Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- κρέδιτο
- το, Μορεζίν., Διαθ. 483· κρέντιτο, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 44818.
Το ιταλ. credito.
Πίστωση: να ευρίσκουνται κάποια σκρίττα και κρέδιτα χωριατών Μορεζίν., Διαθ. 482.
λείπω,- Προδρ. IV 203, 223, Ασσίζ. 1996, 2978, Διγ. (Trapp) Esc. 77, Βέλθ. 573, 584, Χρον. Μορ. H 825, 1626, Ρ 2084, Φλώρ. 1394, Ερωτοπ. 521, Λίβ. (Lamb.) N 155, Ν 988, Esc. 2632, Ιμπ. 517, 830, Μαχ. 46412, Απόκοπ.2 230, Πεντ. Αρ. IX 7, Γέν. XVIII 28, 'Εξ. XXXIX 21, Δευτ. XV 8, Αχέλ. 576, Κυπρ. ερωτ. 2114, 10435, 1088, Πανώρ. Α΄ 352, Γ΄ 166, Ε΄ 291, Ερωφ. Δ΄ 72, Ιντ. δ΄ 19, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1782 κριτ. υπ., Β΄ 1739, Γ΄ 487, Θυσ.2 706, Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 112, Γ΄ 83, Ε΄ 31, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1658, 4468· λείβγω, Κυπρ. ερωτ. 7547, 9724, 1054, 21, 1078· λείπουμαι, Ασσίζ. 3047, Μορεζίν., Διαθ. 482, Ερωφ. Πρόλ. 60.
Το αρχ. λείπω. Ο τ. λείβγω και σήμ. στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Γ΄, λ. λείβγομαι) και στην Κύπρο, όπου απ. και τ. λείβκω (Σακ., Κυπρ. Β΄ 633, λ. λείβγει και λείβκω), καθώς και στη Χίο (Άμ., Χιακ. Χρον. 6, 1925, 40, λ. λείπω, λείβγομαι). Η λ. και σήμ.
I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) α) Εγκαταλείπω, αφήνω· απορρίπτω: λέγει με: Λείπε τον κουρβιάρη Συναξ. γυν. 899· λείψαντες τα πάντα τρεις μήνας,| πάλιν κατελάβομεν εν Τραπεζούντι υγιείς Πανάρ. 729· ουδέν σε λείπει πώποτε ο φόβος και ο τρόμος Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 248· ότι το πράγμα λείπει την (ενν. τη γυναίκα), το χρήμαν (έκδ. τον χρήμαν· διόρθ. Χατζιδ., BZ 1, 1892, 103) και υπαγαίνει,| και ως πότε ζεις και ως πότε ζει θλίψιν και πόνον έχεις Διδ. Σολ. Ρ 28· Των νέων δε τες συμβουλές λείπε, απέχου απ’ αύτες,| ότι προς το θρασύτερον ο νους τους αποβλέπει Κομν., Διδασκ. Δ 242· β) αποφεύγω: Στίχοι, λειπάτε πάντα| τα χραδιαστά κι εκεί που τραγουδούσιν,| πηγαίνετε όπου κλιούσιν Κυπρ. ερωτ. 9478· καλόγνωμος, τιμητική, να αγαπά την χρήσιν,| κουρτέσικα, καθάρια (έκδ. κιθάρια· διορθώσ.) να λείπει πονηρίας (ενν. η γνναίκα) Σπαν. O 197. 2) Παύω, σταματώ: μπορώ τα κλάματά μου| να λείψω Κυπρ. ερωτ. 2113. 3) Παραλείπω, παραμελώ: το του Ιωάννου … όνομα ουκ έλειπε λέγων: «Έξελθε …» Δούκ. 8315· εγώ δεν έλειψα, σα μου ’πρεπε, ποτέ μου,| (παραλ. 1 στ.), εκείνα τά μ’ εδίδασκες να πάσκω να γυρεύω Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 31· Αν έλειπεν να τον βοηθεί με πράγματα, με ρούχα,| καθάρια τον εξόριζαν το γένος των Σπαταίων Χρον. Τόκκων 3130. 4) Απομακρύνω: τα πάθη γαίμαμ μου γινήκασιν,| για να μεν λείψουσιν ποτέ ’πού ξαύτου μου,| ως και τον χάρον απού μεν ελείψασιν Κυπρ. ερωτ. 9750, 51. 5) Είμαι κατώτερος (από κάπ.): Ως φρόνιμον και ευγενικόν οι όλοι τον εκλέξαν| κι ελπίζουν εις τα φρόνα του να μην τους έχει λείψει Χρον. Μορ. H 239. 6) Στερούμαι, έχω ανάγκη: Απήτις πάντα τα ’γνωσαν, τ’ είχασιν, τι δ’ ελείπαν,| την άνωθεν απόφασιν των καβαλάρων είπαν Αχέλ. 896· ο Κύριος ο Θεός σου … ήξερεν το άμε σου την έρημο τη μεγάλη ετούτη σαράντα χρόνια· ο Κύριος ο Θεός σου μετά σεν, δεν έλειψες τίποτα Πεντ. Δευτ. 117. Β´ Αμτβ. 1) Παύω, σταματώ: Μέχρι τον νυν κατά διαδοχήν εκ του γένους αυτών την νήσον ταύτην κυριεύοντες ουκ έλειψαν Δούκ. 7333. 2) α) Παραλείπομαι: ει τι από την αφήγησιν έλειψεν, να το μάθεις Λίβ. Sc. 1442· β) στερώ από κάπ. κ.: συμπάθιο σ’ ό,τι σου ’λειψα σα φίλου σου μου δώσε Ροδολ. Ε΄ [486]· Είπεν ότι καλλιότερον να χάσει την τιμήν του| παρού να λείψει εκεινού του γυναικαδελφού του Χρον. Μορ. P 3236· ο Θεός ουκ έλειψεν τινός οπὄναι άξιος Θησ. Γ΄ [688]. 3) Αμελώ: Τούτοι οι δύο είχασιν μίαν βουλήν, τήν είπαν,| ουδ’ από κείνο που ’πρεπε να κάμουν δεν ελείπαν Αχέλ. 1671. 4) Απομακρύνομαι· αποχωρώ, φεύγω: εδιάκρινε ότι να λείψει εκ του πατριαρχικού θρόνου περί να πέσει εις αυτό το αμάρτημα Ιστ. πατρ. 13623· να λείπεις εκ τον τόπον μου κι εις τον Μορέα να υπάγεις Χρον. Μορ. H 5820· Φεύγε την (ενν. την πονηρήν αγάπην) όσο δύνεσαι, λείπε από τους ανθρώπους| οπού έχουν σχήμα ταπεινόν Ντελλαπ., Ερωτήμ. 835· από στανίο σου το λες, πήγαινε τώρα, λείπε Αιτωλ., Μύθ. 710. 5) α) Ελλείπω, δεν υπάρχω: δεν έλειπεν ημέρα να μην κόψει κανένα Συναδ., Χρον. 38· ουκ έλειψεν ο λόγος Πόλ. Τρωάδ. 787· αν λείψει τίποτες, να στραφεί εις τον χρεοφελέτην του Ασσίζ. 6514· δένδρον έπεψεν ο Θεός απέσω εις το ποτάμιν,| κι αν είχεν λείπει το δενδρόν, επνίγετο ο Ακρίτης Διγ. (Trapp) Esc. 1528· β) εκλείπω, εξαφανίζομαι: να λείψουσιν τα βάσανα και όλες οι πικρίες Περί ξεν. A 139· η ομορφιά να λείψει Πανώρ. Δ΄ 66· να λείψει το όνομα του πατρός μας από μεσοθιό τη γενεά του, ότι δεν είναι αυτουνού υιός Πεντ. Αρ. XXVII 4· Ημέρα Τρίτη, δολερή, …| λείψεις από τον αριθμόν … της εβδομάδας Ντελλαπ., Ερωτήμ. 122· Με των καιρών τσ’ αντιστροφές ελείψαν τα σχολειά μου,| εχάθηκε το κράτος μου Λίμπον. 21· γ) (με γεν. ή αιτιατ.) ελλείπω, απουσιάζω, απέχω, βρίσκομαι μακριά (από κάπ. ή κ.): να μην του λείπει τίποτες Διγ. (Trapp) Esc. 1323· Ποιος με γλυκύ και κρύο νερό τη δίψα ντου να σβήσει| και να του λείψει στο ’στερο και να μπορεί να ζήσει; Ερωφ. Β΄ 318· να με έλειπεν ο είς των οφθαλμών μου Σφρ., Χρον. μ. 5811· ανάμνησις του πόθου της ποτέ να μη σε λείπει Λίβ. P 1650· Της Τύχης ταύτης να έλειπα Βέλθ. 436· φρ. λείπω από την μέσην = εξαφανίζομαι: τον φθόνον το επιβούλευμα να λείψει από την μέσην| και από το αιχμαλωτίζομαι να λάβω ελευθερίαν Λίβ. Sc. 297· δ) πεθαίνω: Είπε σου πως, αν ήθελε λείψει, με το σπαθί ντου| εδώ στη βρύση σήμερο ήπαιρνε τη ζωή ντου Πανώρ. Γ΄ 5· φρ. λείπω εις αιώνας = πεθαίνω: έτσι τον εγλύτωσεν ο Γαβριήλ βοεβόδας,| αμή έτσι εχάνετον να λείψει εις αιώνας Ιστ. Βλαχ. 828· ε) λιγοστεύω: τα νερά ήταν πηαίνοντα και λείψοντα ως το μήνα τον δέκατον· εις τον δέκατο, εις τη μια του μηνού, εφάνηκαν οι κορυφές των βουνών Πεντ. Γέν. VIII 5. 6) Απουσιάζω, είμαι απών: όσες μπορείτε γαλιφιές, χορούς, παιγνίδια αντάμα| μη λείψει ουδένας από σας, σαν έρθει, να του κάμει Ερωφ. Ιντ. α΄ 66· απού τα χείλη του δε λείπει τ’ όνομά σου Πανώρ. Γ΄ 509· δεν λείπω ποτέ ’χ τον ορισμόν σου Κυπρ. ερωτ. 624· δεν θέλω να λείψω από το πλάγιν σου ουδεκαμίαν ώραν Διγ. Άνδρ. 32913· Έτυχε τότε τον καιρόν, έλειπεν εις ταξίδιν Λίβ. Sc. 2317· (με είδος σύστ. αντικ.): εις μέρος μεν οι συγγενείς, εις άλλο δε η μήτηρ,| περιπλεκόμενοι αυτόν …| και χωρισμόν ον έλειπεν ουδόλως μνημονεύουν Διγ. Z 977. 7) α) (Προκ. για απόσταση) απέχω: Δύο μίλια μόνον έλειπαν (ενν. οι εναντίοι) μακράν από εκείνους Κορων., Μπούας 119· Τα Λαφονήσια … λείπουν από την στερέαν μίλια δύο ήμισυ Πορτολ. A 21527· λείπει η Κόρινθος από την θάλασσα μίλια γ΄ Πορτολ. A 21125· (με την πρόθ. από ή εκ) βρίσκομαι μακριά από: …: εσέν διώκει η τύχη μου να λείψεις απ’ εμένα Ιμπ. 194· λείψε εκ τα πένθη Ιστ. Βλαχ. 2064· Ογιά να λείψω ’κ τον θυμόν τον μέγαν του κυρού μου Χούμνου, Κοσμογ. 859· γ) μετακινούμαι: εις τα κρικέλια του σεντουκιού να είναι οι λοστοί να μη λείψουν από αυτό Πεντ. Έξ. XXV 15. 8) (Με την πρόθ. από ή εκ) απέχω από κ.: να λείψω από τον κόπον Νεκρ. βασιλ. 15· εκ το κακόν να λείπεις Σπαν. A 465· να λείπεις εκ τες έξοδες και εκ τες εντυμασίες,| να μη σε τρων πολιτικές, να μηδέ μαυλισίες Σαχλ., Αφήγ. 117. 9) Αποφεύγω, διστάζω: αν έλειπε διά εντροπήν των ευγενών ανθρώπων,| όπου ευρισκόντησαν εκεί, …| ειπείν και ποιήσειν ήθελεν του πρίγκιπος ασκημίαν Χρον. Μορ. H 4185. 10) Απαλλάσσομαι (από κ.): το πάθος μου με πάθος το συντρίβγω| και με το κλάμαν το πολύν απού το κλάμα λείβγω Κυπρ. ερωτ. 13212· Τόσή ’ναι η ομορφιά σου| που μ’ έβαλεν στο βάρος| και πιον δεν λείβγω από την δουλοσύνην Κυπρ. ερωτ. 923. IΙ. Μέσ. Α´ Μτβ. 1) Μου λείπει κ., χρειάζομαι: Μ’ άλλο κανένα τίβοτας δε λείπομαι να χάσω,| μόνο τη δόλια μου ζωή στον Άδη να περάσω Πανώρ. Β΄ 567· Τούτο μόνο το βοτάνι λείπομέσθα Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 437· Τέσσερεις χρόνους λείπομαι να φτάξω τσι πενήντα Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 163. 2) Χάνω: ελείφτησαν των λε΄ κατέργων Μαχ. 4686. 3) (Με γεν. ή αιτιατ.) α) ελλείπω από κάπ., δημιουργώ έλλειψη, στέρηση: πολλά τον λείπονται και εξ ανάγκης κλέπτει Σπαν. A 332· όντε μου λείπεσαι Φαλιέρ., Ιστ.2 692· β) υπολείπομαι για κάπ. ή κ.: τ’ αρνί μόνο της λείπεται (ενν. της τράπεζας) να βάλομε στη μέση Θυσ.2 778· β΄ μόνας ημέρας του λείπονται να διαβεί το τάρμε Ασσίζ. 32313. 4) Παραλείπω: έρχομαι σε κοντολογιά και σας τ’ αναθιβάλλω,| να μην λειφτώ την δήγησην, αμέ να σασε δείξω,| γιατ’ είναι τώρα ο καιρός το στόμα για ν’ ανοίξω Τζάνε, Κρ. πόλ. 46021. 5) Διαφεύγω: σοφός είναι όπου διαβάζει διδασκαλίαν απού άλλους, ότι μανθάνει η γνώση και λείπεται την παίδευσιν Μαχ. 6422. Β´ Αμτβ. 1) Αφήνομαι, εγκαταλείπομαι: στην εκκλησία τους εάν συμβεί Φράγκος να λειτουργήσει,| σαράντα ημέρες λείπεται άψαλτη η εκκλησιά τους Χρον. Μορ. H 768. 2) Υπολείπομαι· μου μένει: ο αγοραστής ένι κρατημένος να πλερώσει τό λείπεται του πλερώματος της τιμής της πούλησης Ασσίζ. 3810· Ξετελειωμένα είν’ όλα.| Τώρα δε λείπεται άλλο, μόν’ το τέλος Πιστ. βοσκ. Ε΄ 4, 28· Την Αρετούσα μοναχά λείπομαι να στολίσω,| σα μ’ όρισεν ο βασιλιάς Ροδολ. (Μανούσ.) Δ΄ [65]. 3) Βρίσκομαι σε δύσκολη κατάσταση: Οι βάρβαροι λειφθέντες ουν την χρείαν των σιτίων| προς χώραν την Βακτριανήν την συστροφήν εποίουν Βίος Αλ. 3145· έφθασαν τα κάτεργα όλα και μαζωχθήκαν| (παραλ. 1 στ.) κι εφέρασίνε άρματα ογιά να μη λειφτούσι| κι ανθρώπους έξω βγάλασι ογιά να πολεμούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 21411. 4) Προκαλώ έλλειψη, ελλείπω: Φουσσάτον τότ’ ελείφθηκεν και κάθουνται και γράφουν:| «Πέμψετε γληγορύττερα» Θρ. Κύπρ. M 740· γι’ απόψε, α λειφτούσι| (ενν. οι καπόνοι, οι γάλλοι), κατέχω πάλι επά κοντά κι άλλους απού πουλούσι Φορτουν. (Vinc.) 539. 5) Απομακρύνομαι, είμαι μακριά: από τους ξένους λείπετε, πηαίνετε, ανάθεμά σας Χούμνου, Κοσμογ. 1102. 6) Απουσιάζω: ήθελα να λείπεσαι από την συντροφίαν μου Χρον. Μορ. H 6105· εις την δοξολογίαν τους (ενν. των εορτών) μη λείπεσαι καθόλου Ιστ. Βλαχ. 1626. IΙΙ. Απρόσ. 1) Υπολείπεται: Κερά, διά την υπομονήν καθόλου εδίδαξές με,| τώρα με λείπει την αιτίαν να μάθω της αγάπης Ντελλαπ., Ερωτήμ. 722. 2) Παραλείπεται: τίβετσι και αυτοί δεν έλειψε να κάμου Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 712. 3) Δε γίνεται, δε συμβαίνει: αν έλειπε ότι οι Ελληνες ολίγοι ήσαν στην άμμο| προς το πλήθος που έρχετον των γυναικών καθ’ ώρα,| όλες διώξει τις ήθελαν εκ τον κάμπον θλιμμένες Θησ. (Foll.) 73· δεν έλειπε να δείξου» μέρος από την κακοσύνην τους και από τότε και εδώ έχθρα δεν έλειπε Σουμμ., Ρεμπελ. 1931· φρ. ολίγο (ή λίγο ή ελίγο) λείπει ή λείπεται να …= παραλίγο να (γίνει κ.): ολίγ’ ολίγον ήλειψε να τονε πάρει ο Χάρος Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1883· Ολίγ’ ολίγον ήλειψε να τη γνωρίσου οι άλλοι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 2433· Ελίγο δεν ελείφτηκε να με ξεγαρδουμίσει| με τσι φωνές του ο γέρουκας Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 295· ολίγ’ ολίγο ελείφτηκε να τονε (ενν. τον Τριπόλεμο) ξαφορμίσου Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 2164. Η γεν. εν. της μτχ. του αρσ. ως απόλ. σε θέση επιρρ., καθώς και η αιτιατ. εν. της μτχ. του ουδ. = εκτός: ουδέ γαρ των αγκαλών μου| άλλη θέλει περιλάβει,| λείποντος της Κλυταιμνήστρας| της ιδίας γυναικός μου Ερμον. Η 128· χιλιάδες δεκαδύο| συν δυσίν επάνω τούτων,| λείποντος των μεγιστάνων,| εφονεύθησαν γαρ τότε Ερμον. Ε΄ 152· των γαρ τότε συναχθέντων| λείπων τούτων επροσήλθαν| πάλιν εν τῃ Τροίᾳ τότε| δισχιλίες χιλιάδες Ερμον. Δ 63.
λεμεντάρομαι,- Μορεζίν., Διαθ. 483, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 736, 825, 1359, 1495.
Από το βενετ. *lementarse. Τ. λαμεντάρομαι σε έγγρ. του 1643 (Θησαυρ. 4, 1967, 64). Η λ. και σήμ. ιδιωμ. (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ., Γ΄, λ. λεμεdάρω).
Παραπονούμαι, διαμαρτύρομαι, γκρινιάζω: και μέσα τ’ άντερά μου| γροικώ και λεμεντάρουνται, γιατί άνεμο γεμάτα| ευρίσκουνται απού την αυγή Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 268.
λινάριν- το, Προδρ. I 96, II G 35, Ασσίζ. 2382, 26, 4883, 4899, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 461, Σαχλ., Αφήγ. 700· λινάρι, Σαχλ., Αφήγ. 699, Μορεζίν., Διαθ. 482, 483, Ιστ. Βλαχ. 706, Στάθ. (Martini) Γ΄ 137, Νομοκ. 3886, Λεηλ. Παροικ. 143, Τζάνε, Κρ. πόλ. 4385, 43919.
Το μτγν. ουσ. λινάριον, που απ. σε επιγρ. του 2. αι. π.Χ. και σε παπυρ. (L‑S), καθώς και σε έγγρ. του 11. αι. (Act. Lavr. 4841, Βραν. Ε., Βυζ. έγγρ. Πάτμου Α′ 655, Α 27). Η λ. σε διαθ. του 1503 (Σάθ., ΜΒ Ϛ΄ 68817) και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Ο τ. στο Meursius (λ. λινάρη) και σήμ.
α) Είδος φυτού, το λινάρι· λινή κλωστή: το λινάρι και το κριθάρι εδάρτην, ότι το κριθάρι πρώιμο και το λινάρι καλαμωτό Πεντ. Έξ. IX 31· είχαν βρομοκρίθαρον, λινάρια και παμπάκια Σαχλ., Αφήγ. 139· να ’πιχειρίζουνταν (ενν. οι γυναίκες) την ρόκα και λινάρι| … να κλώθουν, να κεντούσι Διγ. O 2908· τα λινάρια εβγάλανε στο Κάστρο να πουλούσι,| ’ποκάμισα τω σολταδώ να κάμου Τζάνε, Κρ. πόλ. 4411· β) λινό ύφασμα· λινό ρούχο: Μη φορέσεις δίλογο, μάλλι και λινάρι αντάμα Πεντ. Δευτ. XXII 11.
λίτε- η, Μορεζίν., Διαθ. 484· λίτη, Κυπρ. χφ. 159, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 86, 135, 410, 432.
Το ιταλ. lite. Ο τ. και σήμ. στην Κύπρο (Βλ. Σακ., Κυπρ. Β΄ 878, Λουκά, Γλωσσάρ. 282 και Χατζ., Ξέν. στοιχ. 84) καθώς και στην Κρήτη (Βλ. Ξανθ., Χρ. Κρ. 1, 1912, 337, λ. λίτε). Η λ. σε έγγρ. του 17 αι. (Ξανθ., Χρ. Κρ. 116, 134, 161, 164).
1) Δίκη: έχομεν μίαν λίτε … με τους αφέντες τους Μπόνους και άλλην μίαν … εις την Βενετίαν, ανίσως και … ο Θεός θέλει … να τες κερδαίσομε Μορεζίν., Διαθ. 484. φρ. γυρεύεται η λίτη = διεξάγεται η δίκη (Βλ. Παπαδόπουλο Θ., Κυπρ. Σπ. 55, 1981, 123, λ. γυρεύομαι): σεφέριν ήτονε απάνω εις την Κρήτην| και βολετόν δεν ήτονε να γυρευτεί η λίτη Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 76 2) (Συνεκδ.) καταδικαστική απόφαση· θάνατος: Τειχιά της χώρας πέσετε κι οι αναστεναγμοί μας| λίτε (έκδ. μήτε διόρθ. Ξανθ., BZ 18, 1909, 591 = Ξανθ., Μελετ. σ. 250) να δώσουν στην καρδιάν να σβήσουν την ζωή μας Τζάνε, Κρ. πόλ. 1958. 3) (Συνεκδ.) πράξη που «καταδικάζεται» από την κοινωνία: άδικος, κλέπτης να γενεί μάλλον κι αζιγανάρης,| λίτες (έκδ. δίδε· διόρθ. Ξανθ., Μελετ. σ. 404) και δώσω να αγαπά να φαίνεται μανιάρης Σαχλ., Αφήγ. 332.
μαγατζές- ο· μαγαντζές, Μορεζίν., Διαθ. 484.
Από το βενετ. magazén (Βλ. Κυριακ., ΛΑ 5, 1918/20, 117). Ο τ. μαγαντζές σε διαθ. του 1595 (Κακουλίδη, Κρ. Χρ. 22, 1970, 476)· τ. μαγαζές σε έγγρ. του 1690 (Κουρσάρ. 98, 10, 14, 15, 17) και στο Βλάχ. Η λ. σε διαθ. του 1499 και του 1501 (Σάθ., ΜΒ Ϛ΄ 66828· γεν. μαγατζένου, Σάθ., ΜΒ Ϛ΄ 6696, 67815, 18) σε έγγρ. του 16. αι. (Μανούσ., Κρ. Χρ. 22, 1970, 295, Δετοράκης, Θησαυρ. 19, 1982, 154), του 17. αι. (Γκίνης, ΕΕΒΣ 39/40, 1972/73, 214) και σήμ. στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ΄ 99 και Δετοράκης, Θησαυρ. 19, 1982, 155).
Αποθήκη: δίδω τον και όλα τα λεγάτα της αυτής εκκλησίας, … ήγουν σπίτια και μαγαντζέ και αργαστήρι Μορεζίν., Διαθ. 482· το ο]ποίον ταράδεγον έναι όλον του ανωγαίου οπού κατοικώ εγώ με το μαγατζέν τον μικρόν οπού έχω αποκάτω Διαθ. Ακοτ. 147. — Βλ. και μαγαζάς, μαγαζένι(ν), μαγαζί.
μοιρασιά- η, Τζάνε, Κρ. πόλ. 37711· μερασία, Πηγά, Χρυσοπ. 315 (4)· μερασιά· μοιρασά, Μορεζίν., Διαθ. 482, 483, 484 δις· μοιρασία, Ασσίζ. 16828, Χρον. Μορ. P 1908, 7684, Βησσ., Επιστ. 3723.
Από τον αόρ. του μοιράζω και την κατάλ. -ιά. Ο τ. μερασία σε έγγρ. του 17.αι. (Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 7, 1957, 93 και Σκοπετέας, ΕΑΙΕΔ 3, 1950, 79). Ο τ. μοιρασά σε έγγρ. του 1635 (Αμάλθ. 10, 1979, 160) και σήμ. στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Γ΄). Ο τ. μοιρασία στο Du Cange, σε έγγρ. του 16. (Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 23, 1980, 480) και του 17.αι. (Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 7, 1957, 151) και σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. Β΄ 664, Παπαδ. Α., Λεξ.). Τ. μερασά σε έγγρ. του 1700 (Σκοπετέας, ΕΑΙΕΔ 3, 1950, 80). Τ. μοιρασέα σήμ. στο ποντιακό ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. μοιρασία). Η λ. στο Somav., σε έγγρ. του 17. (Γκίνης, ΕΕΒΣ 39/40, 1972/73, 215) και του 18.αι. (Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 1, 1948, 130) και σήμ.
1) Μοίρασμα, διανομή: Είδομεν και το κατάστιχον της μοιρασίας οπού εγένετο Βησσ., Επιστ. 3618· Περί δένδρου, οπού να το αναθρέψει τινάς μικρόν και τον τόπον ύστερα τον πάρει άλλος εις την μοιρασίαν Βακτ. αρχιερ. 149· (εδώ κληρονομιάς): Περί των δύο αδελφών ού των δύο αδελφάδω οπού ουδέν εμοίρασαν μέσον τους τό εκέρδισαν ού το εσυμπίασαν, ώσπερ ο είς ένι πλείον πλούσιος παρά τον άλλον άνευ να του δώσει ο πατήρ τους ού η μητέρα τους εις μοιρασίαν Ασσίζ. 42018. 2) Η πράξη της διαίρεσης στα μαθηματικά: έστι δε το L’’ δ’, το δ’’ β’, το η’’ α’, ομού ζ’· εν τούτοις γίνεται η μοιρασία Rechenb. (Vog.) 283· ποιούμεν εν αυτοίς τοις ε’ την μοιρασίαν των ζ’ Rechenb. (Vog.) 337. 3) (Συνεκδ.) αυτό που μοιράζεται, μερτικό: και τ’ άλογα και τ’ άρματα να είναι εδικά σας,| αυτείνα πάρετε εσείς, ας είναι μερασιά σας Αλεξ. 784. Φρ. κάνω μοιρασιά ή ποιώ μοιρασία(ν) = μοιράζω: ρεσαρβάρομαι να κάμω και εις εκείνα μοιρασά Μορεζίν., Διαθ. 484· την μοιρασία να ποίσουν (ενν. οι δώδεκα εκείνοι)| του τόπου της Ανατολής κι όλης της Ρωμανίας Χρον. Μορ. P 1019· Εδεξάμην τα γράμματα της αντιλήψεώς σας με το κατάστιχον της μοιρασίας οπού εποίκατε Βησσ., Επιστ. 355.
μπάρμπας- ο, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 7v, 144r, Μορεζίν., Διαθ. 483, Διαθ. 17. αι. 7153, 173, 9188, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1261, 1330, 1591, 1637, 1912· μπάρπας· πάρπας, Μανολ., Επιστ. 173, Σεβήρ.-Μανολ., Επιστ. 171· άκλ. μπάρμπα, Πορτολ. A 24911· μπάρπα, Πορτολ. A 24911 κριτ. υπ. πάρπα, Πορτολ. A 2499 κριτ. υπ.
Από το βενετ. barba (Βλ. και Ξανθουδίδης [Ερωτόκρ. σ. 620-1], Spadaro, Sic. Gymn. 21, 1968, 271). Τ. βάρβας σε δημ. τραγ. του 19. αι. (Παπαδ. Θ., Δημ. κυπρ. άσμ. A. 1523). Ο τ. μπάρπας το 14. αι. (Mor., Byzantinot. Β΄ 205), σε επιστ. του 15. αι. (Manouss., Θησαυρ. 13, 1976, 21) και σε έγγρ. του 1714 (Κρ. συμβόλ. 478). Τ. πάρμπας σε έγγρ. του 1623 (Κρ. συμβόλ. 112). Η λ. σε έγγρ. του 16. και 17. αι. (Βισβίζ., ΕΚΕΙΕΔ 12, 1965, 102, 104 και Κρ. συμβόλ. 49), στο Βλάχ. και σήμ. Το άκλ. μπάρμπα με κύρ. όν. σε τοπων. (Πορτολ. A 2499) και σήμ.
Θείος: ο Ιακώβ αφού έλαβεν την ευχήν του πατρός του υπήγεν εις τον μπάρπα του Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 240· Εσήκωσε τη χέρα του, το μπάρμπα του αγκαλιάστη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1903.
οικοκυρά- η, Γράμματα Μετεώρ. 4112· πληθ. οικοκυράδες, Γεωργηλ., Θαν. 27· νοικοκερά, Σπανός (Eideneier) Β 143, Μορεζίν., Διαθ. 482, Κατζ. Έ́ 145, Διαθ. 17. αι. 531· νοικοκυρά, Βακτ. αρχιερ. 171, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [1082]· πληθ. νοικοκυράδες, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 646· πληθ. νοικουκυράδες, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 646 χφ Μ κριτ. υπ.
Από τα ουσ. οίκος και κυρά. Οι τ. νοικοκερά και νοικοκυρά από τη συνεκφ. με προηγ. λ. που λήγουν σε ‑ν (Βλ. Hatzid., Einleit. 51 σημ. 1 και Παντελίδης, Αθ. 41, 1929, 40). Ο τ. νοικοκερά σε έγγρ. του 16. (Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 4, 1951, 58, 71, κ.α. και ΕΚΕΙΕΔ 12, 1965, 95) και 17. αι. (Μαλτέζου, ΕΕΒΣ 39-40, 1972/73, 525) και σήμ. στην Κρήτη (Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ. Β́ 703). Τ. νοικοκυουρά στο Somav. (λ. νοικοκυαρά) και σε έγγρ. του 18. αι. (Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 8, 1958, 162). Ο τ. νοικοκυρά στο Βλάχ., σε έγγρ. του 16., 17. και 18. αι. (Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 4, 1951, 54, 84, Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 23, 1980, 509, Τουρτόγλου, Αθ. 73-74, 1972/73, 371, κ.α.) και σήμ. Οι πληθ. νοικοκυράδες και οικοκυράδες στο Du Cange (λ. οικοκυρός). Διάφ. άλλοι τ. της λ. σήμ. ιδιωμ. (Κωστ., Λεξ. τσακων. Β́ 301, λ. νοικοτσούρη και Παπαδ. Α., Λεξ., λ. οικοκύρης). Η λ. και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.).
1) Οικοδέσποινα, νοικοκυρά: Δε βρίσκεται μηδέ ψωμί μηδέ μαγερεμένα (παραλ. 1 στ.), μα βρίσκει (ενν. ο άντρας) τη νοικοκυρά και κλώθει ανακλαημένη Πανώρ. Β́ 25· Να πω και τση Λουγρέτσιας λόγο εκεί παρέκει,| οπού,| θαρρώ, κατέχεις τη· νοικοκερά μια στέκει| οπού ’χαμε παλιά φιλιά Στάθ. (Martini) Β́ 44. 2) α) Σύζυγος: Έζησεν Απολλώνιος με την νοικοκερά του| χρόνους ογδόντα με τιμήν Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1855]· β) γυναίκα έγγαμη: πίκρανε (ενν. το θανατικό) τους γέροντας κι έθλιψεν τες μαννάδες,| τες κόρες τες ανέγλυτες και τες οικοκυράδες Γεωργηλ., Θαν. 27. 3) α) Αφέντρα, οικοδέσποινα (σε σχέση με το υπηρετικό προσωπικό): Νύκταν και μέραν πειρασμόν είχε (ενν. ο Ιωσήφ) με την κερά του,| διατ’ ήθε’ να του συγκλιθεί κουρφά η νοικοκερά του Χούμνου, Κοσμογ. 1662· β) (μεταφ.): βασίλισσα και αφέντρα του κορμιού μου,| νοικοκερά τση θέλησης, του λογισμού και νου μου Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. Γ́ 44. 4) α) Ιδιοκτήτρια, κάτοχος: η οσιότατη μοναχή κερά Μακαρία Κουκάκαινα, η ηγούμενη και οικοκυρά του μοναστηρίου Διαθ. ηγουμ. Μακαρίας 1643 (Για τη σημασ. και το πράγμα βλ. Χαιρέτη [Διαθ. ηγουμ. Μακαρίας σ. 165])· (εδώ και διαχειρίστρια κληρονομικής περιουσίας· για το πράγμα βλ. Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 4, 1951, 146): Τη θυγατέρα μου αφήνω κερά και [νοι]κοκερά και κομμεσσάρα ... σ’ ό,τ’ έχω μόμπελε και στάμπελε Διαθ. 17. αι. 678-9· β) (ειδικότερα) ιδιοκτήτρια μισθίου: Περί εκείνου οπού ουδέν θέλει να πλερώσει το ενοίκιν του σπιτίου και εις τίνα να κρατηθεί ο νοικοκύρης ή η νοικοκυρά Ασσίζ. 7429.
πάγα- η, Μαχ. 67830, Βουστρ. 487, Σεβήρ., Σημειώμ. 1γ, 9α, 33γ, Μορεζίν., Διαθ. 483, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 118, 1612, 3524, Διαθ. 17. αι. 3151, 152, 157, 199, 485, 86, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 4187.
Το βενετ. paga (Ξανθουδίδης [Κρ. συμβόλ. σ. 344]· για προέλ. από το ιταλ. paga βλ. Dawkins [Μαχ. Β΄ σ. 259], Kahane, Sprache, 568, κ.α). Η λ. σε έγγρ. του 16. (Δετοράκης, Κρητολ. 16-19, 1983/4, 112, 113, 123, Ευαγγελάτος, Θησαυρ. 7, 1970, 217, 218, 219, κ.α.), του 17. αι. (Κρ. συμβόλ. 76, 106, 123, κ.α., Καζανάκη-Λάππα, Θησαυρ. 18, 1981, 257, κ.α.), στο Κατσαΐτ., Κλ. Β΄ 78 και σήμ. ιδιωμ. (Λάζαρης, Λευκαδ. και Χυτήρης, Κερκυρ. γλωσσάρ.).
Μισθός, πληρωμή, δόση πληρωμής: να του δώσει ο λεγόμενος κυρ Νικολός υπέρπυρα ρ΄ μέσα σε δύο πάγες, κάθα φορά τα υπέρπυρα ν΄, αρχίζοντας η πρώτη πάγα όλο το μήνα τον Οκτώβρη … και τ’ άλλα υπέρπυρα ν΄ όλο τον Άγουστο Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 237‑8· μήνυσεν (ενν. ο σουλτάνος) να του πέψουν την πάγαν Βουστρ. 482.
παπακυρ‑- ο, Μορεζίν., Διαθ. 482, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 15r, 21r, 22r, 25v, κ.π.α., Τζάνε, Φιλον. 5871.
Από συνεκφ. του προτακτικού ουσ. παπα‑ και του επίσης προτακτικού ουσ. κυρ. Η λ. σε έγγρ. του 16. και 18. αι. (Βλ. Μέρτζιος, Κρ. Χρ. 15-16, 1961-62, τεύχ. Β΄, 231, 261, 264, 272 και Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 8, 1958, 158, 162).
Ως προσηγορία ιερωμένου: Με επήγεν ο πατέρας μου παπακυρ-Σίδερης εις τα Καλάδενδρα, εις τον διδάσκαλον τον παπακυρ-Δήμον Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 17v.
πάρτη- η· πάρτε.
[Από το ιταλ. - βενετ. parte. Ο τ. σε έγγρ. του 16. (Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 4, 1951, 11, 24, 47 κ.α., ΕΚΕΙΕΔ 12, 1965, 102, 103, Ναξ. έγγρ. 16. αι. 55, Μανούσ., Θησαυρ. 9, 1972, 24, κ.α.), 17. (Κρ. συμβόλ. 147, Μέρτζιος, ΕΑΙΕΔ 8, 1958, 104, Βισβίζ., ΕΚΕΙΕΔ 12, <1965> 1968, 81, 110, Μπρούσκαρη, Θησαυρ. 19, 1982, 181, Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 26, 1983, 429, 479, 27, 1984, 364, κ.π.α.), 18. αι. (Βουρδουμπάκης, Χρ. Κρ. 1, 1912, 478, Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 27, 1984, 410) και σήμ. ιδιωμ. (Κουσαθανάς, Λεξ. Μυκόν., λ. πάρτα· για χρ. του τ. σήμ. στο κρητ. ιδίωμα βλ. Βουρδουμπάκης, Χρ. Κρ. 1, 1912, 479). Τ. πάρτες η σε έγγρ. του 17. αι. (Ζερβογιάννης, Αμάλθ. 14, 1984, 104). Τ. πάρτα σήμ. ιδιωμ. (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., Χατζ., Λεξ., Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ., στη λ.). Η λ. σε έγγρ. του 16. (Κουκ., ΕΕΚΣ 3, 1940, 43 σημ. 8), 17. (Κρ. συμβόλ. 104, 152, Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 7, 1957, 92, 104 κ.α., Αλιπράντης, Αθ. 75, 1974/75, 111, Ζερβογιάννης, Αμάλθ. 10, 1979, 159, κ.α.), 18. αι. (Μπόμπου-Σταμάτη, Πρακτ. Ε′ Παν. Σ 448) και σήμ.]
1) α) (Σε σχ. κατά το νοούμενο) μέρος ενός συνόλου ανθρώπων: πάρτη απ’ εμάς διψούσασι δεν είχασι να πιούσι Διήγ. ωραιότ. 240· (προκ. για στρατιωτικό τμήμα): Επηαίνασιν ομπρός οι καβαλλάροι| μια πάρτε και οξοπίσω οι γιανιτσάροι Λεηλ. Παροικ. 54· β) τμήμα, μέρος γεγονότων που αφηγείται κάπ.: ετώρα βούλομαι κι εγώ άρχοντες ν’ αρχίσω| τά είδασι τα μάτια μου μίαν πάρτη να μιλήσω. Γιατί κατέχω δεν μπορώ όλα να σας τα δώσω Διήγ. ωραιότ. 104· γ) στάδιο διαδικασίας: Η πρώτη πάρτε του καρτιτζαρίσματος ... έναι να αλαργάρεις … Η δευτέρα πάρτε έναι … Η τρίτη πάρτε έναι του ρετούρνου ήτοι του εγυρίσματος Μαρτολόγιον (1540) 106· δ) περιουσιακό μερίδιο, κληρονομικό μερτικό: η κερά Εργίνα Βαρουχοπούλα … δίδει και πουλεί τη πάρτε τση, το δρυ, ήγου το τρίτον, όπου τση τοκάρει Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 253· ο κυρ Αντρέας Βαρούχας Ξερίτης … δίδει και πουλεί απού τη πάρτεν τα χωράφια απού του έταξεν ο μισέρ Τζουάνες Βαρούχας, ο κύρης του Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 363· να ’ναι υποθεκάδα μου σπετσιαλμέντε για την πάρτε του υιού μου του παπά ο μαγαντζές και αργαστήρι … και για την πάρτε του υιού μου του Μιχελή τα άνωθε λιβέλα των Καφάτων Μορεζίν., Διαθ. 484· ε) μεριά, πλευρά· (εδώ προκ. για αντίπαλη στρατιωτική παράταξη): Οληνυκτίς αμόλερναν μπάλες με στια γεμάτες,| κι εσπούσαν κι εσκοτώνασι προς των Τουρκών τες πάρτες Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 19220. 2) α) Απόφαση: Πώς επιάσθη η πάρτη διά να παραδοθούσι (ενν. οι Χανιώτες) Διακρούσ. 9123· β) δικαστική απόφαση: ο ποίος (ενν. αγοραστής) να μπορεί να το καταστιχάρει (ενν. το χωράφι) με τσι νόμους και πάρτες τση δικαιοσύνη μας Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 20615· γ) απόφαση της βενετικής γερουσίας που αφορά συγκεκριμένη υπόθεση (πβ. Boerio, λ. parte, Παναγιωτοπούλου [Σεβήρ., Τελ. Σημειωμ. σ. 136-7]): Εσουμπλικάρησα διά την Ζάκυνθον. Ούτως απέρασεν η πάρτε μου εις τας τρεις του Αυγούστου Σεβήρ., Τελ. Σημειωμ. 11. Η λ. ως επίρρ. = 1) α) (Προκ. για σύνορα ιδιοκτησίας) κατά ένα μέρος: το ποίο (ενν. σώχωρο) συνορεύει ανατολικά με στράτα και δυσικά και βορεινά με χωράφι και πάρτε με αγωγό του άνωθεν κυρ Τζανή Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 328· β) (προκ. για αφήγηση) εν μέρει, κατά ένα μέρος: τά λέγω γροικήσαμεν πάρτη από τις γονιούς μας Διήγ. ωραιότ. 125· γ) έκφρ. πάρτη … πάρτη = κατά ένα μέρος (τους) ... κατά ένα άλλο μέρος· άλλοι ... άλλοι (βλ. μέρος Εκφρ. 11α): Από σεισμούς τις φοβερούς πολλοί και δυνατοί ’σαν| πάρτη σπίτια εχαλάσασι και πάρτη εραγίσαν Διήγ. ωραιότ. 264. 2) Ξέχωρα, χώρια: Πού να πατήσει άνθρωπος από τους σκοτωμένους,| που κείτουνταν εδώ κι εκεί, και πάρτε λαβωμένους Διακρούσ. 8924.
ποσεντέρω·- ποσεδέρνω, Μορεζίν., Διαθ. 482· ποσεδέρω, Διαθ. Πασχαλίγ. 78, Μορεζίν., Διαθ. 483, Διαθ. 17. αι. 387, 421, 530, 945· ποσενδέρω, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 3215, 3516, 22‑23, 4128‑29, Διαθ. 17. αι. 597.
Από το ιταλ. possedere. Ο τ. ποσεδέρω σε έγγρ. του 15. (ΜΒ Ϛ́ 66828), 16. (Γρηγορόπ., Έγγρ. 52144, 5929, 9115, 9918, Μαράς, Κατάστιχο 149 Α′ 97, 1216, 137, 147, 156, 648, 1097, Β́ 279, 11614 (να ποσεδέρειν), 1326, 1969, 27216‑17, Γ́ 68, 5710, 2689, Μέρτζιος, Κρ. Χρ. 15‑16, 1961‑2, Β́ 251, 279, 280, Μαυρομάτης, Θησαυρ. 16, 1979, 214, κ.α.), 17. (Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 7, 1968 έγγρ. 17. αι. Νάξου 3325, 6636, 56, 676, Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 23, 1980, 501, 502, ΔΙΕΕΕ 24, 1981, 503, 531, ΔΙΕΕΕ 26, 1983, 452, 492, 505, ΔΙΕΕΕ 27, 1984, 376, Βαγιακ., ΕΑΙΕΔ 5, 1954, 52, 86, Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 7, 1957, 73)· πβ. και ποσσεσέρω σε έγγρ. του 17. αι., Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 7, 1957, 137), 18. αι. (Βαγιακ., ΕΑΙΕΔ 6, 1955, 36, 39, Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 8, 1958, 174, Αλιπράντης, Λεξ. Πάρου, λ. ποσεδερίζω, κ.α.) και σήμ. ιδιωμ. (Ζώη, Λεξ. Ζακ.2 Β′, Λάζαρης, Λευκαδ. (ποσσεδέρω)· βλ. και Πανταζ., Κεφαλ.-θιακ., λ. ποσέσιο). Ο τ. ποσενδέρω σε έγγρ. του 16. (Κακουλίδη, Κρ. Χρ. 22, 1970, 478) και 17. αι. (Δετοράκης, Κρητολ. 16‑19, 1983‑4, 136, Κρ. συμβόλ. 49). Τ. ποσινδέρω (Συμβόλ. Αρετ. 29, όπου και λ. ποσινδάρω) και ποσιντέρω σε έγγρ. του 17. αι. (Αμάλθ. 8, 1977, 363, Κωνσταντουδάκη, Θησαυρ. 12, 1975, 73)· τ. ποσιδέρω (για τη χρ. του οποίου σε έγγρ. βλ. Ντόκος-Μελέντη, Εώα και εσπέρια 3, 1996‑7, 127· βλ. και Αλιπράντης, Λεξ. Πάρου, λ. ποσεδερίζω) σήμ. ιδιωμ. (Χυτήρης, Κερκυρ. γλωσσάρ., Λάζαρης, Λευκαδ. (ποσσιδέρω), Κοντομίχης, Λεξ. λευκ. ιδιώμ. (ποσσιδέρω)). Τ. ποσονδέρω σε έγγρ. του 17. αι. (Ζερβογιάννης, Αμάλθ. 3, 1972, 284). Η λ. σε έγγρ. του 16. (Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 4, 1951, 9, 10, 12, 19, 20, 21, 24, 26, 28, 30, 40, 49, 75, Ναξ. έγγρ. 17. αι. 1110, Κασιμ., Έγγρ. 30 (109), 53 (133), 219 (312), κ.α.), 17. (Βισβίζ., ΕΚΕΙΕΔ 12, 1965, 109, Vinc., Θησαυρ. 4, 1967, 64, Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 7, 1968 έγγρ. 17. αι. Νάξου 224, 2523, 2913, 3516, 24, 3612, 506, 5320, 5411, 19, 33, 555‑6, 6017, 625, 18, 739, Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 9, 1971, 163, Μαυρομάτης, Θησαυρ. 16, 1979, 233), 18. αι. (Κατσουρός, Νησιωτ. Επετ. 1, 1918, 155, Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 8, 1958, 153) και σήμ. ιδιωμ. (Κόμης, Κυθηρ. Λεξ.).
(Κατ)έχω, έχω στην εξουσία, στην κυριότητά μου: ρενουντσιάρει το του άνωθεν παπακυρ‑Ανδρέου το χωράφι, να το ’χει και να τα ποσεντέρει απού την σήμερον και ομπρός ως πράμα ίδιον εδικόν του, ... εις πάσαν του εξουσίαν και κυριότηταν Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 615· (προκ. για «τα γράμματα», τη γλωσσική μόρφωση): Ξεύρε πως είμαι δάσκαλος di gran virtù e dotrina,| και ποσεντέρω γράμματα volgare και λατίνα,| ρωμαίικα και φράγκικα, σπανιόλα και φραντσόζα Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 260. — Πβ. ποσεντερίζω.
πράγμα- το, Σπαν. A 617, Σπαν. (Ζώρ.) V 231, Σπαν. O 218, Λόγ. παρηγ. L 623, Ελλην. νόμ. 5282, Ασσίζ. 4724, Διγ. Z 476, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 601, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 359, Χρον. Μορ. H 198, 1634, 3876, Χρον. Μορ. P 3420, 6100, 7503, Φλώρ. 103, Σαχλ. N 375, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 338, Σαχλ., Αφήγ. 560, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 59, Λίβ. P 1207, Λίβ. Sc. 804, Λίβ. Esc. 1614, Λίβ. N 479, Ιμπ. 211, Χρον. Τόκκων 288, 1470, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 204, Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι I 35, Βασιλ. Κεφάλ. Παραιν. 120, Λίβ. Va 2048, Κορων., Μπούας 14, 121, Πένθ. θαν.2 54, Διήγ. Αλ. G 28123, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 332r, Δεφ., Λόγ. 122, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 12, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 238, Ιστ. πατρ. 1378, Μορεζίν., Λόγ. 469, Ιστ. Βλαχ. 2307, Σουμμ., Ρεμπελ. 169, Διγ. Άνδρ. 35729, Μπερτόλδος 13, Πτωχολ. A 122, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [574], Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 250, Μαρκάδ. 512, Λεηλ. Παροικ. 127, Πτωχολ. B 176, Διακρούσ. 732, κ.π.α.· πράγμαν, Διδ. Σολ. Ρ 90, Σπαν. (Μαυρ.) P 302, Λόγ. παρηγ. L 188, Λόγ. παρηγ. O 304, Καλλίμ. 1173, 2536, Ασσίζ. 510, 1099, 12723, 25121, Χρον. Μορ. H 1828, Χρον. Μορ. P 6115, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 550, Φλώρ. 425, Gesprächb. 225, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 181, Λίβ. Sc. 209, Λίβ. N 1182, Ιμπ. 147, 509, Μαχ. 2405, 59215, Λίβ. Va 3163, Χούμνου, Κοσμογ. 1057, Ολόκαλος 1429, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 121, Θρ. Κύπρ. M 219, Πτωχολ. (Κεχ.) P 171, Κανον. διατ. Α 1017, Hagia Sophia ν 55624, κ.π.α.· πράμα, Χρον. Μορ. P 2180, Αχιλλ. (Smith) O 504, Φαλιέρ., Ιστ.2 61, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 186, Θησ. Γ́ [205], Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 111, Συναξ. γυν. 69, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2589, Σκλάβ. 117, Ολόκαλος 1510, Πεντ. Γέν. XVIII 25, Έξ. I 18, Δευτ. I 17, Αχέλ. 880, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1422, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 425, Πανώρ.2 Ά 90, Β́ 252, Γ́ 638, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 170, Β́ 428, Γ́ 134, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 1039, 15511, Σταυριν. 43, Ιστ. Βλαχ. 874, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 42, Β́ 600, Γ́ 489, Δ́ 127, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 9, 228, Στάθ. (Martini) Ά 50, Β́ 271, Διαθ. 17. αι. 169, 222, 67, Ροδολ. (Αποσκ.) Β́ 38, Φορτουν. (Vinc.) Ά 8, Β́ 143, Γ́ 52, Λεηλ. Παροικ. 530, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 17528, 3854, 46315, 5736, κ.π.α.· πράμαν, Ασσίζ. 26224, Φαλιέρ., Ιστ.2 538, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 93, Μαχ. 3225, 1862, 3789, 4823, Βουστρ. (Κεχ.) 925, 1825, 23415, Συναξ. γυν. 694, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 5161, Ολόκαλος 8012, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 30, 104, 333, 425, 541, Κυπρ. ερωτ. 713, 458, Πανώρ.2 Γ́ 384, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 312, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 1179, Κανον. διατ. Α 1317, Κατά ζουράρη 50, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 823, Γ́ 933, Διαθ. 17. αι. 6112, Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 36, Αποκ. Θεοτ. I 82, Φορτουν. (Vinc.) Ά 68, Δ́ 296, Ιντ. δ́ 5, κ.π.α.· γεν. εν. πραγμάτου, Ασσίζ. 198, 438, 694, 17226, 19110, 32729, 4074, 5‑6, 42824, 44028, 46417, 48324, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 1, Θησ. Γ́ [213], [342], Δεφ., Λόγ. 1, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 411, Ανάλ. Αθ. 46, Λεηλ. Παροικ. 282· πραμάτου, Ασσίζ. 2569, 28328, Μορεζίν., Διαθ. 484, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 272, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Γ́ 717, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. ά 23.
Το αρχ. ουσ. πράγμα. Ο τ. πράμα (τ. πράμμα απ. σε παπυρ. του 4.-5. αι., βλ. LBG, λ. πράγμαν) σε παπυρ. του 6. αι. (LBG, λ. πράγμαν), στο Meursius και σήμ. λαϊκ. (Κριαρ., Λεξ.)· η γεν. εν. πραμάτου και σήμ. ιδιωμ. (Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ., λ. πράμα, Σακ., Κυπρ. Β́ 762, λ. πράμαν). Ο τ. πράμαν και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., πράμα(ν), Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., πράμα(ν), Σακ., Κυπρ. Β́ 762, λ. πράμαν). Η λ. και σήμ.
1) Πράξη, έργο: Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 211, Σπαν. (Μαυρ.) P 448, Χρον. Μορ. P 1828· εστείλανε (ενν. οι πασάδες) γραφή του Μουσά ότι: «Ο αδελφός σου ο Μουσουλμάνος κάμει πράματα οπού δεν πρέπει να τα κάνει τινάς βασιλέας, και εσύ, αν θέλεις, έλα και σε θέλομε» Χρον. σουλτ. 458· εμετάνιωσα το πράμα απού ’ποίκα Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1496· Και γροικώντα οι καβαλλάρηδες και όσοι ήσαν εις την Κερύνεια, εκάτσαν εις την βουλήν είντα πράμαν να ποίσουν Βουστρ. (Κεχ.) 9210. 2) Υπόθεση, ζήτημα: Κορων., Μπούας 23, Λίβ. Sc. 1872· Αφέντη, είσαι πολλά θυμωμένος, και εσκοτίσθησαν οι οφθαλμοί σου και δεν θωρείς το πράμαν πώς πάγει … Μαχ. 25021· δεν έχω τινάν αγκαρδιακόν εις τα πράματά μου, παρά εσέναν Βουστρ. (Κεχ.) 4810· (προκ. για δικαστική υπόθεση): και έκρεναν (ενν. οι αθρώποι φουσσάτου) τον λαό πάσα ώρα· το πράμα το σκληρό έφερναν προς τον Μωσέ και όλο το πράμα το μικρό έκρεναν αυτοί Πεντ. Έξ. XVΙΙΙ 26. 3) (Στον πληθ.) δημόσια εξουσία: Byz. Kleinchron. Ά 8132. 4) Γεγονός, συμβάν: Σεβήρ., Ενθύμ. 2829, Διαθ. 17. αι. 35· πολλά πεθυμούν όλοι να γροικήσουν … τας παλαιάς ιστορίας, ότι μανθάνουσιν τα πράματα τά εδιάβησαν Μαχ. 215· τόσον μεγάλον και φρικτόν πράμα, ως της κρίσεως της μελλούσης Πηγά, Χρυσοπ. 127 (4). 5) Μάχη: Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Δ́ [334]. 6) Προκ. για κ. που δεν προσδιορίζεται ακριβώς α) (υλικό αντικείμενο ή αφηρημένη έννοια): Αν προς τινα υποσχεθείς πράγμα να τον χαρίσεις,| σύντομα του το χάριζε κι έναι η χάρις χάρις Κομν., Διδασκ. Δ 356· Όστις φάγει πράγμαν αφορισμένον, … να ποιήσει ημέρας μ́ νηστείαν και μετανοίας μ́ καθεκάστην Κανον. διατ. Α 1028· η εκκλησία της Υπεραγίας Θεοτόκου, την οποία άρχισε να κτίσει ο Ηλίας ο πατριάρχης, χρειάζεται ακόμη πολλά πράγματα να τελειωθεί, και μάλιστα ιερά σκεύη Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 144· Τι πράμα ’ν’, εις την πίστη σου, τούτ’ η γιαγάπη πε μου,| γιατί δεν τη δικίμασα ουδεποσώς ποτέ μου Πανώρ.2 Β́ 347· β) (με άρν.) τίποτε: Εγώ ουδέν τους έβλαψα εισέ κανένα πράμα Ζήνου, Βατραχ. 257· Δεν ξεύρω πράμα Στάθ. (Martini) Γ́ 107. 7) Ον, ύπαρξη: Όλα τα πράματα της γης ετότες εχαθήκα,| πουλιά και αθρώποι και ζωά, όλα εθανατωθήκα Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1462· Εγώ ’μαι (ενν. ο Απόλλωνας) απού τα πράματα θρέφω τση γης κι ουδένα| γίνεται δίχως μου ποτέ, μηδ’ εκ τα γενομένα| μπορεί να στέκει διχωστάς τη χάρη τη δική μου Πανώρ.2 Πρόλ. Απόλλων. 13. 8) Περιουσία, περιουσιακό στοιχείο· πλούτος: Ασσίζ. 14812, Σπαν. (Ζώρ.) V 222· αφήνει (ενν. ο Νικολός Καλοσυνάς) το πράμαν του όλο τω παιδιών του, ίτσι στάμπιλε, όσον και μόμπιλε Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 11715· δίδει τως (ενν. ο στρατηγός) τρεις ώρες τέρμενον να μισέψουν όλοι από την χώραν ολόγυμνοι, να μην πάρουσι τίποτας απού το πράγμαν τως ουδέ καν ποκάμισον Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 401· λέγει (ενν. η κοπελιά) … πως είσαι γέρος και άνοστος, λωλός και ξεπεσμένος,| και με όλα σου τα πράματα, με τα μεγάλα πλούτη,| δε θέλει να ’χει μια ζωή ποτέ τση ωσάν ετούτη,| να σε θωρεί ωσάν κούτσουρο να κάθεσαι σιμά τση,| ν’ αναστενάζει, να πονεί, να καίγεται η καρδιά τση Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 357. 9) Εμπόρευμα/εμπορεύματα: Εβγαίνουν οι πραγματευταί έξω τα πράγματά τους Ιμπ. 667· Εις δε την Δαμασκόν (ενν. ήτον) μεγάλη ευθηνία και παζάρια πολλά με πολλά τροφίματα, οπού τα έφερναν πανταχόθεν· και τινάς πείραξιν δεν είχεν από το φουσσάτον, αλλά ως καθώς ήθελε καθένας επώλει το πράγμα του Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 392. 10) Λόγια, κουβέντα: Την κεφαλή μου δίδω σας, το αίμα μου χαρείτε,| μα τέτοιο πράμα εγώ να πω, δε θέλετε το δείτε Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 367. Εκφρ. 1) Μέγα πράγμα, βλ. μέγας Έκφρ. 14. 2) Ξένον προνοίας (πράγμα), βλ. Επιτομή λ. ξένος 11 έκφρ. 3) Περιφρονήσεως πράγματα, βλ. περιφρόνησις έκφρ. 4) Τα πράγματα του κόσμου = τα εγκόσμια: μάθετε πώς παρέρχονται τα πράγματα του κόσμου.| Κάλλος τινάν ουκ ωφελεί, ου πλούτος, ουδέ ανδρεία,| πάντα μαραίνει ο θάνατος, πάντα το τέλος πλέκει Αχιλλ. (Smith) N 1915· είν́’ πτώσιμα και ρέοντα τα πράγματα του κόσμου Λίμπον. 321. Φρ. 1) Δεν πιάνει πράμα τινά, βλ. πιάνω Φρ. 44. 2) Πιάνω βαρύ το πράμα, βλ. βαρύς (Ι) 13 φρ. 3) Πορπατεί η δουλειά/ το πράμα ή τα πράματα, βλ. περιπατώ Ά1κη φρ.
πρεζέντες,- επίθ., Διαθ. 17. αι. 3325, 327, 9200, 11199, 201· θηλ. άκλ. πρεζέντες, Διαθ. 17. αι. 813· θηλ. πρεζέντα (<πρεζέντος;)· πληθ. πρεζέντοι (<πρεζέντος;) ή πρεζέντι (<ιταλ. presenti), Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 492, 1226, Διαθ. 17. αι. 1110· άκλ. περζέντε, Ολόκαλος 2910, 17765, 1923· πρεζέντε, Ολόκαλος 184, 9, 484, Μορεζίν., Διαθ. 484 δις, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 122, 30, 33, 610, 1822, 339‑10.
Από το ιταλ. - βενετ. presente. Ο πληθ. πρεζέντοι (βλ. και Μαυρομάτης [Διαθ. 17. αι. σ. 143]) πιθ. σε έγγρ. του 16. (Δετοράκης, Κρητολ. 16-19, 1983-4, 132, Βισβίζ., ΕΚΕΙΕΔ 12, 1965, 102) και 17. αι. (Vincent, Θησαυρ. 4, 1967, 65, Καζανάκη, Θησαυρ. 11, 1974, 261, Καζανάκη-Λάππα, Θησαυρ. 18, 1981, 257, κ.α.). Το θηλ. πρεζέντα σε έγγρ. του 16. αι. (Γρηγορόπ., Έγγρ. 329, 364, Δετοράκης, Μνήμ. Καλοκαιρινού 147, Δετοράκης, Κρητολ. 16-19, 1983-4, 132). Τ. περζέντες σε έγγρ. του 17. αι. (Μαυρομάτης, Μνήμ. Καλοκαιρινού 167). Ο τ. πρεζέντε σε έγγρ. του 16. (Γρηγορόπ., Έγγρ. 546, 144, 2563, 294, 324, 3757, Δετοράκης, Κρητολ. 16-19, 1983-4, 108, Μαράς, Κατάστιχο 149 Α′, 4, 9, 12, 16, 21, 24, 41, 42, Κασιμ., Έγγρ. 144, 180, Ναξ. έγγρ. 16. αι. 56, κ.α.) και 17. αι. (Έγγρ. Σαντορ. 1127, 70, Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 7, 1968, 121, 149, Βαρζελιώτη, Θησαυρ. 30, 2000, 334, κ.α.) και σήμ. ιδιωμ. (Πανταζ., Κεφαλ.-θιακ., λ. πρεζεντάρω· βλ. και Κουσαθανάς, Λεξ. Μυκόν., λ. *πρεζεντάρω). Τ. πρεζέτες (Γρηγορόπ., Έγγρ. 3754, 55) και λ. πρεζέτης (Γρηγορόπ., Έγγρ. 3753) και πρεζέντος σε έγγρ. του 16. αι. (Δετοράκης, Κρητολ. 10-11, 1980, 242, Θησαυρ. 19, 1982, 160). Παρων. Πρεζέντας σήμ. ιδιωμ. (Αλιπράντης, Λεξ. Πάρου, στη λ.). Η λ. σε έγγρ. του 16. (Γρηγορόπ., Έγγρ. 723, 928, 31, 3030, 3852, Γκίνης, ΕΕΒΣ 39-40, 1972-73, 207, Βισβίζ., ΕΚΕΙΕΔ 12, 1965, 98, Ναξ. έγγρ. 16. αι. 83, Κασιμ., Έγγρ. 84, 88, 95, 98, 148, 156, κ.α.) και 17. αι. (Vincent, Θησαυρ. 4, 1967, 64, Δετοράκης, Κρ. Εστ., περίοδ. δ́, 1, 1987, 126, Έγγρ. Σαντορ. 1144, 49, 67, 68, Βαρζελιώτη, Θησαυρ. 31, 2001, 300, Μαυρομάτης, Μνήμ. Καλοκαιρινού 167, Αμάλθ. 8, 1977, 366, Δικαιοπρ. έγγρ. (Σερ.) 131, 133, Αλιπράντης, Λεξ. Πάρου, στη λ., κ.α.) και σήμ. ιδιωμ. (Ζώη, Λεξ. Ζακ.2 Β′, λ. πρεζεντάρω, Κόμης, Κυθηρ. Λεξ., στη λ.).
(Συνήθως προκ. για μάρτυρες σε συμβολαιογραφικές πράξεις) α) παρών: Πρεζέντε οδιά μαρτύροι: ο κυρ Ιωάννης Καλιάκης ... και Γεώργη Βαρούχας Διαθ. 17. αι. 245· είναι πρεζέντε η κερά μου εδώ εις τούτο το κοντιτσίλλο Διαθ. 17. αι. 238· Επιτρεπόμενος επιτρέπω εγώ, ..., εσένα του κουνιάδο μου ..., ότι να έχεις παντοίαν δύναμην και εξουσίαν, ..., έτις αψέντε ωσάν περζέντε ..., να γυρεύεις τα δικαιώματά μου Ολόκαλος 294· ήτον χρεία να ευρίσκεται και ο βασιλεύς πρεζέντε εις την εορτήν Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 1157· συχνά με το επίθ. κοντέντος (βλ. και Δετοράκης, Κρητολ. 16-19, 1983-4, 109): να είναι οπλεγάδοι και οι δύο να τση δίδει καθαείς τα εμισά ... — η οποία είναι πρεζέντα και κοτέντα να τα σκοδάρει Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 85116· πρεζέντες και κοτέντος ως άνωθεν και ο ... κυρ Νικολός, ο γαμπρός Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 1318· β) (επιρρ.) παρουσία κάπ.: συνιβάζουνται ... περζέντε του μαστρο-Γεώργη ... και του Μανόλη Φουλέ Ολόκαλος 1410· Μοιρασιά του νερού ..., το οποίον νερόν εμοίρασα εγώ Ιωάννη Ολόκαλος ... Πρώτον με θέλημαν της εκλαμπροτάτης ημών αφεντίας, ... και περζέντε και εξουσιαστικώς των ευρισκόμενων γονικάρων Ολόκαλος 125. Έκφρ. εις το πρεζέντε = αμέσως: λαλεί: Μηδέν πεις του φίλου σου «άμε και στράφου και εγώ να σου το δώσω ού να σου το πέψω», αν εμπορείς να το δώσεις εις το πρεζέντε Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 101.
προμετάρω,- Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2714, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 4212, 793, 10312, κ.α., Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 8524, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 291· πρεμετάρω, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 291 κριτ. υπ.· προμετέρω, Ολόκαλος 11013, 14812, κ.α., Μορεζίν., Διαθ. 483, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 357, 9, 11, 4611, 1036 14423, κ.α.· προυμουτάρω, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 115, 741.
Από το ιταλ. promettere-βενετ. prometer. Ο τ. πρεμετάρω σε έγγρ. του 17. και 18. αι. (Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ. ΔΙΕΕΕ 23, 1980, 521, Μαλανδράκης, Ελλην. 10, 1937-8, 390, κ.α.). Ο τ. προμετέρω σε έγγρ. του 16. (Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 4, 1951, 163, Γκίνης, ΕΕΒΣ 39-40, <1972-73>, 1974, 211, Μέρτζιος, Κρ. Χρ. 15-16 τεύχ. β́, 1961-2, 231, κ.α.) και 17. αι. (Δετοράκης, Κρητολ. 16-19, 1983-4, 136, Βαρτζελιώτη, Θησαυρ. 30, 2000, 331, κ.α.), και σήμ. στη Ζάκυνθο (Ζώη, Λεξ. Ζακ.2 Β′). Τ. πρεμετέρω σε έγγρ. του 16. αι. (Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 4, 1951, 163, Κασιμ., Έγγρ. 462). Τ. προματάρω το 17. αι. (Καραθανάσης, Κρ. Χρ. 25, 1973, 25). Η λ. σε έγγρ. του 16. (Δετοράκης, Κρητολ. 10-11, 1980, 249, Ευαγγελάτος, Θησαυρ. 7, 1970, 217, κ.α.), του 17. (Δικαιοπρ. έγγρ. (Σερ.) 132, Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 24, 1981, 489, κ.α.) και 18. αι. (Κουρσάρ. 148) και σήμ. ιδιωμ. (Κόμης, Κυθηρ. Λεξ., Πασχ., Ανδρ. γλωσσ., γρ. προμεττάρω).
α) Υπόσχομαι: επρομετάρησε (ενν. ο Σαντομίρης) γαμπρόν να τον ποιήσει (ενν. τον Δημήτριο) Βίος Δημ. Μοσχ. 255· προμετάρω σου πως εγώ δεν θέλω ψοματεύσει από ετούτα οπού σου λέγω Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 3824· β) (νομ.) δεσμεύομαι εγγράφως να κάνω κ., υπόσχομαι εγγράφως: διά προυκίον της (ενν. της Χρυσής) προμετέρει ο λεγόμενος κυρ Κωσταντής υπέρπυρα ρό Ολόκαλος 1457.
ρεζιντουάρια- η, Διαθ. 17. αι. 3151, 156, 237, 243, 268, 274, 313, 521, 156, 679, 114, 118, 125,1081, 114, 124, 139.
Από το ουσ. ρεζιντουάριος. Τ. ρεζιδουάρια σε έγγρ. του 16. αι. (Μανούσ., Κρ. Χρ. 22, 1970, 295). Η λ. σε έγγρ. του 16. (Μαράς, Κατάστιχο 149 Α′ 433 (47), 1213 (120), 3043 (280), 149 Β́ 282 (29), 292 (29), 22422 (223), 2648 (262), 2912 (287), 2963 (292)) και 17. αι. (Καζανάκη, Θησαυρ. 11, 1974, 272).
Αποδέκτρια του κύριου μέρους της περιουσίας (μετά την καταβολή των κληροδοτημάτων), πληρεξούσια για την εκτέλεση της διαθήκης (Μαυρομάτης [Διαθ. 17. αι. σ. 144], πβ. και κομμισσάρια): τεσταμέντο ..., με το οποίον εφήκε εμένα ... την γυνήν του νοικοκεράν και ρεζιντουάριαν εις όλον του το πράγμα Μορεζίν., Διαθ. 482· αφήνω ογιά πιστή μου κομμισσάρια και ρεζιντουάρια ..., την άνωθέν μου αρχόντισσα κερά Μαθιά ..., να κάμει και να τελειώσει όλα εκείνα οπού εδώ κάτω θέλω έχει ορδινιασμένα Διαθ. 17. αι. 327· αφήνω ογιά κομμεσσάριαν και ρεζιντουάριάν μου εις ό,τι έχω στάμπελε και μόμπελε ... την εκλαμπρότατην κερά Μαθιά Μπονοπούλα, η οποία να με θάψει εις το Σαν Φραντζέσκο, εις την άρκλα την μπονιανή τση μάννας μου Διαθ. 17. αι. 720.
ρεστάρω,- Ολόκαλος 520, 3157, 982, 2089, 21321‑22, Β 29, Μορεζίν., Διαθ. 482, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 11511, 2129, 2502, 4, 85210, Σεβήρ., Διαθ. 19023, 39, Διαθ. 17. αι. 161‑62, 473.
Από το ιταλ. restare - βενετ. restar. Η λ. σε έγγρ. του 15. αι. (Σάθ., ΜΒ ΣΤ́ 6659, 22) και σήμ. ιδιωμ. (Αλιπράντης, Λεξ. Πάρου 484, Κουσαθανάς, Λεξ. Μυκόν., Παγκ., Ιδίωμ. Κρ.2 Δ́ 620, Πανταζ., Κεφαλ.-θιακ., Χυτήρης, Κερκυρ. γλωσσάρ.) και κοιν. λαϊκ. με διαφορ. σημασ. (Μπαμπιν., Λεξ.).
1) Μένω περιμένοντας, παραμένω σε μία θέση: την αρμάδα ’ς δυο τηνε μοιράζει (ενν. ο βιζίρης).| Πέμπει δεκάξι κάτεργα διά στάρι| και αυτός με τ’ αποδέλοιπα ρεστάρει Λεηλ. Παροικ. 68· όρδινα δίδει (ενν. ο πασάς)| να λάμνουσι σιγά... (παραλ. 1 στ.) και πρίχου ξημερώσει να αβαντζάρου,| απόξω από τις Πόρτες να ρεστάρου Λεηλ. Παροικ. 222. 2) Υπολείπομαι, απομένω (προκ. για χρέος): θέλει μου ο Μανούσος δουκάτα ιέ οπού ερεστάρασιν από τα εκατόν Σεβήρ., Σημειώμ. 50γ. 3) Χρωστώ ακόμη, έχω υπόλοιπο χρέους προς κάπ.: Εμολογώ εγώ, ο Νικόλα Γερακάρης, πως ρεστάρω του γαμπρού μου ... οπό προυκίον ... υπέρπυρα πθ́ ..., τα οποία να είμαι κρατημένος να του δώσω Ολόκαλος 2511· έχει επαρμένα (ενν. ο κυρ Μάρκος) υπέρπυρα εφτακόσια ογδοήντα ..., και ρεστάρου να του δώσου οι άνωθεν αγοραστάδες άλλα υπέρπυρα ρκ́ Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 34412.
ρέστο (I)- το, Μαχ. 4785, Διαθ. Δροσ. Μαλαχ. 517· ρέστον, Κυπρ. χφ. 162· ρέστος, Ολόκαλος 3157, 3314, 5412, 12821, 13329, 2491, 3, Διαθ. Ντεφαΐτζ. 77, Μορεζίν., Διαθ. 483, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 1611, 3314, Σεβήρ., Διαθ. 19033, Σεβήρ., Τελ. Σημειωμ. 6β, Διαθ. 17. αι. 1173.
Από το βενετ. - ιταλ. resto ή το προβηγκ. resto (Χατζ., Μεσ. Κύπρ. 291). Ο τ. ρέστον (στο LBG) και σήμ. ιδιωμ. (Παπαγγέλου, Κυπρ. ιδίωμ.). Ο τ. ρέστος (από τη λ. με αλλαγή γένους) και σήμ. ιδιωμ. (Κουσαθανάς, Λεξ. Μυκόν., λ. ρεστάρω). Η λ. σε έγγρ. του 18. αι. (Σταμούλη, Μεσ. Ν. Ελλ. 6, 2000, 366) και σήμ. ιδιωμ. (Κασιμάτης, Βενετ. γλωσσ. στοιχ. Κυθήρ., Τσιτσέλη, Κεφαλλ. Σύμμ. 592). Πβ. σήμ. και λ. ρέστος, επίθ. και ρέστα, τα.
Το υπόλοιπο που απομένει ή οφείλεται· εδώ προκ. για ποσότητα ενός προϊόντος, για χρηματικό ποσό, για χρέος ή προίκα - κληροδότημα: απού το ... στάρι απομένει ρέστος α ραζόν του ποτέ μαστρο-Νικόλα μουζούρια ή Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 2217· δίδει του τα τορνέσια ..., υπέρπυρα μ́, τα οποία επαράλαβεν ... μέσα εισέ τσικίνι ά και το ρέστος κατρίνια, και όλο πληρώθη Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 1210‑11· θέλει γράψει αποκάτω εις το άνωθε σκρίττο εκείνο οπού θέλει πάρει και το ρέστος θέλει πλερωθεί απού το ρεζίντουό μου Διαθ. 17. αι. 1041· δίδει οδιά ρέστος τό ρεστάρει ο κυρ Ιωάννης Λουρέας της θυγατέρας του ... από το προικίον της ελές ρίζες στ́ Ολόκαλος Β 29· (συνεκδ.) η αποπληρωμή, υπόλοιπο πληρωμής: έδωκα διά ρέστον του κρασίου οπού επήρα ... τσεκίνια 5 Σεβήρ., Τελ. Σημειωμ. 5.
ρεφάρω,- Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 6913‑14, 7412, 12313, 33111, 39220, 4299, 5325.
Από το ιταλ. rifare - βενετ. refar. Τ. ριφάρω σε έγγρ. του 17. αι. (Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 7, 1968, 168). Η λ. σε έγγρ. του 16. (Δετοράκης, Θησαυρ. 19, 1982, 154, 156, Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 12, 1965, 106 κ.α.), 17. (Μπρούσκαρη, Θησαυρ. 19, 1982, 182, Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 23, 1980, 527, Κρ. συμβόλ. 62, 158, Δετοράκης, Κρητολ. 16-19, 1983-4, 136, Ζερβογιάννης, Αμάλθ. 14, 1983, 97, Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 7, 1957, 137 κ.α.), 18. αι. (Μπόμπου-Σταμάτη, Πρακτ. Ε′ Παν. Σ 448, Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 8, 1958, 157 κ.α.) και σήμ.
1) Αποζημιώνω: ανίσως και ... ήθελε συγείρει εις τα άνωθε παιδιά τίβοτας χασούρα πραμάτου με λίτε να τυχαίνει να ρεφάρει ένας τον άλλον τως Μορεζίν., Διαθ. 484· να ρεφάρει (ενν. η αυτή αρχόντισσα και ρεζιντουάρια) ... τσι απανωγεγραμμένους ... εις ό,τι τωσε τοκάρει Διαθ. 17. αι. 3275‑6. 2) Αποκαθίσταμαι (οικονομικά): Και ’γώ έχασα εις σ’ τούτη την αμάχη από τους Τούρκους, που μου ηπήρανε πλιο παρά χίλια πεντακόσια φλωρία, και πάλε ’παντέχω να ρεφαριστούμε εκεί οπού ήμαστε Επιστ. 16. αι. 329.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- το, Μορεζίν., Διαθ. 483· κρέντιτο, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 44818.