Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 7 εγγραφές  [0-7]

  Βιβλ.αναφορά : Ναξ. έγγρ. 17. αι.

  • ατσετάρω,  
    Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 401, Έγγρ. του 1615 (Κακoυλίδη, Κρ. Χρ. 22, 1970, 484), Στάθ. Γ΄ 493, Ναξ. έγγρ. 17. αι. 728, 7424, Φορτουν. Δ΄ 385.
    Το ιταλ. accettare, βενετ. acetar (Meyer, NS IV 14). Η λ. σε έγγρ. του 1606 (Παπαδάκη, Θησαυρ. 19, 1982, 143) και σήμ. (ΙΛ).
    Δέχομαι, αποδέχομαι (Πβ. τη σημερ. χρ., ΙΛ): ’πειδή και σκούζα κάνεις μου και σκούζα ατσετάρω| και φίλο αποδά και ομπρός καλό θα σε στιμάρω Στάθ. Γ΄ 493· Ει δε και δεν ατσετάρουν την χάριν τον, την αύριον θέλει την πάρει χωρίς άλλον και θέλει τους κόψει όλους έως τα βρέφη τα μικρά Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 401· ατσετάρομεν ευχαρίστως την άνωθεν μοιρασάν Έγγρ. του 1615 (Κακουλίδη, Κρ. Χρ. 22, 1970, 484). Βλ. και ατσετιάζω α1, α2.
       
  • αυθεντότοπος  
    ο· αφεντότοπος, Βακτ. αρχιερ. 148· Ναξ. έγγρ. 17. αι. 8510, 9210, 11218‑9.
    Από τα ουσ. αυθέντης και τόπος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. αφεντότοπος).
    Αυθέντης τόπου· μεγάλος γαιοκτήμονας (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφεντότοπος 3. Βλ. και Κατσουρό, [Ναξ. έγγρ. 17. αι. σ. 281, λ. άρχος]): Περί δούλου οπού κατακρίνει τον αφέντην του εις τον αφεντότοπον Βακτ. αρχιερ. 148.
       
  • άφουκλα  
    η, Ναξ. έγγρ. 17. αι. 3210.
    Άγν. ετυμ. Κατά Καραποτόσογλου (Βυζαντ. 12, 1983, 382-383) η λ. προέρχεται από το λατιν. navicula = πλοιάριο με απώλεια του αρχικού ν‑. Η λ. και σήμ. σε ιδιώμ.
    Το στόμιο της στέρνας από όπου διοχετεύεται σε αυλάκι το νερό του νερόμυλου (Βλ. Κατσουρός [Ναξ. έγγρ. 17. αι. 3210, σ. 282]): να τον φκιάσουν με τον κόπο ντως και έξοδές τως τόσον την στέρνα, την άφουκλα, το σπίτι, την ρόδα ωσάν και πάσα άλλον πράγμα οπού χρειάζεται αυτός ο μύλος διά να βαλθεί εις το αλεύρι Ναξ. έγγρ. 17. αι. 3210.
       
  • αχτάκι  
    το, Ναξ. έγγρ. 17. αι. 858.
    Υποκορ. του ουσ. άχτι (Βλ. Κατσουρός [Ναξ. έγγρ. 17. αι. σ. 282]).
    Καλλιεργημένη λωρίδα γης (Για τή σημασ. βλ. Κατσουρ., Ναξ. έγγρ. 17. αι. σ. 282): δύο κομματάκια αχτάκια ποτιστικόν Ναξ. έγγρ. 17. αι. 858.
       
  • διάτα 
    η, Χρον. Μορ. H 2444, Ναξ. έγγρ. 17. αι. (Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 7, 1968, 105, 238, 241, 242).
    Από το διατάσσω. Η λ. και σήμ. στη Λευκάδα (Λάζαρης, Λευκαδ. 46)· βλ. και Δημητράκ.
    Διαθήκη (Η σημασ. και σήμ. στη Λευκάδα, ό.π.· βλ. και Δημητράκ.): εποίησε διάταν, φοβερήν ως φρόνιμος οπού ήτον Χρον. Μορ. H 2444.
       
  • διατακτής 
    ο, Πανώρ. Έ́ 190 (κριτ. υπ.)· διαταχτής, Ναξ. έγγρ. 17. αι. (Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 7, 1968, 24275).
    Από το ουσ. διατάκτης με καταβιβ. του τόνου. Η λ. και στο Βλάχ.
    1) Αυτός που δίνει διαταγές (Πβ. L‑S, λ. διατάκτης): των κορασίδω διατακτή, ραβδί των πεισματάρω Πανώρ. Έ́ 190 (κριτ. υπ.). 2) Διαθέτης (Για τη σημασ. βλ. Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 7, 1968, 284. Βλ. και Somav., λ. διατάκτης): ήτοι πάλε λέγει και ξηγά ο διαταχτής μισέρ Αντώνης Ναξ. έγγρ. 17. αι. (Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 7, 1928, 24275).
       
  • διαυθεντεύω, 
    Βέλθ. 221, Πόλ. Τρωάδ. (Πολ. Λ.) 73, Γεωργηλ., Βελ. 237, κ.α.· δεφενδεύω, Act. Xér. 1511, Αρμεν., Εξάβ. Ά́ 914 σχόλ., 131 σχόλ., Έ́ 129, Δούκ. 14725, 2279, 3037, 34310, Έγγρ. του 1530 (Ζακυθ., ΕΕΒΣ 13, 1937, 195 σημ. 3)· δεφεντεύω, Ελλην. νόμ. 55127, Χειλά, Χρον. 357· διαφεδεύγω, Ναξ. έγγρ. 17. αι. (Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 7, 1968, 5622)· διαφεδεύω, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Στεφ.-Παπατρ.) 15064· διαφενδεύω, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 777, κριτ. υπ., Ιστ. πατρ. 998, 14516, Χριστ. διδασκ. 158, Ροδινός Νεόφ. 226· διαφεντεύω ‑γω, Ασσίζ. 3428‑9, 1264, 1792, 19230, 1937, 2055, 21418, 2251, 28322, 29724, 4456, 45425, 4577, 18, Ελλην. νόμ. 56128, Πόλ. Τρωάδ. 613, Χρον. Μορ. H 1474, 4735, 7532, Περί ξεν. A 501, Απολλών. 745, Επιστ. Μωάμ. 6713, Μαχ. 888, 10, 9013, 9432, 1509, 19827, 31223‑4, 3787, 3802, 4025, 43031‑2, 46827, 5306, 6008, 6368, Θησ. (Foll.) I 23, 53, 67, 87, 89, Θησ. Έ́ [326], Βουστρ. 529, Πένθ. θαν.2 182, 189, Πανώρ. Έ́ 47, Ναξ. έγγρ. 17. αι. (Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 7, 1971, 5725), Τζάνε, Κρ. πόλ. 29314, 48418, 58424, κ.π.α.
    Από το δηφενδεύω (που απ. και στο Μαυρικ., Στρατηγ. 7431, 3264, 24) <λατ. defendo (Για το σχηματ. βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Ά́ 172, Psich., Qu. tr. IB σ. 815 και Χατζ., Ξέν. στοιχ. 40). Ο τ. διαφεντεύω και σήμ. (Δημητράκ., λ. διαφεντεύω).
    Α´ (Ενεργ.) 1) (Μτβ. και αμτβ.) υπερασπίζω, προστατεύω (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. διαφεντεύω 1): Εις κάποιον κλεισουρότοπον, εις διάβαν Τουρκοβούνου| λησταί το εδιαυθέντευαν μετά μεγάλης τόλμης Βέλθ. 221· αγάπας μας, ετίμας μας, εδιαφέντευές μας Πόλ. Τρωάδ. 613· Τριγύρου τωνε (ενν. στα κορμιά των κορασίδω) πέτομαι, τριγύρου διαφεντεύγω Πανώρ. Έ́ 47. 2) Ορίζω: αμή κρατούμεν αυτούς (ενν. τους θείους νόμους) και διαφενδεύομεν να είναι ασάλευτοι Ιστ. πατρ. 998. 3) Διαχειρίζομαι, είμαι κύριος κάπ. πράγματος, κυβερνώ (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. διαφεντεύω 2): τάσσει η γιαυτήν πουλήτρια να τον (ενν. τον αγοραστή) διαφεδεύγει και να τον διακρατεί Ναξ. έγγρ. 17. αι. (Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 7, 1968, 5622)· οποίον (ενν. το νησίν) εδιαυθέντευεν ο ρήξ της Εγγλιτέρρας Γεωργηλ., Βελ. 237. 4) Εναντιώνομαι, απαγορεύω: με βλέπουν και διαφεντεύγουν με να μεν έβγω αππώδε Μαχ. 3802· μήνυσέν του να διαφεντέψει να μέν πάγει κανέναν ξύλο εις την Συρίαν Μαχ. 1509· ουδέν τον εδιαφέντεψεν ο ιατρός να φάγει Ασσίζ. 1792· διά τούτον ένι διαφεντεμένον όλους εκείνους εις την αφεντίαν της βασιλείας των Ιεροσολύμων, ότι κανείς να μηδέν σηκώνει ταραχήν Ασσίζ. 45425· εξαρχής ήτον ο γάμος διαφεντεμένος Ελλην. νόμ. 55127· λέγει περί του κακού χριστιανού οπού παίρνει βίον διαφεντεμένον εις την γην του Σαρακηνού Ασσίζ. 29724. Β´ (Μέσ.) αμύνομαι, υπερασπίζω τον εαυτό μου· επιμένω στις απόψεις μου: οι άλλοι εδιαφεντεύγουνταν και οι Φράγκοι εδυναστεύγαν τους Μαχ. 9013· γίνεται ότι εκείνος, οπού του απηδά, διαφεντεύγεται ούτως καλά Ασσίζ. 4577· τι άρματα να βρίσκαμεν για να διαφεντευθούμεν; Πένθ. θαν.2 182· Πολλά εδιαφεντεύγουνταν οι μαντατοφόροι, αμμέ δεν ημπορήσαν να ποίσουν τίποτες Μαχ. 9432.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης