοψαν μάρμαρα Διήγ. Αγ. Σοφ. 15935. 3) α) Ευνουχίζω: έναι περιτετμημένος ... και τον έκοψαν όταν τον επήραν σκλάβον Ιστ. πατρ. 1091· β) διαμελίζω, ξεσκίζω: Ήκοβγε μέσες και μεριά, κορμιά από πάνω ώς κάτω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1057· τα κριάτα σου να κόφτουσι με δίστομα μαχαίρια Ch. pop. 737· ευρήκασι τα λείψανα κομμένα, σκοτωμένα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Νενεδ.) 54323· γ) σφάζω, θανατώνω: επήρε ο ... σουλτάν Μπαγιαζίτης την Μεθώνην από σπαθίου και έκοψεν άνδρες χιλιάδες επτά Byz. Kleinchron. A΄ 30116· όσους αν κατέτυχον, έκοπτον ωσεί χόρτον Διγ. Z 3527· εις ημέρας σαράντα την έκοψεν η θεία σπάθη του Θεού από λυσιντερία και απέθανε κακώς Ιστ. πατρ. 1206· κόβγουσιν χώρες και λαόν, καθώς έν’ μαθημένοι Θρ. Κύπρ. K 833· α θεν να κόψουν τα νησά, ποτέ να μη τσ’ αφήσεις Τζάνε, Κρ. πόλ. 33520. 4) Διαπερνώ, τρυπώ: Έκτωρ ... κρούσας ...| την του Αίαντος ασπίδαν (παραλ. 1 στ.) έκοψεν τας έξι βύρσας Ερμον. Μ 64. 5) (Προκ. για μαλλιά) α) κουρεύω: ήφεραν ψαλίδιον και έκοψε το γένειον του Τσίρου Οψαρ. 36241· β) μαδώ: η κόρη θρηνωδούσα| τα μαλλιά της έκοπτεν, έδερνε και το στήθος Διγ. A 2646. 6) Κάνω τομή, εγχειρίζω: φέρνω έναν ιατρόν ... κόβγει τον (ενν. τον σκλάβον) κακά οπού ουδέν έπρεπε να τον κόψει και έκοψέν τον και διά τούτο ετελεύτησεν Ασσίζ. 17710, 11. 7) Χαράζω, λαξεύω: Εντέχνως είχε λαξευτά γράμματα κεκομμένα Βέλθ. 382· Είδε κἀκεί τον Λέανδρον εκ λίθου κεκομμένου Βέλθ. 456. 8) Κατατρίβω, φθείρω: Κόφτεται η πέτρα με σκοινί, το σίδερο σηπιέται Τζάνε, Κρ. πόλ. 35421. 9) Καταβάλλω· αφανίζω: τους βασιλιάδες έκοψεν η τύχη η εδική του (ενν. του Αλέξανδρου) Τζάνε, Κρ. πόλ. 1347· θάνατος έκοψεν αυτού νεότητος το κάλλος Διγ. Z 4476. 10) (Προκ. για χρήματα) «χαλάω», ξοδεύω: το έκοψες (ενν. το υπέρπυρον) και έπιες και εχαροκοπήθης Πουλολ. (Τσαβαρή) 154. 11) Κάνω τάφρο (για να μπει το νερό της θάλασσας): εκόψαν την θάλασσαν και επερικυκλώσαν την (ενν. την Πάφον) Μαχ. 35814‑5. 12) Διασχίζω, διατρέχω (φεύγοντας από κ. ή κάπ.): Κόπτει ο λύκος το βουνίν, η αλωπού το δάσος Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 1072. 13) Αποκόπτω από τον ανεφοδιασμό, πολιορκώ: Το Ρέθεμνος σαν έκοψε κι ήθελε το νικήσει Τζάνε, Κρ. πόλ. 23517. 14) Ανακόπτω τη ροή: το νερό ’χε κόψει| στην χώρα να μην έρχεται Τζάνε, Κρ. πόλ. 25322. 15) Διακόπτω: παραδράμω τα τα τότε λαληθέντα,| κόψω και τούτον τον ειρμόν, πλάτος ο λόγος έχει Λίβ. Sc. 3026. 16) α) Περικόπτω, καταργώ, αφαιρώ: ως ... πατριάρχης ... έκαμεν οικονομίας πολλάς και δωρήματα έδωκε και έκοψε τα χίλια φλωρία του πεσκεσίου· και έμεινεν αυτό δύο χιλιάδας Ιστ. πατρ. 17919· Τα αυτά άσπρα πολλ(α)πλασίασον με τα β΄ και ... κόφτε τα τρία έμπροσθεν ψηφιά Rechenb. 303· κόφτει (ενν. ο θάνατος) τες ημέρες του και φέρνει τον στον Άδη Ιστ. Βλαχ. 2844. β) απαλάσσω κάπ. από κ.: όρισε τον σιρ Μπαλιάντε Σασιου και πράκτορα Κύπρου και έκοψε τους καλογέρους της μονής ονόματα ιη΄ από στρατείαν και καπνικόν Νεκρολ. φ. 69r. 17) Συγκρατώ, εμποδίζω, ματαιώνω: έκοψεν τον σουλτάνον από την κακήν όρεξιν όπου είχεν εις τον μαντατοφόρον Μαχ. 1849· έκοψεν την κραταιάν και απρόσμαχον του Αχιλλέως ορμήν Τρωικά 52620· Είπε πολλά ο Φίλαρμος ως ίνα τον ελκύσει,| αλλά γε τούτου την βουλήν ουκ ηδυνήθην κόψαι Βέλθ. 66. 18) Καταργώ, παύω: την πόλιν των Χριστιανών ...| να πάρουν αφ’ τα χέρια των, να κόψουν έπαρσίν των Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 358· επέψαν ... πολλούς λας των αρμάτων να κόψουν το σκάνταλον και να βλεπίσουν και την χώραν Μαχ. 2304. 19) Λύνω, ακυρώνω: εκόψασι τες σύβασες και πλιο τως δεν μπορούνε| να ’χουσι την ελευθεριά Τζάνε, Κρ. πόλ. 41610· κόπτω τον όρκον οπού έποισα εγώ εις εσένα Λίβ. Esc. 3979· Θέλει να ’ναι (ενν. το τεσταμέντο) κομμένο και ανουλάδο, ωσάν ποτέ να μην είχε γενεί Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 1415. 20) Ορίζω, καθορίζω: σύρε να κόψομε διαθήκη εγώ και εσύ και να είναι για μάρτυρας ανάμεσά μου και ανάμεσά σου Πεντ. Γέν. XXXI 44· να πάγει να δει και να τα στιμάρει, και ό,τι πρέζιον θέλει κόψει να είναι και ν’ απομένει Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 2118. 21) α) Ενοχλώ, στενοχωρώ, βάζω σε έγνοια: η γαϊδάρα όντας γλακά και κόβει τη το γάλα Στάθ. (Martini) Β΄ 80· οπού ’ξευρε (ενν. το καλογεράκι) κι εμάλωνε και τσ’ έκοπτε συχνάκι Τζάνε, Κρ. πόλ. 53018· λογισμοί έκοπτον αυτού πονηροί την καρδίαν Διγ. (Trapp) Gr. 1364· κόπτει την η φροντίδα Φλώρ. 1243· ουκ οίδα τι έναι τό πονείς και ουκ οίδα τι σε κόφτει Αχιλλ. L 613· β) βασανίζω, παιδεύω: οδι’ αγάπην τά ’θεκες κι εμένα κόφτει ο πόνος Ερωτοπ. 243· Οι έρωτες με σφάζουσιν και κόφτει με η αγάπη Ερωτοπ. 153. 22) Πραγματοποιώ: εξάμωνε πλατέα και έκοπτε στενά Χειλά, Χρον. 355. Β´ Αμτβ. 1) α) Είμαι οξύς, κοφτερός: το σπαθί τ’ Αγαρηνού πώς έκοφτε να δούσιν Τζάνε, Κρ. πόλ. 5206· αν το πιάσεις (ενν. το μαχαίρι)| αποδεκεί οπού κόβγει,| μπορεί να σε πληγώσει Πιστ. βοσκ. I 4, 11· β) έχω δυνατότητα να σφάζω· θανατώνω: που ’ρθασιν οι Αγαρηνοί μ’ όλη την αντρειά τως| και οι Ρωμιοί εσώσανε κι εκόπταν τ’ άρματά τως Τζάνε, Κρ. πόλ. 1722. 2) Τεμαχίζω (το ψωμί, το φαγητό) (Για τη σημασ. βλ. Πολ. Λ., Ελλην. 14, 1955, 524): ήφερέ με ομπρός σας| να κόπτω εις την τάβλα σας κατά τον ορισμό σας Τριβ., Ρε 206. 3) Δέρνομαι, θρηνώ: κλαί’ και κόπτει και θρηνεί άχρι της τελευτής του Φυσιολ. (Legr.) 734. 4) Βλάπτω: πράξις γαρ η ασύμβουλος ουκ ωφελεί, αλλά κόπτει Σπαν. A 335. II. Μέσ. 1) α) Χωρίζομαι σε μέρη: [εκείνη] η στράτα ...| εις εκατόν εκόπτετον μικρά μονοπατίτσια Λίβ. P 1114· β) σπάζω: την έκαμε κι εβγήκε (ενν. η σαΐτα),| μα μέσα πρώτα εκόπηκε Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1298]. 2) α) Φροντίζω, ενδιαφέρομαι: είδα πώς εκόπτονταν κι εβιάζονταν να μάθουν Απόκοπ.2 149· β) ανησυχώ, στενοχωρούμαι, υποφέρω: Ώφου και πώς το κόβγουσου, πώς το ’βανες στο νου σου,| πώς τ’ όνειρό σου το πρικύ σήμερον εφοβούσου! Ερωφ. Ε΄ 587· η κόρη κόπτεται δι’ εσάς και εσείς αμερεμνάτε; Λίβ. Esc. 2953· ταις εννοίαις κόπτεται, τοις λογισμοίς κλονείται Καλλίμ. 1766. 3) Δέρνομαι: έκλαιον πικρώς και εκόπτοντο θρηνούντες απαραμύθητα Ιστ. Βατοπ. 40· (με την αιτιατ. θρήνον, κοπετόν): θρήνον εκόπτετον δριμύν Φλώρ. 400· ταύτα ειπών εκόψατο κοπετόν μέγαν μετ’ οιμωγής και δακρύων Δούκ. 17117. 4) Διακόπτομαι, παύω: εχάθηκεν ο ύπνος της, εκόπη το φαητό τση Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1319. Φρ. 1) Κόπτω μαύρα = μαυροφορώ (από πένθος): μανθάνοντα ο Αποστόλες πως επέθανεν η ρήγαινα επήρεν μεγάλην πλήξιν και εκόψεν μαύρα Βουστρ. 427. 2) Κόπτω την πνοή κάπ. = αφαιρώ τη ζωή κάπ., θανατώνω: τέλεια αρνήθημ με κι έκοψεν την πνοήν μου Κυπρ. ερωτ. 1134. 3) Κόβεται η λαλιά μου = σταματά η ομιλία μου: Τα χείλη κατεμαύρισαν κι εκόπην η λαλιά τως Απόκοπ. (Παναγ.) 513. 4) Κόπτω φωνή = βάζω φωνή, κραυγάζω: Ο κάτης ήκοψε φωνή άγρια, πολλά μεγάλη Κάτης 85. 5) Με κόβγει η έγνοια = ανησυχώ, νοιάζομαι: έγνοια δεν τους έκοβγε κι εκείνα να θωρούσι| ξοπίσω του θανάτου τως, απού ’χουσι να ’ρθούσι Ερωφ. Α΄ 527. 6) Με κόπτει ίδρος = ιδρώνω από ψυχική ένταση: λιγομάρα μ’ έπιασεν ...| και ίδρος μ’ έκοψε Ch. pop. 574. 7) Με κόφτει διά κ. = ανησυχώ, ενδιαφέρομαι, φροντίζω για κ.: μηδε διά εντροπήν σάς κόφτει, μήτε διά τιμήν Θεματογραφία 11· Γενοβέσοι ... οπού σας κόπτει πλέον| όπως να ξαναπάρετε σπίτια σας τα χαημένα Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 556. 8) Κόβεται η καρδιά μου = α) εξαντλούμαι, λιποθυμώ: Εχάθηκέ μου η δύναμη, εκόπηκε η καρδιά μου Θυσ.2 191· β) λιποψυχώ, δειλιάζω: Μη δεν αφήνεις, Δίδυμε, να κόβετ’ η καρδιά σου| στους φόβους τούς ανθρώπινους, μα θαρρεμένος στάσου Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [1081]. 9) Κόβονται τα πόδια μου (ή τα μέλη μου) = «κόβεται» η δύναμή μου, αποκάμνω (εξαιτίας έντονου συναισθήματος): τα πόδια μου εκοπήκασι κι εθάμπωσε το φως μου Ερωφ. Δ΄ 214· Τα μέλη μου εκοπήκασι κι η ψη μου απολιγαίνει Πανώρ. Γ΄ 534. 10) Κόβονται τα σωθικά μου = εξαντλούμαι, αποκάμνω (από έντονο συναίσθημα): Μου φαίνεται κοπήκασι όλα τα σωθικά μου Ευγέν. 1010. Η μτχ. παθητ. παρκ. ως επίθ. = 1) Κουρασμένος, άτονος: Νένα, τα πρικαμένα μου μέλη γροικώ κομμένα Ερωφ. Ε΄ 267. 2) Απόκρημνος: οδιά την ταραχήν απού κάνει η θάλασσα εις τα μεγάλα χαράκια απού είναι εκεί και ριζιμιά και κομμένα Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 460. 3) Αποκομμένος, ερημικός: να σηκώσει το ρίφι απάνου του όλα τα κρίματά τους προς ηγή κομμένη και να απεστείλει το ρίφι εις την έρημο Πεντ. Λευιτ. XVI 22.
κωμοδρόμος- ο, Νεκρολ. φ. 4r, 13v, 173v, 175r.
Από τα ουσ. κώμη και δρόμος. Η λ. τον 9. αι. (Lampe, Lex.).
Σιδηρουργός: ότε φθάσοσιν εις τον τόπον, ελθών ο κωμοδρόμος ας σταυρώσει αυτόν (ενν. τον Ιησού) Μυστ. 60.
λαός (Ι),- ο, Διγ. Z 64, Διγ. (Trapp) Esc. 882, 1148, Χρον. Μορ. H 1170, 1414, 1422, Λίβ. Sc. 1180, Λίβ. N 2015, Μαχ. 2222, 1829, 1929, Θησ. Β΄ [I7, 55], Δ΄ [161], Απόκοπ.2 365, Πεντ. Έξ. I 9, Αρ. XXIV 14, Δευτ. XIV 2, Αχέλ. 264, 2486, Χρον. σουλτ. 6919, 11711, Ερωφ. Δ΄ 501, 507, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 997, 1973, Δ΄ 1576, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1724, 25614, 5054, κ.π.α.· λαγός, Ασσίζ. 377, Νεκρολ. φ. 10v· λας, ο, Byz. Kleinchron. A΄ 2094· λας, οι, Ασσίζ. 10524, 17024, 19511, 19721, 2019, 22420, 37226, 4187, 45526, Μαχ. 1434, 2015, 4813, 5010, 11011, 18819, 44622, 50816, 6366, Βουστρ. 415, 477, 489.
Το αρχ. ουσ. λαός. Ο τ. λαγός από ανάπτυξη του γ (Βλ. Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Α′ 425), ενώ ο τ. λας από αποβολή του ο (Βλ. Hadjioannou, Beginning of Cypr. Dial. 304 = Χατζ., Διασπ. 518 και Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Α′ 85). Οι τ. και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 627, 631). Τ. λάος στο Βλάχ. Η λ. και σήμ.
1) α) Κόσμος, άνθρωποι: Μαχ. 1010, 129, 59433· β) πλήθος ατόμων: Μαχ. 2527, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 517· γ) το σύνολο των κατοίκων, ο πληθυσμός μιας περιοχής: σύντομα μέγας σεισμός αρχίζει,| την χώραν μ’ όλον τον λαόν ο Θεός καταποντίζει Χούμνου, Κοσμογ. 876· εβγήκαν οι λαοί των τόπων εκεινών ιερωμένοι και κοσμικοί και επροσκύνησαν αυτούς Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 18· (συνεκδ.) τόπος, περιοχή: ο πρίγκιπας … κράζει τους κεφαλάδες,| τους κιβιτάνους του λαού όπου ήσασιν τα αλλάγια Χρον. Μορ. H 7016. 2) Γένος, έθνος: Πεντ. Δευτ. II 10, Ασσίζ. 2434, Πεντ. Γέν. XI 6· έκφρ. λαός βλησίδι = περιούσιος λαός: ο Κύριος σε αξίωσεν σήμερα να είσαι αυτουνού για λαός βλησίδι Πεντ. Δευτ. XXVI 18· εσέν εδιάλεξεν ο Κύριος ο Θεός σου να είσαι αυτουνού για λαός βλησίδι από όλα τα έθνη Πεντ. Δευτ. VII 6· φρ. είμαι για λαός = προορίζομαι για γενάρχης μιας φυλής: αυτός να είναι για λαός … να μεγαλύνει … και η σπορά του να είναι γέμωσμα των εθνών Πεντ. Γέν. XLVIII 19. 3) α) Μέλη μιας οργανωμένης (με νόμους) κοινωνίας, πολίτες: Πώς δει πάντες οι λας να έχουν μάρτυρας κατά τον νόμον τους εκείνους τούς αγκαλιούν Ασσίζ. 2722· να μιλήσουν πρώτα με τους συνδίκους, όπου είναι πατέρες ολονών του λαού Σουμμ., Ρεμπελ. 164· έκφρ. καλοί λας = οι εύποροι, πλούσιοι πολίτες: αννοίξαν τες αποθήκες και εκουβαλούσαν τα κρασία …,| επαίρναν το ψουμίν … και τα προδέλοιπα πράγματα τους καλούς λας Μαχ. 67224· β) τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα: εσέρναν (ενν. οι καπουριόνοι) τον λαόν εις το κακό, εναντίον των αρχόντων Σουμμ., Ρεμπελ. 170· εσύντρεχαν πολλοί νέοι αρχοντόπουλα και έτερα παλληκάρια του λαού Σουμμ., Ρεμπελ. 159· εκφρ. (1) λίος λαός = η κατώτερη τάξη του λαού ή του στρατού (Για τη σημασ. βλ. Ζέπ., ΕΕΒΣ 18, 1948, 215 και Καλονάρο [Χρον. Μορ. σ. 382]): να κοιμηθεί ο λίος λαός να μην τους έχουν νοήσει Χρον. Μορ. H 3850· από την χώρα εξήβαλεν γυναίκες και παιδία,| ωσαύτως και τον λίον λαόν όπου άρματα εβαστούσαν Χρον. Μορ. H 1471· (2) χοντρός λαός = ο άξεστος κόσμος, όχλος (Για τη σημασ. βλ. λ. χοντρός στον Ξανθουδίδη [Ερωτόκρ. σ. 735] και Αλεξίου Στ. [Ερωτόκρ. σ. 518]): μέσα στο χοντρό λαό πολλή βαβούρα εγίνη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 841· (3) τα σπίτια τους λας = η μάζα του λαου (Για τη σημασ. βλ. Σπυριδάκη, Αφ. Άμ., 1960, 71): άνταν επήγεν το παράνομον φουσσάτον, εσηκώθησαν τα σπίτια τους λας και εποίκαν κούρση και φόνονς πολλούς Μαχ. 67213· (4) κοινός λαός· βλ. ά. κοινός το ουδ. ως ουσ. 3, έκφρ. α. 4) α) (Προκ. για άρχοντα η βασιλιά) υπήκοοι: Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 87, Ωροσκ. 4219, Σπαν. A 456· β) συνοδεία, ακολουθία: ο ρήγας … ήλθεν εις την Κύπρον … και επέζευσεν με τους λας του, εγδέχοντα τον σιρ Τζουάν τε Σιούρ τον αμιράλλην Μαχ. 1901· απέστειλε δε αυτόν πορευθείς μετά λαού και δόξης πολλής Έκθ. χρον. 627. 5) α) Στρατός, στρατιωτική δύναμη: Πόλ. Τρωάδ. 409, Χρον. Μορ. H 3571, 6932, Διγ. (Trapp) Esc. 1345, Μαχ. 62824· εκφρ. (1) λαός απεζός = πεζικό: ο ρήγας απέζευσεν το φουσσάτον με άλογα και εκαβαλλίκευσεν και επήρεν και πολλύν λαόν απεζόν Μαχ. 19231· (2) λας των αρμάτων = οπλίτες (Για την έκφρ. βλ. Χατζ., Διασπ. Α΄ 499): να πεψει (ενν. ο βασιλέας) λας των αρμάτων, να βλέπουν τον τόπον Μαχ. 820· β) άμαχος πληθυσμός: πας ο λαός, εσίγα.| Και θρήνος ’γένετο πολύς δια τους αποθαμένους,| εκ τον στρατόν τους βλέποντες ολίγους γλυτωμένονς Κορων., Μπούας 29. 6) α) Οπαδοί, πιστοί θρησκείας· έκφρ. ο λαός του Κυρίου ή του Χριστού = οι χριστιανοί: τον του Κυρίου λαόν ευλόγησε (ενν. ο πατριάρχης) Ιστ. πατρ. 1538· Χριστέ μου, σε παρακαλώ, παυσ’ από το θυμόν σου,| γιατί θα μπούσιν οι εχθροί να σφάξουν τον λαόν σου Τζάνε, Κρ. πόλ. 20016· β) λαϊκοί (σε αντίθεση προς τους κληρικούς): Ου γαρ θέλομεν ημείς ο λαός και οι κληρικοί τον Μάρκον Έκθ. χρον. 2826· γ) (προκ. για εκκλ. αξιωματούχο) «ποίμνιο»: ο γεριάς ο αλειμμένος να φταίσει εις αμαρτιά του λαού και να προσφέρει ιπί το φταίσιμό του … δαμάλι Πεντ. Λευιτ. IV 3.
μετοχάρης- ο· μετοχιάρης, Νεκρολ. φ. 71, Κατζ. Α΄ 71 κριτ. υπ.
Από το ουσ. μετόχι και την κατάλ. -άρης. Η λ. και σε ενθύμ. του 1574 (Παναγιωτάκης, Δωδώνη 5, 1976, 122), σε έγγρ. του 1640 (Κρ. συμβόλ. 243· βλ. και Ζερβογιάννης, Αμάλθ. 14, 1983, 99) και στο Τραγ. Αληδ. 151· για τη χρ. πβ. και Σπανάκη, Κρ. Χρ. 9, 1955, 406, 467. Ο τ. και σε ενθύμ. του 1308 (Darrouzès, Κυπρ. Σπ. 11, 1951, 31).
Αγρότης που διαμένει σε μετόχι και το καλλιεργεί: μια κοπελιά μάς έφερε την άλλη ο μετοχάρης·| γυναίκα ας εδύνουσου, οϊμέ, να μου την πάρεις! Κατζ. Α΄ 71.
μετόχιον- το, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1489, 1516, 1570, 1585, 1657, 1806, 1817, 1829, 2265, κ.α., Βακτ. αρχιερ. 168· μετόχι, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1876, 24314, 24823, Νεκρολ. φ. 91· μετόχι(ο)ν, Ιστ. Βατοπ. 40.
Από το αρχ. ουσ. μετοχή και την κατάλ. -ιον (Βλ. Ανδρ., Λεξ., λ. μετόχι). Η λ. τον 9. αι. (Sophocl.) και πολλ. σε έγγρ. Ο τ. μετόχιν και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.). Ο τ. μετόχι στο Βλάχ. και σήμ.
1) α) Μεγάλο κτήμα που ανήκει σε μοναστήρι από την περιοχή του οποίου βρίσκεται συν. μακριά, περιλαμβάνει διάφ. μοναστηριακές εγκαταστάσεις (κελιά, εκκλησία, ξενώνες, κλπ.. για τις ανάγκες των μοναχών και καλλιεργητών) και λειτουργεί ως παράρτημά του (Για τη σημασ. βλ. Σπανάκη, Κρ. Χρ. 9, 1955, 467, Ξανθ., Χρ. Κρ. 1, 1912, 338 και [Ερωτόκρ. σ. 612]): Εκείσε και μετόχιον πέφυκε με κελία (παραλ. 1 στ.). Το δε γε περιβάλλον του ζεφύρου τῳ μέρει| υποκείμενον φαίνεται και δύο μίλια φέρει Παϊσ., Ιστ. Σινά 1895· Λειμών δε και μετόχιον παρόμοιον τῳ άλλῳ υπάρχει, γέμον νεραντζών Παϊσ., Ιστ. Σινά 1509· β) (εδώ προκ. μόνο για το οίκημα): εις Αίγυπτον μετόχιον τυγχάνει των Σιναϊτών …| Τούτο οικία μεν εστί μεγίστη με κελία Παϊσ., Ιστ. Σινά 2251. 2) (Γενικ.) κτήμα με σπίτι, αγροικία που ανήκει σε ιδιώτη· μικρός (αγροτικός) συνοικισμός (Για τις σημασ. βλ. Σπανάκη και Ξανθ., Χρ. Κρ. 1, 1912, 338 και [Ερωτόκρ. σ. 612]): Εκεί ήσα κάμποι και βουνιά … (παραλ. 2 στ.), μετόχια με πολλούς βοσκούς κι αρίφνητα κουράδια Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 638· Κι επήγασίνε κι άρχοντες με την καβαλαρία| να μπουν να ξελυτρώσουνε μετόχια και χωρία Τζάνε, Κρ. πόλ. 3062. Ως τοπων.: Συναδ., Χρον. 32, 45.
μοίρα- η, Βέλθ. 36, Χρον. Μορ. H 1859, 4004, Σαχλ., Αφήγ. 197 δις, 198, Λίβ. Esc. 3476, Φαλιέρ., Ιστ.2 96, 111, 152, Γεωργηλ., Θαν. (Wagn.) 124, 152, Πανώρ. Α΄ 93, 182, 191, Ερωφ. Α΄ 59, Β΄ 79 δις, Δ΄ 5, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 23, 65, Δ΄ 1241, Στάθ. (Martini) Β΄ 33, Γ΄ 389, Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 18.
Το αρχ. ουσ. μοίρα. Η λ. και σήμ.
1) Τμήμα, μέρος (ενός συνόλου) α1) (προκ. για πράγμα): Rechenb. (Vog.) 261, Καραβ. 49321, Φαλιέρ., Ιστ.2 362· α2) ποσοστό, φόρος που αναλογεί σε κάπ.: είμεθα κρατημένοι εγώ και ο Ιωάννης να το πλερώνομεν (ενν. το οσπίτιν), εγώ τας δύο μοίρας και ο Ιωάννης την μίαν Διαθ. Ακοτ. 147· β) (προκ. για πρόσ.): Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 232, Φλώρ. 1604, Χούμνου, Κοσμογ. 1567. 2) Μερίδιο (που ανήκει σε κάπ.), μερτικό, κλήρος: Ασσίζ. 1291, Rechenb. (Vog.) 3214, Νεκρολ. φ. 150v, Χρον. Μορ. P 7237· Έρχου, καλεί σε ο Θεός στην γην τσ’ Επαγγελίας,| αυτήν την ποιαν εδιάλεξεν ο Νώες διά μοίραν,| την επαρέδωκεν του Σημ και ξένοι την επήραν Χούμνου, Κοσμογ. 647. 3) α) Μοίρα, τύχη, πεπρωμένο: Ζήν. Β΄ 33, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 678, Φαλιέρ., Ιστ.2 133· ποτέ ο Ρωτόκριτος δε θε να τραγουδήσει| στο φανερό, να τονε δει κιανείς να τον γνωρίσει,| και δυσκολέψει η μοίρα του με τους σκοπούς ομάδι| και χάσει την παρηγοριάν οπού ʼχε πάσα βράδι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 481· β) (ως προσωποπ.): Φαλιέρ., Ιστ.2 31, Φαλιέρ., Ενύπν.2 58, Ερωφ. Ε΄ 485, 487· γ) καλή τύχη (σε κατάρα, απευχή): Εγώ ζιμιό τον έμπασα κι ομπρός του τον επήρα| κι αυτός, οπού να δώσει ο θεός ποτέ του να ’βρει μοίρα (παραλ. 1 στ.), το στόμα του κι η γλώσσα του αρχίσασι να λέσι Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [440]· δ) θάνατος: Βεντράμ., Φιλ. 226. 4) (Προκ. για το Θεό) ουσία, υπόσταση: αν φάτε εκ τον καρπόν <εκείνον του Υψίστου>,| γίνεστε πάραυτα θεοί της μοίρας της δικής του Πικατ. 476. 5) Δωρεά, χάρισμα: πολλά επήρες| από τον ύψιστον Θεόν, πολλά μεγάλες μοίρες Ιστ. Βλαχ. 1380· Να πολυευχαριστήσομεν το όνομα του Υψίστου,| να αξιωθούμεν και ημείς της μοίρας της δικής του Σκλάβ. 246. Εκφρ. 1) Για ή διά (την) μοίραν του Θεού = για τ’ όνομα του Θεού!: Σώπα, για μοίραν του Θεού, μηδέ με κριτηριάζεις Φαλιέρ., Ιστ.2 545· Λέγει (ενν. ο αρχάγγελος) του Σηθ: «Παράκυψε κι ιδέ από την θύραν| και βλέπεσαι μηδέν εμπείς, διά του Θεού την μοίραν» Χούμνου, Κοσμογ. 332. 2) Δίκαιη μοίρα = δικαιοσύνη: Το δε ρεάμι ʼπόμεινε στου Σπάνια τας χείρας,| γιατί κείνου ανίμενε διά δίκαιας μοίρας Κορων., Μπούας 64. 3) Μοίρα της ατυχίας = ατυχία (Η χρ. της λ. με γεν. ουσ. ήδη αρχ.· L‑S, λ. μοίρα V): Πάλιν σ’ εμέναν έφτασεν της ατυχίας η μοίρα Φλώρ. 998· Υιέ μου, τον εστοίχισεν της ατυχίας η μοίρα Φλώρ. 1109. 4) Μοίρα των επτωχών = πτωχοί: Άντικρυς δε εξ αυτού θεωρείς μίαν θύραν,| ο Κωνσταντίνος έκτισεν στων επτωχών τη μοίραν Προσκυν. Ιβ. 845 228285. Φρ. 1) Δίνω μοίραν = μοιράζω· (εδώ χρον.) περνώ ένα χρονικό διάστημα: αν είσαι αναβολάρης και έρχεσαι με τον νότον και θέλεις ότι να σταθείς να δώσεις την νύκταν μοίραν, κοστάριζε τέρα τέρα τέταρτον πλωρήσιν και μηδέν φοβάσαι Πορτολ. A 3912. 2) Δίνω του Χριστού την μοίρα = κάνω ελεημοσύνη: Αμέ κατά το έχει σου δώσ’ του Χριστού την μοίρα,| να παν ομπρός τα δώρα σου ν’ ανοίξουσι την θύρα Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 323. 3) Έχω μοίρα = είμαι τυχερός: στην Αξά εγεννήθηκα κι οι Τούρκοι εκεί μ’ επήρα| κι εις ξενιτιά επουλήθηκα, γιατί δεν είχα μοίρα Κατζ. Ε΄ 226. 4) Έχω μοίραν εκ κάπ. = ανήκω σε …: Απάρτι εκ τους δυστυχείς μοίραν ουκ έχεις, ξένε Λόγ. παρηγ. L 411. 5) Έχω μοίρα εις ή σε κάπ. = σχετίζομαι, συνδέομαι, είμαι οικείος με κάπ.: στείλε τη χάρη σου σ’ εμάς, αγιότατη Μαρία,| να ʼχομε μοίρα εις εσέ ως μάννα στα παιδία Π. Ν. Διαθ. φ. 335α 10· να ʼχεις εσύ (ενν. αγιότατη Μαρία) μοίρα σ’ εμάς κι εμείς σ’ εσέ μοιράδι,| τα τέκνα με τη μάννα ντως να στέκουσι ομάδι Π. Ν. Διαθ. φ. 336β 13· θέλω πειραχθήν πολλά εις τον Θεόν σωτήρα| και ουδεποσώς με θε δεκτήν σ’ αυτούνον να ʼχω μοίρα Χούμνου, Κοσμογ. 278. 6) Λαμβάνω θανατηφόρον μοίραν = θανατώνομαι, πεθαίνω: πόλεμον τους δώκασι και από σπαθιού τους πήραν| κι άπαντες τότ’ ελάβασι θανατηφόρον μοίραν Κορων., Μπούας 102. Η αιτιατ. επιρρ. = κατά ένα μέρος: εκείνοι οπού επεράσασιν και αφήκασι τον βιόν των| μοίραν εις χέρια εδικού, μοίραν εις χέρια φίλου Ρίμ. θαν. 13.
μοναστήριον- το, Ελλην. νόμ. 53512-13, Απολλών. (Wagn.) 412, Σφρ., Χρον. μ. 13036, Έκθ. χρον. 51, 6, 8326, Παϊσ., Ιστ. Σινά 301, 1255, 1366, 1869, Δωρ. Μον. XXXII, Διαθ. ηγουμ. Μακαρίας 164, 165, 177, Ιστ. Βλαχ. 1114, κ.π.α.· μοναστήρι(ν), Ιμπ. 575 κριτ. υπ., 590 κριτ. υπ., 605 κριτ. υπ., 734 κριτ. υπ., Σκουβαρά, Ολυμπιώτ. 339· μαναστήριον, Σκουβαρά, Ολυμπιώτ. 339· μοναστήρι, Νεκρολ. φ. 38 δις, Χρον. Μορ. H 2736, 4672, Χρον. Μορ. P 2745, Gesprächb. 8327, 841-2, 3, Απολλών. 409, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1621], Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 100r, 134r, Πορτολ. A 32726, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 32v, 36v, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 114, 689, Διακρούσ. 7420, 1067, Τζάνε, Κρ. πόλ. 23429, 25124, 4149, κ.π.α.· μοναστήριν, Προδρ. II Η 25e, III 224α χφφ CSA κριτ. υπ., 337, 378, 391 χφφ C8A κριτ. υπ., Ασσίζ. 4328, 1241, 36512, Χρον. Μορ. P 4672, Gesprächb. 11723, Ιμπ. 572, 734, Μαχ. 24632, 35, 2484, 62834, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 507, Πορτολ. A 2314, Βεντράμ., Γυν. 227, κ.π.α.· μοναστήριο, Μηλ., Οδοιπ. 640.
Το μτγν. ουσ. μοναστήριον. Ο τ. μοναστήρι(ν) σε έγγρ. του 15.αι. (Darrouzès, Textes byzantins XX 36), στο Μακρυγιάννη (Βλ. Χαραλαμπάκης (Μελ. ελλην. γλωσσ.) Ϛ΄, 1985, 357) και σήμ. Ο τ. μοναστήρι στο Βλάχ., σε έγγρ. του 16. και 17. αι. (Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 4, 1951, 793·26, Τωμ., Κρητολ. 9, 1979, 14126, 15162, κ.π.α.) και σήμ. Ο τ. μοναστήριν σε έγγρ. του 13. και 16. αι. (Act. Xér. 9 Α35, Β53, Βισβίζ., ό.π. 798, κ.α.) και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.). Ο τ. μοναστήριο σε έγγρ. του 16. και 17. αι. (Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 23, 1980, 469 και 470· 26, 1983, 427 και 495).
1) α) Τόπος όπου μονάζουν μοναχοί ή μοναχές, μοναστήρι: Τούτος δε ο πατριάρχης κύρης Ιερεμίας ανεκαίνισεν ... το μοναστήριον του Σταυρονικήτα Ιστ. πατρ. 16916· ήλθομεν πάλιν εις την Λαύραν, πολλά τρανό μοναστήρι Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 36v· ευρίσκει (ενν. η Μαργαρώνα) τόπον εύμορφον ...| κτίζει ... το άγιον μοναστήριν Ιμπ. 594· (σε παρομοίωση προκ. για μέρος ανυπεράσπιστο, ερημικό): Το κάστρον ηύραν (ενν. οι Φράγκοι) αχαμνόν, ως μοναστήριν το είχαν·| το σώσει το επολέμησαν, από σπαθίου το απήραν Χρον. Μορ. H 1712· β) (μεταφ.· ειρων.): ηγάπουν το μαυλισταρειόν, το μέγα μοναστήριν Σαχλ., Αφήγ. 99. 2) (Γενικ.) τόπος διαμονής· (εδώ σε ιδιάζ. χρ.): Εδά ʼχασες, βαριόμοιρε Αδάμ, αποκλειστήρι,| τον τόπον της παράδεισος και τ’ άγιον μοναστήρι Πικατ. 555. 3) (Συνεκδ.) ναός (συν. μεγάλος· η σημασ. και σήμ.· βλ. Ξανθ., Χρ. Κρ. 1, 1912, 339 και Δημητράκ., λ. μοναστήριος 3): τον παλαιόν καιρόν, οπού ήτον και όριζαν οι χριστιανοί βασιλείς, ήσαν μοναστήρια, ήγουν εκκλησίες, τξε΄ Προσκυν. Κουτλ. 390 13939. 4) (Συνεκδ.· στον εν. και πληθ.) μοναχοί, καλόγεροι: Ήλθαν τα μοναστήρια και πάντες οι ηγουμένοι| και πήγαν και προσκύνησαν αυτόν Βίος Δημ. Μοσχ. 285· λύσον ταύτην την γραφήν, διά την αγάπην του Θεού, και χαροποίησον το μοναστήρι σου Επιστ. Ηγουμ. 175· Σημαίνουσιν οι εκκλησιές, ψάλλουν τα μοναστήρια Βίος Δημ. Μοσχ. 737. — Ο τ. Μοναστήρι ως τοπων.: Πορτολ. A 3537, 22, 23, 28δις.
μοναύτα,- επίρρ., Ασσίζ. 776, 1103, 36013, 40321, Νεκρολ. φ. 69, Byz. Kleinchron. A΄ 2093, 21216, Μαχ. 486, 10614, 32218, 4201, 67030, Βουστρ. 415, 432, 458, 530, Γαδ. διήγ. 393, Άνθ. χαρ. 29637, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 347, κ.π.α.· μαναύτα, Μαχ. 2068· μόναυτα, Φυσιολ. (Legr.) 998, Βουστρ. 417.
Από το επίρρ. μόνον και τον πληθ. ουδ. αυτά της αντων. αυτός (Παπαδ. Α., ΛΔ 2, 1940, 60). Για τον τ. μοναύτα βλ. Dawkins [Μαχ. Β΄ σ. 33], Ο τ. μόναυτα (με επίδρ. του επιρρ. πάραυτα) και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 664). Τ. μοναύθα σε κυπρ. δημ. τραγ. του 19. αι. (Παπαδ. Θ., Κυπρ. Σπ. 36, 1972, 1100 και Επετ. Κύπρ. 6, 1972/3, 42225). Η λ. στο Meursius, σε κυπρ. έγγρ. του 15. αι. (Richard-Papadopoullos, Livre des remembr. 3 και 83) και σήμ. στην Κύπρο (Λουκά, Γλωσσάρ. 315).
1) Ευθύς αμέσως· χωρίς αναβολή: μοναύτα χάννουνται όλα τ’ άστρα| εις όσον εις τον κόσμον λάμψει ο ήλιος Κυπρ. ερωτ. 10519· γροικώντα το ο Μαρκίος μοναύτα εθυμώθην Βουστρ. 430· Ως γουν εκατεσκόπησε τον Βέλθαδρον η κόρη,| μόναυτα τον εγνώρισεν Βέλθ. 810· ηύρεν το νησσίν έρημον ... και μοναύτα εμίσευσεν και επήγεν εις την Ιερουσαλήμ Μαχ. 413. 2) (Ως χρον. σύνδ.) μόλις, αμέσως μόλις: μοναύτα σ’ όσον τον ιδεί, θέλει του συμπαθήσει Κυπρ. ερωτ. 11312· μοναύτα όπου επερίλαβεν τα χαρτία, χωρίς να τα διαβάσει εβούλλωσέν τα Βουστρ. 521· μοναύτα ως γιον να πλερωθεί, να τον παραδώσει εις την αυλήν Ασσίζ. 599.
μοναχικός,- επίθ., Έκθ. χρον. 683, Εγκ. αγ. Δημ. 110179, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 24410, 2635, 31116‑17, 3974· μοναχιχός.
Από το ουσ. μοναχάς και την κατάλ. ‑ικός. Τ. αμοναχός σε δημ. κρητ. τραγ. (Σπυριδ., Κρητικά 1, 1930, 205) και μαναχικός (ως ουσ.) στη Ρόδο (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ. 346). Η λ. τον 5. αι. (L‑S) και σήμ.
1) Μόνος, μοναδικός: έπαρε εδά τον υιό σου τον μοναχιχό σου ος αγάπησες, το Ιτσχάκ Πεντ. Γέν. XXII 2· (εδώ σε επιρρ. χρ.) μόνον: Διώξε της όλης αμαρτιάς και θλίψης μου το βάρος,| διότι εις σε μοναχικήν, παρθένε, έχω θάρρος Σκλέντζα, Ποιήμ. 722. 2) Που αναφέρεται στο μοναχό· έκφρ. μοναχική πολιτεία = ο τρόπος ζωής των μοναχών, μοναχικός βίος: εκ νεαράς δε ηλικίας ποθήσας την μοναχικήν πολιτείαν, αφείς τους γεννήτορας επορεύθη εν τῳ Αγίῳ Όρει Έκθ. χρον. 4524· Παρ’ αυτού (ενν. του Μάρκου Ευγενικού) τραφείς (ενν. ο Συμεών) και παιδευθείς την μοναχικήν πολιτείαν και χειροτονήσας αυτόν ιερέα ην μετ’ αυτού έως εν τοις ζώσιν ην Έκθ. χρον. 3010. Φρ. Γίνομαι εις την μοναχικήν τάξιν = ντύνομαι το μοναχικό σχήμα, γίνομαι μοναχός: το μεν έν πρόσωπον εγένετο εις την μοναχικήν τάξιν, το δε έτερον εκόμπωσεν Ελλην. νόμ. 53630. Το ουδ. ως ουσ. = όνομα που παίρνει ο μοναχός όταν κείρεται: τῃ αυτῄ ημέρᾳ εκοιμήθη ο δούλος του Θεού Θεόδωρος ιερεύς ο Πρεπάς και το μοναχικόν αυτού Θεόχτιστος Νεκρολ. φ. 79ν.
μοσχινάρι- το, Νεκρολ. φ. 232· μοσκινάρι, Νεκρολ. φ. 216v· μοσχινάριν, Νεκρολ. φ. 237v.
Πιθ. από το επίθ. μόσχινος και την κατάλ. ‑άρι. Τ. μουσχινάριν και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 668). Πβ. και λ. μοσχινάρα (Λουκά, Γλωσσάρ. 318) και μουσχινάρα (Σακ., Κυπρ. Β΄ ό.π.) σήμ. στην Κύπρο· Steiner, Stud. byz. Lexik. 158.
1) Μοσχάρι: εδώκασι διά την ψυχήν των αμπέλ(ιον) ... και βούδ(ι) εν αρσινικόν και μοσχ(ινάρια) τρία Νεκρολ. φ. 237. 2) (Συνεκδ.) μικρό ζώου: έδωκεν εις την αγίαν μονήν μοσχινάρι σκροφάδιο διά την ψυχήν της Νεκρολ. φ. 220v.
νομικός,- επίθ., Νεκρολ. φ. 94v.
Το αρχ. επίθ. νομικός. Η λ. και σήμ.
1) Νόμιμος: ος αποστερεί ... διάκονος ή ιερεύς την νομικήν του γυναίκα, να είναι καθῃρημένος Νομοκριτ. 66· τα λόγια, τα φιλιά και τα παιγνίδια (παραλ. 1 στ.) αγάπης νομικής ήσαν δεσίδια Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. δ΄ [39]. 2) Που ανήκει ή αναφέρεται στον Ιουδαϊκό νόμο: ο Θεός μόνον τον Ααρών και τους υιούς του και τους υιούς των υιών του ... εχειροτόνησε να είναι ιερείς της νομικής λατρείας Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 63· το Πάσχα το νομικόν, ήγουν των Εβραίων Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 264r. Το αρσ. ως ουσ. = εκκλησιαστικός αξιωματούχος: έγγονον όντα του νομικού της αγιότατης επισκοπής Τρικάλων Γράμματα Μετεώρ. 6747· εκοιμήθη ο δούλος του Θεού Δημήτριος ιερεύς ... και νομικός της μονής Νεκρολ. φ. 75v.
ντάμα- Χρον. Μορ. H 7346, 7358, 7388, 7424, 7529, 7555, 7624, 7668, 7691, 8456, Χρον. Μορ. P 7545, 7668· δαμού, Ασσίζ. 1657, 16614,17, 16622· ντάμε, Ασσίζ. 41625, 4181· τάμα, Χρον. Μορ. P 7980· τάμε, Ασσίζ. 4183, 9, Μαχ. 4026, 6827, 19437, 21818, 61219· ταμέ, Μαχ. 2182, 5226· τάμο, Νεκρολ. φ. 245v· τάμου, Μαχ. 21819 , 22430, 31, 2663, 5683.
Το παλαιότ. γαλλ. dame (Greim., Dictionn., λ. dame I). Για τη λ. και τους τ. βλ. Dawk., B-NJ 3, 1922, 151, Χατζ., Ξέν. στοιχ. 71, 109. Ο τ. τάμα στο Meursius (στη λ.). Η λ. στο Meursius και σήμ.
α) Κυρία (τιμητικός τίτλ. γυναικών της φραγκικής αριστοκρατίας): εξέπεσεν η αφεντία Ακόβου| το της πρωτοστρατόρισσας της ντάμας Μαργαρίτας Χρον. Μορ. P 7555· την πριγκίπισσαν, την ντάμα Ζαμπέαν εκείνην Χρον. Μορ. H 7980· την τάμου Μαρία τε Ζιπλέτ ... καβαλλαρίαν γυναίκαν του σιρ Γη τε Βερνή Μαχ. 26015· β) (ειρων. προκ. για «πολιτική»): Πολλά εχαροκόπησα εγώ και εκείνη (ενν. η Κουταγιώταινα) αντάμα,| ήτον αυθέντρια και κυρά και δέσποινα και ντάμα Σαχλ., Αφήγ. 106.
νταμιζέλα- η· ταμιτζέλλα, Μαχ. 5232, 5782, Βουστρ. 541· ταμοτζέλε, Νεκρολ. φ. 245v.
Το προβηγκ. damizela ή το ιταλ. damigella (Βλ. Kahane, Sprache 565). Ο τ. ταμοτζέλε από το παλαιότ. γαλλ. damoisele (Greim., Dictionn., λ. damoisel).
1) Κορίτσι συν. ευγενικής καταγωγής: ελάτε, νταμιζέλες μου, κουρτέσες τιμημένες,| και πάρετε άνθη ευγενικά Ημερολ. 108. 2) (Προκ. για νεαρή κόρη ή για παντρεμένη γυναίκα από την τάξη των ευγενών) ακόλουθος, «κυρία επί των τιμών»: η γυναίκα του (ενν. του καβαλλάρη μισέρ Τουμάς Τεβερνή) ήτον μία από τες ταμιτζέλλες της ρήγαινας και είχεν την η ρήγαινα πολλά ακριβήν Βουστρ. 425.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- επίθ., Φυσιολ. M 123, Διγ. A 31, Βέλθ. 1121, Ωροσκ. 4212, Χρον. Μορ. H 7809, Φλώρ. 144, 147, Φυσιολ. (Legr.) 406, Σφρ., Χρον. μ. 8222, Κορων., Μπούας 7, Βεντράμ., Γυν. 252, Χρον. σουλτ. 10032, Δωρ. Μον. XL, Σουμμ., Ρεμπελ. 172, Στάθ. Πρόλ. Α΄ 249· αρρενικός, Ορνεοσ. αγρ. 5191, Φυσιολ. (Legr.) 128· αρσινικός, Νεκρολ. φ. 70r, 124r δις, 228r, 231r, 238r, 240r· ασερνικός, Πεντ. Γέν. 127, V 2, VI 19, VII 3, XVII 10, 23, Έξ. XII 5, ΧΙΙΙ 12, ΧΧΙΙΙ 17, XXXIV 15, Λευιτ. 13, 10, ΙΙΙ 1, 6, IV 23, XX 13, XXII 19, XXVII 5, Αρ. 12, 22, III 22, 28, 34, 39, 40, XXVI 62, XXXI 7, 35, Δευτ. XV 19, XVI 16, XX 13, Στάθ. Α΄ 257 (έκδ. ασερινικό· διόρθ. σιωπηρώς Αλεξ. Στ., Κρ. Ανθολ. σ. 189)· ’σερνικός, Σταφ., Ιατροσ. 12350, Αλεξ. 159, Ευγέν. 105, Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. α΄ [27].