Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 5 εγγραφές  [0-5]

  Βιβλ.αναφορά : Ναξ. έγγρ. 16. αι.

  • γαλδέρω,  
    Ναξ. έγγρ. 16. αι. 2123· αγαλτέρω, Έγγρ. του 1620 (Ν. Ζερβογιάννης, Αμάλθ. 4, 1973, 35 δις)· γαλοτέρω, Έγγρ. του 1445 (Λάμπρ., ΝΕ 4, 1907, 468)· γαλτιέρω, Κρ. συμβόλ. 52.
    Το βενετ. galder (Βλ. Ξανθουδίδη [Κρ. συμβόλ. 54]).
    (Προκ. για περιουσία) καρπώνομαι, απολαμβάνω: να τα εξουσιάζει (ενν. τα σπίτια) και να τα γαλδέρει αυτή και οι διαδόχοι της Ναξ. έγγρ. 16. αι. 2123· εις μερτικόν και φέουτο εμένα και των αδελφιώ μου ... δίδω, ογιά να γαλτιέρει ο αφέντης πατέρας και ηγούμενος του άνωθεν Αρετίου Κρ. συμβόλ. 52· ο εδικός μας μπαλής να έχει να τα κρατεί, να τα γαλοτέρει αναπαυτικώς Έγγρ. του 1445, 468.
       
  • δελφακίδα 
    η· δερφακίδα, Ναξ. έγγρ. 16. αι. 570, 77.
    Το μτγν. ουσ. δελφακίς. Η λ. και σήμ. σε ιδιώμ. (Andr., Lex., λ. δελφακίς). Πβ. και το σημερ. δερφακίδι (Δημητράκ.).
    Μικρή γουρούνα (Η σημασ. μτγν., L‑S, λ. δελφακίς και σήμ., Andr., Lex., λ. δελφακίς. Βλ. και Οικονομ., Αθ. 56, 1952, 223 και Κουκ., ΒΒΠ Έ́ 53): μίαν δερφακίδαν να την έχουσιν και αυτή μισιάρικην Ναξ. έγγρ. 16. αι. 570· τα λεγόμενα ζώα, η αγελάδα και η δερφακίδα Ναξ. έγγρ. 16. αι. 577.
       
  • δεφενδέρω, 
    Ναξ. έγγρ. 16. αι. 551· δεφεδέρω, Έγγρ. του 1597 (Βισβίζ., ΕΚΕΙΕΔ 12, 1965, 10230)· διφεντέρω, Κυπρ. χφ. 157· ντεφεντέρω, Έγγρ. του 17. αι. (Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 7, 1968, 5136, 13323, 17024, 17223, 25916), Έγγρ. του 1623 (Καζανάκη Μ., Θησαυρ. 11, 1974, 265) (έκδ. νδεφεντέρη διορθώσ.), Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 304, 466‑7, 516, 529‑10, 14428, κ.α. (έκδ. τεφεντέρω)· ντιφεντέρω, Έγγρ. του 1630 (Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 7, 1968, 13636).
    Το ιταλ. difendere.
    Υπερασπίζομαι: να ντεφεντέρει τον άνωθεν αγοραστή Έγγρ. του 17. αι. (Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 7, 1968, 5136).
       
  • είδος 
    το, Καλλίμ. 11, Διγ. (Trapp) Gr. 1881, 2165, Διγ. Z 3867, Διγ. A 3946, 3994, Ακ. Σπαν. (Eideneier) A 33, 263, Πόλ. Τρωάδ. 326, 696, Ωροσκ. 398, 4327, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 154, 489, Λίβ. 1017, Λίβ. Esc. 2994, Λίβ. N 110, Λίβ. Sc. 1316, Φυσιολ. (Legr.) 427, Δούκ. 38510, Σφρ., Χρον. μ. 1815, 2018, Μάρκ., Βουλκ. 34729, Επιστ. του 1503 (είδον), Αλεξ. 2657, Ριμ. κόρ. 656, Έκθ. χρον. 2510, Ιστ. πολιτ. 2110, Βακτ. αρχιερ. 133, 134 (πληθ. είδητα), 147 (πληθ. είδητα), 159, 176· γείδος, Ναξ. έγγρ. 16. αι. 542· πληθ. είδητα, Νομοκριτ. 97.
    Το αρχ. ουσ. είδος. Για τον πληθ. είδητα πβ. τους πληθ. είδοτα και είδατα (Χατζιδ., ΜΝΕ Β́́ 37). Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
    1) Η εξωτερική όψη των πραγμάτων, μορφή, σχήμα (Η σημασ. στον Ιπποκράτη, L‑S στη λ. I2a): ήτον όλον τετράγωνον, ως το του πύργου είδος Διγ. A 3994· εις νεανίσκου την στολήν μεταβαλούσα είδος Διγ. (Trapp) Gr. 2165. 2) α) Ποιότητα υλική (Η σημασ. και σήμ., Πρωίας Λεξ.): ουκ εξόν απαριθμείν το είδος των πραγμάτων Διγ. (Trapp) Gr. 1881· β) (στον πληθ.) χαρακτηριστικά: Άμα γνωρίζεις και θωρείς σ’ εμένα τέτοια είδη Ριμ. κόρ. 656. 3) Πράγμα (Η σημασ. και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ., Παπαδ. Α., Λεξ. στη λ. 1): Περί κληρικών, ότι αν δανείσουν άσπρα, άσπρα να επάρουν, και αν δανείσουν είδος, να πάρουν όσα έδωσαν Βακτ. αρχιερ. 159. 4) (Στον πληθ.) διάφορα αντικείμενα για ορισμένη χρήση (Πβ. τη μτγν. σημασ., L‑S στη λ. IV. Η σημασ. και σήμ., Πρωίας Λεξ.): Ώσπερ γαρ έχουσι καλλωπισμούς ιδίους τα γύναια εις τας όψεις αυτών διά τινων ειδών και μεθόδων Μάρκ., Βουλκ. 34729. 5) (Με τη λ. μυριστικά) αρώματα (Η σημασ. στον Ιπποκράτη, L‑S Κων/νίδη στη λ. IV): μυριστικά είδη καλά βρασμένα Πόλ. Τρωάδ. 696. 6) (Πληθ.) αγαθά (Βλ. Παπαδ. Α., Λεξ. στη λ. 2): Βροχή πολλή και ωφέλιμος, άνεμοι δε καλοί, και του λαού αγαθοσύνη και είσοδος των ειδών Ωροσκ. 398· Δεν ορίζει η διάταξις να πουλεί ο άνδρας της γυναικός του τα είδητα, είτε κινητά, είτε ακίνητα Νομοκριτ. 94.
       
  • ειμή, 
    σύνδ., Προδρ. I 9, III 263, 275, Ελλην. νόμ. 54212, Act. Xér. 9B90, Αρμεν., Εξάβ. Γ́́ 1024, Αχιλλ. N 28, Χρον. Τόκκων 499, Σφρ., Χρον. μ. 2410, Διαθ. του 1488 (Σάθ., ΜΒ Ϛ́́ 6591), Συναξ. γυν. 936, Διαθ. Πασχαλίγ. 78, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 594, Ναξ. έγγρ. 16. αι. 534, Αχέλ. 945, Διήγ. πανωφ. 55· ειμέν, Έγγρ. του 1592 (Πεπρ. ΙΒ′ ΔΒΣ, Β́ 516 δις)· είμη, Θησ. Ϛ́́ [82], Ch. pop. 91, 108· ειμήν, Έγγρ. του 1592 (Πεπρ. ΙΒ′ ΔΒΣ, Β́́ 517).
    Από τη συνεκφ. του αρχ. ει μη (L‑S, λ. ει BVII3α). Η λ. και σήμ. ως λόγ. (Πρωίας Λεξ.).
    1) α) (Συχνά με τη λ. μόνον) παρά μόνο, εκτός (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. εί BVII3a και σήμ. ως λόγ., Πρωίας Λεξ.): ουκ είχον ουν, ο δύστηνος, το τί προσαγαγείν σοι (παραλ. 2 στ.) ειμή τινάς πολιτικούς αμέτρους πάλιν στίχους Προδρ. I 9· Αι εορταί και αι πανηγύρεις της εκκλησίας μας … διά άλλα δεν γίνονται ειμή μόνον διά ψυχικήν ωφέλησιν Διήγ. πανωφ. 55· να μηδέν ευρεθεί τινάς να εναντιωθεί ειμή να είναι κυρία εις όλα τα άπαντα Διαθ. του 1488 (Σάθ., ΜΒ Ϛ́́ 6591)· β) παρά μόνο (με τη λ. παρά): Ξεύρω κι εγώ καλά να πω, μα θέλω να σωπάσω,| γιατί δεν έχω μετά σε ειμή παρά να χάσω Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 594. 2) (Με τη λ. και) μήπως: Ερωτήθη μεθ’ όρκου ο μισέρ Μανόλης Καλογεράς ειμή και γνωρίζει την άνωθεν Αγκέρω, και είπεν: ναι Έγγρ. του 1592 (Πεπρ. ΙΒ′ ΔΒΣ, Β́́ 516).
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης