Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 119 εγγραφές  [0-20]

  Βιβλ.αναφορά : Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ.

  • αλλιώτικος,  
    επίθ., Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Α΄ [926]· αλλεώτικος, Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 120· αλλιωτικός, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Β΄ [1214].
    Από το επίρρ. αλλέως και την παραγ. κατάλ. ‑ώτικος (ΙΛ, λ. αλλεώτικος). Το αλλοιωτικός του Γαληνού (βλ. Sophocl.) πιθ. δεν πρέπει να ταυτιστεί με τον όχι πολύ βέβαιο άλλωστε νεότ. τ. αλλιωτικός (βλ. πιο πάνω). Διαφορετική προέλευση υποστηρίζει ο Kaps., Berichte z. XI. Intern. Byz.-Kongr. 37.
    Διαφορετικός: επήρε στράτα (έκδ. στράταν) αλλιώτικη από την φυσικήν του Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Α΄ [926].
       
  • αλοφάς  
    ο, Τάξ. Πόρτ. (Baştav) 34· λουφές, Πτωχολ. B 178, 232· λοφάς, Byz. Kleinchron. Α΄ 259, 849, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 12514, 14110, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 1102, 1103· λοφές, Πτωχολ. (Ζώρ.) Z 128, Πτωχολ. A 128, 181.
    Από το αραβοτουρκ. ‘ulūfe (Mor., Byzantinot. B΄, λ. αλοφάς). Λ. λοφά στο Du Cange και λ. λουφές στο Somav.· ο τ. λουφές και σήμ. στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ΄). Βλ. και Ανδρ., Λεξ., λ. λουφές.
    1) α) Μισθός: Οι σπαόγλανοι έχουν την ημέραν αλοφάν από δέκα άσπρα έως πενήντα Τάξ. Πόρτ. 34· κι ετιμήθηκεν ο γέρων| και αβγατίσθην ο λοφές του Πτωχολ. Z 128· β) ανταμοιβή: έφη ο σουλτάν Σουλαϊμάνης ότι, αν βασιλεύσω, δώσω σοι λοφάν όσον θέλεις Byz. Kleinchron. Α΄ 259, 846. 2) Φιλοδώρημα: αν φιλεύσει (ενν. ο βδελυρός) τινές άρχοντες, ύστερον να τους παρακαλέσει διά να κάμουσι λοφέ των παιδίων του Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 126.
       
  • ανατρέφω,  
    Ιερακοσ. (Hercher) 37523, 49918, Διγ. (Hess.) Esc. 613, Διγ. (Καλ.) Esc. 613, Βέλθ. (Κριαρ.) 362, 886, Gesprächb. (Vasm.) 1082514, Λίβ. (Lamb.) Sc. 1079, Λίβ. (Wagn.) N 2806, Αχιλλ. (Hess.) L 539, Νεκρ. βασιλ. (Μανούσ.) 52, Ιστ. πατρ. (Βόνν.) 1085, 1738, Αρσ., Κόπ. διατρ. (Ζαμπ.) σ. 373· αναθρέφω, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 3054, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 8048, Πουλολ. (Ζώρ.) Αθ. 213, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 259, Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) 163 χιζ́, Φλώρ. (Κριαρ.) 144, 154, 417, Περί ξεν. (Καλιτσ.) A 159, Απολλών. (Janssen) 431, Λίβ. (Lamb.) Sc. 1113, Λίβ. (Lamb.) Esc. 3155, Αχιλλ. (Haag) L 33, 720, Αχιλλ. (Hess.) L 700, Αχιλλ. (Hess.) N 996, Ιμπ. (Κριαρ.) 50, Αλφ. ξεν. (Ζώρ.) 58, Χρον. Τόκκων (Schirò) 1208, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) ΧΙΙΙ 46, Φαλιέρ., Ενύπν. (Ζώρ.) 43, Sprachlehre 132, Περί γέρ. (Wagn.) 35, Πεντ. (Hess.) Λευιτ. X 6, ΧΧΙ 10, Αρ. VI 5, Δευτ. XXI 12, Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 122, Κατζ. (Πολ. Λ.) Á́ 236, Δ́ 282, É́ 170, 466, Πανώρ. (Κριαρ.) Γ́ 67, Ερωφ. (Ξανθ.) Á́ 150, Γ́ 154, 276, Δ́ 124, 143, 379, 659, Πιστ. βοσκ. (Joann.) I 1, 197, V 5, 118, 253, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 448, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 34221, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Á́ 142, 1015, B́ 599, 829, Γ́ 90, Δ́ 617, 1213, Θυσ. (Μέγ.)2 769, 807, Στάθ. (Σάθ.) Á́ 254, Ιντ. β́ 72, Βακτ. αρχιερ. (Μομφ.) 149, Φορτουν. (Ξανθ.) Á́ 18, Ιντ. ά́ 167, Γ́ 380, 616, Δ́ 571, É́ 125, Ζήν. (Σάθ.) É́ 60, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 13416, 1788, 58528· αναθρέβω, Λίβ. (Wagn.) N 1897.
    Το αρχ. ανατρέφω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. αναθρέφω).
    Ά́́ Ενεργ. 1) α) Ανατρέφω, μεγαλώνω (κάποιον) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αναθρέφω 1): Για να με δώσεις τση φωτιάς μ’ ενέθρεφες, γονή μου; Θυσ.2 807· εγώ ’μαι οπού σε ενέθρεψα και εκατεκάλλυνά σε Αχιλλ. N 996· Στα χέρια σου μ’ αναθρεψες, μεγάλον έκαμές με Ερωφ. Δ́ 659· —Συνών.: αναγιώνω Αα, ανασταίνω 4· β) (προκ. για φυτά) περιποιούμαι (Για τη σημασ. πβ. ανατρέφω άμπελον Trinchera, Syll. 400, 289): και του δενδρού τ’ οπωρικό τ’ ανάθρεψεν η κόρη| με προσοχή και με τιμή Περί γέρ. 35· γ) (προκ. για κόμη) τρέφω: να αναθρέψει ανάθρεμμα τρίχα του κεφαλιού του Πεντ. Αρ. VI 5. 2) Ενισχύω, επαυξάνω: Τους πόνους και τας συμφοράς ή ξενιτειά αναθρέφει Αλφ. ξεν. 58. 3) (Με βιασμό αντί του ανατρέπω) αφαιρώ την «κίδαριν» (πβ. αποκιδαρώσετε ΠΔ, Tisch., Λευιτ. X 6· βλ. Dieterich, IF 24, 1909, 109): τα κεφάλια σας μη αναθρέψετε και τα ρούχα σας μη ξεσκίσετε Πεντ. Λευιτ. X 6. B´ (Μέσ.) αυξάνομαι, μεγαλώνω· α) (προκ. για πρόσωπα) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αναθρέφω): και ενεθράφην το παιδίν, γίνη χρονών τεσσάρων Αχιλλ. (Haag) L 33· Αμ’ όποιος σε φτωχειά πολλή αναθραφτεί (παραλ. 2 στ.), του ριζικού την όργητα ποτέ δεν τη φοβάται Ερωτόκρ. Δ́ 617· παπάδες, γέροντες κι εσείς αναθρεμμένοι νέοι| του Χάντακος Τζάνε, Κρ. πόλ. 13416· —Συνών.: αναγιώνω Β· β) (προκ. για πτηνά): βρέχε αυτόν (δηλ. τον ιέρακα) μετά ελαίου χλιαρού και ύδατος και ανατραφήσεται Ιερακοσ. 49918· γ) (προκ. για φυτά): ώσπερ το ρόδον άσπρον έν’ και κόκκινον και ωραίον,| ούτως το κάλλος έπλασεν η φύσις και των δύο·| κρινοτριανταφυλλόροδα, ερωτοαναθρεμμένα,| αναθρεμμένα σύντομα, ερωτοηγαπημένα Φλώρ. 154· Σταφύλι να αναθραφεί εις την άμουλα Ιατροσ. κώδ. 163 χιζ́́.
       
  • άντζα  
    η· άτζα, Ακ. Σπαν. (Legr.) 45543, Σπανός (Eideneier) D 1733, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 119v, 285r, Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 130· άτζα, Χρον. Τόκκων 3355.
    Από το ουσ. αντζί <αντίον (Άμ., ΛΑ 6, 1923, 112) ή από το λατ. anta (Κουκ., Αφ. Χατζιδ. 33 και Κουκ., Αθ. 35, 1923, 198 κε.). (Κατά Thumb, Germ. Neugr. στο German. Abhandl. 232, από το δημώδες λατ. ancia). Πβ. όμως και Χατζιδ., Αθ. 36, 1924, 184. Την άλλη σχετική βιβλιογρ. βλ. ΙΛ στη λ., ετυμ. Η λ. στον τ. άντσα, που και σήμ. στα ιδιώμ. (ΙΛ) και σε παροιμ. (Πολ. Ν., Παροιμ. Γ΄ 279), ήδη στον Ψελλό (βλ. Ψελλού, Ερμην. μερών σώμ. νγ΄ και Σανγιν., Ονομ. μελών 51)· στον τ. άνζα στον Ευστ., Παρεκβ. (βλ. Κουκ., Ευστ. Λαογρ. Β΄ 255). Η λ. ήδη στον Ψευδο-Γαληνό και τον Ηρωδιανό (βλ. Κουκ., Αφ. Χατζιδ. 34). Σχετικά με τη λ. βλ. και Pern., Ét. linguist. 354.
    1) Ταρσός: επίασεν (ενν. ο γιατρός) τον σφυγμόν αυτού από την άτζαν Ακ. Σπαν. 45543. 2) Κνήμη: εμποδίσθηκεν από τα οπίσθια μέρη των ποδαρίων τα λεγόμενα άντζες, και δεν εδύνετον πλέον να περιπατήσει Διαθ. Νίκωνος 258.
       
  • αποδιώχνω,  
    Κομν., Διδασκ. (Λάμπρ.) Δ 400, Διγ. (Καλ.) A 951, Βίος οσ. Αθαν. (Βέης) 251, Ψευδο-Σφρ. (Grecu) 43017, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 929, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Ε 521, 732, Σοφιαν., Παιδαγ. (Legr.) 118, Διήγ. Αγ. Σοφ. (Băn.) 15633, Έκθ. χρον. (Lambr.) 244, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 13, 16, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 8910, 1335, 13432, 1375, Ιστ. πολιτ. (Βόνν.) 911, 3515, Ιστ. πατρ. (Βόνν.) 9812, 995,22, 1075, 11120, 13114, 1358, 14016, 1435, 15716, Δωρ. Μον. (Buchon) XXXΙV, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 310, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 660, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 37129, 37226, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Α΄ [489], Διγ. (Lambr.) O 116· Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 122· ’ποδιώχνω, Διγ. (Lambr.) O 1065.
    Το αρχ. αποδιώκω. η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    α) Απομακρύνω, καταδιώκω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): του βασιλέως έδωκεν ο Στέφανος μαντάτα| το πως τον αποδίωξαν του Λέχου τα φουσάτα Ιστ. Βλαχ. 660· Αλλά ο οφθαλμός ο ακοίμητος του Θεού, ο δυνατός και φοβερός, διά πρεσβείαν της αυτού μητρός αποδίωξε την αρμάδα Χρον. σουλτ. 13432· β) αποπέμπω: έβγαλεν από τον θρόνον τον πατριαρχικόν και από την πόλιν τον απέδιωξεν έξω Ιστ. πατρ. 13114· Μόνον εκαταφρόνα τον και αποδίωχνέ τον Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [489] (βλ. και αποβγάνω 1)· α) (προκ. για ανάγνωσμα) απομακρύνω (τον αναγνώστη), προκαλώ ανία: Το γάρ πολύ κ’ υπέρμετρον έχει πολλάκις βάρος| και τους αναγινώσκοντας ο νους τους αποδιώχνει Κομν., Διδασκ. Δ 400.
       
  • αζίκι 
    το.
    Το τουρκ. azik.
    Φαγητό, προσφάγι: παγαίνοντας εις τον δρόμον, αυτός το αζίκι του να το αφήνει εις το σπίτι του και να δανείζεται από τους συντρόφους του Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 126.
       
  • αθηναίικος, 
    επίθ.
    Από το ουσ. Αθήνα.
    Που προέρχεται από την Αθήνα: μέλι αθηναίικον Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 122.
       
  • ακαιρία 
    η.
    Από το επίθ. άκαιρος.
    Αδιακρισία, έλλειψη τακτ: Η ακαιρία είναι έσμιξις και συναναστροφή οπού δίδει λύπην, και ο άκαιρος είναι τοιούτος Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 126.
       
  • ακρατηξία 
    η.
    Από το επίθ. ακράτητος. Για την κατάλ. ‑ξία πβ. αόρ. εκράτησα ‑ξα.
    Ακράτεια: Η λαλιά είναι ακρατηξία του λόγου, και ο λάλος, ήγουν ο φαρφαράς, είναι τέτοιος Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 123.
       
  • απολογαριάζω. 
    Από την πρόθ. από και το λογαριάζω.
    Τελειώνω τον υπολογισμό: Nα λογαριάζει (ενν. ο αναίσθητος) με ψηφία και ωσάν τα απολογαριάσει, να ερωτά τους περιεστώτας πόσα κάμνουν Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 127.
       
  • άρεσκος, 
    επίθ.
    Το αρχ. επίθ. άρεσκος. Η λ. στον Αριστοτέλη και το Θεόφραστο.
    Υπερβολικά φιλοφρονητικός, δουλοπρεπής: ο άρεσκος είναι τέτοιας λογής οπού από μακρά σε χαιρετά και να σε λέγει: «Καλότατε άνθρωπε και θαυμασιότατε!» Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 122.
       
  • βολώ (I),  
    Χρον. Μορ. H 1669, 2521, 9176, Συναξ. γαδ. 310 (έκδ. βολύσσει· διορθώσ. βολήσει· βλ. και Κουκ., Λαογρ. 3, 1911, 370), Rechenb. 83, Αλεξ. 2030, Πικατ. 50, Αιτωλ., Μύθ. 13617, Χρον. σουλτ. 7131, 11129, Βίος Δημ. Μοσχ. 132, Σουμμ., Ρεμπελ. 169, Στάθ. Γ΄ 168, Συναδ., Χρον. 40, 65, Βακτ. αρχιερ. 186, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 731, Δ΄ 187, Διγ. O 2406, Τζάνε, Κρ. πόλ. 3688.
    Από το ευβολέω (Βλ. Χατζιδ., ΕΕΠ 3, 1906/07, 95 και Κριαρ., B-NJ 19, 1966, 92). H λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) Παρέχω ευκολία, ευνοώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α, απρόσ.): να μας βοηθούν κι ημείς αυτών, ως μας βολήσει ο τόπος Χρον. Μορ. H 9176. Βλ. και βοηθώ Aε. 2) (Απρόσ.) είναι δυνατόν (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 3, απρόσ.): κι αν είμαι ογιά θάνατο και δε βολεί να γιάνω Τζάνε, Κρ. πόλ. 3688· έκφρ. μου βολεί = ευκαιρώ: ο είρων είναι τέτοιας λογής: ... όταν υπάγει τινάς να τον ανταμώσει με σπουδήν, αυτός λέγει πως δεν του βολεί Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 119. 3) (Απρόσ.) ταιριάζει, αρμόζει (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 4): το πώς εβόλει να γενεί η συμπεθερία εκείνη Χρον. Μορ. H 2521. Βλ. και αρμόζω B2α, B2β, B3, θέλω, μοιάζω, σιάζω.
       
  • βουτώ,  
    Ερμον. Υ 96, Πουλολ. Z 445, Πουλολ. Αθ. 297, 498, Πουλολ. 347, Μαχ. 729, Θησ. Ι΄ [883], Πεντ. Γέν. ΧΧΧVII 31, Έξ. XII 22, Λευιτ. IV 6, IX 9, Δευτ. XXXIII 24, Ερωτόκρ. Δ΄ 1173, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [987], Μαρκάδ. 508, Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 124· μτχ. παρκ. βουτισμένος, Παλαμήδ., Βοηβ. 284.
    Από το βυθίζω ή το αρχ. βυθάω (Βλ. Κοραή, Άτ. Δ΄ 61 και Χατζ., Διασπ. 239). Η μτχ. βουτισμένος αναλογ. με άλλες μτχ. σε ‑σμένος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    Α´ Μτβ. 1) Βυθίζω κ. σε νερό ή σ’ άλλο υγρό (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1): να βουτήσει ο ιεριάς το δάχτυλό του εις το αίμα Πεντ. Λευιτ. IV 6· και να ποίσουν δρόσος να τον (ενν. το σταυρό) βουτήσουν Μαχ. 729. Βλ. και βουλώ Α1. 2) Φρ. βουτώ εις λύπες κάπ. = στενοχωρώ κάπ.: κάμε εις τες ημέρες σου μην μας καταφρονούσι| αυτείνοι οι γιαούρηδες και εις λύπες μας βουτούσι Μαρκάδ. 508. Βλ. και βαρυκαρδίζω. Β´ (Αμτβ.) κάνω βουτιά, βουτώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β2): κι ως είπε μες στα κύματα εβούτηξε κι εχάθη Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [987]· και βλέπεις το ψαρόπουλον, αυτήν την αθερίναν (παραλ. 2 στ.)· ευθύς βουτάς και παίρνεις την και τρώγεις την ολώμην Πουλολ. 347.
       
  • γαλίφος,  
    επίθ., Πιστ. βοσκ. III 2, 77, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [152], Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 120.
    Από το ιταλ. gagliòffo (Βλ. Meyer, NS IV 21). Η λ. στο Du Cange και σήμ. (ΙΛ, λ. γαλίφης).
    Κόλακας (Βλ. Du Cange. Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. γαλίφης 1): ψεύτη, γάλιφε και τυφλέ, ο νους σου πάλε βάνει| να με πλανέσει με τ’ αυτά τα γαλιφέματά σου Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [152].
       
  • δακρυώνω,  
    Λίβ. Esc. 4145, Θησ. Πρόλ. 12, Ε΄ [688], Ϛ΄ [141], Θ΄ [198], Χούμνου, Π.Δ. XII 49, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 220, Φαλιέρ., Ενύπν. (v. Gem.) 33, Αχέλ. 513, Ερωτόκρ. Ε΄ 71, Τζάνε, Φυλλ. ψυχ. 60· μτχ. παρκ. δακρυωμένος, Λίβ. Sc. 2971.
    Από το ουσ. δάκρυ και την κατάλ. ‑ώνω. Η λ. και στο Βλάχ. Πβ. και Παπαδ. Α., Λεξ. (λ. δακρώνω).
    1) Δακρύζω (Η σημασ. και στο Βλάχ.): όταν την θέλω θυμηθεί δακρυώνω και τρομάσσω Τζάνε, Φυλλ. ψυχ. 60· στρέφεται η κόρη προς αυτόν, θεωρεί τον δακρυωμένον Λίβ. Sc. 2971· το ιδείν ετρόμαξα κι εδάκρυωσεν το φως μου Φαλιέρ., Ενύπν. (v. Gem.) 33. 2) Υγραίνω, νοτίζω: τες πέτρες οπού βλέπει (ενν. ο δεισιδαίμων) και είναι δακρυωμένες εις τον δρόμον να τες αλείφει με λάδι και γονατίζοντας ομπροστά τους να τες προσκυνά Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 128.
       
  • δανεικός,  
    επίθ., Προδρ. IV 208, Ασσίζ. 3513, 8319, 1376, 33316, Χρον. Μορ. H 1127, Gesprächb. 9928, Μαχ. 3761, 4749, 61226, 67825, Ζήνου, Πρόλ. Πένθ. θαν.2 5, Σουμμ., Ρεμπελ. 160, Στάθ. Β΄ 167· δανειακός.
    Από το επίθ. δανειακός. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.). Βλ. και Βλάχ. (λ. δανεικό).
    Που τον δανείζει ή τον δανείζεται κάπ. (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ.): αν μας απήραν πρόβατα, άλογά τε και βοΐδια,| ως δανεικά ας τα επάρουσιν, αν τύχει να τα στρέψουν Χρον. Μορ. H 1127· μην ηξεύροντας το πως μέρος απ’ αυτούς ήσαν δανεικοί από άλλες συντροφίες Σουμμ., Ρεμπελ. 160· ρεάλι ένα δανεικό μού ’δωσε Στάθ. Β΄ 167. Το ουδ. εν. ως ουσ. (Βλ. Βλάχ., λ. δανεικό και Δημητράκ., λ. δανεικός): έδωκεν το δανεικόν κι εκείνο οπού χρώστει Ζήνου, Πρόλ. Πένθ. θαν.2 5. Το ουδ. στον πληθ. ως ουσ. = δάνειο χρηματικό: Ο αναίσχυντος είναι τέτοιος: Να γυρεύει δανειακά από εκείνον οπού επήρεν και άλλην φοράν και δεν τον επλήρωσεν Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 124.
       
  • καβάδι(ν) και ‑ιον 
    το, Διγ. (Trapp) Gr. 1874 (έκδ. καβάδην), Αχιλλ. O 409, Τάξ. Πόρτ. 43, Σφρ., Χρον. μ. 1813, 3830, Κορων., Μπούας 91, Ψευδο-Σφρ. 25824, 28839, Τριβ., Ταγιαπ. 186, Αιτωλ., Μύθ. (Legr.) 1223, Σταυριν. 520, 526, 557, Διγ. Άνδρ. 39429, Λεηλ. Παροικ. 162, Διγ. O 2917, Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 132.
    Από το όνομ. της πόλης Κάβαδα της Καρμανίας (Βλ. Φουρ., ΛΑ 6, 1926, 465 κε. και Ανδρ., Λεξ., λ. καβάδι). Η λ. στον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο (Βλ. Trapp, ΕΕΦΣΠΚ 5, 1989, 186). Η λ. το 10. αι. (Sophocl.).
    1) α) Μακρύ ένδυμα (ανδρικό και γυναικείο): εφάνη εις τον πρωτομάστορα άγγελος Κυρίου εις ομοιότητα του βασιλέως, φορεμένος άσπρον καβάδιν Διήγ. Αγ. Σοφ. 15434· το δε καβάδιόν της ήτον ωσάν αραχνιασμένον Διγ. Άνδρ. 3961· β) αγροτικό ή πολεμικό ένδυμα: άλλαξεν και το καβάδιόν του και έβαλεν άλλον ελαφρόν διά το κατάψυχον Διγ. Άνδρ. 3472· Στέκει με το καβάδιν του| ως ένας αγελάρχης,| με την γενειάδαν την μακρέα Πτωχολ. P 1· εφόρουν καβάδιον βαγδάτιν και ήμουν και εζωσμένος ζωνάριον οξύν Διγ. Άνδρ. 38734· γ) πολυτελές ένδυμα αξιωματούχων: έδωκε τον Ακρίτην χαρίσματα, ... δώδεκα βάιες και ευνούχους δώδεκα και καβάδια πολυτίμητα δώδεκα Διγ. Άνδρ. 36119. 2) (Μετων.) αξίωμα: καβάδια τού χαρίσασι κι άλλα πολλά του τάξαν Κορων., Μπούας 9.
       
  • καινούργιος, 
    επίθ. Ορνεοσ. αγρ. 52414, 53324, Λίβ. Esc. 2971, Λίβ. Sc. 2213, Πεντ. Έξ. I 8, Λευιτ. XXVI 10, Ap. XXVIII 26, Δευτ, XX 5, Πανώρ. Β΄ 553, Γ΄313, Ερωφ. Β΄ 433, Γ΄ 59, Στάθ. (Martini) Γ΄ 93, Βακτ. αρχιερ. 154, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [485], Γ΄ [3], Δ΄ [33], Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 124, Τζάνε, Κρ. πόλ. 29123, 48420, 50414· κινούργιος, Ασσίζ. 44922, Μαχ. 7810, 31829, 5849, Κυπρ. ερωτ. 10915, 1115, 14010.
    Για τη λ. βλ. Ανδρ., Λεξ. Η λ. τον 6. αι. (L‑S) και σήμ.
    1) α) Αμεταχείριστος, καινούργιος: Εάν ... εξάπτει σε ο πόθος, διάβασέ τον απάνω εις το νερόν ... μέσα εις αγγείον καινούργιον και πίε εξ αυτού Ιατροσ. 22129· είτα βρέξε σπόγγον καινούργιον εις τον ζωμόν Σταφ., Ιατροσ. 5132· β) που έχει κατασκευαστεί τώρα, καινουργιοφτιαγμένος, γεροφτιαγμένος: ήτον ο γέρων δυνατός και το άρμαν του καινούργιον Διγ. (Trapp) Esc. 1240· Περί λεγάτου σπιτίου, αν του χαρίσω τινός ... ή το κτίσω καινούργιον Βακτ. αρχιερ. 164· όπου ήτον τοιχιόν καινούργιον έγινεν πράσινον ωσάν τάφιν Διήγ. πανωφ. 58. 2) α) Που γίνεται ή εμφανίζεται για πρώτη φορά, νέου είδους· καινούργιος: κοίταζες καθημερνό καινούργοι κι επροβαίναν Τζάνε, Κρ. πόλ. 4726· Ακομή πολομούμεν καινούργιαν χάριταν όλους τους πταισμένους, ... να είναι συμπαθημένοι Μαχ. 50637· Καινούργιου τρόπου παίδευσιν και πάθη πικραμένα Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [880]· β) παράξενος, αλλόκοτος: καινούργιο πράμα κι άτυχο είν’ ένας να θελήσει Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 183· αμμέ κινούργιαν όρεξην έχω μεσόν μου Κυπρ. ερωτ. 10216· κινούργιον πάθος νιώννει τα λαμπρά μου Κυπρ. ερωτ. 10037. Το ουδ. καινούργιον (το) = νέο, είδηση: ολιγότερον από μίαν ώραν εδιεχύθη τέτοιον καινούργιον εις όλην την χώραν Μπερτόλδος 17.
       
  • καμώνω ‑ομαι, 
    Ασσίζ. 7910, 15613, 26219, Πόλ. Τρωάδ. 119, Θησ. Γ΄ [856], Δ΄ [583], Ε΄ [211], Αιτωλ., Μύθ. 2711, 16, 1156, Χρον. σουλτ. 2725, 4412, 839, 14010-11, Κυπρ. ερωτ. 1482, Παλαμήδ., Βοηβ. 28, 741, 783, 951, Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 119, Σουμμ., Ρεμπελ. 178, 189, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [868], Γ΄ [748], Χριστ. διδασκ. 298, Διακρούσ., Πένθος 78, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ιω. η΄ 6.
    Από τον αόρ. έκαμον-κάμω του κάμνω και την κατάλ. ‑ώνω. Η λ. στη μέσ. φωνή και σήμ.
    1) (Ενεργ. και μέσο, μτβ. και αμτβ.) προσποιούμαι, υποκρίνομαι: τότε εκαμώθηκε πως είν’ ασθενισμένος Αιτωλ., Μύθ. 1365· οι άρχοντες ως φρόνιμοι εκαμώνουντα πως δεν ηξεύρουν τίποτας Σουμμ., Ρεμπελ. 182. 2) (Ενεργ.) αροτριώ: αν ήτον να κάμει το περιβόλιν οπού εποντίζετον, αν ουδέν είχεν καμωθεί εις τον καιρόν του Ασσίζ. 32828.
       
  • κατεβαίνω,  
    Ασσίζ. 1269, 37126, 3839, Διγ. (Trapp) Esc. 536 (κριτ. υπ.), 954, 1514, Χρον. Μορ. P 4079, Φλώρ. 1481, Λίβ. N 2027, 2195, 2652, Χρον. Τόκκων 2122, 2394, Παρασπ., Βάρν. C 230, 409, Μαχ. 2525, 63623, 65833, Πορτολ. A 22626, Πεντ. Γέν. XI 5, XLII 38, Έξ. II 5, XIX 24, XX 28, Πανώρ. Γ΄ 182, 571, Ε΄ 289, Ερωφ. Δ΄ 550, Ε΄ 567, Διγ. Άνδρ. 31929, 37721, 22, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 595, 1125, Γ΄ 1289, Σουμμ., Παστ. φίδ. Υπόθ. [17-8], Β΄ [766], Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 213, Δ΄ 568, Τζάνε, Κρ. πόλ. 2006, 21013, 2256, 23830, 4213· καταβαίνω, Λόγ. παρηγ. O 501, Προδρ. I 168, III 100, Διγ. Z 2161, Χρησμ. I 90, X 26, Πεντ. Γέν. XV 11, XXIV 45, Έξ. XIX 21, Τζάνε, Κρ. πόλ. 24529, Εγκ. αγ. Δημ. 10661· κατεβαίννω, Μαχ. 14032, 2465, κ.α.· κατηβαίνω, Σπανός (Eideneier) A 224, Πόλ. Τρωάδ. (Πολ. Λ.) 37, Αχιλλ. L 383, 1177 Παρασπ., Βάρν. C 290, Ch. pop. 502, Διήγ. Αλ. G 283, Διγ. O 423, 1359.
    Το αρχ. καταβαίνω. Για τον τ. κατηβαίνω βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 33. Η λ. και σήμ.
    Α´ Αμτβ. 1) Έρχομαι από τα υψηλότερα στα χαμηλότερα: εκατέβηκα από το όρος Πεντ. Δευτ. IX 15· (προκ. για το Χριστό ή και για άγγελο) έρχομαι στη γη (από τον ουρανό): Επειδή ο Θεός ηθέλησεν τον άνθρωπον να τιμήσει| εξ ουρανού εκατέβηκεν να πέσει εις αύτην την φύσιν Συναξ. γυν. 124· Κατέβη γαρ εις την μήτραν Μαρίας, όπως σώσει το πεπλανημένον γένος των ανθρώπων Φυσιολ. (Kaim.) 7α18· εκατέβην ο Κύριος ιπί το όρος Σινά Πεντ. Έξ. XIX 20· υιός Θεού να κατεβεί ο φοβερός να κρίνει Ρίμ. θαν. 77· εκ τους ουρανούς άγγελος εκατέβη Αχιλλ. L 818.· φρ. (1) κατεβαίνω στον Άδη, στη γη = πεθαίνω: Ανείναι κι είναι απαρθινά, σήμερο κατεβαίνω| στον Άδη μ’ ένα θάνατο περίσσα πρικαμένο Πανώρ. Ε΄ 289· Κρείττον ημείς συζώντανοι στην γην να κατεβούμε Αλεξ. 2811· (2) εκατέβη κάτω η ώρα μου = ήρθε η κρίσιμη στιγμή: άφησ’ με, σε παρακαλώ, κυρ Χάροντα, αν ορίσεις (παραλ. 4 στ.). Να ’τονε μπορεζάμενο αυτείνο έκαμνά το,| μα δεν μπορώ, διατ’ η ώρα σου όλη εκατέβη κάτω Αλφ. 1150. 2) Πέφτω: να κατέβει απάνου τους το χαλάζι και να απεθάνουν Πεντ. Έξ. IX 19. 3) α) (Με σύστ. αντικ.) έρχομαι: καταβημό εκατεβήκαμε εις την αρχή να αγοράσομε φαγί Πεντ. Γέν. XLIII 20· β) έρχομαι από το βορρά προς το νότο: «Καράβιν, πόθεν έρχεσαι και πόθεν κατεβαίνεις;» Ανακάλ. 8· γ) έρχομαι από τα μεσόγεια στα παράλια: οι τρεις -των εις την θάλασσαν αντάμα κατεβήκαν Γαδ. διήγ. 137· δ) έρχομαι από το πέλαγος στη στεριά: Κοιτάζουν από τα βουνιά κι άρμενα κατεβαίναν Τζάνε, Κρ. πόλ. 18221· όταν καταβαίνεις από το πέλαγος, δείκνει σε ώσπερ νησί (ενν. η Ποντοηράκλεια) Πορτολ. B 2729· ε) πηγαίνω προς τα ανατολικά (Για τη σημασ. βλ. Dawkins [Μαχ. Β΄, σ. 249]): ήλθαν πολλοί πραματευτάδες όπου είχαν πραματείαν να πέψουν ... εκατέβησαν εις την ανατολήν Μαχ. 58026· να κατεβεί εις το Αρμενάκιν και νά ’ρτει εις την Σελευκίαν Μαχ. 988. 4) Αποχωρώ (από το θρόνο): Η δε Παλαιολογίνα κατέβη της βασιλείας βασιλεύσασα έτος α΄ και μήνας γ΄ Πανάρ. 6616. 5) Αναχωρώ (από «επίσημο» οίκημα), φεύγω: τον καρτερούσασι πως είχε να κατέβει| απ’ το παλάτι του καδή Λίμπον. 369· εμπαίνναν και εκατεβαίνναν εις την αυλήν του ρηγός ... να μπορήσου να του(ς) σάσουν Μαχ. 5221. 6) α) Προχωρώ, φτάνω (έως): έχει έναν τείχον με πύργους πολλούς και κατεβαίνει ως την θάλασσα Πορτολ. A 19831· ωσάν περάσεις την ξέρην, κατέβαινε απάνω εις τον μύλον ολίγον και τότε κατέβαινε απάνω εις το νησίν Πορτολ. A 1511, 2· (προκ. για διήγηση): Χρήση είναι να ξηγηθούμεν την αφορμήν του καλού Κοντεφρέ ντε Πολίου, διά να κατεβούμεν να ξηγηθούμεν τους ρηγάδες τους Λατίνους όπου εστέφθησαν εις την Ιερουσαλήμ Μαχ. 1625· β) προχωρώ ξεπέφτοντας: το πταίσμα του Αδάμ ... εκατέβαινεν από κακόν εις χειρότερον Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 403. 7) Ρέω, τρέχω (προκ. για ποταμό): Ώσπερ να βρέχει ο ουρανός, ποτάμια να κατέβουν Παρασπ., Βάρν. C 270· προς το ποταμό οπού κατεβαίνει από το όρος Πεντ. Δευτ. IX 21· (προκ. για δάκρυα): τα δάκρυα ... (παραλ. 2 στ.) σα ριγουλάκι λαμπιρόν εδέτσι εκατεβαίνα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄1074· παρευθύς τα δάκρυα της κατέβαινον της κόρης Αχιλλ. N 1266· από φλόγα πικρασμού τα δάκρυά σου ας κατέβουν Λόγ. παρηγ. L 484· πώς ήρχισαν τα ομμάτια μου να κατεβαίνου ως βρύσες Ντελλαπ., Ερωτήμ. 14. 8) Είμαι έτοιμος για μάχη, εξορμώ: απάνω στον Αλέξανδρον να κατεβεί στους κάμπους Ιστ. Βλαχ. 960· με τα φουσσάτα τως κι οι δυο στον κάμπο κατεβαίνου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1604· επήρε ... εκατόν στρατιώτας και εκατέβη εις τον Ευφράτην Διγ. Άνδρ. 3641· είναι και ότοιμος να κατεβεί και εις τον πόλεμον μετά του Μαχ. 19633. 9) α) Προέρχομαι: καλόν, κακό, ως κι αν είναι,| μονάχανε από κείνο (ενν. τον ουρανό) κατεβαίνει Πιστ. βοσκ. IV 5, 206· ήθελεν να κάψει το κακόν απόθεν εκατέβαινεν Ασσίζ. 43618· β) κατάγομαι: από πού κατεβαίνουσι και είν’ τα συγγενικά μου Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 218· πες μου αν οχ το αίμα σου ετούτος κατεβαίνει Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [660]· από γενιάν ψηλή να κατεβαίνει| και όλες τις χάρες να ’χει στο κορμί της| της γης και τ’ ουρανού Πιστ. βοσκ. II 5, 31. 10) Περιέρχομαι, ανήκω σε κάπ. (από κληρονομιά, συγγένεια): ουδέ πρέπει να έχει τό να της κατεβαίνει από συγγένειαν Ασσίζ. 12014· να πουλήσουσιν και να αμαχέψουν διά να φάσιν εκείνον τό κατέβην των παιδίων του από της μητρός αυτών Ασσίζ. 13127· να γένουν δίκαιοι κλερονόμοι να λάβουν τά μέλλει να τους κατεβούν Ασσίζ. 37824· φρ. (1) κατεβαίνω εις θέλημα, εις τον λόγον κάπ. = είμαι σύμφωνος με τη θέληση κάπ.: να κατεβεί εις θέλημα, παιδία μου, του Φερδερίγου Λίβ. Esc. 2970· ο λάλος ... να σε λέγει: « ... από πολλής σε εφύλαγα, αν κατέβεις εις τον λόγον μου» Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 123· (2) κατεβαίνω κάτω = υποδουλώνομαι: ο ξένος ός μεσοθιό σου να ανέβει επάνου σου, απάνου απάνου, και εσύ να κατέβεις κάτου κάτου Πεντ. Δευτ. XXVIII 43. Β´ (Μτβ.) προχωρώ σε κλίση βουνού, κατήφορο, πορεία ποταμού: ανέβην, εκατέβηκεν τον ποταμόν εκείνον Βέλθ. 1139· εσέβην εις τα σύνορα, τα βουνά κατεβαίνει Παλαμήδ., Βοηβ. 997· το παραπόταμον του Αλφέως ολόρθα εκατεβαίναν Χρον. Μορ. H 5029· ωσότου το κατήφορον εκείνο να κατέβει Λόγ. παρηγ. L 389. Η μτχ. παρκ. καταβασμένος ως επίθ. (προκ. για ποταμό) = πλημμυρισμένος ή ορμητικός: Αλλ’ ο Θεός ηθέλησεν το ριζικόν του δούκα| και ηύραν και τον ποταμόν μέγαν καταβασμένον·| έρρουσαν να περάσουσιν, επνίγησαν εξ αύτους Χρον. Τόκκων 438.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης