Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 7 εγγραφές  [0-7]

  Κείμ.αναζήτησης : % | Βιβλ.αναφορά : Μικρ. διηγ. (Zimbone) II

  • ορδινιάζω,
    Ασσίζ. 9412, Συναξ. γαδ. (Pochert) 305, Αχιλλ. L 222, Μαχ. 2623, 9220, 10637, Θησ. Ζ΄ [1014], IB΄ [803], Χούμνου, Κοσμογ. 685, 1236, Βουστρ. 418, 427, Αλεξ. 461, Κορων., Μπούας 27, 141, Πεντ. Γέν. XIV 8, Λευιτ. I 7, Αχέλ. 49, 119, Κατζ. Β΄ 131, Ε΄ 250 Βοσκοπ.2 195, Σταυριν. 705, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 2282, Δ΄ 1943, Θυσ.2 515, 764, Ευγέν. 1474, Στάθ. (Martini) Α΄ 51, Γ΄ 86, Ιντ. κρ. θεάτρ. Γ΄ 51, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [1167], Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 535, 776, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 119, Ε΄ 33, 61, Λεηλ. Παροικ. 161, Διγ. O 213, 949, Τζάνε, Κρ. πόλ. 21523, 23723, 53416, κ.π.α.· αρδινιάζω, Φαλιέρ., Ιστ.2 132 κριτ. υπ., Χούμνου, Κοσμογ. 2311, Αλεξ. 16, 1703, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1205], Κορων., Μπούας 87, Ευγέν. 1032, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 120, Ε΄ 209, Διγ. O 478, 785, Τζάνε, Κρ. πόλ. 19019, 45321, 4774, κ.α.· αρδουνιάζω, Χούμνου, Κοσμογ. 461 κριτ, υπ., 1295 κριτ. υπ., 1777 κριτ. υπ., 2311 κριτ. υπ.· ορδενιάζω, Byz. Kleinchron. A΄ 21110· ορδουνιάζω, Χούμνου, Κοσμογ. 685 κριτ. υπ., 738 κριτ. υπ., 795 κριτ. υπ., 948 κριτ. υπ., 1224 κριτ. υπ., 1236 κριτ. υπ., 1244 κριτ. υπ., 2447 κριτ. υπ.· οροδινιάζω, Άλ. Κύπρ. 390· παρατ. ερδίνιαζα, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 435· αόρ. ερδίνιασα / ερδινιάστηκα, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 399, 401, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.) 4620, Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 390.
    Από το ουσ. όρδινος (<λατ. ordo, ‑inis) και την κατάλ. ‑ιάζω· βλ. όμως και Triand., Lehnw. 123. Ο τ. ορδενιάζω σε έγγρ. του 17. αι. (Vincent, Θησαυρ. 4, 1967, 64). Τ. (ε)ρdινιάζω σήμ. στη Ρόδο και τη Χάλκη (Τσοπ., Ροδιακά 149), όπου και τ. ορτινιάζω (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ. 455). Τ. ορντινιάζω σε ελληνο-εβραϊκά τραγούδια των Ιωαννίνων (Schwartz-Athanassakis, MGSY 3, 1987, 198). Η λ. στο Meursius (λ. —ειν), σε έγγρ. του 16.-17. αι. (Manouss., Θησαυρ. 13, 1976, 37, Μαυρομάτης, Θησαυρ. 16, 1979, 252, Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 26, 1983, 445, κ.α.) και σήμ. ιδιωμ. (Γιαννουλέλλης, Ιδιωμ. λ. δάν. 82, Κουκ., Ευστ. Γραμμ. 79, Meyer, NS III 50, Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ΄ 183, λ. ‑ομαι).
    I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) α) Τοποθετώ στη σειρά, στοιχίζω, αραδιάζω: Στάρια πολλά περμάζωξεν, αλώνευτα ορδινιάζει| και μαγατζάδες έκτισε, σ’ αυτούνους τα σοδιάζει Χούμνου, Κοσμογ. 1777· έχτισεν εκεί ο Αβραάμ το θεσιαστήρι και ορδίνιασεν τα ξύλα Πεντ. Γέν. XXII 9· β) φέρνω στο ίδιο επίπεδο, εξισώνω: αδειάζουν τάβλες και βουτσά κι όλη τη γη εσιάσαν| και με τα παραχάντακα τρίγυρα τ’ αρδινιάσαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 30314. 2) α) Τακτοποιώ, συγυρίζω, ευτρεπίζω: ορδινιάζει το οσπίτιν της και το κραβάτι στρώνει Σπαν. (Ζώρ.) V 594· να βάλω ν’ αρδινιάσουσι εκείνο το παλάτι Σταυριν. 1072· επίασε τότε να τα σιάζει,| τους τόπους, τα μελίσσια να τα ορδινιάζει Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 856· β) διαμορφώνω, διευθετώ (ένα χώρο): έναν όμορφο περβόλι ν’ ορδινιάσω Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Α΄ 52· τάφον ορδίνιασ’ έμορφον, μέσα να μ’ αναπάψεις Αλεξ. 1388· γ) στολίζω, διακοσμώ: όλη η αυλή να είναι στολισμένη και ορδινιασμένη με μεταξωτά και χρυσά ρούχα Μπερτόλδος 30· ήτον η γη με το ψηφίν εύμορφ’ ορδινιασμένη Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 443. 3) Κάνω (κάπ. ή κ.) έτοιμο (για κ.), ετοιμάζω, προετοιμάζω: Ορδίνιασέ το γλήγορα, ντύσε το να κινήσει Θυσ.2 405· τα ξύλα τσ’ ολοκάρπωσης, την ’στίαν ορδινιάζει Χούμνου, Κοσμογ. 1244· ο μάστορας οπού ’ξερε τη μίνα ν’ αρδινιάσει| και να τρυπήσει το τειχιό κι όλο να το χαλάσει Τζάνε, Κρ. πόλ. 48825. 4) α) Εφοδιάζω, εξοπλίζω· οργανώνω: Πριν να μισεύσει ορδίνιασε τόσα πολλά σπιτάλια| να κυβερνούν τους ασθενείς σαν πρέπ’ αγάλι’ αγάλια Άλ. Κύπρ. 1568· οι Τούρκοι απού τα Χανιά βγαίνουσι κι ορδινιάζουν| ένα φορτί αντίπερα και σέρνου κι ανεβάζου| λουμπάρδες και του βάνουσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 4899· δεν ημπόρεσεν να τους νικήσει, διότι ήτον το ταμπόρι τους υπέρκαλα ορδινιασμένο Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 23r· β) συγκροτώ (στρατιωτικό σώμα): ήλθα στην αυθεντία σου φουσσάτο ν’ αρδινιάσω,| χιλιάδες δέκα στρατηγούς, να πα να τονε πιάσω Αλεξ. 983. 5) Ετοιμάζω, παρασκευάζω· παραθέτω (γεύμα): Κάνομεν μην να την ορδινιάσουν (ενν. την γιατρείαν) τώρα τώρα Μπερτόλδος 65· ο δείπνος απού ερδίνιασα, πότε θα τονε φάμε; Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 390· τράπεζα ορδίνιασεν βασιλική Διγ. O 2163· (με σύστ. αντικ.): να φέρεις το τραπέζι και να ορδινιάσεις το ορδίνιασμά του Πεντ. Έξ. XL 4. 6) α) Κατασκευάζω, φτιάχνω: τον αλιφιέρη τού Μαντζά γή εκείνο του Γιλντάσου| θα βρω, δυο φελλοπάπουτσα να πα να μ’ ορδινιάσου Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 46· τα ρούχα τση να πιάσει,| να πάτε στση μαστόρισσας, να δει να τα ορδινιάσει| καθώς τα ζάρου και φορού τη σήμερον ημέρα Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 500· β) επινοώ, εφευρίσκω: ορδίνιαζε (ενν. ο βασιλεύς) καινούργιους μόδους να τους βασανίζει και να τους θανατώνει (ενν. τους χριστιανούς) Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 3224. 7) α) Τακτοποιώ, διευθετώ (υποθέσεις): εζήτησεν γράσαν τάρμε οκτώ μέρες διά να πάγει έσσω του να ορδινιάσει τα καμώματά του Άνθ. χαρ. 29630· Παρεκαλώ σε, Χάρο, κάμε μου μία χάρη: έλα να πάμε εις το σπίτι μου, να σταθείς ν’ αρδινιάσω τα παιδιά μου, το σπίτι μου, καταπώς έναι η τάξη, κι απεκεί με έπαρε Μικρ. διηγ. (Zimbone) II 30· Εισέ καιρόν μιας βδομαδός όλα τα ορδινιάσαν| και παλληκάρια δυνατά ’κοσπέντε ετοιμάσαν Μαρκάδ. 275· β) (με διαθήκη): όπως διά της τούτου γραφής διαθήσομαι και ορδινιάσω είτι άρα έχω και εξουσιάζω Διαθ. Πασχαλίγ. 78· τυχαίνει καθαένας να το λογιάζει διά να ορδινιάζει την ψυχήν και το πράμαν του διά αποθάνοντός του καθώς είναι η γιόρεξίν του Διαθ. 17. αι. 15. 8) Κανονίζω, ρυθμίζω: Ο λέων τον γαΐδαρον είπε να τους μοιράσει,| του καθενού το μερτικόν εκείνος ν’ αρδινιάσει Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 378· τα πράγματα δεν γίνονται καθώς ημείς θέλομεν, αλλά καθώς τα ορδινιάζει η πρόνοια Χίκα, Μονωδ. 174. 9) α) Σχεδιάζω, οργανώνω, κανονίζω: να βρει μόδο κιανένα| να ’χε ξηλώσει τη δουλειά ετούτη π’ ορδινιάζου Κατζ. Β΄ 413· ό,τι κι αν μου είπες, παρευθύς όλα εκουρμάσθηκά τα| κι ας πα να τα ορδινιάσομεν, να βάλομεν σε στράτα,| να παν να την σκοτώσουνε οι δούλοι οι εδικοί μου Ευγέν. 376· γύρω τση χώρας τα τειχιά τσι φύλαξες κοιτάζει| και τέχνες περισσότερες αρχίζει κι ορδινιάζει Τζάνε, Κρ. πόλ. 47024· β) (προκ. για τελετή, γιορτή) διοργανώνω: τους γάμους ορδινιάζουν,| μικροί, μεγάλοι άρχοντες εις την χαράν κοπιάζουν Διγ. O 543· εσύ Άρτεμη άθλια … (παραλ. 1 στ.), μη τράπεζαν να καρτερείς, μηδέ φωτιά εξ εμένα (παραλ. 1 στ.), ουδέ παιγνίδια τίποτες διά σένα μη ορδινιάσω| να γίνονται διά την τιμήν της υψηλότητάς σου Θησ. (Foll.) I 61. 10) Φροντίζω, ενεργώ (ώστε να γίνει κ.): Πάλι και λάχει και έρθει μου θάνατος εις την Στίαν θέλω και ο έγγονάς μου … να ορδινιάσει να με βάλει εισέ ντεπόζιτο εις την εκκλησίαν του Αγίου Νικολάου Διαθ. 17. αι. 355· πηγαίνω εις το ναό να κάμω ν’ αρδινιάσου| ’ς τόπο ψηλό και ξανοιχτό αυτόνο ν’ ανεβάσου Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. δ΄ 143. 11) Εκτελώ, πραγματοποιώ: τ’ άλλα τά ορδίνιασε και τις να τα θυμάται| και τα καλά τά έκαμε και τις να τα ξηγάται; Γεωργηλ., Θαν. 320· Φαίνεται ο Μύρτζας άνδρας μου να είχε καμωμένα| στον κόσμον αμαρτήματα, κακά ορδινιασμένα,| να ’καμε φόνους περισσούς, πολλές παρανομίες Αιτωλ., Βοηβ. 267. 12) α) Δίνω εντολή, προστάζω (κάπ. να κάνει κ.): Ο κύρης εκατέβηκεν στο στάβλος· ορδινιάζει| τρία άλογα να στρώσουσιν Βεντράμ., Φιλ. 287· έναν της δούλον έκραξε για να τον ορδινιάσει Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1214]· Ο γενεράλες κάτεργα ορδίνιασε να βγούσι| γεμάτα ανθρώπους, μπόλμπερες κι εις τα Χανιά να μπούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 1597· β) ορίζω, παραγγέλλω: θέλω να σου δώσω μίαν ιατρείαν, την οποίαν ορδίνιασεν ο ιατρός να σου δώσω Μπερτολδίνος 149· γ) (σε διαθήκη) αφήνω εντολή, παραγγελία, ορίζω: να ’ναι κρατημένοι οι κομεσάριοί μου … οι οποίοι θέλω να έχου εξά να κάνου και να τελειώσου ό,τι εδώ θέλω ορδινιάσει Διαθ. 17. αι. 140· δ) συμβουλεύω, καθοδηγώ: τότε, όταν εγνώρισε ’τι έναι ώρα να σκολάσει,| αρχίνησε η ερωτική για να τον ορδινιάσει.| Και λέγει του: «Με την γνώση σου σέβα στο περιβόλι,| ’πιδέξια και φρόνιμα γιατί κοιμούνται όλοι» Τριβ., Ρε 264· τούτο ορδινιάζω σας, όλοι, μικροί μεγάλοι,| οποίος ακούσει φυλακήν, κανείς μηδέν γελάσει Σαχλ., Αφήγ. 428· ε) αποφασίζω: Θεωρώντα οι καβαλάρηδες τον θάνατον του ρε Πιερ, ορδινιάσα να βάλουν ρήγα τον σινεσκάρδον Μαχ. 5942. 13) α) Έχω (κάπ.) στις διαταγές μου· διευθύνω, ηγούμαι: τους φαμέγιους του σπιτιού εσύ τους ορδινιάζε| κι αν έναι φταίσιμον σ’ αυτούς συγκεραστά τους σάζε Δεφ., Λόγ. 321· αξαπολύθησαν και δεν είχαν καπετάνον να τους ορδινιάζει Μαχ. 19025· είπε του ο Φίλιππος: «Στρατιά καλά την σιάζεις| και όλον το φουσσάτο μου εσύ να τ’ ορδινιάζεις» Αλεξ. 252· β) διοικώ, κυβερνώ: το βασίλειο ορδίνιασε (ενν. ο Θησέας), ως επρεπε με τάξη Θησ. Β΄ [87του Κορνάρο έδωκε την εξουσίαν δικήν του,| για ν’ αρδινιάζει το λαό, να ’ναι στη δούλευσίν του Τζάνε, Κρ. πόλ. 49224· ελπίδαν έχω στον Θεόν, τα πάντα που κοιτάζει| και με την θείαν πρόνοιαν τον κόσμον ορδινιάζει Παλαμήδ., Βοηβ. 94· (εδώ προκ. για συναισθήματα) ελέγχω: Έχεις τον κόσμον το λοιπόν καθάρια να ’ξεικάζεις| και μετ’ αυτά τα πάθη σου με γνώση ν’ αρδινιάζεις Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 122· γ) επιβλέπω· φροντίζω, περιποιούμαι: το οποίον αμπέλι θέλει απού την σήμερον και ομπρός να το κρατεί ο ευλαβέστατος αφέντης πατέρας ο Χαλκιόπουλος … και να τ’ ορδινιάζει κάθα χρόνο, να το γοβερνάρει Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 1086· δεν έδιδε των ομματίων του ύπνον … διά να ορδινιάζει τόπους του Κυρίου και κατοικήσεις του Θεού Χίκα, Μονωδ. 71. 14) α) Διορίζω: διά τούτον εφάνην μας όλους αντάμα και ορδινιάσαμεν κουβερνούρην τον αδελφόν του ρηγός Μαχ. 4814· την αυτήν ημέραν ορδινιάσαν τον Νικολό τε Μοραπίτον διά βισκούντην Βουστρ. 484· β) χειροτονώ: ήρτεν ο βαχλιώτης του πάπα και έφερεν το σκιάδιν τού γαρδενάλλη και τες βούλλες διά να ορδινιάσουν τον πρωτονοτάρην γαρδενάλλην Μαχ. 67424. Β´ Αμτβ. 1) Δίνω, αφήνω εντολή: Ο αυτός ρε Πιερ ορδινίασεν και έδωκεν τα ’φίκκια του ρηγάτου τα χηράτα Μαχ. 8824· θέλει ο άνωθεν κυρ Φίμις να ορδινιάσει πρώτον διά το πράμαν του και δεύτερον διά την ψυχήν του Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 608. 2) Ορίζω, καθορίζω: εμέν επαρακάλεσεν ίνα επιγράψω και να τελειώσω την παρούσαν τση και ύστερον διαθήκην, καθώς αυτείνη ορδινιάζει Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 156· οπόταν πιστοί άνδρες θέλουσι καταστένεσθαι εις την κυβέρνησιν, καθώς ο άγιος Παύλος εις την προς Τιμόθεον επιστολήν ορδίνιασε Χριστ. διδασκ. 133. 3) Διοικώ, κυβερνώ: εκάθισε ο Ρωτόκριτος εις το θρονί και ορίζει.| Με φρόνεψη πορεύγεται, με γνώσην ορδινιάζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 1505· όλοι γοι αφέντες ήτον ’κεί στον τόπο πασαένας| κι εκείνοι κι ορδινιάζανε, δεν ήλειπε κανένας Τζάνε, Κρ. πόλ. 4816. 4) Ενεργώ: καταπώς τον όρισεν, αυτούνος ορδινιάζει Χούμνου, Κοσμογ. 795. IΙ. Μέσ. 1) α) Ετοιμάζομαι, προετοιμάζομαι (για κ.): ν’ αρδινιαστεί η γυναίκα του κι οι υιοί του κι οι νυφάδες,| να μπούσιν εις την κιβωτόν Χούμνου, Κοσμογ. 461· τους ελάφους έβλεπα απέσω εις το άλσος| και ορδινιαζόμουν να εμπώ ίνα τα πολεμήσω Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1370· ας πάμε τώρα, άρχοντες, όλοι ν’ αρδινιαστούμεν| κι εις το κυνήγι την αυγή όλοι μας να βρεθούμεν Ευγέν. 277· Έλα, Μπερτολδίνο, ορδινιάσου, διατί εσύ κάνει χρεία να ’λθεις μαζί μας Μπερτολδίνος 101· β) (προκ. για στρατιωτικό σώμα) ετοιμάζομαι για μάχη, συντάσσομαι, παρατάσσομαι: έκαμεν και ορδινιάστησαν ως εξακόσοι τότε,| οπού ’σαν όλοι διαλεκτοί και άξοι στρατιώται Αχέλ. 583· ο γενεράλες … όρισε να εμπούσι| στα κάτεργα τα τσούρματα κι όλοι ν’ αρδινιαστούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 33712· Ορδινιαστείτε το λοιπόν να πάμε στους εχθρούς μας,| για να τους καταλάβομεν Αλεξ. 465· γ) Παίρνω, μέτρα, μεριμνώ, φροντίζω: Πώς η βασίλισσα Ιππόλυτα γροικώντας πως έρχεται ο Θησεύς απάνου της, ορδινιάσθη διά τον αποκλεισμόν Θησ. (Foll.) I πριν στ. 86· πάσα γνωστικός άνθρωπος δε κατέχοντας πότες έχει να του έλθει αυτός ο θάνατος, πρέπει και τυχαίνει να ορδινιαστεί πρώτον διά την ψυχήν του και δεύτερον διά το πράμαν του Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 146· δ) Φροντίζω, ενεργώ (ώστε να γίνει κ.): Τριάντα αργύρια σού δίδομεν και να τα και ορδινιάσου| γοργόν με δίχως κόμπωσιν τον Ιησούν να πιάσου Μυστ. παθ. 13· ωσάν αποθάνω η άνωθέ μου θυγατέρα και κομμισσάρια να ορδινιαστεί να με θάψουσι στο μοναστήρι Διαθ. 17. αι. 536. 2) (Απρόσ.) δίνεται εντολή: τότε ορδινιάστηκεν όλοι τους να μισεύσουν Διακρούσ. 722. Η μτχ. παθητ. παρκ. ως επίθ. = προετοιμασμένος, έτοιμος: σαν άνδρα πεινασμένον,| οπού να τρώγει μ’ όρεξιν φαγίν ορδινιασμένον Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 644· τ’ άλογά τους πήρασιν ως ήσαν στολισμένα,| με σέλες και με άρματα για στράτ’ ορδινιασμένα Μαρκάδ. 552.
       
  • οσταρία
    η, Κατζ. Δ΄ 277, Μικρ. διηγ. (Zimbone) IIλοσταρία.
    Το βενετ. ostaria. Ο τ. από έναρθρο l’ostaria με συνεκφώνηση [πβ. λούρτιμο(ν) το <ιταλ. l’ultimo στη Ζάκυνθο (Κονόμ., Ζακυθ. λεξιλ.) και την Κύπρο (Ερωτόκρ., Γλωσσάρ.)], ενώ κατά την Martini [Στάθ., σ. 186· πβ. και σ. 196] πιθ. από βενετ. *lostaria <l’ostaria· απ. και σήμ. στη Λευκάδα (Λάζαρης, Λευκαδ. 92). Για τον τ. πβ. επίσης το τουρκ. lostarya (Redhouse). Τ. οστερία <ιταλ. osteria στο Somav., It.-gr., λ. albergo και hostaria, hosteria. Η λ. στο Somav., It.-gr., λ. albergo και στο Κατσαΐτ., Ιφ. Ε΄ 899, όπου και τ. οσταριά, Ε΄ 942, 1062.
    Ταβέρνα· πανδοχείο: γάλους, καπόνια έχομε, ρίφια, κι αν κάνου χρεία| κι άλλα περίσσα, επά κοντά είν’ πούρι η λοσταρία Στάθ. (Martini) Γ΄ 362.
       
  • οσταρίο
    το, Μικρ. διηγ. (Zimbone) II 16, 49· οσταρί(ον), Πορτολ. A 32517, σταρί Πορτολ. A 18620, 24, 32517 κριτ. υπ., Πορτολ. B 7524, 25.
    Από το ουσ. οσταρία με αλλαγή γένους.
    Ταβέρνα· πανδοχείο: Έτσι επήγε ο Χριστός με τους Αποστόλους του εις τ’ οσταρίο … κι ηθέλησε να κάμει κελλάτσιο με τους μαθητάδες του Μικρ. διηγ. (Zimbone) IIέχω τάξει πάσα ημέρα εκείνοι που πρωτοφάγουν εις τ’ οσταρίο μου να πηγαίνουν απλήρωτοι Μικρ. διηγ. (Zimbone) IIΌταν ήλθε εις το σπίτι του (ενν. ο όστος), ήγουν εις τ’ οσταρίο, λέγει της γυναικός του και των παιδιώ του Μικρ. διηγ. (Zimbone) II 33.
       
  • όστος
    ο, Μικρ. διηγ. (Zimbone) II 8, 20, 23, 25.
    Το παλαιότ. ιταλ. osto (Battisti-Alessio, Diz. etim., λ. oste1, Zingarelli, λ. oste 1· βλ. και Boerio, λ. osto).
    Πανδοχέας, ταβερνιάρης: Ήτον ένας όστος κι είχε οσταρία. Έτσι επήγε ο Χριστός … να κάμει κελάτσιο με τους μαθητάδες του Μικρ. διηγ. (Zimbone) II 1.
       
  • κελάκιον
    το· κελάτσιο, Μικρ. διηγ. (Zimbone) II 3.
    Από το ουσ. κελί(ον) και την κατάλ. ‑άκιον. Για τις σημερ. χρ. και σημασ. του τ. σε διαφ. ιδιώμ. βλ. Zimbone, Stud. filol. biz. 4, 1988, 171.
    Δωμάτιο (εδώ πανδοχείου)· φρ. κάνω κελάτσιο = σταθμεύω, καταλύω: επήγε ο Χριστός ... εις τ’ οσταρίο αυτό κι ηθέλησε να κάμει κελάτσιο με τους μαθητάδες του Μικρ. διηγ. (Zimbone) II 2.
       
  • παρακαλώ,
    Ασσίζ. 31028, 31312, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1054, 1140, 1352, 1562, Χρον. Μορ. H 708, Χρον. Μορ. P 213, 3335, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 771, Ερωτοπ. 431, Απολλών. 332, 503, 551, Λίβ. P 1540, 2809, Λίβ. Esc. 1650, Λίβ. N 3051, Αχιλλ. L 842, Ιμπ. 60, 402, 867, 873, Μαχ. 2014‑5, 327, 2006, 2125, 2562, Απόκοπ.2 146, Σοφιαν., Παιδαγ. 102, Πεντ. Γέν. XXIII 8, Δευτ. III 23, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1271, Πανώρ. Ά́ 304, Β́ 449, Γ́ 515, Δ́ 89, 439, Έ́ 339, Ιστ. Βλαχ. 1352, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 1714, Στάθ. (Martini) Γ́ 117, 442, Ιντ. κρ. θεάτρ. Β́ 58, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [385], Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 18225, κ.π.α.· παρεκαλώ, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 468, Χρον. Μορ. P 7902, Λίβ. (Lamb.) N 416, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2592, 2644, Συναξ. γυν. 440, Κορων., Μπούας 23, Μικρ. διηγ. (Zimbone) II 29· περικαλώ, Πανώρ. Δ́ 439 κριτ. υπ., Σουμμ., Ρεμπελ. 174, 182· μτχ. παρκ. παρακαλεμένος, Διαθ. Δροσ. Μαλαχ. 5115‑16· παρακαλεσμένος, Μπερτόλδος 82, Μπερτολδίνος 52.
    Το αρχ. παρακαλέω. Ο τ. περικαλώ στον Κατσαΐτ., Ιφ. Β́ 201, 221, σε έγγρ. του 18. αι. (Τουρτόγλου, ΕΚΕΙΕΔ 22, 1977, 12, Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 27, 1984, 409, κ.α.) και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ., Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., στη λ., κ.α.). Διάφ. τ. της λ. σήμ. ιδιωμ. (Κωστ., Λεξ. τσακων., στη λ., κ.α.). Η λ. και σήμ.
    I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) α) Απευθύνομαι παρακλητικά σε κάπ., παρακαλώ κάπ.: τότε πάγει σιμά εις το σπήλαιο η Φροσύνη και λέγει παρακαλώντας τη νεράιδα Πανώρ. Δ́ μετά στ. 168· β) απευθύνομαι ικετευτικά σε κάπ., θερμοπαρακαλώ κάπ.: και πέσ’ εις γην ομπρός του| και από καρδιάς σου στρίγγισε και παρακάλεσέ τον Λίβ. (Lamb.) N 264· κλαίγει η Φροσύνη, δέρνεται, το ρήγα επαρακάλει| τη θυγατέρα στη φλακήν άδικα μην τη βάλει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́́ 525· να κλίνουν τα κεφάλια τους (ενν. οι χριστιανοί), να τους παρακαλούσι (ενν. τους Τούρκους) Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 23121· (εδώ προκ. για το Θεό): φίλιε τη γη γονατιστός, τον πλάστη παρακάλει,| π’ όρισε κι εμετάθεσε τέτοια θυσία μεγάλη Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 977· υπήγαν εις την εκκλησίαν τους εις τον θεόν τους ... και επαρακάλεσαν αυτόν να τους ομολογήσει την άπασαν αλήθειαν Διήγ. Αλ. V 24· γ) (παρενθετικά για έμφαση): μηδείς, παρακαλώ, ψευδή είναι νομίσει| ταύτην, ήν διηγήσομαι, του λόγου ευφημίαν Διγ. Z 1330· παρακαλώ, βοηθήσετε όλοι να κλαύσομεν το καλόν οπού εστερηθήκαμεν Χίκα, Μονωδ. 139. 2) Ορίζω κ.: γράφει και λέγει, σφαλερώς παρακαλεί τοιούτο:| «όστις τον Απολλώνιον ζωντανόν να τον ύπα| να έχει πενήντα χρύσινα κι αγάπην Αντιόχου ...» Απολλών. 104. 3) Εύχομαι κ.: υιέ μου, θάνατον τινός μη τον παρακαλέσεις Διδ. Σολ. Ρ 70· Φροσύνη, εγώ παρακαλώ τέτοιο γαμπρό να κάμω Πανώρ. Γ́ 361. 4) Ενθαρρύνω κάπ. σε κ., παρακινώ, παροτρύνω: τους ενουθέτα (ενν. ο βασιλεύς) και επαρακάλιέ τους να σπουδάζουν (ενν. οι τεχνίτες και οι κτιστάδες) το έργο τους Hagia Sophia ω 5185‑6· ο δε Έκτωρ ... περιέρχετο την τάφρον| και παρακαλεί τους Τρώες ταύτην διά να περάσουν Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΙΓ́ [9]. 5) Εγκρίνω κ.: θέλει και λαουντάρει και παρακαλεί (ενν. η νύμφη) το παρόν, ως άνωθεν Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 4421· παρακαλεί (ενν. η νύμφη) το ... προυκοχάρτι και είναι πολλά κοντέντα Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 31512. 6) (Νομ.) καλώ κάπ. ως μάρτυρα σε συμβολαιογραφική πράξη: έμπροσθεν εμού του δημοσίου νοταρίου και μαρτύρων των κάτωθεν ονοματισμένων, επί τούτον κληθέντων και παρακληθέντων Μαχ. 50432‑33· εγώ ... μάρτυρας παρακαλεμένος εις τα άνωθεν ... υπέγραψα Διαθ. Δροσ. Μαλαχ. 5115‑16. Β́ Αμτβ. 1) Ζητώ, παρακαλώ επίμονα· ικετεύω: τι παρακαλείς, Αχίλλη;| Της φυλής των αλαζόνων| έστιν ο ανήρ εκείνος·| μάλλον πλείον τον εποίκες| εις αλαζονείαν τώρα Ερμον. Ξ 84· οι άθλιοι, οι ελενοί, οι δύστυχοι πολίτες| εστέκασιν και έκλαιαν, πάλε παρεκαλούσαν Θρ. Κων/π. (Mich.) 109. 2) Προσεύχομαι: σκύπτω και γονατίζω.| Και αφόν επαρεκάλεσα κι εγέρθηκα κι εστάθην Νεκρ. βασιλ. 21· προσκυνούν (ενν. οι καλογέροι) ασπάζοντες τον σεβάσμιον τόπον| της Βάτου και παρακαλούν υπέρ πάντων ανθρώπων Παϊσ., Ιστ. Σινά 866. II. Μέσ. 1) Παρακαλώ, ικετεύω κάπ.· (εδώ προκ. για το Θεό): στέκεται γυμνοκέφαλος, Θεόν παρακαλείται,| διά την σωτηρίαν σου θερμώς επιμελείται Ιστ. Βλαχ. 1715. 2) Ευαρεστούμαι: και άμποτε να παρακληθεί (ενν. η Μαξιμού) και να μας επακούσει Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1353· ειδέ ου παρακληθεί ο Θεός και θέλει να αποθάνω Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1801.
       
  • πάτος (II)
    ο, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 4717, 7719.
    [Από το βενετ. pato (Boerio) - ιταλ. patto. Η λ. σε έγγρ. του 16. (Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 12, 1965, 103), 17. αι. (Δετοράκης, Κρητολ. 16-19, 1983-4, 136, Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 7, 1968, 53, 225, 228, Βαγιακ., ΕΑΙΕΔ 5, 1954, 40, 44, 50, 55, 64 (‑ττ‑) κ.α.) και 18. αι. (Κουρσάρ. 4021).]
    1) Συνθήκη, συμφωνία (για τερματισμό εμπόλεμης κατάστασης): Οι Τούρκοι τούτο είπανε, πως του βιζίρη η γνώμη| εκείνο αποφάσισε και να γραφτούν οι νόμοι (παραλ. 1 στ.) για να μοιράσουν το νησί, ωσάν ζητούν τους πάτους Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 5146· στείλωμεν ουν γε και ημείς τους ημετέρους πρέσβεις,| να έλθουν, να συντύχουσιν και πάτους να ποιήσουν,| να στερεώσουν δυνατήν αγάπην και φιλίαν Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 74· φρ. πέφτω εισέ πάτους = διαπραγματεύομαι με σκοπό τη σύναψη συμφωνίας: Εβλέποντας ο Χάρος ότι έκαμε (ενν. ο όστος) έναν μήναν εις την απιδέα, και δεν έναι τρόπος να κατέβει, έπεσε εισέ πάτους με δαύτονε Μικρ. διηγ. (Zimbone) II 52. 2) (Νομ.) όρος, συμφωνία: να τα στιμάρου με τσι πάτους, μόδους και κοντιτσιόνες τους άνω γεγραμμένους Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 8311· καθώς η αγία του Θεού εκκλησία ορίζει και οι νόμοι αυτής, με τσι πάτους, μόδους προυκίων και χαρίσματα και κοντιτσιόνες τσι άνωθεν Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 7615.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης