Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 365 εγγραφές  [0-20]

  Βιβλ.αναφορά : Μπερτολδίνος

  • ανυπομόνητος,  
    επίθ., Προδρ., Σεβ. (Παπαδημ.) 178, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. (Miller) 315, Λίβ. (Μαυρ.) P 2152, Λίβ. (Lamb.) Sc. 1963, Λίβ. (Wagn.) N 2786.
    Η λ. στον Αριστοτέλη και σήμ. (ΙΛ).
    1) Αφόρητος, αβάσταχτος (Η σημασ. στον Αριστοτέλη, L‑S στη λ. Ι): τας ιδικάς μου συμφοράς τας ανυπομονήτους| τας έπαθα Λίβ. Sc. 1963· Μπερτολδίνος 140. 2) Ανυπόμονος (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. ΙΙ και σήμ., ΙΛ): Της καρτερίας δ’ αληθώς τον στέφανον πώς πλέξω,| αυτός ανυπομόνητος και γογγυστής υπάρχων Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 315.
       
  • αγαπητώς, 
    επίρρ.
    Από το επίθ. αγαπητός.
    Ευγενικά: και εκείνη αγαπητώς αντιχαιρετώντας την άρχισεν να την ερωτά Μπερτολδίνος 146.
       
  • αγριαπιδία 
    η, Μπερτολδίνος 164.
    Από το επίθ. άγριος και το ουσ. απιδία. Λ. αγριαπιδιά και σήμ.
    Άγρια αχλαδιά: τα μεγάλα μυρμήγκια στέκονται ολόγυρα της αγριαπιδίας και ροκανίζουσιν την φλούδαν της Μπερτόλδος 9.
       
  • αγριάπιδον 
    το.
    Από το επίθ. άγριος και το ουσ. απίδι(ον). Η λ. και σήμ.
    Άγριο αχλάδι: αγριάπιδα ξερά Μπερτολδίνος 114.
       
  • ακοίταχτα, 
    επίρρ.
    Από το επίθ. ακοίταχτος.
    Χωρίς επιμέλεια· εύκολα: ποιος από τους ρητόρους και έτσι ακοίταχτα να ηξεύρει να ειπεί το νόημά του Μπερτολδίνος 116.
       
  • αλισίβα 
    η, Μπερτολδίνος 165.
    Το ιταλ. lisciva. Η λ. και σήμ.
    Σταχτόνερο: ένα κακκάβιον αλισίβαν, την οποίαν είχεν εις την φωτιάν διά να την επιχειρισθεί εις το να ζεματίσει ένα ζευγάρι βρακία Μπερτολδίνος 164.
       
  • αλογάτσος 
    ο.
    Από το επίθ. άλογος και την κατάλ. ‑άτσος, για την οποία βλ. ΙΛ, λ. ‑άτσος.
    Ανόητος: Ω αλογάτσος απού είσαι! Μπερτολδίνος 121.
       
  • αλύχτισμα 
    το.
    Το ουσ. αλύχτημα (βλ. ΙΛ) με την κατάλ. ‑ισμα (κατά παράγωγα σε ‑ισμα).
    Γάβγισμα: εις το βόιδιον εδόθη το άλετρον, εις το σκυλίον το αλύχτισμα Μπερτολδίνος 107.
       
  • ανθυποφορά 
    η.
    Το μτγν. ουσ. ανθυποφορά.
    Αντίρρηση: δίδω σου λόγον πως να μην σου κάνω καμίαν ανθυποφοράν Μπερτολδίνος 166.
       
  • αντιχαιρετώ. 
    Από το μτγν. αντιχαιρετίζω αναλογ. με ρ. σε ‑ώ. Η λ. και σήμ.
    Ανταποδίδω το χαιρετισμό: εκείνη αγαπητώς αντιχαιρετώντας την άρχισεν να την ερωτά Μπερτολδίνος 146.
       
  • ανωκατωγυρίζω·  
    ανακατωγυρίζω.
    Από το επίρρ. άνω-κάτω και το γυρίζω.
    1) Περιστρέφω προς τα επάνω και προς τα κάτω: ανακατωγύριζεν τα μάτια του σαν ένας δαιμονισμένος Μπερτολδίνος 150. 2) Ανατρέπω: να ... ανακατωγυρίσουν εκείνα τα βαρέλια Μπερτολδίνος 114.
       
  • απαγάλια, 
    επίρρ., Μπερτολδίνος 105.
    Από την πρόθ. από και το επίρρ. αγάλια. Η λ. και σήμ.
    Ήρεμα, ήσυχα, αργά: να μιλήσομεν απαγάλια Μπερτόλδος 18.
       
  • απλούτσικος 
    επίθ., Μπερτολδίνος 101, 126, 150.
    Από το επίθ. απλός και την κατάλ. ‑ούτσικος.
    (Χαϊδευτικά) αφελής, ανόητος: Το ζουρλοπαίδι μου, το οποίον ... είναι απλούτσικον και λωλόν Μπερτολδίνος 140.
       
  • αποπαρμός 
    ο, Μπερτόλδος 51.
    Από το αποπαίρνω και την κατάλ. ‑μός. Πβ. ΙΛ, λ. αποπαίρνω, σημασ. 1.
    Επίπληξη: Ο βασιλεύς αντί να του κάμει κανέναν έλεγχον και αποπαρμόν, σαν του έπρεπεν, άρχισεν να γελάει Μπερτολδίνος 131.
       
  • ασαλιβάρωτος, 
    επίθ., Μπερτόλδος 19.
    Απο το στερ. α‑ και το ουσ. σαλιβάρι αναλογ. με ρηματ. επίθ. σε ‑τος.
    Όχι κανονικά ντυμένος: έβλεπαν ... τες μανάδες ολίγον τακτικές, τες θυγατέρες ασαλιβάρωτες Μπερτολδίνος 112.
       
  • αστρολογώ. 
    Το μτγν. αστρολογώ. Η λ. και σήμ.
    Δίνω ερμηνεία παρατηρώντας τα άστρα· ερμηνεύω, μαντεύω: ατή σου να αστρολογήσεις κάμποσον διατ’ εμέναν διά να ημπορέσω εγώ να ξεκαθαρίσω το άνωθεν αίνιγμα Μπερτολδίνος 138.
       
  • ατελειότης 
    η.
    Από το στερ. α‑ και το ουσ. τελειότης.
    Ατέλεια· αναποδιά: η ατελειότης του πράγματος ήτονε ότι το παιγνίδιον επήγεν πολλά μακράν τόσον ώστε οπού εβαρέθη καθένας και πολλοί αποκοιμήθησαν από την ανορεξίαν οπού εγροικούσαν Μπερτολδίνος 167.
       
  • αυλοπούλα 
    η.
    Από το ουσ. αυλή και την κατάλ. ‑πούλα. Λ. αυλόπουλον στον Πόντο (Βλ. ΙΛ, λ. αυλόπουλλον).
    Μικρή αυλή: στεκούμενος αυτός εις τες αυλοπούλες είδεν πολλές φορές αποπάνω από το σπίτιον να απετάξουν ένα κοπάδι γύπες Μπερτολδίνος 141.
       
  • αφεδρώνα 
    η.
    — Βλ. και αφεδρών.
    Πρωκτός: ο απλούτσικος εκατάπιεν την ιατρειάν από το στόμα και έβαλαν τις πίρολες εις την αφεδρώνα Μπερτολδίνος 150.
       
  • αφεντάνθρωπος 
    ο.
    Από τα ουσ. αφέντης και άνθρωπος.
    Ευγενής άνθρωπος (σε καταγωγή και τρόπους): εσημάδευγαν  (ενν. οι κουρούνες) τα καμώματα των ανθρώπων ολωνών και ... έβλεπαν ... τους αφεντανθρώπους υπερηφάνους, τους παρασίτους κόλακας Μπερτολδίνος 112.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης